(Ρωμ. 6, 18-23)

Η ΑΜΟΙΒΗ

«Τα γαρ οψώνια της αμαρτίας θάνατος, το δε χάρισμα του Θεού

ζωή αιώνιος εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών».

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Κάποτε, μας έλεγαν οι πατεράδες μας οι άνθρωποι γνώριζαν καλά το Ευαγγέλιο και τα λόγια των Αποστόλων, καθώς μπορούσαν, ευκαίρως-ακαίρως, να τα χρησιμοποιήσουν για να χαρακτηρίσουν απλές καταστάσεις της ζωής. Και τα είχαν επιγραμματικά, πρόχειρα στο μυαλό τους και έδειχναν με αυτά την σημασία τους αξιολογώντας τις διάφορες καταστάσεις. Π.χ. σε μία περίπτωση που έπρεπε να υπερισχύσει ο νόμος του Θεού από τον ανθρώπινο έλεγαν: «πειθαρχείν δεί Θεώ ή ανθρώποις» (Πρξ. 5, 29) κ.ά., τα οποία θα έχετε ίσως οι μεγαλύτεροι ακούσει. Αρκετές φορές κάποια απ’ αυτά έμπαιναν και ως θέματα εξετάσεως στο μάθημα της Έκθεσης, χαρακτηριστικό του πως ήταν «δεμένη» η κοινωνία μας με την πίστη και τον Λόγο του Χριστού. Μια τέτοια φράση χρησιμοποιεί προκρίνοντας ιδιαίτερα σήμερα και το Αποστολικό ανάγνωσμα. «Τα γαρ οψώνια της αμαρτίας θάνατος...».

ΚΥΡΙΩΣ ΘΕΜΑ

Α) Η ΑΜΟΙΒΗ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ

* Ετυμολογικά η λέξη «οψώνιον» σημαίνει μισθός που καταβάλλεται για κάποιο έργο. Ο Ι. Θεοφύλακτος θα πεί: «οψώνιον» είναι «το τοις στρατιώταις παρά του Βασιλέως διδόμενον σιτηρέσιον». Έτσι και η αμαρτία σαν άλλος βασιλέας μας πληρώνει με θάνατο! Τα πάθη μας οδηγούν την ύπαρξή μας στην κατάσταση της ανυπαρξίας. Γι’αυτό και αρκετοί επιστρέφοντας από τον δρόμο της αμαρτίας νιώθουν ότι γίνονται πρόσωπα και έχουν οντότητα και επομένως ζωή.

* Πολλές φορές, δουλεύοντας δήθεν ελεύθεροι την αμαρτία, πράττοντας ανεξέλεγκτα το κακό, «εκμηδενίζουμε» την προσωπικότητά μας, εξανεμίζουμε την «ανθρωπιά» και τον πλούτο που έχουμε λάβει κατά το Άγιον Βάπτισμα. Λίγο πολύ, και πρώτος εγώ, έχουμε νιώσει αυτό το «άδειασμα» της Χάριτος, αυτό που οι Πατέρες ονομάζουν «απουσία» του Αγίου Πνεύματος λόγω της πνευματικής μας καταπτώσεως.

* Κάτι τέτοιο εννοούσε ασφαλώς ο Κύριός μας όταν κάποιος πιστός του μαθητής του είπε: «Κύριε επίτρεψόν μοι πρώτον απελθείν και θάψαι τον πατέρα μου» (Μτθ. 8, 21) και ο Κύριος σοφά και αλληγορικά του απάντησε «Άσε τους νεκρούς, θάψαι τους εαυτών νεκρούς» (Μτθ. 8, 22). Δηλαδή νέκρωσε και απενεργοποίησε όλα όσα σε ενοχλούν και σου προξενούν την αληθινή και ολέθρια νάρκωση (πνευματικό θάνατο) της ψυχής.

Β) Η ΑΜΟΙΒΗ ΤΗΣ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ, ΖΩΗΣ

* Στον αντίποδα όλων των συλλογισμών αυτών αρκεί και πάλι ο λόγος του Κυρίου μας: «εγώ ήλθον ίνα ζωήν έχωσιν και περισσόν έχωσιν» (Ιω. 10, 10). Και εκείνο που συγκινεί είναι το «περισσόν», το παραπάνω. Θέλει ο Θεός για τον άνθρωπο το παραπάνω, την αιωνιότητα! Αντίθετα, ο άνθρωπος, με την κοσμική έννοια, επιθυμεί να ζήσει όσο το δυνατόν πιο πολύ σε αυτή εδώ την γή, δέσμιος της ύλης που πολλές φορές θεοποιεί. Ενώ πλασθήκαμε για μία «κατά Θεόν» τελείωση ψάχνουμε την απόλυτη ευδαιμονία στις απολαύσεις, στον πλούτο, στα αγαθά, αγωνιώντες μήπως διακοπεί ξαφνικά το νήμα της ζωής μας.

* Το «χάρισμα», δουλεύοντας τις εντολές του Θεού, είναι η «αιώνιος ζωή», η οποία ξεκινά από εδώ βλέποντας τον εαυτό μας σε πρωτόγνωρες και δυνατές εμπειρίες όπως η συγχωρητικότητα, η ευσπλαχνία, η ανεξικακία, η αγάπη, τα διαμάντια εκείνα δηλαδή που σπανίζουν στην σημερινή πραγματικότητα. Και όλα αυτά ονομάζονται «χαρίσματα» γιατί είναι «δώρα» της ενανθρωπήσεως του Κυρίου και όχι «βραβεία» ανταποδοτικά του Θεού προς τους ανθρώπους.

* Γι’ αυτό πάλι θα μιλήσω για την Θ. Ευχαριστία, το ζωοποιό Μυστήριο, στο οποίο υπάρχει ο Χριστός που ζωογονεί το πνεύμα και το σώμα: Θ. Ευχαριστία = Νέκρωση παθών, φωτισμός του νού και της διανοίας. Όπως ο υλικός άρτος δεν αφήνει το σώμα να φθαρεί, έτσι και ο Υπερφυσικός Άρτος ζωογονεί το πνεύμα και φθάνει μέχρι και την αφθαρσία του σώματος.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Με όλα όσα είπαμε νομίζω πως καταλαβαίνουμε γιατί ο ιερεύς την ώρα που μεταλαμβάνουμε αναφέρει το όνομά μας συνημμένο με την φράση «εις άφεσίν σου αμαρτιών και ζωήν την αιώνιον». Είναι δείγμα της φιλοσοφίας και της προσδοκίας που έχει η Εκκλησία μας για τον πιστό και την πορεία του πάνω σε αυτή την γη. Από εδώ… στη αιωνιότητα!

(Ρωμ. β΄ 10-16)

Αγιορειτών Πατέρων

Ο ΕΣΩΤΕΡΟΣ ΑΔΙΟΡΑΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

«κρίνει ο Θεός τα κρυπτά των ανθρώπων».

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Οι άνθρωποι έχουν κάποια πράγματα για τον εαυτό τους. Καταστάσεις, πράξεις, κλεισμένες ερμητικά στον προσωπικό χώρο της καρδιάς και της υπάρξεώς τους. Θα τολμούσα να πω για έναν κόσμο ισάξιο με την φανερή πορεία μας πάνω στην γη. Κάποτε όμως αυτό το πέπλο θα ανασυρθεί και τα μυστικά θα γίνουν φανερά και όλα θα δημοσιοποιηθούν και θα κριθούν... Εδώ λοιπόν ο Απ. Παύλος μας μιλά για την κρίση του Θεού, που θα πραγματοποιηθεί για κάθε άνθρωπο και θα αφορά την συνολική του εικόνα (φανερή και μη).

ΚΥΡΙΩΣ ΘΕΜΑ

Α) Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ

* Συνήθως σκεπάζουμε προσεκτικά και με άκρα μυστικότητα τα αμαρτωλά μας πεπραγμένα. Η μυστική μας ζωή είναι η αμαρτωλή μας ζωή, που ίσως από αδυναμία πράξαμε και δεν βρίσκουμε τη δύναμη να την καταθέσουμε ενώπιον του Πνευματικού μας, ενώπιον δηλαδή του Θεού.

* Ίσως να πιστεύουμε ότι τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει και να βελτιωθεί. Ίσως, ότι εκεί που τα τοποθετήσαμε, δεν τα βλέπει κανένας. Αλλά δεν είναι δυνατόν να κρυφτούμε, γιατί μπροστά στον Θεό τα πάντα είναι «γυμνά και τετραχηλισμένα».

* Γι’ αυτό και ο Δαυίδ αναφωνεί: «από των κρυφίων μου καθάρισόν με» (Ψαλμ. 18. 13), θέλοντας να μας μιλήσει για την συμμαχία του Θεού στην ταπεινή μας προσπάθεια. Ένα θετικό βήμα είναι να βλέπουμε τι γίνεται μέσα μας και να σπλαγχνιζόμαστε τον διπλανό μας. Έτσι μας ελεεί και μας απαλλάσσει ο Θεός από τα βρωμερά μας αμαρτήματα.

Β) Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ

* Υπάρχουν όμως και πολλοί που χρησιμοποιούν αυτήν την μέθοδο για να φυλάξουν την αρετή και τις αγαθοεργίες τους. Εφάρμοζαν την Ευαγγελική ρήση κάνοντας το καλό, μη γνωρίζοντας η δεξιά τι κάνει η αριστερά. Έτσι η ψυχή τους γίνεται «ένα άγιο άβατο», όπου υπάρχουν καλά και με ασφάλεια φυλαγμένα τα έργα της αγάπης, της ελεημοσύνης, της φιλανθρωπίας γενικότερα.

* Εφαρμόζουν αυτοί οι ευλογημένοι την εντολή του Κυρίου: «Εν τω κρυπτώ» (Μτθ. 6, 4). Όμως αυτά θα φανερωθούν για να βραβευθούν και να απολαύουν οι ποιήσαντες τον μισθό παρά του Δικαιοκρίτου Κυρίου. Διότι τα έργα τους δεν κινδύνευσαν ούτε από τον ανθρώπινο έπαινο, ούτε από την κενοδοξία, αλλά έμειναν καθαρά και αμόλυντα από κάθε τι που μπορούσε να τα προσβάλλει.

* Σε τέτοια επίπεδα κινήθηκαν οι Άγιοι του Θεού, και ιδιαιτέρως οι Αγιορείτες Πατέρες τους οποίους τιμούμε σήμερα. Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης ανασύρει μέσα από την λησμοσύνη του χρόνου την πολιτεία και τα παλαίσματά τους. «Κρυπτά και λάθρα βιώσαντες» αναδείχθησαν, επώνυμοι και ανώνυμοι ως αστέρες πολύφωτοι. Τα λυχνάρια της προσευχής και της αρετής έγιναν στύλοι πυρός, καθαγιάζοντας τα πέρατα με τη διδασκαλία και το παράδειγμά τους. Έτσι ανέδειξαν το βουνό της σιωπής, πολιτεία πολύβουη εναρέτων ανδρών και αναπαυτήριο ψυχών, προερχομένων εκ του πολυτάραχου κοσμικού περιβάλλοντος. Ας έχουμε την ευχή τους.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Ίσως και στη δική μας ύπαρξη να υπάρχουν τέτοιες εφάμαρτες καταστάσεις. Ας τρέξουμε να τις διώξουμε από πάνω μας με την ιερά εξομολόγηση, το «πλυντήριο» των ψυχών. Και ας αρχίζουμε να συνάγουμε λιθαράκια αγαθά και χρήσιμα για τον κόσμο της αιωνιότητος, τα οποία μπορεί τώρα να μην φαίνονται, αλλά εκεί θα λαμπυρίσουν σαν πολύτιμοι λίθοι...

Όρθρος Μ. Τρίτης (Μ. Δευτέρα Απόγευμα)

Υπό θεοφιλεστάτου Επισκόπου Πέτρας Δαβίδ

Ο Χριστός ήταν ανέκαθεν επιεικής και πράος απέναντι στους αμαρτωλούς. Ακόμη και στις πιο ακάθαρτες γυναίκες και τους μεγαλύτερους εγκληματίες εφάνη εύσπλαχνος και συγχωρητικός. Αντιμετώπισε με ανοχή τους πάντες και δεν αποστράφηκε κανέναν, διότι ήρθε «ἁμαρτωλοὺς σῶσαι» (Α΄ Τιμ. α΄, 15).

Καταδίκασε βέβαια, κάθε μορφή κακίας και αμαρτίας, χρησιμοποιώντας παραβολές ή διάφορους άλλους τρόπους, ποτέ όμως δεν καταδίκασε τον συγκεκριμένο αμαρτωλό που βρισκόταν μπροστά του έστω κι αν δεν έδειχνε διάθεση μετανοίας. Αντίθετα μάλιστα, στάθηκε με τρυφερότητα και συμπάθεια απέναντι στον κάθε αμαρτωλό.

Έτσι αντιμετωπίζει τον Ζακχαίο, την αμαρτωλή γυναίκα, την Σαμαρείτιδα που δεν έκανε καμιά δήλωση μετανοίας, αλλά ακόμη και τον πλούσιο νέο που δεν θέλησε να αποχωρισθεί τα πλούτη του, ο Χριστός «ἐμβλέψας αὐτῷ ἠγάπησεν αὐτόν»
(Μάρκ. ι΄, 21). Υπάρχει όμως ένα είδος αμαρτωλού ανθρώπου τον οποίον ο Χριστός καταδίκασε άμεσα και προσωπικά. Μία αμαρτία που καυτηρίασε κατά αυστηρόν και απόλυτον τρόπον. Κι αυτή δεν είναι άλλη από την υποκρισία και διπροσωπία των Γραμματέων και Φαρισαίων.

Το Ευαγγέλιον του όρθρου της μεγάλης Τρίτης, αναφέρεται δια μακρών στα «οὐαὶ» που απηύθυνε ο Κύριος στους ηγέτες του Ισραηλιτικού λαού. Δεν δίστασε μάλιστα να χρησιμοποιήσει εναντίον τους πολύ βαρείς χαρακτηρισμούς και να τους προσάψει βαρύτατες κατηγορίες. Οι Γραμματείς και Φαρισαίοι, ήσαν οι άνθρωποι του νόμου, οι νομοδιδάσκαλοι της εποχής. Η ιθύνουσα θρησκευτική τάξη που οδηγούσε τον λαό και απελάμβανε πλείστα όσα προνόμια με αδιαμφισβήτητο κύρος και εξουσία.

Εάν, εμείς, ζούσαμε στην εποχή των Γραμματέων και Φαρισαίων, θα μέναμε έκπληκτοι από αυτό που θα αντικρίζαμε. Τώρα βέβαια τους αντιμετωπίζουμε κάτω από το πρίσμα των λόγων του Κυρίου. Εάν όμως δεν είχαμε υπόψιν τους λόγους του Χριστού, που μας ανοίγουν τα μάτια, θα είχαμε τελείως διαφορετική εικόνα για το ποιόν των αρχιερέων και Γραμματέων του λαού. Δεν υπήρχανε, πραγματικά, πιο καθαροί και άμεμπτοι άνθρωποι από αυτούς.

Ηθικά ανεπίληπτοι και αγνοί, σε σημείο που να αποστρέφονται σε υπερβολικόν βαθμόν την βδελυκτήν, όπως την ονόμαζαν και θεομίσητον αμαρτίαν της σαρκός. Την σαρκικήν εν γένει ηδονήν. Σεβάσμιοι εις την μορφήν, πολιοί με επιβλητικήν γενειάδα που ενέπνεε την εκτίμησιν και τον σεβασμόν. Τυπικοί κατά πάντα, με πύρινον ζήλον για τον Θεόν και τον νόμον του, έδειχναν στοιχεία απαράμιλλης ευλάβειας και αγίας συμπεριφοράς, χωρίς να δίνουν δικαίωμα για το παραμικρό σχόλιον.

Ήσανε μάλιστα μελιστάλαχτοι εις τους λόγους, γλυκείς στην συναναστροφή και πραότατοι εις το ήθος. Ο λαός κρεμότανε στην κυριολεξία από τα χείλη τους και ο λόγος τους ήτανε νόμος που δεν επιδεχότανε καμία αντίρρηση και ένσταση. Μάλιστα ήσανε ελεήμονες εις τους πτωχούς ή τουλάχιστον αυτό δείχνανε και είχανε ξεπεράσει κάθε όριο ευσεβείας και αρετής στην εποχή τους.

Ο Κύριος όμως ως καρδιογνώστης που είναι ετάζει καρδίας και νεφρούς, γνωρίζει τους διαλογισμούς και τα εσώτερα κινήματα της ανθρώπινης ψυχής. Διακρίνει ακόμα και τα αδιόρατα εκδηλώματα στην έκφραση του προσώπου και δεν σκιάζεται, ούτε ξεγελιέται από τις εξωτερικές εκδηλώσεις και την φανταχτερή ευσέβεια. Έβλεπε καθαρά ότι οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι ήσαν άνθρωποι της επιφάνειας και των τύπων.

Κυριευμένοι από το πάθος της κενοδοξίας και της υπερηφανίας, έκαναν τα πάντα για το θεαθήναι τοις ανθρώποις. Φορούσαν το προσωπείο της ταπεινοφροσύνης, ενώ ξεχείλιζαν από έπαρση και υψηλοφροσύνη. Προσευχόντουσαν εις τον Θεόν, ενήστευαν, εγκρατεύοντο, και ζούσαν ασκητικά, αλλά στην ουσία είχανε αρνηθεί τον Θεόν, γιατί ζούσαν με αυτάρκεια και ελάτρευαν περισσότερον την πλασματική εικόνα του εαυτού τους, παρά τον αληθινόν Θεόν.

Φαινόντουσαν εύσπλαχνοι και ελεήμονες, κατά βάθος όμως αγνοούσανε τι θα πει συμπάθεια και επιείκια και ως βασιλικότεροι του βασιλέως ήσανε άνθρωποι δικαστές και κριτές γεμάτοι πικρία και υπόκρισιν που έθεταν δυσβάστακτα φορτία στους ώμους των ανθρώπων. Ο Χριστός τους κατακεραυνώνει χωρίς κανέναν ενδοιασμό και τολμώ να πω με άμετρην αγανάκτησιν, διότι είχε απηυδήσει με την προσποιητήν ευσέβειάν τους και πονούσε η ψυχή του, βλέποντας αυτούς τους ανθρώπους να οδηγούν τον λαόν στην απώλειαν παρασύροντάς τον, και κάνοντάς τον υιόν γεένης διπλότερον από τους ιδίους.

Όπως λέγει και ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, ο κενόδοξος δείχνει ότι είναι πιστός, ενώ είναι ειδωλολάτρης. Φαινομενικά μεν σέβεται τον Θεόν, αλλά στην πραγματικότητα, επιζητεί να αρέσει στους ανθρώπους κι όχι στον Θεόν. Κενόδοξος είναι κάθε επιδεικτικός άνθρωπος. Η νηστεία του κενόδοξου είναι χωρίς μισθό και η προσευχή του άκαιρη και άστοχη. Διότι και τα δύο τα κάνει για τον ανθρώπινο έπαινο.

Γι’ αυτό και ο Κύριος τονίζει εμφαντικά ότι: «οὐαὶ ὅταν καλῶς ὑμᾶς εἴπωσι πάντες οἱ ἄνθρωποι» (Λουκ. στ΄, 26). «Πλατύνουσι γὰρ τὰ φυλακτήρια αὐτῶν καὶ μεγαλύνουσι τὰ κράσπεδα τῶν ἱματίων αὐτῶν» (Ματθ. κγ΄, 5). Μεγαλώνουνε τους χιτώνες και τα ράσα τους, για να φαίνονται επίσημοι και ιεροπρεπείς, φιλούσι δε (αγαπούνε) την πρωτοκλισίαν και τις πρωτοκαθεδρίες, τους ασπασμούς στις αγορές και το να καλούνται από τους ανθρώπους ραββί, ραββί.

Παριστάνουνε τον φιλόπτωχο και προστάτη των αδυνάτων, αφανώς όμως κάνουνε τα πάντα ώστε με διάφορες προφάσεις να κατεσθίουν τις οικείες των χηρών και τα σπίτια των ορφανών. Οι Γραμματείς και Φαρισαίοι, ήσαν σύμφωνα με τον λόγον του Κυρίου «οἱ διϋλίζοντες τὸν κώνωπα» (Ματθ. κγ΄, 24), λεπτολογούσαν δηλαδή για τα μικρά και ασήμαντα, «πνιγόντουσαν σε μια κουταλιά νερό», ενώ ήσαν σε θέση να καταπίνουν την κάμηλον, να κάνουν δηλαδή τα στραβά μάτια και να παραμελούν τα βαρύτερα και ουσιωδέστερα του νόμου «τὸν ἔλεον καὶ τὴν πίστιν» (Ματθ. κγ΄, 23). Σύμφωνα με τον Άγιον Ιωάννην της Κλίμακος, ο υπερήφανος μοιάζει με ρόδι σαπισμένο εσωτερικώς, που εξωτερικώς γυαλίζει το χρώμα του. Κατά παρόμοιον τρόπον, χαρακτηρίζει και τους Φαρισαίους ο Κύριος ως τάφους ωραίους και περικαλλείς απ’ έξω, που όμως έσωθεν γέμουσιν οστέων νεκρών και πάσης ακαθαρσίας, δηλαδή μέσα τους υπάρχει δυσωδία και αποσύνθεση. Φαίνονται δίκαιοι στους ανθρώπους , ενώ η καρδιά τους είναι μεστή υποκρίσεως και ανομίας.

Δια τούτο και ο Χριστός τους επισημαίνει ότι το ποτήριον και το πιάτο πρέπει να τα καθαρίζουν εσωτερικά και τότε θα υπάρχει και εξωτερική εντύπωσις άψογος και ευχάριστος, χωρίς επιτήδευσιν και στολισμόν. «Καρδίαν καθαρὰν κτίσον ἐν ἐμοί, ὁ Θεός καὶ πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου» (Ψαλμ. ν΄,12), αυτό ζητάνε οι γνήσιοι και αληθείς Ισραηλίτες, δηλαδή τα παιδιά του Χριστού, που δεν έχουν καμία σχέση με τους τυπικά και κατ’ όνομα μόνον ψευδείς Ισραηλίτες.

Οι Φαρισαίοι λόγω της υπερηφάνειάς τους, εκόμπαζαν εσωτερικά και δεν είχαν την διάθεση να σκύψουν το κεφάλι και να αποδεχθούν εν υπακοή τον Χριστόν Κυρίου, τον αληθινόν Μεσσίαν και Υιόν Του Θεού. Γι’ αυτό και μέχρι σήμερα αναζητούν έναν Μεσσίαν, που θα ταιριάζει στην υπόκρισιν και υψηλοκαρδίαν τους.

Πρέπει όμως όλοι μας να προσέξουμε, ο γράφων πρώτος, αλλά και όλοι οι χριστιανοί, γιατί σίγουρα δεν επιλέχθηκε τυχαία από την Εκκλησία στην Μ. Εβδομάδα η ανάγνωση της υπό του Κυρίου μαστιγώσεως της Φαρισαϊκής υποκρισίας. Οι Φαρισαίοι αισθάνθηκαν βαθύτατα το δριμύ μαστίγιο των λόγων του Κυρίου και γι’ αυτό ξέσπασε εναντίον Του με μανίαν η οργή και η αντίδρασή τους, εξαιτίας του ελέγχου που απηύθυνε κατ’ αυτών.

Δυστυχώς όμως η ασθένεια των Φαρισαίων είναι μεταδοτική και πολλές φορές δύσκολα ανιχνεύεται. Όσο πιο μεγάλη ανθρωπαρέσκεια έχουμε, τόσο πιο πολύ θα λυγίζουμε από το πνεύμα της κενοδοξίας και θα κάνουμε πράγματα για να αρέσουν στους άλλους, θα είμαστε άλλοι στα κρυφά και άλλοι στα φανερά. Ο Θεός μας θέλει ειλικρινείς και ακεραίους. Να φαινόμαστε, όπως πραγματικά είμαστε. Ντόμπροι και ευθείς.

Αυτό σίγουρα δεν είναι εύκολο. Χρειάζεται ψυχική δύναμη και γενναιότητα εσωτερική. Και ίσως όλοι οι άνθρωποι σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό έχουμε μέσα μας το πάθος της υπερηφάνειας και της κενοδοξίας, που πολλές φορές μας ωθεί στο να κάνουμε πράγματα για να φανούμε στους άλλους. Βέβαια ο καθωσπρεπισμός και η κακώς εννοούμενη αξιοπρέπεια της κοινωνίας, πολλάκις μας κρατάνε εγκλωβισμένους σε στερεότυπες συμπεριφορές και κανόνες, που δεν αφήνουν περιθώριον δράσης στον πηγαίον αυθορμητισμόν και σε ειλικρινείς εκδηλώσεις της καρδιάς.

Το γεγονός ότι ο άνθρωπος έχει την καθοριστικήν αδυναμίαν να κρίνει την κατ’ όψιν κρίσιν, να βλέπει τα πράγματα και τα πρόσωπα επιφανειακά και να εντυπωσιάζεται από το περιτύλιγμα, οδηγεί πολλούς από εμάς στο να μην δίνουμε έμφαση στο περιεχόμενο, αλλά να είμαστε εύκολοι στις κρίσεις και τους χαρακτηρισμούς των άλλων, στο να βάζουμε δηλαδή ταμπέλες και ετικέτες στους ανθρώπους.

Επηρεαζόμαστε εύκολα από πρόσωπα και καταστάσεις, και νομίζω πως αυτή ακριβώς η νοοτροπία είναι το κόκκινο χαλί που στρώνουμε πολλές φορές, σε ανθρώπους σκοτεινούς και καιροσκόπους, που καμίαν σχέσιν δεν έχουν με τον Θεόν, αλλά εκμεταλλεύονται την δική μας αδυναμίαν για να εξυπηρετήσουν ιδιοτελείς σκοπούς και άνομα-ανομολόγητα σχέδια.

Όταν εμμένουμε στους τύπους και την εξωτερική συμπεριφορά, την ευσεβοφάνειαν, όταν δίνουμε υπερβολικήν σημασία στο τι θα πουν οι άλλοι και κάνουμε κάτι γιατί το κάνει ο κόσμος και με την σκέψη ότι αυτό είναι το σωστό και το κοινώς αποδεκτό, δεν θα μπορέσουμε ποτέ να δώσουμε την καρδιά μας στον Θεόν και να γίνουμε απροσωπόληπτοι, όπως Εκείνος.

Θα μας διαφεύγει ο κρυμμένος πλούτος των χαρισμάτων και αρετών που μπορεί να κρύβει ένας άνθρωπος που είναι κοινωνικά απορριπτέος ή φαντάζει στα μάτια μας ως άθλιος και αμαρτωλός. Τις ημέρες αυτές της Μεγάλης Εβδομάδος βλέπουμε να κατακλύζονται οι ναοί από κόσμον και να δημιουργείται το αδιαχώρητο. Παρατηρείται όμως το φαινόμενο, αμέσως μετά το τέλος της Εβδομάδος των Παθών, να αραιώνουν και πάλι οι Εκκλησίες και να μην πατούν το πόδι τους ξανά πολλοί από το εκκλησίασμα, μέχρι την επόμενη Μεγάλη Εβδομάδα.

Πού είναι όλοι αυτοί, πού χάνονται και γιατί έρχονται στην Εκκλησία μόνον τις ημέρες αυτές; Αν τους ρωτήσει κανείς, ενδέχεται να του απαντήσουν, ότι έτσι κάνει όλος ο κόσμος, τότε πηγαίνει στην Εκκλησία, τα Χριστούγεννα και το Πάσχα. Είναι συνήθεια να κοινωνούμε την Μεγάλη Πέμπτη για το καλό της εορτής και να πηγαίνουμε το Πάσχα στην Εκκλησία να τσουγκρίσουμε το αυγό και να πούμε το Χριστός Ανέστη.

Τα κάνουμε δηλαδή αυτά γιατί έτσι είναι το κοινωνικώς παραδεκτό, γιατί έτσι κάνει ο κόσμος. Για να μην φανούμε τελείως άσχετοι με την Εκκλησία, αλλά ούτε και να δείξουμε ιδιαίτερα θρησκόληπτοι, έχοντας μια συνέπεια στον εκκλησιασμό.

Ο Χριστός όμως δεν αρέσκεται σε εξωτερικές εκδηλώσεις και τυπικές συμπεριφορές. Θέλει την καρδιά μας και την θέλει όλην για τον εαυτόν Του. Μόνον έτσι, ολόψυχα και εκ βάθους καρδίας θα μπορέσουμε να βιώσουμε τα Άχραντα Πάθη του Σωτήρος και να σκιρτήσουμε εν συνεχεία από χαρά για την Ανάστασιν του Θεανθρώπου, προσδοκώντας την ιδικήν μας μέλλουσαν ανάστασιν και ζωήν του μέλλοντος αιώνος. Αμήν!

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΑΡΙΑΣ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΙΑΣ

Θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου Πέτρας κ. Δαβίδ

Ὁ ἄνθρωπος στὴν ζωὴ αὐτὴ γεννιέται καὶ πεθαίνει μὲ δάκρυα. Τὸ βρέφος μὲ δάκρυα ὑποδέχεται τὸ φῶς τοῦ κόσμου καθὼς ἐξέρχεται ἀπὸ τὴν μήτρα τῆς μητέρας του, καὶ πάλιν μὲ κλάματα ἐξόδια συγγενεῖς καὶ φίλοι τὸν ἀποχαιρετοῦν στὸ ὕστατο ταξίδι του γιὰ τὴν μήτρα τῆς αἰωνιότητος. Ὅλοι ἔχουμε γευθεῖ τὴν ὀδύνη τῆς ἀπωλείας. Εἶναι φυσικὸ νὰ πονέσουμε, ὅταν χάσουμε τοὺς γονεῖς μας, τὸν ἀδελφό μας, τὸν ἀγαπημένο μας φίλο. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ μᾶς συνέχῃ ἄμετρο καὶ ὑπερβολικὸ πένθος γιὰ τὸν νεκρό, καὶ ἀκοῦστε τὸ γιατί:

Ὅταν γεννήθηκε τὸ πρῶτο παιδὶ τοῦ βασιλέως Δαβὶδ ἀπὸ τὴν μοιχαλίδα Βηρσαβεέ, «ἔθραυσεν ὁ Κύριος τὸ παιδίον»46, καὶ ἀρρώστησε αὐτὸ βαριὰ κατὰ παραχώρησιν Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἔτσι ἐπέτρεψε νὰ δοκιμασθῇ ὁ Δαβὶδ γιὰ τὴν διπλή του ἁμαρτία (τὴν μοιχεία καὶ τὸν φόνον). Τότε ὁ Δαβὶδ νήστευσε, ξαγρύπνησε κατὰ γῆς καὶ ἱκέτευσε τὸν Κύριον γιὰ ἑπτὰ συνεχόμενες ἡμέρες. Κανεὶς δὲν μποροῦσε νὰ τὸν σηκώσῃ ἀπὸ τὸ ἔδαφος, γιὰ νὰ βάλῃ ἔστω μιὰ μπουκιὰ στὸ στόμα του. Ὅταν ἐν τέλει τοῦ ἀνακοίνωσαν τὴν ἕβδομη ἡμέρα – μὲ πολὺ δισταγμὸ καὶ φόβο – ὅτι τὸ παιδὶ ἀπέθανε, τότε ὁ Δαβὶδ σηκώθηκε ἀπὸ τὸ ἔδαφος, βγῆκε ἀπὸ τὸ δωμάτιό του, λούσθηκε, ἄλειψε τὸ σῶμα του μὲ ἀρώματα καὶ μῦρα, καὶ φορώντας ἐπίσημα ἐνδύματα εἰσῆλθε εἰς τὸν οἶκο τοῦ Θεοῦ καὶ προσεκύνησε τὸν Κύριο μὲ συντριβὴ καὶ ταπείνωση. Ἔπειτα ἐπέστρεψε στὸ ἀνάκτορο καὶ ζήτησε νὰ φάῃ.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΚΟΣ

Θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου Πέτρας κ. Δαβίδ

Τὸ χαροποιὸν πένθος εἶναι παντελῶς ἀντίθετο μὲ τὸν κόσμο. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μετέχει σὲ αὐτό, ξεχωρίζει αὐτόματα ἀπὸ τὸν κόσμον, γίνεται σκεῦος ἐκλογῆς τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ καὶ καθίσταται κλητὸς καὶ ἐκλεκτός. Αὐτὸ ὁ κόσμος δὲν μπορεῖ νὰ τὸ ἀνεχθῇ, διότι ἐλέγχεται ἀπὸ τὴν δικαιοσύνη τοῦ ἐκλεκτοῦ, τοῦ πενθοῦντος δηλαδή. Γι’ αὐτὸ καὶ ὀνειδίζει τὰ ἔνθεα δάκρυα, προσθέτοντας θλίψη πάνω στὴν θλίψη τοῦ θρηνοῦντος. Διὰ τοῦτο καὶ ὅταν γελᾷ καὶ ἁμαρτάνει, περιφρονεῖ ὅσους δὲν κάνουν τὰ ἴδια. Ἐάν, ἐπὶ παραδείγματι, σὲ μία παρέα ἀπὸ νεαρὰ πρόσωπα τύχει τὸ ἕνα νὰ εὐλαβεῖται τὰ θεῖα καὶ νὰ διστάζῃ νὰ ἁμαρτήσῃ, τότε οἱ φίλοι του θὰ τὸν κοιτάξουν παράξενα καὶ θὰ τοῦ ποῦν: «Ἔλα καημένε τώρα. Τί εἶναι αὐτὰ ποὺ κάνεις; Θὰ καταντήσῃς ὑποχόνδριος καὶ κομπλεξικός. Σύνελθε καὶ μὴν φέρεσαι σὰν ἀνιστόριτος, διότι εἶμαστε στὶς χαραυγὲς τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ὄχι στὸ μεσαίωνα».

Βεβαίως, γιὰ τὸ ποιὸς πρέπει νὰ συνέλθῃ καὶ νὰ ἰσοροπήσῃ ψυχικά, περισσότερον ἁρμόδιοι νὰ μιλήσουν εἶναι οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ ὁποῖοι τονίζουν μὲ αὐστηρὸ ὕφος καὶ μὲ μία δόση ἱερᾶς ἀγανακτήσεως ὅτι: «Πρόκειται νὰ ἀπολογηθοῦμε ἐνώπιον οὐρανοῦ καὶ γῆς καὶ σὺ γελᾷς καὶ ἁμαρτάνεις; Ἔρχεται τὸ Ἐσφαγμένον διὰ τὰς ἁμαρτίας σου Ἀρνίον νὰ κρίνῃ τὴν οἰκουμένην ἐν πάσῃ δικαιοσύνῃ καὶ δὲν λαμβάνεις συναίσθησιν; Ἀλλὰ αὐτὸ συμβαίνει, διότι δὲν ἀνήκεις στοὺς ἐκλεκτούς, ἀλλὰ στὸν κόσμο. Οἱ δὲ ἐκλεκτοὶ εἶναι τέτοιοι, διότι τώρα λυποῦνται. Ὅταν ὅμως ὄψεται αὐτοὺς ὁ Κύριος χαρήσονται».

Ὅταν ἔλθει καὶ κατοικήσῃ στὴν καρδιά τους, ποὺ στὸ μεταξὺ θὰ ἔχῃ μετατραπῇ σὲ «τόπον τῷ Κυρίῳ, σκήνωμα τῷ Θεῷ ἱακώβ»41, οὐσιαστικὰ θὰ δεχθοῦν τὸν ἀρραβῶνα τοῦ Παρακλήτου, ὁ ὁποῖος θὰ τοὺς ὁδηγήσῃ εἰς τὴν χώραν τῆς ἀληθείας, μακρὰν ἀπὸ τὸ φαινόμενον ψεῦδος, τοῦ παρόντος αἰῶνος τοῦ ἀπατεῶνος. Καὶ τότε θὰ θερίσουν μὲ ἀγαλλίαση ὅ, τι ἔσπειραν μὲ δάκρυα. Ὅπως ἀπὸ τὸν θάνατον ἀνατέλει ἡ Ζωή, ὁ Ἀναστὰς Κύριος, ἔτσι καὶ ἀπὸ τὸν πόνο, ποὺ εἶναι συνέπεια τοῦ θανάτου, ἀνατέλει ἡ χαρὰ τῆς αἰωνίου ζωῆς.

Ἡ θλίψη οὕτως ἡ ἄλλως εἶναι ἀναπόφευκτη καὶ δὲν ἐξαιρεῖ κανέναν εἰς αὐτὸν τὸν κόσμον. Καὶ ὁ χριστιανὸς τὸ γνωρίζει καλά, γι’ αὐτὸ καὶ κλαίει. Ἡ κακοπάθεια, οἱ θλῖψεις, τὰ δάκρυα γίνονται τὰ σπέρματα τῶν μελλόντων ἀγαθῶν. Ὅ, τι σπείρει κανείς, αὐτὸ καὶ θὰ θερίσῃ. Ὁ σπόρος τῆς εὐσεβείας φέρει πλούσια τὰ δράγματα, τοὺς στάχυας τῶν ἀρετῶν.

Τὸ διηνεκὲς δάκρυον – ὅπως τονίζουν οἱ πατέρες – εἶναι οὐράνια εὐεργεσία, ἐπίσκεψις Θεοῦ καὶ ἀγγέλων ἐπισκίασις· εἶναι ὁλοθρευτὴς ἁμαρτίας (ἐξολοθρεύει τὴν ἁμαρτίαν) καὶ σβεστήριον τοῦ αἰωνίου πυρὸς (σβήνει τὸ πῦρ τῆς κολάσεως)· αἷμα τοῦ μαρτυρίου τῆς συνειδήσεως καὶ ἱδρώτας τῆς καρδιᾶς. Εἶναι ἐπίσης ἡδονὴ καὶ γλύκα τῶν πνευματικῶν αἰσθητηρίων, γόνιμη βροχὴ καὶ λίπασμα τῶν ἀρετῶν, πῦρ δροσίζον τὴν φλόγα τῶν παθῶν καὶ κατακαίον τὴν ὕλη τῆς ἁμαρτίας. Ποιητικὸν δε, θείας παρακλήσεως καὶ πρόξενον αἰωνίου ἀγαλλιάσεως.

Ὅταν τὰ μάτια τοῦ σώματος ρέουν ροὲς καθαρτηρίων ὑδάτων, τότε καὶ ὁ ὀφθαλμὸς τῆς ψυχῆς μπορεῖ νὰ βλέπῃ καθαρὰ καὶ τὶς ὑποθάλπουσες πτώσεις ἢ κλίσεις μας. Τὰ δάκρυα λοιπὸν ἔχουν δύναμη ἐξαγνιστική-ἐξαγιαστικὴ καὶ θέρμη σὰν τὴν λάβα τοῦ ἡφαιστείου. Καθαίρουν τὶς κηλῖδες τῆς αἰσθητῆς ἡδονῆς καὶ ὁδηγοῦν τὴν ὄρεξη, τὴν ἔφεση πρὸς τὰ ἄνω. Τὸ πρόσωπο ποὺ στολίζεται μὲ αὐτὰ ἔχει κάλλος ἀμάραντον. Αἰσθάνεται τὸ ἰαματικὸ ἄγγιγμα τοῦ Ἰορδάνου ποὺ τὸ ξεπλένει ἀπὸ τὴν λέπρα τῆς ψυχῆς. Ὡσὰν τὸν προφήτη Δαβίδ, παρὰ τὶς πτώσεις του, ἦταν πάντοτε καθαρό, γιατὶ φρόντιζε κάθε νύκτα νὰ τὸ λούζῃ μὲ τὰ δάκρυά του. Ἀκούει μὲ προσοχὴ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο νὰ παρατηρῇ: «Οἱ μάρτυρες ἐκχέουσι αἷμα, οἱ ἁμαρτωλοὶ ἐκχέουσιν δάκρυα. Καὶ ἵνα μάθῃς ὅσην δύναμιν ἔχει τὰ δάκρυα, ἡ πόρνη μὴ αἷμα ἐξέχεεν; Οὐ πηγὴν δακρύων ἐξέχεε καὶ ἐξήλειψε τὰ ἁμαρτήματα; Καὶ τί λέγω πόρνην, ἀκάθαρτον γυναῖκα; Ὁ στῦλος τῆς Ἐκκλησίας, ἡ κρηπὶς τῆς πίστεως, ἡ κεφαλὴ τοῦ χοροῦ τῶν ἀποστόλων, ὁ Πέτρος, οὐκ ἠρνήσατο τὸν Χριστὸν καὶ ἅπαξ καὶ δὶς καὶ τρίς; Μὴ αἷμα ἐξέχεεν; Οὐ πηγὰς δακρύων ἐξέχεε, καὶ ἔκλαυσε, καὶ ἀπεσμήξατο αὐτοῦ τὸ ἁμάρτημα;»42. Βεβαίως, ἔπειτα ἔχυσε καὶ τὸ αἷμα του γιὰ τὸν Χριστόν, πεθαίνοντας στὴν Ρώμη μὲ μαρτυρικὸν θάνατον, ἀφοῦ ὅμως πρῶτα ἔχυσε δάκρυα καὶ ἀπεκατεστάθη ἔτσι εἰς τὸ Ἀποστολικὸ ἀξίωμα.

Ὁ διὰ τὰς ἁμαρτίας τύπτων τὸ στῆθος του, ὁμοιάζει μὲ τὴν μοιχαλίδα ἐκείνην ποὺ πλησίον τοῦ Κυρίου κλαῖει συντετριμμένη, διότι βρῆκε ἐπιτέλους Φιλάνθρωπον Δεσπότην, ποὺ – ἂν καὶ ἀναμάρτητος – δὲν βάλλει τὸν λίθον (κατὰ τὸ «ὁ ἀναμάρτητος πρῶτος τὸν λίθον βαλέτω»43)· καὶ ἔτσι ἀποσύρεται ὁ σαρκικὸς πόθος ἀπὸ μέσα της. Στὴν καρδιά της, ἀλλὰ καὶ στὴν μέχρι πρότινος φλεγομένη ἀπὸ τὴν ἁμαρτία σάρκα της, βασιλεύει τώρα μία οὐράνια χαρά. Μία χαρὰ ποὺ δὲν ἔχει καμία σχέση μὲ τὶς χαρὲς ποὺ γνώρισε ἀπὸ τὴν σαρκικὴ ἀκολασία. Τὸ ἄρρωστο καὶ ταραγμένο ἀπὸ τὴν ἁμαρτία αἷμα της, γαληνεύει μὲ τὴν θεϊκὴ ἐπέμβαση, ὅπως ἡ θάλασσα τῆς Τιβεριάδος. Τὸ ἴδιο, δηλαδή, ποὺ συνέβη καὶ μὲ τὴν Ὁσία Μαρία τὴν Αἰγυπτία, ποὺ ὅταν ἄναβε μέσα της ἡ ἐπιθυμία, ἔριχνε τὸν ἑαυτό της εἰς τὴν γῆν, ἔλουζε μὲ δάκρυα τὸ ἔδαφος καὶ δὲν σηκωνόταν ἕως ὅτου διεπίστωνε ὅτι τὸ γλυκὺ φῶς τοῦ Χριστοῦ περιέλαμπε τὸν λογισμό της καὶ ἔδιωχνε μακρυὰ τὴν ἁμαρτωλὴ νοσταλγία της.

Ἄλλο χαρακτηριστικὸ παράδειγμα συγκλονιστικῆς μεταστροφῆς «ἐλέῳ πένθους», εἶναι ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος. Ὁ ἐπίσκοπος Ἰππῶνος ἔχει μείνει γνωστὸς στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία καὶ ὡς «υἱὸς τῶν δακρύων», γιατὶ τὰ δάκρυα τῆς μητέρας του Μόνικας τὸν ἀναγέννησαν πνευματικά, ἀλλὰ κυρίως διότι ὁ ἴδιος φλεγόμενος ἀπὸ θεῖο ἔρωτα καὶ κυριευμένος ἀπὸ ὑπερβάλλουσα ἀγάπη γιὰ τὸν Χριστό, ἐπέδειξε τέτοια μετάνοια καὶ ἐξομολογητικὴ διάθεση, (βλ. τὶς «Ἐξομολογήσεις του»), τόσην συντριβήν, ποὺ ἂν δὲν ὑπερβάλλουμε, μπορεῖ νὰ συγκριθῇ μὲ τὸ ἀπόλυτο πρότυπο μετανοίας καὶ πένθους, τὸν προφήτη Δαβίδ. Πάντως, ὅπως καὶ νὰ ἔχῃ, συγκαταλέγεται σὲ αὐτοὺς ποὺ ἐπέδειξαν παροιμιώδη μετάνοια.

Καὶ κάτι ἄλλο πολὺ σημαντικό. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος κλαίει νυχθημερὸν μὲ ἀναφιλητὰ καὶ ἀναστεναγμούς, ἔχει κατὰ νοῦν τὸν σπαραξικάρδιον θρῆνον τῆς Θεοτόκου μπροστὰ εἰς τὸν Σταυρόν. Θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του ὑπεύθυνον γιὰ τὴν ἀβάσταχτην ὀδύνην τῆς Παρθένου, διότι ἔχει βαθιὰ συναίσθηση πὼς μὲ τὶς ἁμαρτίες του ἐσταύρωσε τὸν Χριστὸν καὶ πλήγωσε βαθιὰ τὴν μητρική της καρδιά.

Μὲ τὸ δάκρυ του κηδεύει μετὰ τοῦ Νικοδήμου τὸν πονεμένον καὶ ἀκοίμητον νεκρόν, πονώντας καὶ πενθώντας μαζὶ μὲ τὸν Ἰωσὴφ ἀπὸ τὴν Ἀριμαθαία, γιατὶ ἀδιαφόρησε στὸν θάνατο τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἐπέφερεν συνηθροισμένη ἡ τῶν παθῶν του «κουστωδία». Καὶ πάλι κλαίγοντας ὑποδέχεται τὸ ξέσπασμα χαρᾶς τῶν μαθητῶν, ποὺ «ἐχάρησαν» χαρὰν μεγάλην, «ἰδόντες τὸν Κύριον»44. Τὰ δάκρυά του αὐτὰ εἶναι ὄντως θεάρεστα, πηγαῖες καὶ αὐθόρμητες σταγόνες ἀληθείας, ἀποστάγματα καὶ ξεσπάσματα τῆς πονεμένης ψυχῆς.

Ὑπάρχουν ὅμως καὶ τὰ νόθα, τὰ ψεύτικα δάκρυα, ποὺ στεροῦνται κάθε ἐνεργείας στὴ σωτηρία τοῦ χριστιανοῦ. Εἶναι τὰ δάκρυα τῆς κενοδοξίας καὶ τῆς ὑπερηφανείας, τοῦ μίσους καὶ τῆς ἀκολασίας, τῶν ἁμαρτωλῶν ἀπολαύσεων καὶ τῶν πειρασμῶν εἰς τὴν ζωήν.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος μᾶς συμβουλεύει ὡς ἑξῆς: «Σκέψου μήπως δακρύζεις, γιατὶ νομίζεις ὅτι εἶσαι καλὸς καὶ φιλόθεος καὶ ἐπαινεῖσαι κρυφίως ἐν τῇ διανοίᾳ σου… ἢ κατακρίνεις τοὺς ἄλλους ὡς μὴ κλαίοντας καὶ νομίζεις ὅτι δὲν σοῦ ἤλθαν ἀπὸ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ τὰ δάκρυα, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν προκοπὴ καὶ τὴν ἁγιωσύνη σου. Συλλογίσου μήπως κλαῖς καὶ ἔπειτα δὲν ἀφήνεις τὶς πονηρές σου πράξεις καὶ δὲν ἔχεις ὑπομονὴ εἰς τοὺς πειρασμούς, ἢ παρακαλεῖς νὰ πάθουν κακὸ οἱ ἐχθροί σου. Τότε, ἂν ὅλα αὐτὰ συμβαίνουν, γνώριζε ὅτι ἐκεῖνα εἶναι δάκρυα δαιμονιώδους ὑπερηφανείας».

Ἐὰν λοιπὸν πενθοῦμε μετὰ κενοδοξίας καὶ ἐγωϊσμοῦ, καλὸν εἶναι νὰ γνωρίζουμε ὅτι Ἐκεῖνος ποὺ «ἀνέωξεν θύρας οὐρανοῦ»45, εὔκολα τὶς κλείνει καὶ μεταστρέφει τὴν «θάλασσαν» τῶν δακρύων μας σὲ ξερὴ καὶ ἄγονη ἔρημο. Ἂν ὁ Θεὸς δεῖ κάποιον ἄνθρωπον νὰ καυχᾶται ἐπειδὴ ἔχει δάκρυα καὶ νὰ νομίζῃ ὅτι κατόρθωσε κάτι μεγάλο, τοῦ ἀφαιρεῖ τὰ δάκρυα καὶ στὸ ἑξῆς ἡ καρδιά του μένει σκληρὴ καὶ δὲν σώζεται.

Μακάριος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τὸ πένθος. Ὁ Θεὸς εὐχαριστεῖται ὄχι νὰ μᾶς βλέπῃ νὰ βασανιζόμαστε καὶ νὰ κλαῖμε, ἀλλὰ νὰ χαιρόμαστε καὶ νὰ ἀγάλλουμε ἐσωτερικά· ὅπως ὑπογραμμίζει ἐν προκειμένῳ καὶ ὁ Σιναΐτης Ἅγιος: «θανάτωσε τὴν ἁμαρτία καὶ τότε θὰ εἶναι περιττὰ τὰ δάκρυα τῆς ὀδύνης εἰς τοὺς ὀφθαλμούς σου. Διότι ὅπου δὲν ὑπάρχει πληγή, ἐκεῖ δὲν χρειάζεται καὶ νυστέρι». Ἐὰν δὲν εἴμαστε πληγωμένοι ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, δὲν θὰ χρειασθῇ νὰ πονέσουμε καὶ νὰ κλαύσουμε προκειμένου νὰ θεραπεύσουμε τὶς πληγές.

Ὅταν λοιπὸν τὸ δάκρυ δὲν λέει νὰ κοπάσῃ, ὅταν τὰ μάτια δὲν μποροῦν νὰ παραμείνουν στεγνά, ἂς φέρουμε στὴ μνήμη τὴν ἡμέρα τοῦ θανάτου μας. Μήπως πλησιάζει ἡ ἡμέρα ἐκείνη, μήπως ἔρχεται τὸ τέλος μας καὶ ὁ Θεὸς ἄνοιξε τὶς βρύσες τοῦ οὐρανοῦ καὶ μᾶς στέλνει τόσα δάκρυα; Ἀκόμη ὅμως καὶ ἂν δὲν ἔχουμε κατάνυξη, ἂς μὴν τὸ βάλουμε κάτω. Ἂς παρακαλέσουμε τὸν Χριστὸν νὰ μᾶς στείλῃ τὴν χάριν του καὶ τουλάχιστον ἂς στεναχωρηθοῦμε γιὰ τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ἔχουμε πένθος. Ἂς πενθήσουμε γιὰ τὴν ἀνυπαρξία του.

Οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, γιὰ νὰ μᾶς βοηθήσουν, συμβουλεύουν νὰ μπολιάζουμε τὰ δάκρυα. Ἐάν, ἐπὶ παραδείγματι, κλαῖμε γιατὶ μᾶς ἀδίκησε κάποιος ἢ γιατὶ ἀκόμη δὲν ἔχουμε ἀποκτήσει αὐτὸ ποὺ ἐπιθυμοῦμε, τότε ἂς κοιτάξουμε κατάματα τὸν Χριστὸν καὶ τὴν Παναγία, τὶς εἰκόνες τῶν ἁγίων, γιὰ νὰ διαπιστώσουμε στὸ πρόσωπό τους τὸ παράπονο – γιατὶ πενθοῦμε γιὰ τὰ λάθος πράγματα – ἀλλὰ καὶ τὴν συμπόνια, ἐπειδὴ ὑποφέρουμε. Ἴσως τότε νὰ κατανυχθοῦμε, σκεπτόμενοι ὅτι δὲν κλαῖμε γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία, ποὺ τόσο μᾶς ἀγαποῦν καὶ μᾶς νοιάζονται, ἀλλὰ γιὰ πράγματα ποὺ στὸ τέλος καταισχύνουν ἐκεῖνον ποὺ θὰ δώσει τὴν καρδιά του εἰς αὐτά.

Εἰδικώτερα οἱ μοναχοὶ καὶ οἱ κληρικοὶ ποὺ φοροὺν τὸ μαῦρο τοῦτο ἔνδυμα, τὸ ράσο, γιὰ νὰ τοὺς ὑπενθυμίζει ὅτι ἂν καὶ εἶναι ἐκ τοῦ κόσμου, ἡ ἀποστολή τους εἶναι νὰ πενθοῦν ἰσόβια. Φαντασθεῖτε νὰ φοροῦσαν
ὅ ,τι καὶ οἱ κοσμικοί. Δὲν θὰ ξεχώριζαν σὲ τίποτα ἀπ’ αὐτούς. Ὁ ρασοφόρος ὅμως εἶναι δακτυλοδεικτούμενος καὶ πρέπει νὰ ἀποτελῇ γιὰ ὅλους πρότυπο ἐναρέτου ζωῆς καὶ πολιτείας.

Μποροῦμε κάλλιστα νὰ παραδειγματιζόμαστε ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ πενθοῦν, ὅταν χάνουν κάποιο ἀγαπημένο τους πρόσωπο. Ἐκεῖνες τὶς στιγμές, ὅλες οἱ χαρὲς τοῦ κόσμου δὲν μποροῦν νὰ γιατρέψουν τὸν πόνον αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων. Συντετριμμένοι καθὼς εἶναι, δὲν ἔχουν διάθεση νὰ ἁμαρτήσουν, νὰ θυμώσουν, νὰ ἀντεκδικήσουν. Βουβοὶ καὶ ἄλαλοι, κατακεραυνωμένοι ψυχικά, ζοῦν τὴν ἀπόλυτη σιωπή. Τὴν περίοδο ποὺ ἡ καρδιά τους πονᾷ, ζοῦν μὲ ἐγκράτεια – δὲν ἔχουν ὄρεξη νὰ φᾶνε, καθὼς “δὲν κατεβαίνει τίποτα κάτω” – μὲ ταπεινοφροσύνη καὶ συνοχή.
Αἰσθάνονται, ἔστω καὶ γιὰ λίγο τὴν ματαιότητα τῶν πάντων. (Συνεχίζεται)

41) Ψαλμ. 131, 5.

42) Ἰωάννου Χρυσοστόμου, ὁμιλία β΄, εἰς τὸν Ν΄ ψαλμόν.

43) Ἰωάν. η΄, 7.

44) Ἰωάν. κ΄, 20-21.

45) Ψαλμ. οζ΄, 23.

ΤΟ ΑΠΙΝΕΜΟ ΛΙΜΑΝΙ

«Λιμήν ημίν γενού θαλαττεύουσι»

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Κάνοντας πολλές φορές στην ζωή μας μία θεώρηση του τί μας έχει συμβεί, αναπολώντας το παρελθόν και φανταζόμενοι το μέλλον, βλέπουμε την ύπαρξή μας σαν πλοίο να ταξιδεύει στην θάλασσα της ζωής. Και η θάλασσα αυτή πιότερο δείχνει τρικυμισμένη παρά γαληνιώσα. Ο Ιωσήφ ο υμνογράφος, ο οποίος έγραψε τον κανόνα που ψάλλουμε πριν από τους Χαιρετισμούς, υπογραμμίζει πολύ εύστοχα: «Λιμήν ημίν γενού θαλαττεύουσι» = Ας γίνεις λιμάνι (Θεοτόκε) για όσους βρίσκονται στην θάλασσα. Και πως μπορεί κάποιος να γίνει κάτι για κάποιον; Μόνο όταν έχει περάσει ανάλογα βιώματα. Και η Παναγία μας δεν εξαιρέθηκε ποτέ, αλλά το αντίθετο. Στην ζωή της δοκίμασε μεγάλες θλίψεις και ένιωσε βαθύτατους πόνους...

ΚΥΡΙΩΣ ΘΕΜΑ

Α) ΟΙ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

* Γνωρίζουμε όλοι την επίγεια πορεία της Παναγίας μας. Μέσα στις θλίψεις και στις δοκιμασίες καθημερινά. Στην φτώχεια με τον Ιωσήφ, αφού δεν υπήρχαν ούτε τα στοιχειώδη για την γέννα του Κυρίου, στο κυνήγι του Ηρώδη και την προσφυγιά και εξορία στην Αίγυπτο. «Σιωπηλά» ακολουθούσε το θέλημα του Θεού για να μεγαλώσει με ασφάλεια τον Σαρκωθέντα Λόγο.

* Αλλά και μπροστά στον πρεσβύτη Συμεών, όπου η Παναγία μας έφερε τον Ιησού, άκουσε την προφητεία να βγαίνει από τα χείλη του λευκασμένου Λειτουργού: «Ρομφαία θα διαπεράσει την ύπαρξή Σου». Τις προφητικές αυτές ρήσεις με συγκατάβαση, ταπείνωση και υποταγή στο θέλημα του ουρανού αποδέχθηκε η Θεοτόκος και εδώ είναι το μεγαλείο Της και η προσφορά Της.

* Καθημερινά άκουγε το Μεσσιανικό κήρυγμα του Θεανθρώπου. Έβλεπε τις σκευωρίες και τις άοκνες προσπάθειες των Ιουδαίων να τον παγιδέψουν. Τα σκάνδαλα και τις συκοφαντίες, τις διώξεις και τους εξευτελισμούς προς το Πρόσωπό Του. Πονούσε η Παναγία. Ένιωθε την θλίψη να ξεχειλίζει στην ύπαρξή της και συγχρόνως αναλογιζόταν την φιλανθρωπία και το μέγεθος της αγάπης του Θεού προς τον άνθρωπο.

* Αποκορύφωμα η Σταυρική Θυσία. Την Μεγάλη Πέμπτη ένα τροπάριο στέκεται στην θλίψη της Παναγίας. Ο υμνωδός αντιγράφει κυριολεκτικά την σκηνή που η Μητέρα του Ιησού αντικρίζει το Πάθος του Υιού Της: «οίμοι, Θείον τέκνον, οίμοι, το φως του κόσμου! Τί έδυς εξ οφθαλμών μου (πως δύεις μπροστά στα μάτια μου), ο Αμνός του Θεού» (τροπάριο Μεγ. Εβδ.). «Γλαφυρή» η εικόνα φτάνει και σε μας και «ακροθιγώς» συμμετέχουμε στην οδυνηρή εμπειρία της απλής κόρης της Ναζαρέτ.

Β) ΛΙΜΑΝΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΤΑΞΙΔΕΜΕΝΟΥΣ

* Οι Πατέρες θεολογούν και διατείνονται, σχετικά με την Αγιότητα της Θεοτόκου, πως ως εκλεκτή και ενάρετη η ψυχή της είλκυσε τον Δημιουργό, ώστε να γίνει το εκλεκτό σκεύος για να σαρκωθεί το β΄ Πρόσωπο της Αγ. Τριάδος. Παράλληλα, ο πόνος και η οδυνηρή της εμπειρία, την καταξίωσαν στις ορθόδοξες συνειδήσεις σαν το «λιμάνι» και το «καταφύγιο» για τους πονεμένους και μη έχοντας ελπίδα.

* Απορούμε πολλές φορές για τα όσα περνάμε και για όσα επιτρέπει ο Θεός. Έρχεται ώρα που οι επίπονες και οδυνηρές εμπειρίες γίνονται πολύτιμο όπλο για να καταλάβουμε αυτούς που περνούν ανάλογες δυσκολίες κοντά μας. Φανταστείτε δάσκαλο, πνευματικό, γονιό χωρίς εμπειρίες. Φανταστείτε το αποτέλεσμα της «μαθητείας» σε ανθρώπους με ευθύνη, αξιώματα, αλλά χωρίς αξία και πείρα...

* Και αν αυτό που λαμβάνουμε, ως παρηγορία από την Θεοτόκο, είναι τόσο πολύτιμο, φανταστείτε ξανά πόσο μπορούμε και εμείς να γίνουμε «λιμάνι» για τους συνανθρώπους μας. Να προσφέρουμε λόγο παρηγοριάς, ελπίδας σε ανθρώπους που βρίσκονται σε «τρικυμία». Αυτή η αρετή που «κρύβει» την αγάπη μετράει περισσότερο από τις νηστείες και τους σταυρούς και τα κομποσχοίνια.

* Γι’αυτό και τα «ναυάγια της ζωής», που όχι μόνο δεν άντεξαν στην τρικυμία αλλά επιπλέον τσακίστηκαν πάνω στα βράχια, ο Χριστός τα αγαπάει πιο πολύ. Και χαρά γίνεται στον Ουρανό γι’αυτούς και αφήνει τα 99 και κυνηγάει το 1. Παίρνει «ρίσκο» ο Κύριος έναντι των άλλων προβάτων και διακινδυνεύει για το ένα. Αυτό το «λιμάνι» το βρίσκουμε να το βαστάζει η Παναγία στην αγκαλιά Της και κατά συνέπεια και Εκείνη «αντλεί» από Αυτόν την ανάλογη ιδιότητα.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Έχουμε λοιπόν Μητέρα που γνωρίζει. Και αισθανόμενοι αυτό, πλαισιώνουμε με λαχτάρα τους Χαιρετισμούς κάθε Παρασκευή. Η Εκκλησία «απολαμβάνει» τις αρετές και το μεγαλείο της Θεοτόκου. Της Γυναίκας που γίνεται λιμάνι για κάθε άνθρωπο, για κάθε ύπαρξη που θαλασσοδέρνετε στα σκοτεινά και αφιλόξενα πέλαγα της ζωής. Και Εκείνη ανάπτει «φάρο» προσανατολισμού και ελπίδας, λύτρωσης και σωτηρίας εκ της ματαιότητος του «κόσμου».

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΟΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΩΣ

Θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου Πέτρας κ. Δαβίδ

Ἡ κατὰ κόσμον λύπη πολλὰ τὰ δεινὰ καὶ τὶς συμφορὲς ἐπιφέρει, καθὼς αὐτὸς ποὺ στενοχωρεῖται γιὰ κάτι μάταιο, ὅταν δὲν τὸ κατορθώνει ὀργίζεται, μνησικακεῖ καὶ εἶναι ἔτοιμος νὰ κάνῃ τὰ πάντα γιὰ νὰ πετύχῃ τὸ στόχον του καὶ νὰ ἄρει ἀπὸ τὴν μέση τὴν στενοχώρια του. Μάλιστα μπορεῖ νὰ ὁδηγηθῇ ἀκόμη καὶ σὲ φόνο, ἢ χειρότερα στὴν ἀφαίρεση τῆς ἰδίας του τῆς ζωῆς. Πόσοι ἄνθρωποι ἐπὶ παραδείγματι δὲν αὐτοκτόνησαν ὕστερα ἀπὸ μίαν ἐρωτικὴν ἀπογοήτευση, ἢ ἐπειδὴ ἔπαιξαν εἰς τὸ καζῖνο καὶ ἔχασαν ὅλην τους τὴν περιουσία; Ἡ λύπη ὅμως ποὺ κατὰ κάποιον τρόπο φαίνεται νὰ ἔχῃ σχέση μὲ τὸν Θεόν, ὅταν εἶναι ἄμετρη καὶ δὲν γίνεται κατὰ πῶς θέλει ὁ Θεός, τότε ὁδηγεῖ εἰς τὴν ἀπόγνωση.

Χαρακτηριστικὸ εἶναι τὸ παράδειγμα τοῦ Ἰούδα, ὁ ὁποῖος παραδομένος στὸ πνεῦμα τῆς λύπης μετὰ τὴν προδοσία τοῦ Δεσπότου δὲν ἄντεξε, καὶ «μεταμεληθεὶς ἀπέστρεψε τὰ τριάκοντα ἀργύρια… λέγων· ἥμαρτον παραδοὺς αἷμα ἀθῷον… καὶ ἀπελθὼν ἀπήγξατο»27. Ὁδηγήθηκε ἐν τέλει εἰς τὴν αὐτοχειρίαν καὶ ἐκρεμάσθη. Ὡσαύτως καὶ ὁ Κάϊν, ἀφοῦ ἐφόνευσε τὸν ἀδελφόν του, μπορεῖ νὰ μὴν αὐτοκτόνησε ὅπως ὁ Ἰούδας, δὲν ἡσύχασε ὅμως ὅπως τοῦ ζήτησε ὁ Θεός, ἀλλὰ γεμάτος ἀπὸ ταραχὴ καὶ ἀπελπισία ἐγκατέλειψε τὴν πατρικήν του ἐστία καὶ ἀποξενώθηκε ἀπὸ τὸν Δημιουργό του.

Αὐτὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἄμετρης λύπης τοῦ κόσμου, ποὺ ἐν τέλει προξενεῖ τὴν ἀπόγνωσιν. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος μᾶς προτρέπει νὰ λυπούμεθα θεαρέστως καὶ ὄχι κοσμικῶς, ὄχι δηλαδὴ σύμφωνα πρὸς ἐκείνους ποὺ διακατέχονται ἀπὸ τὸ κοσμικὸ φρόνημα. «Ταλαιπωρήσατε καὶ πενθήσατε καὶ κλαύσατε· ὁ γέλως ὑμῶν εἰς πένθος μεταστραφήτω καὶ ἡ χαρὰ εἰς κατήφειαν»28.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ

Θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου Πέτρας κ. Δαβίδ

Κατὰ μυστηριώδη τρόπο ὁ πόνος τῆς ψυχῆς, ποὺ εἶναι ἄϋλο βίωμα τοῦ ἔσῳ ἀνθρώπου, μετατρέπεται σε δάκρυ ποὺ ἔχει ὑγρή, ὑλικὴ σύσταση καὶ ἀναπαύει ἀπὸ τὸν πόνο, σβήνοντας τὴν ἁμαρτία, ἀλλὰ καὶ τὸ αἰώνιο πῦρ τῆς κολάσεως. Γίνεται αὐτὸ ποὺ λέγει ὁ Χριστός, ὅτι: «ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ… ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ρεύσουσιν ὕδατος ζῶντος»17. Βεβαίως τὸ δάκρυ, αὐτὸ καθ’ ἑαυτό, μπορεῖ νὰ μὴν εἶναι ὕδωρ ζῶν ἁλλόμενον εἰς ζωὴν αἰώνιον· ὅταν ὅμως κυλᾷ κατὰ Θεόν, τότε ὁπλίζεται μὲ τὴν θείαν Χάριν καὶ ἔχει μέσα του τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν καὶ αἰώνιον. Ρέει ἀδιακόπως, τρέχει ἀπὸ τὴν καρδιά ὡς καταρράκτης ποὺ συνοδεύεται ἀπὸ τοὺς ἐκ βάθους στεναγμούς, τὴν φωνὴν τῶν καταρρακτῶν. Τότε πραγματικὰ μπορεῖ νὰ νιώσῃ ἐκεῖνος ποὺ πενθεῖ ὅτι «ἡ γῆ ἐσείσθη», ἡ γῆ τῆς καρδίας του δηλαδή καὶ ὁλοκλήρου τῆς ὑπάρξεώς του, συνεκλονίσθη ἀπὸ τὸν ἐσώτερον σεισμὸν τοῦ πένθους καὶ τῶν δακρύων. «Καὶ γὰρ οἱ οὐρανοὶ ἔσταξαν ἀπὸ προσώπου τοῦ Θεοῦ τοῦ Σινᾶ».

Ὅταν ἡ καρδιὰ γευθεῖ τὴν θείαν χάριν, ὅταν δεῖ – ἔστω καὶ δι’ ἐσόπτρου – τὸ πρόσωπον τοῦ Θεοῦ, τότε οἱ οὐρανοὶ ἀνοίγουν καὶ στάζουν τὴν βροχὴ τῶν εὐεργετικῶν δακρύων τῆς εὐλογημένης χαρμολύπης. Ἀλλ’ ὅμως εἶναι ἀκόμη ἀρχὴ καὶ ἡ καρδιὰ μένει περισσότερον ἀπαρηγόρητη ἀπὸ ποτέ, σείεται, συγκλονίζεται, γιατὶ ἐνώπιον τῆς ἀβύσσου τῆς εὐσπλαγχνίας καὶ καθαρότητος τοῦ Θεοῦ, ποὺ μόλις τὴν ἐπεσκέφθη, δὲν ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ τίποτε ἄλλο, παρὰ μίαν ἄβυσσο ἁμαρτίας καὶ ἀκαθαρσίας. Εἶναι δὲ τέτοια ἡ ὀδύνη ἀπὸ τὴν συναίσθησιν τῆς ἁμαρτίας, ὥστε κύματα θλίψεως κατακλύζουν τὴν ψυχὴ καὶ τὴν βυθίζουν «εἰς ἰλὺν βυθοῦ», ὅπου «οὐκ ἔστιν ὑπόστασις»· «εἰς τὰ βάθη τῆς θαλάσσης»18, εἰς τὴν λάσπη καὶ τὸν βοῦρκο τῶν ὠκεανῶν· εἰκόνα ποὺ δεικνύει τὸ πῶς βιώνει αὐτὸς ποὺ πενθεῖ τὴν οὐτιδανότητά του, διότι ἐλύπησε καὶ ἐσταύρωσε τὸν Δεσπότην Χριστὸν μὲ τὶς ἁμαρτίες του.

Ο ΑΟΡΑΤΟΣ ΕΧΘΡΟΣ

«Χαίρε αοράτων εχθρών αμυντήριον»

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Η προσπάθεια του υμνογράφου σ’ αυτό το ποίημα των Χαιρετισμών είναι να φανερώσει τη δόξα της Θεοτόκου, την συμβολή της στην σωτηρία του γένους των ανθρώπων, τη δύναμη της την ευεργετική για όλους τους πιστούς. Ο ποιητής την ονομάζει «αοράτων εχθρών αμυντήριον». Φυσικά η κατάσταση να έχουμε εχθρούς δεν είναι καθόλου ευχάριστη. Αλλά αν τουλάχιστον είναι φανεροί, λαμβάνουμε μέτρα και καταστρώνουμε σχέδια, μια στρατηγική αντιμετώπισης. Το δύσκολο είναι να είναι κρυμμένοι – καμουφλαρισμένοι, αόρατοι με λίγα λόγια και να επιδιώκουν να αξιοποιούν το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού, ορμώντας μέσα από την «ανυπαρξία» κατά του αντιπάλου. Η Θεοτόκος όμως είναι «το πνευματικό τείχος» για τους αόρατους εχθρούς. Ας το δούμε...

ΚΥΡΙΩΣ ΘΕΜΑ

Α) Η ΥΠΑΡΞΗ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ

* Μιλώντας λοιπόν για «αόρατον εχθρόν», δεν αναφερόμαστε σε ύπουλους εχθρούς που επιβουλεύονται απλώς την σωματική μας ακεραιότητα και ασφάλεια, ούτε για ενέργειες που γίνονται με υλικά μέσα και όπλα. Η Παναγία μας, είναι η ισχυρά παρεμβολή εναντίον των πονηρών πνευμάτων και των μέσων τους που απειλούν την ψυχή μας και επιβουλεύονται την σωτηρία μας.

* Εδώ μιλούμε λοιπόν για τον διάβολο. Τον μεγάλο εχθρό του Θεού, ο οποίος από άγγελος έγινε σκοτεινή δύναμη εξαιτίας της πνευματικής του πτώσεως. «Εθεώρουν τον Σατανάν ως αστραπήν εκ του ουρανού πεσόντα» (Λουκ. ι΄, 18). Εχθρός αόρατος, πονηρός, ύπουλος. Αρκετοί πιστεύουν στον αιώνα αυτό της προόδου (;) ότι ο διάβολος, δεν υπάρχει, είναι εφεύρημα των παπάδων, απλά μ’ αυτήν την λέξη προσωποποιείται η έννοια και η αρνητική ενέργεια του κακού.

* Αλλά αυτή είναι η επιτυχία ενός εχθρού… Να κρύβεται, τόσο καλά, ώστε να μην γίνεται αντιληπτός και να κατασπαράζει με επιτυχία τα θύματα του. Μεγάλη πλάνη των αμυνομένων. Ο Κύριός μας ήρθε στον κόσμο «ίνα λύση τα έργα του διαβόλου» (Α΄ Ιωάν. γ΄ 8), ενώ αλλού ο Απ. Παύλος θα υπογραμμίσει: «Ουκ έστιν ημίν η πάλη προς αίμα και σάρκα, αλλά προς τας αρχάς και εξουσίας, προς τους κοσμοκράτορας του σκότους του αιώνος τούτου, προς τα πνευματικά της πονηρίας...» (Εφεσ. στ΄, 12).

Β) Η ΠΑΛΗ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΝ

* Έτσι λοιπόν σε κάθε καλή σκέψη έρχεται η αντίθετη να μας αλλοιώσει. Σε κάθε αγαθή πράξη επέρχεται μία προσβολή από τον «αρχηγό» του κακού για να μην πραγματοποιηθεί. Αυτό μπορεί ο καθένας να το βεβαιώσει από ιδικήν του πείρα.

* Η Παναγία μας, ως «Υπέρμαχος Στρατηγός», αναλαμβάνει κύριο ρόλο στην υπεράσπιση του χριστιανού. Γεννά τον Κύριό μας, ο οποίος με τη διδασκαλία του καταργεί την «εξουσία του Σατανά» (Πράξ. κστ΄, 18) και μας χορηγεί τα όπλα του, τα Άγια Μυστήρια, για να παλεύουμε με πιθανότητες μεγάλες ως προς την νίκη.

* Όμως εκεί που η Παναγία προσφέρει μεγάλη βοήθεια είναι όταν οι χριστιανοί την επικαλούνται μέσα από τις ωραιότατες προσευχές που έχει ορίσει η εκκλησία μας. Οι Χαιρετισμοί, οι αγαπημένες παρακλήσεις δεν λείπουν ποτέ από το στόμα του πιστού. Γνωρίζει ότι εκτός από τον διάβολο ο άνθρωπος παλεύει τον εσωτερικό αόρατο κόσμο του. Τις επιθυμίες και τις κλίσεις, τις ροπές που η ανθρώπινη φύση συγκεντρώνει. Τότε η Παναγία γίνεται «αμυντήριον» για να ανέλθει ο άνθρωπος λίγο υψηλότερα από τον πηλό με τον οποίο έχει πλασθεί.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Η εκκλησία εκ μέρους του Τριαδικού Θεού μας παρέχει τα πνευματικά όπλα για να νικούμε τις επιβουλές ορατών και αοράτων εχθρών. Αρκεί να μην υπάρχει η αδιαφορία από το δικό μας μέρος. Η αδιαφορία είναι πιστεύω ο μεγαλύτερος εχθρός. Πωρώνει και κοιμίζει τον άνθρωπο στις απολαύσεις και την ύλη. Η Μ. Τεσσαρακοστή μας καλεί σε επαγρύπνηση και ενδιαφέρον για την σωτηρία μας. Να ψάξουμε λίγο τον άνθρωπο και την ανθρωπιά μέσα μας. Μας το συνιστά με αγάπη και η κεχαριτωμένη κόρη της Ναζαρέτ… ο άνθρωπος που έγινε γέφυρα για να κατέβει ο Θεός στην γη μας.

Θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου Πέτρας κ. Δαβίδ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Πένθος σύμφωνα μὲ τὸν Ἅγιον Ἰωάννην τῆς Κλίμακος, «σημαίνει συνεχὴς καὶ μονιμοποιημένη κατάστασις πόνου καὶ ὀδύνης, σὲ μία φλογισμένη ἀπὸ θεϊκὴ ἀγάπη ψυχή»6. Πρέπει νὰ ἀγαπᾷ κανεὶς πολὺ τὸν Θεόν, νὰ φλέγεται ἀπὸ τὴν ἀγάπη του ὁλόκληρος, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ πονᾷ γιὰ τὶς ἁμαρτίες του, ποὺ ὡς ἄλλα τείχη αἴσχους τὸν χωρίζουν καὶ τὸν ἀποξενώνουν ἀπὸ τὸν Θεόν. Καὶ ὁ πόνος, ἡ ὀδύνη αὐτὴ γεννᾷ καθημερινὰ ὀδύνη ἐπάνω στὴν ὀδύνη, σὰν γυναίκα «τίκτουσα καὶ ὠδίνουσα». Σὰν τὴν ἔγκυο, δηλαδή, ποὺ κοιλοπονεῖ καὶ ὀδυνᾶται, ἀλλ’ ὅταν γεννᾷ «οὐκέτι μνημονεύει τῆς θλίψεως διὰ τὴν χαρὰν ὅτι ἐγεννήθη ἄνθρωπος εἰς τὸν κόσμον»7. Δὲν μνημονεύει, δὲν ἐνθυμεῖται πλέον τὸν πόνο καὶ τὴν θλίψη ποὺ πέρασε, διότι αἰσθάνεται μεγάλη χαρὰ διὰ τὸ ὅτι ἔφερε τὸ παιδί της εἰς τὸν κόσμο.

Ἔτσι, λοιπόν, ἐκεῖνος ποὺ πενθεῖ ἔχει λύπη ἀρχικά, ὅταν ὅμως τὸν ἐπισκέπτεται ἡ θεία παράκλησις, βλέπει τὸν Κύριον καὶ χαίρεται ἡ καρδιά του, ἀναψύχεται καὶ παρηγορεῖται ἡ ψυχή του, ἀνακουφίζεται ἀπὸ τὸν πόνο καὶ τὰ δάκρυά του, μεταβάλλονται ἀπὸ ἔμπονα (δάκρυα πόνου) σὲ δάκρυα ἀνώδυνα. Ἰσχύει δηλαδὴ καὶ ἐδὼ αὐτὸ ποὺ λέγει ὁ Κύριος εἰς τοὺς μαθητάς Του: «Καὶ ὑμεῖς οὖν λύπην μὲν νῦν ἔχετε· πάλιν δὲ ὄψομαι ὑμᾶς. καὶ χαρήσεται ὑμῶν ἡ καρδία, καὶ τὴν χαρὰν ὑμῶν οὐδεὶς αἴρει ἀφ’ ὑμῶν»8.

Ἡ χαρὰ καὶ ἡ εὐφροσύνη ποὺ προξενοῦν τὰ δάκρυα εἰς τὸν πενθοῦντα εἶναι τόσο δυνατὴ ποὺ μένει ἀνεξίτηλη εἰς τὴν ψυχήν του καὶ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ τοῦ τὴν ἀφαιρέσει, διότι εἶναι χαρὰ οὐράνια καὶ ὑπερκόσμιος. Συμπληρώνοντας ὁ Σιναΐτης τὸν ὁρισμὸν τοῦ κατὰ Θεὸν πένθους, λέγει ὅτι «αὐτὸ εἶναι ἡ σκυθρωπότης τῆς ψυχῆς, ἡ διάθεσις τῆς πονεμένης καρδίας, ἡ ὁποία δὲν παύει νὰ ζητάει μὲ πάθος ἐκεῖνο γιὰ τὸ ὁποῖο εἶναι διψασμένη. Καὶ ὅσο δὲν τὸ κατορθώνει, τόσο περισσότερο κοπιάζει καὶ τὸ κυνηγᾷ καὶ τρέχει ξοπίσω του μὲ ὀδυνηρὸ κλάμα»9.

Ο ΘΕΟΣ ΣΥΜΜΑΧΟΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

«Άνανδρος ειμί και πως τέξω Υιόν»

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Πάντοτε ο Χριστιανός αισθάνεται μια οικειότητα με το πρόσωπο της Πανάγνου. Νιώθει ότι η μικρή κόρη Μαριάμ είναι το σημείο σύνδεσης της γης με τον ουρανό. Το μεταξύ Θεού και ανθρώπων, θεϊκού και ανθρώπινου στοιχείου. Απόψε, που η εκκλησία την τοποθετεί στο κέντρο του ναού και της υπάρξεώς μας, καταλαβαίνουμε μυστικά, ότι η Θεοτόκος μιλάει για λίγο με τη δική μας γλώσσα προς τον Θεόν. Δείχνει την «αμφιβολία» της για το πως θα συμβούν όλα τα θαυμαστά που ετοίμασε ο Τριαδικός Θεός στην ύπαρξή της. Σαν και εμάς που προβληματισμένοι βάζουμε «πως», «μήπως» και «αν» στα σχέδια του Θεού...

ΚΥΡΙΩΣ ΘΕΜΑ

Α) Η ΑΜΦΙΒΟΛΙΑ ΣΤΗΝ ΖΩΗ ΜΑΣ

* Η ορθολογιστική αντίληψη της ζωής, οι συνθήκες διαβίωσης, η σημασία των αριθμών δημιουργούν ένα τείχος στον νου, ώστε τα μηνύματα του ουρανού να φαντάζουν ακατόρθωτα. Είναι εξάλλου η απόσταση θείου και ανθρώπινου μεγάλη, γι’ αυτό και η Παναγία «απορεί» με τα λόγια του Αρχαγέλλου. «Πως θα γεννήσω τον Θεόν;».

* Ακούγοντας τη διδασκαλία της εκκλησίας ο σύγχρονος άνθρωπος διαλογίζεται· «πως θα καταφέρω να εφαρμοστούν αυτά στο σήμερα;». «Πως θα νηστέψω;» ή «πως θα εγκρατευτώ;» ή «πως θα μεταλάβω;» ή «πως θα μιλήσω στον εχθρό μου;»... Όλα αυτά που κάθε στιγμή μας απασχολούν μοιάζουν κατ’ αναλογίαν με το δισταγμό της Θεοτόκου μπροστά στο ανυπέρβλητο μεγαλείο του να λέγεσαι… Μητέρα του Θεού!

* Η απάντηση και για μας, αλλά και για την Παναγία μας είναι μία: «Πνεύμα Άγιον επελεύσεται επί σε και δύναμις Υψίστου επισκιάσει σοι» (Λουκ. 1, 35). Που σημαίνει ότι κάθε τι που δείχνει ακατόρθωτο και υψηλό σε βαθμό δυσκολίας αν έχει την Αγία συμμαχία του Αγ. Πνεύματος, του Τριαδικού Θεού τότε μπορεί να πραγματοποιηθεί. Αυτό που παραθεωρεί ο άνθρωπος και που ο Θεός φωνάζει: «άνευ εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» (Ιω. 15,4).

Β) ΔΟΚΙΜΑΖΩ ΚΑΙ ΚΑΤΕΧΩ ΕΜΠΕΙΡΙΚΑ

* Όλα όσα μας προβληματίζουν στο δρόμο του Χριστού μπορούν να απαντηθούν μέσω εμπειριών, όταν ζούμε όσα λέει η διδασκαλία Του. Δεν μπορείς να ξέρεις τη γεύση ενός γλυκού χωρίς δοκιμή. Γι’ αυτό κάνουμε μία καινούρια αρχή ζώντας σύμφωνα με το θέλημα του Θεού και πλέον εμπειρικά έχουμε τη δυνατότητα να πολεμήσουμε τις τυχόν αμφιβολίες μας.

* Αλλά και η Παναγία μας αυτό έκανε. Είπε ναί στην είδηση του ουρανού και σιγά – σιγά η ζωή της άρχιζε να γεμίζει εμπειρίες πρωτόγνωρες, αλλά και θαυμαστές ενέργειες. Αναζητούσε τον Ιησού στην μεγάλη εορτή της σκηνοπηγίας και τον έβρισκε στο ναό να διδάσκει και να καταπλήσσει τους σοφούς της εποχής, και να της λέει ότι βρίσκεται στο σπίτι του Πατέρα Του. Καταλάβαινε ότι είχε να κάνει με κάτι μοναδικό, ώστε με ιερό δέος να πεί κάτι που η εκκλησία το έκανε καθημερινό της ύμνο: «Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριο, ότι εποίησέ μοι μεγαλεία ο δυνατός»!

* Όταν ο Χριστός μπεί στην ζωή του πιστού, μέσα από τα Άγια Μυστήρια, του χορηγεί γνώση, φώτιση, ώστε να απαντάει σε όλες τις αμφιβολίες, τόσο βέβαιος, ώστε να γίνεται κήρυκας και στους διπλανούς του. Βλέπει «μεγαλεία» να συντελούνται στην ύπαρξή του, να ελέγχει τον θυμό, να μην ανταποδίδει την κακία και την αδικία, να δείχνει μεγαλοψυχία και να κάνει πράξεις με προσανατολισμό την ουράνια καταγωγή του.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Σήμερα λοιπόν, αυτό το κατανυχτικό απόγευμα της Παρασκευής, μέσα στην Αγία μυστηριακή ατμόσφαιρα της Τεσσαρακοστής, σας είδα βιαστικά να μαζεύετε τις όποιες εκκρεμότητες στο σπιτικό σας, να ξεχνάτε τον πονοκέφαλο της δουλειάς και τα όποια προβλήματα. Φτάσατε τρέχοντας μπροστά στην εικόνα της Παναγίας, στην αγκαλιά της εκκλησίας, για να καταθέσετε τα προβλήματα, τα διλήμματά σας και επιπλέον να λάβετε απάντηση στα ερωτήματα και στις αμφιβολίες σας. Εύχομαι τούτο να σας το έδωσε απόψε η «Κεχαριτωμένη κόρη» η Μαρία, η Μητέρα του Χριστού.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ 

Θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου Πέτρας κ. Δαβίδ

Ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγάλους ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι ἀναμφιβόλως καὶ ὁ ὅσιος καὶ θεοφόρος πατὴρ ἡμῶν Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης. Ἕνας περίφημος ἀσκητὴς καὶ νηπτικὸς διδάσκαλος ὁ ὁποῖος εἶναι ἰδιαιτέρως γνωστὸς καὶ ἀγαπητὸς εἰς τοὺς πιστοὺς γιὰ τὸ θαυμάσιο ἔργο του, τὴν «Κλίμακα». Ἕνα σύγγραμμα εἰς τὸ ὁποῖο παρουσιάζονται σὲ τριάντα λόγους ὁρισμένες ἀπὸ τὶς σπουδαιότερες ἀρετὲς καὶ τὰ σοβαρότερα πάθη. Ἡ παρουσίαση γίνεται κατὰ ἀναγωγικὸν τρόπον, δηλαδὴ ἀπὸ τὶς ἀτελέστερες στὶς τελειότερες ἀρετές, ποὺ ἀποτελοῦν τὶς βαθμίδες, τὰ σκαλοπάτια, τῆς «Κλίμακος» τοῦ Ἰωάννου.

Τὸ παρὸν ἄρθρο – λαμβάνοντας ἀφορμὴ ἀπὸ τὴν ἔναρξη τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς – θὰ ἀσχοληθῇ μὲ μία ἀπὸ τὶς ἀρετές αὐτές, τὴν μακαρία χαρμολύπη, ἢ ἄλλως τὸ χαροποιὸν πένθος. Ἡ ἀρετὴ αὐτὴ εἶναι πάντοτε ἐπίκαιρη καὶ ἀναγκαία εἰς τὴν ζωὴν τοῦ ἀνθρώπου καὶ δὲν πρέπει νὰ τὴν συνδέουμε ἀποκλειστικὰ μὲ ὁρισμένην περίοδον τοῦ ἔτους.

Τὸ πένθος κανονικὰ εἶναι κάτι ποὺ πρέπει πάντοτε νὰ συνέχῃ τὸν Χριστιανὸ μέχρις ἐσχάτης του ἀναπνοῆς, διότι δίχως πένθος δὲν νοεῖται μετάνοια καὶ δίχως μετάνοια δὲν ἐπιτυγχάνεται ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Δὲν εἶναι δηλαδὴ ἀποκλειστικὰ «σαρακοστιανή» ἀρετή, ἀλλὰ μία ἰσόβια ἀναγκαιότητα καὶ τὸ εἰσιτήριο γιὰ τὴν βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

Τί ἐννοοῦμε ὅμως ὅταν λέμε «πένθος»; Εἶναι τὸ κάθε πένθος χρήσιμο γιὰ τὸν Χριστιανό, ἢ ὑπάρχει συγκεκριμένης μορφῆς πένθος ποὺ διαφέρει ἀπὸ τὰ ἄλλα καὶ ἀρμόζει εἰς τὴν ζωὴν ἐκείνου ποὺ ἀγωνίζεται κατὰ Χριστόν; Προκαταβολικῶς πρὶν ἀπ’ ὅλα καὶ προτοῦ ἐξηγήσουμε ἀναλυτικότερα τί εἶναι τὸ χαροποιὸν πένθος, νὰ ἐπισημάνουμε εἰσαγωγικῶς ὅτι αὐτὸ εἶναι συνυφασμένο μὲ τὴν κατάνυξη.

Λόγος εκφωνηθείς επί τη μνήμη του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου το 2006 υπό του Ιεροδιακόνου Δαβίδ νυν θεοφιλεστάτου Επισκόπου Πέτρας.

Ηγαπημένε μοι Γέροντα, Μακαριώτατε Αρχιεπίσκοπε Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. κ. Μακάριε!

Σεβασμιώτατοι άγιοι αρχιερείς

Σεβαστοί πρεσβύτεροι και Συνδιάκονοι

Λαέ του Θεού ηγαπημένε.

Αγάλλεται και χαίρει σήμερα η από περάτων έως περάτων της οικουμένης Χριστού Εκκλησία. Ουρανός και γη γίνονται ένα για να μέλψουν άσματα και να χορεύσουν πνευματικά επί τη μνήμη και πανηγύρει του πρώτου μετά τον ένα. Του κορυφαίου μετά τον Ιωάννη Θεολόγου της Εκκλησίας μας. Του ανθρώπου, η θεολογία του οποίου ενέπνευσε την συμπλήρωσιν του συμβόλου της Πίστεως εις την Δευτέραν, αλλά και την διατύπωση του δογματικού Όρου εις την Τετάρτην Οικ. Σύνοδον.

Αγαπητοί μου αδελφοί, ενώπιον των πνευματικών σας οφθαλμών η σεβασμία μορφή του. Στις ακοές της ψυχής σας ο αυτοκρατορικός του λόγος. Αισθάνομαι βαθείαν χαράν, διότι έχω την τιμή να σας παρουσιάσω το καύχημα της Ναζιανζού και καμάρι όλης της Καππαδοκίας, Γρηγόριον τον Μέγαν Θεολόγον. Έναν μακάριον Αρχιεπίσκοπον και δη της Βασιλευούσης των πόλεων, ο οποίος ανήκει στη χορεία των Καππαδοκών πατέρων, μαζί με τους χαρισματικούς αυταδέλφους, Μέγαν Βασίλειον και Γρηγόριον Νύσσης, που σημάδεψαν ανεξίτηλα με την φωτισμένη σκέψη τους την διδασκαλία της Εκκλησίας. Μάλιστα με τον ένα εξ αυτών, τον Ουρανοφάντορα Βασίλειον ανεδείχθησαν σε διαμέσου των αιώνων μνημειώδες παράδειγμα αθανάτου φιλίας, βαθιάς αλληλοεκτιμήσεως και ειλικρινούς σεβασμού.

Ὁμιλία τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κ. Μακαρίου εἰς τόν Ἱερόν Ναόν Τιμίας Ζώνης.

Για νά ἀκούσετε τήν ὁμιλία πατήστε ἐδώ.

. Κυριακή τῶν τριακοσίων δέκα καί ὀκτώ Θεοφόρων Πατέρων, τῶν ἐν Νικαίᾳ συνελθόντων.

Ἀποκαλυπτική ὁμιλία τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν και πάσης Ἑλλάδος κ.κ. Μακαρίου εἰς τό Ξενοδοχεῖο Τιτάνια κατά τήν ἐκδήλωσιν τοῦ Ἑλληνορθοδόξου Κινήματος Σωτηρίας τήν 16ην Φεβρουαρίου τοῦ 2014.

ΕΔΩ

Πραγματοποιήθηκε εἰς τόν Ἱερό Ναό τῆς Ἁγίας Ζώνης Περιστερίου ἡ τρίτη κατά σειρά Προσευχητική σύναξις τήν Ε΄ Κυριακή τῶν Νηστειῶν ὑπέρ σωτηρίας τῆς Πατρίδος καί προστασίας τῆς Πίστεως ἡμῶν

Στό τέλος τῆς Ἱερᾶς καί κατανυκτικωτάτης Ἀκολουθίας τῆς Λιτῆς, ὁ Μακαριώτατος ἀνέπτυξε μέ ἐνάργεια τό Θέμα τῆς προγραμματισμένης ὁμιλίας του ΄΄ Μία σύντομος γνωριμία μέ τό Ἰσλάμ΄΄. Ἰδιαιτέρα ἀναφορά ὑπῆρξε ἐκ μέρους τοῦ Μακαριωτάτου στόν προβληματισμό γιατί καί πῶς χάθηκε ὁ χριστιανικός πληθυσμός τῆς μικρᾶς Ἀσίας καί τῆς Ἐγγύς καί Μέσης Ἀνατολῆς. Ἡ συμμετοχή τοῦ ἀκροατηρίου καί τό ἀμείωτο ἐνδιαφέρον ὁδήγησε τόν Μακαριώτατο νά ἀνακοινώσει ὅτι μετά τό Πάσχα θά ὕπάρξει καί νέα ἐπικοινωνία ἐπί τοῦ ἰδίου φλέγοντος θέματος τοῦ Ἰσλάμ καί τίς διαφαινόμενες ἀπειλές ἐπί τοῦ χριστιανικοῦ πληθυσμοῦ τῆς Πατρίδος μας.

Ὁμιλία τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κ.κ. Μακαρίου εἰς τόν Ἱερό Ναό Ἁγίας Ζώνης Περιστερίου, ἡμέρα τῶν Β΄ Χαιρετισμῶν.

Ἡ ὁμιλία βρίσκεται ΕΔΩ

IoannisKlimakas03Περί Παθών

Ιερά κηρύγματα για τα ανθρώπινα πάθη υπό του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Γ.Ο.Χ. Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.Μακαρίου. 

Συνολικά είναι δεκατέσσερα μαθήματα εδώ έχουμε τα πέντε και συνεχώς προστίθενται και τα υπόλοιπα.

Joomla SEF URLs by Artio