Υπό του ιεροδιακόνου Μακαρίου Παλαιολόγου Μεταπτυχιακού Φοιτητού

του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας και Θρησκειολογίας του Ε.Κ.Π.Α. τομέα Δογματικής- Πτυχιούχου της Α.Ε.Α.Α.

 

Εισαγωγή

Ο Άγιος Μ. Βασίλειος εξήγγειλε στους ακροατές των περίφημων Ομιλιών του στην Ἑξαήμερον την πρόθεσή του να μιλήσει ειδικά περί ανθρώπου[1]. Δυστηχώς άγνωστο για ποιο λόγο η υπόσχεση του ιερού πατρός δεν πραγματοποιήθηκε. Η ομιλία του Εἰς τό Πρόσεχε σαυτῷ, περιέχει ένα πλούσιο ανθρωπολογικό περιεχόμενο, αλλά αποτελεί την ανθρωπολογική συνέχεια της Ἑξαημέρου και δεν καλύπτει το κενό αφού παρατρέχει σπουδαιότατα ανθρωπολογικά θέματα ως λ.χ. την εν Χριστώ σωτηρία. Η διδασκαλία του Βασιλείου είναι βιβλική και επιμένει στην παράδοση της Εκκλησίας.  Μέσα από τα κείμενά του γνωρίζουμε το ποιμαντικό ενδιαφέρον του για τους ανθρώπους.

Πρίν ξεκινήσουμε την εξέταση των Ομιλιών του Μ. Βασιλείου  πρέπει να δούμε κάποια βιογραφικά στοιχεία του Αγίου.

Βίος του Αγίου Βασιλείου

Ο Βασίλειος καταγόταν από μια πολύ πιστή και πλούσια οικογένεια. Σ’ αντίθεση με πολλούς Πατέρες γνωρίζουμε πολλές λεπτομέρειες από τη ζωή του. Πολλά γνωστά ονόματα αγίων ανήκουν στην οικογένειά του.  Γιαγιά του ήταν η Μακρίνα, μητέρα του η Εμμέλια, πατέρας του ο Βασίλειος, ενώ από τα αδέρφια του είναι γνωστά ο Γρηγόριος Νύσσης, ο Πέτρος Σεβαστείας, ο Ναυκράτιος και η αδελφή του Μακρίνα.

Γεννήθηκε στην Καισάρεια της Καππαδοκίας το 330 όπου και άρχισε τις πρώτες σπουδές του στην ρητορική σχολή της πόλης. Συνέχισε στην Κωνσταντινούπολη και στην Αθήνα, όπου γνωρίστηκε με το Γρηγόριο Θεολόγο.

Στην πατρίδα του γύρισε γύρω στο 356 και δούλεψε για λίγο ρήτορας. Γρήρορα όμως αποτραβήχτηκε από τον κόσμο. Για να μπορέσει να εμβαθύνει στο πνεύμα του μοναχισμού επισκέφθηκε γνωστούς ασκητές στη Συρία, Παλαιστίνη, Αίγυπτο και Μεσοποταμία. Στη συνέχεια γύρισε στην πατρίδα του και αποσύρθηκε σ’ ένα πατρικό κτήμα κοντά στον τόπο που γεννήθηκε. Εκεί τον επισκέφθηκε ο Γρηγόριος ο Θεολόγος (γύρω στο 358). Συνέθεσαν μαζί τη Φιλοκαλία από τα έργα του Ωριγένη καθώς και μοναστικούς κανόνες, που βοήθησαν στην εξάπλωση της μοναχικής ζωής και παίζουν σπουδαίο ρόλο ακόμη και σήμερα για τον ορθόδοξο μοναχισμό.

Γύρω στα 364 ο Ευσέβιος Καισαρείας χειροτόνησε πρεσβύτερο το Βασίλειο, ο οποίος και τον διαδέχτηκε μετά έξι χρόνια, όχι μόνο ως επίσκοπος Καισαρείας, αλλά και ως έξαρχος της αρχιεπισκοπής του Πόντου.

Στον εκκλησιαστικό τομέα ο Βασίλειος καταπολέμησε με επιτυχία τις προσπάθειες του αυτοκράτορα Ουάλη να επιβάλει τον Αρειανισμό. Για το λόγο αυτό βρισκόταν σε συνεχή επικοινωνία με τον Αθανάσιο και τον πάπα Δάμασο. Έκανε ακόμη προσπάθειες να αρθεί το μελιτιανό σχίσμα χωρίς επιτυχία.

Στον κοινωνικό τομέα η προσφορά του Βασιλείου ήταν επίσης μεγάλη. Με τις δυνατότητες που είχε λόγω του πλούτου της οικογενεία του ίδρυσε μια σειρά από ευαγή ιδρύματα, τη γνωστή Βασιλειάδα. Πέθανε το 379. Η μνήμη του εορτάζεται την 1 Ιανουαρίου.  Τα έργα του κατατάσσονται  σε α) Δογματικά, β) Ασκητικά, γ) Ομιλίες και δ) Επιστολές.

Κύριο Θέμα

Αρχικά να πούμε ότι το να γνωρίσουμε τον εαυτό μας είναι δύσκολο. Γι’ αυτό μας λέει ό Μ. Βασίλειος ότι η περί του ανθρώπου εσωτερική γνώση «τῷ ὄντι ἔοικε πάντων εἶναι χαλεπώτατον … ἐπιγνῶναι»[2]. Αυτό οφείλεται στο μεταπτωτικό ασφυκτικό περιβάλλον, πού υπόκειται στο χώρο και στον χρόνο και το οποίο δεν είναι το φυσικό περιβάλλον μας. Αν υπερπηδήσουμε την αμαρτία τότε «ἑαυτούς ἐπιγνωσόμεθα, Θεόν γνωρίσομεν… προσκυνήσωμεν… δουλεύσομεν… δοξάσομεν… ἀγαπήσομεν… αἰδεσθησόμεθα… τόν ἀρχηγόν τῆς ζωῆς ἡμῶν τῆς παρούσης καί τῆς μελλούσης προσκυνοῦντες οὐκ ἀπολήξομεν, τόν δι’οῦ παρέσχετο ἤδη πλούτου καί τά ἐν ἐπαγγελίαις πιστούμενον, καί τῇ πείρα τῶν παρόντων βεβαιοῦντα ἡμῖν τά προσδοκώμενα»[3].

Η σύνδεση μεταξύ σώματος και ψυχής είναι βαθύτατη και αφορά και τα δύο εξίσου την εν Χριστώ μεταμόρφωση του θεουμένου ανθρώπου. Ο Βασίλειος όμως στρέφει την προσοχή του προς την τελείωση της ψυχής που οδηγεί ΄΄προς ἑτέραν ζωήν΄΄[4] και όχι στον παρόντα κόσμο. Γι’ αυτό στα έργα του τονίζεται η οντολογική και ηθική διαφορά μεταξύ του κατά φύσιν ανθρώπου και του ανθρώπου της πτώσεως. Η χριστιανική ανθρωπολογία γίνεται οδηγός για την από την απόπτωση στην προ της πτώσεως κατάσταση, στη διαμονή παρά τω Θεό στην αποφυγή από τα ρευστά, την βίωση από τώρα της αληθείας και της αιωνιότητας. Γι’ αυτό ο Άγιος Βασίλειος μας αυξάνει την γνώση για το Θεό και μας οδηγεί στο ‘’καθ’ ομοίωσιν’’.

Ὁ πρῶτος ἄνθρωπος εὐθύς ὡς ἐδημιουργήθη ἀναβλέψας πρός τόν οὐρανόν ἐπλήσθη χαρᾶς ἐκ τοῦ κάλλους τῆς ὁρατῆς κτίσεως καί ἠσθάνθη μεγίστην ἀγάπην πρός τόν Θεόν, ὁ ὁποῖος ἐχάρισεν εἰς αὐτόν τήν ἀπόλαυσιν τῆς αἰωνίου ζωῆς καί τήν τρυφήν τοῦ παραδείσου. Ὁ Θεός γενόμενος ὁμόγλωσσος πρός τόν ἄνθρωπον κατέστησεν αὐτόν ἀκροατήν τῆς θείας φωνῆς καί τόν ἠξίωσε τῆς ἑαυτοῦ γνώσεως, προκειμένου νά ἐπιτύχῃ τό καθ’ὁμοίωσιν[5].

Ἐπί πλέον ὁ ἄνθρωπος κατακοσμηθεῖς διά τοῦ λογικοῦ κατεστάθη κύριος ἁπάντων τῶν ἐπί τῆς γῆς. Τοιουτοτρόπως, μολονότι οὕτος ὑπελείπετο τῆς ἀλόγου φύσεως εἰς δύναμιν, ἀπέβη ἄρχων «χειροτονητός» τῶν ἀλόγων καί τῶν ἀψύχων, ὡς ἔργον λογικόν τῶν θείων χειρῶν. Ἡ ἔλλειψις λοιπόν τῆς φυσικῆς δυνάμεως ὑπέρπληροῦται διά τῆς περισσείας τοῦ λογικοῦ, διά τοῦ ὁποίου δύναται ὁ ἄνθρωπος «πρός οὐρανόν ὑπεραρθῆναι» [6].Έτσι το νόημα και η αξία του κόσμου απορρέουν από την ύπαρξη σ’ αυτόν του ανθρώπου, χάριν του οποίου δημιουργήθηκε, για να χρησιμεύσει και ως «γυμνάσιον ἀρετῆς». Η υλική λοιπόν δημιουργία, η οποία είναι το πλαίσιο της ανθρώπινης ζωής, δεν μπορεί να θεωρεί σαν ένα κλειστό και αυτάρκες σύστημα. Στον κόσμο αυτό ασκείτε και προετοιμάζεται ο άνθρωπος μιμούμενος τον πλάστην[7].

Οι Θείες δωρεές

Ο άνθρωπος δεν δημιουργήθηκε ἐξ’ αρχής τέλειος, αλλά παίρνει από τον Θεό ιδιαίτερα εφόδια, τα οποία ως δωρεές υποβοηθούν την σχετικώς τελεία ανθρωπίνη φύση να εκπληρώσει το σκοπό της υπάρξεως της. Ο Άγιος Βασίλειος τονίζει περισσότερο το αυτεξούσιο του ανθρώπου το οποίο τον καταξιώνει στην κοινωνία με τον Θεό. Ο Θεός δεν θέλησε να προσφέρει στον άνθρωπο αναγκαστική τελειότητα. Αλλά του έδωσε την ελευθερία έστω και αν αυτή εμπεριέκλειε το ενδεχόμενο της πτώσης. Γιατί δεν είναι (ο ανθρωπος), ούτε άψυχη κτίση, ούτε άλογο ζώο, δέσμιο της αδήριτης ανάγκης των φυσικών νόμων ή των τυφλών και αλόγων ενστίκτων. Είναι πρόσωπον, λογική, ἐλευθέρα καί κεχαριστωμένη ὕπαρξις[8]. Ο άνθρωπος  πρέπει ελεύθερα να διανύσει το δρόμο ο οποίος οδηγεί από το σχετικό στο πλήρες, διότι όπως ιδιαίτερα επιμένει ο Βασίλειος, «οὐ τό ἠναγκασμένον φίλον, ἀλλά τό ἐξ’ ἀρετῆς κατορθούμενον. Ἀρετή δέ ἐκπροαιρέσεως καί οὐκ ἐξ’ ἀνάγκης γίνεται. Προαίρεσις δέ τῶν ἐφ’ ἡμῖν ἤρτηται»[9]. Δεν είναι δούλος ο οποίος αναγκάζεται δεσποτικά αλλά υιός ο οποίος καλείται στοργικά υπό του αγαπώντος πατέρα. Γι’ αυτό και η απάντηση αυτού πρέπει να είναι υιϊκή απάντηση ελευθερίας και αγάπης[10].

Σε αυτή ακριβώς την δοκιμασία της αγάπης και ελευθερίας του κλήθηκε στον παράδεισο μέσω της εντολής του Θεού ο Αδάμ. Εάν γινόταν αυτή επιτυχώς, το «άνω» στο οποίο βρισκόταν υπαρξιακά θα γινόταν οριστικό και μόνιμο. Η διαγωγή στον παράδεισο θα ήταν σενεχής κατάσταση κοινωνίας με τον Θεό, αγιότητας ζωής, αφθαρσίας, δόξης, ευφροσύνης, μακαριώτητας. Θα έφθανε στο οικείο τέλος του, στην πλήρη προς τον Θεό εξομοίωση, την κατά χάριν θέωση, για δόξα αιώνια του απεργασθέντος αυτό το θαύμα της θεώσεως του τριαδικού Θεού[11].

Ο Βασίλειος διακρίνει αυτά που δόθηκαν στον άνθρωπο σε δύο κατηγορίες α) τα «ἤδη ὑπηργμένα παρά τοῦ Θεοῦ» και β) στα «δι’ ἐπαγγελίας ὕστερον ἀποκείμενα». Στα πρώτα τα οποία χαρακτηρίζονται ως «ανθρώπινα», περιλαμβάνονται η θεόπλαστος δημιουργία του ανθρώπου κατ’ εικόνα του κτίσαντος αυτού, η νοητική ικανότητα του ανθρώπου με την οποία ερευνάται, η φύσις των όντων, νοούνται τα περί τον Θεό και βιώνεται η χαρά που απορρέει από τη σοφία, η κυριαρχία στην άλογη φύση, κ.τ.τ. Στην δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνονται τα «ἔτι μείζω» δώρα, δηλαδή τα κατά τους τελευταίους χρόνους σωτηριώδη γεγονότα της θείας οἰκονομίας, όπως η ενανθρώπηση, τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, η κατάργηση του θανάτου, η ελπίδα της αναστάσεως, η μέσω των εντολών τελείωση της ανθρώπινης ζωής, η πορεία προς τον Θεό, η βασιλεία των ουρανών, οι στέφανοι της δικαιοσύνης και όσα άλλα αγαθά «καί διανοίας και λόγου δύναμιν» υπερβαίνουν[12].

Οι θείες δωρεές κατανοούντε όχι μόνο στατικά αλλά κυρίως δυναμικά. Αυτές οι εκφράσεις αγάπης του Θεού δεν μπορούν να περιορισθούν χρονικά, καθώς οι μεν «ανθρώπινες» συμπαρεκτείνονται μαζί με αυτούς που διαδέχονται γενεές, οι δε «θείες» φανερώνονται στην ιστορία σύμφωνα με το σχέδιο της θείας οικονομίας. Άρα οι δωρεές οικειώνονται και δεν τις κατέχει. Η οικείωση αυτή προϋποθέτει ανάλογη αλλοίωση του έσω ανθρώπου ώστε να γίνει ο συντονισμός μεταξύ της άνωθεν παρεχομένης βοήθειας και της ελεύθερης αποδοχής αυτής από τον πιστό. Γι’ αυτό η εν Χριστώ οικείωση των θείων δωρεών καταλήγει στην μεταμόρφωση και την τελείωση του ανθρώπου.

Η συγγένεια του ανθρώπου προς τον Θεό

Η διδασκαλία των θείων δωρεών είναι συνδεδεμένη με την διδασκαλία της συγγενείας μεταξύ του Θεού και των ανθρώπων. Η συγγένεια του Θεού και ανθρώπου είναι κάθετη και οριζόντια. Κάθετα είναι η άμεση σχέση του ανθρώπου με τον Θεό, οριζοντίως με τις σχέσεις των κατ’ εικόνα Θεού δημιουργηθέντων συνανθρώπων του. Η κάθετη θεώρηση είναι η σπουδεότερη, φέρει τα χαρακτηριστικά τον νου, την ψυχή, την κατ’ εικόνα εν αυτώ κατάσταση. Το κατ’ εικόνα δεν είναι κάτι το στατικό, αλλά καθοδηγούμενο από τη θεία χάρη και την ελεύθερη βούληση του ανθρώπου δημιουργεί τις κατάλληλες συνθήκες για την επίτευξη του καθ’ ομοίωσιν καθώς την ενδυναμώνει. Γι’ αυτό ο Θεός κατά την πλάση του ανθρώπου δια της εμφυσήσεως «μοῖραν τινά τῆς ἰδίας χάριτος ἐναπέθετο τῷ ἀνθρώπῳ, ἴνα τῷ ὁμοίῳ ἐπιγινώσκῃ τό ὅμοιον» και κατέστησε αυτόν «τίμιον… τό τίμιον ἐν τῇ φυσικῇ κατασκευῇ ἔχων» [13].

Την συγγένεια του ανθρώπου προς τον Θεό μαρτυρεί όχι μόνο οι πνευματικές λειτουργίες αλλά και ολόκληρη η κατασκευή του ως ψυχοσωματικού όντος. Γι’ αυτό η καθαρότερη πηγή γνώσεως περί Θεού σύμφωνα με τον Βασίλειο δεν βρίσκεται με την περιπλάνηση του νου στους κόσμους των ιδεών ή της ύλης αλλά στην εν Χριστώ γνώση του ανθρώπου[14]. Όλα αυτά που βρίσκονται στον άνθρωπο μαρτυρούν την στενή σχέση του μετά του Θεού, ακόμα και αυτό το σχήμα του ανθρώπινου σώματος· «ὄρθιον ἔπλασε μόνο τῶν ζώων τόν ἄνθρωπον, ἵνα ἐξ’ αὐτοῦ τοῦ σχήματος εἰδῆς ὅτι ἐκ τῆς ἄνωθεν συγγενείας ἐστίν ἡ ζωή σου… ὅλην ἔχειν τήν ὁρμήν πρός τήν ἄνω πορείαν»[15].

Η συγγένεια αυτή νοείτε δυναμικά και όχι στατικά. Η ουσιαστική διατήρηση της συγγενείας προϋποθέτει την συνεχόμενη εν Χριστώ μεταμόρφωση του εσωτερικού ανθρώπου. Αυτή η συνεχόμενη μεταμόφωση αποτελεί και την βεβαίωση της συγγενείας αφού «δι’ ἁγιασμοῦ ἔστιν ἡμῖν ἡ πρός τό ἅγιον οἰκείωσις. Εἰ βούλει ἀεί υἱός τοῦ Ἁγίου εἶναι, ἁγιασμός σέ υἱοθετείτω…»[16]. Χωρίς την αγιάζουσα αυτή ορμή προς ένωση με τον Θεό ο άνθρωπος παραμένει στην κατάσταση της πτώσεως, από την οποία αρνούμενος την σχέση της συγγενείας και «καταλιπών τό ἕπεσθαι Θεῷ καί ὁ ὁμοιοῦσθαι τῷ κτίσαντι, δούλος γενόμενος τῶν παθῶν τῆς σαρκός, παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καί ὁμοιώθη αὐτοῖς»[17]. Το ενδεχόμενο της πλήρους αλλοτριώσεως του ανθρώπινου γένους από τον Θεό απεφεύχθει δια της ενανθρωπήσεως, κατά την οποία ο Λόγος του Θεού «οὐκ ἐκ διαλειμμάτων ἐνεργῶν», ὡς εἰς τούς προφήτας τῆς Π.Δ., ἀλλά καταστήσας ἐν αὐτῷ συμφυῆ καί ἡνωμένην τήν ἀνθρωπότητα ἐπανέφερεν αὐτήν ὁλόκληρον πρός ἑαυτόν διά τῆς ἀνθρωπίνης σαρκός[18].

Η οριζόντια θεώρηση συγγενείας, η οποία βασίζεται στην δημιουργία όλων των ανθρώπων από τον Θεό και από την μυστηριακή ένωση μεταξύ των, δια της ενανθρωπήσεως του, «Ὑπέρ ὦν Χριστός ἀπέθανεν» ως αδελφούς. Έτσι όλοι θεωρούνται συγγενείς και αδελφοί ως έκγονοι του ίδιου Πατρός[19].

Η έννοια της εικόνας

Η βασική πρωτοτυπία της περί εικόνας αντιλήψεως του Μ. Βασιλείου βρίσκεται στην διάκριση της «φυσικής» ή «γεννητής» εικόνας από την «κατά μίμησιν» ή «κατά τέχνην». Η φυσική ή γεννητή εικόνα αφορά την συγγένεια μεταξύ του Πατρός και του Υιού. Έτσι, ο Υιός υπάρχων «γεννητώς» από τον πατέρα και εκτυπών «φυσικώς» εν εαυτώ τον Πατέρα, ως εικόνα είναι απαράλλακτος προς τον Πατέρα και ως γέννημα ομοούσιος με αυτόν[20].

Αναφορικά ο Βασίλειος ακολουθεί προς την εν ανθρώπω εικόνα του Θεού την Αλεξανρινή παράδοση, σύμφωνα με την οποία η εν εικόνι συγγένεια του ανθρώπου προς το Θεό βρίσκεται στην ψυχή και το πνεύμα του ανθρώπου κατ’ επέκτασιν η εικόνα ταυτίζεται με την λογική και πνευματική ελευθερία του. Γι’ αυτό αυτή νοείτε ως χάρισμα και ως κάλλος τα οποία δόθηκαν κατά την δημιουργία στον άνθρωπο. Το κάλλος όμως της εικόνας ηχρειώθη δια της πτώσεως και δια της εμπλοκής της ψυχής στις εμπαθείς επιθυμίες. Καθίσταται λοιπόν αναγκαία η επαναφορά του ανθρώπου «εἰς τήν ἐξ’ ἀρχῆς ἀρχήν» και εις την δια της επαναμόρφωσην του εσωτερικού ανθρώπου σύμφωνα με το κάλος της εικόνας του Θεού. Έτσι υπεισέρχεται η έννοια της μιμήσεως ως της κυρίας φάσης της ομοίωσης δια της οποίας επιτυγχάνεται η οικειότης προς την αληθινή ζωή[21].

Το φύσει καλόν του ανθρώπου

Η διδασκαλία του Βασιλείου περί του ανθρώπου ως φύσει καλού είναι απόρροια των περί συγγενείας του ανθρώπου με τον Θεό και των περί θείων δωρεών απόψεων αυτού. Η κατανόηση της περί ανθρώπου διδασκαλίας είναι φυσική συνέπεια της χριστιανικής αντίληψης περί δημιουργίας. Η ουσία της διδασκαλίας περί του ανθρώπου ως φύσει καλού βρίσκεται στο ότι ο άνθρωπος λαμβάνοντας εντολή να αγαπά τον Θεό μπορεί να το πραγματοποιήσει, καθόσον την κατέχει την δύναμη της αγάπης αφού του δώθηκε κατά την δημιουργία του. Για την απόδειξη του ισχυρισμού ο Βασίλειος δεν καταφεύγει σε λογικές αποδείξεις αλλά επικαλείται την εμπειρία όλων. Η απόδειξη «οὐκ ἔξωθεν, ἀλλ’ αὐτός ἄ τίς τοῦτο παρ’ ἑαυτοῦ καί ἐν αὐτῷ καταμάθοι. Τῶν τε γάρ καλῶν ἐσμέν ἐπιθυμητικοί φυσικῶς, εἰς καί ὅτι μάλιστα ἄλλῳ ἄλλο φαίνεται καλόν». Άξιο προσοχῆς είναι και το ότι το εκ φύσεως καλό φαίνεται κυρίως από το «δυσκάθεκτον» και «ακόρεστον» πόθων των αγίων να λάβουν την θεωρία του θείου κάλους και από την ευχή τους, η θεωρία της τερπνότητας του Κυρίου να επεκτείνεται σε όλη την αιώνια ζωή. «Οὕτω μεν οὖν φυσικῶς ἐπιθυμιτικοί τῶν καλῶν οἱ ἄνθρωποι. Κυρίως δέ καλόν καί ἀγαπητόν τό ἀγαθόν. Ἀγαθός δέ ὁ Θεός· ἀγαθοῦ δέ πάνταἐφίεται· Θεοῦ ἄρα πάντα ἐφίεται»[22]

 Η περί του φύσει καλού ανθρώπου διδασκαλία του Βασιλείου συνδέεται άμεσα με τις αντιλήψεις του περί κακού. Σύμφωνα με αυτές, απορρίπτει κάθε διαρχική θεώρηση της δημιουργίας καθόσον το κακό στερείται ουσίας και υπόστασης είναι μη όν. Συνεπώς η άποψη έκανε τους μεν καλούς τους δε κακούς  θεωρείται αιρετική και βλάσφημη και οδηγεί προς την αμαρτία. Έτσι οι αρετές είναι το φυσικό η δε οικειότητα των αρετών προς την ψυχή δεν επιτυγχάνεται με ανθρώπινες διδασκαλίες αλλά υπάρχει από την φύση μας. Γι’ αυτό όπως κάποιος αποφεύγει τα λυπηρά από την φύση του, έτσι και στην αρχή υπάρχει αδίδακτη αποστροφή προς το κακό. Κάθε είδους κακία αποτελεί ασθένεια της ψυχής ενώ η αρετή είναι κατάσταση υγείας. Έτσι η ψυχή, χωρίς διδαχή επιθυμεί ότι είναι οικείο και φυσικό. Γι’ αυτό ἐξ’ άλλου όλοι επαινούν την σωφροσύνη, αποδέχονται την δικαιοσύνη, θαυμάζουν την ανδρεία και θεωρούν περισπούδαστη την φρόνηση. Οι αρετές συμπεραίνει ο Βασίλειος είναι οικειότερες στην ψυχή παρ’ όσο η υγεία στο σώμα[23]. Η φυσική οικειότητα της ψυχής προς την αρετή είναι μία από τις θεμελιώδεις βάσεις της ηθικής διδασκαλίας του Βασιλείου. Η ηθική ως έκφραση του ορθού, ωφέλιμου και συμφέροντος στην ζωή, ενυπάρχει από τον Θεό στον άνθρωπο και αποτελεί την φυσική τάξη. Αυτή η ικανότητα είναι ο «φυσικός λόγος», ο οποίος βρίσκεται μέσα μας, και υποδεικνύει την οικείωση του καλού και την απομάκρυνση από τα βλαβερά[24]. Αφού η ουσία του είναι το καλό και δεν υπάρχει στην κατασκευή μας, αλλά είναι ύστερη. Με την ενανθρώπηση ο Χριστός μας καθάρισε. Η σπουδαιότητα του ανθρώπου και λόγω της αμαρτίας τραγική διακοπή της ανοδικής πορείας του προς τον Θεό, απήτησαν την προσωπική εισβολή του Θεού στην ιστορία, με την ενανθρώπηση του Λόγου του. Από αυτή την τιμή λέει ο Βασίλειος «λάβε τοῦ ἀξιώματος ἔννοιαν· ἀπόβλεψον σου προς το αντάλλαγμα, καί γνῶθι σεαυτοῦ τήν ἀξίαν· τῷ πολυτιμήτῳ αἵματι τοῦ Χριστοῦ ἠγοράσθεις… Σύνες σεαυτοῦ τῆς τιμῆς…»[25].

Πτώση

Ο Βασίλειος τονίζει ότι με την ελευθερία της επιλογής μας έγινε η πτώση. Θεωρεί ως κύριο λόγο της πτώσεως τα μάτια της ψυχής και την φιλοδοξία της ψυχής. Έτσι ο Αδάμ ενώ ήταν πάνω, «οὐ τόπῳ ἀλλά τῇ προαιρέσει… ὑπερασπιζόμενος παρά Θεού, καί ἀπολαύων τῶν αὐτοῦ ἀγαθῶν, ταχύ πάντων ἀναπλασθείς, καί οἷον ἐξυβρίσας τῷ κόρῳ τό τοῖς σαρκίνοις ὀφθαλμοῖς φανέν τερπνόν τοῦ νοητοῦ προετίμησε κάλλους»[26]. Τοιουτοτρόπως ὁ ἄνθρωπος διά τοῦ κόρου μετέθεσε τήν ἐπιθυμίαν τῆς θείας δόξης ἐκ τοῦ κέντρου τῆς ζωῆς του, ἐλπίσας δέ εἰς μείζονα καί σπεύσας νά λάβῃ τά ἐπέκεινα τῶν δυνάμεῶν του ἀπώλεσε καί ἐκεῖνο, τό ὁποῖον ἠδύνατο νά κατέχῃ[27]. Η ψυχή αντί να διαφυλάξει την κατά φύσιν ζωή με την εμμονή στην θεωρία του καλού και την απόλαυση των νοητών, αφού επιρεαζόταν από τα μάτια που την οδηγούσαν στα πάθη, χρησιμοποίησε κακώς την ελευθερία της επιλογής του κατ’ εικόνα, αποφάσισε την απομάκρυνση από το Θεό. Έγινε δεκτική του κακού. Γι’ αυτό ο διάβολος δεν μπορεί να θεωρηθεί ως η πρωτογενής αιτία της πτώσης του ανθρώπου, αλλά ως αυτός που επίσπευσε ή ως αυτός που την διευκόλυνε να γίνει[28].

Επιλεγόμενα

Σκοπός της γνώσεως περί του ανθρώπου κατά τον Μ. Βασίλειο είναι η αύξηση της γνώσης του Θεού μέσω της οποίας ακολουθεί η δυνατότητα καλλίτερης γνώσης του ανθρώπου. Άρα είναι μεγάλη η σχέση ανθρωπολογίας και Θεολογίας. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η δια της ανθρωπολογίας επιτυγχανομένη θεογνωσία είναι ανώτερη και καθαρότερη από την δια της κτίσεως αποκαλυπτομένη γνώση περί Θεού. Ο άνθρωπος μεταμορφώνεται εν Χριστώ καθώς και η πρόοδος επεκτείνεται πέρα από αυτή τη ζωή, στην αιωνιότητα, την θέωση.

Βιβλιογραφία

ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Γ. ΤΣΑΜΗ: ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΟΛΟΓΙΑ, εκδ. ΠΟΥΡΝΑΡΑ, Θεσσαλονίκη 2001.

ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Γ. ΤΣΑΜΗ: Η ΠΡΩΤΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, εκδ. Κέντρον Βυζαντινών Ερευνών, Θεσσαλονίκη 1970.

ΟΛΥΜΠΙΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ-ΤΣΑΝΑΝΑ: Η ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, εκδ. Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, Θεσσαλονίκη 1970.

 

[1] Εἰς Ἑξαήμερον 8, 2 και 9, 6 SC 26, 6· 434, 520 CPG 29, 165D· 168A·

[2] Εἰς Εξαήμ. 9,6, PG 29, 204BC.

[3] Προς τους νέους 7, PG 31, 581C.

[4] Βλ. Εἰς 14 Ψαλμ.1, PG 29, 252AC.

[5] Ὅτι οὐκ ἔστιν τῶν κακῶν ὁ Θεός 7, PG 31, 334C.

[6] Εἰς ἐξαήμ. 6, 1 PG 29, 117C- 120A.

[7] «…πρώτη ἡ κτίσις, τελευταῖος δέ ὁ ἄνθρωπος, ὅ, τι παρεσκεύασεν αὐτῶν ὥσπερ οἰκοδεσπότη οἷκον πεπληρωμένου, Ὁμιλία ἐν Λακίζοις 8, PG 31, 1452CD.

[8] Ολυμπίας Παπαδοπούλου- Τσανανά, Η ανθρωπολογία του Μ. Βασιλείου, εκδ. Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών 1970,  σελ. 44-45.

[9] Ὅτι οὐκ ἔστιν αἴτιος τῶν κακῶν ὁ Θεός, 7, PG 31, 345Β. Ο Βασίλειος με επιμονή καταπολεμεί τις περί αναγκαιότητας η ειμαρμένης δοξασίας των Στωϊκών σχετικά με τον άνθρωπο. Κατ’ αυτόν μόνο τα υλικά και άψυχα, τα οποία στερούνται και προαιρετικής κινήσεως, είναι « δοῦλα τῆς ἐπικειμένης ἀνάγκης, καθ’ ἥν ἀπαραλλάκτως ἀεί περί τά αὐτά ἀναστρέφεται» και όχι ο αυτεξούσιος άνθρωπος, Εἰς 48 Ψαλμ. 8, PG 29, 449C.

[10] Ολυμπίας Παπαδοπούλου- Τσανανά, στο ίδιο, σελ. 45.

[11] Αυτόθι, σελ. 45.

[12] Εἰς τό Πρόσεχε σαυτῷ 6, Rudberg 33-34.

[13] Κατά τον Βασίλειο η συγγένεια αυτή επεξηγεί, πώς «ἡ … τοῦ νοεῖν καί συνιέναι τόν ἑαυτῶν Κτίστην καί Δημιουργόν δύναμις καί ἐν τοῖς ἀνθρώποις ὑπάρχει», Εἰς 48 Ψαλμ. 8, PG 29, 449 BC.

[14] Αυτό αποτελεί το θέμα της λαμπράς πραγματείας του Βασιλείου Εἰς τό Πρόσεχε σεαυτῷ 8 Rudberg 36-37·  Βλ. ιδία 7 Rydberg 36-37.

[15] Εἰς τό Πρόσεχε σαυτῷ 8, Rudberg 36-37· PG 31, 216C-217B.

[16] Εἰς 28 Ψαλμ. 1, PG 29, 281CD.

[17] Εἰς 48 Ψαλμ., 8, PG 29, 449D- 452A.

[18] Εἰς τήν ἁγίαν τοῦ Χριστοῦ γέννησιν 2, PG 31, 1460Β· Βλ. και Εἰς Ἠσαῒαν 13, PG 30 140Α.

[19] Ὅροι κατά πλάτος 3, 1 PG 31, 917Α, Ὀμιλία ἐν Λακίζοις 2, PG 31, 1441A.

[20] Βλ. Κατά Σαβελλιανών καί Ἀρείου καί τῶν Ἀνομοίων 4, PG 31, 608Α ἐ., .

[21] Βλ. Ὅρους κατά πλάτος 2, 3 PG 31, 913B e., Εἰς τό Πρόσεχε σαυτῷ 6, Rudberg 33.

[22] Ὅροι κατά πλάτος 2, 1PG 31, 909B- 912A.

[23] Ὅροι κατ’ ἐπιτομήν 84, PG 31, 1141C, Εἰς Ἑξαήμ. 9,4 Giet 496-498· PG  29, 196BD.

[24] Εἰς Ἑξαήμ. 9, 3, Giet 496· PG 29, 196Α ε., τό ίδιο 7, 5, Giet 414-416· 157D- 160A.

[25] Εἰς 48 Ψαλμ. 8, PG 29, 449B-452A. Βλ. Και Εἰς τό Πρόσεχε σαυτῷ 6, Rudberg 33 και 34· PG 31, 212Β και 213A.

[26] Ὅτι οὐκ ἔστιν αἴτιος τῶν κακῶν ὁ Θεός 7, PG 31, 344C.

[27] Περί ταπεινοφροσύνης 1, PG 31, 525AB.

[28]  Αὐτόθι, Ὅτι οὐκ ἔστιν αἴτιος τῶν κακῶν ὁ Θεός 6, PG 31, 344C.


Joomla SEF URLs by Artio