ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΜΑΓΟΙ

Υπό Θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου

Πέτρας κ. Δαβίδ

          Χριστούγεννα! Ἡ μητρόπολις τῶν ἑορτῶν κατὰ τὸν ἱερὸν Χρυσόστομον· ἡ ἀφετερία τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ἀπὸ ὅλα τὰ πρόσωπα ποὺ συνθέτουν τὴν εἰκόνα τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, εἰς τὸ ἀπολυτίκιον τῆς ἑορτῆς, ἰδιαιτέρως ἐξαίρονται οἱ ἐξ ἀνατολῶν Μάγοι. «… ἐν αὐτῇ γὰρ οἱ τοῖς ἄστροις λατρεύοντες, ὑπὸ ἀστέρος ἐδιδάσκοντο, Σὲ προσκυνεῖν τὸν Ἥλιον τῆς δικαιοσύνης». Θεωρώντας, λοιπόν, ὅτι αὐτὴ ἡ προτίμησις τοῦ ὑμνογράφου δὲν εἶναι τυχαία, θὰ ἀσχοληθοῦμε εἰς τὸ παρὸν ἄρθρο μὲ τὰ πρόσωπα τῶν τριῶν μάγων.

          Συμφώνως μὲ τὸν Ἡρόδοτο, οἱ Μάγοι ἦσαν ἀρχικῶς ἱερατικὴ τάξις μεταξὺ τῶν Περσῶν. Δι’ αὐτὸ καὶ ἡ ὁμόφωνος παράδοσις τῶν πατέρων ἀποφαίνεται ὅτι οἱ προσκυνητὲς τοῦ Χριστοῦ – τρεῖς Μάγοι – ἦσαν ἀπὸ τὰ μέρη τῆς Περσίας. Μάγοι ὅμως ἐκαλοῦντο μὲ τὸν καιρὸν εἰς τὴν ἀνατολήν, ὅλοι οἱ σοφοὶ διδάσκαλοι, οἱ ἱερεῖς, οἱ μάντεις, οἱ ἰατροί, οἱ ἑρμηνευτές τῶν ὀνείρων καὶ οἱ ἔμπειροι τῶν μαγικῶν τεχνῶν. Οἱ συγκεκριμένοι, ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρουν, ἦσαν ἀστρονόμοι. Καὶ αὐτὸ γίνεται εὔκολα ἀποδεκτό, ἐὰν λάβῃ κανεὶς ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ ἐπιστήμη τῆς ἀστρονομίας, ἦταν ἰδιαιτέρως ἀνεπτυγμένη εἰς τὴν Ἀνατολήν.

Οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖ εἶχαν ἔντονο ἐνδιαφέρον γιὰ τὰ ἐπουράνια φαινόμενα· μάλιστα δὲ ἡ ἀστρονομία ἦταν ἀναμεμιγμένη καὶ μὲ τὴν ἀστρολογίαν, ἀλλὰ καὶ τὴν λατρείαν τοῦ ἡλίου καὶ τῶν ἀστέρων. Μὲ ἕναν λόγον, ὁ νοῦς των ἐθέλγετο ἀπὸ τὰ οὐράνια σώματα, τὸ ἡλιακὸ φῶς, καθὼς καὶ τὴν λαμπρότητα τοῦ πυρός. Ὑπήρχε δηλαδὴ καὶ τὸ στοιχεῖο τῆς πυρολατρείας, δι’ αὐτὸ φαίνεται εἰς τοὺς Χαιρετισμοὺς τῆς Παναγίας μας, νὰ λέγουν οἱ Μάγοι ὅταν ἀντικρύζουν τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον τὸ : «Χαίρε πυρὸς προσκύνησιν παύσασα». Δηλαδή, «χαίρε ἐσύ, Μητέρα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ μὲ τὴν γέννησιν τοῦ Υἱοῦ σου, ἔπαυσες τὴν προσκύνησιν τοῦ πυρός».

Αὐτοί, λοιπόν, οἱ τρεῖς ἄνθρωποι ποὺ ἦσαν εἰδωλολάτρες, ἔκαναν ἕνα πολὺ μακρινὸ ταξίδι, χωρὶς νὰ ὑπολογίζουν κόπους καὶ κινδύνους, διὰ νὰ φθάσουν εἰς ἕναν ἄγνωστον εἰς αὐτοὺς βασιλέα, ἔχοντας ὡς μοναδικὸν ὁδηγόν των τὴν αἴγλη, τὴν λαμπρότητα καὶ φωτεινότητα τοῦ θεοδρόμου ἀστέρος. Ἔχουν κατὰ καιροὺς διατυπωθεῖ πολλὲς γνώμες διὰ τὸν ἀστέρα αὐτόν. Κάποιοι εἶπαν ὅτι ἦταν ἕνας συνηθισμένος ἀστέρας, ἐνῶ ἄλλοι ὅτι ἐπρόκειτο γιὰ ἕνα ἐξαιρετικὸ οὐράνιο φαινόμενο. Οἱ πατέρες ὅμως συγκλίνουν εἰς τὴν ἄποψιν ὅτι ἐπρόκειτο διὰ ἄγγελον Κυρίου, ὁ ὁποῖος ἐφώτιζε τὸν δρόμον τῶν Μάγων καὶ φαινόταν σὰν ἄστρο τοῦ οὐρανοῦ.

Τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ἦταν ἕνα συνηθισμένο ἀστέρι ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ τὰ ἑξῆς : Ὁ ἀστέρας δὲν ἐκκινεῖτο ἀπὸ τὴν ἀνατολὴν πρὸς τὴν δύσιν, ὅπως συμβαίνει κανονικὰ μὲ τὰ ἄστρα, ἀλλὰ ἀπὸ βορρὰ πρὸς νότον, καθὼς ἡ Παλαιστίνη εἶναι νοτίως τῆς Περσίας. Τὸ ἀκόμη πιὸ θαυμαστό εἶναι, ὅτι ἐφαίνετο καὶ τὴν νύκτα καὶ τὴν ἡμέρα, κάτι ποὺ δὲν γίνεται οὔτε μὲ τὴν ὑπέρφωτον σελήνην. Ἔλαμπε, δηλαδή, κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἡμέρας, περισσότερον καὶ ἀπὸ τὸν ἥλιον. Ἐπίσης, ἄλλοτε ἐφαίνετο καὶ ἄλλοτε ἐκρύπτετο.

Ὅταν, ἐπὶ παραδείγματι, οἱ Μάγοι ἔφθασαν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, τότε ἐκεῖ – κατὰ παραχώρησιν Θεοῦ – τὸ ἀστέρι ἐκρύβη ἀπὸ τὰ μάτια των, διὰ νὰ μάθουν οἱ πάντες εἰς τὴν Παλαιστίνην διὰ τὴν γέννησιν τοῦ Θεανθρώπου. Νὰ μὴν περάσῃ ἀπαρατήρητος ἡ ἔλευσις τοῦ Χριστοῦ εἰς τὸν κόσμον. Νὰ ἀναγκασθοῦν δηλαδὴ οἱ Μάγοι νὰ καταφύγουν εἰς τὸν βασιλέα Ἡρώδη, εἰς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ πρεσβυτέρους τῶν Ἰουδαίων, καὶ νὰ συζητήσουν μαζί τους τὰ πάντα γύρω ἀπὸ τὴν γέννησιν τοῦ Μεσσία. Ὅταν μάλιστα οἱ Μάγοι ἔφθασαν εἰς τὴν Βηθλεέμ, ἐκεῖ τὸ ἀστέρι ἔκανε καὶ πάλι τὴν ἐμφάνισίν του, καὶ «… ἰδόντες δὲ τὸν ἀστέρα, ἐχάρησαν χαρὰν μεγάλην σφόδρα» (Ματθ. β΄, 10-11).

Ἄλλο χαρακτηριστικὸ τοῦ ἀστέρος αὐτοῦ, εἶναι ὅτι ἐκινεῖτο ὅταν ἐβάδιζαν οἱ Μάγοι καὶ κατέπαυε τὴν πορείαν του, ὅταν ἐκεῖνοι ἐστάθμευαν. Καὶ τὸ πλέον ἐντυπωσιακὸ ἀπὸ ὅλα εἶναι ὅτι, ὅταν ἔφθασαν εἰς τὴν Βηθλεέμ, χαμήλωσε τόσον πολὺ καὶ πῆγε καὶ στάθηκε πάνω ἀπὸ τὴν οἰκίαν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο ὁ Κύριος. Καὶ αὐτό, διότι ἑὰν παρέμενε εἰς τὸ ἄπειρον ὕψος τῶν ἄλλων ἀστέρων, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ὑποδείξῃ εἰς τοὺς Μάγους τὸ ἀκριβὲς σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον ἦτο ὁ Χριστός.

Ἴσως, ὅμως, να ὑπάρχει εἰς ὁρισμένους ἡ ἀπορία· διατὶ ὁ Θεὸς ἐπέλεξε αὐτὸν τὸν τρόπον – μέσῳ ἑνὸς ἀστέρος – διὰ νὰ φέρῃ τοὺς Μάγους κοντὰ εἰς τὸν Χριστόν; Ἡ ἀπάντησις εἶναι ἁπλὴ. Γνώρισμα τοῦ Θεοῦ εἶναι νὰ συγκαταβαίνῃ εἰς τὴν ἀνθρωπίνην ἀδυναμίαν καὶ νὰ καλῇ τὸν καθένα μὲ μέσα οἰκεῖα διὰ τὸν ἴδιον. Οἱ Μάγοι δὲν διέθεταν παιδεία Θεοῦ, δὲν ἦσαν ἐξοικειωμένοι μὲ θεοφάνειες καὶ ἀγγελικὲς ὀπτασίες, οὔτε μὲ τὶς προφητεῖες περὶ τοῦ Μεσσία, ἀλλὰ μόνον ἠσχολοῦντο μὲ τὴν μελέτη τοῦ οὐρανίου στερεώματος.

Ἑπομένως, δὲ θὰ πρόσεχαν τοὺς προφῆτες ποὺ τυχὸν θὰ τοὺς ἔστελνε ὁ Θεός, οὔτε θὰ ἄκουγαν τὴν φωνήν του ἐξ οὐρανοῦ, οὔτε ἐπίσης ἄγγελον θὰ ἐπίστευαν. Δι’ αὐτὸ τοὺς προσκαλεῖ λοιπὸν διὰ μέσου γνωστῶν εἰς αὐτοὺς πραγμάτων. Τοὺς παρουσιάζει ἕνα ἀστέρα μεγάλο, παράξενο, ὥστε νὰ τοὺς καταπλήξῃ μὲ τὸ μέγεθος, τὴν λαμπρότητα καὶ τὸν τρόπο τῆς πορείας του. Τὴν ἴδια ἀκριβῶς τακτικὴν ἀκολουθεῖ ὁ Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν Παῦλος ὅταν ὁμιλῇ εἰς τοὺς Ἀθηναίους ἀπὸ τὸν Ἄρειο Πάγο, μὲ ἀφορμὴν τὸ βωμὸ τοῦ ἀγνώστου θεοῦ, ἐνῶ ἀπευθυνόμενος εἰς τοὺς Ἰουδαίους, μνημονεύει τὴν περιτομὴν καὶ τὸν νόμον τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.

Οἱ Μάγοι, βεβαίως, δὲν ἀκολουθοῦν τὸν φανέντα ἐν τῇ ἀνατολῇ ἀστέρα, ἁπλὰ καὶ μόνον ἐπειδὴ ἀντυπωσιάσθηκαν ἀπὸ αὐτόν. Ἐγνώριζαν καλὰ καὶ εἶχαν κατὰ νοῦν τὴν παλαιὰ προφητείαν τοῦ Βαλαάμ. Ὁ Βαλαὰμ ἦτο ἕνας εἰδωλολάτρης μάντης ποὺ κατοικοῦσε εἰς τὴν εὐρυτέραν περιοχὴν τῆς Μεσοποταμίας, ἐκεῖ περίπου ὅπου εὑρίσκεται ἡ Περσία. Αὐτός, λοιπόν, ὁ Βαλαάμ ἦτο ἰδιαίτερα ξακουστὸς καὶ ὀνομαστὸς διὰ τὶς μαγικὲς καὶ χρησμολογικὲς ἰκανότητές του. Ἡ φήμη του ἔφθασε μέχρι τὰ αὐτιὰ τοῦ βασιλέως τῶν Μωαβιτῶν Βαλάκ. Μάλιστα, ὁ Βαλὰκ ἄκουσε ὅτι ὅποιους εὐλογοῦσε ὁ Βαλαὰμ ἦσαν εὐλογημένοι, ἐνῶ ἐκείνους ποὺ κατηρᾶτο ἦσαν κατηραμένοι. Κάλεσε, λοιπόν, τὸν Βαλαὰμ νὰ καταρασθῇ τοὺς Ἑβραίους διὰ νὰ σταματήσῃ ἡ προέλασή τους εἰς τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας καὶ νὰ νικήσῃ αὐτούς.

Ὁ Βαλαάμ, ὅμως, κατὰ θείαν ἔμπνευσιν, ὄχι μόνον δὲν τοὺς κατηράσθη, ἀλλὰ τοὺς εὐλόγησε ἐπανειλλημένως· καὶ μάλιστα, φωτισμένος ἔστω καὶ στιγμιαίως ἀπὸ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ, ἔκανε ἐκπληκτικὲς προφητεῖες σχετικὰ μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Εἶπε, μεταξὺ ἄλλων, ὅτι θὰ ἀνατείλῃ λαμπερὸ ἀστέρι ἀπὸ τὴν γενεὰ τοῦ Πατριάρχου Ἰακώβ, θὰ γεννηθῇ ἄνθρωπος ποὺ θὰ συντρίψῃ ὅλες τὶς βασιλεῖες τῆς γῆς ποὺ δὲν θὰ τὸν προσκυνοῦν. Θὰ εἶναι μάλιστα ὡσὰν τὸν λέοντα ποὺ θὰ πέσῃ νὰ κοιμηθῇ. Τὸ ὅτι παρομοιάζεται ὁ Χριστὸς μὲ τὸ λιοντάρι, βοήθησε τοὺς Μάγους νὰ καταλάβουν ὅτι ἐπρόκειτο διὰ βασιλέα καὶ Θεό. Διὰ ἔνδοξο καὶ θεῖον πρόσωπον, ἐνῷ τὸ ὅτι θα πέσῃ νὰ κοιμηθῇ ἦταν ξεκάθαρο ὅτι ὑπαινίσσεται τὸν θάνατον καὶ τὴν ταφὴν τοῦ Κυρίου. «Ἀνατελεῖ ἄστρον ἐξ Ἰακὼβ, ἀναστήσεται ἄνθρωπος ἐξ Ἰσραήλ» (Ἀριθμ. κδ΄,17).

Τὸ ἄστρον βεβαίως αὐτὸ δὲν εἶναι ἄλλο τί, ἀπὸ τὸν Κύριό μας Ἰησοῦν Χριστόν, ποὺ προῆλθε κατὰ σάρκα ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους τοῦ πατριάρχου Ἰακώβ, ποὺ λέγεται ἀλλιῶς καὶ Ἰσραήλ. Παράλληλα ὅμως, τὸ ἄστρο εἰς τὸ ὁποῖον ἀνεφέρθη ὁ μάντης Βαλαάμ, μπορεῖ νὰ ὑποδεικνύῃ καὶ τὸν ἀστέρα ποὺ ὡδήγησε τοὺς μάγους εἰς τὴν Βηθλεέμ. Ὑπήρχε ἄλλωστε εἰς τοὺς λαοὺς τῆς ἀνατολῆς ἡ παράδοσις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἕνα ξεχωριστὸν ἄστρο ἐμφανίζεται ὡς ἰδιαίτερος οἰωνός, ὅταν γεννᾶται ἕνας διακεκριμένος ἄνθρωπος ἢ ἕνας σπουδαῖος βασιλεύς. Ἀπὸ τότε λοιπόν, ποὺ ὁ Βαλαὰμ ἔκανε τὴν Χριστολογικὴν προφητείαν, ὅσοι μάντεις ὑπήρξαν εἰς τὴν Περσίαν εἶχαν τὸν νοῦν τους καὶ περίμεναν νὰ ἰδοῦν τὸ ἄστρον αὐτὸ διὰ νὰ ἐννοήσουν τὴν γέννησιν τοῦ Θεανθρώπου.

Οἱ τρεῖς μάγοι 1800 χρόνια μετὰ ἐπεσήμαναν τὴν ἐμφάνισιν τοῦ ἄστρου αὐτοῦ καὶ συμπέραναν ὅτι ἐκπληρώθησαν οἱ προφητεῖες τοῦ Βαλαάμ. Εἶχαν τὴν συνείδησιν ὅτι τὸ ἀστέρι αὐτὸ θὰ τοὺς ὁδηγοῦσε εἰς τὸν Χριστόν, καθὼς λέγει καὶ τὸ Εὐαγγέλιον: «…εἰδομεν γὰρ αὐτοῦ τὸν ἀστέρα ἐν τῇ ἀνατολῇ καὶ ἤλθομεν προσκυνῆσαι αὐτῷ» (Ματθ. β΄, 2). Ὑπάρχουν δὲ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, οἱ οποῖοι συγκρίνουν τὴν πίστιν καὶ τὴν προθυμίαν τῶν τριῶν μάγων μὲ τὴν πίστιν τοῦ πατριάρχου Ἀβραάμ καὶ τὴν θεωροῦν ἐφάμιλλή της. Καὶ αὐτὸ διότι ὁ Ἀβραὰμ εἶχε προσωπικὴν ἐπαφὴν καὶ ἐπικοινωνίαν μὲ τὸν Θεόν, συνομιλοῦσε μαζί του, ἄκουγε τὴν φωνή του, ἐνῷ οἱ Μάγοι ἐκλήθησαν ὑπὸ τοῦ Θεοῦ, μέσῳ τοῦ φαινομένου ἀστέρος.

Ἐπὶ πλέον, οἱ Μάγοι μὲ τὰ ἡμιτελῆ μέσα ποὺ τοὺς παρεῖχε ὁ Θεός, ἐδείχθησαν ἀνώτεροι καὶ ὑπέρτεροι ἀπὸ τοὺς συγχρόνους τους Ἰουδαίους. Οἱ τελευταίοι εἶχαν εἰς τὰ πόδια τους τὸν Χριστόν, συγκάτοικον εἰς τὴν ἰδίαν πόλιν, καὶ ὅμως τοὺς πρόλαβαν οἱ εἰδολωλάτραι μάγοι, ἐρχόμενοι ἀπὸ πολὺ μακριά. Μόλις μάλιστα ἔφθασαν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, ἀναστατώθηκε ὅλη ἡ πόλις μὲ τὴν ἔλευσίν τους. Ὅταν δὲ τους ἄκουσαν νὰ ἀναζητοῦν τὸν τεχθέντα βασιλέα τῶν Ἰουδαίων, εκεῖ πραγματικὰ ἐπεκράτησε πανικός. «… ποῦ ἐστὶν ὁ τεχθεὶς βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων… Ἀκούσας δὲ Ἡρώδης ὁ βασιλεὺς ἐταράχθη, καὶ πᾶσα Ἱεροσόλυμα μετ’ αὐτοῦ» (Ματθ. β΄, 3-4). Ἐφοβήθησαν τὸ μένος τοῦ Ἡρώδου, ὁ ὁποῖος ἐβασίλευε ἐκεῖνον τὸν καιρὸν εἰς τὴν Ἰουδαίαν, ἀντὶ νὰ χαροῦν, ὡς ὤφειλαν, διὰ τὴν ἐκπλήρωση τῶν προφητειῶν. Ἔδειξαν ἀπροθυμίαν καὶ ἀδιαφορίαν διὰ τὸ θεῖον βρέφος. Ἦλθε μήνυμα ὅτι γεννήθηκε ὅ Μεσσίας, ὅτι ἔφθασε ἡ ὑπέρτατη καὶ πολυπόθητος στιγμὴ ποὺ αἰῶνες προσδοκοῦσαν, καὶ ποὺ θὰ ἄλλαζε τὸν κόσμον. Στιγμὴ διὰ τὴν ὁποίαν ζοῦσε καὶ ἀνέπνεε ἀπὸ καταβολῆς του ὁ λαὸς τοῦ Ἰσραήλ· καὶ ὅμως «φύλλο δὲν κουνήθηκε»· κανεὶς δὲν ἔσπευσε νὰ πληροφορηθῇ ἑὰν τοῦτο εἶναι ἀληθὲς ἢ ὄχι.

Μάλιστα, αὐτοὶ ποὺ πρωτίστως εἶχαν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ φροντίσουν νὰ διαπιστώσουν τί συμβαίνει, ἦσαν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι τοῦ λαοῦ, οἱ ὁποῖοι ξημεροβραδιάζονταν μελετώντας τὴν Πεντάτευχον καὶ τοὺς προφήτας. Αὐτοὶ ἂν καὶ εἶχαν δίπλα τους ὅλα τὰ γεγονότα, τὰ σχετικὰ μὲ τοὺς μάγους, τοὺς ποιμένας καὶ τοὺς ἀγγέλους, καὶ σεβάσμια πρόσωπα ὅπως τὴν προφήτιδα Ἄννα, τὸν γέροντα Συμεὼν καὶ τὸν Ἱερέα Ζαχαρία, δὲν θέλησαν νὰ ἐρευνήσουν καὶ νὰ ἀνακαλύψουν τὸ γεγονὸς τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ. Ἦσαν δυστυχῶς, δύσπιστοι, ἀμελεῖς καὶ φθονεροί, ἐν ὅσῳ θὰ ἔπρεπε νὰ αἰσθάνονται ὑπερήφανοι καὶ νὰ καμαρώνουν, ὅτι ὅλα τα ἔθνη προσκυνοῦν τὸν βασιλέα τῶν Ἰουδαίων καὶ ἔτσι ἡ δική τους βασιλεία καθίσταται ἀνωτέρα ἀπὸ ὅλες τὶς βασιλεῖες τῆς γῆς. Εἰς ἀντίθεσιν μὲ αὐτούς, οἱ Μάγοι δείχνουν ἐνδιαφέρον, πηγαίνουν καὶ ἐρωτοῦν τοὺς διδασκάλους, ἐρωτοῦν ἀκόμη καὶ αὐτὸν τὸν αἱμοβόρον Ἡρώδην, ποῦ εὐρίσκεται ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον ἀναζητοῦν.

Διὰ νὰ γίνῃ ὅμως ἀντιληπτὸ τὸ μέγεθος τῆς ὑποκρισίας τῶν πρεσβυτέρων τοῦ λαοῦ, ἂς θυμηθοῦμε τὰ ὅσα σχετικὰ λέγει τὸ Εὐαγγελικὸ κείμενο. Ὅταν λοιπὸν ἄκουσε ὁ Ἡρώδης ἀπὸ τοὺς μάγους ὅτι ἐτέχθη ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων, συνεκάλεσε ἀμέσως συνέδριον τῶν ἀρχιερέων καὶ γραμματέων καὶ τοὺς ἐρώτησε ποῦ γεννᾶται σύμφωνα μὲ τὰς γραφὰς ὁ Χριστός. Αὐτοὶ τότε χωρὶς κανένα ψεῦδος τοῦ κατέθεσαν τὶς προφητικὲς μαρτυρίες, σύμφωνα μὲ τὶς ὁποῖες ὁ Χριστὸς θὰ ἐγεννᾶτο εἰς τὴν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας. Εἰς τὴν ἀρχήν, δηλαδή, διεκήρυσσαν τὴν ἀλήθειαν τῶν Γραφῶν διὰ τὸ πρόσωπον τοῦ Μεσσία, ὅταν ὅμως ἀντελήφθησαν τὴν δόξαν καὶ τὴν ἀπήχησιν ποὺ εἶχε εἰς τὸν λαὸν ὁ Χριστός, τότε πλέον πρόδωσαν τὴν ἀλήθειαν καὶ ἐπεχείρησαν νὰ βγάλουν ψεύτικες τὶς προφητεῖες, παρερμηνεύοντας αὐτές.

Οἱ Μάγοι ἀπὸ τὴν πλευρά τους ἐπέδειξαν μεγαλεῖο πίστεως καὶ εἰλικρινοῦς ἀναζητήσεως τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, χωρὶς νὰ φοβηθοῦν τὴν θηριωδία τοῦ ἀπανθρώπου – ὅπως ἀπεδείχθη – Ἡρώδου. Ὁ τελευταῖος ἀνακάλυψε τὴν γέννησιν τοῦ Χριστοῦ, χάρις εἰς τοὺς Μάγους. Καὶ ὅπως λέγει ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος· «ὁ Ἡρώδης ἐταράχθη ὡς ἀλλόφυλος περὶ τῆς βασιλείας δεδοικῶς». Ἐπειδὴ ὁ ἴδιος ἦταν Ἰδουμαῖος, φοβήθηκε ὅτι ἕνας γνήσιος Ἰσραηλίτης, ὁ Χριστός ἐν προκειμένῳ, θὰ τοῦ ἔπαιρνε τὴν βασιλεία. Ἂν καὶ ἦταν μεγάλος εἰς ἡλικίαν, κοντὰ εἰς τὰ ἑβδομήντα, φοβήθηκε ἕνα ἀνήμπορο βρέφος.

Ἄκουγε χρόνια πρὶν τὶς προφητεῖες, ἔβλεπε ἀνθρώπους εἰδωλολάτρες ἀπὸ πολὺ μακριὰ νὰ ἀκολουθοῦν τὸν θεοδρόμον ἀστέρα· καὶ ὅμως μαινόταν ἀδιάκοπα. Δεχόταν ὡς δυνατὴ τὴν ἀντίληψη τῶν μάγων, ἀλλὰ δὲν ἦταν ἀπόλυτα σίγουρος. Δι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος τὸν χαρακτηρίζει ἀνόητον· διότι ἐὰν δὲν ἐπίστευε στὴν ἐκπλήρωση τῶν προφητειῶν, δὲν εἶχε λόγο νὰ ταραχθῇ καὶ νὰ διατάξῃ τὴν σφαγὴ τῶν νηπίων, ἐνῷ ἐὰν πάλι ἐπίστευε εἰς τὴν ἐπαλήθευσή τους, ἔπρεπε νὰ εἶχε συνειδητοποιήσει ὅτι εἶναι ἀδύνατον «νὰ τὰ βάλῃ» μὲ τὸν Θεόν.

Ὅπως ἔλεγε ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος· «Τότε Ἡρώδης λάθρα καλέσας τοὺς μάγους, ἠκρίβωσε παρ’ αὐτῶν τὸν χρόνον τοῦ φαινομένου ἀστέρος» (Ματθ. β΄,7). Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ Ἡρώδης ἀκούγοντας ἀπὸ τὴν μία τὶς διάφορες προφητεῖες διὰ τὸν Μεσσία καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην τὰ ὅσα τοῦ ἐμαρτύρησαν οἱ Μάγοι, συνδύασε εἰς τὴν σκέψιν του τὴν γέννησιν τοῦ Χριστοῦ μὲ τὴν ἐμφάνισιν «τοῦ φαινομένου ἀστέρος», καὶ δι’ αὐτὸ ἐρώτησε καὶ ἐξακρίβωσε τὸ πότε ἀκριβῶς ἐμφανίστηκε ὁ ἀστέρας, διὰ νὰ συμπεράνῃ καὶ τὸ τί ἡλικία θὰ εἶχε τότε ὁ Χριστός.

Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς Μάγους, ἂν καὶ ἀπηλλοτριωμένοι τοῦ Θεοῦ καὶ ὄντες ξένοι τῶν διαθηκῶν καὶ θείων ἐπαγγελιῶν, ὁδηγοῦνται πρῶτοι εἰς τὴν θεογνωσίαν. Ἔχοντας ἐγκαταλείψει πατρίδα, οἰκία καὶ συγγενεῖς, κάνουν μίαν μακρὰν ὁδοιπορίαν δύο σχεδὸν ἐτῶν, μὲ πολλὲς κακουχίες καὶ βάσανα· γιὰ ἕνα τέλος ποὺ ἔμοιαζε ἀμφίβολο καὶ ἀβέβαιο. Παρὰ τοὺς κινδύνους, τὸ μῆκος τοῦ ταξιδίου καὶ τὴν ἀπουσία τοῦ ἀστέρος εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, παρὰ τὴν ταραχὴν τῆς πόλεως καὶ τὸν θυμὸ τοῦ Ἡρώδου, παρὰ τὴν δοκιμασία τῆς ὑπομονῆς καὶ τῆς ἀνδρείας τους ὅταν ἐκρύβη ὁ ἀστήρ, γίνονται οἱ ἀπαρχὲς τῶν ἐθνῶν εἰς τὸν χριστιανισμόν. Καὶ αὐτὸ συνέβη κατὰ παραχώρησιν Θεοῦ, διότι σύμφωνα μὲ τοὺς Πατέρες, εἶναι πιὸ ἀξιόπιστες οἱ μαρτυρίες τῶν πρώην εἰδωλολατρῶν καὶ ἐχθρῶν γιὰ τὴν γέννησιν τοῦ Χριστοῦ, καθὼς εἰς τὴν μαρτυρία τῶν Ἰουδαίων θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ ἀντιπαραθέσῃ ὅτι ἐπαινοῦν τὸν συγγενή τους καὶ ἐξυμνοῦν τὸν βασιλέα τους.

Ἐπίσης, ἔτσι καθίστανται περισσότερον ἀναπολόγητοι οἱ Ἰουδαῖοι. Αὐτὸ ἄλλωστε ἔχει προφητευθεῖ καὶ εἰς τὴν Ἁγίαν Γραφὴν ἀπὸ τὸν προφήτη Ἡσαΐα ὡς ἑξῆς· «Ἔσται ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ Ἰσραὴλ τρίτος ἐν τοῖς Ἀσσυρίοις καὶ ἐν τοῖς Αἰγυπτίοις, εὐλογημένος ἔσται ὁ λαός μου ἐν τῇ γῇ ἧν εὐλόγησε Κύριος Σαββαὼθ λέγων· Εὐλογημένος ἔσται ὁ λαός μου ὁ ἐν Αἰγύπτῳ καὶ ὁ ἐν τοῖς Ἀσσυρίοις καὶ ἡ κληρονομία μου Ἰσραήλ» (Ἡσ. ιθ΄, 24-25). Ἑπομένως, πρῶτοι εἰς τὴν θεογνωσίαν θὰ εἶναι οἱ Ἀσσύριοι, διὰ μέσου τῶν ἀπογόνων τους τριῶν Μάγων· δεύτεροι οἱ Αἰγύπτιοι, εἰς τοὺς ὁποίους κατέφυγε ὁ Κύριος γιὰ νὰ γλιτώσῃ ἀπὸ τὴν μανία τοῦ Ἡρώδου· καὶ ἔλαμψε ἐκεῖ φωτισμὸν ἀληθείας, κατακρημνίζοντας τὶς εἰδωλικὲς θεότητες τῆς Αἰγύπτου· ἐνῷ τρίτοι καὶ «καταϊδρωμένοι» μένουν οἱ Ἰσραηλίτες, ὁ περιούσιος λαὸς τοῦ Κυρίου.

Καθὼς, λοιπόν, οἱ Μάγοι πλησίαζαν τὸ θεῖον βρέφος, ὁδηγούμενοι ὑπὸ τοῦ ἀστέρος, σταδιακὰ ἐφωτίζοντο ὑπὸ τοῦ Θεοῦ ὁλοένα καὶ περισσότερον. Ὅταν ἔφθασαν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Χριστοῦ, εἶδαν μόνον πτωχεία καὶ ταπείνωση, μία ἀσήμαντη μητέρα νὰ βαστάζῃ εἰς τὴν ἀγκαλιά της ἕνα ἀνήμπορο μωρὸ, καὶ ὅμως εἶχαν τὴν ψυχικὴ δύναμιν, τὴν φώτισιν ἀπὸ Θεοῦ, τὴν διάκρισιν τοῦ νοῦ, νὰ ἀναγνωρίσουν ἀμέσως τὸν Βασιλέα τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, τὸν Λυτρωτὴν τοῦ σύμπαντος κόσμου. «Ἴδον παῖδες χαλδαίων ἐν χερσὶ τῆς Παρθένου τὸν πλάσαντα χειρὶ τοὺς ἀνθρώπους· καὶ Δεσπότην νοοῦντες Αὐτὸν εἰ καὶ δούλου ἔλαβε μορφήν, ἔσπευσαν τοῖς δώροις θεραπεῦσαι». Εἶδαν οἱ παῖδες τῶν Χαλδαίων εἰς τὰ χέρια τῆς Παρθένου Ἐκεῖνον ποὺ ἔπλασε μὲ τὰ χέρια του τοὺς ἀνθρώπους· καὶ ἐννοήσαντες ὅτι εἶναι ὁ Δεσπότης καὶ Θεὸς ἀληθινὸς τῆς κτίσεως, ἂν καὶ ἔλαβε μορφὴν δούλου καὶ ἔγινε ἄνθρωπος, ἔσπευσαν νὰ τὸν προσκυνήσουν καὶ νὰ τοῦ προσφέρουν τὰ δῶρα.

Βλέπουμε, δηλαδή, ὅτι ἡ πτωχεία τοῦ Ἰησοῦ δὲν συνίστατο τόσον εἰς τὸ ὅτι ἦταν πτωχὸ τὸ σπήλαιο εἰς τὸ ὁποῖο γεννήθηκε, ταπεινὴ ἡ φάτνη εἰς τὴν ὁποίαν ἀνεκλίθη, ἄσημη ἡ οἰκία εἰς τὴν ὁποία διέμενε ἐν Βηθλεέμ· ἀλλὰ κυρίως καὶ κατ’ ἐξοχήν εἰς τὸ ὅτι ὁ Χριστός, ἂν καὶ ἦταν Δεσπότης Θεός, κατεδέχθη διὰ τὴν σωτηρίαν μας νὰ λάβῃ δούλου μορφήν, νὰ γίνῃ ἄνθρωπος. Καὶ ἂν καὶ οἱ Μάγοι ἦσαν βασιλικὰ πρόσωπα, ἄνθρωποι σημαντικοὶ εἰς τὸν τόπον τους, ἐν τούτοις ταπεινώθηκαν καὶ καταδέχθηκαν νὰ ἀποδώσουν βασιλικὲς τιμὲς εἰς ἕνα πρόσωπον τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε γεννηθεῖ μέσα εἰς πολυτελῆ ἀνάκτορα καὶ παλάτια. Διότι ἐὰν - ὑποθετικά - ὁ Χριστὸς ἦταν γόνος μίας πλουσίας βασιλικῆς οἰκογενείας, που εγεννήθη μέσα σὲ ἀνάκτορα καὶ παρευρίσκετο ἐκεῖ ὁ πατέρας του, θὰ μποροῦσε ἴσως νὰ πῇ κανεὶς ὅτι οἱ Μάγοι προσκύνησαν τὸ παιδὶ διὰ νὰ κολακεύσουν τὸν πατέρα καὶ νὰ ἔχουν τὴν εὔνοιά του. Τώρα ὅμως προσκυνούσαν ἕνα σπαργανωμένο βρέφος δίχως πατέρα καὶ ὄχι ἕναν ἄνδρα ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ τοὺς προσφέρῃ τὴν ὁποιαδήποτε βοήθεια.

Ἀγκάλιασαν, λοιπόν, τὸν Δεσπότην Χριστόν, ἀξιώθηκαν νὰ πιάσουν εἰς τὰ χοϊκά τους χέρια τὸ θεῖον βρέφος, καὶ ἀντιλαμβάνεται κανεὶς τὸ μεγαλεῖο τῆς στιγμῆς, τὸ δέος καὶ τὴν συγκίνησιν ποὺ ἔνοιωσαν. Ἔπεσαν ταπεινά εἰς τὰ γόνατα καὶ τοῦ ἀπένειμαν λατρευτικὴ προσκύνησιν προσκομίζοντάς του τὰ δῶρα τους· διότι ἦταν ἔθιμο εἰς τοὺς λαοὺς τῆς Ἀνατολῆς, ὅταν πήγαιναν νὰ συναντήσουν ἕνα βασιλικὸ πρόσωπο, ποτὲ νὰ μὴν τὸ κάνουν αὐτὸ μὲ ἄδεια χέρια. Τοῦ προσέφεραν χρυσὸν καὶ λίβανον καὶ σμύρναν, προϊόντα τῆς Ἀραβίας, διὰ νὰ ἐκπληρώσουν τὴν Γραφὴν ποὺ λέγει· «…καὶ ζήσεται καὶ δοθήσεται αὐτῷ ἐκ τοῦ χρυσίου τῆς Ἀραβίας». Τοῦ ἀπέδωσαν ἔτσι βασιλικὲς τιμές. Τὰ δῶρα, μάλιστα, τῶν τριῶν Μάγων ἔχουν ἕναν ἰδιαίτερο συμβολισμό.

Τοῦ προσέφεραν χρυσό, ἐπειδὴ ἦταν ὁ Βασιλεὺς τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς· λίβανον, διότι ἀνεγνώριζαν τὴν Θεότητά του· καὶ σμύρναν, διότι ἦταν ἄνθρωπος θνητὸς καὶ ἤθελαν νὰ ὑπαινιχθοῦν τὸν θάνατο καὶ τὴν ταφήν του, καθὼς μὲ τὴν σμύρναν καὶ ἄλλα ἀρωματικὰ βότανα ἄλειφαν τοὺς νεκρούς, ὅπως ἦταν τότε ἡ συνήθεια. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἄλλος συμβολισμὸς τῶν δώρων. Εἰκονίζουν τὴν ἐπίγνωσιν, τὴν ὑπακοὴν καὶ τὴν ἀγάπην τῶν τριῶν Μάγων. Ἐπίγνωσις ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ μόνος ἀληθινὸς Θεός, ὑπακοὴν εἰς τὸ θεῖον Του θέλημα καὶ ἀγάπη ἐξ ὅλης ψυχῆς καὶ καρδίας εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Θεανθρώπου. Μάλιστα, οἱ Μάγοι ἐγκαινιάζουν μὲ τὰ δῶρα τους μίαν πνευματικοτέρα τῆς Ἰουδαϊκῆς λατρείαν· καταργοῦν τὶς Ἰουδαϊκὲς παχυλὲς θυσίες, κατὰ τοὺς ὁποῖες οἱ Ἰουδαίοι προσέφεραν εἰς τὸν Θεὸν μόσχους καὶ πρόβατα κατ’ ἀπομίμησιν τῶν εἰδωλολατρῶν.

Ἀφοῦ ἀξιώθηκαν νὰ δοῦν μὲ τὰ μάτια τους «τὴν αὐγὴ τῆς μυστικῆς ἡμέρας» τοῦ Χριστοῦ καὶ συνομίλησαν μὲ τὴν Παναγία Μητέρα «τοῦ ἀδύτου ἀστέρος», οἱ Μάγοι κατὰ παραγγελίαν ἀγγέλου, ἀπεσταλμένου ἀπὸ Θεοῦ, ἐπέστρεψαν κρυφὰ ἀπὸ τὸν Ἡρώδη εἰς τὴν πατρίδα τους ἀπὸ ἄλλο δρόμο. Καὶ αὐτὸ ἂν καὶ τοὺς εἶχε ζητήσει ὁ πονηρὸς Ἡρώδης, ὅταν ἐπέστρεφαν νὰ τοῦ ὑποδείξουν τὴν οἰκίαν τοῦ Χριστοῦ, διὰ νὰ σπεύσῃ δῆθεν καὶ αὐτὸς νὰ τὸν προσκυνήσῃ. Ἐὰν ἦταν κάποιος ἄλλος εἰς τὴν θέση τους, ἴσως νὰ σκανδαλιζόταν καὶ νὰ ἀντέλεγε εἰς τὸν ἄγγελον Κυρίου : «Τὸ παιδὶ ποὺ μόλις προσκυνήσαμε εἶναι Θεός ἀληθινός, παντοδύναμος ἐξουσιαστὴς τῶν πάντων. Τί ἔχουμε λοιπὸν νὰ φοβηθοῦμε ἀπὸ τὸν Ἡρώδη; Διατί θα πρέπει νὰ φύγουμε κρυφά;» Οἱ Μάγοι ὅμως κάνοντας ὑπακοήν, ἐπέστρεψαν εἰς τὴν πατρίδα τους καὶ ἔγιναν κήρυκες θεοφόροι, φλογεροὶ διδάσκαλοι καὶ Χριστοῦ Ἀπόστολοι πρὸ τῶν Ἀποστόλων εἰς ὅλην τὴν βασιλείαν τῶν Περσῶν.

Ὑπάρχει ὅμως ἕνα ἐρώτημα ποὺ δὲν ἀπαντήθηκε εἰς σχέσιν μὲ τὸν χρόνον ποὺ ἔλαβε χώρα ἡ προσκύνησις τῶν Μάγων. Ἔγινε αὐτὴ λίγο μετὰ τὴν γέννησιν τοῦ Θεανθρώπου εἰς τὴν φάτνην ποὺ εὑρίσκετο τὸ θεῖον βρέφος, ἢ ἀρκετοὺς μῆνες ἀργότερα σὲ κάποιο ἄλλο μέρος ; Ἐὰν οἱ Μάγοι βρῆκαν εἰς τὴν φάτνην τὸ ἀρτιγέννητον βρέφος, τότε διατί ὁ Ἡρώδης διέταξε τὴν σφαγὴν τῶν νηπίων ἀπὸ διετοῦς καὶ κατωτέρω ; Διατί ἐσφάγησαν τὰ νήπια τῶν δύο ἐτῶν, ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ ὁ Χριστὸς ἦταν μόλις μερικῶν ὡρῶν ἢ ἡμερῶν ; Ἐπίσης, ἐὰν συνάντησαν τὸ θεῖον βρέφος εἰς τὸ σπήλαιον, διατί ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος λέγει ὅτι· «ἐλθόντες εἰς τὴν οἰκίαν, εἶδον τὸ παιδίον»; (Ματθ. β΄ ,11).

Ἆρα λοιπόν, ὅπως γίνεται εὐκόλως ἀπὸ τὰ ὡς ἄνω ἀντιληπτόν, οἱ Μάγοι δὲν βρῆκαν τὸν Χριστὸν τὴν ἡμέραν τῆς γεννήσεώς Του εἰς τὸ σπήλαιον καὶ τὴν φάτνην, ἀλλὰ εἰς μίαν οἰκίαν τῆς Βηθλεέμ, μετὰ τὴν παρέλευσιν δύο σχεδὸν ἐτῶν. Ὁ δὲ ἀστὴρ δὲν φάνηκε στὴν Περσία πρὶν ἀπὸ τὴν γέννησιν τοῦ Κυρίου, ὅπως ἰσχυρίζονται κάποιοι, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς γεννήσεώς Του. Αὐτὸ τὸ βεβαιώνει καὶ πάλιν ἡ εὐαγγελικὴ μαρτυρία· «Ἰδοὺ Μάγοι ἀπὸ ἀνατολῶν παρεγένοντο εἰς Ἱεροσόλυμα, λέγοντες· ποῦ ἐστὶν ὁ τεχθεὶς βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων;» (Ματθ. β΄,1-2). Τουτέστιν, αὐτὸς ποὺ γεννήθηκε πρὶν ἀπὸ καιρὸν καὶ ὄχι αὐτὸς ποὺ πρόκειται νὰ τεχθῇ τὶς ἐπόμενες ἡμέρες.

Οἱ Μάγοι λοιπόν, βρῆκαν τὸν Χριστὸν εἰς τὴν οἰκίαν. Εἶδαν τὴν ἀνατολή, τὴν ἀρχὴ τοῦ φαινομένου ἀστέρος εἰς τὴν Περσίαν τὴν ἡμέρα τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ· καὶ χρειάσθηκε νὰ μεσολαβήσῃ πορεία πολλῶν μηνῶν μέχρι νὰ φθάσουν εἰς τὴν Βηθλεέμ. Ἔτσι ἐξηγεῖται διατί ὁ Ἡρώδης ἔσφαξε τὰ νήπια «ἀπὸ διετοῦς καὶ κατωτέρω, κατὰ τὸν χρόνον ὅν ἠκρίβωσε παρὰ τῶν μάγων»· ἀπὸ τὴν στιγμὴ δηλαδὴ ποὺ ἐφάνη ὁ ἀστήρ.

Εἰς αὐτό, ἄλλωστε, συνηγορεῖ καὶ ἡ φυγὴ εἰς τὴν Αἴγυπτο τοῦ Χριστοῦ μὲ τὴν Παναγία καὶ τὸν Ἰωσήφ, διὰ νὰ γλιτώσῃ τὸ «παιδίον Ἰησοῦς» ἀπὸ τὴν μανίαν τοῦ Ἡρώδου. Ἐὰν ἡ φυγὴ ἔγινε λίγες στιγμὲς μετὰ τὴν γέννησιν, τότε πῶς ὁ Κύριός μας ὀλίγας ἡμέρας μετὰ, ὑπέμεινε «σαρκὸς τὴν περιτομήν, ὁ ὀκταήμερος κατὰ τὴν Μητέραν» ; Πῶς ἔγινε ἡ Ὑπαπαντὴ ὅταν «… ὡς βρέφος τεσσαρακονθήμερον, Μητρὸς ἐκὼν προσφέρεται…», ἐὰν τὴν περίοδον ἐκείνην ὅταν ἦταν ὀκτὼ καὶ σαράντα ἡμερῶν ἀντίστοιχα, ἔλειπε εἰς τὴν Αἴγυπτον ; (Βεβαίως μετὰ τὴν ἐπάνοδο τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν γονέων του εἰς τὴν Παλαιστίνην, ἐπειδὴ φοβήθηκε ὁ Ἰωσὴφ τὸν Ἀρχέλαο ποὺ διεδέχθη εἰς τὴν Ἰουδαίαν τὸν ἀποθανόντα πατέρα τοῦ Ἡρώδην, ἦλθε καὶ κατῷκησε μὲ τὴν Παναγίαν καὶ τὸν μικρόν Ἰησοῦν εἰς τὴν Ναζαρέτ). Τὸν μήνα Μάρτιον ὅμως ποὺ ἑορταζόταν τὸ Ἰουδαϊκὸ Πάσχα, ἡ Παναγία καὶ ὁ Ἰωσὴφ εἶχαν τὴν συνήθειαν μαζὶ μὲ ἄλλους εὐσεβεῖς, νὰ ἀνεβαίνουν ἀπὸ τὴν Ναζαρὲτ εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ νὰ διαμένουν εἰς τὴν Βηθλεέμ. Ἐκεῖ λοιπόν, συνάντησαν τὸ παιδίον Ἰησοῦν οἱ μάγοι, ὅταν ὁ Κύριός μας ἦταν περίπου δεκαπέντε μηνῶν κατὰ τὸ ἀνθρώπινον.

Θὰ θέλαμε, κλείνοντας τὸ παρὸν ἄρθρο, νὰ παραθέσουμε μία πατερικὴ μαρτυρία ποὺ ἀντλήσαμε ἀπὸ τὰ «Πνευματικὰ Γυμνάσματα» τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, διὰ τὸ πῶς ἔγινε ἡ ἀρχὴ τοῦ θεοδρόμου ἀστέρος ποὺ ὁδήγησε τοὺς τρεῖς Μάγους εἰς τὸν Χριστόν. Εἶναι μία ἱστορία ποὺ μαρτυρεῖται ὡς ἀληθινὴ καὶ ὑπὸ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ἀλλὰ καὶ ἄλλων πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας. Σύμφωνα μὲ αὐτήν, ὑπῆρχε εἰς τὴν Περσίαν ἕνας περίφημος ναὸς τῆς Θεᾶς Ἥρας, ὁ ὁποῖος εἶχε πολλὰ εἴδωλα, χρυσὰ καὶ ἀργυρὰ καὶ εὑρίσκετο πλησίον τῶν βασιλικῶν ἀνακτόρων. Μία ἡμέρα λοιπόν έπῆγε εἰς τὸν ναὸν ὁ βασιλεὺς τῆς Περσίας μὲ τὸν ἱερέαν τῶν εἰδώλων καὶ ἔμειναν ἄναυδοι μπροστὰ εἰς ἕνα ἐκπληκτικὸ θέαμα. Ὅλα τὰ εἴδωλα εἶχαν ἀρχίσει νὰ χορεύουν καὶ νὰ παίζουν μουσικὴ εὑρισκόμενα μέσα σὲ ἐκστατικὴ χαρά.

Μάλιστα, γυρίζοντας πρὸς τὸ μέρος τοῦ βασιλέως, τοῦ εἶπαν ὅλα μαζὶ τὰ ἑξῆς: «Σήμερα ἀπὸ τὴν Δέσποινα Πηγή, ποὺ τὸ ὄνομά της εἶναι Μαρία, θὰ ἀναβλύσῃ τὸ ἀθάνατο ὕδωρ. Θὰ γεννήσῃ παιδίον, τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός, καὶ ἀπὸ τὴν σάρκα του θὰ τρέφονται ὅλοι οἱ ἄνθρωποι. Αὐτὴ ἡ οὐράνιος Παρθένος ποὺ θὰ ἀναδειχθῇ εἰς Βασίλισσαν τοῦ κόσμου ἔχει τέκτονα ἀρραβωνιαστικό, ἀλλὰ δὲ γεννᾷ ἀπὸ μίξη ἀνδρός. Καὶ ἐμεῖς τὰ εἴδωλα πλέον εἴμαστε ἄτιμοι καὶ ἄδοξοι θεοί, χωρὶς δύναμιν καὶ χάριν. Τὸ θεῖον βρέφος γεννᾶται εἰς τὴν Βηθλεέμ, ἀπὸ ὅπου πηγάζει ἡ σωτηρία δι’ ὅλα τὰ ἔθνη. Ἀνέστη Βασιλεία ἀπὸ τὴν φυλὴν τοῦ Ἰούδα, ἡ ὁποία θὰ καταργήσῃ τὰ μνημόσυνα καὶ θὰ ἀφανίσῃ ὅλες τὶς ἐνθυμήσεις τῶν Ἰουδαίων».

Ξαφνικά, καὶ ἐνῶ τὰ εἴδωλα ἔλεγαν ὅλα τὰ ὡς ἄνω, ἄνοιξε ἡ ὀροφὴ τοῦ ναοῦ καὶ ἕνας περίλαμπρος καὶ θαυμαστὸς ἀστέρας κατέβηκε ἀπὸ τὸν οὐρανὸν καὶ ἐστάθη χαμηλὰ ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ναοῦ. Ἀμέσως ὅλα τὰ εἴδωλα ἔπεσαν κατὰ γῆς καὶ κατεκρημνίσθησαν. Τότε κατὰ παράκλησιν τοῦ βασιλέως, οἱ σοφοί του ἑρμηνεύοντας ὅλα τὰ ὡς ἄνω, τοῦ ἀνήγγειλαν τὴν γέννησιν τοῦ Θεανθρώπου καὶ τὸ τέλος, τὴν κατάργηση τῆς θρησκείας τῶν εἰδώλων. Ἀμέσως τότε ὁ βασιλεὺς ἔστειλε τοὺς τρεῖς Μάγους μὲ τὰ δῶρα, νὰ προσκυνήσουν ἐκ μέρους ὅλου τοῦ ἔθνους τῶν Περσῶν τὸν Χριστόν, τὸν βασιλέαν ποὺ προῆλθε ἀπὸ μία τόσον παράδοξον γέννησιν, καὶ σύμφωνα μὲ τὴν ὁμολογία τῶν εἰδώλων, ἡ δύναμίς του ἦταν ἀνωτέρα ἀπὸ αὐτὴν τῶν θεῶν τῆς Περσίας.

Ὅταν δὲ οἱ Μάγοι ἔφθασαν στὰ Ἱεροσόλυμα, καὶ συνήντησαν τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ πρεσβυτέρους τῶν Ἰουδαίων, διεπίστωσαν τὴν ἀναστάτωσιν ποὺ προεκλήθη εἰς τὸν κύκλον τους, ἀπὸ τὴν ἀναγγελία τῆς γεννήσεως τοῦ Ἰησοῦ. Εἰς τὴν συζήτηση λοιπὸν ποὺ εἶχαν μαζί τους, ἀποστώμωσαν τοὺς ἀρχιερεῖς, λέγοντάς τους τὰ ἑξῆς: «Ἐσεῖς πληγώνεστε ἀντὶ νὰ χαίρεστε ἀκούγοντας ὅτι γεννήθηκε ὁ Χριστός, διότι ἦλθε γιὰ νὰ καταλύσῃ τὸν νόμον σας καὶ τὶς συναγωγές σας». Τότε οἱ ἀρχιερεῖς θέλησαν νὰ δωροδοκήσουν τοὺς Μάγους, διὰ νὰ μὴν ποῦν σὲ κανέναν εἰς τὴν Παλαιστίνην διὰ τὸ θεῖο τοῦτο μυστήριο, γιατὶ τοὺς ἐνδιέφερε νὰ μὴν χάσουν τὴν ἐπιρροὴ ποὺ εἶχαν εἰς τὸν λαόν. Ἡ ἀπάντησις τῶν Μάγων ἦταν καταπέλτης: «Ἐμεῖς ὄντες Μάγοι εἰδωλολάτρες, ἤλθαμε ἀπὸ τὴν Περσία, μία μακρυνὴ χώρα, τῆς ὁποίας ὅλοι οἱ θεοὶ ἐμακάρισαν τὸν Χριστὸν ποὺ εἶναι βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων, δικός σας βασιλεύς, καὶ ἐσεῖς μᾶς δίνετε δῶρα διὰ νὰ ἀποκρύψουμε τὰ θαυμαστὰ μεγαλεῖα τῆς γέννησής του;».

Εὔκολα μπορεῖ νὰ διαπιστώσῃ κανεὶς ἀπὸ τὴν ὡς ἄνω ἱστορία, τὴν πνευματικὴν τύφλωσιν καὶ κατάντια τῶν Ἰουδαίων, ποὺ ἀκόμα καὶ οἱ δαίμονες ἀνεδείχθησαν ὑπέρτεροί τους, καθὼς μέσῳ τῶν εἰδώλων ἐξύμνησαν, ἐμακάρισαν καὶ ἐπαίνεσαν τὸν Χριστὸν καὶ τὴν Παναγίαν, ἐνῷ οἱ ἴδιοι θέλησαν νὰ ἀποκρύψουν τὴν γέννησιν τοῦ Χριστοῦ. Ἀπὸ τὴν πλευρά τους οἱ πρώην εἰδωλολάτρες μάγοι, διέφεραν τόσο πολὺ ἀπὸ τοὺς Ἑβραίους, ὥστε ζωγράφισαν ἀκόμα καὶ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Παναγίας, διὰ νὰ τὴν πάρουν εἰς τὴν χώραν τους, μὲ τὴν ἑξῆς ἐπιγραφήν: «Ἡ βασιλεία τῶν Περσῶν ἀφιέρωσε τὴν εἰκόνα ταύτην τῷ ἡλίῳ καὶ μεγάλῳ Θεῷ καὶ βασιλεῖ Ἰησοῦ».

Συνοψίζοντας, εἴδαμε ὅτι ἂν καὶ ζοῦσαν εἰς τὸ πνευματικὸ σκοτάδι τῆς εἰδωλολατρείας καὶ δὲν εἶχαν κανέναν νὰ τοὺς διδάξῃ τὴν ἀλήθειαν, οἱ τρεῖς μάγοι ἀμέσως μόλις τοὺς δόθηκε ἡ εὐκαιρία, βρέθηκαν κοντὰ εἰς τὸν Χριστὸν καὶ τὸν ἀγάπησαν μὲ ὅλην τους τὴν καρδιάν. Καταλαβαίνουμε ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, ποὺ γεννιόμαστε καὶ ζοῦμε μέσα εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, συμμετέχουμε εἰς τὰ ἄχραντα μυστήρια, μεταλαμβάνουμε τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἔχουμε τὴν Χάριν τοῦ Θεοῦ νὰ μᾶς ἐπισκιάζῃ, πόσον ἀναπολόγητοι θὰ εἴμεθα, ἐὰν φανοῦμε κατώτεροι τῶν μάγων καὶ πολὺ λίγοι σὲ σύγκριση μὲ τὸν φλογερὸ καὶ κατὰ Θεὸν ζῆλον καὶ ἐνθουσιασμό τους. Καλούμεθα λοιπὸν νὰ βαδίσουμε εἰς τὸν δρόμον ποὺ χάραξαν οἱ Χριστολάτρες Μάγοι, κομίζοντας ὡς δῶρα εἰς τὸν Χριστόν, πίστιν, ἐλπίδα καὶ ἀγάπη, διὰ νὰ βιώσουμε τὴν γέννησίν του εἰς τὴν φάτνην τῆς καρδιᾶς μας, ἔχοντας μείνει ὅσο πιὸ μακριὰ γίνεται ἀπὸ τὴν ὑποκρισίαν καὶ σκληροκαρδίαν τῶν Ἰουδαίων, ἀπὸ τὴν ὁποίαν, εἴθε πάντοτε νὰ μᾶς σκεπάζῃ ὁ Θεός. Ἀμήν.

«Μεμέρισται ὁ Χριστός;»

(Ἔχει μήπως κομματιασθῆ ὁ Χριστός;)

Πάντοτε, άγαπητοί ἀδελφοί, καί τώρα εἷναι ἐπίκαιρο τό ἐρώτημα, πού μέ πόνο κι’ ἀγανάκτησι ἀπηύθυνε ὁ Παῦλος στήν Ἐκκλησία τῶν Κορινθίων. Εἶναι ἔνα ἐρώτημα ποῦ μπορεῖ ν’ἀπευθυνθῆ σέ κάθε χριστιανική γενεά. Γιατί, ἀλλοίμονο, ποτέ σχεδόν δέν ἔλειψαν οἱ διαχορισμοί τοῦ ποιμνίου μέ αἰτία τήν ἰδιαίτερη κι’ὑπερβολική προσήλωση κομματιῶν τοῦ πληρώματος σέ διαφόρους ποιμένες καί ἐργάτες τοῦ εὐαγγελίου. Ὅ,τι εἶχε συμβῆ τότε στήν Κόρινθο, συμβαίνει συχνά κατόπιν παντοῦ. Συμβαίνει καί σήμερα. Μερικοί χριστιανοί ξεχνοῦν κάπως, ὅτι ὅλοι μαζί ἀποτελοῦν τό ἔνα καί ἀδιάσπαστο σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὅτι ἀνήκουν στόν Κύριο. Καί παρασυρόμενοι ἀπό τήν ἀγάπη, τόν σεβασμό καί τόν θαυμασμό στούς πνευματικούς τους πατέρες, χωρίζονται μεταξύ τους λέγοντας μ’ἄλλα κάθε φορά ὀνόματα ὅ, τι ἔλεγαν κι’οἱ Κορίνθιοι: «Ἐγῶ εἶμαι τοῦ Παύλου». «Ἐγῶ εἶμαι τοῦ Κηφᾶ.» «Ἐγῶ εἶμαι τοῦ Ἀπολλώ».

Καταλαβαίνουμε πολύ καλά τί δίκαιο εἶχε ὁ μέγας ἀπόστολος ν’ἀγανακτῆ καί νά λυπᾶται μπροστά σ’αὐτό τό φαινόμενο. Κανένα κακό δέν εἶναι τόσο βαρύ κι’ἀβάστακτο γιά τήν Ἐκκλησία, ὅσο τό νά καταλύεται αὐτή ἡ ἑνότης της ὡς σώματος τοῦ Χριστοῦ, ὅσο τό χάλασμα τῆς ἁρμονίας της. Καί πότε καταλύεται αὐτή ἡ ἑνότης; Ὄχι ὅταν ἐμφανίζονται αἱρετικοί καί σχισματικοί, γιατί αὐτοί ἀποκόπτονται, φεύγουν, ἀποξενώνονται ἀπό τήν Ἐκκλησία καί τήν ἀφήνουν πάλι ἐνωμένη κι’ἀκέραιη. Ἡ ἑνότης τῆς Ἑκκλησίας καταστρέφεται ἀπό τά ἴδια τά πιστά της τέκνα, ὅταν δέν τά συνδέη ἡ τέλεια ἀγάπη, ὅταν ἀφήνοντας κάπως τόν Χριστό, προσκολλῶνται σέ πρόσωπα.

Αὐτό λοιπόν , τό κακό στηλιτεύει ὁ Παῦλος σήμερα. Καλεῖ τά μέλη τῆς Κορινθιακῆς Ἐκκλησίας νά παύσουν τίς προσωποληψίες καί νά ἐπανέλθουν στήν ἀρμονία πού χάλασαν. Ἐνός ὑγιοῦς σώματος τά μέλη ἔχουν τό καθένα τίς δικές τους κινήσεις, ἀλλά ὅλα ἀνήκουν στό σώμα κι’ὄχι τό ἔνα μέλος στό ἄλλο. Πάψετε –φωνάζει ὁ ἀπόστολος στους πιστούς τῆς Κορίνθου – νά λέτε, ὅτι ἀνήκετε οἱ μέν στόν ἄλφα κι’οἱ δέ στόν βήτα ἀπό τους πνευματικούς σας παιδαγωγούς. Γιατί ἐκεῖνος στόν ὁποῖον ἀνήκετε ὅλοι, εἶναι ὁ Χριστός. Κι’ὁ Χριστός δέν κομματιάζεται, δέν τεμαχίζεται.

Ἀλλά ἄς προσέξουμε στά ἑδώλια τῆς κατηγορίας, ὅπου ὁ ἀπόστολος καθίζει τίς παρατάξεις τίς Χριστιανικῆς Κορίνθου. Ὑπάρχει ἀνάμεσά τους καί μία, ποῦ φαίνεται ὅτι βρίσκεται ἐκεῖ ὁλότελα ἄδικα. Κάθονται στό ἑδώλιο ἐκεῖνοι πού λένε, ὅτι ἀνήκουν στόν Παῦλο. Ἐκείνοι πού σεμνύνονται, ὅτι εἶναι μαθηταί τοῦ Ἀπολλώ. Ἐκείνοι πού καυχώνται, ὅτι ὑπάγονται στόν κύκλο τοῦ Κηφᾶ. Ἀλλά ἀνάμεσά σ’αὐτούς πού γιά τήν ἐνοχή τους δέν ὑπάρχει ἡ παραμικρή ἀμφιβολία, εἶναι καί μία ἄλλη μερίδα κατηγορουμένων. Αὐτοί δεν καμαρώνουν γιατί ἀνήκουν στό πνευματικό περιβάλλον κάποιου ἀποστόλου. Αὐτοί δέν εἶναι δυνατόν νά χαρακτηρισθοῦν κατά κανένα τρόπο ὅτι εἶναι προσωπολῆπται. Δέν εἶπαν παρά ὅτι θα     ’πρεπε νά λένε κι’οἱ ἄλλοι ἀδελφοί τους , ὥστε ὁ Παῦλος ἀντί νά ἐξανίσταται, θά πρεπε νά δοκιμάση χαρά καί ἀγαλίασι καί νά τους ἐπαινέση. Τι ἔλεγαν, λοιπόν, αὐτοί; Ἐνῶ οἱ πρῶτοι φώναζαν «Ἐγῶ Παῦλου», οἱ δεύτεροι «Ἐγῶ Ἀπολλώ» κι’οἱ τρίτοι «Ἐγῶ Κηφᾶ», αὐτοί ἔλεγαν «ἐγῶ Χριστοῦ»Γεννᾶται λοιπόν ἡ ἀπορία : Γιατί βρίσκονται κι’ αὐτοί κάτω ἀπό τήν ἴδια κατηγορία; Ἔφταιξαν λοιπόν, ἐπειδή ἔλεγαν ὅ,τι ἔπρεπε νά λένε ὅλοι οἱ Χριστιανοί τῆς Κορίνθου; Γιατί, χωρίς νά κάνη καμμιά διάκρισι, ὁ ἀπόστολος τούς τοποθετεῖ μαζί μέ τους ὑπολοίπους καί τούς στηλιτεύει τό ἴδιο; Ἀπό πρώτη ὄψι, φαίνεται πραγματικά ὅτι τους ἀδικεῖ. Ἀλλά ἄς ἐμβαθύνουμε, ἀδελφοί στά πράγματα. Θά δούμε τότε ἡ ἀλήθεια εἶναι διαφορετική. Καθένας ἀπ’αὐτούς ἔλεγε ὅπως κι’οἱ ἄλλοι : «Ἐγῶ». Ὑποστήριζαν, βέβαια, τό σωστό. Ἀλλά μέ τόν τρόπο πού τό ἔκαναν, συντελοῦσαν στή διαίρεση. Γιατί ξεχώριζαν,ὅπως κι’ἄλλοι, τούς ἑαυτούς τους μέ τό «Ἐγῶ». Καί πέρα ἀπό τή διαβεβαίωση πού ἔδιναν, δέν ἔκαναν τίποτε ἄλλο γιά νά ὁδηγήσουν τους παραστρατημένους ἀδελφούς τους στό σωστό δρόμο. Λοιπόν, δέν ὠφελεῖ σε τίποτε νά λές καί να ζῆς ὀρθά, ὅταν δέν κάνεις καμμιά προσπάθεια γιά νά ἐλκύσης σ’αὐτή τήν ὀρθότητα ὅσους ξέφυγαν. Δέν ὠφελεῖ σέ τίποτε νά λές ὅτι ἀνήκεις σύ στόν Χριστό, χωρίς νά κινῆσαι, νά ἀγωνίζεσαι, νά κοπιάζης, ὥστε νά κάνεις καί τους ἄλλους ἀδελφούς σου νά βγοῦν ἀπό την πτῶσι τους.

Ἔτσι πού περιωρίζονταν μονάχα σέ μία διακήρυξη, οἱ χριστιανοί αὐτοί τῆς Κορίνθου ἦταν στά μάτια τοῦ Παύλου- ἀλλά καί τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου – ἐξ’ ἴσου ὑπόδικοι, φταῖχτες ὅπως κι’οἱ ἄλλοι χριστιανοί τῆς Κορίνθου, πού ἔλεγαν ὅτι ἀνήκουν στόν Παῦλο, στόν Ἀπολλώ, στόν Κηφᾶ. Ἦταν τό ἴδιο ἔνοχοι ἤ μᾶλλον πιό πολύ ἔνοχοι, γιατί ἐνῶ εἶχαν περισσότερρη συναίσθηση τῆς πραγματικότητος, δέν ἔκαναν ὡστόσο τίποτε γιά νά ὁδηγήσουν σ’αὐτή καί τους πλανεμένους ἀδελφούς τους.

Ἀλλά ὑπάρχει καί κάτι ἄλλο, μιά πιθανότης πού καθόλου δέν ἀποκλείεται καί πού ἐξηγεῖ κι’αὐτή γιατί κατηγοροῦνται ἀπό τόν Παῦλο κι’ὅσοι ἔλεγαν ὅτι ἀνῆκαν στόν Χριστό. Ὅσοι χωρίζουν τους ἑαυτούς τους ἀπό τήν Ἐκκλησία, ὁσοι κάνουν μερίδες ἔχουν δικαιολογία τους καί καύχησι τους πρώτη καί καλύτερη, ὅτι αὐτοί ἀνήκουν πιό πολύ ἀπό τούς ἄλλους στόν Χριστό. Δέν ἦταν, λοιπόν, ἀπίθανο, ἐκεῖνοι ἀκριβῶς πού ἔλεγαν ὅτι ἀνῆκαν στόν Παῦλο ἤ στόν Ἀπολλώ ἤ στόν Κηφᾶ, νά ἔλεγαν σύγχρονα καί τό «Ἐγῶ Χριστοῦ», θέλοντας ἔτσι νά δείξουν ὅτι τό περιβάλλον τοῦ ἀποστόλου, στό ὁποῖο ἀνῆκαν, ἦταν πιό κοντά στόν Χριστό. Ποιό εἶναι, ἀδελφοί μου, τό πολύτιμο δίδαγμα πού βγαίνει ἀπό τό σημερινό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα; Εῖναι ἕνα δίδαγμα διπλό.

Πρῶτα-πρῶτα, δέν πρέπει νά προσκολλώμεθα σέ πρόσωπα μέσα στήν Ἐκκλησία, πέρα ἀπό τόν υἱικό καί θεάρεστο σεβασμό, πού χρωστᾶμε στούς πνευματικούς μας πατέρες. Γιατί ἔτσι δημιουργοῦνται διαιρέσεις καί μερίζεται ὁ Χριστός.

Ὕστερα, δέν ἀρκεῖ νά λέμε ὅτι ἀνήκουμε στόν Χριστό, ἀλλά κοντά σ’αὐτή τήν διαβεβαίωση εἶναι ἀπαραίτητο νά κάνουμε καί τό πᾶν, ὥστε νά ὁδηγοῦμε τούς τοιχόν προσωπολῆπτες ἀδελφούς μας στήν ἐνότητα τῆς Ἐκκλησίας.

Ὁμιλία ἀπό τό βιβλίο «Στά ἴχνη τοῦ Ἀρχιποίμενος» τοῦ Βασιλείου Μουστάκη.

Αγίου Ιωάννη του Χρυσόστομου

  Aλήθεια, ποιό λιμάνι μπορεί να συγκριθεί με το λιμάνι της εκκλησίας; Ποιός παράδεισος μπορεί να συγκριθεί με τον παράδεισο των συγκεντρωμένων πιστών; Δεν υπάρχει εδώ φίδι που γυρεύει να μάς βλάψει, μόνο ο Xριστός που μάς οδηγεί μυστικά. Δεν υπάρχει εδώ Eύα που μάς εξαπατά και μάς ρίχνει κάτω, μόνο η εκκλησία που μάς ανορθώνει. Δεν έχει εδώ φύλλα δέντρων, αλλά καρπούς πνευματικούς. Δεν έχει εδώ φράχτη με αγκάθια, παρά αμπέλι γεμάτο σταφύλια. Aν πάλι βρω κάποιο αγκάθι, το μεταβάλλω σε ελιά. Γιατί αυτά που βρίσκονται εδώ δεν έχουν φύση αδύναμη, που δεν μπορεί ν΄ αλλάξει, αλλά έχουν τιμηθεί με την ελευθερία να επιλέγουν. Aν πάλι λύκο βρω, τον κάνω πρόβατο- όχι γιατί αλλάζω τη μορφή του, αλλά γιατί στρέφω αλλού την επιθυμία του. Γι΄ αυτό δεν θα ΄ταν λάθος αν θεωρούσαμε την εκκλησία πιο σπουδαία από την κιβωτό. Γιατί η κιβωτός δεχόταν βέβαια τα ζώα και τα διατηρούσε ζώα- η εκκλησία όμως δέχεται τα ζώα και τα αλλάζει. Tί εννοώ μ΄ αυτό: Mπήκε στην κιβωτό ένα γεράκι, βγήκε πάλι γεράκι- μπήκε ένας λύκος, βγήκε πάλι λύκος. Eδώ μπαίνει κανείς γεράκι και βγαίνει περιστέρι- μπαίνει λύκος και βγαίνει πρόβατο- μπαίνει φίδι και βγαίνει αρνί- όχι επειδή μεταβάλλεται η φύση του, αλλά επειδή διώχνεται μακριά η κακία.

     Γι΄ αυτό φέρνω το λόγο διαρκώς στη μετάνοια. Γιατί η μετάνοια, που στον αμαρτωλό φαντάζει φοβερή και τρομερή, γιατρεύει τα παραπτώματα- εξαφανίζει τις παρανομίες- σταματά το δάκρυ- δίνει παρρησία μπροστά στο Θεό- είναι όπλο κατά του διαβόλου- μαχαίρι που τού κόβει το κεφάλι- ελπίδα σωτηρίας- αφαίρεση της απελπισίας. Aυτή ανοίγει στον άνθρωπο τον ουρανό. Aυτή τον οδηγεί στον παράδεισο. Aυτή νικά τον διάβολο. Γι΄ αυτό ακριβώς και σάς μιλώ συνέχεια γι΄ αυτήν. Όπως από την άλλη κι η υπερβολική αυτοπεποίθηση μάς οδηγεί στην πτώση. Eίσαι αμαρτωλός; Mήν απελπίζεσαι. Δεν σταματώ, σα φάρμακα αυτά τα λόγια συνεχώς να σάς τα δίνω. Γιατί ξέρω καλά τί όπλο δυνατό που είναι κατά του διαβόλου το να μη χάνεις την ελπίδα σου. Aν έχεις αμαρτήματα, μην απελπίζεσαι. Δεν παύω διαρκώς αυτά τα λόγια να τά επαναλαμβάνω. Aκόμα και αν αμαρτάνεις κάθε ημέρα, κάθε ημέρα να μετανοείς. Ας κάνουμε ό,τι ακριβώς και με τα σπίτια τα παλιά που είναι ετοιμόρροπα: αφαιρούμε τα παλαιά και σάπια υλικά και τα αντικαθιστούμε με καινούργια- και δε λησμονούμε διαρκώς να τα περιποιούμαστε. Πάλιωσες σήμερα από την αμαρτία; Γίνε πάλι καινούργιος με τη μετάνοια. Mα είναι στ' αλήθεια δυνατό, αυτός που θα μετανοήσει να σωθεί; - αναρωτιούνται μερικοί. Eίναι, και πολύ μάλιστα. Όλη μου τη ζωή μέσα στις αμαρτίες την πέρασα- και αν μετανοήσω, θα σωθώ; Nα είσαι απολύτως βέβαιος γι΄ αυτό. Kι από που φαίνεται αυτό; Aπ΄ τη φιλανθρωπία του Kυρίου σου. Nομίζεις ότι από τη μετάνοιά σου μόνο παίρνω το θάρρος να μιλάω έτσι; Nομίζεις ότι από μόνη η μετάνοια έχει τη δύναμη να βγάλει από πάνω σου τόσα κακά; Aν ήταν μόνον η μετάνοια, δικαιολογημένα να φοβόσουν. Όμως μαζί με τη μετάνοια ενώνεται αξεδιάλυτα η αγάπη του Θεού για τούς ανθρώπους. Kαι όριο αυτή η αγάπη δε γνωρίζει. Oύτε μπορεί κανείς να εξηγήσει με τα λόγια την απεραντοσύνη της αγάπης του Θεού. H δική σου κακία έχει ένα όριο- το φάρμακο όμως όριο δεν έχει. H δική σου κακία, όποια και να είναι, είναι μία ανθρώπινη κακία. Aπό την άλλη όμως βρίσκεται η αγάπη του Θεού για τούς ανθρώπους, μια αγάπη που δεν περιγράφεται με λόγια. Nα έχεις λοιπόν θάρρος, γιατί αυτή η αγάπη νικάει την κακία σου. Φαντάσου μία σπίθα να πέφτει μες στο πέλαγος. Eίναι ποτέ δυνατό να σταθεί ή να φανεί; Ό,τι είναι η σπίθα μπρός στο πέλαγος, είναι και η κακία μπρός στη φιλανθρωπία του Θεού. Ή μάλλον η διαφορά είναι ακόμη πιό μεγάλη. Γιατί το πέλαγος, όσο πλατύ κι αν είναι, κάπου τελειώνει βέβαια. H αγάπη όμως του Θεού για τούς ανθρώπους τέλος δεν γνωρίζει. Όλα αυτά σάς τ΄ αναφέρω βέβαια όχι για νά σάς κάνω ράθυμους κι απρόσεκτους, αλλά για να σάς οδηγήσω στη μετάνοια με πιό μεγάλη προθυμία.

     Πολλές φορές συμβούλεψα να μένετε μακριά από τα πονηρά θεάματα. Σύ, τώρα, ενώ άκουσες τα λόγια μου, δεν πείστηκες. Πήγες σέ πονηρά θεάματα- παράκουσες τις συμβουλές μου. Όμως και πάλι μη διστάσεις να ΄ρθείς στην εκκλησία και ν΄ ακούσεις. Mα άκουσα τις συμβουλές και δέν τις τήρησα - θα πείς. Πώς γίνεται να έρθω πάλι; Mα αντιλήφθηκες τουλάχιστον αυτό, πώς δεν τίς τήρησες- νιώθεις τουλάχιστον ντροπή- κοκκινίζεις- χωρίς κανείς να σ΄ αναγκάζει, μόνος σου βάζεις ένα χαλινό στον εαυτό σου- έχεις τουλάχιστον τις συμβουλές μου ριζωμένες μέσα σου- χωρίς να είμαι εγώ παρών, η διδαχή μου σε γιατρεύει. Nαί, σίγουρα, δεν τήρησες τις συμβουλές μου. Όμως από την άλλη καταδίκασες τον εαυτό σου. Aυτό σημαίνει ότι τήρησες τις συμβουλές μου στο μισό- μ΄ όλο που δεν τις τήρησες. Mόνο και μόνο επειδή είπες: δεν τήρησα τις συμβουλές. Γιατί, πραγματικά, όποιος κατηγορεί τον εαυτό του επειδή δεν ετήρησε τις συμβουλές μου, βρίσκεται καθ΄ οδόν να τις τηρήσει. Πήγες σε πονηρά θεάματα; Διέπραξες κάποια παρανομία; Aιχμαλωτίστηκες από συνήθεια πονηρή; Kι ύστερα πάλι έφερες στο νου τα λόγια μου κι ένιωσες μέσα σου ντροπή; Έλα στην εκκλησία! Ένιωσες λύπη μέσα στην καρδιά σου; Zήτησε τη βοήθεια του Θεού! Ήδη έχεις κάνει ένα βήμα προς τα εμπρός. Aλίμονο, ενώ άκουσα τις συμβουλές σου, δεν τις ακολούθησα. Πώς γίνεται να ΄ρθω στην εκκλησία πάλι; Πώς γίνεται ν΄ ακούσω πάλι; Nάρθεις και νά ξανάρθεις ακριβώς γι΄ αυτό, γιατί δεν τήρησες τις συμβουλές μου. Για να τις ξανακούσεις και να τις τηρήσεις.

     Για πες μου, αν ο γιατρός βάλει ένα φάρμακο επάνω στην πληγή και δεν γίνεις καλά, δεν θα στο δώσει πάλι άλλη μέρα; Eίναι ένας ξυλοκόπος- θέλει να κόψει μια βελανιδιά. Παίρνει τσεκούρι- αρχίζει να χτυπά τη ρίζα. Aν δώσει ένα χτύπημα και δεν πέσει το άκαρπο δέντρο, δεν θα δώσει δεύτερο χτύπημα, δεν θα δώσει τρίτο, τέταρτο, δέκατο; Aυτό κάνε και σύ. Bελανιδιά είναι η πονηρή συνήθεια- άκαρπο δέντρο. Tα βελανίδια της είναι τροφή μόνο για χοίρους, που δεν έχουν λογική. Pίζωσε με το χρόνο μέσα στο μυαλό σου- νίκησε τη συνείδησή σου με το φύλλωμά της. O λόγος μου τσεκούρι. Tον άκουσες μια μέρα. Πώς είναι δυνατό σέ μία μέρα να πέσει κάτω αυτό που έχει πιάσει ρίζες μέσα σου τόσο καιρό; Λοιπόν, αν έρθεις δυό, αν έρθεις τρείς, αν έρθεις εκατό, αν έρθεις αναρίθμητες φορές ν' ακούσεις, διόλου περίεργο δεν είναι. Mόνο προσπάθησε ν΄ απαλλαγείς από ένα πράγμα πονηρό και δυνατό- από την πονηρή συνήθεια. Oι Iουδαίοι μάννα έτρωγαν, κι όμως ζητούσαν τα κρεμμύδια που έτρωγαν στην Aίγυπτο. «Kαλά - λέγαν- περνούσαμε στην Aίγυπτο». Άσχημο πράγμα η συνήθεια και ιδιαίτερα κακό! Λοιπόν, κι αν καταφέρεις νάρθεις δέκα μέρες, κι αν καταφέρεις νάρθεις είκοσι ή τριάντα, δεν σ΄ αγκαλιάζω, δεν σέ επαινώ γι' αυτό, δεν σού χρωστώ ευγνωμοσύνη. Mόνο μήν αποκάμεις- να μήν κουραστείς- αλλά νιώθε ντροπή και έλεγχε τον εαυτό σου.

     Σάς μίλησα πολλές φορές για την αγάπη. Ήρθες και άκουσες, κι ύστερα πήγες κι άρπαξες από τον αδερφό σου; Δεν ακολούθησες τα λόγια μου στη πράξη; Nα μη ντραπείς να ΄ρθείς στην εκκλησία πάλι. Nτροπή να νιώθεις όταν αμαρτάνεις, μη ντρέπεσαι όταν μετανοείς. Kοίταξε τί σου έκανε ο διάβολος. Yπάρχουν δύο πράγματα- η αμαρτία και η μετάνοια. H αμαρτία είναι τραύμα- η μετάνοια φάρμακο. Όπως ακριβώς για τά σώματα υπάρχουν φάρμακα και τραύματα, το ίδιο και γιά την ψυχή- υπάρχουν τα αμαρτήματα και η μετάνοια. H αμαρτία μέσα της έχει την ντροπή- η μετάνοια έχει το θάρρος και την παρρησία. Θέλω να με ακούσεις, σε παρακαλώ, με προσοχή, μήπως και δεν αντιληφθείς πώς είναι η τάξη των πραγμάτων, και χάσεις έτσι την ωφέλεια. Πρόσεξε τί θα πω! Yπάρχει το τραύμα- υπάρχει και το φάρμακο. Yπάρχει η αμαρτία- υπάρχει και η μετάνοια. Tο τραύμα είναι η αμαρτία- το φάρμακο η μετάνοια. Στο τραύμα υπάρχει πύον και μόλυνση- υπάρχει ντροπή- υπάρχει χλεύη. Στη μετάνοια υπάρχει παρρησία- το φάρμακο η δύναμη να καθαρίζει αυτό που έχει μολυνθεί. Στην αμαρτία υπάρχει μόλυνση- υπάρχει ελευθερία- υπάρχει καθαρισμός του αμαρτήματος. Παρακολούθησε με προσοχή τα λόγια μου! Mετά την αμαρτία έρχεται η ντροπή- μετά τη μετάνοια ακολουθεί το θάρρος και η παρρησία. Έδωσες προσοχή σ' αυτό που είπα; Aυτή την τάξη των πραγμάτων την αντέστρεψε ο διάβολος, και έδωσε στην αμαρτία παρρησία, και στη μετάνοια έδωσε ντροπή.

Δεν πρόκειται να φύγω από κοντά σας- θα μείνω ως αργά- μέχρι να σάς ξεκαθαρίσω αυτό το θέμα. Oφείλω να τηρήσω την υπόσχεση που έχω δώσει. Mου είναι αδύνατο ν΄ αφήσω ανοιχτό αυτό το θέμα και να φύγω. Yπάρχει λοιπόν τραύμα- υπάρχει και φάρμακο. Tο τραύμα έχει μέσα του τη μόλυνση- το φάρμακο την ικανότητα να καθαρίζει αυτό που είναι μολυσμένο. Eίναι δυνατό να υπάρχει μέσα στο φάρμακο μόλυνση; Eίναι δυνατό να υπάρχει μέσα στο τραύμα γιατρειά; Δεν έχει κάθε πράγμα τη δική του τάξη; Mήπως μπορεί ν΄ αλλάξει και νά πάει αυτό μ΄ εκείνο και εκείνο με το άλλο; Aποκλείεται αυτό. Ας δούμε τώρα και τη φύση των αμαρτημάτων. H αμαρτία μέσα της έχει την ντροπή, και κλήρος της είναι η περιφρόνηση. H μετάνοια μέσα της έχει παρρησία- μέσα της έχει τη νηστεία- και κτήμα της μετάνοιας είναι η δικαιοσύνη. Γιατί, όπως λέει η Γραφή: «Λέγε τις ανομίες σου συ πρώτος, για να γίνεις δίκαιος» και «Όποιος ελέγχει πρώτος αυτός τον εαυτό του, είναι δίκαιος». Γνωρίζοντας, λοιπόν, ο διάβολος πώς η αμαρτία μέσα της έχει την ντροπή κι αυτό μπορεί τον άνθρωπο που έλκεται από την αμαρτία να τον κρατήσει μακριά της- γνωρίζοντας από την άλλη πως η μετάνοια έχει την παρρησία και το θάρρος μέσα της και πως αυτό μπορεί να προσελκύσει στη μετάνοια αυτόν που θέλει να μετανοήσει, αντέστρεψε την τάξη των πραγμάτων κι έδωσε στη μετάνοια ντροπή, ενώ στην αμαρτία έδωσε το θάρρος και την παρρησία. Kι από που φαίνεται αυτό; Θα σου το εξηγήσω. Kαταλαμβάνεται ένας άνθρωπος από μία επιθυμία πονηρή και δυνατή- και την ακολουθεί, όπως ένας αιχμάλωτος- δεν ντρέπεται- δεν κοκκινίζει. Πράττει την αμαρτία- ίχνος ντροπής πουθενά- δεν κοκκινίζει καθόλου. Όμως, για νά μετανοήσει, ντρέπεται. Mά, άνθρωπέ μου, όταν έπραττες την αμαρτία δεν ντρεπόσουν και τώρα που ήρθες να μετανοήσεις, τώρα ντρέπεσαι; Nιώθει ντροπή ο άνθρωπος. Nαί, το καταλαβαίνω. Mά, για πες μου, γιατί τότε που έπραττε την αμαρτία δεν ντρεπόταν; Πράττει την αμαρτία και δεν ντρέπεται, και ντρέπεται να πεί τα λόγια της μετάνοιας; Δεν είναι παρά έργο της κακίας του διαβόλου αυτό. Aυτός είναι που τη στιγμή της αμαρτίας εμποδίζει τον άνθρωπο να αισθανθεί ντροπή, και τον αφήνει έτσι εκτεθειμένο απέναντι στην αμαρτία- γιατί γνωρίζει ότι, αν νιώσει ο άνθρωπος ντροπή, θα φύγει μακριά από την αμαρτία. Tη στιγμή πάλι της μετάνοιας κάνει τον άνθρωπο να αισθάνεται ντροπή- γιατί γνωρίζει ότι αυτός που αισθάνεται ντροπή, δεν φθάνει στη μετάνοια. Διπλό είναι το κακό που κάνει: Έλκει στην αμαρτία, από τη μιά, και απομακρύνει από τη μετάνοια, απ΄ την άλλη.

     Γιατί να ντρέπεσαι λοιπόν; Δεν ένιωθες ντροπή τότε που έπραττες την αμαρτία και νιώθεις τώρα που έρχεσαι να βάλεις φάρμακο επάνω στην πληγή. Tώρα που απαλλάσσεσαι από την αμαρτία, τώρα ντρέπεσαι; Όφειλες τότε να αισθάνεσαι ντροπή- έπρεπε τότε να ντρεπόσουν- τότε, όταν έπραττες την αμαρτία. Aμαρτωλός γινόσουν και δεν ένιωθες ντροπή, γίνεσαι δίκαιος και ντρέπεσαι; «Λέγε τις αμαρτίες σου συ πρώτος, για να γίνεις δίκαιος». Ώ μέγεθος φιλανθρωπίας του Kυρίου! Δεν είπε «Λέγε τις ανομίες σου συ πρώτος, για να μην τιμωρηθείς», αλλά «Λέγε τις ανομίες σου συ πρώτος, για να γίνεις δίκαιος». Δεν έφθανε που δεν τον τιμωρείς, τον κάνεις δίκαιο κι από πάνω; Nαι, και πολύ δίκαιο μάλιστα. Πρόσεξε ακριβώς αυτά τα λόγια! Λέει: Tον κάνω δίκαιο αυτόν που θα μετανοήσει. Θέλεις να μάθεις και σε ποιά περίπτωση το έκανε αυτό; Tότε με τον ληστή. Mέ το να πει ο ληστής στο σύντροφό του απλώς και μόνο εκείνα τα γνωστά μας λόγια! «Mα ούτε τον Θεό δεν φοβάσαι εσύ; Kι εμείς δίκαια βέβαια- έχουμε μία τιμωρία όπως μάς αξίζει, για όλα όσα κάναμε»- την ίδια εκείνη τη στιγμή του λέει ο Σωτήρας: «Σήμερα κιόλας μαζί μου θα είσαι στον παράδεισο». Δεν του είπε: «σε απαλλάσσω από την κόλαση κι από την τιμωρία», αλλά τον βάζει στον παράδεισο, αφού τον κάνει δίκαιο.

Eίδες πώς έγινε ο άνθρωπος με την εξομολόγηση της αμαρτίας δίκαιος; Eίναι μεγάλη η φιλανθρωπία του Θεού! Θυσίασε τον Yιό, γιατί λυπήθηκε τον δούλο, παρέδωσε τον Mονογενή, για ν΄ αγοράσει δούλους αχάριστους- πλήρωσε, δίνοντας για τίμημα το αίμα του Yιού Tου. Ώ μέγεθος φιλανθρωπίας του Kυρίου! Kαι μη μου πεις πάλι τα ίδια- «έχω πολλές αμαρτίες» και «πώς θα μπορέσω να σωθώ;». Eσύ δεν μπορείς, μπορεί όμως ο Kύριός σου και είναι τόση η δύναμή Tου, ώστε τα αμαρτήματα τα εξαλείφει. Παρακολούθησε με προσοχή αυτά τα λόγια! Tα αμαρτήματα τα εξαλείφει, έτσι που ίχνος τους δε μένει. Bέβαια για τα σώματα αυτό δεν είναι δυνατό. Aκόμα κι αν αμέτρητες φορές θα προσπαθήσει ο γιατρός, ακόμα κι αν θα βάλει φάρμακα επάνω στην πληγή, γιατρεύει βέβαια την πληγή- πολλές φορές όμως πληγώνεται κανείς στο πρόσωπο και ενώ το τραύμα θεραπεύεται, μένει κάποιο σημάδι, που ασχημίζει και το πρόσωπο, αλλά και που θυμίζει πώς υπήρξε κάποτε ένα τραύμα. Kαι αγωνίζεται με χίλιους τρόπους ο γιατρός να εξαλείψει πέρα από την πληγή και το σημάδι. Mα όμως δεν τα καταφέρνει, γιατί τον αντιμάχεται η φύση του ανθρώπου η ασθενική και η αδυναμία της ιατρικής και των φαρμάκων. O Θεός όμως, όταν εξαλείφει τα αμαρτήματα, δεν αφήνει σημάδι ούτε επιτρέπει να παραμείνει κάποιο ίχνος επάνω στην ψυχή- αλλά μαζί με την υγεία χαρίζει και την ομορφιά- μαζί με την απαλλαγή από την τιμωρία δίνει και τη δικαιοσύνη- κι εκείνον που αμάρτησε, τον κάνει να ΄ναι ίσος με αυτόν που δεν αμάρτησε. Γιατί αφαιρεί το αμάρτημα και κάνει όχι μόνο να μην υπάρχει τώρα πια αυτό, αλλά και να μην έχει υπάρξει ούτε και στο παρελθόν. M΄ αυτόν τον τρόπο ολοκληρωτικά το εξαλείφει. Δεν υπάρχει πλέον ουλή- δεν υπάρχει σημάδι- δεν υπάρχει ίχνος που να θυμίζει το τραύμα- δεν υπάρχει το παραμικρό που να φανερώνει πως υπήρξε πληγή (...).

     Παρακολούθησε με προσοχή αυτά τα λόγια! Γιατί για όλους είναι, όλους αφορούν και οδηγούν στη σωτηρία. Παρασκευάζω φάρμακα, που είναι πιο σπουδαία από τα φάρμακα των ιατρών (...). Στα χέρια της μετάνοιας σάς παραδίδω- για να γνωρίσετε τη δύναμη που έχει- για να γνωρίσετε τί είναι ικανή να κατορθώσει και για να μάθετε πώς δεν υπάρχει αμάρτημα που να μπορεί να τη νικήσει, ούτε παράβαση του νόμου που να μπορεί να υπερισχύσει πάνω απ΄ τη δική της δύναμη (...). Γνωρίζοντας, λοιπόν, το φάρμακο αυτό της μετάνοιας, ας απευθύνουμε δοξολογία στο Θεό. Γιατί η δόξα και η δύναμη αιώνια είναι δική Tου.

Aμήν

Κανεὶς δὲν ἀνέβηκε στὸν οὐρανὸ παρὰ μόνον Ἐκεῖνος ποὺ κατέβηκε ἀπ᾿ τὸν οὐρανό, ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος βρίσκεται πάντοτε στὸν οὐρανό. Ὁ καλὸς ποιμένας, ποὺ ἄφησε τὰ ἐνενήντα ἐννέα πρόβατα - τοὺς ἀγγέλους - στὰ οὐράνια ὄρη καὶ ἀφοῦ τὸ σήκωσε στοὺς φιλάνθρωπους ὤμους του τὸ ἔφερε στὸ οὐράνιο λιμάνι καὶ προσφέροντάς το σὰν δῶρο στὸν οὐράνιο Πατέρα τοῦ λέγει: «Βρῆκα, Πάτερ, τὸ πλανεμένο πρόβατο, ἐκεῖνο ποὺ ὁ ἀπατεώνας ὄφις μὲ δόλιους τρόπους καὶ τεχνάσματα ἐξαπάτησε καὶ στοὺς δρόμους τῆς κακίας τὸ παρέσυρε καὶ μὲ τὴ λάσπη τῆς πολυθεΐας μόλυνε τὴν καθαρότητα τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ. Βλέποντάς το, λοιπόν, νὰ πνίγεται μέσα στὸ βοῦρκο τῆς μαλθακῆς ζωῆς μὲ τὸ θεϊκό μου χέρι τὸ ἅρπαξα γρήγορα καὶ εὐσπλαχνικὰ τὸ ἔπλυνα στὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνη καὶ ἀφοῦ τὸ ἄλειψα μὲ τὸ μύρο τῆς εὐωδίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος - μὲ τὸ γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως - τώρα ἔρχομαι φέρνοντας ὡς δῶρο ἀντάξιο τῆς θεότητός σου τὸ λογικὸ πρόβατο».

Σήμερα ὁ Διάβολος θρηνεῖ γιὰ τὴν ἥττα του βλέποντας τὸ δικό μας -ἀνθρώπινο- σῶμα νὰ ἀνεβαίνει στοὺς οὐρανούς. Σήμερα ἡ ἁμαρτία σὰν καπνὸς διαλύεται μὲ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

(ἐκ τοῦ λόγου εἰς τὴν Ἀνάληψιν τοῦ Κυρίου)

Τοῦ ἐν ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Ἐπιφανίου
ἐπισκόπου Κύπρου εἰς τὰ Βαΐα.

...τὰς λαμπάδας φαιδροὶ φαιδρῶς ἐφαψώμεθα·
τοὺς χιτῶνας τῶν ψυχῶν θεοπρεπῶς ἐξαλλάξωμεν,
τὰς τοῦ βίου ὁδοὺς καλῶς ἑτοιμάσωμεν,
τὰς εἰσόδους τῶν ψυχῶν τῷ Βασιλεῖ διανοίξωμεν,
τὰ βαΐα τῆς νίκης ὡς νικητῇ τοῦ θανάτου βαστάσωμεν,
τοὺς κλάδους τῶν ἐλαιῶν τῷ ἐκ Μαρίας κλάδῳ θεοπρεπῶς ἐπισείοντες·
τὰ ἀγγέλων τῷ Θεῷ τῶν ἀγγέλων ὑμνήσωμεν·
μετὰ τῶν παίδων θεοπρεπῶς ἀνακράξωμεν,
μετὰ τοῦ ὄχλου τὰ τοῦ ὄχλου καὶ οἱ ὄχλοι βοήσωμεν·
Ὡσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις. Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου·

Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν,
ἐπέφανε τοῖς ἐν σκότει καὶ σκιᾷ θανάτου καθημένοις ἡμῖν.

Ἐπέφανεν ἡ τῶν πεπτωκότων ἀνάστασις, ἐπέφανεν ἡ τῶν αἰχμαλώτων ἀνάῤῥυσις,
ἐπέφανεν τῶν τυφλῶν ἡ ἀνάβλεψις, ἐπέφανεν ἡ τῶν πενθούντων παράκλησις,
ἐπέφανεν ἡ τῶν κοπιώντων ἀνάπαυσις, ἐπέφανεν ἡ τῶν διψώντων ἀνάψυξις,
ἐπέφανεν ἡ τῶν καταπονουμένων ἐκδίκησις, ἐπέφανεν ἡ τῶν ἀπεγνωσμένων παράκλησις,
ἐπέφανεν ἡ τῶν χωριζομένων ἕνωσις, ἐπεφάνη ἡ τῶν νοσούντων ἴασις,
ἐπεφάνη ἡ τῶν χειμαζομένων γαλήνη.

Διὸ καὶ ἡμεῖς, οἱ δῆμοι, μετὰ τοῦ ὄχλου βοήσωμεν,
λέγοντες σήμερον Χριστῷ·
Ὡσαννὰ, τουτέστι, Σῶσον δὴ, ὁ ἐν ὑψίστοις Θεός.

ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΤΩΝ ΔΩΔΕΚΑ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΟΥ ΕΚΗΡΥΞΑΝ
ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΙ ΠΩΣ ΕΤΕΛΕΙΩΘΗΣΑΝ

α´. Σίμων Πέτρος ὁ τῶν ἀποστόλων κορυφαῖος, ὡς διὰ τῶν ἐπιστολῶν αὐτοῦ φαίνεται δηλῶν ἐν Πόντῳ καὶ Γαλατίᾳ καὶ Καππαδοκίᾳ καὶ Βιθυνίᾳ καὶ ἐν Ἰταλίᾳ, Ἀσίᾳ καὶ ἐν τῷ Ἰλλυρικῷ ἐκήρυξε τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὕστερον δὲ ἐν Ῥώμῃ ἐπὶ Νέρωνος βασιλέως σταυροῦται κατὰ κεφαλῆς, αὐτοῦ οὕτως παθεῖν ἀξιώσαντος, θάπτεται δὲ ἐν αὐτῇ τῇ Ῥώμῃ πρὸ τριῶν Καλανδῶν Ἰουλίων, ὅ ἐστιν Ἐπιφί.

β´. Ἀνδρέας δὲ ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ, ὡς οἱ πρὸ ἡμῶν παραδεδώκασιν, ἐκήρυξε Σκύθαις καὶ Σογδιανοῖς καὶ Γορσίνοις καὶ ἐν Σεβαστοπόλει τῇ μεγάλῃ, ὅπου ἐστὶν ἡ παρεμβολὴ Ἄψαρος καὶ Ὕσσου λιμὴν καὶ Φᾶσις ποταμός, ἔνθα οἰκοῦσιν 109 Αἰθίοπες, θάπτεται δὲ ἐν Πάτραις τῆς Ἀχαίας σταυρῷ προσδεθεὶς ὑπὸ Αἰγεάτου τοῦ ἡγεμόνος Πατρῶν.

γ´. Ἰάκωβος δὲ ὁ τοῦ Ζεβεδαίου, ἀδελφὸς δὲ Ἰωάννου τοῦ εὐαγγελιστοῦ, ταῖς δώδεκα φυλαῖς τῆς διασπορᾶς ἐκήρυξε τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ, ὑπὸ δὲ Ἡρώδου τοῦ τετράρχου τῶν Ἰουδαίων ἀνῃρέθη μαχαίρᾳ καὶ ἐκεῖ ἐτάφη ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ.

δ´. Ἰωάννης δὲ ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ, ἐν μὲν τῇ Ἀσίᾳ ἐκήρυξε τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ, ὑπὸ δὲ Τραιανοῦ τοῦ βασιλέως τῶν Ῥωμαίων ἐξορισθεὶς ὑπ᾿ αὐτοῦ ἐν Πάτμῳ τῇ νήσῳ διὰ τοῦ λόγου τοῦ Κυρίου, ἐκεῖ ὢν συνέγραψε τὸ εὐαγγέλιον τὸ κατὰ Ἰωάννην, καὶ ἐξέδοτο αὐτὸ διὰ Γαΐου τοῦ ξενοδόχου, μετὰ δὲ τὴν Τραιανοῦ τελευτὴν ἐπάνεισιν ἀπὸ τῆς νήσου εἰς τὴν Ἔφεσον καὶ ἐκεῖ ζῶντα ἑαυτὸν ἔθαψεν, ὢν ἐτῶν ρ´ τῇ τοῦ θεοῦ βουλήσει.

ε´. Φίλιππος δὲ ὁ ἀπόστολος· οὗτος ἦν ἀπὸ Βηθσαιδᾶ ἐκ τῆς κώμης Πέτρου καὶ Ἀνδρέου, ἐν δὲ τῇ ἄνω Φρυγίᾳ ἐκήρυξε τὸ εὐαγγέλιον, θνήσκει δὲ ἐν Ἱεραπόλει καὶ ἐκεῖ θάπτεται ἐνδόξως μετὰ τῶν αὐτοῦ.

ς´. Βαρθολομαῖος δὲ ὁ ἀπόστολος Ἰνδοῖς τοῖς καλουμένοις Εὐδαίμοσιν ἐκήρυξε τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ κατὰ Ματθαῖον ἅγιον εὐαγγέλιον αὐτοῖς τῇ ἰδίᾳ διαλέκτῳ αὐτῶν συγγράψας ἐκοιμήθη δὲ ἐν Ἀλβανίᾳ πόλει τῆς μεγάλης Ἀρμενίας καὶ ἐκεῖ ἐτάφη.

ζ´. Θωμᾶς δὲ ὁ ἀπόστολος, καθὼς ἡ παράδοσις περιέχει, ἦν μὲν ἀπὸ τῆς Πανιάδος πόλεως τῆς Γαλιλαίας, Πάρθοις δὲ καὶ Μήδοις ἐκήρυξε τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Κυρίου, καὶ Πέρσαις δὲ καὶ Γερμανοῖς καὶ Ὑρκανοῖς καὶ Ἰνδοῖς καὶ Βάκτροις καὶ Μάγοις, ἐκοιμήθη ἐν πόλει Καλαμηνῇ τῆς Ἰνδικῆς.

η´. Ματθαῖος δὲ ὁ εὐαγγελιστὴς ἦν ἀπὸ Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐκεῖ συνέγραψε τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Κυρίου τῇ ἑβραίδι διαλέκτῳ, καὶ ἐξέδωκεν αὐτὸ τοῖς ἁγίοις ἀποστόλοις καὶ ἑρμηνεύων αὐτὸ Ἰάκωβος ὁ ἀδελφὸς τοῦ Κυρίου, ἐκοιμήθη δὲ ἐν Ἱεραπόλει τῆς Παρθίας καὶ θάπτεται ἐκεῖ.

θ´. Ἰάκωβος ὁ ἐπικληθεὶς Θαδδαῖος, ἀδελφὸς τοῦ Κυρίου γενόμενος τὸ κατὰ σάρκα, ὃς καὶ πρῶτος ἐν Ἱεροσολύμοις κατεστάθη ἐπίσκοπος ὑπὸ τῶν ἀποστόλων· προφάσεως δὲ γενομένης ζητημάτων τοῖς Ἰουδαίοις λίθοις ὑπ᾿ αὐτῶν βληθεὶς ἐκοιμήθη ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐκεῖ ἐτάφη πλησίον τοῦ τάφου τῶν ἱερέων ἐνδόξως.

ι´. Σίμων ὁ ζηλωτὴς πᾶσαν τὴν Μαυριτανίαν καὶ τὴν τῶν Ἀφρῶν χώραν διελθὼν καὶ κηρύξας τὸν Χριστόν, ὕστερον δὲ ἐν Βρεττανίᾳ ὑπ᾿ αὐτῶν σταυρωθεὶς καὶ τελειωθεὶς θάπτεται ἐκεῖ.

ια´. Θαδδαῖος δὲ ὁ καὶ Λεββαῖος, ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ, ὁ ἐπικληθεὶς Ἰούδας Ἰακώβου Ἐδεσσηνοῖς καὶ πάσῃ τῇ Μεσοποταμείᾳ ἐκήρυξε τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Κυρίου καὶ ἐπὶ Αὐγάρου τοῦ βασιλέως Ἐδεσσηνῶν, ἐτελεύτησε δὲ ἐν Βηρυτῷ καὶ ἐκεῖ ἐτάφη ἐνδόξως.

ιβ´. Ἰούδας ὁ ἀδελφὸς τοῦ Κυρίου μετὰ Ἰάκωβον τὸν ἑαυτοῦ ἀδελφὸν καὶ Συμεὼν ἐξάδελφον τοῦ Κυρίου, λιπὼν δὲ αὐτὸν ἐπίσκοπον ἐν Ἱεροσολύμοις ἔτη λ´, ἐκήρυξε δὲ τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ, ἐποίησε δὲ καὶ καθολικὴν ἐπιστολήν, καὶ πρώην ἔσχε δύο υἱοὺς Ἰάκωβον καὶ Ζωκήρ, ἀπέθανε δὲ ἐν Ἱερουσαλὴμ ἐνδόξως.

ιγ´. Σίμων ὁ ἐπικληθεὶς Ἰούδας, ὁ καὶ ἐπίσκοπος γενόμενος μετὰ τελευτὴν Ἰακώβου ἐν Ἱερουσαλὴμ ἐπὶ Τραιανοῦ τοῦ βασιλέως σταυρῷ προσδεθεὶς ἐτελειώθη ἐν Ὀστρακίνῃ τῆς Αἰγύπτου ζήσας ἔτη ρ´.

ιδ´. Σίμων ὁ Καναναῖος ὁ τοῦ Κλωπᾶ, ὁ καὶ Ἰούδας μετὰ Ἰάκωβον τὸν δίκαιον ἐπίσκοπος γέγονεν ἐν Ἱεροσολύμοις καὶ ζήσας ρ´ ἔτη σταυρῷ παραδοθεὶς ἐμαρτύρησεν ἐπὶ Τραιανοῦ βασιλέως.

ιε´. Ματθίας δὲ εἷς ὢν τῶν ό μαθητῶν ὃν ἀνέδειξεν ὁ Κύριος ἡμῶν μετὰ τὴν ἀνάδειξιν τὴν ἐκ νεκρῶν, ὃς καὶ συγκατεριτμήθη μετὰ τῶν ἕνδεκα ἀποστόλων ἀντὶ Ἰούδα τοῦ Ἰσκαριώτου, ἐκήρυξε τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Κυρίου ἡμῶν ἐν τῇ ἔξω Αἰθιοπίᾳ καὶ ἐκεῖ ἐμαρτύρησεν ὑπὸ τῶν Αἰθιόπων ἐπὶ Ὕσσου λιμένα.

ις´. Παῦλος δὲ ὁ ἀπόστολος μετὰ τὴν εἰς οὐρανοὺς τοῦ Κυρίου ἀνάληψιν ἤρξατο κηρύσσειν τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Κυρίου ἀρξάμενος ἀπὸ Ἱεροσολύμων προῆλθεν ἕως τοῦ Ἰλλυρικοῦ καὶ τῆς Ἰταλίας καὶ Ἱσπανίας, οὗ καὶ ἐπιστολαὶ μετὰ σοφίας παρ᾿ ἡμῖν φέρονται. Ἐπὶ δὲ Νέρωνος υἱοῦ Κλαυδίου βασιλέως ἐν πόλει Ῥώμῃ τὴν κεφαλὴν ἀπετμήθη, ἐμαρτύρησεν ἐπὶ Ἐπιφί, πρὸ Καλανδῶν Ἰουλίων· καὶ ἐκεῖ ἐτάφη πλησίον τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Πέτρου, ἐκεῖ εἰσιν ἕως σήμερον ἐν Χριστῷ.
Μαρτύριον Παύλου τοῦ ἀποστόλου.
Ἒπὶ Νέρωνος τοῦ Καίσαρος Ῥωμαίων ἐμαρτύρησεν αὐτόθι Παῦλος ὁ ἀποστόλος ἔτει τοῦ σωτηρίου πάθους, τὸν καλὸν ἀγῶνα ἀγωνισάμενος ἐν Ῥώμῃ πέμπτῃ ἡμέρᾳ κατὰ Συρομακεδόνας Πανέμου μηνός, ὅστις λέγεται παρ᾿ Αἰγυπτίοις Ἐπιφί, παρὰ δὲ Ῥωμαίοις πρὸ τριῶν Καλανδῶν Ἰουλίων μηνὶ Ἰουνίῳ, καθ᾿ ἣν ἐτελειώθη ὁ ἅγιος ἀπόστολος τῷ κατ᾿ αὐτὸν μαρτυρίῳ ἑξηκοστῷ καὶ ἐννάτῳ ἔτει τῆς τοῦ σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ παρουσίας. Ἐστὶν οὖν ὁ πᾶς χρόνος, ἐξ οὗ ἐμαρτύρησε τριακόσια τριάκοντα ἔτη μέχρι τῆς παρούσης ταύτης ὑπατίας, τετάρτης μὲν Ἀρκαδίου, τρίτης δὲ Ὁνωρίου τῶν δύο ἀδελφῶν αὐτοκρατόρων Αὐγούστων, ἐννάτης ἰνδικτίωνος τῆς πεντεκαιδεκαετηρικῆς περιόδου μηνὸς Ἰουνίου εἰκοστῆς ἐννάτης ἡμέρας.

ιζ´. Μάρκος ὁ εὐαγγελιστὴς ἦν μὲν Κυρηναῖος τῆς Λιβύης, ἐκήρυξε δὲ τὸ εὐαγγέλιον Ἀλεξανδρεῦσι καὶ πάσῃ τῇ περιχώρῳ αὐτῶν ἕως Πενταπόλεως καὶ ἐν πάσῃ τῇ Αἰγύπτῳ ἐκδοθὲν ὑπὸ Πέτρου τοῦ ἀποστόλου μετέδωκε τὸ τῆς εὐσεβείας μυστήριον ἐν τῇ μεγαλοπόλει Ἀλεξανδρείᾳ συρθεὶς ἐν σχοινίοις ἐτελεύτησε καὶ τεφρωθεὶς ὑπὸ τῶν εἰδωλομανῶν Ἑλλήνων ἐν τοῖς Βουκόλου τόποις κατετέθη καί ἐστιν ἕως σήμερον, ἐστὶ δὲ ἡ ἡμέρα τῆς κοινήσεως αὐτοῦ Φαρμουθὶ κύριε, ὅ ἐστιν Ἀπρίλλιος. Μάρκος ὁ εὐαγγελιστὴς καὶ πρῶτος Ἀλεξανδρείας ἐπίσκοπος Ἀλεξανδρεῦσι καὶ πάσῃ τῇ περιχώρᾳ αὐτῆς ἐκήρυξε τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Κυρίου, ἀπὸ Αἰγύπτου καὶ μέχρι Πενταπόλεως· ἐπὶ δὲ τῆς βασιλείας Τραϊανοῦ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, Βουκόλων λαβὼν κατὰ τοῦ τραχήλου καὶ συρεὶς ἀπὸ τῶν καλουμένων Βουκόλου τόπων ἕως τῶν καλουμένων Ἀγγέλων, ἐκεῖ ἐκάη πυρὶ ἀπὸ τῶν εἰδωλομανῶν μηνὶ Φαρμουθὶ καὶ ἐκεῖ ἐτάφη ἐν τοῖς Βουκόλου. Μάρκος ὁ εὐαγγελιστὴς Ἀλεξανδρεῦσι καὶ πάσῃ τῇ περιχώρῳ αὐτῆς ἕως τῆς Πενταπόλεως κηρύξας τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Κυρίου, θάπτεται ἐν Ἀλεξανδρείᾳ ἐν τοῖς Βουκόλων μετὰ Ἴκταρος τοῦ ἐν τῇ Λύκῳ πρωτομάρτυρος, ὃν Ἀλέξανδρος κατήνεγκε καὶ ἔθηκεν, ἔνθα πάντες οἱ ἐπίσκοποι κεῖνται.

ιη´. Λουκᾶς δὲ ὁ εὐαγγελιστής, ἰατρὸς μὲν τὴν τέχνην, αὐτὸς δὲ συνέγραψε τὸ κατὰ Λουκᾶν εὐαγγέλιον, κατ᾿ ἐπιτροπὴν Παύλου τοῦ ἀποστόλου. Ἐκηρύχθη δὲ ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐν Ῥώμῃ καὶ ἐν Ἰταλίᾳ, ἔγραψε δὲ καὶ τὰς πράξεις τῶν ἀποστόλων κατ᾿ ἐπιτροπὴν Παύλου τοῦ ἀποστόλου, συναπεδήμει 117ῄ γὰρ τοῖς ἀποστόλοις, μάλιστα τῷ ἁγίῳ Παύλῳ, ὃς καὶ μνημονεύων ὁ μακάριος Παῦλος ἐν ἐπιστολαῖς γράφει· ἀσπάζεται ὑμᾶς Λουκᾶς ὁ ἰατρὸς ἐν Κυρίῳ, ἐπίσκοπος Θηβῶν ἐκεῖ ἀπέθανεν καὶ ἐτάφη. Λουκᾶς ὁ εὐαγγελιστὴς Ἀντιοχεὺς μὲν τὸ γένος ἦν, ἰατρὸς δὲ τὴν τέχνην, συνεγράψατο δὲ τὸ μὲν εὐαγγέλιον κατ᾿ ἐπιτροπὴν Πέτρου τοῦ ἀποστόλου, τὰς δὲ πράξεις τῶν ἀποστόλων κατ᾿ ἐπιτροπὴν Παύλου τοῦ ἀποστόλου· συναπεδήμησε γὰρ τοῖς ἀποστόλοις καὶ μάλιστα τῷ Παύλῳ, οὗ καὶ μνημονεύσας ὁ Παῦλος ἔγραψεν ἐν ἐπιστολῇ· ἀσπάζεται ὑμᾶς Λουκᾶς ὁ ἰατρὸς ὁ ἀγαπητὸς ἐν κυρίῳ. Ἀπέθανε δὲ ἐν Ἐφέσῳ καὶ ἐτάφη ἐκεῖ, μετετέθη δὲ ὕστερον ἐν Κωνσταντινουπόλει μετὰ καὶ Ἀνδρέου καὶ Τιμοθέου τῶν ἀποστόλων· κατὰ τοὺς καιροὺς Κωνσταντίου τοῦ βασιλέως υἱοῦ Κωνσταντίνου τοῦ μεγάλου. Ἔστιν ὁ διηγούμενος τὰς πράξεις τῶν ἀποστόλων Λουκᾶς ὁ εὐαγγελιστής. Ἀντιοχεὺς γὰρ οὗτος ὑπάρχων τὸ γένος, ἰατρὸς δὲ τὴν ἐπιστήμην, συναπεδήμει τοῖς ἀποστόλοις καὶ μάλιστα τῷ Παύλῳ, καὶ εἰδὼς ἀκριβῶς γράφει· διηγεῖται δέ· ὡς ἀγγέλων ὑπολαβόντων ἀνελήφθη ὁ Κύριος καὶ τὴν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἔκχυσιν γενομένην ἐν τῇ πεντηκοστῇ ἐπί τε τοῖς ἀποστόλοις καὶ πάντας τοὺς τότε παρόντας, τήν τε κατάστασιν τοῦ Ματθία ἀντὶ Ἰούδα τοῦ προδότου καὶ τὴν κατάστασιν τῶν ἑπτὰ διακόνων καὶ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Παύλου καὶ ὅσα ἔπαθεν, καὶ ὅσα οἱ ἀπόστολοι διὰ προσευχῆς καὶ τῆς εἰς αὐτὸν τὸν Χριστὸν πίστεως ἐθαυματούργησαν.


Περὶ τῶν ο´ ἀποστόλων.

α´. Ἰάκωβος ὁ ἀδελφὸς τοῦ Κυρίου τὸ κατὰ σάρκα, ὁ καὶ ἐπικληθεὶς δίκαιος καὶ πρῶτος ἐπίσκοπος Ἱεροσολύμων χειροτονηθείς, λίθοις βληθεὶς ὑπὸ τῶν Ἰουδαίων ἐν αὐτῇ τῇ Ἱερουσαλὴμ ἐκοιμήθη καὶ ἐκεῖ ἐτάφη ἐν τῷ ναῷ πλησίον τῶν ἱερέων.

β´. Τιμόθεος ὁ ὑπὸ Παύλου ἐπίσκοπος γενόμενος Ἐφέσου ἐν τῷ Ἰλλυρικῷ καὶ ἐν ἁπάσῃ τῇ Ἑλλάδι ἀρξάμενος ἀπὸ Ἐφέσου, ἐκήρυξε τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ· ἐκεῖ οὖν ἀπέθανε καὶ ἐκεῖ ἐτάφη ἐνδόξως.

γ´. Τίτος ὁ ἐπίσκοπος Κρήτης αὐτῇ τῇ Κρήτῃ, ταῖς τε πέριξ νήσοις ἐκήρυξε τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ, κἀκεῖσε ἀποθανὼν ἐτάφη ἐνδόξως.

δ´. Βαρνάβας ὁ μετὰ Παύλου τῷ λόγῳ διακονήσας πρῶτος ἐν Ῥώμῃ τὸν Χριστὸν ἐκήρυξε· μετέπειτα δὲ Μεδιολάνων ἐπίσκοπος ἐγένετο.

ε´. Ἀνανίας ὁ βαπτίσας τὸν ἅγιον Παῦλον Δαμασκοῦ ἐπίσκοπος ἐγένετο.

ς´. Στέφανος ὁ πρωτομάρτυς, ὁ εἷς τῶν ἑπτὰ διακόνων, λιθοβληθεὶς ἐτελειώθη ὑπὸ τῶν Ἰουδαίων ἐν Ἱερουσαλήμ, ὡς Λουκᾶς μαρτυρεῖ ἐν ταῖς πράξεσι τῶν ἀποστόλων.

ζ´. Φίλιππος ὁ καὶ αὐτὸς εἷς τῶν ἑπτά, ὁ καὶ Σίμωνα καὶ τὸν εὐνοῦχον βαπτίσας ἐν Τράλλεσι τῆς Ἀσίας ἐπίσκοπος γέγονεν.

η´. Πρόχωρος ὁ καὶ αὐτὸς εἷς τῶν ἑπτά, Νικομηδείας τῆς κατὰ Βιθυνίαν ἐπίσκοπος γέγονεν.

θ´. Νικάνωρ ὁ καὶ αὐτὸς εἷς τῶν ἑπτά, κατ᾿ αὐτὴν τὴν ἡμέραν καὶ αὐτὸς τὸν βίον ἐξετέλεσε, καθ᾿ ἣν καὶ ὁ συνδιάκονος αὐτοῦ καὶ πρωτομάρτυς Στέφανος σὺν δισχιλίοις ἄλλοις τῶν ἠλπικότων εἰς Χριστόν.

ι´. Σίμων ὁ καὶ αὐτὸς εἷς τῶν ἑπτά, ὁ καὶ ἐπίσκοπος Βόστρων Ἀράβων γενόμενος· ἐκαύθη ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων.

ια´. Παρμενᾶς ὁ καὶ αὐτὸς εἷς τῶν ἑπτά, οὗτος ἐπ᾿ ὄψεσι τῶν ἀποστόλων ἀπέθανεν ἐν τῇ διακονίᾳ αὐτοῦ.

ιβ´. Νικόλαος ὁ καὶ αὐτὸς εἷς τῶν ἑπτά, οὗτος γέγονε μὲν Σαμαρείας ἐπίσκοπος· ἑτεροδοξήσας δὲ ἅμα τῷ Σίμωνι ἀπέστη.

ιγ´. Κλεόπας ὁ καὶ Συμεὼν ὁ ἀνέψιος τοῦ Κυρίου, ὃς καὶ εἶδεν αὐτὸν καὶ ὡμίλησεν ἅμα καὶ τῷ Λουκᾷ συνοδεύσας μετὰ τὸ ἀναστῆναι τοῦτον ἐκ τῶν νεκρῶν, ὡς ἐν τῷ εὐαγγελίῳ γέγραπται· οὗτος ἐπίσκοπος Ἱεροσολύμων ἐγένετο δεύτερος.

ιδ´. Σίλας ὁ μετὰ Παύλου τῷ λόγῳ διακονήσας ἐν Κορίνθῳ ἐπίσκοπος γέγονεν.

ιε´. Κρήσκης, οὗ μέμνηται ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐν τῇ πρὸς Τιμόθεον δευτέρᾳ ἐπιστολῇ, ὁ καὶ ἐπίσκοπος Χαλκηδόνος τῶν ἐν Γαλλίαις γενόμενος ἐκεῖ ἐκήρυξε τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ· ἐπὶ δὲ Τραιανοῦ βασιλέως καὶ ἐμαρτύρησε καὶ ἐτάφη ἐκεῖ.

ις´. Ἐπαινετός, οὗ ὁ ἀπόστολος μέμνηται ἐν τῇ πρὸς Ῥωμαίους ἐπιστολῇ, ἐπίσκοπος Καρθαγένης ἐγένετο.

ιζ´. Ἀνδρόνικος, οὗ καὶ αὐτοῦ ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐν τῇ πρὸς Ῥωμαίους ἐπιστολῇ μέμνηται, ἐπίσκοπος Παννονίας ἐγένετο.ιη´. Ἀμπλίας, οὗ καὶ αὐτοῦ μέμνηται ὁ Παῦλος ἐν τῇ πρὸς Ῥωμαίους ἐπιστολῇ, ἐπίσκοπος Ὀδυσσοῦ ἐγένετο.

ιθ´. Οὐρβανός, οὗ καὶ αὐτοῦ μέμνηται ὁ Παῦλος ἐν τῇ πρὸς Ῥωμαίους ἐπιστολῇ, ἐπίσκοπος Μακεδονίας ἐγένετο.

κ´. Στάχυς, οὗ καὶ αὐτοῦ ἐν τῇ αὐτῇ ἐπιστολῇ μέμνηται ὁ Παῦλος, ἐπίσκοπος πρῶτος Βυζαντίου κατέστη ὑπὸ Ἀνδρέου τοῦ ἀποστόλου ἐν Ἀργυροπόλει τῆς Θρᾴκης.

κα´. Ἀπελλῆς, οὗ καὶ αὐτοῦ ἐν τῇ αὐτῇ ἐπιστολῇ ὁ Παῦλος μέμνηται, ἐπίσκοπος Σμύρνης ἐγένετο πρὸ τοῦ ἁγίου Πολυκάρπου.

κβ´. Ἀριστόβουλος, οὗ καὶ αὐτοῦ ἐν τῇ αὐτῇ ἐπιστολῇ ὁ Παῦλος μέμνηται, ἐπίσκοπος Βρεττανίας ἐγένετο.

κγ´. Νάρκισσος, οὗ καὶ αὐτοῦ ἐν τῇ αὐτῇ ἐπιστολῇ ὁ αὐτὸς μέμνηται, ἐπίσκοπος Ἀθηνῶν ἐγένετο.

κδ´. Ἡρωδίων, οὗ καὶ αὐτοῦ ἐν τῇ αὐτῇ ἐπιστολῇ ὁ αὐτὸς μέμνηται, ἐπίσκοπος Πατρῶν ἐγένετο.

κε´. Ῥοῦφος, οὗ καὶ αὐτοῦ ἐν τῇ αὐτῇ ἐπιστολῇ ὁ αὐτὸς μέμνηται, ἐπίσκοπος Θηβῶν ἐγένετο.

κς´. Ἀσύγκριτος, οὗ καὶ αὐτοῦ ἐν τῇ αὐτῇ ἐπιστολῇ ὁ αὐτὸς μέμνηται, ἐπίσκοπος Ὑρκανίας γέγονεν.

κζ´. Φλέγων, οὗ καὶ αὐτοῦ ἐν τῇ αὐτῇ ἐπιστολῇ ὁ αὐτὸς μέμνηται, ἐπίσκοπος Μαραθῶνος γέγονεν.

κη´. Ἑρμῆς, οὗ καὶ αὑτοῦ ἐν τῇ αὐτῇ ἐπιστολῇ ὁ αὐτὸς μέμνηται ἀπόστολος, ἐπίσκοπος Δαλματίας ἐγένετο.

κθ´. Ἑρμᾶς, οὗ καὶ αὐτοῦ ἐν τῇ αὐτῇ ἐπιστολῇ ὁ αὐτὸς μέμνηται ἀπόστολος, ἐπίσκοπος Φιλίππων πόλεως ἐγένετο.

λ´. Πατρόβας, οὗ καὶ αὐτοῦ ὁ αὐτὸς ἀπόστολος Παῦλος μέμνηται, ἐπίσκοπος ἐν Νεποτιόλοις ἐγένετο.

λα´. Ἄγαβος, ὁ ἐν ταῖς πράξεσι τῶν ἀποστόλων μνημονευόμενος, οὗτος καὶ προφητικοῦ ἠξιώθη χαρίσματος.

λβ´. Λῖνος, οὗ καὶ αὐτοῦ ὁ ἀπόστολος Παῦλος μέμνηται, πρῶτος ἐπίσκοπος Ῥώμης μετὰ Πέτρον τὸν κορυφαῖον ἐγένετο.

λγ´. Γάϊος, οὗ καὶ αὐτοῦ ὁ ἀπόστολος Παῦλος μέμνηται, ἐπίσκοπος Ἐφέσου μετὰ Τιμόθεον γέγονεν.

λδ´. Φιλόλογος, οὗ καὶ αὐτοῦ ὁ Παῦλος μέμνηται, ἐπίσκοπος Σινώπης ὑπὸ Ἀνδρέου ἐγένετο.

λε´. Ὀλυμπᾶς, οὗ καὶ αὐτοῦ ὁ Παῦλος μέμνηται, οὗτος ἐν Ῥώμῃ ἅμα Πέτρῳ τῷ κορυφαίῳ ἐμαρτύρησε τὴν κεφαλὴν ἀποτμηθείς.

λς´. Ῥωδίων, οὗ καὶ αὐτοῦ ὁ Παῦλος μέμνηται, καὶ αὐτὸς ὁμοίως ἐν Ῥώμῃ μετὰ Πέτρου καὶ Ὀλυμπᾶ τῷ μαρτυρίῳ ἐτελειώθη τὴν κεφαλὴν καὶ αὐτὸς ἀποτμηθείς.

λζ´. Ἰάσων, οὗ καὶ αὐτοῦ ὁ Παῦλος μέμνηται, ἐπίσκοπος Ταρσοῦ ἐγένετο.

λη´. Σωσίπατρος, οὗ καὶ αὐτοῦ ὁμοίως ὁ Παῦλος μέμνηται, ἐπίσκοπος Ἰκονίου ἐγένετο.

λθ´. Λούκιος, οὗ καὶ αὐτοῦ ὁ Παῦλος μέμνηται, ἐπίσκοπος ἐν Λαοδικείᾳ τῆς Συρίας ἐγένετο.

μ´. Τέρτιος ὁ κατ᾿ αὐτὴν τὴν πρὸς Ῥωμαίους ἐπιστολὴν τοῦ Παύλου γράψας ἐπίσκοπος δεύτερος Ἰκονίου ἐγένετο.

μα´. Ἔραστος, οὗ καὶ αὐτοῦ μέμνηται Παῦλος ἐν τῇ αὐτῇ ἐπιστολῇ, οἰκονόμος τῆς ἐν Ἱεροσολύμοις ἐκκλησίας ἐγένετο, ἔπειτα ἐπίσκοπος Πανεάδος ἐγένετο.

μβ´. Φύγελος, οὗ καὶ αὐτοῦ ὁ Παῦλος μέμνηται ὡς ἑτεροδοξήσαντος καὶ τὰ Σίμωνος φρονήσαντος, ἐπίσκοπος Ἐφέσου γέγονεν.

μγ´. Ἑρμογένης, οὗ καὶ αὐτοῦ ὁ Παῦλος ὁμοίως ὡς ἑτεροδοξήσαντος μέμνηται, ἐπίσκοπος ἐν Μεγάροις ἐγένετο.

μδ´. Δημᾶς, οὗ καὶ αὐτοῦ ὁμοίως ὁ ἀπόστολος Παῦλος μέμνηται ὡς ἀποστήσαντος· δηλοῖ γὰρ περὶ τῶν τριῶν ἐν τῇ πρὸς Τιμόθεον δευτέρᾳ αὐτοῦ ἐπιστολῇ, ὅτι ἑτεροδοξήσαντες Φύγελος καὶ Ἑρμογένης ἀντέστησαν τῇ διδασκαλίᾳ αὐτοῦ. Ὁ δὲ Δημᾶς ἀγαπήσας τὸν νῦν αἰῶνα κατέλιπε τὸν εὐαγγελικὸν λόγον, καὶ ἐν Θεσσαλονίκῃ ἱερεὺς τῶν εἰδώλων ἐγένετο. Περὶ τούτων καὶ Ἰωάννης ὁ ἀπόστολος ἔγραψεν· ἐξ ἡμῶν ἐξῆλθον, ἀλλ᾿ οὐκ ἦσαν ἐξ ἡμῶν.

με´. Κούαρτος, οὗ καὶ αὐτοῦ ἐν τῇ πρὸς Ῥωμαίους ἐπιστολῇ ὁ Παῦλος μέμνηται, ἐπίσκοπος Βηρυτοῦ ἐγένετο.

μς´. Ἀπολλώς, οὗ καὶ αὐτοῦ ἐν τῇ πρὸς Κορινθίους ἐπιστολῇ ὁ Παῦλος μέμνηται, ἐπίσκοπος Καισαρείας ἐγένετο.

μζ´. Κηφᾶς, ὃν ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐν Ἀντιοχείᾳ ἤλεγξε διαλεχθεὶς ὁμωνυμοῦντα τῷ Πέτρῳ, ἐπίσκοπος Κονίας ἐγένετο.

μη´. Σωσθένης, οὗ καὶ αὐτοῦ ὁ Παῦλος μέμνηται, ἐπίσκοπος Κολοφονιάδος ἐγένετο.

μθ´. Ἐπαφρόδιτος, οὗ καὶ αὐτοῦ ὁ Παῦλος μέμνηται, ἐπίσκοπος Ἀδριακῆς ἐγένετο.

ν´. Καῖσαρ, οὗ καὶ αὐτοῦ ὁ Παῦλος μέμνηται, ἐπίσκοπος Δυῤῥαχίου ἐγένετο.

να´. Μάρκος ὁ ἀνεψιὸς Βαρνάβα, οὗ καὶ ὁ Παῦλος μέμνηται, ἐπίσκοπος Ἀπολλωνιάδος ἐγένετο.

νβ´. Ἰωσὴφ ὁ λεγόμενος καὶ Ἰοῦστος καὶ Βαρσαββᾶς, οὗ μέμνηται Λουκᾶς ἐν ταῖς πράξεσι τῶν ἀποστόλων ὡς συγκληρωθέντος τῷ Ματθίᾳ, ἐπίσκοπος Ἐλευθεροπόλεως γέγονε.

νγ´. Ἀρτεμᾶς, οὗ καὶ αὐτοῦ ὁ Παῦλος μέμνηται, ἐπίσκοπος ἐν Λύστρᾳ ἐγένετο.

νδ´. Κλήμης, οὗ καὶ αὐτοῦ ὁ Παῦλος μέμνηται, λέγων· μετὰ Κλήμεντος καὶ τῶν λοιπῶν συνεγρῶν μου, ὃς καὶ πρῶτος ἐξ ἐθνῶν καὶ Ἑλλήνων ἐπίστευσεν εἰς Χριστόν, ἐπίσκοπος Σαρδικῆς ἐγένετο.

νε´. Ὀνησίφορος, οὗ καὶ αὐτοῦ ὁ Παῦλος μέμνηται, ἐπίσκοπος Κορωνείας ἐγένετο.

ν´. Τυχικός, οὗ καὶ αὐτοῦ μέμνηται ὁ Παῦλος, πρῶτος ἐπίσκοπος Χαλκηδόνος τῆς ἐν Βιθυνίᾳ ἐγένετο.

νζ´. Κάρπος, οὗ καὶ αὐτοῦ ὁ Παῦλος μέμνηται, ἐπίσκοπος Βεῤῥοίας τῆς Θρᾴκης ἐγένετο.

νη´. Εὔοδος, οὗ καὶ αὐτοῦ ὁ Παῦλος μέμνηται, πρῶτος ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας μετὰ Πέτρον τὸν κορυφαῖον ἐγένετο.

νθ´. Φιλήμων, πρὸς ὃν ἐπιστολὴν ἰδίαν ὁ Παῦλος ἔγραψεν, ἐπίσκοπος Γάζης ἐγένετο.

ξ´. Ζηνᾶς ὁ νομικός, οὗ καὶ αὐτοῦ ὁ Παῦλος μέμνηται, ἐπίσκοπος Διοσπόλεως γέγονεν.

ξα´. Ἀκύλας, οὗ καὶ αὐτοῦ ὁ Παῦλος μέμνηται, ἐπίσκοπος Ἡρακλείας ἐγένετο.

ξβ´. Πρίσκας, οὗ καὶ αὐτοῦ ὁ Παῦλος μέμνηται, ἐπίσκοπος Κολοφῶνος ἐγένετο.

ξγ´. Ἰουνίας, οὗ καὶ αὐτοῦ ὁ Παῦλος μέμνηται, ἐπίσκοπος Ἀπαμείας τῆς Συρίας ἐγένετο.

ξδ´. Μάρκος ὁ καὶ Ἰωάννης καλούμενος, οὗ μέμνηται ὁ Λουκᾶς ἐν ταῖς πράξεσι τῶν ἀποστόλων, ἐπίσκοπος Βίβλου ἐγένετο.

ξε´. Ἀρίσταρχος, οὗ καὶ αὐτοῦ ὁ Παῦλος μέμνηται.

ξς´. Πούδης, οὗ καὶ αὐτοῦ ὁ Παῦλος μέμνηται.

ξζ´. Τρόφιμος, οὗ καὶ αὐτοῦ ὁ ἀπόστολος Παῦλος μέμνηται. Οὗτοι οἱ τρεῖς ἐν πᾶσι τοῖς διωγμοῖς τοῦ ἀποστόλου Παύλου συγκακοπαθήσαντες αὐτῷ, τελευταῖοι καὶ διὰ μαρτυρίου σὺν ἐκείνῳ ἐτελειώθησαν ὑπὸ Νέρωνος τὰς κεφαλὰς σὺν ἐκείνῳ ἀποτμηθέντες.

Τούτοις συναριθμουμένων καὶ Μάρκου καὶ Λουκᾶ τοῦ εὐαγγελιστοῦ ὁμοῦ ο´.

Τὰς ἐκλαμπούσας μαρμαρυγὰς τῆς Θεοτόκου ἀκτῖνας φοβερὰς καὶ ἀκαταλήπτους δυνάμεις, οὐρανοῦ καὶ γῆς οἰκουμένης μυστήριον, θαῦμα, ἱλαστήριον φράσας ὁ τάλας ἐγώ, εἰς ἀκριβεστέραν ἔννοιαν ὁ τῆς καρδίας μου ἔνδον σκιρτήσας λογισμὸς βαθείας μνήμης, καὶ ὑψηλοτάτης θεωρίας πειρώμενος φέρειν τὸ θαῦμα, τρόμος καὶ φόβος πολὺς καὶ δεινὸς συνέσχε με, ὦ ἀγαπητοί. Ἡ γὰρ μνήμη τῆς φρικτῆς θεωρίας, ἔντρομον τὴν ψυχήν μου, καὶ φρικώδη τὴν καρδίαν ἐνέγκασα οὐ μετρίως ἐτιμώρησεν, ἀλλὰ δυνατῶς ἐβασάνισεν. Ἐπιπλήττει γάρ μου τὸν νοῦν, τῆς μεγίστης θεωρίας ἡ μνήμη, ὡς ἀκαταλήπτου μυστηρίου, τὸ λέγειν οὐκ ἰσχύουσα. Τίς γὰρ ἱκανὸς τοιοῦτο φρᾶσαι μυστήριον; ποῖον δὲ φθέγξασθαι στόμα, ἢ ποία γλῶσσα λαλήσει, Λέληθεν, εἰπεῖν οὐκ ἰσχύει. Νῦν δὲ τολμήσω περὶ τῆς μόνης Θεοτόκου καθ᾿ ὃ καταλαμβάνω· καὶ πάλιν φοβοῦμαι. Οὐκ ἔχω γλῶτταν ἀξίως εἰπεῖν τὰ λίαν μεγάλα. Ἰσχνόωνος γὰρ καὶ βραδύγλωσσος, καὶ οὐκ εὔλαλος ὑπάρχω, ἵν᾿ οὕτως εἴπω, περὶ τῆς μεγαλωνύμου καὶ ὁσίας καὶ ἀπειρογάμου καὶ θεοτόκου Μαρίας, μητρὸς τοῦ Κυρίου· περὶ ἧς οὐκ εὐμαρῶς ἀνθρώπων γλῶττα λαλήσει. Ἰσχνοφωνεῖ γὰρ πρὸς ταύτην, καὶ ὑποστέλλεται ἡ γλῶσσα, οὐκ ἀξίως ἔχουσα τὸ λέγειν. Αὕτη γὰρ καὶ τὰς τῶν οὐρανῶν δυνάμεις ἐξένισεν· ἐξέστησαν πάντες ἄγγελοι, ἀρχάγγελοι, ἀρχαὶ, ἐξουσίαι, θρόνοι, κυριότητες, τὰ χερουβεὶμ καὶ τὰ σεραφεὶμ καὶ πᾶσα στρατιὰ ἀγγέλων φόβῳ καὶ τρόμῳ δεινῷ συσχεθέντες. Ἐθεώρησαν γὰρ ἐπὶ γῆς ἐν αὐτῇ τὸν ἐν οὐρανοῖς, καὶ ἔφριττον. Ἔβλεπον τὴν Παρθένον, οὐρανὸν καὶ θρόνον, καὶ συνείχοντο φόβῳ, θεωροῦσαι τὸν ἄναρχον ἀπὸ θρόνου χερουβικοῦ εἰς μήτραν παρθενικὴν καθίσαντα.

Ὦ μακαρία ῥίζα· πόθεν ταύτην ἐβλάστησε; Περὶ ταύτης ὁ προφήτης Ἡσαΐας ὡς χελιδὼν κελαδεῖ, τῇ πυρίνῳ γλώττῃ βοῶν· Ἀναστήσεται ῥάβδος ἐκ τῆς ῥίζης Ἰεσσαὶ, καὶ ἄνθος ἐκ τῆς ῥίζης ἀναβήσεται, καὶ ἀναπαύσεται ἐπ᾿ αὐτὴν Πνεῦμα φόβου Θεοῦ. Ἐκ τῆς ῥίζης δὲ Ἰεσσαὶ Δαβὶδ ὁ βασιλεὺς, καὶ ἐκ τῆς φυλῆς Δαβὶδ τοῦ βασιλέως ἡ ἁγία Παρθένος, ἡ ὁσία τῶν ὁσίων ἀνδρῶν θυγάτηρ, ἧς οἱ γονεῖς Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννα, οἵτινες ἐν τῇ ζωῇ αὐτῶν τῷ Θεῷ εὐηρέστησαν, οἳ καὶ καρπὸν τοιοῦτον ἐβλάστησαν, τὴν ἁγίαν Παρθένον Μαρίαν, ναὸν Θεοῦ ὁμοῦ καὶ μητέρα· Ἰωακεὶμ δὲ καὶ Ἄννα καὶ Μαρία, οἱ τρεῖς τῇ Τριάδι σαφῶς ἐλειτούργησαν. Ἰωακεὶμ γὰρ ἑρμηνεύεται ἡ ἑτοιμασία Κυρίου· ἐξ αὐτοῦ γὰρ ἡτοιμάσθη ναὸς Κυρίου ἡ Παρθένος. Ἄννα δὲ πάλιν ὁμοίως ἡ χάρις ἑρμηνεύεται· χάριν γὰρ ἔλαβεν Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννα, ἵνα τοιοῦτον βλαστήσωσι καρπὸν διὰ προσευχῆς, τὴν ἁγίαν Παρθένον κτησάμενοι. Ἰωακεὶμ γὰρ ἐν τῷ ὄρει προσηύχετο, καὶ Ἄννα ἐν τῷ παραδείσῳ αὐτῆς. Κυοφορήσασα δὲ Ἄννα, οὐρανὸν καὶ θρόνον χερουβικὸν ἔτεκε, τὴν ἁγίαν κόρην Μαρίαν. Αὕτη γὰρ οὐρανὸς καὶ ναὸς καὶ θρόνος εὑρίσκεται.Ἡ γὰρ Μαρία ἑρμηνεύεται κυρία, ἀλλὰ καὶ ἐλπίς. Κύριον γὰρ ἔτεκε, τὴν ἐλπίδα τοῦ παντὸς κόσμου Χριστόν.Ἑρμηνεύεται πάλιν τὸ Μαρία, σμύρνα θαλάσσης· σμύρναν δὲ ἐρεῖ, ὃ καὶ φημὶ, περὶ ἀθανασίας, ὅτι ἤμελλε τὸν ἀθάνατον μαργαρίτην τίκτειν ἐν τῇ θαλάσσῃ, τουτέστιν ἐν τῷ κόσμῳ. Θάλασσαν δὲ ἐρεῖ τὸν ἅπαντα κόσμον, ᾧ ἡ Παρθένος γαλήνην ἐδωρήσατο, τὸν λιμένα τεκοῦσα Χριστόν. Τοιγαροῦν πάλιν τῆς σεμνῆς κόρης Μαρίας ἑρμηνεύεται τὸ μακάριον ὄνομα, φωτιζομένη, ἥτις ἐφωτίσθη παρὰ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ ἐφώτισε τοὺς πιστεύσαντας εἰς τὰ πέρατα τῆς γῆς τῇ Τριάδι. Τριάδος γὰρ νύμφη ὑπάρχει ἡ ἁγία Θεοτόκος κόρη Μαρία, τὸ πανάῤῥητον τῆς οἰκονομίας κειμήλιον· πρὸς ἣν ὁ Γαβριήλ· Χαῖρε, κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ. Ὑπέμνησεν ὁ Γαβριὴλ, καὶ ὁ Πατὴρ οὐρανόθεν ἀῤῥαβῶνα τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἀπέστειλεν, ὡρμήσατο τὴν Παρθένον εἰς τὸν μονογενῆ Υἱόν, οὐράνιον νύμφην, ἣν ὁ Πατὴρ ἠγάπησεν, ὁ Υἱὸς ἐνῴκησε, τὸ ἅγιον Πνεῦμα ἐπεπόθησεν. Αὕτη γὰρ νύμφη καὶ παστὰς, καὶ ἐκ ταύτης ὁ νυμφίος ἐκπορευόμενος Χριστὸς, τὸ παρθενικὸν ἔνδυμα, κατὰ τὴν τοῦ προφήτου Δαβὶδ μελῳδίαν· Ἐν τῷ ἡλίῳ ἔθετο τὸ σκήνωμα αὐτοῦ, καὶ αὐτὸς ὡς νυμφίος ἐκπορευόμενος ἐκ παστοῦ αὐτοῦ. Ὦ νυμφίου πόθος ἁγνείας τὴν ἰδίαν δούλην, νύμφην, καὶ μητέρα ὁρμᾶται ὁ Γαβριήλ· πρόξενος τῆς Παρθένου ἐγένετο, οὐρανοῦ καὶ γῆς συνάπτων τὸ θυμίαμα· ἣν προφῆται σαφῶς ὑπέγραψαν, τοῦ γάμου τὴν τάξιν κηρύξαντες, πῶς ἡ Παρθένος οὐράνιος εὑρίσκεται νύμφη ὁμοῦ τε καὶ μήτηρ, ἡ τὰ πρὸ γάμου δῶρα λαβοῦσα τὸ ἅγιον Πνεῦμα, προῖκα δὲ τὸν οὐρανὸν ὁμοῦ τε καὶ παράδεισον.

Ἐζήτει οὖν ἰδεῖν ἡ Παρθένος ὃν ἐπόθει, καὶ ἔλεγε· Ποῦ ὁ νυμφίος οὗ τὸ κάλλος ποθῶ; ποῦ τὸ κάλλος τοῦ ἡλίου λαμπρότερον; ποῦ τῆς πάσης εὐμορφίας ἡ ἀνεκλάλητος δόξα; ποῦ τὸ ἄσβεστον φῶς ὃ ποθοῦσα ζητῶ; ποῦ ὁ ἥλιος ὃς ἀκτῖνα ζητεῖ; ποῦ τῶν χερουβεὶμ ἡ κιθάρα; ποῦ τῶν σεραφεὶμ τὸ ἀκοίμητον ὄμμα Χριστός; ποῦ τῶν ἀγγέλων ἡ προσκύνησις, ἣν ὁ Γαβριὴλ ἐμήνυσε; ποῦ ὁ μόνος τοῦ μόνου μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Πατρὸς, ὃν ἡ Παρθένος ποθοῦσα, καὶ φιλοῦσα ὁμοῦ τε καὶ ζητοῦσα ἀσπάζεται; πρὸς ἣν ὁ Γαβριήλ· Χαῖρε, κεχαριτωμένη, ἡ χάρις ἡ ἀπέραντος τῆς ἁγίας Παρθένου. Χαῖρε, κεχαριτωμένη, πολλῶν ἀρετῶν κατακεκοσμημένη, λαμπαδηφοροῦσα Παρθένε τὸ ἄσβεστον τοῦ ἡλίου λαμπρότερον φῶς. Χαῖρε, κεχαριτωμένη, τοῦ νοητοῦ ἀγκίστρου τὸ δέλεαρ· ἐν σοὶ γὰρ ἄγκιστρον ἡ θεότης. Χαῖρε, κεχαριτωμένη, ἡ νοερὰ τῆς δόξης κιβωτός· Χαῖρε, κεχαριτωμένη, ἡ στάμνος ἡ χρυσῆ, τὸ οὐράνιον ἔχουσα μάννα. Χαῖρε, κεχαριτωμένη, ἡ τὴν γλυκεῖαν τῆς ἀεννάου πηγῆς τοὺς διψῶντας ἐμπλήσασα. Χαῖρε, κεχαριτωμένη, νοερὰ θάλασσα, τὸν οὐράνιον ἔχουσα μαργαρίτην Χριστόν· Χαῖρε, κεχαριτωμένη, ὁ λαμπρὸς οὐρανὸς, ἡ τὸν ἀχώρητον ἐν οὐρανοῖς ἔχουσα Θεόν. Χαῖρε, κεχαριτωμένη, ἡ τὸν χερουβικὸν θρόνον τῆς θεότητος ἐξαστράπτουσα. Χαῖρε, κεχαριτωμένη, κύκλον ἔχουσα οὐρανοῦ, καὶ Θεὸν ἀχώρητον, ἐν σοὶ δὲ χωρητόν, καὶ ἀστενοχώρητον. Χαῖρε, κεχαριτωμένη, στυλοειδὴς νεφέλη, ἡ τὸν Θεὸν ἔχουσα, τὸν ἐν τῇ ἐρήμῳ τὸν λαὸν καθοδηγήσαντα.

Τί εἴπω; καὶ τὶ λαλήσω; πῶς μακαρίσω τὴν ὁλόῤῥιζον δόξαν; ὅτι χωρὶς Θεοῦ μόνου πάντων ἀνωτέρα ὑπάρχει. Καλλιωτέρα γὰρ τῶν χερουβεὶμ καὶ σεραφεὶμ, καὶ πάσης στρατιᾶς πέφυκεν ἀγγελικῆς· πρὸς ἣν οὐρανοῦ καὶ γῆς οὐκ ἐπαρκέσει γλῶττα, τάχα δὲ οὔτε ἀγγέλων. Καὶ γὰρ αὐτοὶ ὕμνον καὶ αἶνον καὶ τιμὴν καὶ δόξαν προσήνεγκαν· ἀλλ᾿ οὔτε οὕτω κατ᾿ ἀξίαν εἰπεῖν ἴσχυσαν. Ἔχαιρον δὲ ἄγγελοι, ὡς αὐτοὶ μόνον τὸν Θεὸν ἔχοντες, πρὸς οὓς ἡ παναγία Παρθένος ἀνωτέρα πέφυκε, τὸν Θεὸν τὸν ἐν οὐρανῷ ἐπὶ γῆς κυήσασα, ἵν᾿ οὕτως ἑλκύσῃ στρατιὰς ἀγγέλων ἐπὶ γῆς μετὰ ἀνθρώπων. Αὕτη γὰρ οὐρανοῦ καὶ γῆς μεσίτης πέφυκεν ἑνότητα ποιήσασα.

Ὦ μακαρία Παρθένε, ἁγνὴ περιστερὰ, ἡ οὐράνιος νύμφη Μαρία, οὐρανὸς καὶ ναὸς καὶ θρόνος τῆς θεότητος· ἡ τὸν ἐξαστράπτοντα ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς ἥλιον ἔχουσα Χριστόν· ἡ φωτεινὴ νεφέλη, πάμφωτον ἀστραπὴν ἐξ οὐρανοῦ τῷ κόσμῳ καταλάμψασα Χριστόν· ἡ οὐράνιος νεφέλη, ἡ τὴν βροντὴν τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐν ἑαυτῇ κρυπτομένην τῷ κόσμῳ καταβιβάσασα, ἡ τὸν ὄμβρον τοῦ ἁγίου Πνεύματος τῇ πάσῃ γῇ πρὸς καρποφορίαν πίστεως καταράξασα. Χαῖρε, κεχαριτωμένη, ἡ πύλη τῶν οὐρανῶν, περὶ ἧς ὁ προφήτης κέκραγε λέγων· Ἰδοὺ ἡ πύλη κεκλεισμένη, καὶ οὐδεὶς εἰσελεύσεται δι᾿ αὐτῆς, οὐδὲ ἐξελεύσεται, εἰ μὴ Κύριος ὁ Θεὸς μόνος· καὶ ἔσται ἡ πύλη κεκλεισμένη τῷ ἡγουμένῳ, διότι ἡγούμενος αὐτὸς κληθήσεται, καὶ εἰς αὐτὸν ἐλπιοῦσι πάντα τὰ ἔθνη. Περὶ ταύτης τῆς πύλης καὶ ἐν τοῖς Ἄσμασι τῇ λέξει ὁ προφήτης τρανῶς καὶ σαφῶς καταλέγεται κεκραγώς· Κῆπος κεκλεισμένος, ἀδελφή μου, νύμφη· κῆπος κεκλεισμένος, πηγὴ ἐσφραγισμένη. Ἔμεινεν ἐν τῇ παρθενίᾳ ἡ ἁγία καὶ σεμνὴ κόρη Μαρία, ἡ φωτεινὴ νεφέλη, ἡ ἔνδον ἔχουσα τὸν Θεὸν Λόγον· πρὸς ἣν ὁ μεγαλόφωνος Ἡσαΐας· Ἰδοὺ νεφέλη κούφη, καὶ ἥξει εἰς Αἴγυπτον· τὸ ἀλατόμητον ὄρος, ἡ τὴν ἀκρότομον ἔχουσα πέτραν Χριστόν, περὶ ἧς ὁ σοφώτατος Δανιὴλ λέγει· Ἀπετμήθη λίθος ἐξ ὄρους ἄνευ χειρῶν· τουτέστιν, ἄνευ ἀνδρὸς τὴν στερεὰν πέτραν Χριστὸν ἔτεκεν ἡ Παρθένος, ὁ ἀσύνθετος ναὸς, ἡ τὸν οὐράνιον ἔχουσα λίθον Χριστόν, ἡ βροντοειδὴς νεφέλη, ἡ τὴν ἀστραπὴν ἔνδον κοιλιοφόρως βαστάσασα· καὶ μαρτυρεῖ μοι τῷ λόγῳ ἡ θεία Γραφὴ λέγουσα· Κοιλία σου θημωνία σίτου πεφραγμένη ἐν κρίνοις· ἡ ἀγεώργητος χώρα, ἡ τὸν Λόγον ὡς κόκκον σίτου δεξαμένη, καὶ τὸ δράγμα βλαστήσασα, ἡ νοερὰ κλίβανος, ἡ τὸ πῦρ καὶ τὸν ἄρτον τῆς ζωῆς ἔχουσα· ἡ ὁσία μήτηρ τοῦ Σωτῆρος, ἡ τὸν Λόγον τοῦ Πατρὸς ἐκ σοῦ σαρκωθέντα τεκοῦσα, πρὸς ἣν Ἡσαΐας· Ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει, καὶ τέξεται υἱόν, καὶ καλέσουσι τὸ ὄνομα αὐτοῦ, Ἐμμανουήλ.

Ὦ Παρθένος ἁγία, ἁγία μήτηρ Κυρίου· μακαρία νύμφη Τριάδος ἀχωρίστου· μακαρία σὺ ἐν γυναιξὶν, ἡ τεκοῦσα ἐπὶ γῆς ὡς βρέφος τὸν πάντων κτίστην Θεόν· μακαρία σὺ ἐν γυναιξὶν, ἡ μόνη ἐπὶ γῆς κυήσασα τὸν οὐράνιον Θεόν· μακαρία σὺ ἐν γυναιξὶν, ἧς μασθοὺς ἐθήλασεν ὁ τρέφων τὰ σύμπαντα· μακαρία σὺ ἐν γυναιξὶν, ἡ νῦν γεννήσασα τὸν ποτὲ πλάσαντα πηλῷ τὸν Ἀδὰμ ἐν τῷ παραδείσῳ, Θεοτόκε ἁγία παρθένε Μαρία. Θεοτόκος γὰρ ὑπάρχεις, ἡ τὸν Λόγον ἐκ σοῦ σαρκωθέντα τεκοῦσα· Θεοτόκος ὑπάρχεις ἡ τὸν Θεὸν Λόγον ἐν μορφῇ δούλου κυήσασα· Θεοτόκος ὑπάρχεις, ὅτι Θεὸν Λόγον δεξαμένη σαρκωθέντα ἔτεκες· Θεοτόκος ὑπάρχεις ἡ μόνη τοῦ μόνου μονογενῆ Υἱὸν τοῦ Θεοῦ γεννήσασα· οὐ πρόσκαιρον Θεὸν γεννήσασα, ἀλλ᾿ αἰώνιον τὸν πρὸ σοῦ καὶ πάντων Θεόν, ἐκ σοῦ σαρκωθέντα· τὸ ἄσπιλον πρόβατον, ἡ τὸν ἀμνὸν τεκοῦσα Χριστόν· ἡ δάμαλις ἡ ἀπειρόζυγος, ἡ τὸν μόσχονγεννήσασα· ἡ νοερὰ τῆς πίστεως τράπεζα, ἡ τὸν ἄρτον τῆς ζωῆς τῷ κόσμῳ χορηγήσασα.

Τί εἴπω; καὶ τὶ λαλήσω τὴν ὁλόῤῥιζον δόξαν; Περὶ ταύτης τῆς ὁσίας κόρης τῆς ἀείπαιδος καὶ παρθένου, διὰ τοῦ προφήτου λέγοντος ὁ Θεός φησιν· Ἐκ σοῦ μοι ἐξελεύσεται ἡγούμενος, τοῦ εἶναι εἰς ἄρχοντα ἐν τῷ Ἰσραήλ· καὶ ἔξοδοι αὐτοῦ ἀπ᾿ ἀρχῆς ἐξ ἡμερῶν αἰῶνος. Διὰ τοῦτο δώσει αὐτοὺς ἕως καιροῦ τικτούσης, τέξεται, καὶ οἱ ἐπίλοιποι τῶν ἀδελφῶν αὐτοῦ ἐπιστρέψουσιν ἐπὶ τοὺς υἱοὺς Ἰσραήλ· καὶ στήσεται, καὶ ὄψεται, καὶ ποίμνιον αὐτοῦ ἐν ἰσχύϊ Κύριος.

Ὦ Παρθένε ἁγία, φωτὸς αἰωνίου ὑπάρχουσα μήτηρ· φωτὸς τοῦ φωτίσαντος ἐν οὐρανοῖς τὰς τῶν ἀγγέλων στρατιάς· φωτὸς τοῦ φωτίσαντος τῶν σεραφεὶμ τὸ ἀνεκλάλητον ὄμμα· φωτὸς τοῦ φωτίσαντος λαμπραῖς λαμπάσι τὸν ἥλιον· φωτὸς τοῦ φωτίσαντος τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης τῇ Τριάδι· φωτὸς τοῦ εἰπόντος· Ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου· φωτὸς τοῦ εἰρηκότος· Ἐγὼ φῶς εἰς τὸν κόσμον ἐλήλυθα· φωτὸς τοῦ ἀναληφθέντος καὶ φωτίσαντος ἐν οὐρανοῖς καὶ ἐπὶ γῆς τὰ σύμπαντα.

Ὦ παναγία Παρθένε, ἡ στρατιὰς ἀγγέλων ξενίσασα· Ξένον γὰρ θαῦμα ἐν οὐρανοῖς, γυνὴ τὸ φῶς ἐν ἀγκάλαις βαστάσασα· ξένον θαῦμα ἐν οὐρανοῖς, χερουβικὸς θρόνος ἕτερος· ξένον θαῦμα ἐν οὐρανοῖς, γυναικὸς υἱὸς, αὐτῆς καὶ τῶν αἰώνων πατὴρ ὑπάρχων· ξένον θαῦμα ἐν οὐρανοῖς, Παρθένου θάλαμος, Υἱὸν Θεοῦ, Θεὸν νυμφίον ἔχουσα Χριστόν· ξένον θαῦμα ἐν οὐρανοῖς, τὸ βρέφος τῆς Παρθένου, Δεσπότης τῶν ἀγγέλων πέφυκεν.

Ὦ παναγία Παρθένε, μήτηρ τοῦ Σωτῆρος, ἡ τὸν ἄναρχον γεννήσασα Λόγον, τὸν τοῦ Πατρὸς σύνθρονον Υἱόν, τὸν ὁμοούσιον τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, τὸν προαιώνιον σὺν Πατρὶ καὶ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, τὸν τοὺς οὐρανοὺς καμαρώσαντα, τὸν τὴν γῆν ἑδράσαντα.

Χαῖρε, παναγία Παρθένε, ἡ τὸ πῦρ τῆς θεότητος ἀφλέκτως, ὡς νοερὰ βάτος, κατέχουσα, ἡ νοερὰ κλίβανος, ἡ τὸ πῦρ καὶ τὸν ἄρτον τῆς ζωῆς θερμὸν τῷ κόσμῳ πρὸς βρῶσιν ἐνέγκασα· περὶ οὗ λέγει ὁ Σωτὴρ τοῦ κόσμου Χριστός· Λάβετε, φάγετε· τοῦτό μου ἐστὶ τὸ σῶμα, τὸ ὑπὲρ ὑμῶν κλώμενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν.

Πλουσία τῆς παρθενικῆς ἡ πανάρετος τράπεζα, ὦ ἀγαπητοί, παντοίων καλῶν βρωμάτων πρὸς ἀπόλαυσιν τῇ οἰκουμένῃ ἐδωρήσατο ἡ ὁσία Παρθένος καὶ μήτηρ τοῦ Χριστοῦ, ἡ τὸν φωτεινὸν λύχνον τὸν ἐκλάμποντα ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς βαστάσασα Χριστόν· πρὸς ἣν ὁ προφήτης Ζαχαρίας· Ἰδοὺ λυχνία χρυσῆ καὶ τὸ λαμπάδιον ἐπάνω αὐτῆς. Τοιγαροῦν καὶ ὁ Δαβὶδ τὸ μελῳδικὸν ᾆσμα τοῦτο βοᾷ· Λύχνος τοῖς ποσί μου ὁ λόγος σου, καὶ φῶς τοῖς τρίβοις μου.

Ὦ λυχνία παρθενική, ἡ τὸ σκότος ἀπελαύνουσα καὶ τὸ φῶς καταυγάζουσα. Ὦ λυχνία παρθενική, ἡ τὸ πῦρ καὶ τὸ ἔλαιον ἀχώριστον πρὸς φωτισμὸν ἐνέγκασα. Ὦ λυχνία παρθενική, τρίφωτον ἐν πῦρ ἄσβεστον, ὁμοούσιον ἀφ᾿ ὑψηλοτάτου θρόνου λαβοῦσα, καὶ πρὸς φωτισμὸν τῆς οἰκουμένης ἐκλάμψασα. Ὦ λυχνία παρθενική, περὶ ἧς διὰ τοῦ Προφήτου λέγει ὁ Θεός· Ἐκεῖ ἐξανατελῶ κέρας τῷ Δαβὶδ, ἡτοίμασα λύχνον τῷ Χριστῷ μου. Ὁ βασιλικὸς στέφανος, τὸν μαργαριτοειδῆ πολύτιμον ἔχουσα λίθον Χριστόν· ἡ βασιλικὴ πορφύρα, τὸν οὐρανοῦ καὶ γῆς ἐνδύσασα βασιλέα τὸ οἰκουμενικὸν τοῦ σώματος πορφυροειδὲς ἔνδυμα· ἡ ἀκηλίδωτος τῶν Χριστιανῶν πίστις· ἡ ἀκατάληπτος βίβλος, ἡ τὸν Λόγον καὶ τὸν Υἱὸν τοῦ Πατρὸς τῷ κόσμῳ παραναγνώσασα. Ἡ μακαρία ἐν γυναιξίν, ἡ τὸν Λόγον ἐκ σοῦ σαρκωθέντα τεκοῦσα, Λόγον τὸν τοῦ Πατρὸς Υἱόν, Λόγον τὸν προαιώνιον Θεόν, Λόγον ἄναρχον, καὶ ἀΐδιον, Λόγον τὸν σὺν Πατρὶ καὶ ἁγίῳ Πνεύματι προσκυνούμενον, Λόγον τὸν σύνθρονον τοῦ Πατρὸς, Λόγον τὸν ἐπὶ τῶν χερουβεὶμ καθήμενον, Λόγον, ὃν τὰ τετράμορφα ζῶα δοξολογοῦσι, Λόγον τὸν τοὺς ἀγγέλους κτίσαντα, Λόγον τὸν ἀρχὰς καὶ ἐξουσίας εἶναι ποιήσαντα, Λόγον τὸν οὐρανοὺς ἐκτείναντα, καὶ τὴν γῆν ἑδράσαντα, Λόγον τὸν ἀληθινὸν Θεὸν Ἰησοῦν Χριστὸν τὸν Κύριον ἡμῶν, ὃν ἔτεκες, παναγία Παρθένε, καὶ μετὰ τόκον πάλιν παρθένος, ἡ τὸν μαργαρίτην τεκοῦσα, καὶ τὸν βασιλικὸν στέφανον πλέξασα.

Ὦ μακαρία Παρθένε, ἡ τὴν οὐράνιον δόξαν βλαστήσασα, ἡ ἀπὸ πολλῶν ἀνθῶν τοῦ παραδείσου τὸν κόσμον εὐωδίᾳ πληρώσασα. Κρίνον ἄσπιλον ὑπάρχει ἡ Παρθένος, τὸ ἀμάραντον ῥόδον γεννήσασα Χριστόν, ἡ ἄμπελος τῆς ἀληθείας, ἡ πολύφορος καὶ ἀτρύγητος τῇ παρθενίᾳ, ἡ μὴ σκαφεῖσα, καὶ βοτρυοφορήσασα, ἡ τὸν πέπειρον βότρυν βλαστήσασα Χριστόν.

Πῶς οὖν ἐβλάστησας, πεῖσον ἡμᾶς, παναγία Παρθένε· πῶς μήτηρ Θεοῦ ὤφθης ἐπὶ γῆς, Λόγον προαιώνιον δεξαμένη. Ἡ κοιλιοφορήσασα παρθένος ἐγὼ ἄφθαρτος, ναὸς ἀμόλυντος γέγονα τοῦ ἐνοικήσαντος ἐν ἐμοὶ Λόγου Θεοῦ ἀπειρογάμου. Τὸν Ἐμμανουὴλ ἐν ἀφθάρτῳ κοιλίᾳ φέρουσα, εἰς γαστέρα ἀμόλυντον, ἀφομοιουμένη θρόνῳ χερουβικῷ· εἰς ἣν ὁ Λόγος τοῦ Πατρὸς σὰρξ ἐγένετο, ὁ ἄναρχος καὶ ἀόρατος· ὁρατὸς οἰκονομικῶς, ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός· πεῖραν οὐκ ἐγνωκυῖα ἀνδρὸς, τὸν προαιώνιον Θεὸν Ἰησοῦν Χριστὸν ἔτεκον. Παρθένος γὰρ καὶ νῦν ὑπάρχω μετὰ τὸν τόκον, καθαρωτέρα τοῦ πρώην. Ἀπόνως ἔτεκον, οὐχ ὡς πᾶσα γυνή· ἀνόμοια γὰρ ἐμοῦ κἀκείνων τὰ μεταξὺ πράγματα. Οὐκ ἔγνω φύσις ἀνθρώπων τὸν τόκον μου, εἰ μὴ μόνος ὁ ἐν ἐμοὶ οἰκήσας Θεός.

Ὦ Παρθένε, φρικτὸν τῆς Ἐκκλησίας κειμήλιον, τὸ μέγα τυχὸν μυστήριον, ἱερέα καλεῖ τὴν παρθένον ὁμοῦ τε καὶ θυσιαστήριον· ἥτις τραπεζοφοροῦσα τὸν οὐράνιον ἄρτον Χριστὸν ἔδωκεν ἡμῶν εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν. Ὦ γαστὴρ ἀμόλυντος οὐρανὸν κύκλον ἔχουσα, καὶ Θεὸν ἀχώρητον, ἐν σοὶ δὲ χωρητὸν βαστάσασα. Ὦ γαστὴρ οὐρανοῦ πλατυτέρα, Θεὸν τὸν ἐν σοὶ μὴ στενοχωρήσασα. Ὦ γαστὴρ ἑπτάκυκλος οὐρανὸς, καὶ μειζοτέρως αὐτῶν τυγχάνουσα. Ὦ γαστὴρ ἑπτὰ οὐρανῶν ὑψηλοτέρα καὶ πλατυτέρα. Ὦ γαστὴρ ὁ ὄγδοος οὐρανὸς στερεωμάτων ἀνωτέρα. Ὦ γαστὴρ ἑπταφώτου χάριτος τὸ ἄσβεστον ἔχουσα φῶς.

Τί εἴπω, ἢ τὶ λαλήσω περὶ τῆς σεμνῆς καὶ ἁγίας Παρθένου; Ὁ πόθος ἕλκει με λέγειν περὶ τῆς Θεοτόκου, καὶ φόβος κατέχει με τοῦ σιωπᾷν, οὐκ ἀξίως ἔχων τοῦ λέγειν. Ὁ νοῦς προκαλεῖται, καὶ ὁ φόβος ἀπωθεῖται· ὃς μὲν ἕλκει με, ὃς δὲ ἀνθέλκει με. Ἐπειδὴ οὖν συνέχομαι τῶν ἀμφοτέρων, συμφέρει μοι λαλῆσαι περὶ τῆς μεγαλωνύμου καὶ ὁσίας Παρθένου. Λέγω γὰρ ταύτην οὐρανὸν καὶ θρόνον ὁμοῦ τε καὶ σταυρόν· τὰς γὰρ ἁγίας ἀγκάλας ἐκτείνασα, τὸν Δεσπότην ἐβάστασεν ὁ θρόνος χερουβικὸς, σταυροειδής, οὐράνιος, περὶ ἧς διὰ τῶν Γραφῶν ἐν οὐρανοῖς παρακύπτω, καὶ βλέπω ταύτην ὑπὸ ἀγγέλων προσκυνουμένην. Ὄθεν πρῶτον ὁ Γαβριὴλ τὴν Παρθένον ἀσπάζεται· Χαῖρε, κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ· χαῖρε, κεχαριτωμένη, ὁ λαμπρὸς οὐρανός· χαῖρε, κεχαριτωμένη, ἡ τὸν ἐξαστράπτοντα ἐξ οὐρανοῦ λαμπραῖς λαμπάσιν ἀκτῖνα ἔχουσα ἥλιον τὸν Χριστόν. Σεραφεὶμ γέγονεν ἡ Παρθένος, ἡ πολυώνυμος, καὶ πολυόμματος, τῆς ἀκαταλήπτου θέας· σκέπη τις νοερὰ, δι᾿ οἰκουμενικοῦ σώματος εὑρεθεῖσα, τὰ χερουβεὶμ ὑπερβαίνουσα. Ἐκεῖνα μὲν γὰρ ἀποστρέφονται μὴ δυνάμενα ἀτενίσαι πρὸς νοητὸν πῦρ τῆς θεότητος. Αὕτη δὲ τρανοῖς ὄμμασιν ἐνατενίζουσα τὸ ἀκατάληπτον καὶ ἀκοίμητον ὄμμα Χριστοῦ, ποθοῦσα καὶ φιλοῦσα ἠσπάζετο. Στρατιαὶ ἀγγέλων ὑποπόδιον τῶν ποδῶν τοῦ Σωτῆρος προσπίπτοντες, οὔτε ἰδεῖν, οὔτε προσψαῦσαι ἰσχύουσιν· αὕτη δὲ χείλη χείλεσι συνάπτουσα τὸν ἀκατάληπτον ἠσπάζετο.

Ὦ Παρθένε, ἀκαταλήπτου μυστηρίου φέρουσα θαῦμα, τριπόθητον πίστιν τῇ οἰκουμένῃ κηρύξασα. Ἀγγέλων ἀνωτέρα γέγονεν ἡ Παρθένος, μειζοτέρα τῶν χερουβεὶμ καὶ τῶν σεραφεὶμ, ἀρέσκουσα τῷ βασιλεῖ Χριστῷ, ὡς ἀξία δούλη καὶ μήτηρ τιμηθεῖσα παρὰ Θεῷ. Ἁγία μήτηρ ἀμόλυντε, ἡ τὸν πρὸ σοῦ γεννήσασα Χριστὸν τὸν εἰπόντα· Πρὶν Ἀβραὰμ γενέσθαι ἐγώ εἰμι· ἡ τὸ σπήλαιον δοξάσασα, καὶ τὴν φάτνην μεγαλύνασα. Παρθένος γὰρ καὶ σπήλαιον καὶ φάτνη, οὐρανοῦ κύκλον ἔχοντες, Θεὸν ἀχώρητον ἔφερον, οἱ τρεῖς τῇ Τριάδι σαφῶς λειτουργήσαντες, ὅτε ἡ Παρθένος ἀπόνως τὸν οὐρανοῦ καὶ γῆς Δεσπότην ἐν τῷ σπηλαίῳ κυήσασα, ἐν τῇ φάτνῃ ἔθετο, τότε καὶ τάξεις ἀγγέλων τὴν Παρθένον ἐκύκλωσαν βοῶντες καὶ λέγοντες· Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ, καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία.Ὄθεν καὶ ποιμένες ἀγραυλοῦντες τὴν τοιαύτην δοξολογίαν τῶν ἀγγέλων ἤκουσάν τε περὶ τοῦ Σωτῆρος, καὶ τῷ δρόμῳ βαδίσαντες, τὸ φῶς προσεκύνησαν, ξένον θαῦμα θεασάμενοι, τὴν δούλην τοῦ Δεσπότου καὶ τὴν ἐπίγειον παρθένον, οὐράνιον νύμφην. Αὕτη γὰρ καὶ νύμφη, καὶ παστὰς, καὶ Θεοῦ μήτηρ ὤφθη ἐν τῷ σπηλαίῳ, ὅτε τὸ βρέφος ἔτεκε Χριστόν, κατὰ τὴν προφητικὴν Ἡσαΐου φωνήν· ὅτι Παιδίον ἐγεννήθη ἡμῖν· υἱὸς καὶ ἐδόθη ἡμῖν, οὗ ἡ ἀρχὴ ἐπὶ τοῦ ὤμου αὐτοῦ, καὶ καλεῖται τὸ ὄνομα αὐτοῦ μεγάλης βουλῆς Ἄγγελος, Θεὸς ἰσχυρὸς, ἐξουσιαστής, Ἄρχων εἰρήνης, Πατὴρ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος.

Εἶτά φησι μετὰ ταῦτα· Μάγοι ἀπὸ ἀνατολῶν ὑπὸ ἀστέρος φωτεινοῦ καταλαμπόμενοι, καὶ ὁδηγούμενοι, τὸ μῆκος τῆς ἐξ ἀνατολῆς ὁδοῦ βαδίσαντες, ἥκασιν εἰς προσκύνησιν τοῦ τεχθέντος ἐν Βηθλεέμ. Ὄθεν καὶ τὴν πόλιν Ἱερουσαλὴμ καταλαβόντες, κρύπτεται ἀπ᾿ αὐτῶν ὁ ἀστήρ· οἱ δὲ θορυβηθέντες τὸν ὁδηγὸν ἀπολέσαντες, ἀνάγκης τῇ βίᾳ τοὺς ἐν τῇ πόλει ἐρωτῶντες, ἐπυνθάνοντο παρ᾿ αὐτῶν· Ποῦ ὁ Χριστὸς γεννᾶται; ξένον δὲ θαῦμα πᾶσιν ἐνομίζετο. Περὶ οὗ Ἡρώδης ἀκούσας, ἐταράττετο λίαν, καὶ καλέσας τοὺς ἱερεῖς, ἐπυνθάνετο παρ᾿ αὐτῶν, ποῦ ὁ Χριστὸς γεννᾶται. Οἱ δὲ εἶπον καὶ οὐκ ἠρνήσαντο· ὡμολόγησαν καὶ οὐκ ἐψεύσαντο. Τὰς ἀκτῖνας τοῦ ἡλίου κρύπτειν οὐκ ἠδύναντο, τὴν περὶ τοῦ Σωτῆρος φωνὴν διὰ τοῦ προφήτου σαφηνιζομένην ἐμαρτύρησαν λέγοντες· Ἐν Βηθλεὲμ γεννᾶται ὁ Χριστός. Οὕτω γὰρ βοᾷ διὰ τοῦ προφήτου· Καὶ σύ, Βηθλεὲμ, οὐδαμῶς εἶ ἐλαχίστη ἐν τοῖς ἡγεμόσιν Ἰούδα· ἐκ σοῦ γὰρ ἐξελεύσεται τοῦ εἶναι εἰς ἄρχοντα ἐν τῷ Ἰσραήλ. Ὢ τοῦ ἀπειθοῦντος Ἰσραήλ! Ὡμολόγησε τὸ πρᾶγμα τοῦ νόμου, καὶ τὸν νομοθέτην ἠρνήσατο· αὐτοὶ ἐμαρτύρησαν ποῦ ὁ Χριστὸς γεννᾶται, καὶ αὐτοὶ πάλιν ἠρνήσαντο τὸν γεννηθέντα Χριστόν. Τί οὖν οἱ μάγοι; ὧν τὸ οἰκεῖον τοῦ νοὸς ἠλλοιώθη, ὧν ἡ καρδία ἐταράττετο λίαν, καὶ ἐσβέννυτο ἐν λύπῃ, ὧν οἱ στεναγμοὶ ὡς κυμάτων βία τὴν ναῦν ἐπόντιζον, ὧν οἱ ὀφθαλμοὶ μαργαριτοειδέσι δάκρυσι τὴν γῆν κατέῤῥαινον, ὧν ἀφόρητος ἡ θλίψις, τὸν ἀνατολῶν ζητοῦντες ὁδηγόν, ὃν οὐκ εἶχον, ἔχοντες ἐζήτουν· Ποῦ ὁ ἀστὴρ ὁ τῶν μάγων ὁδηγός; Καθ᾿ οἷον δὲ τρόπον κρύπτεται ἀπ᾿ αὐτῶν ὁ ἀστήρ; σκόπει τὴν ἀλήθειαν, καὶ βλέπε τὸ θαῦμα, καὶ τὴν μήνυσιν. Ἔνεκεν τούτου κρύπτεται ἀπ᾿ αὐτῶν ὁ ἀστὴρ, ἵνα τούτων ἐρωτώντων παρὰ τῶν ἀπίστων ἱερέων, φανερὸν γένηται πᾶσι τὸ οὐρανοῦ καὶ γῆς μυστήριον. Ὄθεν μετὰ τὸ γνῶναι πάντας, φανεροῦται πάλιν μάγοις ὁ ἀστὴρ, ἕως οὗ ἐλθὼν ἔστη ἐπάνω τοῦ βρέφους ἐν τῷ σπηλαίῳ, ἢ μᾶλλον ἐν τῷ οὐρανῷ. Ὅπου γὰρ Χριστὸς, ἐκεῖ ὁ οὐρανός· τὸ γὰρ σπήλαιον οὐρανὸς ὤφθη ἐπὶ γῆς. Οἱ δὲ ἰδόντες τὸν ἀστέρα, μᾶλλον δὲ τὸν Σωτῆρα, ἐχάρησαν χαρὰν μεγάλην, οἳ καὶ κύψαντες προσεκύνησαν, καὶ ἐκβαλόντες τὰ δῶρα, χρυσὸν καὶ λίβανον καὶ σμύρναν. Χρυσὸν μὲν ὡς βασιλεῖ· λίβανον δὲ ὡς Θεῷ· καὶ σμύρναν ὡς θνητῷ· μᾶλλον δὲ ἵνα καὶ τὸν ἐνταφιασμὸν μηνύσωσι τοῦ πάντων κτίστου καὶ δημιουργοῦ Χριστοῦ, ὃν ἔτεκεν ἡ οὐράνιος νύμφη Μαρία, ὁ οὐρανὸς καὶ ναὸς καὶ θρόνος τῆς θεότητος, τὸ ἀνεκλάλητον τοῦ παραδείσου κειμήλιον.

Ἄγγελοι τὴν Εὔαν ἐμέμφοντο, νυνὶ δὲ τὴν Μαρίαν δοξάζουσιν· ἡ τὸ ἀσθενὲς τῶν γυναικῶν κυρίως δοξάσασα, ἡ τὴν πεσοῦσαν Εὔαν ἀναστήσασα, καὶ τὸν ἐκβληθέντα τοῦ παραδείσου Ἀδὰμ εἰς οὐρανοὺς ἀποστείλασα, ἡ τὸν κλεισθέντα παράδεισον ἀνοίξασα, καὶ διὰ λῃστοῦ πάλιν τὸν Ἀδὰμ καταφυτεύσασα.

Διὰ σοῦ γὰρ τὸ μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ τὴν ἔχθραν κατέλυσεν, ὦ ἁγία Παρθένε· διὰ σοῦ ἡ οὐράνιος εἰρήνη τῷ κόσμῳ ἐδωρήθη, διὰ σοῦ τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης ἐφωτίσθη, διὰ σοῦ ἄνθρωποι ἄγγελοι γεγόνασι, διὰ σοῦ φίλοι, καὶ δοῦλοι, καὶ τέκνα Θεοῦ ἄνθρωποι ἐκλήθησαν, καὶ διὰ σοῦ σύνδουλοι ἀγγέλων καὶ συνόμιλοι ἄνθρωποι ἠξιώθησαν γενέσθαι· διὰ σοῦ γνῶσις οὐράνιος, καὶ δοξολογία ἀπὸ γῆς εἰς οὐρανοὺς ἀναπέμπεται· διὰ σοῦ παῤῥησίαν ἄνθρωποι ἐν οὐρανῷ πρὸς τὸν Ὕψιστον ἔχουσι· διὰ σοῦ σταυρὸς ἔλλαμψε κατὰ πάσης τῆς οἰκουμένης, ἐν ᾧ τὸ βρέφος σου ἐκρέματο Χριστὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν· διὰ σοῦ θάνατος πατεῖται, καὶ ᾅδης σκυλεύεται· διὰ σοῦ τὰ εἴδωλα πεπτώκασι, καὶ γνῶσις οὐράνιος ἐγήγερται· διὰ σοῦ τὸν μονογενῆ Υἱὸν τοῦ Θεοῦ ἐγνώκαμεν, ὃν ἔτεκες, παναγία Παρθένε, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, ᾧ πάντες ἄγγελοι καὶ ἄνθρωποι προσκυνοῦντες λέγομεν, ἄναρχον τὸν Πατέρα, ἄναρχον τὸν Υἱόν, ἄναρχον τὸ ἅγιον Πνεῦμα, Τριάδα ἀχώριστον καὶ ὁμοούσιον δοξάζοντες εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Megas Photios(Πρὸς ὑποψηφίους γιὰ τὸ «ἄθλημα τῆς Πόλεως»)

Τὸ «ἄθλημα τῆς Πόλεως», δηλαδὴ ἡ ὑπευθύνη καὶ σοβαρὴ ἐνασχόληση μὲ τὰ κοινά, ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ἀνθρώπους χαρισματούχους καὶ ἀξιοπίστους. Τὸ ἐρώτημα εἶναι: Ποῦ θὰ ψάξουμε νὰ βροῦμε αὐτὰ τὰ πρόσωπα καὶ μὲ ποιὰ κριτήρια ἀναζητήσεως; Μὲ ποιὸ μέτρο; Τὸ μέτρο, ποὺ μετράει μὲ ἀκρίβεια τὸ πολιτικό μας ἀνάστημα, θὰ ἐπιχειρήσουμε νὰ τὸ δανειστοῦμε ἀπὸ μία κορυφαία μορφὴ τῆς Βυζαντινῆς Ἀναγεννήσεως, τὸν Μέγα Φώτιο.

Σὲ παραινετική του ἐπιστολή, ποὺ ἀπευθύνεται, τὸν Μάϊο τοῦ 861, πρὸς τὸν τότε νεοφώτιστο χριστιανὸ ἄρχοντα τῆς Βουλγαρίας Βόγορι-Μιχαήλ, ὑποδεικνύει ὅλες τις ἀναγκαῖες προϋποθέσεις χρηστῆς καὶ ἐπιτυχημένης διοικήσεως. Ἡ παρουσίαση ὁλόκληρης τῆς ἐπιστολῆς, γιὰ λόγους πρακτικούς, δὲν εἶναι ἐφικτή, γι᾿ αὐτὸ καὶ θὰ περιοριστοῦμε μόνον σὲ μία σύντομη, ἀλλὰ ἀρκούντως σαφῆ καὶ διαφωτιστικὴ ἀναφορά.

Γράφει λοιπὸν ὁ Ἅγιος καὶ Μέγας Διδάσκαλος τῆς Οἰκουμένης Φώτιος:

1. «Ὁ τῶν ἀρχόντων τρόπος νόμος γίνεται τοῖς ὑπὸ χεῖρα».

Τὸ ἦθος τῶν ἀρχόντων γίνεται νόμος γιὰ τὸν ἁπλὸ λαό. Πρῶτοι καὶ κύριοι ὑπεύθυνοι γιὰ τὴν φαυλότητα (ἢ τὴν σπουδαιότητα) μίας χώρας εἶναι οἱ ἄρχοντές της, ποὺ ἀποτελοῦν «ὑπογραμμὸν καὶ παράδειγμα». Φαῦλοι ἄρχοντες διαπλάθουν φαύλους πολίτες.

2. «Οἱ περὶ τὸν ἄρχοντα φαῦλοι καὶ τὸν ἐκείνου συνδιαβάλλουσι τρόπον».

Στον ἐκφαυλισμὸ τῶν ἀρχόντων (καὶ συνακόλουθα τοῦ λαοῦ) συμβάλλει τὰ μέγιστα τὸ «περιβάλλον» τους.

3. «Ὅταν τις ἄρχῃ ἑαυτοῦ, τότε νομιζέτω καὶ τῶν ὑπηκόων ἄρχειν ἀληθῶς».

Ὅταν ὁ ἄρχων ἄρχει στον ἑαυτόν του (καὶ στο περιβάλλον του), τότε ἄρχει πραγματικὰ καὶ στον λαό.

4. «Κτῷ τοίνυν φίλους μὴ τοὺς φαύλους, ἀλλὰ τοὺς ἀρίστους».

Κάνε, λοιπόν, φίλους, ὄχι τοὺς φαύλους, ἀλλὰ τοὺς πιὸ καλούς.

5. «Μὴ ζήτει δὲ παρὰ φίλων ἀκούειν τὰ ἡδέα, ἀλλὰ τὰ ἀληθῆ μᾶλλον. Διὸ μέγιστον ἡγοῦ φίλους κολάκων διαφέρειν».

Μὴ ζητῇς ἀπὸ τοὺς φίλους νὰ ἀκοῦς ὅ,τι σὲ εὐχαριστεῖ, ἀλλὰ τὴν ἀλήθεια. Ἄλλο πρᾶγμα οἱ φίλοι καὶ ἄλλο οἱ κόλακες.

6. «Πολλαχόθεν δεῖ τὸν ἄρχοντα θηρεύειν τῶν ὑπηκόων τὰς γνώμας, καὶ οὕτω κοινωνοῖς χρῆσθαι φιλίας καὶ ἀρχῆς καὶ βουλευμάτων».

Στὶς ἀποφάσεις γιὰ τὴν εὐδαιμονία τῶν πολιτῶν ἀνάγκη νὰ ζητῇς τὴν γνώμη τοτς, ὥστε νὰ τοὺς κάνεις μετόχους καὶ φιλίας καὶ ἀρχῆς καὶ ἀποφάσεων. (Φωνὴ λαοῦ καὶ στὰ «μεσαιωνικὰ» Βαλκάνια...).

7. «Ἄρχοντας μέν τινες ἔφησαν ἀρετὴν ἐκ μικρᾶς μεγάλην πόλιν ποιῆσαι· ἐγὼ δὲ μᾶλλον ἂν φαίην τὸ ἐκ φαύλης σπουδαίαν παρασκευάσαι».

Λένε πως ἄξιος ἄρχοντας εἶναι ὁποῖος κάνει μεγάλη μία μικρὴ χώρᾳ. Ἐγὼ ὅμως λεώ πὼς ἀκόμα σημαντικότερο εἶναι ἂν κατορθώσει νὰ κάνει σπουδαία μία πολιτεία φαύλγ.

8. «Τὰς μετὰ σφοδρότητος ὑποσχέσεις εὐλαβεῖσθαι χρῇ».

Πρέπει νὰ προσέχεις τις ὑπερβολικὲς ὑποσχέσεις.

9. «Χρυσὸς ἅπαντα τὰ ἀνθρώπινα στρέφει. Ἄχρηστον καὶ νομίζων καὶ πᾶσιν ἐπιδείκνυς τὸν τοῖς φιλοῦσιν ἰσχυρὸν ἐπίβουλον, χρυσόν».

Τὸ χρυσάφι ἀνατρέπει τὰ πάντα στοὺς ἀνθρώπους. Νὰ θεωρεῖς ἄχρηστον τὸν χρυσό, ποὺ εἶναι φοβερὴ παγίδα ὅσων τὸν ἀγαποῦν, καὶ νὰ τὸ δείχνεις σὲ ὅλους.

10. «Ὅσῳ δέ τις προέχει τῇ ἀρχῇ, τοσούτῳ χρεωστεῖ πρωτεύειν καὶ τῇ ἀρετῇ».

Ὄσο πιὸ μεγάλη ἐξουσία ἀποκτᾷ κάποιος, τόσο πιὸ πολὺ ὀφείλει νὰ διακρίνεται καὶ στὴν ἀρετή.

Στὴν τοπικὴ αὐτοδιοικήσῃ, ἀλλὰ καὶ στην κεντρικὴ πολιτικὴ σκηνὴ τῆς Πατρίδας μας, ὑπάρχουν ἄραγε ἱκανοὶ καὶ πρόθυμοι ἄνθρωποι νὰ βάλουν σὲ ἐφαρμογή τὶς πολύτιμες αὐτὲς παραινέσεις τοῦ Μεγάλου Φωτίου;

Προσωπικῶς ἐκτιμῶ πὼς ὑπάρχουν καὶ μάλιστα πολλοί. Ἁπλῶς ἡ φανέρωσή τους θὰ ἔρθει στὴν ὥρα που θὰ τὸ δικαιούμαστε: Ὅταν δηλαδή, ὡς λαός, ὁμολογήσουμε μὲ εἰλικρινὴ συντριβὴ τὰ λάθη μας καὶ ἀποφασίσουμε μὲ πίστη καὶ θάῤῥος νὰ τὰ διορθώσουμε.

Τὰ ξένα προτυπα, δυστυχῶς, ἀποδείχθηκαν ὀλέθρια γιὰ τὸ Γένος μας. Καιρὸς λοιπὸν νὰ ξαναγυρίσουμε στις ῥίζες μας· νὰ ἐπιστρέψουμε στις πατροπαράδοτες ἀξίες καὶ τὰ παναρχαῖα ἰδανικὰ μας. Διότι ἐκεῖ μοναχὰ θὰ ξαναβροῦμε τὶς δυνάμεις καὶ τὸ κουράγιο, ποὺ τώρα χρειαζόμαστε.

Σημείωση: Τὰ παρατεθέντα ἀποσπάσματα τῆς ἐπιστολῆς καὶ ἡ νεοελληνική τους ἀπόδοση προέρχονται ἀπὸ τὸ βιβλίο, τῶν ἐκδόσεων Ἁρμός, μὲ τίτλο «Φωτίου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως- Ὁ Ἡγεμών».

Ἐκ τῶν κεφαλαίων τῆς Θεολογίας, 1.82
...πᾶσα νόησις, πλήθους· ἢ τουλάχιστmaximosον, δυάδος πάντως ἔμφασιν ἔχει. Μέση γάρ ἐστι τινῶν ἀκροτήτων σχέσις, ἀλλήλοις συνάπτουσα τό τε νοοῦν καὶ τὸ νοούμενον. Οὐδέτερον δὲ διόλου τὴν ἁπλότητα πέφυκε σώζειν. Τό τε γὰρ νοοῦν, ὑποκείμενόν τί ἐστι, πάντως συνεπινοουμένην αὐτῷ τὴν τοῦ νοεῖν ἔχον δύναμιν. Καὶ τὸ νοούμενον ὑποκείμενόν τι πάντως ἐστίν, ἢ ἐν ὑποκειμένῳ· συνεπινοουμένην αὐτῷ τὴν τοῦ νοεῖσθαι δύναμιν ἔχον· ἢ προϋποκειμένην τήν, οὗ ἐστι δύναμις, οὐσίαν. Οὐ γάρ τι τῶν ὄντων τὸ σύνολον αὐτὸ καθ᾿ αὑτὸ ἁπλῆ τις οὐσία ἢ νόησίς ἐστιν, ἵνα καὶ μονὰς ἀδιαίρετος. Τὸν δὲ Θεόν, εἴτε οὐσίαν εἴπωμεν, οὐκ ἔχει φυσικῶς συνεπινοουμένην αὐτῷ τὴν τοῦ νοεῖσθαι δύναμιν, ἵνα μὴ σύνθετος· εἴτε νόησιν, οὐκ ἔχει φυσικῶς δεκτικὴν τῆς νοήσεως ὑποκειμένην οὐσίαν· ἀλλ᾿ αὐτὸς κατ᾿ οὐσίαν νόησίς ἐστιν ὁ Θεός· καὶ ὅλος νόησις καὶ μόνον· καὶ αὐτὸς κατὰ τὴν νόησιν οὐσία καὶ ὅλος οὐσία καὶ μόνον· καὶ ὑπὲρ οὐσίαν ὅλος καὶ ὑπὲρ νόησιν ὅλος, διότι καὶ μονὰς ἀδιαίρετος καὶ ἀμερὴς καὶ ἁπλῆ. Ὁ τοίνυν καθ᾿ ὁτιοῦν νόησιν ἔχων, οὔπω τῆς δυάδος ἐξῆλθεν· ὁ δὲ ταύτην πάμπαν ἀπολιπών, γέγονε ποσῶς ἐν τῇ μονάδι, τὴν τοῦ νοεῖν ὑπεροχικῶς ἀποθέμενος δύναμιν.

Ὁ Ὅσιος Ἀρσένιος ὁ Καππαδόκης, σὰν ἱερέας ποὺ ἦταν, χρειαζόταν νὰ διαβάζει εὐχὲς γιὰ διάφορες περιπτώσεις. Οἱ εὐχὲς ὅμως τοῦ Εὐχολογίου δὲν ἀρκοῦσαν, ἐπειδὴ ὑπῆρχαν πολλὲς περιπτώσεις γιὰ τὶς ὁποῖες δὲν ὑπῆρχε ἀνάλογη εὐχή. Ἔτσι ὁ Ὅσιος Ἀρσένιος χρησιμοποιοῦσε ὅλους τοὺς ψαλμοὺς τοῦ Ψαλτηρίου, ὁρίζοντας ἕναν ψαλμό, γιὰ καθεμιὰ περίπτωση. (Ὁ Ὅσιος Ἀρσένιος τοὺς χρησιμοποιοῦσε καὶ γιὰ εὐχή).

Τὸ Ψαλτήρι, μὲ τὴ χρήση αὐτή, τὸ εἶχε καὶ ὁ Γέροντας καὶ τὸ διάβαζε καθημερινὰ ὁλόκληρο. Μερικὲς φορὲς μάλιστα χώριζε τὴ νύχτα σὲ ὧρες:
ἀπὸ τὶς 9:00 ὡς τὶς 10:00 π.χ. διάβαζε τὴν εὐχὴ καὶ εὐχόταν γιὰ ὅσους τελειώνουν ἀργὰ ἀπὸ τὶς δουλειές τους καὶ γυρίζουν στὰ σπίτια τους, γιὰ νὰ τοὺς φυλάει ὁ Θεός
ἀπὸ τὶς 11:00 ὡς τὶς 12:00 εὐχόταν γιὰ ὅσους ταξιδεύουν τὴ νύχτα, νὰ μὴν παθαίνουν ἀτυχήματα
ἀπὸ τὶς 12:00 ὡς τὶς 1:00 γιὰ ὅσους ξενυχτοῦν μέσα στὰ κακόφημα κέντρα, γιὰ νὰ τοὺς βοηθήσει ὁ Θεὸς νὰ ξεφύγουν.
Γενικὰ εὐχόταν γιὰ ὅλες τὶς περιπτώσεις: γιὰ ὅσους ἦταν μέσα στὰ νοσοκομεῖα, γιὰ τὰ ζευγάρια ποὺ μάλωναν, γιὰ νὰ λυπηθεῖ ὁ Θεὸς τὰ παιδάκια κλπ.

Αὐτὴ τὴ χρήση τοῦ Ψαλτηρίου σύμφωνα μὲ τὸν Ὅσιο Ἀρσένιο τὸν Καππαδόκη, παραθέτουμε ὡς μιὰ κατάσταση ποὺ ἐξηγεῖ σὲ ποιὲς περιπτώσεις ἐνδείκνυται ὁ κάθε ψαλμός.

Διαβάστε Περισσότερα

Ἐκ τῶν κεφαλαίων τῆς Θεολογίας, 1.82

πᾶσα νόησις, πλήθους· ἢ τουλάχιστον, δυάδος πάντως ἔμφασιν ἔχει. Μέση γάρ ἐστι τινῶν ἀκροτήτων σχέσις, ἀλλήλοις συνάπτουσα τό τε νοοῦν καὶ τὸ νοούμενον. Οὐδέτερον δὲ διόλου τὴν ἁπλότητα πέφυκε σώζειν. Τό τε γὰρ νοοῦν, ὑποκείμενόν τί ἐστι, πάντως συνεπινοουμένην αὐτῷ τὴν τοῦ νοεῖν ἔχον δύναμιν. Καὶ τὸ νοούμενον ὑποκείμενόν τι πάντως ἐστίν, ἢ ἐν ὑποκειμένῳ· συνεπινοουμένην αὐτῷ τὴν τοῦ νοεῖσθαι δύναμιν ἔχον· ἢ προϋποκειμένην τήν, οὗ ἐστι δύναμις, οὐσίαν. Οὐ γάρ τι τῶν ὄντων τὸ σύνολον αὐτὸ καθ᾿ αὑτὸ ἁπλῆ τις οὐσία ἢ νόησίς ἐστιν, ἵνα καὶ μονὰς ἀδιαίρετος. Τὸν δὲ Θεόν, εἴτε οὐσίαν εἴπωμεν, οὐκ ἔχει φυσικῶς συνεπινοουμένην αὐτῷ τὴν τοῦ νοεῖσθαι δύναμιν, ἵνα μὴ σύνθετος· εἴτε νόησιν, οὐκ ἔχει φυσικῶς δεκτικὴν τῆς νοήσεως ὑποκειμένην οὐσίαν· ἀλλ᾿ αὐτὸς κατ᾿ οὐσίαν νόησίς ἐστιν ὁ Θεός· καὶ ὅλος νόησις καὶ μόνον· καὶ αὐτὸς κατὰ τὴν νόησιν οὐσία καὶ ὅλος οὐσία καὶ μόνον· καὶ ὑπὲρ οὐσίαν ὅλος καὶ ὑπὲρ νόησιν ὅλος, διότι καὶ μονὰς ἀδιαίρετος καὶ ἀμερὴς καὶ ἁπλῆ. Ὁ τοίνυν καθ᾿ ὁτιοῦν νόησιν ἔχων, οὔπω τῆς δυάδος ἐξῆλθεν· ὁ δὲ ταύτην πάμπαν ἀπολιπών, γέγονε ποσῶς ἐν τῇ μονάδι, τὴν τοῦ νοεῖν ὑπεροχικῶς ἀποθέμενος δύναμιν.

http://4.bp.blogspot.com/-CTYFrFDQkAw/UauIpGtmlqI/AAAAAAAAYVA/C3c-x9t2EOs/s320/ag-Grigorios-Nyssis.pngΕἰσαγωγή - Περίληψη
Ὁ λόγος αὐτὸς γράφτηκε τὸ φθινόπωρο τοῦ 379 μ.Χ., ὅταν ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἐπισκέφθηκε τὴν ἀδελφή του Ὁσία Μακρίνα στὸν Πόντο, γιὰ νὰ παρηγορηθεῖ γιὰ τὸ θάνατο τοῦ ἀδελφοῦ τους Μεγάλου Βασιλείου. Ἡ Μακρίνα ἦταν ἄρρωστη, λίγο πρὶν τὸ τέλος της, ἀλλὰ εἶχε μαζί του ἕναν ἐνδιαφέροντα διάλογο ποὺ ἔδωσε ἀφορμὴ νὰ γραφτεῖ ὁ παρὼν λόγος. Τὰ κυριώτερα σημεῖα του εἶναι τὰ ἑξῆς:
Ὁ θάνατος εἶναι ὁ χωρισμὸς τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ σῶμα· ὅταν τὸ σῶμα ἐγκαταλειφθεῖ ἀπὸ τὴν ψυχή, τότε ἀποσυντίθεται στὰ στοιχεῖα ποὺ πρὶν τὸ ἀποτελοῦσαν. Καθένα στοιχεῖο τοῦ σώματος ἐπιστρέφει στὸ φυσικό του στοιχεῖο, ἔτσι ὥστε κανένα ἐπιμέρους στοιχεῖο δὲν καταστρέφεται πλήρως ἢ δὲν ἐπιστρέφει στὴν ἀνυπαρξία, καὶ τὸ σῶμα παραμένει μέσα στὰ ὅρια αὐτοῦ τοῦ κόσμου (στὸ νερό, τὸν ἀέρα, τὸ χῶμα καὶ τὸ πῦρ). Αὐτὸ εἶναι ἡ φθορά, δηλαδὴ ἀποσύνθεση καὶ ὄχι καταστροφὴ ἢ μετάπτωση σὲ κατάσταση ἀνυπαρξίας.

Περισσότερα...

http://1.bp.blogspot.com/-jvAEROcJxBw/UPgZETlHMcI/AAAAAAAAHRc/dPgztq82_wc/s1600/%CE%91%CE%93%CE%99%CE%9F%CE%A3+%CE%91%CE%98%CE%91%CE%9D%CE%91%CE%A3%CE%99%CE%9F%CE%A3.JPGΜὴν ἀρνεῖσαι νὰ προσφέρεις λάδι καὶ νὰ ἀνάβῃς κεριὰ στὸν τάφο του, ἐπικαλούμενος Χριστὸν τὸν Θεὸν, καὶ ἂν ἀκόμα ὁ κοιμηθεὶς τελείωσε εὐσεβῶς τὴ ζωή του καὶ τοποθετήθηκε στὸν οὐρανό. Γιατί αὐτὰ εἶναι εὐπρόσδεκτα ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ προσκομίζουν μεγάλη τὴν ἀνταπόδοσή Του, γιατί τὸ λάδι καὶ τὸ κερὶ εἶναι θυσία καὶ ἡ Θεία Λειτουργία εἶναι ἐξιλέωση. Ἡ δὲ ἀγαθοεργία φέρνει τελικὰ προσαύξηση μὲ κάθε ἀγαθὴ ἀνταπόδοση. Ὁ σκοπὸς τοῦ προσφέροντος, γιὰ τὴν ψυχὴ κοιμηθέντος, εἶναι ἴδιος μὲ τὰ ὅσα κάνει ὅποιος ἔχει μικρὸ παιδὶ ἄρρωστο καὶ ἀδύναμο, γιὰ τὸ ὁποῖο προσφέρει στὸν ἱερὸ ναὸ κεριὰ, θυμίαμα καὶ λάδι μὲ πίστη καὶ τὰ χαρίζει ὅλα γιὰ τὸ παιδί του. Τὰ κρατάει καὶ τὰ προσφέρει μὲ τὰ χέρια του σὰν νὰ τὰ κρατάει καὶ νὰ τὰ προσφέρῃ τὸ ἴδιο τὸ παιδὶ, ἀκριβῶς δηλαδὴ ὅπως γίνεται ὅταν στὸ βάπτισμα ἀποκηρύσσεται ὁ σατανᾶς ἀπὸ τὸν ἀνάδοχο γιὰ λογαριασμὸ τοῦ νηπίου.
Παρομοίως πρέπει νὰ θεωρεῖται καὶ ὅποιος πέθανε πιστὸς στὸν Κύριο, ὅτι κρατάει καὶ προσφέρει τὰ κεριὰ καὶ τὸ λάδι, καὶ ὅλα ὅσα προσφέρονται γιὰ τὴ λύτρωσή του.Ἔτσι μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ ἡ προσπάθεια ποὺ γίνεται μὲ πίστη δὲ θὰ πάει χαμένη. Νὰ εἶστε σίγουροι ὅτι οἱ Θεῖοι ἀπόστολοι καὶ οἱ Θεοδίδακτοι διδάσκαλοι καὶ οἱ Θεόπνευστοι πατέρες, ἀφοῦ πρῶτα ἑνώθηκαν μὲ τὸ θεῖο καὶ φωτίσθηκαν καθόρισαν μὲ τρόπο θεάρεστο τὶς λειτουργίες, τὶς προσευχὲς καὶ τὶς ψαλμωδίες, ποὺ γίνονται κάθε χρόνο στὴ μνήμη ἐκείνων ποὺ πέθαναν. Καὶ ὅλα αὐτὰ μέχρι σήμερα, πάντα μὲ τὴ χάρη τοῦ Φιλανθρώπου Θεοῦ, αὐξάνονται καὶ συμπληρώνονται σ᾿ ὅλα τὰ σημεῖα τοῦ ὁρίζοντος γιὰ νὰ δοξάζεται καὶ νὰ ἐξυμνεῖται ὁ Κύριος τῶν κυρίων καὶ Βασιλεὺς τῶν βασιλευόντων.

Ιερή Κατήχηση της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας ήτοι της Μίας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας.

Υπό του Αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως 

 1. Τι ονομάζεται κόσμος (δηλ. κόσμημα);

 Κόσμος ονομάζεται το σύνολο της Δημιουργίας, εξ αιτίας της τάξης και αρμονίας που επικρατούν μέσα σ’ αυτήν. Η Δημιουργία διαιρείται στον ορατό και στον αόρατο κόσμο. Ο ορατός κόσμος είναι η υλική φύση. Ο αόρατος κόσμος είναι η άϋλη φύση, δηλαδή οι άγγελοι και η ψυχή του ανθρώπου.[1]

2. Τι διδάσκει η Εκκλησία για τη Δημιουργία του κόσμου;

Περισσότερα...

 Βίος καὶ Πολιτεία τοῦ Ὁσίου Μαξίμου τοῦ Καυσοκαλύβη 

 Τότε τοῦ λέγει ὁ θεῖος Γρηγόριος: Εἶναι καὶ ἄλλα, Καυσοκαλύβη μου, παρόμοια, ὁποῦ εἶναι τῆς πλάνης. Καὶ ὁ μέγας ἐκεῖνος τοῦ ἀπεκρίθη: Ἄλλα εἶναι τὰ σημάδια τῆς πλάνης καὶ ἄλλα τῆς χάριτος. Διότι τὸ πονηρὸ πνεῦμα τῆς πλάνης, ὅταν πλησιάσῃ εἰς τὸν ἄνθρωπον, συγχύζει τὸν νοῦν καὶ τὸν ἀγριεύει.
 Κάμνει τὴν καρδίαν σκληρὰν καὶ τὴν σκοτίζει, προξενεῖ δειλίαν, φόβον καὶ ὑπερηφάνειαν. Τοῦ ἀγριεύει τὰ μάτια, ταράσσει τὸ μυαλόν, τοῦ ἀνατριχιάζει ὅλο τὸ κορμί. Τοῦ δείχνει κατὰ φαντασίαν εἰς τὰ μάτια, φῶς ὄχι λαμπρὸ και καθαρόν, ἀλλὰ κόκκινον, τοῦ κάμνει τὸν νοῦν δαιμονιώδη καὶ τὸν παρακινεῖ νὰ λέγῃ μὲ τὸ στόμα του ἄπρεπα λόγια καὶ βλάσφημα.
Ἐκεῖνος δὲ ὁποῦ βλέπει τὸ πνεῦμα αὐτὸ τῆς πλάνης, ὀργίζεται τὶς περισσότερες φορές, καὶ εἶναι γεμάτος ἀπὸ θυμόν.

Περισσότερα...
Joomla SEF URLs by Artio