Τό μυστήριο τοῦ Εὐχελαίου (ἱστορική καί θεολογική θεώρηση)

Υπό του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Κυκλάδων κ. Σάββα,

Μεταπτυχιακού Φοιτητού τού Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας και Θρησκειολογίας του Ε.Κ.Π.Α. , τομέα Λειτουργικής

Τό μυστήριο τοῦ Εὐχελαίου (ἱστορική καί θεολογική θεώρηση)

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εισαγωγή…………………………………….………………………………….…σ. 3

Το μυστήριο του Ευχελαίου μέσα από τις αποστολικές μαρτυρίες και τις πηγές της αρχαϊκής Εκκλησίας, έως τον 8ο αι………….…………….…...….σ. 3

Η τάξη του Ευχελαίου στη χειρόγραφη παράδοση και στις γραπτές μαρτυρίες του Αγ. Συμεών, Αρχιεπισκόπου Θεσ/νικης…………………......σ. 5

Η ακολουθία του Ευχελαίου κατά την σημερινή επικρατούσα τάξη, παρερμηνείες και λειτουργικά ατοπήματα……..………...………………....σ. 7

 

Επιλεγόμενα………………………………………………………………………σ. 8


Βιβλιογραφία..…………………………………………….....…….…….…..……σ. 9

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

        Ελλογιμώτατοι κ.κ Καθηγηταί, εκλεκτοί συμφοιτηταί, η παρούσα εργασία προτίθεται να παρουσιάσει, στα μικρά χρονικά πλαίσια, όσο το δυνατόν μια πληρέστερη θέαση του μυστηρίου του Ευχελαίου, αρυομένη όσον ένεστι μέσα από δύο καθοριστικές συνιστώσες: την ιστορική και θεολογική του θεώρηση. Το συγκεκριμένο μυστήριο, όπως και τα υπόλοιπα που εκ παραδόσεως τελούνται στην θεία λατρεία, περικλείει, στην από έθους ιστορική του πορεία, ποικίλες μεταβολές, προτού φτάσει στην αποκρυστάλλωση της μορφής που όλοι σήμερα γνωρίζουμε.

        Την ολότητα του θέματος θα επιχειρήσουμε να διεξέλθουμε μέσα από τις εξής ενότητες: α) το ευχέλαιο στην αποστολική εποχή και τις πηγές της αρχαϊκής Εκκλησίας, έως και τον 8ο αι. β) το ευχέλαιο στη χειρόγραφη παράδοση και στις καταγραφόμενες μαρτυρίες του αγίου Συμεών Αρχ. Θεσ/νικης και γ) η ακολουθία του μυστηρίου στα νεότερα ευχολόγια και την επικρατούσα σημερινή τάξη. Παράλληλα η αναφορά μας στη θεολογία του μυστηρίου θα εντοπίσει, τόσο δογματικές αλήθειες της Πίστεως μας, όσο και τυχόν λειτουργικές αστοχίες σε συνάφεια με το εξεταζόμενο μυστήριο.      

ΚΥΡΙΟ ΘΕΜΑ

        Εκ προοιμίου οφείλουμε να πούμε πως το Ευχέλαιο ως μυστήριο υπακούει σε εκείνον τον γενικό κανόνα που θέλει κάθε τι μυστηριακό, επιτελούμενο εν τη θεία Λατρεία, να έχει ορατό και αόρατο μέρος. Εν προκειμένω εδώ, ορίζεται ως ορατό ,το άλειμμα του ασθενούς με έλαιον και η ευχή της Πίστεως που αναγινώσκετε από τους ιερείς επί τον ασθενή. Ως αόρατο, η άνωθεν Χάρις η επιδαψιλεύουσα ευεργεσίες ψυχικές και σωματικές δια μέσου του υλικού του ελαίου[1].

 Το μυστήριο του Ευχελαίου μέσα από τις αποστολικές μαρτυρίες και τις πηγές της αρχαϊκής Εκκλησίας, έως τον 8ο αι.

        Εκκινώντας την ιστορική μας αναδρομή θα καταφύγουμε στην αρχαιότερη αγιογραφική μαρτυρία, την πολύ γνωστή (αφού περιλαμβάνεται στην ιερολογία του μυστηρίου), της επιστολής του Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου (περί το 50 μΧ.): «Ἀσθενεῖ τις, ἐν ἡμῖν; προσκαλεσάσθω τούς πρεσβυτέρους τῆς ἐκκλησίας καί προσευξάσθωσαν ἐπ’ αὐτόν, ἀλείψαντες αὐτόν ἐλαίῳ ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου καί ἡ εὐχή τῆς πίστεως σώσει τόν κάμνοντα, καί ἐγερεῖ αὐτόν ὁ Κύριος κἄν ἁμαρτίας ἧ πεποιηκώς ἀφεθήσεται αὐτῷ». Ας προσέξουμε εδώ 3 θεμελιώδης παραμέτρους σχετικά με το μυστήριο: α) γίνεται λόγος για πρόσκληση πρεσβυτέρων στον οίκο του ασθενή β) μαρτυρείται η άλειψη του ασθενούς με έλαιον εν ονόματι του Κυρίου και γ) η προσευχή της Εκκλησίας επιδρά θεραπευτικά, τόσο στην ασθένεια της ψυχής, όσο και σε αυτή του σώματος. Βλέπουμε λοιπόν ότι εξαρχής η Εκκλησία, συστοιχουμένη με την Ευαγγελική διδασκαλία[2], ανέδειξε ότι «τό τε σῶμα καί ἡ ψυχή λαμβάνονται ὡς μία  νοσούσα ὑπόστασις… ἡ δε νόσος ὡς μία σωματική τε καί ψυχική συνάμα νόσος»[3].

        Σε απόκρυφο κείμενο του 1ου αι. μΧ. συναντούμε άλλειψη αρρώστου με έλαιο[4], ενώ στις αρχές του 2ου αι. μ.Χ ο Τερτυλλιανός καταγράφει πληροφορία σύμφωνα με την οποία ο χριστιανός Πρόκουλος θεράπευσε επίσης με άλλειψη ελαίου τον πατέρα Αντωνίνου Σεβήρου, ο οποίος ήταν μάλιστα εθνικός. Αξιόλογη θεωρείται και η μαρτυρία του Ιππολύτου (3ος μΧ. αι.) στην «Ἀποστολική Παράδοση», που διασώζει ευχή με τον τίτλο «De oblatione olei» και εντάσσει το μυστήριο στη θεία Λειτουργία[5]. Ανάλογα στο Ευχολόγιο του Σεραπίωνος[6] (μέσα του 4ου αι. μΧ.), το οποίο αποτυπώνει την λειτουργική πράξη Ρώμης και Αιγύπτου, διακρίνονται δύο ευχές σχετικά με το έλαιον: η μία τοποθετείται μετά τον καθαγιασμό των τιμίων Δώρων και πριν την απόλυση, και η δεύτερη «Εὐχή εἰς ἔλαιον νοσούντων ή εἰς ἄρτον καί ὕδωρ» που γινόταν εκτός της θείας Λειτουργίας. Στις Αποστολικές Διαταγές (τέλη 4ου αι. μΧ.) περιέχεται μια σχετική ευχή  με τον τίτλο «Εὐχαριστία ἐπί ὕδατος καί ἐλαίου» εντός της θείας Λειτουργίας καταγγέλουσα και αυτή τον σύνδεσμο ψυχικής και σωματικής ιάσεως.[7]

       Σταδιακά ο ερχομός των πολυγραφότατων Πατέρων λ.χ. Αγ. Κυρίλλου Αλεξανδρείας[8] , Προκοπίου Γαζαίου[9], πάπα Ιννοκεντίου του Α’[10], ιερού Χρυσοστόμου[11] αυξάνουν τις αναφορές σχετικά με το ιερό Ευχέλαιο, ενώ ο Θεόδωρος Καντέρμπουρη (+ 690) τονίζει ότι το μυστήριο δεν αφορά μόνο την ίαση των ασθενών αλλά και την «ἐπανασύνδεση (μετά τῆς Ἐκκλησίας) τῶν μετανοούντων»[12]. Συνωδά με τα παραπάνω διακρίνεται ξεκάθαρα, για την χρονική περίοδο που εξετάζουμε, ο αρχικός πυρήνας του μυστηρίου (δύο τελεστικές ευχές, μια για τον καθαγιασμό του ελαίου, και η δεύτερη με αναφορά στους καρπούς του μυστηρίου, ως προς τους χριομένους ασθενείς), που αναμφίβολα εντάσσεται εντός της Θείας Λειτουργίας.[13]          

Η τάξη του Ευχελαίου στη χειρόγραφη παράδοση και στις γραπτές μαρτυρίες του Αγ. Συμεών, Αρχιεπισκόπου Θεσ/νικης.

        Με αυτά τα κληροδοτήματα συναρμοσμένα στο λειτουργικό έθος της Εκκλησίας, εισερχόμαστε στην εξέταση της δευτέρας περιόδου που εκτείνεται χρονικά  από τον 8ο-15ο αι. Οι γραπτές πηγές μαρτυρούν, ότι κατ’ αυτήν την περίοδο το μυστήριο του Ευχελαίου εμφανίζει μια ραγδαία εξέλιξη οφειλομένη σε συμβολικούς αλλά και πρακτικούς λόγους. Έτσι σταδιακά από την ύπαρξη μεμονωμένων ευχών περνάμε στο σχηματισμό της ακολουθίας του μυστηρίου, το οποίο πλέον εμφανίζει συνθετότερη μορφή[14]. Καθιερώνεται η τέλεσή του από επτά ιερείς (το λεγόμενο «επταπάπαδον»), οι οποίοι σε διαφορετικούς ναούς έχουν επιτελέσει επτά λειτουργίες υπέρ του συγκεκριμένου πάσχοντος. Κατά την λειτουργική αυτή τάξη την «καθαγιαστική ευχή» («Κύριε, ὁ ἐν τῷ ἐλέει…») και την «ευχή της χρίσεως» («Πάτερ Ἅγιε…») τις έλεγαν όλοι μαζί, αντιστοίχως ευλογούντες και το έλαιον ή χρίοντας τον ασθενή. Από κει και πέρα έχουμε κατ’ ουσίαν επτά ενότητες (ευχών-αιτήσεων) για τον κάθε ένα από τους επτά ιερείς. Την όλη τελετή συμπλήρωνε η συγχωρητική ευχή την οποία αναγίνωσκε ο πρωτόπαπας εκ μέρους όλων των ιερέων («και δέομαι σύν αὐτοῖς καί ἱκετεύω»).[15]

       Στην οριστική μορφή της «επταδικής» αυτής ακολουθίας καταλυτικό ρόλο έπαιξε η αποφασιστική παρέμβαση του πατριάρχου Κων/λεως Αρσενίου του Αντωρειανού[16] (1255-1260). Καθιέρωσε αρχικά να τελείται το Ευχέλαιο από επτά ιερείς, συνθέτοντας παράλληλα ειδικές ευχές για τον καθένα. Τούτο ασφαλώς έρχεται σε αντίθεση με την εθιμική-προαιρετική έως τότε τέλεση του μυστηρίου από επτά ιερείς που επαναλάμβαναν επί το πλείστον τα ίδια κείμενα[17]. Στη μορφή αυτή το ευχέλαιο εμφανίζει ένα προπαρασκευαστικό μέρος κοντά στα πρότυπα της μορφής του Όρθρου, πλησιάζοντας τον λειτουργικό όρο που ο αγ. Συμεών Θες/νικης (+1429) ονομάζει «παννυχίδα». Σε αυτό τον συσχετισμό πιθανώς προβαίνει ο άγιος εξαιτίας της μορφής που λαμβάνει (μοιάζει με τον μοναχικό Όρθρο) ή η προσθήκη του κανόνος[18] του Ευχελαίου απηχεί την τάξη που ακολουθείται στην Θεσ/νικη. Στον αριθμό των ιερέων που ο πατριάρχης Αρσένιος «επιβάλλει» κατά την τέλεση του μυστηρίου εκφράζονται αντιρρήσεις με εφαλτήριο πρακτικούς και προφανείς λόγους. Ο προαναφερθείς Αγ. Συμεών Θες/νικης, ξέχωρα από την ευλάβειά του στον ιερό αριθμό επτά[19], υποστηρίζει ότι όπου υπάρχει ανάγκη ή έλλειψη ιερέων ας είναι «το ἔλαττον τρεῖς»[20].

       Ρηξικέλευθα ο Αγ. Νικόδημος ο Αγιορείτης θα παρατηρήσει πως «καλύτερον γάρ εἶναι να γίνεται το μυστήριον καί ἀπό ἕναν ἱερέα, πάρεξ να το ὑστεροῦνται παντάπασιν οἱ ἐκεῖσε χριστιανοί καί μάλιστα ἀσθενεῖς ἐνταυτῷ να ὑστεροῦνται την ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν ὄπου χαρίζει εἰς αὐτούς… ἔπειτα ἄν ἕνας ἱερεύς μόνος ἐκτελῇ ὅλα τά ἄλλα μυστήρια… διατί καί μόνος δεν δύναται νά ἐκτελέσῃ τό θεῖον Εὐχέλαιον;»[21]. Από τον 13ο αι. και μετά η ακολουθία του Ευχελαίου σταδιακά αποσυνδέεται από το μυστήριο της Ευχαριστίας. Καθ’ όλη την βυζαντινή περίοδο ο λειτουργικός του τύπος θα παραμείνει ρευστός, ενώ πλέον τον 15ο αι. (όπως είδαμε και από τον άγ. Συμεών) θα αποδεσμευτεί οριστικά και θα  αποτελέσει ξεχωριστεί λειτουργική ενότητα στη λατρευτική ζωή της Εκκλησίας. Πάντοτε όμως θα διακρίνονται τα λειτουργικά ίχνη[22] που θα επιβεβαιώνουν την παραδοσιακή θέση του μυστηρίου.  

Η ακολουθία του Ευχελαίου κατά την σημερινή επικρατούσα τάξη, παρερμηνείες και λειτουργικά ατοπήματα.

     Είναι αλήθεια πως η σημερινή επικρατούσα τάξη της επιτελέσεως του μυστηρίου και χρονοβόρα είναι και πολύπλοκη, καθώς επικράτησε να τελείται υπό ενός μόνο ιερωμένου για λόγους στους οποίους αναφερθήκαμε. Ο καθηγητής Ιω. Φουντούλης συμβουλεύει σχετικά τους λειτουργούς, όπως κατά την περίσταση μεγάλης ανάγκης να λέγονται το «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία…», τα «εἰρηνικά», η καθαγιαστική ευχή («Κύριε ἐν τῷ ἐλέει…») και η ευχή της χρίσεως («Πάτερ Ἅγιε…»). Σε ορισμένα έντυπα ευχολόγια η ανωτέρω μορφή τιτλοφορείται ως «Ἀκολουθία τοῦ ἁγίου ἐλαίου κατ’ ἐπιτομήν»  και «ἐν μεγίστῃ ἀνάγκῃ, ἤγουν ἐν κυνδίνῳ θανάτου»[23]. Κατά τον παρελθόν πολλά στοιχεία θεολογικά και πνευματικά του μυστηρίου παρερμηνεύθηκαν ή αλλοιώθηκαν. Στην παράδοση της Εκκλησίας υπάρχει το «χάρισμα των ιαμάτων», που μαρτυρείται μάλιστα από την αποστολική εποχή[24]. Πολλοί ατυχώς το συνέδεσαν με το άγιο Ευχέλαιο, όμως το ιδιαίτερο αυτό χάρισμα των ιαμάτων είχε δοθεί σε λίγα ξεχωριστά άτομα αλλά και σε έκτακτες περιπτώσεις. Η σύσταση του θείου Ιακώβου, να καταφεύγουμε στους πρεσβυτέρους της Εκκλησίας, αποτελεί μια μόνιμη προτροπή σε πρόσωπα υπηρετούντα «δια χειροτονίας» στην λατρεία της και όχι σε μεμονωμένα και χαρισματικά. Ωσαύτως κανείς ιερωμένος δεν έχει το «δικαίωμα» να καρπώνεται τυχόν αποτελέσματα ευεργετικά που επιτελεί η χάρη του Αγίου Πνεύματος δια του μυστηρίου[25].

       Κατά καιρούς επίσης, και ιδιαίτερα στα χρόνια μας, όπου η ορθή πληροφόρηση και το ενδιαφέρον των πιστών περί της θείας Λατρείας μας ατονεί, το Ευχέλαιο έλαβε διάσταση «μαγική». Οι περισσότεροι από τους πατέρες που εφημερεύουν θα έχουν παρατηρήσει, ότι κατά το απόγευμα της Μεγ. Τετάρτης προσέρχονται «αγεληδόν» άνθρωποι, μακριά κατά τ’ άλλα ολοχρονίς από την λειτουργική πράξη της Εκκλησίας, να χρισθούν για το «καλό των ημερών», για να ξορκίσουν το κακό και τις αναποδιές από την καθημερινότητά τους. Στην ίδια λογική εντάσσεται και η αναζήτηση ιερέως, όπως άκουσα πρόσφατα… να τελέσει Ευχέλαιο ακόμη και σε αυτοκίνητο, γιατί υπάρχει δύσκολο μηχανικό πρόβλημα και δεν παίρνει μπροστά! Θεωρώ όμως, και δεχθείτε ταπεινά την άποψη μου, ότι η μεγαλύτερη σύγχυση υπάρχει σχετικά με το αν το Ευχέλαιο συγχωρεί αμαρτίες και αν μπορεί ενδεχομένως να αντικαταστήσει το μυστήριο της Εξομολογήσεως. Ακούγοντας πολλοί την ανάγνωση της Συγχωρητικής Ευχής (στο τέλος του μυστηρίου), θεωρούν απλά ότι συγχρόνως και εξομολογήθηκαν! Ο Αγ. Ιάκωβος ο Αδελφόθεος το διευκρινίζει: «κἄν ἁμαρτίες ἦ πεποιηκώς, ἀφεθήσεται αὐτῷ», φράση που σαφέστατα δηλώνει συγχώρηση αμαρτιών ένεκα εκείνων που πάσχει ο ασθενής (και που ίσως έχει λησμονήσει να αναφέρει στον πνευματικό του), δείχνοντας παράλληλα το πνεύμα της μετανοίας[26].

ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΝΑ

     

        Το μυστήριο του Ευχελαίου αφορά, τόσο τη ψυχή, όσο και το σώμα. Χαρακτηρίζεται ως μυστήριο «της παρακλήσεως», καθώς έχει την άνωθεν δύναμη να επιδρά ευεργετικά στους ασθενείς αποδιώκοντας την αποθάρρυνση, την απελπισία, το άγχος, την ψυχοσωματική κόπωση, χαρίζοντας ενίοτε και την πλήρη ίαση στον πάσχοντα[27]. «Μέσα στην Εκκλησία η ασθένεια ενός μέλους γίνεται υπόθεση όλου του σώματος. Ο ασθενής δε, χάρη στη δύναμη του απολυτρωτικού έργου του Χριστού που δρά στην Εκκλησία, αποκαθίσταται πλήρως ως ψυχοσωματική οντότητα»[28]. Ευχαριστώ για την υπομονή σας.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ἕλληνες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, Πατερικές Ἐκδόσεις «Γρηγόριος ὁ Παλαμάς», Θεσσαλονίκη 1979.

Πηδάλιον… ἤτοι ἅπαντες οἱ ἱεροί καί θεῖοι Κανόνες, ἐκδ. «Ἀστήρ», Ἀθῆναι 1970.

Θρησκευτική καί Ἠθική Ἐγκυκλοπαίδεια, Ἀθῆναι.

Ἀνδρέου Θεοδώρου, Τά 7 Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, ἐκδ. «Ὁ Ἅγιος Νικόλαος», Ἀθῆναι 2002.

Γεωργίου Γ. Ψαλτάκη, Τά ἱερᾶ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας, Ἐκδ. β΄, Ἀδελφότης Θεολόγων ὁ «Σωτήρ», Ἀθῆναι 2008.

Γ. Ν. Φίλια, «Ἡ ἀπαλλαγή παντός μολυσμοῦ σαρκός καί πνεύματος»: «πτυχές της σχέσεως μυστηρίων Εὐχελαίου καί μετανοίας», ἐν Θεολογίᾳ ΞΕ΄ (1994), τευχ. 1, σσ. 171-184.

Ἰωάννη Φουντούλη, Τελετουργικά θέματα, Ἐκδ. Ἀποστολική Διακονία, Ἀθήνα 2002.

-Το λειτουργικόν ἔργον Συμεών τοῦ Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1966.

-Συμεών Ἀρχ. Θεσσαλονίκης, Τα Λειτουργικά Συγγράμματα Ι, Εὐχαί καί ὕμνοι, Θεσσαλονίκη 1968.

Παναγιώτη Τρεμπέλα, Μικρόν Εὐχολόγιο, τόμος Α΄, Αἱ ἀκολουθίαι καί τάξεις Μνήστρων καί Γάμου, Εὐχελαίου, Χειροτονιῶν καί Βαπτίσματος, κατά τους ἐν Ἀθῆναις ἰδίᾳ κώδικας, Ἀθῆναι 1950.

Παναγιώτη Σκαλτσή, Λειτουργικές μελέτες ΙΙ, Ἐκδ. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη 2006.

Πρεσβ. Δανιήλ Γεωργακόπουλου, Ἱερᾶ Ἀνθολογία, περιέχουσα ἐρμηνείαν ἐπί τῆς τελετῆς τῶν ἐπτά μυστηρίων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Ἐκδ. Βασ. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1996.

 

Ἀρχιμ. Χαραλάμπους Βασιλόπουλου, Ἡ δύναμις τοῦ Εὐχελαίου, Ἐκδ. «Ὀρθοδόξου Τύπου», Ἀθῆναι 1983.

 

 

ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΔΡΑΜΑΣ, Το ἱερόν Μυστήριον τοῦ Εὐχελαίου, Εἰσηγήσεις, Πορίσματα Ἱερατικοῦ Συνεδρίου τῆς ἱερᾶς Μητροπόλεως Δράμας, Δράμα 2000.

 

Χ. Κωνσταντινίδη (Μητρ. Ἐφέσου), Ἡ ἀναγνώριση τῶν μυστηρίων ταῶν ἑτεροδόξων στίς διαχρονικές σχέσεις Ὀρθοδοξίας καί Ρωμαιοκαθολικισμοῦ, ἐκδ. «Ἐπέκταση», 1995.

 

  1. J. P. Minge, Patrologia Graeca, Κέντρο Πατερικών Εκδόσεων, Αθήνα.

 

[1]Ἀρχιμ. Χαραλάμπους Βασιλόπουλου, Ἡ δύναμις τοῦ Εὐχελαίου, Ἐκδ. «Ὀρθοδόξου Τύπου», Ἀθῆναι 1983, σ. 5.

[2]Θυμηθείτε τι λέει ο Χριστός στο Παράλυτο κατά την θεραπεία του: «Μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μη χεῖρόν τι σοί γένηται» (Ιω. 5,14) & ο Απόστολος Παύλος: «Ὁ γάρ ἐσθίων καί πίνων ἀναξίως, κρῖμα ἑαυτῷ ἐσθίει καί πίνει, μή διακρίων τό Σῶμα τοῦ Κυρίου. Διά  τοῦτο ἐν ἡμῖν ἀσθενεῖς και κοιμῶνται ἱκανοί» (Α΄ Κορ. 1, 29-30).

[3]Χ. Κωνσταντινίδη (Μητρ. Ἐφέσου), Ἡ ἀναγνώριση τῶν μυστηρίων τῶν ἑτεροδόξων στίς διαχρονικές σχέσεις Ὀρθοδοξίας καί Ρωμαιοκαθολικισμοῦ, ἐκδ. «Ἐπέκταση», 1995, σσ. 51-52.

[4] Στην αρχαία εποχή είχε διάφορα ονόματα όπως : «ἅγιον ἔλαιον, εὐχέλαιον, ἡγιασμένον ἔλαιον, ἐλαίου χρίσις», κ. α.

[5]Παναγιώτη Σκαλτσή, Λειτουργικές μελέτες ΙΙ, Ἐκδ. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη 2006, σσ. 472-473.

[6]Βλπ. Γεωργίου Γ. Ψαλτάκη, Τά ἱερᾶ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας, Ἐκδ. β΄, Ἀδελφότης Θεολόγων ὁ «Σωτήρ», Ἀθῆναι 2008 σ. 133.

[7]Ὀ.π. σσ. 474& 476.

[8]PG. 68, 472A.

[9]PG. 87, 764.

[10]Βίος Αγ. Υπατίου 5ος αι. μΧ & το μυστήριο ονομάστηκε Ευχέλαιο πρώτη φορά στη Δύση το 417 μΧ. από επιστολή του πάπα Ιννοκεντίου του Α΄ προς κάποιον Δεκέντιο, βλπ.  Γεωργίου Γ. Ψαλτάκη, Τά ἱερᾶ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας, Ἐκδ. β΄, Ἀδελφότης Θεολόγων ὁ «Σωτήρ», Ἀθῆναι 2008 σ. 134.

[11]ΕΠΕ 10, 402.

[12]Παναγιώτη Σκαλτσή, Λειτουργικές μελέτες ΙΙ, Ἐκδ. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη 2006, σσ. 477-478.

[13]Ἰωάννη Φουντούλη, Τελετουργικά θέματα, Ἐκδ. Ἀποστολική Διακονία, Ἀθήνα 2002, σ. 326.

[14]Η μορφή αυτή συνεχίζεται να τελείται κατά την διάρκεια της θείας Ευχαριστίας. Ο Τρεμπέλας μαρτυρεί τεκμηριώνοντας το γεγονός σε κώδικες που μελέτησε και που χρονικά ανήκουν τουλάχιστον μέχρι τα τέλη του 12ου αι., βλπ. λ.χ. κώδικα Ρ (Κοισλιανοῦ τῶν Παρισίων ὑπ’ αριθμό 213, 11ου αι.), κώδικα Σ6 (βιβλιοθήκη Σινά, αριθμοῦ 973, 11-12ου αι.), στο: Παναγιώτη Τρεμπέλα, Μικρόν Εὐχολόγιο, τόμος Α΄, Αἱ ἀκολουθίαι καί τάξεις Μνήστρων καί Γάμου, Εὐχελαίου, Χειροτονιῶν καί Βαπτίσματος, κατά τους ἐν Ἀθῆναις ἰδίᾳ κώδικας, Ἀθῆναι 1950 σσ. 100-101 & 104.

[15]Ἰωάννη Φουντούλη, Τελετουργικά θέματα, Ἐκδ. Ἀποστολική Διακονία, Ἀθήνα 2002, σσ. 327-328.

[16]Παναγιώτη Τρεμπέλα, Μικρόν Εὐχολόγιο, τόμος Α΄, Αἱ ἀκολουθίαι καί τάξεις Μνήστρων καί Γάμου, Εὐχελαίου, Χειροτονιῶν καί Βαπτίσματος, κατά τους ἐν Ἀθῆναις ἰδίᾳ κώδικας, Ἀθῆναι 1950, σ. 108

[17]Ἰωάννη Φουντούλη, Τελετουργικά θέματα, Ἐκδ. Ἀποστολική Διακονία, Ἀθήνα 2002, σσ. 328-329.

[18]Ο κανόνας τοῦ Εὐχελαίου απαντάται και σε χειρόγραφο κώδικα του Σινά (973) του 12ου αι. πρωϊμότερα των μεταρρυθμίσεων του πατριάρχου Αρσενίου (μέσα 13ου αι.), πιθανόν ποίημα Αρσενίου Κερκύρας του 10ου αι. Επίσης αξιοσημείωτη πρέπει να θεωρηθεί η μαρτυρία (κώδικας Πάτμου 686, 15ου αι.) που συστήνει το προκαταρτικό μέρος να είναι προαιρετικό ως προς την εκτέλεση του («εἰ θέλωσιν ψάλαι»), βλπ. ὀ.π. σ. 330.

[19]Ο Άγιος Συμεών αναφέρεται στην ιερότητα και το συμβολισμό του αριθμού επτά μέσα από θαυμαστά γεγονότα της Π.Δ. Σε ένα παραλληλισμό του παραλληλίζει «τους ἑπτά ἐκεῖνους τοῦ νόμου ἱερεῖς παλαιούς πού σάλπισαν ἑπτά φορές κατ’ ἐντολή τοῦ Θεοῦ γύρω ἀπό τά  τείχη τῆς Ἰεριχοῦς καί κατέπεσαν με την δύναμι τοῦ Θεοῦ». (P.G. 155, 516)    

[20]P G. 155, 517.

[21]Πηδάλιον (ὑποσ. στον ιγ΄ κανόνα τῆς ἐν Καρθαγένῃ Συνόδου), σ. 407. & Σε αυτό διαφωνεί ο πρεσβ. Δανιήλ Γεωργακόπουλος: «Πρέπει να σεβόμεθα τήν διάταξιν τοῦ Ἀδελφοθέου Ἰακώβου (ὅστις λέγει «προσκαλεσάσθω τους πρεσβυτέρους τῆς Ἐκκλησίας»), καθώς δεν συγχωρείται οὔτε ἡ χειροτονία ἐπισκόπου νά τελήται ἀπό ἕνα ἐπίσκοπο, διότι τό εὐχέλαιον δέν εἶναι ἄφευκτον πρός σωτηρίαν, καθώς εἶναι το βάπτισμα καί ἄλλα μυστήρια, τά ὁποία εἶναι καί ἄφευκτα, καθότι ἐξ’ αὐτῶν κρέμαται ἡ ψυχική σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου», βλπ. Πρεσβ. Δανιήλ Γεωργακόπουλου, Ἱερᾶ Ἀνθολογία, περιέχουσα ἐρμηνείαν ἐπί τῆς τελετῆς τῶν ἐπτά μυστηρίων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Ἐκδ. Βασ. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1996, σ. 78.

[22]Ορθά σε κάποια ευχολόγια διατηρείται η αρχική εκφώνηση «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία», και σε άλλη εὐχή: «Κύριε ὁ Θεός ἡμῶν, ὁ καί ἐμέ τον ταπεινόν καί ἁμαρτωλόν… καλέσας εἰς το ἅγιον και ὑπερμέγιστον βαθμόν τῆς ἱερωσύνης καί εἰσελθεῖν εἰς τό ἐνδότερον τοῦ καταπετάσματος εἰς τά  Ἅγια τῶν Ἁγίων, ὅπου παρακύψαι οἱ ἅγιοι Ἄγγελοι ἐπιθυμοῦσι καί ἀκοῦσαι τῆς Εὐαγγελικῆς φωνῆς Κυρίου τοῦ Θεοῦ καί ἀπολαῦσαι τῆς θείας καί ἱερᾶς Λειτουργίας, ὁ καταξιώσας με ἱερουργεῖσαι τά ἐπουράνια σου Μυστήρια ὑπέρ ταῶν ἡμετέρων ἁμαρτημάτων καί τῶν τοῦ λαοῦ ἀγνοημάτων καί μεσιτεύσαι ὑπέρ τῶν λογικῶν σου προβάτων, ἵνα διά τῆς πολλῆς καί ἀφάτου σου φιλανθρωπίας τά παραπτώματα αὐτῶν ἐξαλείψης, Αὐτός… ἐνώτισαι τήν προσευχή μου…».   

[23]Ἰωάννη Φουντούλη, Τελετουργικά θέματα, Ἐκδ. Ἀποστολική Διακονία, Ἀθήνα 2002, σ. 336.

[24] Γράφει ο Απ. Παύλος: «Ἄλλοι χαρίσματα ἔχουσι ἱαμάτων» (Α΄ Κορ. 12, 19) και αλλού «Μη πάντες χαρίσματα ἔχουσι ἱαμάτων;» (Α΄ Κορ. 12, 90).

[25]Ἀρχιμ. Χαραλάμπους Βασιλόπουλου, Ἡ δύναμις τοῦ Εὐχελαίου, Ἐκδ. «Ὀρθοδόξου Τύπου», Ἀθῆναι 1983, σσ. 18-19.

[26] Ἀνδρέου Θεοδώρου, Τά 7 Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, ἐκδ. «Ὁ Ἅγιος Νικόλαος», Ἀθῆναι 2002, σ. 187.

[27] ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΔΡΑΜΑΣ, Το ἱερόν Μυστήριον τοῦ Εὐχελαίου, Εἰσηγήσεις, Πορίσματα Ἱερατικοῦ Συνεδρίου τῆς ἱερᾶς Μητροπόλεως Δράμας, Δράμα 2000, σ. 214.

[28]Γ. Ν. Φίλια, «Ἡ ἀπαλλαγή παντός μολυσμοῦ σαρκός καί πνεύματος»: «πτυχές της σχέσεως μυστηρίων Εὐχελαίου καί μετανοίας», ἐν Θεολογίᾳ ΞΕ΄ (1994), τευχ. 1, σσ. 171-184.


Joomla SEF URLs by Artio