ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΟΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΩΣ

Θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου Πέτρας κ. Δαβίδ

Ἡ κατὰ κόσμον λύπη πολλὰ τὰ δεινὰ καὶ τὶς συμφορὲς ἐπιφέρει, καθὼς αὐτὸς ποὺ στενοχωρεῖται γιὰ κάτι μάταιο, ὅταν δὲν τὸ κατορθώνει ὀργίζεται, μνησικακεῖ καὶ εἶναι ἔτοιμος νὰ κάνῃ τὰ πάντα γιὰ νὰ πετύχῃ τὸ στόχον του καὶ νὰ ἄρει ἀπὸ τὴν μέση τὴν στενοχώρια του. Μάλιστα μπορεῖ νὰ ὁδηγηθῇ ἀκόμη καὶ σὲ φόνο, ἢ χειρότερα στὴν ἀφαίρεση τῆς ἰδίας του τῆς ζωῆς. Πόσοι ἄνθρωποι ἐπὶ παραδείγματι δὲν αὐτοκτόνησαν ὕστερα ἀπὸ μίαν ἐρωτικὴν ἀπογοήτευση, ἢ ἐπειδὴ ἔπαιξαν εἰς τὸ καζῖνο καὶ ἔχασαν ὅλην τους τὴν περιουσία; Ἡ λύπη ὅμως ποὺ κατὰ κάποιον τρόπο φαίνεται νὰ ἔχῃ σχέση μὲ τὸν Θεόν, ὅταν εἶναι ἄμετρη καὶ δὲν γίνεται κατὰ πῶς θέλει ὁ Θεός, τότε ὁδηγεῖ εἰς τὴν ἀπόγνωση.

Χαρακτηριστικὸ εἶναι τὸ παράδειγμα τοῦ Ἰούδα, ὁ ὁποῖος παραδομένος στὸ πνεῦμα τῆς λύπης μετὰ τὴν προδοσία τοῦ Δεσπότου δὲν ἄντεξε, καὶ «μεταμεληθεὶς ἀπέστρεψε τὰ τριάκοντα ἀργύρια… λέγων· ἥμαρτον παραδοὺς αἷμα ἀθῷον… καὶ ἀπελθὼν ἀπήγξατο»27. Ὁδηγήθηκε ἐν τέλει εἰς τὴν αὐτοχειρίαν καὶ ἐκρεμάσθη. Ὡσαύτως καὶ ὁ Κάϊν, ἀφοῦ ἐφόνευσε τὸν ἀδελφόν του, μπορεῖ νὰ μὴν αὐτοκτόνησε ὅπως ὁ Ἰούδας, δὲν ἡσύχασε ὅμως ὅπως τοῦ ζήτησε ὁ Θεός, ἀλλὰ γεμάτος ἀπὸ ταραχὴ καὶ ἀπελπισία ἐγκατέλειψε τὴν πατρικήν του ἐστία καὶ ἀποξενώθηκε ἀπὸ τὸν Δημιουργό του.

Αὐτὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἄμετρης λύπης τοῦ κόσμου, ποὺ ἐν τέλει προξενεῖ τὴν ἀπόγνωσιν. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος μᾶς προτρέπει νὰ λυπούμεθα θεαρέστως καὶ ὄχι κοσμικῶς, ὄχι δηλαδὴ σύμφωνα πρὸς ἐκείνους ποὺ διακατέχονται ἀπὸ τὸ κοσμικὸ φρόνημα. «Ταλαιπωρήσατε καὶ πενθήσατε καὶ κλαύσατε· ὁ γέλως ὑμῶν εἰς πένθος μεταστραφήτω καὶ ἡ χαρὰ εἰς κατήφειαν»28.

Συναισθανθεῖτε τὴν ἀθλιότητά σας καὶ λυπηθεῖτε καὶ κλαύσατε μὲ συντριβὴν μετανοίας. Ζητᾷ ὁ ἅγιος τὰ γέλια τῶν χριστιανῶν – γιὰ νὰ μὴν τοὺς βγοῦν «ξινά» – νὰ μεταστραφοῦν εἰς πένθος καὶ οἱ χαρὲς οἱ κοσμικὲς εἰς κατήφειαν, διότι ὁ κόσμος εἰς τὸν ὁποῖον ζοῦμε ὀνομάζεται καὶ «κοιλάδα τοῦ κλαυθμῶνος» (τοῦ κλάματος) καὶ ὄχι τοῦ γέλωτος. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας εἶναι παραδεδομένο πὼς ἂν καὶ ἐδάκρυσε τέσσερις φορές, ἐν τούτοις ποτὲ κανεὶς δὲν τὸν εἶδε νὰ γελᾷ.

Οἱ χριστιανοὶ ὀφείλουν νὰ ἐνθυμοῦνται ὅτι εὑρίσκονται εἰς τόπον ἐξορίας. Καὶ οἱ ἐξόριστοι δὲν ἔχουν διάθεση γιὰ γέλια καὶ χαρές, ἀλλὰ δυστυχοῦν καὶ κλαῖνε νοσταλγώντας τὴν γλυκειά τους τὴν πατρίδα. Ὅπως διδάσκει καὶ τὸ βιβλίο τοῦ Γεροντικοῦ, ἡ ζωὴ αὐτὴ εἶναι μία φυλακή. «Ἐξάγαγε ἐκ φυλακῆς τὴν ψυχήν μου»29, λέγει καὶ ὁ Θεοπάτωρ· δηλαδή, ἐλευθέρωσέ με, Θεέ μου, ἀπὸ τὰ δεινὰ τῆς ζωῆς αὐτῆς καὶ πάρε με κοντά σου. Στὴ φυλακὴ αὐτὴ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔχουμε καταδικαστεῖ νὰ ζοῦμε. Καὶ οἱ κατάδικοι τὸ μόνο ποὺ τοὺς ἐνδιαφέρει εἶναι νὰ ἐλευθερωθοῦν ὅσο πιὸ γρήγορα γίνεται ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς φυλακῆς των, ἀπὸ τὸν πόνον, τὰ δάκρυα καὶ τοὺς στεναγμούς. Δὲν ἔχουν ὄρεξη γιὰ «ξεφάντωμα», ἀλλὰ μὲ τὴν ἀγωνία ζωγραφισμένη εἰς τὰ πρόσωπά τους, περιμένουν πότε θὰ ἔλθῃ ὁ ἡγεμών, μήπως καὶ τοὺς δώσει χάρη. Γεμᾶτοι ἀπὸ φόβο καὶ τρόμο ἀναμένουν τὸν αὐστηρὸν Κριτὴν ποὺ θὰ ἐπικυρώσῃ ἐπίσημα τὴν καταδικαστικὴν ἀπόφασιν καὶ θὰ τοὺς ὁδηγήσῃ εἰς τὸν τόπον τῆς ἐκτελέσεως.

Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ ἅγιοι λιώνουν ἀπὸ τὸν θεῖον φόβον καὶ τὸν πόνον γιὰ τὶς ἁμαρτίες τους καὶ φλέγονται ἀπὸ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἀναχωρήσουν μία ὥρα ἀρχήτερα ἀπὸ τὴν ζωὴν αὐτήν. Ὀλίγος καὶ συνεσταλμένος ὁ παρὼν καιρὸς καὶ, ὅπως συμβουλεύει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, πρέπει οἱ χαίροντες καὶ οἱ κλαίοντες νὰ διάγουν τὸν βίον τους, ὡσὰν νὰ μὴν χαίρουν ἢ κλαίουν – νὰ θεωροῦν τὶς ἀφορμὲς καὶ τῆς λύπης καὶ τῆς χαρᾶς των ὡς προσωρινὰς καὶ περαστικάς – καὶ οἱ ἔχοντες γυναῖκας νὰ ζοῦνε ὡς μὴ ἔχοντες, νὰ μὴν εἶναι δηλαδὴ προσηλωμένοι καὶ προσκολημένοι εἰς αὐτάς.

«Καὶ οἱ χρώμενοι τῷ κόσμῳ τούτῳ ὡς μὴ καταχρώμενοι· παράγει γὰρ τὸ σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου»30. Ἡ ματαιότητα τοῦ κόσμου τούτου δὲν εὐνοεῖ τὶς καταχρήσεις, ἀλλὰ μόνον τὴν σωστὴ καὶ λελογισμένη χρήση τῶν μέσων ἐκείνων ποὺ εἶναι ἀπαραίτητα γιὰ τὴν σωτηρία μας. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐκεῖνοι ποὺ μεταχειρίζονται τὰ ἐγκόσμια καὶ εὑρίσκονται εἰς ὁποιανδήποτε σχέσιν μὲ τὸν κόσμον, πρέπει νὰ ἀποφεύγουν κάθε ἄμετρον ἀπόλαυσιν τούτων, κάθε ὑπερβολήν, καὶ νὰ ἁρκοῦνται μόνον εἰς τὰ ἀναγκαῖα. Διότι κάποια στιγμὴ θὰ παρέλθῃ, θὰ σβήσῃ σὰν σκιά, τὸ σχῆμα (ὅ, τι φαίνεται ἐξωτερικά) τῶν ματαίων ἐπιδιώξεων καὶ πονηρῶν σχεδίων τοῦ κοσμικοῦ φρονήματος.

Καὶ ὁ κόσμος μὲν θὰ ἀνακαινισθῇ, ἀλλὰ ἡ πλάνη τῆς ἁμαρτίας καὶ ἡ ἀπατηλὴ ματαιότητά του, θὰ παύσῃ νὰ ὑφίσταται. Ἐδῶ εἰς τὸν παρόντα βίον εἴμεθα πάροικοι καὶ παρεπίδημοι, καθὼς πάντες οἱ πατέρες μας, καὶ αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ λέμε ἐμεῖς εἰς τὸν Θεὸν εἶναι ἡ ἱκεσία τοῦ ψαλμωδοῦ: «Ἄνες μοι, ἵνα ἀναψύξω, πρὸ τοῦ με ἀπελθεῖν καὶ οὐκέτι οὐ μὴ ὑπάρξω»31. Δηλαδὴ τώρα, Δέσποτα Χριστέ, ὅσο εἶναι καιρὸς καὶ εὑρίσκομαι ἐπὶ τῆς γῆς, δώσε μου ἄνεση, συγχώρεσέ με, στεῖλε μου πνευματικὴν ἀναψυχήν, χαρίζοντάς μου τὴν πρόγευσιν τῆς Βασιλείας σου (καὶ πληροφόρησέ με γι’ αὐτὸ πρὶν πεθάνω), διότι μετὰ θὰ εἶναι ἀργά, καθὼς ἐν τῷ Ἅδῃ οὐκ ἔστιν μετάνοια. «Ὅτι οὐκ ἔστιν ἐν τῷ θανάτῳ ὁ μνημονεύων σου· ἐν δὲ τῷ Ἅδῃ τις ἐξομολογήσεταί σοι;»32. Ἐὰν πεθάνει κανεὶς προτοῦ προφθάσει νὰ συμφιλιωθῇ μαζί σου, Θεέ μου, δὲν εἶναι πλέον δυνατὸν νὰ σὲ ἐνθυμεῖται καὶ νὰ σὲ μνημονεύῃ μὲ ἐλπίδα συγχωρήσεως. Εἰς τὴν κόλασιν τοῦ σκοτεινοῦ Ἅδου, ὅσο καὶ ἂν ἐξομολογηθῇ τὶς ἁμαρτίες του, ὅσο καὶ ἂν παρακαλέσῃ γιὰ τὴν ἄφεσή τους, δοξάζοντας σὲ τὸν Θεὸν καὶ ὑμνώντας τὸ φοβερό σου μεγαλεῖο, δὲν πρόκειται νὰ εἰσακουσθῇ.

Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα τῆς συνεχοῦς μνήμης θανάτου ἦταν ὁ πατριάρχης Ἀβραάμ, ὁ ὁποῖος μόλις ἐγκαταστάθηκε εἰς τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας, ἐνῶ δὲν εἶχε κάνει δική του οὔτε μία σπιθαμὴ ἀπὸ τὴν χώρα ἐκείνη, δὲν ἀπέκτησε ποτὲ ἀκίνητη περιουσία, ἀλλὰ ζοῦσε πάντοτε εἰς τὶς σκηνὲς τοῦ καταυλισμοῦ του, ἐν τούτοις φρόντισε νὰ ἀγοράσῃ διὰ τὸν ἑαυτόν του μνήμα γιὰ νὰ θυμᾶται ὅτι ζεῖ προσωρινῶς εἰς τόπον πένθους καὶ δακρύων καὶ ὅτι μετὰ τὸν τάφον ἀρχίζει ἡ ἀληθινὴ ζωή. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο κληρονόμησε τὴν καινούργια γῆ, τὸν οὐράνιον παράδεισον, ὁ ὁποῖος ἔχει ταυτιστεῖ εἰς τὴν συνείδησιν τῶν πιστῶν μὲ τοὺς Ἀβραμιαίους κόλπους.

Δυστυχῶς ὅμως βλέπουμε ἐξ ἀντιθέτου τί κατάστασις ἐπικρατεῖ εἰς τὴν σημερινὴν ἐποχήν. Μέθες, πανηγύρια καὶ «ξεφαντώματα». Ὁ κόσμος εἶναι μεθυσμένος μὲ τὶς χαρές του, ζαλισμένος μὲ τὶς διασκεδάσεις του. Ζεῖ ἕνα διαρκὲς πανηγύρι – ἢ τουλάχιστον αὐτὸ ἐπιδιώκει καθημερινά – γιὰ νὰ ξεχνᾷ τὸν πόνο του καὶ νὰ ἔχῃ τὴν ἐφήμερη χαρά. Λησμονεῖ ὅμως ἐκεῖνο ποὺ μὲ μεγάλη σαφήνεια βεβαιώνει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος: «Ὅποιος περνᾷ τὴν ζωήν του συνεχῶς μὲ τὸ κατὰ Θεὸν πένθος, δὲν παύει ἀπὸ τοῦ νὰ ἑορτάζῃ καθημερινά. Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ πανηγυρίζει ὑλικὰ καὶ σωματικά, τὸν περιμένει τὸ αἰώνιο πένθος»33. Στὴν ἀρχή της ἡ διασκέδαση καὶ ἡ κοσμικὴ χαρὰ δὲν εἶναι ἀναμεμιγμένη μὲ λύπη, γι’ αὐτὸ καὶ ἐκεῖνοι ποὺ διασκεδάζουν δὲν βάζουν κακὸ μὲ τὸ νοῦ τους. Θεωροῦν ὅτι πάντοτε θὰ χαίρονται μὲ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ ὅτι τίποτε λυπηρὸ δὲν θὰ τοὺς συμβῇ. Στὸ τέλος ὅμως ἡ χαρὰ αὐτὴ μετατρέπεται σὲ θλίψη καὶ καταλήγει σὲ πένθος.

Σίγουρα κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ παραβλέψῃ ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶναι γλυκειὰ καὶ εἶναι σὲ θέση τοὺς πάντες νὰ πλανήσῃ. Διὰ τοῦτο ὁ κόσμος ἔχει ἄνευ ὅρων παραδοθεῖ εἰς τὸ κυνήγι τοῦ πλούτου καὶ τῆς δόξας, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀχαλίνωτης σαρκικῆς ἀπολαύσεως. Ξεχνᾷ ὅμως ὅτι «ἐπελθὼν γὰρ ὁ θάνατος, τοῦτα πάντα ἐξηφάνισται»34. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἡ γοητεία τῆς ματαιότητος εἶναι τέτοια, ποὺ «εἰ δυνατόν» καὶ τοὺς ἐκλεκτοὺς μπορεῖ νὰ ἀπωλέσῃ. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας συνιστοῦν ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴ σ’ ἐμᾶς τοὺς χριστιανούς, γιὰ νὰ μὴν καταντήσουμε σὰν τὸν πλούσιο ἐκεῖνον ποὺ ἔφεραν τὰ χωράφια του πλούσια σοδειὰ καὶ ἔλεγε εἰς τὸν ἑαυτόν του: «καθελῶ μου τὰς ἀποθήκας καὶ μείζονας οἰκοδομήσω… καὶ ἐρῶ τῇ ψυχῇ μου· ψυχή, ἔχεις πολλὰ ἀγαθὰ κείμενα εἰς ἔτη πολλά· ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου»35. Δὲν λογάριαζε ὅτι ἐν ριπῇ ὀφθαλμοῦ, ἐρχόταν ὁ θάνατος καὶ τοῦ ἔκοβε τὸ νήμα τῆς ζωῆς, διότι ἂν τὸ ἔκανε, θὰ φρόντιζε νὰ διαμοιράσῃ τὴν περιουσία του εἰς τοὺς πτωχοὺς καὶ νὰ κλάψῃ γιὰ τὶς ἁμαρτίες του.

Ἐδῶ φαίνεται καθαρὰ ὅτι τὸ πένθος γεννᾷ τὶς ἀρετὲς τῆς ἐλεημοσύνης, τῆς ἀκτημοσύνης καὶ τῆς φιλανθρωπίας. Αἵρει ἀπὸ τὸ μέσον τὸν ἐγωκεντρισμὸ καὶ τὴν φιλαυτία τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὸν ἀπομακρύνει ἀπὸ τὴν βδελυκτὴν εἰδωλολατρείαν, τὴν θεοποίησιν δηλαδὴ τοῦ ἑαυτοῦ του, ἀλλὰ καὶ τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν ποὺ τὸν περιβάλλουν. Ἐκεῖνος ὅμως ὁ ὁποῖος δὲν πενθεῖ, μάτην ταράσσεται ἀπὸ τὶς βιοτικὲς μέριμνες καὶ φροντῖδες. Θησαυρίζει «θησαυροὺς ἐπὶ τῆς γῆς… ὅπου κλέπται διορύσσουσι καὶ κλέπτουσι»36, «καὶ οὐ γινώσκει τίνι συνάξει αὐτά»37.

Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος λέγει σὲ ὅλους ἐμᾶς ποὺ ἀρεσκόμεθα στὶς ἀναπαύσεις καὶ τὴν καλοπέραση: «Μέχρι πότε τρυφή; μέχρι πότε ἄνεσις; οὐκ ἐνεπλήσθημεν ραθυμοῦντες; γελῶντες; ἀναβαλλόμενοι; Οὐ τὰ αὐτὰ πάλιν ἔσται, τράπεζα καὶ κόρος καὶ πολυτέλεια καὶ χρήματα καὶ κτῆσις καὶ οἰκοδομαί; Καὶ τί τὸ τέλος; Θάνατος! Καὶ τί τὸ τέλος; τέφρα καὶ κόνις καὶ σωροὶ καὶ σκώληκες… Ἐπιδειξώμεθα τοίνυν καινὴν ζωήν, ποιήσωμεν τὴν γῆν οὐρανόν, ἀψώμεθα τῆς ὁδοῦ τῆς στενῆς»38. Μέχρι πότε θὰ «ξεφαντώνουμε» καὶ θὰ γελᾶμε; Μέχρι πότε θὰ ραθυμοῦμε, θὰ τρωγοπίνουμε καὶ θὰ ζοῦμε μέσα στὴν πολυτέλεια καὶ τὴν χλιδή, διερωτάται ὁ μέγας Ἱεράρχης. Δὲν χορτάσαμε πάντοτε τὰ ἴδια, διασκεδάσεις καὶ τράπεζες καὶ χρήματα καὶ ὑλικὰ ἀγαθά; Καὶ ποιό εἶναι τὸ τέλος, ποιὰ εἶναι ἡ κατάληξη ὅλων αὐτῶν; Δὲν εἶναι ὁ θάνατος καὶ τὰ σκουλήκια ποὺ τρῶνε τὰ σώματα τῶν νεκρῶν; Ἂς ἐπιδείξουμε λοιπὸν καινούργια ζωή, προτρέπει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, ἐπιλέγοντας τὴν στενὴν καὶ τεθλιμένην ὁδὸν ποὺ ὁδηγεῖ εἰς τὴν αἰώνιον ζωήν.

Εἰς τὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιον, μέσα εἰς τὴν ἀρχιερατικὴν προσευχὴ τοῦ Κυρίου, ποὺ εἶναι ἡ πρώτη ἀπὸ τὶς δώδεκα εὐαγγελικὲς περικοπὲς τῆς Μεγάλης Πέμπτης, φαίνεται συνοπτικά – ἀλλὰ καθαρά – ἡ πορεία τοῦ κατὰ Θεὸν πένθους. Ὁ Χριστὸς βέβαια μιλώντας στοὺς μαθητές του, ἀναφέρεται στὴν Σταύρωση καὶ τὴν Ἀνάστασή του. Ἀλλὰ μήπως τὰ Πάθη τοῦ Κυρίου δὲν εἶναι ἡ κατ’ ἐξοχὴν ἀφορμὴ καὶ βασικὴ πηγὴ πένθους γιὰ τὸν χριστιανὸ ποὺ ἔχει συναίσθηση ὅτι σταύρωσε τὸν Χριστὸ μὲ τὶς ἁμαρτίες του;

«… Ὅτι κλαύσετε καὶ θρηνήσετε ὑμεῖς»39. Θὰ κλαύσετε καὶ θὰ θρηνήσετε ἐσεῖς οἱ πραγματικοὶ χριστιανοί, οἱ γνήσιοι μαθηταί μου. «… Ὁ δὲ κόσμος χαρήσεται»39. Ὁ κόσμος ποὺ θὰ σᾶς βλέπῃ νὰ λυπᾶστε, θὰ χαρῇ. Μάλιστα δέ, θὰ χλευάζῃ τὴν διάθεσή σας νὰ πενθεῖτε γιὰ πράγματα ποὺ ἐκεῖνος θεωρεῖ πηγὴ ἀπολαύσεως καὶ χαρᾶς. Αὐτὸ θὰ συμβῇ διότι ὁ κόσμος κατὰ βάθος σᾶς ἀποστρέφεται καὶ σᾶς μισεῖ. «… Ὅτι δὲ ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ ἐστέ, ἀλλ’ ἐγὼ ἐξελεξάμην ὑμᾶς ἐκ τοῦ κόσμου, διὰ τοῦτο μισεῖ ὑμᾶς ὁ κόσμος»40, ἐπειδὴ δὲν εἶστε τοῦ κόσμου, ἀλλὰ ἐγὼ σᾶς ἐξέλεξα καὶ σᾶς ξεχώρισα μέσα ἀπὸ τὸν κόσμο, διὰ τοῦτο σᾶς μισεῖ ὁ κόσμος. (Συνεχίζεται)

27) Ματθ. κζ΄, 3-5.

28) Ἰακ. δ΄, 9.

29) Ψαλμ. 141, 8.

30) Α΄ Κορ. ζ΄, 1.

31) Ψαλμ. λη΄, 14.

32) Ψαλμ. ς΄, 6.

33) Παροιμ. ιδ΄, 13.

34) Βλ. Νεκρώσιμος Ἀκολουθία, νεκρώσιμο ἰδιόμελο γ΄ ἦχου.

35) Λουκ. ιβ΄, 18-19.

36) Ματθ. ς΄, 19-20.

37) Ψαλμ. λη΄, 7.

38) Ἰω. Χρυσοστόμου, ἐρμηνεία Καθ. Ἐπιστ. Ἰακώβου.

39) Ἰω. ις΄, 20.

40) Ἰω. ιε΄, 19.


Joomla SEF URLs by Artio

Τελευταίες αναρτήσεις