Αἰκατερῖνα, καὶ σοφὴ καὶ παρθένος·
Ἐκ δὲ ξίφους, καὶ Μάρτυς, ὦ καλὰ τρία!
Εἰκάδι πέμπτῃ ἄορ κατέπεφνεν ῥήτορα Κούρην.

Ο ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΤΗΣ ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΜΟΡΦΩΣΗ

Ἡ ἁγία Αἰκατερίνη γεννήθηκε στήν Ἀλεξάνδρεια στίς ἀρχές τοῦ4ου αἰώνα μ.Χ. Εἶχε βασιλική καταγωγή. Ἦταν ἀπόγονος τῶν Πτολεμαίων, τῶν βασιλέων τῆς Αἰγύπτου. Ἀνῆκε σέ πολύ πλούσια κι ἔνδοξη οἰκογένεια. Οἱ γονεῖς της ἦταν εἰδωλολάτρες.
Ἀπό μικρή ἔδειξε μεγάλη κλίση στά γράμματα. Μέχρι τά δεκαοκτώ της χρόνια ἔμαθε τέλεια τήν Ἑλληνική καί Ρωμαϊκή παιδεία καί Ἐπιστήμη. Ἔμαθε τούς μεγάλους ποιητές, τόν Ὅμηρο καί τόν Βιργίλιο. Σπούδασε τήν Ἰατρική καί διάβασε τόν Ἱπποκράτη καί τόν Γαληνό, τούς ἰατρούς. Περισσότερο ὅμως ἀσχολήθηκε μέ τήν φιλοσοφία. Μελέτησε προπαντός τά βιβλία ὅλων τῶν ἀρχαίων φιλοσόφων. Θαύμαζε τόν Πλάτωνα καί τόν Ἀριστοτέλη καί μποροῦσε ν’ ἀνοίξει διάλογο μέ ὁποιονδήποτε πάνω στά φιλοσοφικά θέματα.
Ἔμαθε ἐπίσης τήν ρητορική τέχνη καί πολλές γλῶσσες. Ἦταν τόσο μορφωμένη ὃσο καμιά ἄλλη στήν ἠλικία της μέσα στήν Ἀλεξάνδρεια.

ΠΑΡΘΕΝΙΚΗ ΖΩΗ

Ἡ ἁγία Αἰκατερίνη διακρινόταν γιά τήν ὀμορφιά της. Ὅλοι τήν θαύμαζαν στήν Ἀλεξάνδρεια. Εἶχε καί τά τέσσερα πράγματα πού θαυμάζουν συνήθως οἱ ἄνθρωποι: πλούτη, ὀμορφιά, μόρφωση, δόξα.
Ἡ μητέρα της, πού σκεπτόταν κοσμικά, καί οἱ συγγενεῖς της τήν πίεζαν καθημερινά νά παντρευτεῖ, γιά νά μήν φύγουν ἀπό τά χέρια τους οἱ οἰκογενειακοί τίτλοι. Ἐκείνη, ὃμως, δέν ἤθελε νά παντρευτεῖ καί γιά νά ἀποφύγει τήν πίεση προσποιήθηκε πώς ἤθελε, ἀλλά ὑπό ἕναν ὃρο: Ἐκεῖνον πού θά ἔπαιρνε γιά σύζυγό της νά ἦταν πιό σοφός, πιό πλούσιος, πιό ὄμορφος καί πιό δοξασμένος ἀπ’ αὐτή.
Παρουσιάστηκαν, βέβαια, πολλοί γαμπροί! Ἀλλά ποῦ νά βρισκόταν ἐκεῖνος πού νά συγκέντρωνε ὅλα τά προσόντα πού ζητοῦσε ἡ Ἁγία;
Ἀπελπισμένοι οἱ γονεῖς της ἀποφάσισαν νά τή στείλουν σέ κάποιον ἀσκητή φιλόσοφο, γιά νά τή συμβουλέψει τί ἔπρεπε νά κάνει.

Ο ΑΣΚΗΤΗΣ ΚΑΘΟΔΗΓΕΙ

Ὁ ἀσκητής λεγόταν Ἀνανίας. Ἦταν ἅγιος ἄνθρωπος καί ἀσκήτευε σέ μία ἐρημική τοποθεσία ἔξω ἀπ’ τήν πόλη. Ὅταν εἶδε τήν ἁγία, κατάλαβε, μέ τό χάρισμα πού εἶχε ἀπ’ τό Θεό, πώς θά γινόταν μιά θερμή Χριστιανή.

Τῆς εἶπε, λοιπόν, πώς ἤξερε κάποιο Νυμφίο πού ἦταν πολύ πιό σοφός, πολύ πιό πλούσιος, πολύ πιό ὄμορφος καί πολύ πιό δοξασμένος ἀπ’ αὐτή! Ἐκείνη ἐνθουσιάστηκε καί ἤθελε νά Τόν γνωρίσει. Τῆς ἔδωσε τότε μία εἰκόνα τῆς Παναγίας, πού κρατοῦσε τό Χριστό στήν ἀγκαλιά Της, καί τή συμβούλεψε νά κλειστεῖ στό δωμάτιό της, νά προσευχηθεῖ ὅλη τή νύχτα καί νά παρακαλέσει τήν Παναγία νά τῆς δείξει τόν Υιό Της!

Ο ΝΥΜΦΙΟΣ ΤΗΝ ΑΠΟΣΤΡΕΦΕΤΑΙ

Ἡ ἁγία Αἰκατερίνη ἔκανε ὅ,τι τῆς εἶπε ὁ ἀσκητής καί τή νύχτα κουρασμένη ὅπως ἦταν ἀπό τήν προσευχή καί τήν ἀγωνία, τήν πῆρε ὁ ὕπνος. Καί τότε εἶδε ὅραμα. Εἶδε τήν Παναγία νά κρατάει σάν βρέφος τό Χριστό, ὁ ὀποῖος ἀκτινοβολοῦσε περισσότερο ἀπ’ τόν ἥλιο. Σέ προτροπή τῆς Παναγίας νά κοιτάξει ὁ Χριστός τήν ἁγία, ὁ Χριστός ἀρνήθηκε, ἔστρεψε ἀλλοῦ τό πρόσωπό του καί εἶπε πώς δέν μποροῦσε νά τήν δῆ γιατί ἦταν ὅλο σκοτάδι καί ἀσχήμια, λόγω τῆς καταστάσεως στήν ὀποία βρισκόταν. Ἄν ἤθελε νά Τόν δῆ ἔπρεπε νά συμβουλευτεῖ τόν ἀσκητή.

Τότε ξύπνησε ταραγμένη καί νύχτα σχεδόν ξεκίνησε μέ μερικές ἄλλες γυναῖκες, γιά νά συναντήσει τόν ἀσκητή. Ὅταν ἔφτασε, ἔπεσε μέ δάκρυα στά πόδια καί τοῦ διηγήθηκε ὅλο τό ὅραμα. Ὁ ἅγιος ἀσκητής δέν ἔχασε τήν εὐκαιρία καί τῆς μίλησε γιά τήν χριστιανική πίστη, τό Χριστό, τήν ἀγάπη καί τή θυσία Του, γιά τούς ἀνθρώπους καθώς καί γιά τήν εὐτυχία πού βρίσκουν οἱ ψυχές κοντά Του! Ἡ ἁγία τά ἄκουσε ὅλα αὐτά μέ πολλή προσοχή. Ἀγάπησε τό Χριστό καί βαπτίστηκε!

ΤΟ ΔΑΚΤΥΛΙΔΙ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΜΝΗΣΤΕΙΑΣ

Τή νύχτα εἶδε πάλι ὅραμα. Εἶδε τήν Παναγία καί τό Χριστό. Ἀλλά αὐτή τή φορά ὁ Χριστός τήν κοίταξε μέ ἀγάπη καί στήν ἐρώτηση τῆς Παναγίας πῶς τήν ἔβλεπε, ἀπάντησε: «Τώρα ἔγινε λαμπερή, ἔνδοξη, πλούσια καί πάνσοφος. Τίποτε ἀπό τά παλαιά δέν βρίσκω ἐπάνω της. Ἔφυγε τό σκοτάδι. Ἐξαφανίστηκε ἡ ἀσχήμια της…..Τώρα ἀποφασίζω νά τήν μνηστευθῶ, γιά νύμφη Μου ἄφθορο».
Τότε ἡ ἁγία εἶδε, πώς ἔπεσε κάτω καί μέ δάκρυα Τοῦ εἶπε: «Ὑπερένδοξε Δέσποτα, δέν εἶμαι ἄξια νά δῶ τήν Βασιλεία Σου. Ἀλλά ἀξίωσέ μέ νά γίνω μία ταπεινή δούλη Σου». Ἐκείνη τή στιγμή ἡ Παναγία τῆς ἔπιασε τό δεξί της χέρι καί εἶπε: «Δός της, παιδί Μου, τό δακτυλίδι, νά τήν νυμφευθεῖς, γιά νά τήν ἀξιώσεις τῆς Βασιλείας σου τῆς αἰωνίου». Καί ὁ Χριστός τῆς ἔβαλε στό δάκτυλο ἕνα ὡραῖο δακτυλίδι λέγοντάς της: «Ἰδού σήμερον σέ λαμβάνω διά νύμφη Μου ἄφθορον καί αἰώνιον. Φύλαξε μέ ἀκρίβειαν αὐτήν τήν συμφωνίαν καί μή λάβεις πλέον ἄλλον νυμφίον ἐπίγειον». Ἔτσι ξύπνησε ἡ ἁγία Αἰκατερίνη καί εἶδε ὅτι στό δεξί της χέρι φοροῦσε τό δακτυλίδι!

ΤΟ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΤΗΣ ΕΡΓΟ

Ἀπό τότε δόθηκε ὁλόψυχα στό Χριστό! Ἔγινε πιστή μαθήτρια καί ἀπόστολός Του. Κήρυττε παντοῦ μέ φλόγα στήν καρδιά. Μέ τό παράδειγμα καί τή διδασκαλία της τράβηξε πολλούς συμπολίτες της στήν πίστη του Χριστοῦ, ἰδιαίτερα τούς διανοουμένους. Τό έργο της ἐξαπλώθηκε ἀκόμη καί στά γύρω μέρη τῆς Ἀλεξανδρείας.

Ο ΔΙΩΓΜΟΣ

Στά χρόνια τῆς ἁγίας Αἰκατερίνης ζοῦσε ἕνας μεγάλος διώκτης τῶν Χριστιανῶν, ὁ Μαξέντιος. Αὐτός τιμοῦσε πολύ τούς ἀναίσθητους εἰδωλολατρικούς θεούς. Ἤθελε μάλιστα νά προσφέρει σ’ αὐτούς μία ἐντυπωσιακή θυσία. Διέταξε νά ἔλθουν ὅλοι, ἀπό τά χωριά καί τίς πόλεις, στήν Ἀλεξάνδρεια καί νά προσφέρουν θυσίες μέ τόν ὅρο ὅτι ὄποιος δέν θυσιάσει στούς ψεύτικους θεούς καί προσκυνήσει ἄλλο θεό θά τιμωρηθεί σκληρά.

Ἡ ἁγία Αἰκατερίνη ,ὅταν εἶδε τό λαό νά τρέχει φοβισμένος καί παρά τή θέλησή του νά θυσιάζει στά εἴδωλα, λυπήθηκε κατάκαρδα. Ἄρχισε ὅμως νά ἐνθαρρύνει τούς Χριστιανούς νά μήν ἀρνηθοῦν τήν πίστη τους καί παρακινοῦσε τούς εἰδωλολάτρες νά μήν θυσιάσουν. Πολλοί ἀπό αὐτούς, χάρη στήν εὐγλωττία καί τήν πειστικότητά της, γύρισαν στήν ἀληθινή πίστη τοῦ Χριστοῦ.
Ἔπειτα ἡ ἁγία παρουσιάστηκε μπροστά στόν αὐτοκράτορα, ὁμολόγησε τήν πίστη της καί τόν ἔλεγξε σκληρά γιά ὅλα ὄσα ἔκανε. Ἐκεῖνος γεμάτος θυμό, διέταξε νά τήν κρατήσουν ὑπό περιορισμό καί φρούρηση.

Η ΔΗΜΟΣΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΗΤΟΡΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΚΟ ΤΟΥΣ ΤΕΛΟΣ

Στό μεταξύ ὁ αὐτοκράτορας κάλεσε στό ἀνάκτορο ὅλους τούς σοφούς γιά ν’ ἀνοίξουν διάλογο μέ τήν ἁγία, ἐλπίζοντας ὅτι θά τή νικήσουν στό διάλογο καί ἔτσι θά ἀποδεικνυόταν πώς ἡ δική τους θρησκεία ἦταν ἀληθινή. Οἱ σοφοί πῆγαν καί ἦταν 150. Τότε ἄρχισαν τόν διάλογο μέ τήν ἁγία. Αὐτή τούς νίκησε ὅλους στή συζήτηση , ἐνώ ἐκεῖνοι παραδέχτηκαν τήν ἀλήθεια καί πίστεψαν στό Χριστό. Ὕστερα ἀπ’ αὐτό οἱ 150 σοφοί ρίχτηκαν στή φωτιά κι ἔγιναν μάρτυρες Χριστοῦ! Ἀργά τό βράδυ, ὄταν κάποιοι εὐσεβεῖς Χριστιανοί πῆγαν νά πάρουν τά λείψανά τους, εἶδαν μέ ἔκπληξη, ὅτι τά σώματά τους ἦταν νεκρά, ἀλλά ἀνέπαφα. Τά ἔθαψαν τότε θαυμάζοντας τή δύναμη τοῦ Κυρίου!

ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΚΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ

Μετά ἀπ’ αὐτό ὁ αὐτοκράτορας χρησιμοποίησε διάφορους τρόπους γιά νά παρασύρει τήν ἁγία , ἀλλά δέν τά κατάφερε. Ἄρχισε μέ κολακεῖες. Συνέχισε μέ διάφορα βασανιστήρια, μαστιγώματα. Τήν ἔβαλε, ἔπειτα, στή φυλακή γιά 12 ἡμέρες μέ διαταγή νά μήν φάει τίποτε. Μάλιστα στό διάστημα αὐτό πίστεψαν καί μαρτύρησαν ἡ γυναῖκα του, ὁ στρατηλάτης Πορφύριος καί 200 στρατιῶτες, τούς ὀποίους γιορτάζουμε τήν ἴδια ἡμέρα μέ τήν ἁγία Αἰκατερίνη. Τέλος, βλέποντας ὅτι ἡ Ἁγία δέν ἄλλαζε πίστη, σκέφτηκε ἕνα φρικτό τρόπο νά τή θανατώσει, χρησιμοποιῶντας κάποιο ξύλινο τροχό, ὁ ὀποῖος εἶχε κολλημένα γύρω του ξυράφια καί βελόνια. Δέν κατάφερε, ὅμως, τίποτε γιατί ἡ ἁγία σώθηκε ἐκ θαύματος, γι’ αὐτό διέταξε νά τήν ἀποκεφαλίσουν.

Τά λείψανά της βρίσκονται στήν Ἱ. Μονή ἁγίας Αἰκατερίνης τοῦ Ὄρους Σινᾶ.
Τή μνήμη της γιορτάζουμε στίς 25 Νοεμβρίου.

megas agathanasiosα. Εισαγωγικά

Ο άγιος Αθανάσιος, τον οποίο η Εκκλησία προσονόμασε "Μέγαν" για την ξεχωριστή αρετή του, τον αδαμάντινο χαρακτήρα του και τους σθεναρούς αγώνες που διεξήγαγε προς αντιμετώπιση του κινδύνου της Ορθοδοξίας από την αίρεση του αντίχριστου Αρείου, υπήρξε μεγάλη ιστορική μορφή μιας από τις πλέον σημαντικές περιόδους της ανθρωπότητας. Τότε δηλαδή που η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, διαπιστώνοντας την αδυναμία της να καταπνίξει τον Χριστιανισμό με βάρβαρους διωγμούς, αναγκάστηκε να τον αναγνωρίσει και να στηρίξει σ' αυτόν την παράταση της ζωής της. Οι λεπτομέρειες της ζωής και του έργου του αγίου Αθανασίου δίνουν μια πολύ παραστατική εικόνα της ταραχώδους εκείνης εποχής, κατά την οποία έπνεε τα λοίσθια η αρχαία θρησκεία, η ειδωλολατρία, και θέτονταν τα θεμέλια του κράτους σε νέα θρησκευτική βάση, στη χριστιανική θρησκεία• και επιπλέον διεξάγονταν συζητήσεις και συγκαλούνταν τοπικές και οικουμενικές Σύνοδοι για τη διατύπωση των δογμάτων και τη ρύθμιση θεμάτων αφορώντων στην οργάνωση και διοίκηση της Εκκλησίας.

β. Καταγωγή και μόρφωση του Μ. Αθανασίου

Ο Μέγας Αθανάσιος γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια το 295 μ.Χ. από Έλληνες χριστιανούς γονείς, οι οποίοι τον γαλούχησαν και τον ανέθρεψαν με τα νάματα της χριστιανικής και ελληνικής παιδείας. Ο Αθανάσιος διακρινόταν, από τη μικρή του ηλικία, για τη μεγάλη ευφυΐα του, την ολόψυχη αγάπη του προς την Εκκλησία και την έφεση για μάθηση. Μετά τα εγκύκλια γράμματα, πραγματοποίησε ανώτερες θεολογικές και φιλοσοφικές σπουδές στις ακμάζουσες τότε σχολές της Αλεξάνδρειας και μελέτησε εις βάθος την Αγία Γραφή, τους προ αυτού Πατέρες και εκκλησιαστικούς συγγραφείς, καθώς επίσης και τους αρχαίους Έλληνες ποιητές, φιλόσοφους, ρήτορες και ιστορικούς, κυρίως δε τον Όμηρο, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Έτσι κατέστη βαθύς γνώστης της χριστιανικής και της θύραθεν (αρχαιοελληνικής) παιδείας και φιλοσοφίας.

Παράλληλα προς τη γνώση, ο Αθανάσιος καλλιεργούσε και τον ενάρετο βίο και την αγάπη και προσήλωση στον Χριστό, στην Εκκλησία και στην Ορθοδοξία, προς χάριν της οποίας υπέστη ανήκουστους κατατρεγμούς, διώξεις και εξορίες. Η απεριόριστη αγάπη του προς τον Χριστό και την Εκκλησία πιστοποιείται και από τον εξής θρύλο: Κάποτε, κατά την παιδική του ηλικία, παίζοντας κοντά στη θάλασσα, βάφτισε μερικά παιδιά ειδωλολατρών και, επειδή τήρησε όλους τους κανόνες της σχετικής εκκλησιαστικής τελετής, ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Αλέξανδρος Α' (313-328) αναγνώρισε ως έγκυρες τις βαπτίσεις αυτές του νεαρού Αθανασίου και τον ανέλαβε υπό την προστασία του, ενδιαφερθείς πολύ για τη μόρφωσή του.

Εν συνεχεία ο πατριάρχης Αλέξανδρος, εκτιμώντας την αρετή, τη μόρφωση και τα διαλεχτά προσόντα του Αθανασίου, τον προσέλαβε στο Πατριαρχείο ως γραμματέα και του απένειμε τον ιερατικό τίτλο του "αναγνώστη". Ακολούθως, σε ηλικία είκοσι τεσσάρων ετών, τον χειροτόνησε διάκονο. Νεαρός δε ακόμη στην ηλικία ο Αθανάσιος, γνωρίστηκε με τον περίφημο ασκητή της ερήμου, τον Μέγα Αντώνιο (250-355 μ.Χ), έμεινε κοντά του κάμποσο χρονικό διάστημα και έδρεψε από αυτόν εύχυμους πνευματικούς καρπούς. Σεβόταν μάλιστα και εκτιμούσε τόσο πολύ ο Μέγας Αθανάσιος τον Μέγα Αντώνιο, ώστε αργότερα συνέγραψε μια περισπούδαστη βιογραφία του μεγάλου ασκητή της ερήμου.

γ. Αγώνες για την Ορθοδοξία, κατατρεγμοί και εξορίες

Κατά το έτος 318 μ.Χ., όταν ο Αθανάσιος ήταν είκοσι τριών ετών, έκαμε τη θορυβώδη εμφάνισή της στην Αλεξάνδρεια η αίρεση του Αρείου, ο οποίος διακήρυττε με τα κηρύγματά του και τις συγγραφές του ότι ο Χριστός δεν είναι Θεός αλλά κτίσμα του Θεού. Μετά από τρία χρόνια η αίρεση αυτή εμφανιζόταν και υπό φιλοσοφικό μανδύα και άρχισε να βρίσκει πολλούς οπαδούς και να κλονίζει τα θεμέλια της ευαγγελικής Πίστεως. Για το θέμα αυτό κρίθηκε αναγκαίο να συγκληθεί Σύνοδος στην Αλεξάνδρεια, η οποία και συνήλθε, πράγματι, το έτος 321 μ.Χ. Κατά τη Σύνοδο αυτή ο Αθανάσιος, με τη θεολογική και φιλοσοφική του κατάρτιση, βοήθησε πάρα πολύ τον πατριάρχη Αλέξανδρο να αντικρούσει τις κακοδοξίες του Αρείου.

Η μεγάλη μάχη όμως της Ορθοδόξου Πίστεως προς την αρειανική αίρεση δόθηκε λίγα χρόνια αργότερα, στην Α' Οικουμενική Σύνοδο, η οποία συνήλθε το 325 μ.Χ. στη Νίκαια της Βιθυνίας. Στη Σύνοδο πήρε μέρος και ο νεαρός τότε ιεροδιάκονος Αθανάσιος, συνοδεύοντας τον γηραιό πατριάρχη Αλεξανδρείας Αλέξανδρο και "του χορού των διακόνων ηγούμενος (Σωκρατ. Εκκλ. Ιστ. I 25). Εκεί ο Αθανάσιος, χάρη στη μόρφωσή του και προπαντός τη θερμουργό πίστη του, αναδείχθηκε ο πιο θαρραλέος και ακαταμάχητος αγωνιστής της Ορθοδόξου πίστεως κατά της αφέσεως του αντιχρίστου Αρείου". Αυτός κυρίως κατατρόπωσε τη νόσο του αρειανισμού, υποστηρίζοντας, με τη θεολογική και φιλοσοφική κατάρτιση που διέθετε και με τη ρητορική του δεινότητα, τον όρο "ομοούσιος" (τω Πατρί) για το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, τον Ιησού Χριστό. Στη διδασκαλία βασικά του Αθανασίου στηρίχτηκε η Σύνοδος αυτή και συνέταξε τα εφτά πρώτα άρθρα του Συμβόλου της Πίστεως, του κοινώς ονομαζόμενου "Πιστεύω". (Τα υπόλοιπα πέντε άρθρα του Συμβόλου της Πίστεως τα συνέταξε η Β' Οικουμενική Σύνοδος, η οποία συνήλθε στην Κωνσταντινούπολη το 381 μ.Χ). Τοιουτοτρόπως το όνομα του Αθανασίου κατέστη τότε σύμβολο της Ορθοδοξίας στον αγώνα της προς αντίκρουση της γενικής επιθέσεως των αρειανών εναντίον της, πολλοί από τους οποίους κατείχαν υψηλές διοικητικές θέσεις.

Η προσωπικότητα και η φήμη του αγίου Αθανασίου εδραιώθηκε τόσο πολύ κατά την Α' Οικουμενική Σύνοδο, ώστε μετά από τρία χρόνια, δηλαδή το 328 μ.Χ., όταν εξεδήμησε προς Κύριον ο γηραιός πατριάρχης Αλεξανδρείας Αλέξανδρος Α' (313-328 μ.Χ.), ανήλθε στον πατριαρχικό θρόνο ο Αθανάσιος σε ηλικία τριάντα τριών ετών "ψήφω του λαού παντός", όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Γρηγόριος ο Νανζιανζηνός στον εγκωμιαστικό λόγο του "Εις Αθανάσιον".

Ο Αθανάσιος διατέλεσε πατριάρχης Αλεξανδρείας σαράντα έξι χρόνια και κατά το διάστημα της μακράς αρχιερατείας του υπήρξε "ο στύλος της Εκκλησίας" και ο κατ' εξοχήν "Πατήρ της Ορθοδοξίας". Αμέσως από της ανόδου του στον πατριαρχικό θρόνο της Αλεξανδρείας μερίμνησε δραστηρίως για την οργάνωση της Εκκλησίας του. Περιοδεύοντας την αρχιερατική του περιφέρεια, μετέβη στη Θηβάίδα, στην Πεντάπολη, στην όαση του Αμμών και στην Κάτω Αίγυπτο, για να μελετήσει επιτοπίως τις ανάγκες του ποιμνίου του, το οποίο και τον υποδεχόταν παντού με απερίγραπτο ενθουσιασμό και αγάπη. Στις πόλεις που επισκεπτόταν εγκαθιστούσε άξιους επισκόπους, μεταξύ των οποίων και τον Φρουμέντιο, μια ξεχωριστή και με ένθεο ιεραποστολικό ζήλο προσωπικότητα. Αυτόν τον χειροτόνησε επίσκοπο Αξώμης και του παρείχε κάθε βοήθεια και υποστήριξη στην προσπάθειά του για τη διάδοση του χριστιανισμού στην Αβησσυνία.

Ο Άρειος όμως, καίτοι καθαιρέθηκε από την Α' Οικουμενική Σύνοδο, και οι οπαδοί του δημιουργούσαν μεγάλα προβλήματα στον Αθανάσιο και δεν έπαυαν να συνταράσσουν την Εκκλησία. Η μεγάλη δραστηριότητα του Αθανασίου για την τακτοποίηση των εκκλησιαστικών ζητημάτων της πολύ εκτεταμένης περιφέρειας του, το μεγάλο του ενδιαφέρον για τη διάδοση του χριστιανισμού στην Αβησσυνία, η άρτια θεολογική, φιλολογική και φιλοσοφική του κατάρτιση και παιδεία, η ισχυρή προσωπικότητά του, ο αδαμάντινος χαρακτήρας του και η απεριόριστη αποδοχή από το ποίμνιο του καταθορύβησαν τον αιρεσιάρχη Άρειο και τους ομόφρονές του. Αυτοί λοιπόν σχημάτισαν τη γνώμη ότι ο Αθανάσιος, παραμένοντας στον πατριαρχικό θρόνο της Αλεξάνδρειας, θα μπορούσε να επιφέρει θανάσιμα πλήγματα στην αίρεσή τους. Για τον λόγο αυτό οι αντίχριστοι αρειανοί άρχισαν να κατασυκοφαντούν τον Άγιο και να επιδιώκουν με ραδιουργίες και σκευωρίες να τον απομακρύνουν από τον πατριαρχικό του θρόνο. Εκείνος όμως, με σταθερές και εδραίες τις πεποιθήσεις του και με ακλόνητη την πίστη στη θεότητα του Ιησού Χριστού, υπέμεινε με ασυνήθιστο ηρωισμό τις αδυσώπητες διώξεις εκ μέρους των αντιπάλων του και τις ανίερες εις βάρος του συκοφαντίες και ραδιουργίες τους.

Οι αρειανοί, οι οποίοι επηρέαζαν ακόμη και τον αυτοκράτορα, ήταν επιτήδειοι στο να εφευρίσκουν μύριες όσες συκοφαντίες, των οποίων το ψεύδος, της μιας μετά την άλλη, αποκαλυπτόταν, και έτσι γίνονταν καταγέλαστοι εκείνοι που τις εξύφαιναν. Οι συκοφαντίες όμως αυτές είχαν ως αποτέλεσμα την απομάκρυνση του Αγίου από τον πατριαρχικό του θρόνο πέντε φορές και από τα σαράντα έξι της πατριαρχίας του τα δεκαέξι να τα περάσει στην εξορία.

Αφορμή για την αδυσώπητη πολεμική των αρειανών κατά του αγίου Αθανασίου στάθηκε το γεγονός ότι ο Άγιος αρνήθηκε να δεχτεί σε εκκλησιαστική κοινωνία τον Άρειο, παρά την ομολογία πίστεως που αυτός υπέβαλε το 330 ή 331 μ.Χ. στον Μέγα Κωνσταντίνο, στην οποία βέβαια ο παμπόνηρος αιρεσιάρχης απέφευγε επιμελώς να αναφέρει τις αιρετικές και κακόδοξες εκφράσεις για το πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Ο Μέγας Κωνσταντίνος, καίτοι εκτιμούσε και θαύμαζε πολύ τον Μέγα Αθανάσιο για το αδαμάντινο ήθος του, τη μόρφωσή του και το θάρρος του, παρασύρθηκε από τις κατά του Αγίου μηχανορραφίες των αρειανών και διέταξε τη σύγκληση Συνόδου στην Καισάρεια της Παλαιστίνης το 335 μ.Χ. προς εξέταση των κατά του Αθανασίου κατηγοριών. Τελικά η Σύνοδος συνήλθε στην Τύρο της Φοινίκης.

Ενώπιον της Συνόδου αυτής οι αρειανοί προσέθεσαν και άλλες κατηγορίες κατά του αγίου Αθανασίου. Συγκεκριμένα: κατηγόρησαν τον Άγιο ότι σκότωσε κάποιον επίσκοπο, ονόματι Αρσένιο, και, αφού του έκοψε το δεξιό χέρι, το μεταχειριζόταν σε διάφορες μαγικές ενέργειες. Ο Μέγας Κωνσταντίνος διέταξε σχετικές ανακρίσεις και έρευνες, ύστερα από τις οποίες διαπιστώθηκε ότι ο Αρσένιος ήταν ζωντανός και τον έκρυβαν οι αρειανοί σε κάποιο μέρος. Μόλις λοιπόν βρήκαν τον επίσκοπο εκείνο, τον οδήγησαν αμέσως ενώπιον της Συνόδου. Δείχνοντας δε ο Αθανάσιος και τα δύο χέρια του Αρσενίου, ο οποίος έγινε όργανο της σκευωρίας των αρειανών, είπε: "Άλλην χείρα ζητείτω μηδείς• δύο γαρ ανθρώπων έκαστος παρά του ποιητού των όλων εδέξατο χείρας". Οι εχθροί όμως του Αθανασίου αποδείχτηκαν άφθαστοι στο να κατασκευάζουν συκοφαντίες εναντίον του. Έτσι λοιπόν, κατά τον εκκλησιαστικό συγγραφέα Ρουφίνο (345-410 μ.Χ.) και μετέπειτα ιστορικούς, παρουσίασαν ενώπιον της Συνόδου μια αναίσχυντη και κακοηθέστατη γυναίκα, η οποία, κατά συμβουλή τους, κραύγαζε λέγοντας πως ήταν παρθένα και τη διέφθειρε ο Αθανάσιος. Τότε ο Άγιος προσήλθε στη Σύνοδο, συνοδευόμενος από έναν φίλο του ιερέα, ονόματι Τιμόθεο. Ο ιερέας εκείνος, ενώ ο Αθανάσιος σιωπούσε, προσποιούμενος τον Αθανάσιο, τον οποίο δεν εγνώριζε ούτε εξ όψεως η αδιάντροπη αυτή γυναίκα, τη ρώτησε: "Εγώ σε συνάντησα ποτέ και εισήλθα ποτέ στην οικία σου;" Το γύναιο δε εκείνο, νομίζοντας ότι ο Τιμόθεος ήταν ο Αθανάσιος, κραύγαζε με μέγιστη αναίδεια και, κινώντας το δάκτυλο της, έλεγε προς τον Τιμόθεο: "Ναι, εσύ μου αφαίρεσες την παρθενία• εσύ μου στέρησες τη σωφροσύνη." Αμέσως δε τότε οι σκηνοθέτες της σκευωρίας φυγάδευσαν το αναίσχυντο γύναιο, παρά τις διαμαρτυρίες του αγίου Αθανασίου, ο οποίος ζητούσε να γίνει ανάκριση, ώστε να αποκαλυφτούν εκείνοι που σκηνοθέτησαν την ανίερη εκείνη υπόθεση. Τοιουτοτρόπως οι αρειανοί έγιναν καταγέλαστοι για τις ραδιουργίες τους.

Παρά ταύτα όμως οι εχθροί της Αλήθειας και της Ορθής Πίστεως δεν σταμάτησαν να συκοφαντούν τον άγιο Αθανάσιο. Κατασκεύασαν λοιπόν εν συνεχεία δύο συκοφαντίες. Συγκεκριμένα: τον κατηγόρησαν στον Μέγα Κωνσταντίνο, τον αυτοκράτορα, πρώτον, ότι συνωμοτούσε εναντίον του και ότι έστειλε πολύ χρυσάφι σε έναν επαναστάτη και, δεύτερον, ότι παρεμπόδιζε την αποστολή σίτου από την Αλεξάνδρεια στην Κωνσταντινούπολη. Ο αυτοκράτορας, δυστυχώς, πείστηκε στους συκοφάντες και πρόσταξε να εξοριστεί ο Αθανάσιος στην πόλη Αυγούστα των Τρεβήρων της Γαλλίας. Πρόκειται για την πρώτη εξορία του Μεγάλου Αθανασίου (Ιούλιος 335 - Νοέμβριος 337). Φθάνοντας ο Άγιος στον τόπο της εξορίας του, έγινε δεκτός μετά πολλής χαράς και έτυχε μεγάλης περιποιήσεως από τον επίσκοπο Μαξιμίνο και τους άρχοντες του τόπου, αφού η φήμη του είχε φτάσει σε όλον τον χριστιανικό κόσμο. Κατά τον χρόνο της εξορίας αυτής του Αγίου έγιναν συντονισμένες ενέργειες για την εκκλησιαστική αποκατάσταση του αιρεσιάρχη Αρείου, η οποία όμως δεν έγινε, διότι τον πρόλαβε ο θάνατος (336 μ.Χ.). Σύνοδος από εκατό επισκόπους, που συνήλθε στην Αλεξάνδρεια, δικαίωσε τον Αθανάσιο και τον επανέφερε από την εξορία. Ο λαός της Αλεξάνδρειας υποδέχτηκε τον Ποιμενάρχη του με απερίγραπτο ενθουσιασμό και αγαλλίαση.

Οι αντίπαλοι όμως του αγίου Αθανασίου δεν ησύχασαν• συνέχισαν τις ραδιουργίες και πέτυχαν και πάλι την καθαίρεση του Αγίου και την εξορία του στη Ρώμη δεύτερη εξορία του Μεγάλου Αθανασίου (Μάρτιος 340 - Οκτώβριος 346). Στη Ρώμη ο Αθανάσιος έτυχε μεγάλης περιποιήσεως από τον πάπα Ιούλιο (337-352). Όντας δε ο Άγιος εξόριστος στη Ρώμη, συνέβαλε πάρα πολύ στη διάδοση του μοναχισμού στη Δύση, προβάλλοντας ως υπόδειγμα την αρετή και τον τρόπο ασκήσεως του Μεγάλου Αντωνίου. Επιστρέφοντας από την εξορία ο Άγιος, έμεινε στον πατριαρχικό του θρόνο συνεχώς επί μία δεκαετία, ήτοι από το 346 μέχρι το 356. Οι εχθροί του όμως άρχισαν και πάλι να κινούνται εναντίον του και πέτυχαν να τον απομακρύνουν για τρίτη φορά από τον θρόνο του (Φεβρουάριος 356 - Φεβρουάριος 362). Τη φορά αυτή ο Άγιος εξορίστηκε στην έρημο της Αιγύπτου. Εκεί βρήκε πολλούς ασκητές και έμενε μαζί τους, ακολουθώντας τον τρόπο της ζωής τους. Όντας δε ο Άγιος στην έρημο δεν έπαυσε ούτε για μια στιγμή να ενδιαφέρεται και να προσεύχεται για το ποίμνιο που του είχε εμπιστευτεί ο Θεός, το οποίο και τον υπεραγαπούσε και τον λάτρευε και λαχταρούσε να τον ιδεί να αποκαθίσταται στον πατριαρχικό του θρόνο. Ακολούθησαν και δύο άλλες εξορίες του μεγάλου Αθανασίου: μία από τον Οκτώβριο του 362 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 363 και μία άλλη η 5η κατά σειρά από τον Οκτώβριο του 365 μέχρι τον Ιανουάριο του 366. Ο Αθανάσιος όμως, παρ' όλες τις συκοφαντίες, τις σκευωρίες, τους κατατρεγμούς και τις εξορίες, έμεινε βράχος ακλόνητος, πιστός στις πεποιθήσεις του και στα πιστεύματά του και πρόθυμος να υποστεί τα πάντα χάριν αυτών.

Τελικώς στους κατατρεγμούς, στις διώξεις και στις εξορίες του Μεγάλου Αθανασίου έθεσε τέρμα ο Ουάλης, αυτοκράτωρ της Κωνσταντινουπόλεως (364-378). Ο Ουάλης, αν και ήταν φιλοαρειανός, φοβούμενος μήπως η εξορία του αγίου Αθανασίου γίνει αιτία να διασαλευτεί η τάξη, ένεκα της μεγάλης αγάπης που έτρεφε ο λαός προς τον Άγιο, αναγκάστηκε να τον επαναφέρει στον πατριαρχικό του θρόνο τον Φεβρουάριο του 366 μ.Χ. Έτσι τέθηκε τέρμα οριστικό στις μεγάλες περιπέτειες του υπέροχου αυτού ανδρός. Επανελθών στον θρόνο του ο Μέγας Αθανάσιος, πηδαλιούχησε θεοφιλώς την πατριαρχική του περιφέρεια μέχρι της προς Κύριον εκδημίας του, ήτοι μέχρι τις 2 Μαίου του έτους 373 μ.Χ. Έφυγε δε ο Άγιος από την παρούσα ζωή με την ικανοποίηση ότι είδε εξασφαλιζόμενη την Ορθοδοξία, για την οποία αγωνίστηκε, χωρίς να υποκύψει ποτέ στην κτηνώδη βία που χρησιμοποιούσαν οι εχθροί της Ορθής Πίστεως.

δ. Το συγγραφικό έργο του Μ. Αθανασίου

Παρά τις μεγάλες περιπέτειες και αντιξοότητες της ζωής του, ο Μέγας Αθανάσιος έβρισκε χρόνο να διαθέτει για συγγραφική δράση. Το συγγραφικό έργο του Αγίου είναι πλουσιότατο από απόψεως και ποιού και ποσού. Και πράγματι, ο Μέγας Αθανάσιος δέσποζε ως εκκλησιαστική μορφή της εποχής του όχι μόνο ως μαχητής της Ορθοδοξίας, αλλά και ως δοκιμότατος συγγραφέας αξιολογότατων έργων.

Τα συγγράματα του αγίου Αθανασίου κατατάσσονται σε πέντε κατηγορίες, ήτοι σε:
α) απολογητικά υπέρ του χριστιανισμού και της Ορθοδοξίας,
β) έργα κατά αρειανών,
γ) ερμηνευτικά της Αγίας Γραφής,
δ) ασκητικά και
ε) επιστολές,
τα οποία και είναι δημοσιευμένα σε τέσσερις τόμους της "Ελληνικής Πατρολογίας" του Migne, και συγκεκριμένα στους τόμους 25 μέχρι και 28. Πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι ο Μέγας Αθανάσιος μέσα από τα συγγράματά του και τα κηρύγματά του έθεσε τη σφραγίδα της διδασκαλίας του όχι μόνο στους σύγχρονούς του, αλλά και στη χριστιανική σκέψη πολλών γενεών μετά από αυτόν. Και αυτοί ακόμη οι μεγάλοι φωστήρες της Εκκλησίας, όπως ο Μέγας Βασίλειος και ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, αντλούσαν "ώσπερ από πηγής" από τα συγγράματα του Μεγάλου Αθανασίου, όπως εύστοχα σημειώνει ο σοφός πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Φώτιος (820-893 μ.Χ).

ε. Χαρακτηρισμός του Μεγάλου Αθανασίου

Ο Αθανάσιος ανήκει στις μεγάλες μορφές της Εκκλησίας, όχι τόσο για την εξαίρετη άλλωστε συγγραφική του δράση, όσο κυρίως για τον αδαμάντινο χαρακτήρα του, τη θερμουργό προς την Εκκλησία αγάπη του και την υπέροχη προσωπικότητάτου, όπως ορθά παρατηρεί άλλος μεγάλος πατήρ της Εκκλησίας, ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, γράφοντας: "Ο βίος του Αθανασίου κατέστη υπόδειγμα επισκόπου και η διδασκαλία του νόμος ορθοδοξίας, καθόσον ο μεν βίος του ήταν καθοδηγός της διδασκαλίας του, η δε διδασκαλία του ήταν επισφράγιση του βίου του". Το όνομα του Αθανασίου απέβη συνώνυμο της αρετής, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει πάλι ο Γρηγόριος: "Αθανάσιον επαινών, αρετήν επαινέσομαι ταύτόν γαρ εκείνον τε ειπείν και αρετήν επαινέσαι" (Εγκώμ. τις Αθανάσιον I).

Με τους διαρκείς υπέρ της Ορθοδοξίας αγώνες του ο Αθανάσιος απέβη "Της του Θεού Εκκλησίας αληθής στύλος και θεμέλιον", όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Κύριλλος Α (412-444 μ.Χ.). Ο Αθανασίος κατέστησε τον βίο του, πράγματι, ζώσα έκφραση και ερμηνεία της Ορθής Πίστεως, της οποίας την υπεράσπιση έταξε ως σκοπό των αγώνων του. Όντας έξοχη ηθική και εκκλησιαστική προσωπικότητα, επιβαλλόταν με τα λόγια του και τα έργα του στην κοινή συνείδηση των χριστιανών. Το κύρος του "ως πατρός της Ορθοδοξίας" διατηρήθηκε ακέραιο και μετά την προς Κύριον εκδημία του, τα δε συγγράμματά του απέκτησαν οικουμενική διάσταση, ως περιέχοντα τη γνήσια και αυθεντική διδασκαλία της Εκκλησίας, και χρησιμοποιήθηκαν ευρύτατα από τους μετέπειτα εκκλησιαστικούς συγγραφείς και τις οικουμενικές Συνόδους προς διατύπωση των ορθόδοξων δογμάτων της Εκκλησίας μας.

Ο Μέγας Αθανάσιος, στους αγώνες του υπέρ της Ορθοδοξίας, αντιμετώπισε και τους πλέον ισχυρούς αντιπάλους και δεν κάμφθηκε ποτέ μπροστά στους κατατρεγμούς και στις εξορίες. Έτσι, δικαίως χαρακτηρίστηκε ως "ο ηρωικότερος των αγίων και ως ο αγιότερος των ηρώων". Η Εκκλησία, εκτιμώντας τα κατορθώματά του, τον τοποθέτησε κοντά στους αποστόλους, στους ευαγγελιστές και στους μάρτυρες, στη χορεία των αγίων, και οι πιστοί του απέδιδαν και του αποδίδουν τιμές, τις οποίες αναγνώρισαν και καθιέρωσαν οι επερχόμενες γενεές μέχρι σήμερα. Δικαίως ο υμνωδός της Εκκλησίας μας, η οποία εορτάζει τη μνήμη του στις 18 Ιανουαρίου και στις 2 Μαίου, γράφει: "Αθανάσιον, και θανόντα, ζην λέγω• οι γαρ δίκαιοι ζώσι και τεθνηκότες", δηλαδή: τον Αθανάσιο, αν και πέθανε, τον θεωρώ ζωντανόν, διότι οι δίκαιοι ζουν και μετά τον θάνατο.


Βιβλιογραφία
1. Γρηγορίου Ναζιανζηνού, Εγκώμιον εις Μέγαν Αθανάσιον (JP Migne Patrologia Graeca, τόμ. 35 σσ. 1081 1118).
2. Κωνσταντινίδου Μιχαήλ, αρχιεπισκόπου Αμερικής, Ο Μέγας Αθανάσιος και η εποχή αυτού, Αθήναι 1937.
3. Δημητροπούλου Παναγ., Αθανάσιος ο Μέγας, (άρθρο στη θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, έκδ. "ΑΘ. ΜΑΡΤΙΝΟΣ").
4. Μπαλάνου Δημητρ., Οι πατέρες και συγγραφείς της αρχαίας Εκκλησίας, έκδ. της Αποστ. Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1961.
5. Μ.Π., Αθανάσιος ο Μέγας, (άρθρο στο Νεώτερο Εγκυκλ. Λεξικό "ΗΛΙΟΣ").
6. Παπαδοπούλου Χρυσοστόμου, αρχιεπισκόπου Αθηνών, (άρθρο στο Εγκυκλ. Λεξικό Ελευθερουδάκη).
7. Στεφανίδου Βασ., Εκκλησιαστική Ιστορία, Αθήναι 1948.


Απολυτίκιον

Στύλος γέγονας Ὀρθοδοξίας, θεῖοις δόγμασιν ὑποστηρίζων τὴν Ἐκκλησίαν, ἱεράρχα• τῷ γὰρ Πατρὶ τὸν Υἰὸν ὁμοούσιον, ἀνακηρύξας κατήσχυνας Ἄρειον. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἰκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Εορτάζει στις 12 Μαΐου εκάστου έτους.

Φανεὶς Ἐπιφάνιος ἐν Κύπρῳ μέγας,
Κλέος παρ᾽ αὐτῇ καὶ θανὼν ἔχει μέγα.
Τῇ δυσκαιδεκάτῃ Ἐπιφάνιον μόρος εἷλε.

agios epifaniosΟ Άγιος Επιφάνιος γεννήθηκε από πάμπτωχη οικογένεια Ιουδαίων αγροτών, στο χωρίο Βησανδούκη (ή Βησανδούκ), κοντά στην Ελευθερούπολη της Παλαιστίνης το 310 μ.Χ. (Κυπριακή λαϊκή παράδοση αναφέρει, πως ο Άγιος Επιφάνιος γεννήθηκε στον Καλοπαναγιώτη της Κύπρου, ένα χωριό της Μαραθάσας και μεγάλωσε στη Βησανδούκη). Οι γονείς του είχαν ακόμη ένα παιδί, την Καλλίτροπο.
Μετά το θάνατο των γονέων του και σε ηλικία δέκα ετών, ο Επιφάνιος προσελκύεται στο χριστιανισμό από δύο περίφημους για τις γνώσεις και τον ασκητισμό μοναχούς, το Λουκιανό και τον Ιλαρίωνα. Επτά μέρες ύστερα από το βάπτισμα του, ο Επιφάνιος τακτοποίησε την αδελφή του σ' ένα γυναικείο μοναστήρι κι έφυγε για την έρημο της Παλαιστίνης. Εκεί ζει κοντά στους επιφανέστερους ασκητές, ασκούμενος στην εγκράτεια, την άσκηση και στη μελέτη των Θείων Γραφών, γενόμενος υπόδειγμα για τους συνασκητές του. Η φήμη του και οι αρετές του δεν άργησαν να διαδοθούν και αναδείχθηκε επίσκοπος Κωνσταντίας της Κύπρου το 367 μ.Χ., στην οποία κατέφυγε με θαυματουργικό τρόπο, όταν το πλοίο του, που επέπλεε προς την Παλαιστίνη, λόγω τρικυμίας, έφθασε στην Κύπρο. (Η Κωνσταντία ονομαζόταν αρχικά Σαλαμίνα. Η πόλη κτίστηκε από τον ήρωα του Τρωικού πολέμου Τεύκρο, τον γιο του Τελαμώνα, προς τιμή της πατρίδας του Σαλαμίνας και καταστράφηκε τον 4ο αιώνα μ.Χ. από σεισμό. Η πόλη ξανακτίστηκε από τον γιο του Μέγα Κωνσταντίνου, τον Κωνστάντιο κι ονομάστηκε Κωνσταντία. Έγινε έδρα του Αρχιεπισκόπου Κύπρου, όταν η Κύπρος είχε 14 επισκόπους κι έμεινε τέτοια μέχρι το 1191 μ.Χ., που η Κύπρος κατακτήθηκε απ' τους Φράγκους. Σήμερα έδρα του Αρχιεπισκόπου είναι η Λευκωσία).

Από τη θέση αυτή, ο Άγιος άρχισε τον ευαγγελισμό του ποιμνίου του και αγωνίστηκε με θερμότατο ζήλο για την διατήρηση και ενίσχυση των ορθοδόξων δογμάτων, καταπολεμώντας όλες τις αιρετικές δοξασίες και πλάνες της εποχής του και ιδιαίτερα εκείνες του Ωριγένη. Κάνοντας συνεχή χρήση των λόγων της Αγίας Γραφής και γράφοντας πλήθος αντιαιρετικά συγγράμματα, αγωνίστηκε για να κρατήσει τούς πιστούς στην ανόθευτη χριστιανική πίστη.
Το 381 μ.Χ., μαζί με τέσσερις άλλους Κυπρίους επισκόπους, ο Επιφάνιος έλαβε μέρος και στη Δευτέρα Οικουμενική Σύνοδο.

Ο Άγιος Επιφάνιος πέθανε εν πλω από την Κωνσταντινούπολη, που είχε πάει για εκκλησιαστικές υποθέσεις προς την Κωνστάντια, στις 12 Μαΐου του 403 μ.Χ., μετά από αρχιεροσύνη 36 χρόνων. Το τίμιο λείψανό του μετακόμισε στην Κωνσταντινούπολη ο αυτοκράτορας Λέων ΣΤ' ο Σοφός. Η Σύναξή του ετελείτο στον αγιότατο οίκο του, που ήταν στο ναό του Αγίου Φιλήμονος.

Ο Άγιος Επιφάνιος Κωνσταντίας έκτισε την μεγάλη βασιλική (δεν την ολοκλήρωσε μέχρι τον θάνατό του), της οποίας τα ερείπια διασώζονται μέχρι τις ημέρες μας. Ο μεγάλος αυτός Αρχιεπίσκοπος, πολύ σημαντικός διδάσκαλος και πατέρας της Εκκλησίας, υπήρξε και αξιόλογος συγγραφέας. Τα έργα του «Πανάριον» (περιέχει επιχειρήματα για την ανασκευή των αιρέσεων που υπήρχαν τότε), «Αγκυρωτός» (σε 120 παραγράφους περιλαμβάνει μια επιτομή της σύγχρονης προς τον άγιο Επιφάνιο Θεολογίας), «Περί μέτρων και σταθμών», «Περί των δώδεκα λίθων των όντων εν τοις στολισμοίς του Ααρών», αποτελούν πολύτιμα πετράδια στο μέγα ψηφιδωτό της Πατερικής Γραμματείας.

Τέλος αξίζει να αναφέρουμε ενδεικτικά μερικά θαύματα που έκανε ο Άγιος Επιφάνιος: θεράπευσε την κόρη του βασιλιά της Περσίας από το δαιμόνιο που την βασάνιζε, ανάστησε το νεκρό παιδί ενός άρχοντα της Περσίας, θανάτωσε ένα λέοντα που έβγαινε από το δάσος κι έτρωγε τους ανθρώπους που περνούσαν από εκεί κοντά, εξεδίωξε το δαιμόνιο από κάποιο Κάλλιστο που ήταν γιος του πρώτου Έπαρχου της Ρώμης και τέλος θΘεράπευσε τον Μέγα Θεοδόσιο, τον αυτοκράτορα, από παράλυση των κάτω άκρων.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης
Τοὺς διττοὺς ὑποφήτας τῆς ἄναρχου θεότητας, τῶν θεοτυπώτων δογμάτων, τοὺς πανσόφους ἐκφάντορας, σὺν τῷ Ἐπιφανίῳ τῷ κλεινῷ, ὑμνήσωμεν τὸν θεῖον Γερμανῶν ὡς λαμπροὶ γὰρ τῶν ἀρρήτων μυσταγωγοί, πυρσεύουσι τοὺς κράζοντας δόξα τῷ στεφανώσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ μεγαλύναντι, δόξα τῷ βεβαιούντι δι' ὑμῶν, πίστιν τὴν Ὀρθόδοξον.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ήχος α'. Του λίθου σφραγισθέντος
Της Φοινίκης ο κλάδος και Κυπρίων το στήριγμα και Κωνστάντιας ανεδείχθης, Επιφάνιε, Πρόεδρος· δι' ο Ασσυρίων βασιλεύς πίπτει ποδών σου προσκυλινδούμενος· το πνεύμα διωκόμενον εξ αυτού δια της σης δεήσεως· δόξα τω σε θαυμαστώσαντι, δόξα τω δωρησαμένω σε ημίν, πρέσβυν ακοίμητον.
Κοντάκιον
Ἦχος δ’ . Ὁ ὑψωθείς
Ἱεραρχῶν τὴν θαυμαστὴν ξυνωρίδα, ἀνευφημήσωμεν πιστοὶ κατὰ χρέος, σὺν Γερμανῷ τὸν θεῖον Ἐπιφάνιoν, οὖτοι γὰρ κατέφλεξαν, τῶν ἀθέων τὰς γλώσσας, δόγματα σοφώτατα, διαθέμενοι πᾶσι, τοῖς ὀρθοδόξως μέλπουσιν ἀεί, τῆς εὐσεβείας τὸ μέγα μυστήριoν.
Μεγαλυνάριον
Φύλαττε και σκέπε ταις σαις ευχαίς, Επιφάνιε θείε, εκ κινδύνων και χαλεπών νόσων τους τιμώντας, την ένδοξόν σου μνήμην και λύτρωσαι του Άδου φρικτών κολάσεων.

Ἡ κλίνη τοῦ Ὁσίου Ἀκακίου τοῦ Καυσοκαλυβίτη στό σπήλαιο ἀσκήσεως

 

ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ

Ἐξέχουσα ἀσκητικὴ μορφὴ ὁ ὅσιος Ἀκάκιος, ἐνσάρκωσις τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς ἁγιότητος, παραμένει πάντοτε εἰς τὴν πρώτην γραμμὴν τοῦ νεωτέρου ἀσκητισμοῦ εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος.

Νεώτατος ἀγάπησε τὴν Ἐκκλησία καὶ ἐνωρὶς ἀκολούθησε τὴν μοναχικὴν ζωήν. Διέλαμψε περὶ τὸ τέλος τῆς 17ης καὶ τὰς ἀρχὰς τῆς 18ης ἑκατονταετηρίδος καὶ ὡς ἀστὴρ νεόφωτος κατελάμπρυνε τὸ στερέωμα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.

Ἔχει συνδέσει τὸ ὄνομά του μὲ τὴν ἵδρυσιν, τὴν συγκρότησιν καὶ τὴν ἐξέλιξιν τοῦ μικροῦ, ἀλλὰ περιφήμου ἀσκητικοῦ κέντρου τῶν Καυσοκαλυβίων εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου καὶ ὁ ἴδιος ἔζησε τὸ μεγαλύτερον μέρος τῆς ἀσκητικῆς του ζωῆς, ὡς ἀξιομίμητον παράδειγμα ὅλων τῶν μοναχῶν.

Ἄκακος, πρᾶος καὶ ταπεινὸς ἀνεδείχθη κορυφαῖος τῶν ἀσκητῶν καὶ θεοφόρων Πατέρων τὸ καύχημα.

Ἔζησε ὡς ἐπίγειος ἄγγελος καὶ ἀξιώθηκε μὲ θαυματουργικὴν δύναμιν, μὲ πολλὲς θεῖες δωρεὲς καὶ μὲ τὸ προορατικὸν χάρισμα.

http://2.bp.blogspot.com/-3Vq7Ss3jKUw/UpOdAf82gtI/AAAAAAAABE8/Il2fsGiazys/s1600/%CE%91%CE%93%CE%99%CE%91+%CE%91%CE%99%CE%9A%CE%91%CE%A4%CE%95%CE%A1%CE%99%CE%9D%CE%91_4.jpegἘκ τῆς ἐκδόσεως Ἀκολουθία τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης καὶ Προσκυνητάριον Σινᾶ, Ἑνετίησιν, 1727
Αὕτη ἡ ἀοίδιμος ἦτον ἀπὸ τὴν περίφημον μεγαλόπολιν Ἀλεξάνδρειαν, εἰς τὸν καιρὸν τοῦ ἀσεβοῦς βασιλέως Μαξεντίου, θυγάτηρ Κώνσταντος τοῦ πρώτου Βασιλέως, πολλὰ ὡραία καὶ εἰς τὸ κάλλος ἀμίμητος, μεγάλη εἰς τὴν ἡλικίαν τοῦ σώματος, ἥτις ἐπαιδεύθη πᾶσαν ἑλληνικὴν γραφήν, ἔμαθεν ὅλους τοὺς ποιητάς, Ὅμηρον, Βηργίλλιον, Ἀριστοτέλην, καὶ Πλάτωνα· οὐ μόνον δὲ τοὺς φιλοσόφους, ἀλλὰ καὶ τὰς βίβλους τῶν ἰατρῶν, Ἀσκληπιοῦ, Ἱπποκράτους, καὶ Γαληνοῦ, καὶ ἁπλῶς εἰπεῖν ὅλην τὴν ρητορικὴν καὶ λογικήν, καὶ πᾶσαν λέξιν καὶ γλῶσσαν ἔμαθεν, ὁποῦ ὅλοι ἐθαύμαζον τὴν σοφίαν αὐτῆς· καὶ οὐ μόνον οἱ ὁρῶντες, ἀλλὰ καὶ οἱ ἀκούοντες ἐξεπλήττοντο.


http://xristianos.gr/forum/eikones/agioi_tis_orthodoksias/agios_athanasios_neos_thaumatourgos_episkopos_xristianoupoleos_048.jpgἩ μνήμη του τιμᾶται στὶς 17 Μαΐου


Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος, Ἀρχιεπίσκοπος Χριστιανουπόλεως γεννήθηκε ἀπὸ Κερκυραίους γονεῖς τὸν Ἀνδρέα καὶ τὴν Εὐφροσύνη Κορφηνοῦ περίπου τὸ 1640. Τὸ βαπτιστικὸ ὄνομά του ἦταν Ἀναστάσιος. Μεγάλωσε στὴν Καρύταινα Γορτυνίας. Τὴν μόρφωσή του ἔλαβε στὴν ἀκμάζουσα Σχολὴ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Φιλοσόφου. Ἀπὸ τὴν ἐφηβική του ἡλικία ἤθελε νὰ ἀφιερωθεῖ στὸν Θεό.


Πολλὴν ὠφέλειαν ἀδελφοὶ προξενοῦσιν εἰς τους ἀνθρώπους οἱ βίοι τῶν ἁγίων ἀναγιγνωσκόμενοι, καὶ κατὰ θείαν νεύσιν ἐγράφησαν καθ᾿ ἑκάστην γενεὰν τῶν δικαίων ἀνδρῶν τὰ κατορθώματα, διὰ νὰ ἔχωσιν αὐτὰ οἱ μεταγενέστεροι ἐμψύχους εἰκόνας καὶ ὑποδείγματα εἰς τὴν τοῦ βίου διόρθωσιν. Διὰ τοῦτο κἀγὼ σήμερον προβάλλω εἰς διήγησιν τὸν βίον τοῦ ἐν ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Ἀθανασίου τοῦ ἐν τῷ ὄρει τοῦ Ἄθω ἀσκήσαντος· τὸν ὁποῖον παρέλαβον ὄχι ἐξ ἀκοῆς μόνης, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὰ συγγράμματα τῶν μαθητῶν τοῦ Ὁσίου Πατρός, ἅπερ ἀφῆκαν ἐκεῖνοι ὡς κληρονομίαν, καὶ θησαυρὸν πολύολβον εἰς τὴν ποίμνην τοῦ Τρισμάκαρος. Ἀποβλέπει δὲ ὁ λόγος, ὄχι εἰς ἐπαίνους τοῦ Θείου Πατρὸς καὶ ἐγκώμια, ἀλλὰ εἰς τὴν τῶν ἀναγιγνωσκόντων ὠφέλειαν, ὅτι ἀνενδεὴς ὑπάρχει ἐκεῖνος ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα ἐντρυφῶν εἰς τὴν ἀνεκλάλητον δόξαν τῆς Τρισηλίου Θεότητος μετὰ τῶν ἀγγελικῶν Δυνάμεων.

Joomla SEF URLs by Artio