Μονοενεργητισμός- Μονοθελητισμός

 Ιστορία και Θεολογία- Σύνοδος του Λατερανού

 

Υπό του Οσιολογ. Ιερομ. π. Μακαρίου Παλαιολόγου

 

Κυριακή της Ορθοδοξίας  Μακαριώτατε Αρχιεπίσκοπε Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. κ. Μακάριε, Σεβασμιώτατοι και Θεοφιλέστατοι Αρχιερείς, τίμιον Πρεσβυτέριον, αγαπητοί πιστοί και ακροατές.

 Πανηγυρικά δοξάζει και ευχαριστεί τον Θεό και τους Αγίους η Εκκλησία,  φθάνοντας ξανά στο πρωτόκαιρο έαρ, την εορτή της Ορθοδοξίας, η οποία εορτάζει όλους εκείνους που έζησαν με ευσέβεια μαζί με εκείνους που διατύπωσαν συνοδικά τα άγια δόγματά της Εκκλησίας, δηλαδή όσους ορθοτόμησαν τον λόγο της αληθείας και της ευσεβείας. Παράλληλα αποκηρύσσει με κάθε επισημότητα τους εκφραστές της δυσσεβείας, ονομαστικά, αλλά και τα εσφαλμένα φρονήματά τους όπως διαβάζουμε κατ’ έτος στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας. Σήμερα λοιπόν η Ορθόδοξη Εκκλησία μας εορτάζει τον θρίαμβο της πίστεώς της εναντίων όλων των αιρέσεων. Μία πτυχή της αληθινής πίστεως, της Ορθοδοξίας είναι και οι αγώνες των Αγίων Πατέρων μας κατά της αιρέσεως του Μονοθελητισμού- Μοοενεργητισμού τον 7ο αιώνα μ. Χ. Η θεολογική έριδα για την αποδοχή και ομολογία μίας ή δύο ενεργειών και ενός ή δύο θελημάτων στο Χριστό απετέλεσε τη μεγάλη θεολογική πρόκληση του 7ου αιώνα. Η σύνοδος του Λατερανού που συγκλήθηκε στη Ρώμη (649 μ. Χ) για να αντιμετωπίσει το θέμα αυτό και να αποφανθεί σχετικά, συνιστά την πρώτη συνοδική συστηματική προσπάθεια για την απόκρουση της κακοδοξίας που δίχασε την Εκκλησία της Δύσης από την Ανατολή, την έφερε αντιμέτωπη  με τις πολιτικές επιλογές της κρατικής εξουσίας και ανέδειξε τη Ρώμη κατά τη συγκεκριμένη περίοδο ως θεματοφύλακα της αληθείας.

Στην παρούσα εισήγηση επιθυμούμε να περιγράψουμε τον πυρήνα και την ουσία του θεολογικού αυτού προβλήματος με τα προβληθέντα εκατέρωθεν επιχειρήματα κατά τις πέντε συνεδρίες, με τις οποίες ολοκληρώθηκε η σύνοδος. Η ιστορικοδογματική έρευνα προχωράει βαθύτερα, από την θεολογική παρουσία του Αγ. Μαξίμου του Ομολογητού, η θεολογική σκέψη του οποίου καταγράφεται ζωντανά στα πρακτικά της συνόδου και προσδιορίζει το περιεχόμενο του όρου της. Η εισήγηση αποσκοπεί αφ’ ενός στο να αναδείξει τις ποικίλες πτυχές του θεολογικού προβλήματος και αφετέρου να αξιολογήσει τις αντιπαρατιθέμενες θέσεις με εστία θεώρησης τη  Σύνοδο του Λατερανού και την θεολογία του Αγ. Μαξίμου.

Η αλήθεια για την ενανθρώπηση του Λόγου είχε παύσει πολύ πρίν από τον 7ο αιώνα που μας ενδιαφέρει, να αποτελεί αντικείμενο αντιπαράθεσης και θεολογικού προβληματισμού στο χώρο της εκκλησιαστικής ζωής. Το γεγονός της ενανθρωπήσεως του Λόγου ή της Θεότητας του Χριστού δεν αποτελούσαν αιτία διχογνωμίας και θεολογικών αντιπαραθέσεων. Αυτό βεβαίως δε σημαίνει ότι κατά την περίοδο αυτή όλα τα θέματα που σχετίζονται με τον ενανθρωπήσαντα Λόγο είχαν απαντηθεί. Οι χριστολογικές έριδες θα συνεχισθούν, νέα -κατά τα φαινόμενα προβλήματα θα εγερθούν, ενώ ταυτόχρονα το μυστήριο της ενώσεως της θεότητας με την ανθρωπότητα στο Χριστό, υπό το φώς του Πνεύματος, θα συλληφθεί, θα ερμηνευθεί και θα κατανοηθεί πάντοτε από την κοινή εκκλησιαστική συνείδηση και εμπειρία κατά τα ανθρώπινα μέτρα και μέσα στο πλαίσιο των δυνατοτήτων των ανθρωπίνων προϋποθέσεων.

Το μέτρο αυτό ίσχυσε αναμφίβολα στην τρίτη,  τέταρτη,  πέμπτη και την έκτη Οικουμενική Σύνοδο, όπου η Εκκλησία αντιμετώπισε και έλυσε Χριστολογικά προβλήματα. Ίσχυσε, επίσης, και στην τοπική σύνοδο του Λατερανού, στη Ρώμη, που συγκλήθηκε το έτος 649 μ. Χ. και αντιμετώπισε παρόμοια ένα χριστολογικό πρόβλημα, αυτό των δύο θελήσεων και ενεργειών στο Χριστό[1].

Η πρώτη δεκαετία του 7. αιώνα, επι βασιλείας του αυτοκράτορα Φωκά(602-618) ήταν περίοδος σκληρών δοκιμασιών για την αυτοκρατορία[2]. Τα εσωτερικά προβλήματα έδωσαν στο βασιλιά των Περσών Χοσρόη την ευκαιρία να απειλήσει και να διαβεί τα ανατολικά σύνορα της αυτοκρατορίας, να καταλάβει την Αρμενία, τη Συρία, την Παλαιστίνη και την Αίγυπτο (611-619), να επιφέρει την εξαθλίωση και τον οικονομικό μαρασμό[3]. Οι Σλαύοι περί το 614/615 μ. Χ. εγκαταστάθηκαν στη Βαλκανική Χερσόνησο. Οι επιδρομές των Σλαύων και των Αράβων στη Βαλκανική έφεραν την αυτοκρατορία σε δεινή θέση[4]. Ο κίνδυνος για την Κωνσταντινούπολη ήταν υπαρκτός. Η πτώση ήταν θέμα χρόνου.

Τα πράγματα όμως εξελίχθηκαν διαφορετικά. Η σωτήρια παρέμβαση ήλθε από την Αίγυπτο. Η εξέγερση του εξάρχου Καρθαγένης Ηρακλείου στην τυραννική εξουσία του αυτοκράτορα είχε την καθολική υποστήριξη του λαού. Ο υιός του Ηρακλείου, ο Ηράκλειος ο νεώτερος, επέδραμε με στόλο ενάντια στην Κωνσταντινούπολη, όπου εισήλθε θριαμβευτικά στις 3 Οκτωβρίου του 610. Ο Φωκάς δολοφονήθηκε και το σώμα του κάηκε από το μαινόμενο λαό[5]. Δύο ημέρες αργότερα (5 Οκτωβρίου 610) ο Ηράκλειος εστέφθη αυτοκράτορας από τον πατριάρχη Σέργιο. Η αντιμετώπιση των εξωτερικών εχθρών από τον αυτοκράτορα αποτελούσε επιτακτική ανάγκη. Κατά τη διάρκεια των εκστρατειών του στην Ανατολή, όπως μαρτυρούν ιστορικές πηγές από την Στ’ Οικουμενική Σύνοδο, ο Ηράκλειος θα έλθει αναγκαστικά σε επαφή με Μονοφυσίτες και τις θεολογικές τους θέσεις. Ο πατριάρχης Σέργιος θα τον εξοπλίσει με τα αναγκαία θεολογικά κείμενα για τον απαραίτητο διάλογο και θα εξάρει τη θεολογική του παιδεία[6].

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η παρέμβαση του Σεργίου στις ώρες της υπαρξιακής αγωνίας της αυτοκρατορίας υπήρξε αποφασιστική. Η κατά το Άγιο Αναστάσιο τον Σιναΐτη συριακή καταγωγή του εξηγεί την ευαισθησία του για την προσέγγιση με τους Μονοφυσίτες της Ανατολής[7].

Ο Ηράκλειος κατανόησε βαθιά ότι η εσωτερική ενότητα που επίμονα αποζητούσε για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των εξωτερικών εχθρών, δε θα μπορούσε να επιτευχθεί χωρίς την συμφιλίωση με τις πολυάριθμες μονοφυσιτικές ομάδες, των οποίων η θρησκευτική διαφοροποίηση μετεβάλετο εύκολα σε κοινωνική απομόνωση και περιθωριοποίηση που οδηγούσε αναγκαστικά στην ψυχική αποκοπή τους από τον όλο κορμό της αυτοκρατορίας. Οι αιρετικές ομάδες έπρεπε να συστρατευθούν μαζί του για την αντιμετώπιση των επιδρομέων.

Οι συμφιλιωτικές διαθέσεις του Ηρακλείου, είχαν να αντιμετωπίσουν σημαντικά εμπόδια. Από τη μια είχε αυτή την ίδια τη δογματική απόκλιση των Μονοφυσιτών με τους οποίους έπρεπε να συνδιαλλαγεί, από την άλλη έπρεπε να αντιμετωπίσει το θεολογικό δυναμικό- ιδίως της τάξης των μοναχών-της  Εκκλησίας με την υψηλή και δυνατή επιρροή της στα ευρύτερα στρώματα του λαού, ικανής να αντιπαρατίθεται σε θεολογικό επίπεδο με τις αποκλίνουσες ομάδες, με ό, τι αυτό βέβαια σήμαινε για τη θέση και τη στάση των αιρετικών ομάδων στη ζωή και στην κοινωνία. Η πολιτική ηγεσία της Κωνσταντινούπολης δεν μπορούσε να αγνοήσει ούτε το πρώτο, αλλά ούτε και το δεύτερο. Με δεδομένες τις μονοφυσιτικές θέσεις η σύγκληση με τη  Χαλκηδόνα ήταν αδύνατη χωρίς αμοιβαίες υποχωρήσεις. Η λύση η οποία έπρεπε να αναζητηθεί, έπρεπε ευνόητα να ικανοποιεί τόσο τη Χαλκηδόνα, όσο και τις μονοφυσιτικές ομάδες της Αιγύπτου, των Αρμενίων και των Συρίων στις ανατολικές επαρχίες της αυτοκρατορίας. Ο Ηράκλειος και ιδιαίτερα ο Πατριάρχης Σέργιος (610-638) θα καταβάλουν προσπάθεια στην κατεύθυνση αυτή. Στις πρώτες ήδη αυτές προσπάθειες θα αναφανεί το πρόβλημα του Μονοενεργητισμού - Μονοθελητισμού. Η σύνοδος του Λατερανού, αλλά και αργότερα η Στ’ Οικουμενική Σύνοδος, θα δώσουν ιδιαίτερη σημασία στις απαρχές και την ιστορική πορεία της κακοδοξίας.

Μέσα από την συζήτηση που είχε ο Άγ. Μάξιμος ο ομολογητής με τον (τέως) πατριάρχη Πύρρο το 645 μ. Χ. στην Αλεξάνδρεια[8] μαθαίνουμε για τέσσερις επιστολές του Σεργίου στις οποίες ζητούσε από τέσσερα διαφορετικά πρόσωπα, πατερικά χωρία τα οποία θα έκαναν λόγο για μια ενέργεια[9]. Από αυτό γίνεται προφανές ότι ο Σέργιος είχε μάλλον ήδη από πολύ ενωρίς (617-622) αρχίσει να διαμορφώνει τη γενική κατεύθυνση της δικής του αντίληψης για το θέμα ώστε να καταφέρει την προσέγγιση με τους αιρετικούς Μονοφυσίτες των ανατολικών επαρχιών. Το πλαίσιο της πραγμάτωσης με την αποδοχή μιάς ενέργειας στο Χριστό, χωρίς να εγκαταλείπεται η διδασκαλία της Χαλκηδόνας.

 Οι εχθρικές επιδρομές και οι πολυετείς στρατιωτικές επιχειρήσεις του Ηρακλείου προκάλεσαν για λόγους ασφαλείας μεγάλα κύματα μετανάστευσης προς τις δυτικές επαρχίες της αυτοκρατορίας. Ελληνόφωνα τμήματα του πληθυσμού των περιοχών της Ανατολής αναζήτησαν καταφύγιο στην Αίγυπτο, ιδιαίτερα στην Καρθαγένη, τη Ν. Ιταλία, ιδιαίτερα στη Σικελία, ακόμα και στην κεντρική Ιταλία με κέντρο τη Ρώμη. Ως προς τη θρησκευτική τους τοποθέτηση η πλειοψηφία ήταν προσδεδεμένη στη διδασκαλία της Χαλκηδόνας. Ιδιαίτερα η μετοίκηση ελληνοφώνων μοναχών που με εμμονή υπεστήριξαν και ομολογούσαν το δόγμα της Χαλκηδόνας έμμελε να έχει τη δική της δυναμική στη θρησκευτική διαμάχη του καιρού. Αναμφίβολα οι ομάδες των Μονοφυσιτών και οι ενωτικές προσπάθειες του αυτοκράτορα είχαν να αντιμετωπίσουν σθεναρέστερη θεολογική αμφισβήτηση. Ο ρόλος των μοναχών, όπως θα καταδειχθεί στη διαδικασία και τις αποφάσεις της συνόδου του Λατερανού, υπήρξε αποφασιστικός.

Ανάμεσα στους μοναχούς οι οποίοι μέσα στις συγκυρίες αναζήτησαν καταφύγιο στη Δύση ήταν και εκείνος που έμμελε να θέσει την προσωπική του σφραγίδα στην εξέλιξη της θεολογικής διαμάχης. Η δι’  επιχειρημάτων αναίρεση της κακοδοξίας-  με εξαίρεση τη συμβολή του Αγίου Σωφρονίου  Πατριάρχου Ιεροσολύμων, αποτελεί  αποκλειστικό σχεδόν έργο ενός μοναχού, του οποίου η θεολογική σκέψη δεν καταγράφεται απλώς στα πρακτικά, αλλά και στον ίδιο τον Όρο της Συνόδου του Λατερανού. Ο Άγ. Μάξιμος ο ομολογητής από επιφανή οικογένεια θα ακολουθήσει την μοναχική ζωή. Μετά από λίγα χρόνια θα εγκαταλείψει την μονή της μετανοίας του στην Κωνσταντινούπολη και θα κατευθυνθεί προς την Κύζικο, στη μονή του Αγ. Γεωργίου. Το έτος 626 ταξιδεύει με πλοίο, μέσω της Κρήτης προς την Αφρική. Στην Κρήτη αντιπαρατέθηκε θεολογικά με τους εκεί Μονοφυσίτες[10]. Πρίν από το 632 ευρίσκεται με βεβαιότητα στην Καρθαγένη. Γνωρίζεται προσωπικά με τον Άγ. Σωφρόνιο ο οποίος παρέμενε από το 633 στην Αφρική. Από την Καρθαγένη, η θεολογική αντιπαράθεση τον ανάγκασε να κατευθυνθεί στη Ρώμη. Κατά τη σύγκληση και τη διάρκεια της συνόδου στο Λατερανό  ήταν παρών στη Ρώμη όπου υπέγραψε μάλιστα τις αποφάσεις της β’ συνεδρίας[11].

Η επιρροή του Αγ. Μαξίμου στις μοναστικές κοινότητες της Δύσης ήταν σημαντική. Οι ελληνόφωνες μονές της Ρώμης θα αποτελέσουν κεντρική εστία αντίστασης κατά του Μονοενεργητισμού. Στην Αφρική όπου ήδη ήσαν εγκατεστημένοι πολλοί μοναχοί από την Ανατολή, οι οποίοι ομιλούσαν ελληνικά, και διαμόρφωσαν την περιρρέουσα θρησκευτική ατμόσφαιρα, ο Άγ. Μάξιμος, ανεδείχθη αρχηγός των εξορισμένων κοινοτήτων από τη θρησκευτική πολιτική της αυτοκρατορίας. Οι σύνοδοι που συνήλθαν στην Αφρική κατά το έτος 646 ήσαν, όπως μαρτυρούν τα πρακτικά της συνόδου του Λατερανού, υπό την επιρροή του και εξέφρασαν το υγιές ορθόδοξο φρόνημα. Με τον τρόπο αυτό διαμορφώθηκε στη Ρώμη κατά την περίοδο αυτή μια ζωντανή εστία της ελληνικής Θεολογίας.

Ποιοι ήταν οι αντίπαλοι των ορθοδόξων και τι υπεστήριζαν;

 

Κύριοι Εισηγητές του Μονοενεργητισμού

1)Θεόδωρος Φαράν: Κείμενα από την θεολογική παραγωγή του μονοενεργήτη Θεοδώρου Φαράν είναι 11 αποσπάσματα που καταχωρούνται όπως θα γίνει γνωστό κατωτέρω, στα πρακτικά της δ’ συνεδρίας της συνόδου του Λατερανού[12] και αναφέρονται απλά κατά τη 13 συνεδρία της Στ’ Οικουμενικής Συνόδου[13].

2)Κύρος Αλεξανδρείας: Η πολιτική της προσέγγισης προωθήθηκε με μεγαλύτερη επιτυχία και στην Αίγυπτο. Πατριάρχης κατά το έτος 631 ήταν ο Κύρος(631-642), ο πρώην επίσκοπος Φάσιδος, ο οποίος ανέλαβε να προσεγγίσει τους Μονοφυσίτες Θεοδοσιανούς. Κατόρθωσε να συμφωνηθεί ένα κείμενο το οποίο ήταν αποδεκτό από τις δύο πλευρές (Ιούνιος του 633). Το έτος 633, έτος επίτευξης της συμφωνίας στην Αλεξάνδρεια και έτος έκδοσης της ‘’Ψήφου’’ του Σεργίου στην Κωνσταντινούπολη, θεωρείται ως απαρχή της μονοενεργητικής έριδας. Η βάση της συμφωνίας ήταν η αποδοχή της διδασκαλίας της Χαλκηδόνας για τις δύο φύσεις, ενώ αναγνωρίζεται μια «θεανδρική» ενέργεια στο Χριστό.

3) Ο Σέργιος Κωνσταντινουπόλεως στο κείμενο της ‘’Ψήφου’’ κάνει λόγο και αυτός για μία ενέργεια και ότι η διδασκαλία για δύο ενέργειες δεν είναι ορθή[14].

 Ο Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων όμως αντιστάθηκε στην ένωση με τους αιρετικούς και εναντιώθηκε στο κείμενο συμφωνίας με τους Θεοδοσιανούς. Μετά το θάνατο του πατριάρχου Ιεροσολύμων Μοδέστου, πατριάρχης ανεδείχθη ο Άγιος Σωφρόνιος(634-638 ή 639). Ο Αγ. Σωφρόνιος απέστειλε με την άνοδό του στο θρόνο την κατά τα έθιμα ενθρονιστήρια συνοδική επιστολή, ένα μνημειώδες και πολύτιμο δογματικό κείμενο, η οποία περιείχε την ομολογία πίστεως του Αγ. Σωφρονίου. Η Επιστολή αυτή ήταν μία δυνατότητα για το Σωφρόνιο να εκθέσει τις απόψεις του στα επίμαχα θέματα της πίστεως και να απαντήσει γραπτώς στην κακοδοξία του Σεργίου[15]. Σε αυτήν αποφαίνεται σχετικά με το θέμα μας, «τήν ἑκατέρας φύσεως ἑκατέραν ἴσμεν ἐνέργειαν»[16], καταφάσκει το δόγμα της Χαλκηδόνας, τον ένα Χριστό σε μια σύνθετη υπόσταση[17], και ότι «ἐνεργεῖ γάρ ἑκατέρα φύσις…»[18], και «…ἀλλά μετά τῆς θατέρου κονωνίας ἑκάστη φύσις τό ἴδιον ἔπραττε καί τήν διαίρεσιν φεύγουσα καί τήν τροπήν οὐ γινώσκουσα καί τήν διαφοράν πρός τήν θατέραν φυλάττουσα καί τήν κοινωνίαν καί σύνθεσιν ἀδιάλυτον καί ἀρραγῆ διασώζουσα[19]. Και ερμηνεύοντας χωρία των αγίων συμπεραίνει «…οὐδέ μίαν καί μόνην αὐτῶν(ενν των φύσεων) τήν ἐνέργειαν λέγομεν…»[20]. Αφού σύμφωνα με την Χαλκηδόνα ο Χριστός είναι «ἐν δύο φύσεσι», τότε υπάρχουν σ’ αυτόν τα φυσικά χαρακτηριστικά κάθε μίας απ’ αυτών. Οι ενέργειες και τα θελήματα είναι ιδιότητες της φύσεως ενώ «τά ἑκατέρας ἴδια φύσεως ασύγχυτα μετά την ένωσιν»[21] παραμένουν. Ο Άγιος Σωφρόνιος αποδεχόμενος δύο ενέργειες[22] απορρίπτει κατηγορηματικά και με βδελυγμία τον ισχυρισμό ότι στον Χριστό υπάρχει μία και μόνη ενέργεια[23] έναν ισχυρισμό που ουσιαστικά θέτει σε αμφισβήτηση την τελειότητα της ανθρωπότητας του Χριστού και κατ’ επέκταση το σωτηριώδες έργο της θείας οικονομίας. Αυτά ο Άγιος τα έγραψε γιατί είχε έλθει σε επαφή με τους Κύρο και Σέργιο και ήξερε το σκάνδαλο που είχαν δημιουργήσει.

Ο Σέργιος συνέταξε ένα άλλο δογματικό κείμενο στο οποίο εξέθετε πάλι την αιρετική του άποψη μόνο που αυτήν την φορά το κείμενο έφερε την υπογραφή του αυτοκράτορα Ηρακλείου. Ήταν περιβεβλημένο δηλαδή με το κύρος της βασιλικής αυθεντίας και εξέθετε την καινοτόμο διδασκαλία γι’ αυτό και ονομάσθηκε Έκθεσις (638). Αυτό το βλάσφημο κείμενο θυροκολλήθηκε στην Αγία Σοφία. Αυτό το κείμενο το επικύρωσε και συνοδικά και ο διάδοχός του Πύρρος[24], ενώ έγινε αιτία για περαιτέρω προβληματισμό, συζητήσεις και αντιδράσεις. Όπως στο κείμενο της Ψήφου έτσι και στο κείμενο της Εκθέσεως απαγορευόταν ο λόγος για τις ενέργειες ενώ έφερνε και ως επιχείρημα τα θελήματα των φύσεων, ότι δηλαδή αν υπάρχουν δύο θελήματα στο Χριστό αυτά θα εναντιώνονταν μεταξύ τους. Έλεγε ότι ο Χριστός κατευθύνετο από τη θεία ενέργεια. Η ανθρώπινη φύση ήταν εξ’ ολοκλήρου θεοκίνητη[25].

4) Ο Πύρρος Κωνσταντινουπόλεως διάδοχος του Σεργίου έστειλε και αυτός επιστολή[26] στον Ορθόδοξο διάδοχο του αιρετικού Ονωρίου (πάπα Ρώμης) τον Ιωάννη, στην οποία υπερασπιζόταν τον Μονοενεργητισμό.

5) Διάδοχος του Πύρρου ο Κωνσταντινουπόλεως Παύλος (641-653), μονοενεργήτης και αυτός απέστειλε επιστολή προς την Ρώμη[27]με σαφέστατη θέση υπέρ της αιρέσεως. Επίσης έπεισε τον αυτοκράτορα της Κωνσταντινουπόλεως Κώνστα να εκδώσει ένα διάταγμα τον ‘’Τύπο’’ (648)[28] με το οποίο απηγορεύετο οποιαδήποτε συζήτηση για τις ενέργειες και τα θελήματα. Οι ενάντιοι θα είχαν ποινές. Η Εκκλησία της Ρώμης με τον διάδοχο του Θεοδώρου Άγιο Μαρτίνο πάπα Ρώμης στην Σύνοδο του Λατερανού καταδίκασαν με αποτροπιασμό τον Τύπο.  Η απαγόρευση της συζήτησης για μία ή δύο ενέργειες, και για ένα ή δύο θελήματα προβάλει ένα Χριστό «ανεθέλητον» και «ανενέργητον» ενώ πιο πριν υπήρχαν τα αιρετικά διατάγματα. Όλη αυτή η αιρετική περίοδος θα οδηγήσει στην συνοδική καταδίκη της κακοδοξίας.

Η σύγκληση της Συνόδου

 

Προκαθήμενος της Ρώμης αναδείχθηκε ο Άγιος Μαρτίνος πάπας Ρώμης (649-653 μ. Χ.) ο οποίος μετά από πολλαπλές εκκλήσεις συγκάλεσε σύνοδο στην Ρώμη, για να αντιμετωπίσει την αίρεση του Μονοενεργητισμού- Μονοθελητισμού. Η Ιερά Σύνοδος [29] συνήλθε στη βασιλική του Σωτήρος  Λατερανού στη Ρώμη.  Όπως σε κάθε σύνοδο που ασχολείται με ένα επίμαχο δογματικό πρόβλημα ασφαλώς και τη σύνοδο του Λατερανού ενδιαφέρει να εκφρασθεί και να βεβαιωθεί η αλήθεια για το επίμαχο δογματικό πρόβλημα. Η Σύνοδος  συνεκλήθη σε πέντε συνεδρίες.

Στην πρώτη συνεδρία (5 Οκτωβρίου 649), το πρώτο μέλημα αυτής ήταν η επί εγγράφων ερειδομένη διατύπωση της κατηγορίας εναντίον των αιρετικών. Κυρίως προείχε η αποδοκιμασία και καταδίκη του κειμένου της’’ Έκθεσις’’, μετά από την κανονική ανάκριση και έρευνα. Με τη βοήθεια του Ιησού Χριστού η παρούσα σύνοδος αναδύεται τον προκείμενο πνευματικό αγώνα ώστε να αναδειχθεί αληθής συνήγορος και υπέρμαχος της αληθείας αποκτώντας έτσι τον στέφανο της δόξας και της καύχησης[30].

Πρώτος ομιλητής είναι ο Άγιος Μαρτίνος πάπας Ρώμης. Τοποθετείται λέγοντας ότι ο ευαγγελικός λόγος επιθυμεί, οι ποιμένες του πιστού λαού να είναι κατ’ εξοχήν ακριβείς κήρυκες της μεγάλης οικονομίας του Θεού Λόγου. Όταν γεννήθηκε στη Βηθλεέμ από την παρθένο ασπόρως ο Χριστός, ο οποίος με αυτό τον τρόπο εκαινούργησε την ανθρώπινη φύση, την νύχτα εκείνοι οι ποιμένες ήσαν «ἀγραυλοῦντες καί φυλάσσοντες τάς φυλακάς τῆς νυκτός»[31]. Κατά τον ίδιο τρόπο οφείλουν και οι ποιμένες της Εκκλησίας με άγρυπνο σπουδή και φροντίδα να αγρυπνούν κατά τη νύχτα του παρόντος βίου για το ποίμνιό τους που τους εμπιστεύθηκε ο Θεός. Κάτι ανάλογο συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, που οι ποιμένες συνήλθαν στην Εκκλησία, την πνευματική Βηθλεέμ για να διαγνώσουν και να εξακριβώσουν την ορθή πίστη σύμφωνα με τους αποστολικούς πατρικούς όρους και τις συνόδους[32].

Οι αιρετικοί νόθευσαν την μαρτυρία της Αγ. Γραφής και τους λόγους των Πατέρων. Αποτελεί επιβεβλημένη ανάγκη να κατονομαστούν αυτοί οι αιρετικοί[33]. Γιατί τα είπαν δημόσια για την βλάβη των πολλών και ανατροπή της αμωμήτου πίστεως[34]. Αυτοί είναι ο Κύρος Αλεξανδρείας, ο Σέργιος Κωνσταντινουπόλεως και οι διάδοχοι του τελευταίου οι πατριάρχες Πύρρος και Παύλος.

Ο Κύρος υποστήριξε ότι στο Χριστό υπάρχει μία μόνο ενέργεια κοινή και για την ανθρώπινη και για την θεία φύση Του. Στην συνέχεια συνέταξε εννέα κεφάλαια που περιείχαν τις κακοδοξίες του και αναθεμάτισε όσους δεν την αποδέχονταν.[35] Ο Σέργιος συμφώνησε μαζί του και συνέταξε την αιρετική ‘’Έκθεση’’. Και οι δύο απέρριπταν την ομόφωνη πατερική διδασκαλία σύμφωνα με την οποία, όταν υπάρχει μία ενέργεια, υπάρχει και μία ουσία και σύμφωνα με την οποία μαζί με την ουσία υπάρχει πάντοτε η θέληση[36]. Τις κακοδοξίες συνέχισαν οι διάδοχοί του, ο Πύρρος και ο Παύλος. Ο Πύρρος επικύρωσε την Έκθεση και ο Παύλος έγραψε τον Τύπο. Οι ορθόδοξοι απ’ όλες τις εκκλησίες παρακαλούσαν την Ρώμη να επέμβει και εκείνη προσπάθησε και με παρακαλειτά και με επιτίμια και με αφορισμούς  να διορθώσει τις καινοτομίες. Το αίτημα για την σύγληση ήταν καθολικό.

Ο Επίσκοπος Κεσίνης Μαύρος και ο πρεσβύτερος Θεόδοτος ως εκπρόσωποι του Επισκόπου Ραβέννας Μαύρου έδωσαν την ομολογία του τελευταίου με την αποδοχή των δύο ενεργειών και των δύο θελήσεων στο Χριστό απορρίπτοντας κάθε καινοτομία[37].   Την ομολογία του δίνει και ο Επίσκοπος Μάξιμος Ακυλείας, επισημαίνοντας ότι όποιος αρνείται τη διαφορά των δύο θελημάτων και ενεργειών στο Χριστό, αρνείται τη διαφορά των δύο φύσεών Του. Το θέλημα και η ενέργεια χαρακτηρίζονται και θεωρούνται ως ιδιότητες της φύσεως. Δεν είναι δυνατόν ο ένας και αυτός Ιησούς Χριστός, άκτιστος και κτιστός κατά τις φύσεις, να μην αποσώζει με την ένωση τις φυσικές ιδιότητες κάθε μιάς των δύο φύσεων, όπως είναι το θέλημα και η ενέργεια[38]. Όποιος δεν αποδέχεται αυτό αρνείται τους αγίους πατέρες και τον Όρο της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου ότι δεν αναιρείτε η διαφορά των φύσεων στο Χριστό μετά την ένωσή τους, ενώ διασώζονται οι φυσικές ιδιότητες κάθε μιάς από τις φύσεις. Ιδιότητα της θείας φύσεως είναι ότι ο Χριστός θέλει και ενεργεί τα θεία. Ιδιότητα της ανθρώπινης φύσης είναι ότι ο Χριστός θέλει και ενεργεί τα ανθρώπινα[39].  Με τον τρόπο αυτό βεβαιώνεται ότι ο Χριστός με την υποστατική ένωση των δύο φύσεων είναι Θεός και άνθρωπος. Ο Μάξιμος Ακυλείας  λέει ότι στην Ε’ Οικουμενική Σύνοδο, ενάντια στο Θεόδωρο Μομψουεστίας και τον Ωριγένη, δεν υπήρξε κατήγορος, διότι τα αιρετικά τους συγγράμματα αρκούσαν για να αποδοθεί η εναντίον τους μομφή[40] . Με αυτά τα δεδομένα ο Μάξιμος προτείνει στη σύνοδο να προχωρήσουν στην ακριβή εξέταση των αιρετικών κειμένων έχοντας ένα ή δύο κατηγόρους.

Η δεύτερη Συνεδρία στις (8 Οκτωβρίου του 649) με συμμετοχή 106 επισκόπων καταγράφει τις κατηγορίες εναντίον των αιρετικών, από επισκόπους ηγουμένους και μοναχούς προς τον αποστολικό θρόνο.

Παρόν ήταν και ο επίσκοπος Δώρων Στέφανος ο πρώτος στην τάξη μεταξύ των επισκόπων των Ιεροσολύμων και ζήτησε να παρέμβει. Στον λίβελλό του γράφει ότι η σύνοδος δεν συγκλήθηκε με την συγκατάθεση του αυτοκράτορα, ήταν όμως σύμφωνη με το θέλημα του Θεού. Ονομάτισε τους αιρετικούς λέγοντας ότι επαναφέρουν τις κακοδοξίες του Απολλιναρίου και του Σευήρου και  ότι διέσπειραν τα συγγράμματά τους  σε όλη την οικουμένη[41]. Τον επίσκοπο Στέφανο τον είχε αποστείλει ο Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων στην Ρώμη για να ενημερώσει την Εκκλησία αυτή για την νέα αίρεση[42]. Ο ίδιος ο Άγιος Σωφρόνιος είχε περιέλθει όλη την Ανατολή και αντιστάθηκε με γενναιότητα στους αιρετικούς, καλώντας τους να επανέλθουν στην ορθόδοξη πίστη. Συνέταξε δε και συνέλλεξε 600 πατερικά χωρία σε ανθολόγιο(Florilegium) από δύο βιβλία που ήλεγχαν την κακοδοξία τους[43]. Οι δε αιρετικοί οργάνωσαν ύπουλο σχέδιο για την σωματική του εξόντωση. Ο Άγιος Σωφρόνιος τότε κάλεσε τον Στέφανο στον τόπο της σταυρικής θυσίας του Χριστού, τον τόπο του κρανίου και τον δέσμευσε με άλυτους δεσμούς αναθέτοντάς του μια πολλή σημαντική αποστολή[44]. Του ανέθεσε να ταξιδεύσει σε όλη την οικουμένη, καταλήγοντας στην Ρώμη, ταξιδεύοντας ούτε μία ούτε δύο αλλά πολλάκις, για να ενημερώσει τους εκεί αρχιερείς, να τους παρακαλέσει να αναλάβουν δυναμικά τον αγώνα κατά της αίρεσης και να καταδικάσουν μετά από κανονική διαδικασία τις κακοδοξίες της, ώστε να αναχαιτισθεί η περαιτέρω διάδοσή της[45]. Γι’ αυτό μετά από εκκλήσεις από επισκόπους της Ανατολής και των πιστών βρίσκεται στην Ρώμη τρίτη φορά ζητώντας από τον αποστολικό θρόνο να προστατεύσει την κινδυνεύουσα πίστη των χριστιανών. Όταν οι αιρετικοί πληροφορήθηκαν την αποστολή του, διέταξαν την σύλληψή του και προσπάθησαν να τον οδηγήσουν ενώπιών τους σιδηροδέσμιο. Κατόπιν δίνει και αυτός την ομολογία του στη Σύνοδο.

Στη συνέχεια, στην σύνοδο επιτρέπεται η είσοδος ελλήνων ηγουμένων και μοναχών οι οποίοι εγκαταβίωναν από παλαιότερα στην Ρώμη, ή είχαν μετοικήσει πρόσφατα σ’ αυτή όπως ο Ιωάννης πρσβύτερος της Λαύρας του Αγίου Σάββα του Ηγιασμένου στα Ιεροσόλυμα, ο Θεόδωρος πρεσβύτερος και ηγούμενος της Λαύρας κατά την  Άφρων χώρα, ο Θαλάσσιος πρεσβύτερος και ηγούμενος της μονής των Αρμενίων στην μονή Ρενάτου, ο Γεώργιος πρεσβύτερος και ηγούμενος της μονής των Κιλίκων Ακουασσαλβίας και άλλοι θεοφιλείς άνδρες[46].

Αίτημα των ηγουμένων και μοναχών ήταν η καταδίκη του ‘’Τύπου’’ που έγραψε ο Παύλος Κωνσταντινουπόλεως και των άλλων αιρετικών. Οι ηγούμενοι δηλώνουν ότι επέλεξαν να παραμείνουν σταθεροί στην πίστη τους στο Χριστό γι’ αυτό καταφεύγουν στην Ρώμη. Ζητούν να αναθεματισθούν οι κακοδοξίες και τα αιρετικά συγγράμματα, αλλά και οι αιρεσιάρχες προσωπικά. Η καταδίκη δεν θα πρέπει να είναι απρόσωπη, αλλά να καταδικασθούν και οι συντάκτες τους όπως ορίζουν οι νόμοι[47]. Ο ‘’Τύπος’’ ο οποίος κηρύττει έναν Χριστό ανεθέλητο και ανενέργητο δηλαδή χωρίς νούν και ψυχή[48]. Ο Χριστός εξομοιώνεται με τα είδωλα, τα οποία δεν κάνουν τίποτα. Η απαγόρευση κάθε συζήτησης περί μίας ή δύο ενεργειών και θελημάτων αποτελεί τέλεια άρνηση του μυστηρίου του Χριστού και της διδασκαλίας των πατέρων και των συνόδων, διότι συνεπάγεται άρνηση των δύο φύσεων[49].  Αυτά που θα γίνουν και θα αποφασισθούν στη Ρώμη θα μεταφερθούν με ακρίβεια στην Ελλάδα.

Στην συνέχεια προσάγονται αναφορές από τα προηγούμενα χρόνια από διάφορες Εκκλησίες.  Έτσι αρχίζουν με την αναφορά του αρχιεπισκόπου Κύπρου. Ο Σέργιος Κύπρου τονίζει ότι κανείς δεν μπορεί να προσθέσει σε όσα είπαν η Εκκλησία και οι άγιοι Πατέρες. Κάθε φύση γράφει ενεργεί τα δικά της σε κοινωνία με την άλλη φύση(Λέων Α’ (440-461) στον τόμο προς τον Φλαβιανό). Γράφει επίσης ότι πρέπει να αναθεματισθούν οι αιρετικοί[50]. Ανεπιφύλακτα ο Σέργιος, αλλά και ολόκληρη η Εκκλησία της Κύπρου επιβάλλει σ’ αυτούς το ανάθεμα.

Έπειτα προσάγεται η αναφορά των επισκόπων της Αφρικής, στον πάπα Θεόδωρο. Αυτοί είναι ο 1)Κολούμβος πρόεδρος της τοπικής συνόδου της Νουμιδίας, ο 2) Στέφανος, πρόεδρος της τοπικής συνόδου του Βυζακίου και ο 3) Ρεπάρατος πρόεδρος των επισκόπων της Μαυριτανίας.

Οι επίσκοποι αφού έστειλαν τις διαμαρτυρίες τους στους αιρετικούς, κατόπιν έστειλαν και επιστολή στον αυτοκράτορα που του ζητούν να αναγκάσει τον Παύλο Κωνσταντινουπόλεως να ορθοφρονεί.

Η σύνοδος του Λατερανού ζητά να παρατεθεί και η επιστολή των επισκόπων της Αφρικής προς τον Παύλο.  

Οι επίσκοποι αποδέχονται και διαφυλάσσουν την πίστη ότι ο Πατέρας, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα είναι τρία ομοούσια πρόσωπα, η μία αδιαίρετη Θεότητα. Ο Υιό του Θεού, ένα από τα πρόσωπα της Θεότητας, χωρίς να παύσει να είναι Θεός, έγινε άνθρωπος προσλαμβάνοντας σάρκα που είχε ψυχή νοερή και λογική[51]. Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός είναι αναμφίβολα Θεός ,και τέλειος άνθρωπος. Επομένως ως τέλειος Θεός έχει ανθρώπινη φύση, ανθρώπινο θέλημα και ανθρώπινη ενέργεια χωρίς καμία αμαρτία[52].Η καθολική Εκκλησία δίδασκε και διδάσκει ότι ο Ιησούς Χριστός έχει δύο φύσεις ενωμένες ασυγχύτως και αδιαιρέτως και δύο φυσικές ενέργειες και δύο φυσικά θελήματα.  Για να βεβαιώσουν αυτά οι επίσκοποι της Αφρικής προσφεύγουν στην εκκλησιαστική παράδοση επικαλούμενοι χωρία από λατίνους αγίους πατέρες. Εμείς θα αναλύσουμε ορισμένα από αυτά.

1Ο Αγίου Αμβροσίου[53]: Στο περί πίστεως έργο του ο Άγιος Αμβρόσιος αντιπαραβάλει την ψυχική διάθεση του Χριστού με αυτήν του Πέτρου. Ο Πέτρος δέν φοβάται κατά την ώρα του πάθους ενώ ο Χριστός φοβάται. Ο Πέτρος λέγει «ἄρτι τήν ψυχήν μου ὑπέρ σοῦ τίθημι»[54]. Ο Χριστός λέγει «νῦν ἡ ψυχή μου τετάρακται»[55]. Ο Άγιος Απ. Πέτρος όντας κατώτερος, δε φοβάται, Εκείνος, όντας υψηλότερος όλων, επιδεικνύει τη διάθεση δειλού. Ο μέν όντας ψιλός άνθρωπος, αγνοεί τον κίνδυνο του θανάτου, ο δε , όντας Θεός ο οποίος ενηνθρώπησε, δείχνει την ασθένεια της σάρκας. Η σκοπιμότητα είναι προφανής. Με τον τρόπο αυτό ο Χριστός αναιρεί την ασέβεια των αιρετικών οι οποίοι απαρνήθηκαν το μυστήριο της ενανθρώπησής Του. (Μανιχαίος, Βαλεντίνος και Μαρκίωνας). Εν τούτοις είναι τόσο βέβαιο ότι έγινε ο ίδιος άνθρωπος, από τον οποίο πράγματι προσέλαβε σάρκα καθ’ όλα όμοια με τη δική μας, ώστε να ειπεί, «ὄχι ὅπως θέλω ἐγώ, ἀλλά ὅπως σύ θέλεις»[56]. Κατανοεί κανείς ότι αυτό το ίδιο θέλημα που εκδηλώνει ο Χριστός πρίν την ώρα του πάθους είναι ένα ανθρώπινο θέλημα διαφορετικό από το θείο (άλλο και άλλο).

2)Αγίου Αμβροσίου[57]: Ο Άγ. Αμβρόσιος στο ίδιο έργο βάζει  στο στόμα του Ιησού τα λόγια του ψαλμωδού. Το ότι ο Χριστός κάνει αυτό που θέλει ο Θεός Πατέρας ο ψαλμωδός το καθιστά γνωστό λέγοντας, «τοῦ ποιῆσαι τό θέλημά σου ὁ Θεός μου, ἠβουλήθην»[58]. Και αλλού λέγει «ἑκουσίως θύσω σοι καί ἐκ θελήματός μου ἐξομολογήσομαί σοι»[59]. Ο Άγιος Αμβρόσιος εμφανίζεται αποδεχόμενος ένα ανθρώπινο θέλημα στο Χριστό, το οποίο εκούσια συμφωνεί με το θείο θέλημα. Η τήρηση του θελήματος του Πατέρα, η θυσία και η εξομολόγηση είναι κατά την ερμηνευτική προσέγγιση του χωρίου από τη σύνοδο του Λατερανού εκδηλώσεις του ανθρωπίνου θελήματος του Χριστού.

3) Αγίου Αμβροσίου: Ο Άγ. Αμβρόσιος προκειμένου να καταδείξει ότι ο Πατέρας και ο Υιός έχουν κοινή ενέργεια διερωτάται: Τι λοιπόν συμβαίνει; Αυτό που θέλει ο Πατέρας, ο Υιός δεν το θέλει; Ή και το αντίστροφο. Ο μεν Υιός θέλει, ο Πατέρας όμως δεν θέλει; Εάν λοιπόν ο Πατέρας αυτούς τους οποίους θέλει ζωοποιεί, τότε ποιους ζωοποίησε ο Υιός, τους οποίους ο Πατέρας δεν θέλει να ζωοποιήσει, εφ’ όσον είναι φανερό ότι αυτούς τους οποίους ο Πατέρας θέλει, αυτούς ο Υιός ζωοποιεί; Ασφαλώς υπάρχει μία ενέργεια μεταξύ του Πατέρα και του Υιού. Είναι η κοινή θεία ενέργεια.

Όχι μόνο ο Υιός κάνει το θέλημα του Πατέρα, αλλά και ο Πατέρας το θέλημα του Υιού. Εάν λοιπόν η ζωοποίηση δεν είναι τίποτα άλλο, παρά το πάθος του Υιού Του για τους ανθρώπους, το πάθημα δε του Χριστού είναι θέλημα του Πατέρα, είναι φανερό ότι αυτούς τους οποίους ο Υιός ζωοποιεί, τους ζωοποιεί δια του θελήματος του Πατέρα. Ένα είναι και των δύο το θέλημα[60]. Είναι το κοινό θείο θέλημα. Εάν βεβαίως το θέλημα του Πατέρα αυτό είναι, να βρίσκεται δηλαδή ο μονογενής Υιός στον κόσμο και να θεραπεύσει τους ανθρώπους από τις ασθένειές τους, πρέπει κανείς να θυμηθεί τα λόγια του λεπρού: «Κύριε, ἄν θέλεις, μπορείς νά μέ καθαρίσεις». Απαντώντας ο Ιησούς είπε: «θέλω καθαρίσου»[61]. Αμέσως δε έγινε υγιής. Παρατηρεί λοιπόν κανείς ότι ο εξουσιαστής του ιδίου θελήματος είναι ο Υιός και ότι ανάμεσα στον Υιό και στον Πατέρα υπάρχει ένα θέλημα.  Και γι’ αυτό λέγει ο Χριστός: «ὅλα ὅσα ἔχει ὁ Πατέρας εἶναι δικά μου»[62] Ασφαλώς όπου υπάρχει η μία και η αυτή ενέργεια, εκεί υπάρχει ένα κατά φύση θέλημα[63].

Στο Θεό η κίνηση του θελήματος αποτελεί συμπλήρωμα της ενεργείας, το δε θείο θέλημα είναι διαφορετικό από το ανθρώπινο θέλημα. Άλλο είναι το θέλημα του Θεού και άλλο το φυσικό ανθρώπινο θέλημα[64].

Ο Χριστός είχε για τον Άγιο Αμβρόσιο ανθρώπινο θέλημα, διαφορετικό από το θείο. Σε αυτό καταλήγει από τα περιστατικά της ζωής του Χριστού. Τα πράγματα της ζωής ανήκουν και κατευθύνονται από το ανθρώπινο θέλημα. Καταδεχόμενος ο Χριστός το ανθρώπινο θέλημα, καταδέχθηκε την ανθρώπινη λύπη. Ως άνθρωπος είπε  ότι όχι όπως εγώ θέλω, αλλά όπως εσύ θέλεις[65]. Ανθρώπινη είναι η λύπη, την οποία καταδέχθηκε με την ανθρώπινη διάθεση. Πάσχει, λυπείται, πονάει, κατά την ανθρώπινη φύση και μέσω αυτής πονάει. Πονάει.. όχι για τον εαυτό του αλλά για τα ανθρώπινα τραύματα… Αυτόν τον οποίο επρόκειτο να αναστήσει, το Λάζαρο, γι’ αυτόν δάκρυσε. Λύγισε από τα δάκρυα της αδελφής του Λαζάρου, φανερώνοντας την ανθρώπινη μυστική διάθεσή Του. Ο Χριστός ως άνθρωπος σταυρώνεται γιατί ως Θεός ήταν αδύνατο να πεθάνει γιατί ήταν ελεύθερος από το πάθος και τη φύση, τον θάνατο. Ως άνθρωπος εδειλίασε. Αυτά είναι τα πάθη της ψυχής.

Αυτά αγαπητοί μου τα επιχειρήματα που αναφέρουν οι επίσκοποι της Αφρικής πρώτος τα είπε ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής στον διάλογό του με τον Πύρρο τον αιρετικό. Πάρα πολλά επιχειρήματα των μελών της Συνόδου τα εξέφρασε πρώτος ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής.

Άρα λέγει ο Άγ. Αμβρόσιος είναι διαφορετικό το θείο θέλημα από το ανθρώπινο.

Έπειτα οι επίσκοποι της Αφρικής παραθέτουν επιχειρήματα από τον Άγιο Αυγουστίνου. Εμείς θα πούμε το ένα από τα δύο πατερικά χωρία.

1)Άγ. Αυγουστίνους[66]:  Οι άνθρωποι δεν θα πρέπει να απελπίζονται, αφού μπορούν κατά χάρη να γίνουν υιοί Θεού, καθ’ όσον ο Υιός του Θεού «ἔγινε σάρκα καί ἔμεινε ἀνάμεσά μας»[67]. Μπορούν λοιπόν να αποδώσουν σ’ Αυτόν την αμοιβή, να μεταμορφωθούν και να κατοικήσουν μέσα σ’ Αυτόν ο οποίος έγινε άνθρωπος  και «κατοίκησε ἀνάμεσά μας». Δεν είναι λοιπόν αδύνατη στους ανθρώπους η μέθεξη του Λόγου, αφού μπορούν, ενώ είναι άνθρωποι να γίνουν κατά χάριν υιοί του Θεού, καθ’  όσον ο Υιός του Θεού με την πρόσληψη της σάρκας έγινε υιός του ανθρώπου.

Οι άνθρωποι επειδή είναι τρεπτοί ως προς το φρόνημα, γίνονται μέτοχοι του Λόγου με την αλλοίωση του χειροτέρου προς το καλύτερο. Ο δε Λόγος όντας άτρεπτος πάντοτε ως προς τη φύση, κατ’ ουδένα τρόπο έγινε άνθρωπος με μεταβολή προς το χειρότερο και χωρίς να έχει ψυχή. Δεν συνέβη, ασφαλώς αυτό που υποστηρίζουν οι αιρετικοί, δηλ, οι Απολιναριστές, ότι ο Χριστός ο Θεός, έγινε άνθρωπος χωρίς να έχει ψυχή ή νόηση ή θέλημα[68], επειδή παρερμηνεύουν το γραφέν Ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο. Γι’ αυτό μετά από την παράθεση των πατερικών χωρίων στην επιστολή των επισκόπων της Αφρικής προς τον αιρετικό Παύλο Κωνσταντινουπόλεως απορούσαν με την επιμονή των αιρετικών πως επιμέναν.

Στην συνέχεια παρατίθεται η επιστολή του Καρθαγένης Βίκτωρα[69]. Ο Βίκτωρ γράφει ότι είχε βρεθεί αντιμέτωπος με την οδύνη των χριστιανών. Οι Εκκλησίες του Θεού συνταράσσονται τόσο, που δεν μπορεί να ανεχθεί τους οδυρμούς των χριστιανών και τους στεναγμούς των επισκόπων. Έτσι στρέφεται εναντίον του ‘’Τύπου’’ και της ‘’Εκθέσεως’’. Δίνει ορθή ομολογία και ζητάει από τον Πάπα να καθαιρέσει τους αιρετικούς.

Γιατί αγαπητοί μου λέμε όλες αυτές τις επιστολές; Διότι ενισχύεται η δύναμη των πραττομένων στο Λατερανό αφού οι τοπικές Εκκλησίες αντιδρούν και αυτές.

Στην Τρίτη Συνεδρία (17 Οκτωβρίου 649) εξετάζονται τα κείμενα των αιρετικών. Εμείς θα κάνουμε μία επιλογή από κάθε έναν αιρετικό.

Θεόδωρος Φαράν:

1)Κάθε τι που έχει εξιστορηθεί (στα Ευαγγέλια), ότι είπε ή έπραξε ο Κύριος, το είπε και το έπραξε δια του νού και των αισθήσεων, δηλ. των αισθητηρίων οργάνων. Αυτός ο ίδιος ως όλος και ένας είπε τα πάντα με μία ενέργεια του Λόγου, του νού, του αισθητικού και οργανικού σώματος[70].

Ο Λόγος κινεί τις πράξεις και τα λόγια του Χριστού. Ο Χριστός είχε μία ενέργεια.

Άρα αν ισχύει το προηγούμενο τότε πρέπει και η γέννηση από την Παρθένο είναι ίδια με την εκ Πατρός. Ο Θεός δεν σαρκώθηκε δηλαδή αληθινά αλλά ήταν φάντασμα. Ο Άγιος όμως Κύριλλος λέει ότι ο Κύριος γεννήθηκε κατά σάρκα από την Παρθένο[71]

2) Επειδή κατά θεία και σοφωτάτη οικονομία (ο Χριστός) είχε τον ύπνο, τον κάματο, την πείνα, τη δίψα και τα εκδήλωνε όποτε ήθελε, για το λόγο αυτό δίκαια αποδίδουμε την κίνηση ή την ηρεμία στην ενέργεια του Λόγου και συνεπώς δεχόμαστε μία ενέργεια του ενός και του αυτού Χριστού[72].

Γράφει δηλαδή ότι η μία ενέργεια του Χριστού, η ενέργεια του Θεού Λόγου κινεί και τα αδιάβλητα πάθη. Ακόμη λέει και κάποια επιχειρήματα με το ίδιο συμπέρασμα.

Εδώ κηρύττει τον Θεό κτίσμα αφού μπερδεύει τις θείες με τις ανθρώπινες ενέργειες.

2-3) Ο  Κύρος στην συμφωνία με τους Θεοδοσιανούς αιρετικούς αλλοίωσε το χωρίο του Αγ. Διονυσίου που λέει «καινήν τινα την θεανδρικήν ἐνέργειαν ἡμῖν πολιτευσάμενος»[73] ο μεν Κύρος αντί του «καινήν» χρησιμοποίησε «μίαν» και ο 3)Σέργιος αφαίρεσε την λέξη «θεανδρικήν» που σημαίνει δύο ενέργειες των δύο φύσεων κατά τον Άγιο Μαρτίνο αλλά και που τονίζει την τέλεια ένωση των φύσεων στον ένα Χριστό και ότι κάθε μία ενεργούσε κατ’ επαλλαγήν[74]. Έπειτα ο Άγιος Μαρτίνος κάνοντας υπόθεση ότι αποδεχόμαστε μια ενέργεια λέει ότι αυτή θα επιφέρει σύγχυση και διαίρεση και πολυθεΐα στην Αγία Τριάδα. Τα ίδια επιχειρήματα λέει και ο Άγιος Μάξιμος στον Διάλογό του με τον Πύρρο.  

Τέταρτη Συνεδρία.

Το κείμενο της ’’Έκθεσις’’ συνιστά καθ’ ολοκληρίαν ομολογιακό κείμενο σε πέντε κεφάλαια που το τρίτο, το τέταρτο και το πέμπτο περιέχουν το ζήτημα των ενεργειών και των θελημάτων  στο Χριστό, τη συμφωνία της διδασκαλίας για ένα θέλημα και μία ενέργεια στο Χριστό σύμφωνα με τις Οικουμενικές Συνόδους και τους Πατέρες, και στο τέλος η προτροπή για την αποδοχή αυτών των αιρετικών απόψεων. Η συζήτηση για μία ή δύο ενέργειες διαπιστώνει η ‘’Έκθεση’’, προκαλούσε σοβαρές ενστάσεις και στις δύο πλευρές. Η μία ενέργεια γίνεται αποδεκτή από κάποιους Πατέρες. Παρόμοια και η ρήση για τις δύο ενέργειες σκανδαλίζει πολλούς, επειδή δεν έχει διατυπωθεί ευθαρσώς από κάποιους πατέρες και γιατί αυτή η ρήση υποδηλώνει την αντίληψη περί υπάρξεως δύο θελημάτων που το ένα αντιμάχεται το άλλο. Το μέν θέλημα του Θεού Λόγου είναι να εκπληρωθεί το σωτήριο πάθος, το δε ανθρώπινο θέλημα αντιστέκεται στο θείο και εναντιώνεται σ’ αυτό. Εδώ μεταβάλλεται ο Μονοενεργητισμός σε Μονοθελητισμό. Η αποδοχή δύο θελημάτων εισάγει δύο αντιτιθέμενα θελήματα[75] κάτι που είναι δυσσεβές και ξένο προς τη χριστιανική διδασκαλία[76]. Στην ‘’Έκθεση’’ ομολογείται ένα θέλημα του Χριστού[77]. Προτρέπονται όλοι οι Χριστιανοί να έχουν αυτό το φρόνημα, αυτήν την πίστη. Αυτό το κείμενο το επικύρωσαν  ο Κύρος Αλεξανδρείας και οι Σέργιος και Πύρρος Κωνσταντινουπόλεως.

Κατόπιν στη Σύνοδο του Λατερανού παρατίθενται αποσπάσματα από τα θεσπίσματα των πέντε Οικουμενικών συνόδων τα οποία δεν συμφωνούν με τους αιρετικούς.

4)Ο Παύλος Κωνσταντινουπόλεως έστειλε επιστολή στη Ρώμη που αποδέχεται μόνο ένα θέλημα[78] και συνέταξε τον ‘’Τύπο’’(648)[79], στον οποίο ταυτίζει το καλύτερο με το χειρότερο. Και αυτό δεν είναι σωστό[80] γιατί πρέπει να υπάρχει διάκριση του άγιου με το βέβηλο. Και όχι μόνο αυτό αλλά κάνει λόγο και για μία ή καμία ενέργεια στο Χριστό.

Στην πέμπτη και τελευταία συνεδρία(31 Οκτωβρίου 649) παρατίθενται πατερικά χωρία για τα δύο φυσικά θελήματα του Χριστού. Εδώ θα παρατεθούν λίγα πατερικά χωρία:

Άγ. Iππoλύτου: Ἦταν ὁλόκληρος σέ ὅλα καί παντοῦ, ἐνῶ δέ ἐπλήρωνε τό κάθε τι ἀναφορικά μέ ὅλες τίς ἀέριες οὐράνιες ἀρχές, ἐνεδύθη τη γυμνότητα καί γιά λίγο μέ βοή ζητᾶ να ἀποφύγει τό ποτήριο, γιά νά δείξει ὅτι ἀληθινά ἦταν ἄνθρωπος. Ἐνθυμούμενος ὅμως καί τό σκοπό γιά το ὁποῖο ἀπεστάλη, πραγματοποιεῖ τήν οἰκονομία γιά τήν ὁποία στάλθηκε καί φωνάζει[81], Πατέρα ἄς μη γίνει τό δικό μου θέλημα, τό πνεῦμα εἶναι πρόθυμο, ἡ σάρκα ὅμως ἀσθενής[82].

Η δειλία και ο φόβος του Χριστού πρό του θανάτου αποτελούν εκδηλώσεις της ανθρώπινης φύσης. Ο «πρός ὀλίγοις» φόβος αποδίδεται στη σκοπιμότητα να καταδειχθεί ότι ήταν αληθινός άνθρωπος. Η περαιτέρω συμμόρφωση του Χριστού προς το θέλημα του Πατέρα, είναι επίσης εκδήλωση του ανθρωπίνου θελήματος.

Μ. Αθανασίου 1): Ἀλλά, οὔτε βεβαίως ἀργές οὔτε ἄπρακτες μποροῦν ἀκόμα καί τώρα να νοηθοῦν οἱ θεῖες νοήσεις τοῦ Θεοῦ Λόγου, οὔτε βέβαια τῆς μακαρίας ψυχῆς πού ἑνώθηκε μέ αὐτόν μέ ἄφατο τρόπο, ἐπειδή βεβαίως τό νά μή νοεῖ αὐτή καί τό νά μή θέλει, ἀπειλεῖ (σημαίνει) ἀνυπαρξία[83]. Το χωρίο αποκρούει απολιναριστικές απόψεις σύμφωνα με τις οποίες ο Χριστός δε διέθετε ανθρώπινο νού και ανθρώπινο θέλημα. Η ένωση ανθρωπότητας και θεότητας στο Χριστό δέ σημαίνει ότι ο Λόγος ή ο ανθρώπινος νούς απρακτεί. Γιατί απραξία σημαίνει ανυπαρξία.

2) Διότι ἄν καί ἦταν Θεός, ἐντούτοις μέ σάρκα καί ὡς πρός τή σάρκα ὁλοκληρώνει τήν ὑπακοή, καί τό θέλημα τῆς Θεότητας ὑπερισχύει τοῦ θελήματος τῆς σάρκας, καθώς ἔχει εἴπει ὅτι κατέβηκα ἀπό τον οὐρανό, ὄχι γιά νά κάνω τό δικό μου θέλημα, ἀλλά τό θέλημα τοῦ Πατέρα  μου πού μέ ἀπέστειλε[84], δικό του ὀνομάζοντας τό θέλημα τῆς σάρκας, ἐπειδή καί ἡ σάρκα του ἔγινε δική του[85].

3)Επιφανίου Κύπρου: Καί στή συνέχεια προσθέτει λέγοντας ὅτι, ἐνῶ προσηύχετο, τόν κυρίεψε ἡ ἀγωνία, ὅπως γράφεται στό Κατά Λουκᾶ Εὐαγγέλιο. Ἵδρωσε, λέγει, καί ὁ ἱδρώτας του ἔγινε σταγόνες αἵματος πού ἔπεφταν στή γῆ. Καί φάνηκε ἄγγελος ἐνισχύοντας αὐτόν [86]. Ὥρμησαν δέ ἀμέσως οἱ κυνηγοί τῶν λέξεων, ὡς ἐάν εἶχαν εὕρει πρόφαση ἐνάντια στόν ἐχθρό καί ἐπιτέθηκαν λέγοντας: Βλέπεις ὅτι δέν εἶχε ἀνάγκη καί τή δύναμη τοῦ ἀγγέλου; Ἀσφαλῶς τόν ἐνίσχυσε ὁ ἄγγελος καί το κυρίεψε πράγματι ἡ ἀγωνία. Καί δέ γνωρίζουν ὅτι ἐάν δέν εἶχε ὅλα αὐτά καί ἄν δέν ἔλεγε, «ἄς μή γίνει τό δικό μου θέλημα, ἀλλά τό δικό σου», καί ἐάν δέν ἀγωνιοῦσε καί ἐάν δέν ἵδρωνε τό σῶμα του, τότε θά ἦταν φαντασία ἡ ἔνσαρκη παρουσία τοῦ Χριστοῦ[87].

Στην συνέχεια η Ιερά Σύνοδος παραθέτει πατερικά χωρία τα οποία μιλούν για δύο φυσικές ενέργειες. Εδώ θα παρατεθούν λίγα πατερικά χωρία.

1)Μ. Βασιλείου: Ἔπειτα ὅμως αὐτός ὁ ὁποῖος ἐξετάζει μέ ὀρθή κρίση παρατηρεῖ ὅτι πολλά καί ἀπό τό ἀνθρώπινο μέρος (ὡς ἄνθρωπος) ἐκφράζει. Διότι τό, δῶσε μου νά πιῶ[88] εἶναι φωνή πού ἐκφράζει μιά σωματική ἀνάγκη[89].

Ως άνθρωπος ο Χριστός είχε τα αδιάβλητα πάθη και εκτελούσε τα ανθρώπινα. Ο Χριστός είχε ανθρώπινη ενέργεια. Η θεία ενέργεια στο Χριστό ήταν αδιαμφισβήτητη.

2)Γρηγορίου Νύσσης: Ὅπως λοιπόν δέ γίνεται νά ἀποδώσουμε τά ἰδιώματα τῆς σάρκας στή θεότητα τοῦ Λόγου ὁ ὁποῖος ὑπάρχει προαιωνίως, ἔτσι πάλι οὔτε τά ἰδιώματα τῆς Θεότητας μποροῦμε νά κατανοήσουμε στή φύση τῆς σάρκας. Γι’ αὐτό, ἐφ’ ὅσον εἶναι ἀναμεμειγμένη ἡ διδασκαλία τοῦ Κυρίου μέ τά ὑψηλά καί θεοπρεπῆ καί μέ τά ταπεινά καί ἀνθρώπινα, τό καθένα ἀπό τά ὀνόματα ἀποδίδουμε κατάλληλα σέ καθένα ἀπ’ αὐτά πού κατανοῦνται στό μυστήριο. Τό μέν ἀνθρώπινο ἀποδίδεται στόν ἄνθρωπο, τό δέ ὑψηλό στή Θεότητα[90].

Τα ιδιώματα της κάθε μίας φύσης στο Χριστό είναι διακεκριμένα και δεν μπορούν να συγχέονται, αν και ενεργούνται από το ένα και το αυτό πρόσωπο. Τα της ανθρωπότητας ενεργούνται με την ανθρώπινη ενέργεια ενώ τα τη θεότητας με την θεία.

3)Ιωάννου Σκυθουπόλεως: Βλέπεις ὅτι τοῦ ἑνός καί τοῦ αὐτοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ δύο θεωροῦμε τίς ἐνέργειες τῆς Θεότητάς του καί τῆς ἀνθρωπότητας, (ἑνωμένες) ἀχωρίστως καί ἀναλλοιώτως[91].

Η θεία και η ανθρώπινη ενέργεια είναι μεταξύ τους ενωμένες, καθ’ όν τρόπον και οι φύσεις.

4)Αναστασίου Αντιοχείας: Διότι ὅπως τό νά τρέφεται κάποιος καί νά μεγαλώνει δέν εἶναι γνώρισμα τῆς Θεότητας, ἔτσι καί τό νά ἐγείρει νεκρούς δέν εἶναι τῆς ἀνθρωπότητας. καί τά δύο ὅμως ἀνήκουν σ’αὐτόν στόν ὁποῖο ἡ θεότητα ἑνώθηκε κατάλληλα μέ τήν ἀνθρωπότητά του, ὄχι μέ ἀνάμειξη ἀλλά μετά ἀπό ἀσύγχυτη ἕνωση . Ἐπομένως δύο μέν εἶναι οἱ ἐνέργειες ὅπως καί οἱ φύσεις , ἕνας δέ αὐτός ὁ ὁποῖος ἐνεργεῖ, Θεός καί ἄνθρωπος, ταυτόχρονα ὁ ἴδιος[92].

Ακολούθως η σύνοδος προσκομίζει τα κείμενα των αρχαίων αιρετικών με τους οποίους συμφωνούσαν οι Μονοενεργήτες.

Ο Επίσκοπος Θεόδοτος Καράλεως παραθέτει κορυφαία στοιχεία για τα θελήματα και τις ενέργειες και τις επιπτώσεις- αποκλίσεις αν αποδεχθούμε την μία ενέργεια και το ένα θέλημα.

Κατόπιν ο Άγιος Μαρτίνος παρεμβαίνει για να πεί ότι ο Υιός του Θεού έγινε άνθρωπος και προσέλαβε και το ανθρώπινο θέλημα και την ενέργεια για να θεραπεύσει ολόκληρο τον άνθρωπο, την φύση, το σώμα, την ψυχή, το νού, την ενέργεια, το θέλημα και να τον ανακαινίσει[93]. Την ίδια επιχειρηματολογία χρησιμοποιεί και ο Άγ. Μάξιμος στο διάλογό του με τον Πύρρο[94]. Εάν ο μισός Αδάμ έσφαλε, ήταν μισό και αυτό που είχε προσληφθεί από τον Λόγο και αυτό που εσώθη. Εάν όμως ολόκληρος ο άνθρωπος έσφαλε, ο Λόγος έχει ενωθεί με ολόκληρο το γεννηθέν και ολόκληρο ζώζεται. Ο Χριστός δεν ήταν απίκασμα ή ζωγραφιά ανθρώπου. Αφού ο Χριστός είχε ως άνθρωπος νού, ο δε νούς έχει οπωσδήπωτε κατά τη φύση και το θέλημα. Και θα επαναλάβει την φράση του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού «διό καί θελητικός καί ἐνεργητικός κατά φύσιν ὁ αὐτός ὑπῆρχεν ἐν ἑκατέρᾳ τῶν ἐξ’ ὧν καί ἐν αἷς ἐστιν φύσεων τῆς ἡμῶν σωτηρίας»[95].

Στο τέλος της συνόδου επικυρώνεται ο Όρος της Συνόδου υπό την μορφή 20 κανόνων. Εμείς θα αναφέρουμε μερικούς:

Θ’ κανόνας) Εάν κάποιος δεν ομολογεί σύμφωνα με τους αγίους πατέρες ορθά και αληθινά ότι οι φυσικές ιδιότητες της θεότητας του Χριστού και της ανθρωπότητας διατηρούνται ανελλιπώς σ’ Αυτόν και αμειώτως προς αληθινή επιβεβαίωση ότι είναι ο αυτός τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος ως προς τη φύση, είναι κατάκριτος[96].

I’ κανόνας) Εάν κάποιος δεν ομολογεί σύμφωνα με τους αγίους πατέρες ορθά και αληθινά δύο θελήματα του αυτού και ενός Χριστού του Θεού συμφυώς ενωμένα, το θείο και το ανθρώπινο, επειδή ο αυτός ως προς την κάθε μία από τις δύο φύσεις είναι φύσει θελητικός της σωτηρίας μας, είναι κατάκριτος[97].

ΙΑ΄ κανόνας) Εάν κάποιος δεν ομολογεί σύμφωνα με τους αγίους πατέρες ορθά και αληθινά δύο του αυτού και ενός Χριστού του Θεού τις ενέργειες ενωμένες συμφυώς, και τη θεία και την ανθρώπινη, επειδή ο αυτός ως προς την κάθε μία από τις δύο φύσεις του είναι ενεργητικός της σωτηρίας μας είναι κατάκριτος[98].

ΙΒ’ κανόνας) Εάν κάποιος ομολογεί ακολουθώντας τους εναγείς αιρετικούς μία φύση, ένα θέλημα ή μία ενέργεια της θεότητας και της ανθρωπότητας, πράγμα που οδηγεί στην ανατροπή της διδασκαλίας των αγίων πατέρων, άρνηση δε της (γενομένης) οικονομίας του Σωτήρος για χάρη μας, είναι κατάκριτος[99].

ΙΖ’ κανόνας) Εάν κάποιος σύμφωνα με τους αγίους πατέρες ορθά και αληθινά δεν ομολογεί όλα αυτά που παραδόθηκαν και κηρύχθηκαν από την αγία του Θεού καθολική και αποστολική Εκκλησία, από αυτούς τους αγίους πατέρες και τις έγκριτες Οικουμενικές πέντε Συνόδους, μέχρι και την τελευταία συλλαβή[100] με το λόγο και το φρόνημα είναι κατάκριτος[101].

ΙΗ’ κανόνας) Εάν κάποιος κατά τους αγίους πατέρες σύμφωνα με μας και ομόδοξα με μας δεν απορρίπτει και δεν αναθεματίζει με την ψυχή και με το στόμα όλους τους δυσσωνύμους αιρετικούς τους οποίους απορρίπτει και αναθεματίζει μαζί με όλα τα συγγράμματά τους μέχρι και μιάς οξείας η αγία του Θεού καθολική και αποστολική Εκκλησία, με άλλα λόγια οι άγιες και Οικουμενικές πέντε Σύνοδοι και όλοι οι έγκριτοι πατέρες της Εκκλησίας… οι οποίοι έχουν καταδικασθεί και αποβληθεί από την καθολική Εκκλησία, των οποίων τα δόγματα αποτελούν γεννήματα διαβολικής ενεργείας και αυτούς οι οποίοι φρονούσαν, φρονούν ή θα φρονούν τα ίδια μ’ αυτούς αμετανοήτως μέχρι τέλος, είναι κατάκριτος…[102].

Μετά το τέλος των εργασιών της συνόδου η σύνοδος συντάσσει εγκύκλιο επιστολή[103] με την οποία κοινοποιεί στην οικουμένη ολόκληρη τις αποφάσεις της συνόδου και προτρέπει τους πιστούς να μείνουν πιστοί στη ορθή ομολογία μέχρι τέλους.

Η Σύνοδος του Λατερανού αντιστρατεύθηκε την πολιτική της αυτοκρατορίας. Αυτό είχε ως συνέπεια να αντιδράσει η πολιτική εξουσία της Κωνσταντινούπολης  κατά των Αγίων Μαρτίνου και Μαξίμου. Η αντιπαράθεση αυτή θα τους οδηγήσει στην εξορία και τελικά στο θάνατο. Όμως οι αγώνες των Αγίων αυτών και της Ιεράς Συνόδου ενίσχυσαν την αντίσταση εναντίον της αιρέσεως και τελικά στην κατίσχυση της.  Ο Άγιος Μαρτίνος Πάπας Ρώμης συνελήφθη  στις 17 Ιουνίου του 653, οδηγήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και φυλακίσθηκε. Τον Μάρτιο του 654 ο Αγ. Μαρτίνος εξορίσθηκε στη Χερσώνα της Κριμαίας όπου τελικά πέθανε κάτω από άθλιες συνθήκες το Σεπτέμβριο του 655. Παρόμοια τύχη με τον πάπα Μαρτίνο είχε και ο Άγ. Μάξιμος, ο οποίος τον Μάϊο του 655 οδηγήθηκε σε δίκη. Ξανά δικάζεται στη Βιζύη μετά από έναν χρόνο 656. Το 662 τον οδήγησαν πίσω στην Κωνσταντινούπολη όπου αφόρισαν τους Αγίους Μάξιμο ομολογητή, Μαρτίνο πάπα Ρώμης και Σωφρόνιο Ιεροσολύμων. Τέλος ακολούθησε ο ακρωτηριασμός του Αγίου Μαξίμου, του, απέκοψαν το δεξιό χέρι και την γλώσσα για τιμωρία αλλά ο Χριστός τον έκανε να ομολογεί τα ορθά δόγματα, να ομιλεί δηλαδή και χωρίς την γλώσσα του. Τον έστειλαν εξορία στην Κοχλίδα τον Ιούνιο του 662, ενώ μετά από δύο μήνες πέθανε εκεί στις 13 Αυγούστου του 662. Η αλλαγή της εκκλησιαστικής πολιτικής θα οδηγήσει στη σύγκλιση της ΣΤ’ Οικουμενικής Συνόδου που θα καταδικάσει την ίδια αίρεση με κύρος οικουμενικό.   

 Είδαμε αγαπητοί μου, με την δυνατή συντομία, τους αγώνες των Αγίων και των λοιπών πατέρων της περιόδου εκείνης, πολλοί των οποίων αξιώθηκαν μέχρι και θάνατο υπέρ της ευσεβείας, καί της ορθής διδασκαλίας και μας άφησαν την ορθόδοξη πίστη ακεραία, ως κληρονομιά αλλά και ως παιδαγωγία. 

Ας παρακαλέσουμε με θέρμη ψυχής, τον σωτήρα μας  Κύριο, και την Παναγία μητέρα του, και με τις ευχές του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου μας, να μας αξιώνει να κρατούμε και εμείς όπως εκείνοι την ορθή ομολογία και την πίστη αλλά και την άμεμπτη πολιτεία τους, ώστε να αναδεικνυόμαστε  μιμητές τους μέχρι το τέλος της προσκαίρου ζωής μας. Αμήν 

[1] Τα πρακτικά της συνόδου εξέδωσε σε κριτική έκδοση ο R. Riedinger. Η νεώτερη αυτή έκδοση χρησιμοποιείται στην παρούσα εργασία: Acta Conciliorum Oecumenicorum, Series Secunda, Volumen Primum: Concilium Lateranense a. 649 celebratum, Berlin 1984. Ο ίδιος εξέδωσε σε δύο τόμους και τα πρακτικά της Στ’ Οικουμενικής Συνόδου: Acta Conciliorum Oecumenicorum, Series Secunda, Volumen Secundum, Pars Prima et Secunda: Concilium Universale Constantinopolitanum Tertium, Berlin 1990 και 1992.

[2] Για μια αναλυτική έκθεση της πολιτικής κατάστασης της αυτοκρατορίας στις αρχές του 7. αιώνα, την Εξαρχία της Ιταλίας και της Αφρικής, καθώς και για τις εξουσίες του Εξάρχου, Βλ. Ανδ. Στράτος, Τό Βυζάντιον στον ζ’ αιώνα, τόμ. Α’, Αθῆναι 1965, σσ. 84-86 και 89-90.

[3] Βλ. Ανδρ. Στράτος, Τό Βυζάντιον στόν ζ’ αἰῶνα, Α’. σ. 159.

[4] Το ίδιο, όπου παρ.  σσ. 160-162.

[5] Το ίδιο, όπου παρ. σσ. 194-225.

[6] Τις θεολογικές γνώσεις του Ηρακλείου αξιολογεί θετικά ο πατριάρχης Σέργιος σε επιστολή του προς τον πάπα Ονώριο χρονολογούμενη περί το τέλος του 633-αρχές του 634 που ανεγνώσθη στη 12η συνεδρίαση της Στ’ Οικουμεικής Συνόδου Βλ. ACO II/ 2, 534: … μετά γάρ τῶν ἄλλων τοῦ Θεοῦ χαρισμάτων καί τήν τῶν θείων δογμάτων καταπλουτεῖν ἔλαχε γνώσιν… .

[7] PG. 89, 1159 CD: Ὁ δέ Κωνσταντινουπόλεως Σέργιος, ἅτε δή Συρογενής ὑπάρχων, ὡς δή λόγος, καί γονέων Ἰακωβιτῶν ἔγγονος…

[8] PG. 91, 287 A-  353B.

[9] PG. 91, 333A.

[10] PG. 91, 49C και 52A.

[11] ACO II/1, 57, 37.

[12] ACO/ 1, 120, 1-124, 7.

[13] ACO 11/ 2, 586, 5-8.

[14] ACO II/2, 542, 7-8.

[15] Η συνοδική επιστολή ανεγνώσθη κατά την 11η συνεδρίαση της Στ’ Οικουμενικής Συνόδου (20.3.681). Βλ. ACO II/2, 4210, 13-494.

[16] ACO II/2, 444, 21.

[17] ACO II/2, 448, 2-3… καί τῆς μιᾶς αὐτοῦ συνθέτου καί μοναδικῆς ὑποστάσεως, ὅς σεσαρκωμένος τοῦ Θεοῦ λόγος ἐτύγχανεν…

[18] ACO II/2, 442, 14-20.

[19] ACO II/2, 444, 10-13.

[20] ACO II/2, 446, 113.

[21] ACO II/2, 448, 12.

[22] ACO II/2, 444, 21: … ἑκατέραν φυσικήν ὁμολογοῦμεν ἐνέργειαν…

[23] Το ίδιο σελ. 446, 13-14 στίχους.

[24] Το ίδιο σελ. 168, 3-170

[25] ACO II/2, 544, 2-4. Και ACO II/2, 218, 1-230, 26.

[26] ACO II/1, 3338, 16-22. ACO II/2, 110, 8f.

[27] ACO II/1, 196, 16-204, 8.

[28] ACO II/ 1, 208, 3-210, 15.

[29] όπως την χαρακτηρίζει και ο Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος στην δογματική του.

[30] ACO II/ 1, 10, 11-12: τόν τε δόξης καί τῆς καυχήσεως ἀναδήσηται στέφανον, ὡς εὐσεβείας συνήγορος ἀληθής καί ὑπέρμαχος.

[31] Λουκ. 2, 8.

[32] ACO II / 1, 10, 24-25.

[33] ACO II/ 1, 10, 40: δέον γάρ αὐτούς καί φανερῶς ἐξειπεῖν.

[34] ACO II/ 1, 12, 3-5.

[35] ACO II/ 2, 592, 6

[36] ACO II/ 1, 12, 21-23. Βλ. PG 29, 676 A και PG 32, 105 B.

[37] ACO II/ 1, 24, 11-12.

[38] ACO II/1, 26, 11-13.

[39] ACO II/ 1, 26, 19-23.

[40] ACO II/ 1, 28, 5-7.

[41] ACO II / 1, 38, 27-29.

[42] ACO II/ 1, 40, 14-16.

[43] ACO II/ 1, 40, 20-21.

[44] ACO II/ 1, 40, 25-27: ἔλαβε μέν καί ἔστησεν ἐμέ τόν ἀνάξιον ἐν τῷ ἁγίῳ κρανίῳ, ἔνθα δι’ ἡμᾶς ἑκουσίως αὐτός ὑπέρ ἡμᾶς φύσει θεός, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός σταυρωθῆναι σαρκί κατηξίωσε, καί ἐκεῖ συνέδησέ με δεσμοῖς ἀλύτοις

[45] ACO II/ 1, 40, 28-36.

[46] ACO II / 1, 50, 1-7.

[47] ACO II/ 1, 52, 41-54, 2.

[48] ACO II/ 1, 54-58.

[49] Το ίδιο στίχοι 15-16.

[50] ACO II/ 1, 62, 14-16.

[51] ACO II/ 1, 82, 25- 26.

[52] Το ίδιο 82, 27-30.

[53] PL. 16, 591 A B .

[54] Ιω. 13, 37.

[55] Ιω. 12, 27.

[56] Ματθ. 26, 39.

[57] PL. 16, 592B- 593A.

[58] Ψαλμ. 36, 9.

[59] Ψαλ. 53, 8.

[60] ACO II/ 1, 86, 10-11: ἕν γάρ ἐστι ἀμφοτέρων τό θέλημα.

[61] ΜΑτθ. 8, 2-3.

[62] Ιω. 16, 15.

[63]ACO II/ 1, 86, 19: ἐπειδή ἔνθα ἡ αὐτή καί μία ἐνέργεια, ἕν ὑπάρχει κατά φύσιν τό θέλημα.

[64]ACO II/ 1, 86, 20-21: ἕτερον οὖν τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, και ἕτερον τό τοῦ ἀνθρώπου κατά φύσιν ἐστίν.

[65] Ματθ. 26, 39.

[66] Προς Ονοράτον Επιστολή PL. 33, 542, 543.

[67] Ιω. 1, 14.

[68] ACO II / 1, 90, 19-21:ἀλλ’ οὐδέ δίχα ψυχῆς. Οὐ γάρ, καθώς οἱ αἱρετικοί φασίν ἤγουν οἱ Ἀπολιναρισταί, Χριστός ὁ Θεός ἡμῶν ἄνθρωπος γέγονε, ψυχήν οὐκ ἔχων ἤ νόησιν ἤ θέλησιν.

[69] ACO II/ 1, 99, 6-103, 34.

[70] ACO II/ 1, 120, 9-11.

[71] Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Ἐπίλυσις τῶν 12 Κεφαλαίων, Ἀναθεμαστιμός Α, PG. 76, 296 C.Βλ. Στ. Παπαδόπουλος, Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, Αθήνα 2004, σσ. 34-35.

[72] ACO II/ 1, 120, 15-18.

[73] PG 3, 1072BC.

[74] ACO II/ 1, 148, 1012 και 34-36.

[75] ACO II / 1, 160, 17-18.

[76] Πρβλ. Επιστολή Σεργίου προς Ωνώριον, Mansi 11 533 CDE ACO II/ 2, 542, 2-20.

[77] ACO II/ 1, 160, 25-29.

[78] ACO II/ 1, 198, 26-27 και 204, 28-29.

[79] ACO II/ 1, 208, 3 – 210.

[80] ACO II/ 1, 210, 27-29.

[81] ΜΑτθ. 26, 39. Λουκ. 22, 42.

[82] Αγ. Ιππολύτου, περί Πάσχα, PG 10, 846A.

[83] ACO II / 1, 284.

[84] Ιω. 1, 13 και 6, 38.

[85] Αγ. Αθανασίου, Νῦν τετάρακται ἡ καρδία μου, PG 26, 1241D- 1244A. ACO II/2. 660, 10—14.

[86] Λουκ. 22, 43-44.

[87] Αγ. Επιφανίου Κωνσταντίας, Κατά αἱρέσεων, PG 42, 300C.

[88] Ιω. 4, 7.

[89] Αγ. Βασιλείου, Ἐπιστολή πρός τόν ἅγιον Ἀμφιλόχιον, PG 32, 877B.

[90] Ἁγ. Γρηγορίου Νύσσης, Κατά Εὐνομιον Λόγος ΣΤ’, PG 45, 712D- 731A.

[91] Ἁγ. Ιωάννου Σκυθουπόλεως, Κατά Σεβῆρου, F. Diekamp, Doctrina Patrum, 86, XIII.

[92] Αγ. Αναστασίου Αντιοχείας, Ἀπολογία ὑπέρ τοῦ τόμου τοῦ Πάπα Λέοντος, Πρβλ. Mansi 11, 437B. ACO II / 1, 314.

[93] ACO II / 1, 362, 4-6.

[94] Opusk. 3.

[95] ACO II/ 1, 362, 22-24 και Αγίου Μαξίμου PG. 91, 68C.

[96] ACO II/ 1, 374, 1-8.

[97] ACO II/1, 374, 10-17.

[98] ACO II/1, 374, 19-26.

[99] ACO II/ 1, 374, 28-35.

[100] ACO II/ 1, 378, 1-17.

[101] ACO II/ 1, 378, 19-27.

[102] ACO II/ 1, 378, 19-384, 28.

[103] ACO II/ 1, 404, 1-420, 10.

ΙΩΑΣΑΦ Η ΦΙΛΟΠΟΝΟΣ ΜΕΛΙΣΣΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

 

ΥΠΟ ΤΟΥ ΘΕΟΦΙΛΕΣΤΑΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΠΕΤΡΑΣ ΔΑΒΙΔ
 
«Έρχομαι ταχύ, κράτει ό έχεις, ίνα μηδείς λάβη τον στέφανόν σου» (Αποκ.,γ΄,11). «Τω νικώντι δώσω αυτώ του μάννα του κεκρυμμένου, και δώσω αυτώ ψήφον λευκήν, και επί την ψήφον όνομα καινόν γεγραμμένον, ό ουδείς οίδεν ει μη ο λαμβάνων» (Αποκ.,β΄,17).
Ήταν πριν από ένα χρόνο μια παγωμένη ημέρα του Δεκέμβρη, όταν πληροφορηθήκαμε το θλιβερό γεγονός. Πάγωσε μέσα μας η ελπίδα. Μούδιασε το είναι μας. Είναι αλήθεια, πως ο βασιλώνυμος Ιωάσαφ, ο φέρων το όνομα του βασιλογόνου Αγίου του, όλες τις προηγούμενες ημέρες εβάδιζε σιγά-σιγά προς τον θάνατο, πλησίαζε αργά αλλά σταθερά προς το τέλος του. Προς την έξοδο από την πρόσκαιρη τούτη ζωή. Ένα τέλος όμως και μία έξοδος, που του άνοιγε το δρόμο για την αιωνιότητα και γινότανε αρχή μυστική μιας άλλης διάρκειας, διηνεκούς και ακαταπαύστου, εντός της οποίας θα λάμβανε σάρκα και οστά το ιερό όνειρο της ψυχής του, ένα όνειρο που εφλέγετο, εφωτίζετο και ελαμπρύνετο από τα απαστράπτοντα αγαθά του Παραδείσου.
Αλήθεια τι μεγαλείο, τι μεγαλειώδες μυστήριο, όταν η ψυχή χωριζομένη εκ του σώματος, υπάγει εις συνάντησιν του Δημιουργού της! Δια τούτο άλλωστε υπογραμμίζει και ο υμνωδός της Εκκλησίας, ότι είναι «μακαρία η οδός ή πορεύη σήμερον αδελφέ, ότι ητοιμάσθη σοι τόπος αναπαύσεως». Ποία λόγια φθαρτά, λόγια που καίγονται στην πρώτη φλόγα, μπορούνε να χωρέσουνε το μεγαλείο εκείνης της στιγμής; Και όντως δεν υπάρχουνε τέτοια λόγια! Δια τούτο… Σιγή! Έτσι υποδέχθηκαν την είδηση της κοιμήσεώς του, οι πατέρες και αδελφοί του, οι πιστοί και εκείνοι που αγαπούσαν τον πατέρα Ιωάσαφ.
Άλλωστε αυτό ήταν το δεύτερο χτύπημα για την καταπονημένη, εξουθενωμένη και ταλαιπωρημένη από τα κρούσματα και τις απώλειες αδελφότητα της Ιεράς Μονής του Αδελφοθέου και το δοκιμαζόμενο πλήρωμα της Εκκλησίας, μετά τον αδόκητο θάνατο του αγαπητού θεοφιλεστάτου Χριστουπόλεως Ιακώβου. Οι στιγμές εκείνες ήταν άχρονες, αφού μέσα από την σιωπή της προσευχής, υπερέβαιναν τη χρονική διάσταση του παρόντος βίου και εισέρχονταν στον ανέσπερο χρόνο της αιωνιότητος, τον χρόνο της ογδόης ημέρας. Και η ευχή όλων ανέβαινε ψηλά, πυροδοτούμενη από την εσώτερη επιθυμία της ψυχής των, που λαχταρούσε να γευθεί, κάτι από το μεγαλείο που ζούσε πλέον ο χαριτωμένος Ιωάσαφ.
Και η αλήθεια είναι, ότι ο μακαριστός αδελφός μας δεν κοπίασε λίγο, προκειμένου να ετοιμάσει εαυτόν για την Βασιλεία των ουρανών. Ως μοναχός και μέλος της αδελφότητος του Αγίου Ιακώβου, ήταν άψογος στα μοναχικά του καθήκοντα, επιμελής και συνεπής σε αυτά, ενώ δεν απείχε καθόλου από τον χαρακτηρισμό του φιλακόλουθου, καθώς συμμετείχε, όταν μπορούσε σε όλες σχεδόν τις ακολουθίες, δίχως να απουσιάζει εύκολα σε καμία από αυτές. Ένας τομέας στον οποίον εξόχως διεκρίνετο, ήταν αυτός της εγκρατείας και της νηστείας. Ο Ιωάσαφ καλλιεργούσε την εγκράτεια, σημειώνοντας κυριαρχικές επιδόσεις επί των ορέξεών του και μπορούσε να είναι, όταν το αποφάσιζε, αήττητος κυριολεκτικά νηστευτής, μένοντας άσιτος για πολλές ημέρες, χωρίς να βάζει όλο αυτό το διάστημα σχεδόν τίποτα στο στόμα του.
Εκείνο όμως που καθόριζε πραγματικά την προσωπικότητα και τον χαρακτήρα του μακαριστού, ήταν η έφεσή του για την ησυχία. Αγαπούσε ιδιαίτερα την ησυχία και την μόνωση και ωσάν τον άγιο Γρηγόριο τον θεολόγο, απέφευγε όσο μπορούσε την πολυκοσμία και τον θόρυβο, χωρίς ωστόσο να αποστασιοποιείται από τα κοινά και να οδηγείται στην αυτοαπομόνωση. Αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίον, όταν του ζητήθηκε να γίνει ιερέας, παρεκάλεσε τον Γέροντα να λειτουργεί μόνο στο μοναστήρι, και όχι σε κάποια ενορία στον κόσμο.
Έτσι λοιπόν μέσα στην γαλήνη και την ηρεμία του μοναστηριού και του κελιού του, ο φιλήσυχος Ιωάσαφ, μόνος τω Θεώ Μόνω, καλλιεργούσε όσο πιο έντονα μπορούσε την προσευχή και την μελέτη, σε τέτοιο βαθμό, ώστε να θερμαίνεται η καρδιά του και να ανάβει μέσα του το πυρ της αγάπης του Χριστού, που διαπερνούσε με τις θεϊκές του ακτίνες την διψασμένη για τα άνω ψυχή του και την πλημμύριζε με την έκσταση της ουρανίου χαράς και το διάχυτον φως της γαλήνιας ευφροσύνης του Παραδείσου. Ιδιαιτέρως παρακαλούσε την Παναγία, να σμιλεύσει με την θεομητορική της καλαισθησία στο τέμενος της επιθυμίας του, την μυστική έλξη για τον ωραίο κάλλει παρά τους υιούς των ανθρώπων.
Δια τούτο ο πατήρ Ιωάσαφ ήταν κατ’εξοχήν χαρωπός και γαλήνιος άνθρωπος. Το καταλάβαινε εύκολα κανείς όταν συναναστρεφόταν μαζί του. Είχε μέσα του την αναφαίρετη χαρά του Κυρίου, που επήγαζε από τη συχνή επικοινωνία του με τον Βασιλέα της ειρήνης. Ακόμα και όταν το καθήκον τον καλούσε να βρεθεί στην θορυβώδη και πολύβουη ατμόσφαιρα των πόλεων, κατάφερνε κατά το μάλλον ή ήττον να γίνεται έντονος συνομιλητής του ουρανού και να είναι έτσι ένας ησυχαστής στους «ερημικούς» κόσμους των μεγαλουπόλεων.
Από εκεί και πέρα, ασφαλώς ο εκλιπών πνευματικός μας αδελφός δεν θα μπορούσε να υστερεί στην αρετή της υπακοής, η οποία κατέχει νευραλγική θέση και είναι μείζονος και πρωταρχικής σημασίας σε ό,τι αφορά τις προτεραιότητες ενός μοναχού. Ως γνήσιο τέκνο της υπακοής, τα πήγαινε άψογα και διατηρούσε άριστες σχέσεις, τόσο με τον Γέροντά μας και ιδρυτή της αδελφότητος και της Ιεράς Μονής του Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου, Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπό μας Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Μακάριο, όσο και με τον νυν Καθηγούμενο Του μοναστηριού, θεοφιλέστατο επίσκοπο Περιστεράς κ Μακάριο.
Έχοντας λάβει στη μοναχική του βιοτή τις σωστές αρχές, που χρειάζεται ένας υποτακτικός, προκειμένου να κτίσει το πνευματικό του οικοδόμημα εδραίως, επάνω σε στέρεες βάσεις, είχε κατά νουν και εγνώριζε πολύ καλά, ότι η υπακοή συνοδεύεται και φέρει μαζί της παντοτινά ως μόνιμο και αδιαχώριστο σύντροφο, την ευχή του Γέροντα, η οποία σε κάθε περίπτωση, αποτελεί την προϋπόθεση για την κατά Χριστόν πρόοδο του μοναχού.
Είχε λοιπόν ο Ιωάσαφ ισχυράν την πεποίθησιν, πως η ευχή του Γέροντα είναι η ασφάλεια και η σιγουριά των αγωνιζομένων ψυχών, η ασπίδα και η ευλογία του Θεού και ότι τίποτα δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνεται χωρίς αυτήν. Φρόντιζε λοιπόν όλως ιδιαιτέρως να τον σκεπάζει πάντοτε η ευχή του Γέροντα με την υπακοή του, έτσι ώστε να αποφεύγει τον κίνδυνο να ακυρωθεί και να απενεργοποιηθεί μέσα του η χριστοποιός δυνατότητα και προοπτική και η αγιαστική δυναμική, η οποία ενυπάρχει στις Γεροντοκεντρικές καρδιές και εν τέλει να αποτελέσει η ευχή αυτή το κλειδί, που θα του άνοιγε διάπλατα τις θύρες για την Βασιλεία των ουρανών.
Ως εκ τούτου ο φιλάγαθος Χριστός, που έλκεται από το αγαθόν, τον επροίκισε με πολλά φυσικά αλλά και επίκτητα χαρίσματα, στο ήθος, τον χαρακτήρα και τη συμπεριφορά. Ως βαθιά αξιοπρεπής και ευγενική φύση, που σαγηνεύεται από τα υψηλά και τα ωραία, τα λόγια του και τα έργα του ήταν γεμάτα από καλοσύνη και αγάπη για τον πλησίον, κατόρθωμα που είχε επιτύχει, επειδή απλά ο Ιωάσαφ ήταν επιεικής και μεγαλόκαρδος απέναντι στον συνάνθρωπό του. Ήταν αυτό που λέμε «έξω καρδιά». Όλοι τον αγαπούσαν και χαίρονταν την επικοινωνία και συνομιλία μαζί του, διότι έβλεπαν μπροστά τους και είχαν ενώπιόν τους έναν ιερομόναχο, που διακρινόταν για την απλότητα, τη σεμνότητα και την ταπεινότητά του.
Για τον ίδιο, όλοι οι πλησίον του, οι συμμοναστές του και το πλήρωμα της Εκκλησίας, κληρικοί και λαϊκοί, ήταν οι εν Χριστώ αδελφοί του. Κανένας δεν είχε παράπονο από την παρουσία του και τη συναναστροφή μαζί του. Φιλάδελφος και αλληλέγγυος προς πάντας, έτοιμος να βοηθήσει όποιον είχε ανάγκη, πονετικός και γεμάτος ενδιαφέρον και φροντίδα, προς τους κλαίοντας και θλιβομένους, που χρειάζονταν έναν λόγο παρακλήσεως και παρηγοριάς. Γαλήνιος και ήρεμος στη συμπεριφορά του, νηφάλιος και ήπιος στη διάθεσή του και τον τρόπο με τον οποίο σε προσέγγιζε, χαρακτηριστικά γνωρίσματα με τα οποία σε ενέπνεε και σε κέρδιζε από την πρώτη στιγμή, κυρίως εάν είχες ανάγκη να αποδράσεις από τις εντάσεις και τους θορύβους, τα άγχη και την ταραχή της κοσμικής ζωής.
Ο πατήρ Ιωάσαφ ήταν ένας ειλικρινής και αυθεντικός άνθρωπος, ο οποίος δεν είχε τίποτα το ψεύτικο επάνω του, αλλά διέθετε καθαρή καρδιά, καθαρή από την μισαδελφία, την κακία, την πονηρία και την υπερηφάνεια. Δια τούτο ο Κύριος και Μέγας Αρχιθύτης Ιησούς, προσβλέποντας στην καθαρότητα της καρδιάς του, δεν θα μπορούσε παρά να τον τιμήσει με την προσηγορία και το αξίωμα του πρεσβυτέρου. Έτσι λοιπόν ο μακαριστός, ανεδείχθη με τη θεϊκή και πυρφόρο χάρη του Αγίου Πνεύματος, σε ιερουργό του Λόγου της αληθείας, προσφέροντας «δώρα τε και θυσίας πνευματικάς», κυρίως στο θυσιαστήριο της Ιεράς μονής του Αγίου Ιακώβου, καθώς και των δύο μετοχίων της, της Παντανάσσης στην Περιστερά και του Αγίου Νικολάου στις Σέρρες.
Οι ως άνω μοναστικές αδελφότητες όπου λειτουργούσε συνήθως ο αείμνηστος, ευφραίνονταν και έχαιραν, για το ότι τις είχε αξιώσει ο Θεός να διαθέτουν ως εφημέριο, έναν ιερομόναχο, που αγωνιζόταν και φρόντιζε επιμελώς να καταστεί και να είναι άξιος παραστάτης του ιερού θυσιαστηρίου. Όταν ιερουργούσε και λειτουργούσε ο εκλιπών αδελφός μας, είχε στάση υποδειγματική και κινήσεις ιεροπρεπείς και μετρημένες, έχοντας πλήρη συναίσθηση και συνείδηση της ιερότητος του χώρου και της μεγαλοσύνης και μεγαλοπρέπειας του φοβερού Θεού, τον οποίον ελάτρευε.
Μέσα σε αυτήν την κατανυκτική ατμόσφαιρα, παρακαλούσε και ικέτευε θερμώς τον νοητόν Ήλιον της Δικαιοσύνης Χριστόν, να εισέλθει εις το είναι του, προκειμένου να ανατείλει και να αναδυθεί στον ουρανό της ψυχής του, η ροδοδάκτυλη αυγή της μυστικής ημέρας της Βασιλείας του Κυρίου και να καταστεί έτσι ο ίδιος, πιστός υπηρέτης του Δεσπότου Ιησού καθώς επίσης-γιατί όχι-και μύστης ουρανίων και λανθανόντων μυστηρίων, ενός άλλου κόσμου αοράτου και μυστικού, ασυγκρίτως πιο θελκτικού και σαγηνευτικού από τον παρόντα.
Σε ότι αφορά τα διακονήματα του μοναστηριού και όχι μόνον, ο μακαριστός Ιωάσαφ ήταν ένας ακαταπόνητος εργάτης, που συμμετείχε σε πολλά από αυτά και αναλάμβανε να διακονήσει το μοναστήρι και την Εκκλησία γενικότερα, με πολύ όρεξη για δουλειά, δίχως να υπολογίζει την ευτέλεια ή να τρομάζει από τη δυσκολία του διακονήματος και της εργασίας, που είχε αναλάβει. Με ιδιαίτερο ζήλο μάλιστα συμμετείχε και πρωταγωνίστησε με τους λοιπούς πατέρες στις εργασίες για την ανοικοδόμηση του περικαλλούς ναού του μοναστηριού, του Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου, τον οποίον οραματιζόταν, ονειρευόταν και επιθυμούσε, ολόκληρη η αδελφότητα. Δεν υπολόγιζε την κούραση και τον κόπο και δεν έδιδε «ύπνον τοις οφθαλμοίς του και τοις βλεφάροις του νυσταγμόν και ανάπαυσιν τοις κροτάφοις του, έως ου εύρη τόπον τω Κυρίω, σκήνωμα τω Θεώ Ιακώβ», διότι όπως λέγει ο ψαλμωδός, ο ζήλος για τον οίκο του Θεού, είχε πυρπολήσει και καταφάγει την ύπαρξή του.
Ενδεικτικά αναφέρουμε, ότι εκτός των άλλων, ο αείμνηστος πνευματικός μας αδελφός ήταν καλλιτεχνική φύση, καθώς ήδη από κοσμικός ασχολείτο με την αργυροχοϊα, ενώ ως ρασοφόρος για ένα διάστημα του άρεσε να ζωγραφίζει και είχε ιδιαίτερη έφεση στην αγιογραφία. Με τη βοήθεια αυτής της θαυμάσιας εκκλησιαστικής τέχνης και του θείου ταλάντου με το οποίο τον είχε προικίσει ο Παντοκράτωρ, κατάφερε να εμβαθύνει ακόμη περισσότερο στην προσευχή και την μελέτη των άνω, να δυναμώσει την επικοινωνία του με το θείον και να καταστήσει τη διάνοιά του, καθέδρα ευλογημένων λογισμών, οικητήριον αγαθών νοερών ουσιών και αντιστοίχων ενθυμήσεων και αγγελικόν παλάτιον της δροσοβόλου αύρας του Πνεύματος.
Αγιογραφούσε με ευλάβεια και κατάνυξη τους Αγίους της Εκκλησίας μας, οι οποίοι είναι εικόνες Χριστού, εικόνιζε με ιερόν πόθον την Παναγία, που είναι η κατ’εξοχήν και ασυγκρίτως η πληρέστερη, αρτιότερη και πιο ολοκληρωμένη εικόνα του Χριστού, ενώ δεν παρέλειπε να ιστορεί με θείον έρωτα και τον ίδιον τον Δεσπότην Ιησούν, ο Οποίος είναι εικών ζώσα και χαρακτήρ απαράλλακτος του αοράτου Θεού Πατρός. Ο μακαριστός βασιλώνυμος πατέρας, καθώς ασχολείτο για όλο αυτό το διάστημα με την βυζαντινή ζωγραφική, κατανοούσε, πως αυτή έχει ως σκοπό να ανεβάσει τον άνθρωπο από τα αισθητά στα νοητά, από εκείνα που βλέπουμε με τα υλικά μάτια μας, σε εκείνα που βλέπει, όποιος έχει μάτια πνευματικά, τουτέστιν από τα εφήμερα στα αιώνια.
Και πως η τέχνη αυτή δεν εκφράζει κάτι πρόσκαιρο, μάταιο και ψεύτικο, αλλά τα αεί μένοντα, αμετάβλητα και αληθινά, εκείνα που δεν αλλοιώνονται και δεν μεταβάλλονται ποτέ. Ασφαλώς ο Ιωάσαφ εγνώριζε πολύ καλά και συνειδητοποιούσε ακόμη περισσότερον μέσω της αγιογραφίας, ότι σύμφωνα με τους Πατέρες της Εκκλησίας, δεν εικονίζεται η αόρατος, ακατανόητος και απερίγραπτος Θεότητα, αλλά το εκτύπωμα της ανθρωπίνης μορφής του Κυρίου, η ορατή και περιγραπτή σάρκα του, «καθώς ωράθη επί της γης συν τοις παθήμασιν αυτής».
Ο μακαριστός αδελφός μας όμως δεν έμεινε, ούτε αρκέστηκε μόνο στα παραπάνω. Από κάποιο χρονικό σημείο και μετά, άρχισε να ασχολείται με την τέχνη της μελισσοκομίας και επιδόθηκε σε αυτήν, κάνοντάς την, κύρια εργασία του και το βασικό του διακόνημα. Μαζί με τον πατέρα Φιλάρετο μετέφεραν τα μελίσσια, που είχαν στη διάθεσή τους σε διάφορες εξοχές και δάση της Ελλάδος για να συλλέγουν από τα άνθη το απαραίτητο νέκταρ, που γινόταν το υλικό με το οποίο στη συνέχεια οι πατέρες παρασκεύαζαν τα θαυμάσια και εξαιρετικά μελισσοκομικά προϊόντα, για τα οποία το μοναστήρι μας, η Ιερά Μονή του Αγίου Ιακώβου Αδελφοθέου στην Περιστερά, έγινε γνωστή ανά την Ελλάδα.
Έχοντας ως παράδειγμα την εργατικότητα, το μεράκι και τη συνέπεια των μελισσών, ο Ιωάσαφ και οι λοιποί πατέρες εργάζονταν με όρεξη, μεράκι και φιλότιμο, δείχνοντας αγάπη και χαρά για αυτό που έκαναν, για αυτό και ο Χριστός ευλογούσε την προσπάθεια και τον κόπο τους, που απέδιδε καρπόν εκατονταπλασίονα. Ήταν μεγάλη ευλογία για τον εκλιπόντα, που ταξίδευε στα δάση και τις εξοχές, τα βουνά και τα λαγκάδια της πατρίδος μας. Εκεί μαζί με την εργασία, ανέπεμπε και θερμή προσευχή, καθώς και ευχαριστιακή δοξολογία προς τον Δομήτορα της κτίσεως, αφού αναγνώριζε πως μέσα στη φύση της οικουμένης όλης, αλλά και όλως ιδιαιτέρως στη φύση της Ελλάδος, υπάρχει ένα μυστήριο, που δίνει μια θρησκευτική συγκίνηση στην ψυχή του ανθρώπου, εκείνου που δεν παραμορφώθηκε από τον σύγχρονο «πολιτισμό». Όλα γύρω τους στην εξοχή ήσαν ευφρόσυνα, αγαθά, αθώα και ευλογημένα.
Έβλεπαν οι δυο πατέρες και θαύμαζαν την απαράμιλλη ομορφιά της πλάσης. Το πράσινο χαλί της φύσεως! Το γαλάζιο του ουρανού και της θάλασσας! Το χρυσαφί του ηλίου! Και αναρωτιόντουσαν για το πόσο πιο μεγάλη θα είναι η απόλαυση της πνευματικής όρασης των σωζομένων στον Παράδεισο. Άκουγαν τα ηδύλαλλα και καλικέλλαδα αηδόνια να κελαηδούν και ετέρποντο από την προσμονή της αγγελικής ψαλμωδίας. Οσφραίνονταν τα θελκτικά αρώματα της φύσεως και ανυπομονούσαν να διαχέονται αιώνια στην όσφρησή τους οι μεθυστικές, άρρητες και εξώκοσμες ευωδίες των παραδείσιων κήπων της Άνω Ιερουσαλήμ. Ο μακαριστός Ιωάσαφ ψηλαφούσε και άγγιζε την τελειότητα της κτίσεως, είχε ως πρότυπό του την αριστοτεχνική και καλλιτεχνική εργασία των μελισσών και αναφωνούσε μέσα από τα εσώψυχά του προς τον Δημιουργόν, Προνοητήν και Κυρίαρχον του σύμπαντος: «Ως εμεγαλύνθη τα έργα σου, Κύριε, πάντα εν σοφία εποίησας, επληρώθη η γη της κτίσεώς σου». (ψ. 103).
Κατά τα άλλα και γενικότερα, ο πατήρ Ιωάσαφ ήταν μία καλλιεργημένη προσωπικότητα, που είχε γνώσεις και μόρφωση, επί πολλών θεμάτων. Ιδιαίτερα όμως του άρεσε να ασχολείται με την ιστορία και είχε πολλές γνώσεις ιστορικές, κατέχοντας ακόμη και αρκετές λεπτομέρειες και διάφορες πληροφορίες, όχι μόνον από την ελληνική ιστορία, αλλά και από την παγκόσμια ευρύτερα. Είχε επίγνωση, του γεγονότος ότι ένας Έλληνας θα πρέπει να γνωρίζει και να μελετάει την ιστορία του τόπου του και όχι μόνον, προκειμένου να είναι σε θέση να αξιοποιεί τα πλούσια και ανεξάντλητα ιστορικά αποθέματα του Ελληνισμού. Επίσης καταλάβαινε πολύ καλά, πως η ιστορία δεν είναι μια απλή επιστήμη, διότι άπτεται της ιστορικής, πολιτιστικής και εθνικής ταυτότητος του κάθε ανθρώπου.
Είχε υπ’όψιν του, ότι πρώτα από όλα, πρέπει να ερευνούμε την ιστορία, όχι απλά για να αποκτούμε εγκυκλοπαιδική γνώση και να γινόμαστε άρτιοι γνωσιολογικά επιστήμονες, μια κινητή βιβλιοθήκη δηλαδή, αλλά πολύ περισσότερο, διότι η ιστορία, μας διδάσκει εκτός των άλλων, να μην επαναλαμβάνουμε τα λάθη του παρελθόντος και ταυτόχρονα διαμορφώνει την εθνική μας μνήμη και την ιστορική μας συνείδηση, για το ποιοι είμαστε, ποιοι είναι οι γύρω μας λαοί, πως φτάσαμε εδώ που φθάσαμε και άλλα πολλά. Η ιστορία για τον μακαριστό, ποτέ δεν έχανε και δεν χάνει την αξία της. Ήταν και είναι βαρυσήμαντη η σπουδαιότητά της. Γι’αυτό και δεν λησμονούσε ποτέ, ότι λαός που ξεχνά την ιστορία του, γίνεται τελικά έρμαιο και εύκολο θήραμα στις διαθέσεις των εχθρών του και των υποτιθέμενων φίλων του, πορεύεται αίωλος και επί ξύλου κρεμάμενος και τελικά ο λαός αυτός είναι καταδικασμένος να οδηγηθεί σταδιακά στην παρακμή και τον αφανισμό.
Αυτό που πάρα πολύ άρεσε στον πατέρα Ιωάσαφ και τον ξεκούραζε πνευματικά και ψυχικά, ήταν το να ταξιδεύει στην Μικρά Ασία. Στον Πόντο, την Καππαδοκία, την Κωνσταντινούπολη και γενικότερα στις αλησμόνητες και αλύτρωτες πατρίδες. Ο ίδιος είχε ρίζες από τη Μικρά Ασία και αγαπούσε ιδιαίτερα να την επισκέπτεται. Ο μακαριστός ήταν ένας θερμός πατριώτης, που αγαπούσε πολύ την Ελλάδα και καθετί ελληνικό.
Ως γνήσιος και φιλόπατρις Ρωμηός, έτρεφε πολύ δυνατά και έντονα συναισθήματα για τις Ρωμαίικες πατρίδες της Ανατολής και αναπολούσε τα μεγαλεία που απολάμβανε σε αυτές τις πατρίδες το Γένος μας, όταν κυριαρχούσε στην ιστορία, η πάλαι ποτέ κραταιά Ορθόδοξη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία της Κωνσταντινουπόλεως. Δεν ξεχνούσε ασφαλώς και τον πόνο τον αβάσταχτο και τη βαθιά οδύνη, που έζησε ο λαός μας με τον αιματοβαμμένο ξεριζωμό του από τις πατρογονικές του εστίες. Ο Ιωάσαφ έβλεπε, πως η Ρωμηοσύνη είναι η πονεμένη Ελλάδα. Η χριστιανική Ελλάδα.
Και πως όπως πολύ ωραία γράφει ο αείμνηστος Φώτης Κόντογλου στην ‘Πονεμένη Ρωμηοσύνη’: «Η αρχαία Ελλάδα μπορεί να ήτανε δοξασμένη και αντρειωμένη, αλλά η καινούρια, η χριστιανική, είναι πιο βαθιά, επειδής ο πόνος είναι ένα πράγμα πιο βαθύ κι από τη δόξα κι από τη χαρά κι από κάθε τι. Οι λαοί που ζούνε με πόνο και με πίστη τυπώνουνε πιο βαθιά τον χαρακτήρα τους στον σκληρό βράχο της ζωής, και σφραγίζονται με μια σφραγίδα που δεν σβήνει από τις συμφορές, αλλά γίνεται πιο άσβηστη. Με μια τέτοια σφραγίδα είναι σφραγισμένη η Ρωμηοσύνη.
Διότι τα έθνη που ξαγοράζουνε κάθε ώρα της ζωής τους με αίμα και μ’αγωνία, πλουτίζονται με πνευματικές χάρες που δεν τις γνωρίζουνε οι καλοπερασμένοι λαοί. Αυτοί απομένουνε φτωχοί από πνευματικούς θησαυρούς κι από ανθρωπιά, γιατί η καλοπέραση κάνει χοντροειδή τον μέσα άνθρωπο. Ενώ ο πόνος κατεργάζεται τους λαούς και τους καθαρίζει, όπως καθαρίζεται το χρυσάφι με φωτιά μέσα στο χωνευτήρι. Για τούτο η πονεμένη Ρωμηοσύνη στολίστηκε με κάποια αμάραντα άνθη, που δεν τ’αξιωθήκανε οι μεγάλοι κι οι τρανοί λαοί της γης.» Και επειδή βασανίσθηκε στο διάβα των αιώνων και βασανίζεται ακόμη και σήμερα, «γι’αυτό και έχει στολισθεί με τη ματωμένη στολή της αφθαρσίας, σε αντίθεση με τους λαούς της Δύσεως και όχι μόνον, που έχουν συνηθίσει να ζουν στην καλοπέραση και την αναισθησία, γυμνοί από κάθε ανθρωπιά και συμπόνοια».
Συνοψίζοντας με ένα λόγο θα λέγαμε, πως ο Ιωάσαφ ήταν για το μοναστήρι του Αδελφοθέου, ότι ήταν ο θεοφιλέστατος Ιάκωβος για την Αρχιεπισκοπή, την Ιερά Σύνοδο και την Εκκλησία της Ελλάδος ευρύτερα. Ο πατήρ Ιωάσαφ ήταν ένας από τους στυλοβάτες και τις κολόνες της Μονής, εκείνος που μαζί με μερικούς ακόμη πατέρες του Αγίου Ιακώβου, βάσταζε στα χέρια του και σήκωνε στους ώμους του, τα πολλά και μεγάλα βάρη της αδελφότητος.
Ως άοκνος και φιλόπονος μέλισσα του Χριστού, υπηρετούσε το μοναστήρι, θεραπεύοντας τις πολυποίκιλες ανάγκες των πατέρων και αδελφών, ενεργώντας πάντοτε με ευχαρίστηση και εσωτερική χαρά και χωρίς ποτέ να γογγύζει ή να διαμαρτύρεται. Και για να παραφράσουμε εκείνο που λέει ωραία η Αποκάλυψη στον επίσκοπο της Εκκλησίας της Φιλαδελφείας, ο εκλιπών είχε γίνει στύλος του Θεού στο μοναστήρι και τον ναόν του μοναστηριού και πλέον δεν εξερχόταν σε ότι αφορά τα όρια δράσεώς του, πέραν από την Μονή του Αδελφοθέου και τα μετόχιά της. «Ποιήσω αυτόν στύλον εν τω ναώ του Θεού μου, και έξω ού μη εξέλθη έτι»(Αποκ.,γ΄,12).
Μένοντας πιστός και συνεπής ισοβίως σε αυτή τη γραμμή πλεύσεως και δράσεως, ο μακαριστός αδελφός μας κράτησε και φύλαξε ως κόρην οφθαλμού, εκείνο που είχε και διέθετε-την καλή πίστη και τα αγαθά έργα- και έτσι ο αγωνοθέτης κύριος, που ήλθε μάλλον γρήγορα για να τον πάρει κοντά του, του χάρισε τον στέφανο της νίκης και βραβεία τα ουράνια, που ετοίμασε γι’αυτόν. Μετά από κόπο, πόνο, δοκιμασίες και θλίψεις πολλών ετών, έφθασε πλέον η ώρα της ανταμοιβής.
Ο Δίκαιος Κριτής Ιησούς Χριστός είναι έτοιμος να χαρίσει στον πατέρα Ιωάσαφ από το μάννα που είναι κρυμμένο στους ουρανούς και είναι άγνωστο στους ανθρώπους του κόσμου. Να του παράσχει την ζωηφόρον κοινωνίαν του ουρανίου Άρτου, του Σώματος και του Αίματος του Θεανθρώπου, την ουράνια τροφή της Βασιλείας Του, που θα του εξασφαλίσει την αθάνατον και μακαρία ζωήν και που η ηδύτητα του γλυκασμού της, θα ενσταλάζεται στην καρδιά του αοιδίμου πατρός και θα συγκλονίζει την ύπαρξίν του με τα ωκεάνεια κύματα της γαλήνιας αβύσσου του Παρακλήτου. Θα του δώσει όμως επιπλέον και ψήφον λευκήν, αθωωτικήν και επάνω στην ψήφο θα είναι γραμμένο ένα νέο όνομα, που θα λάβουν όλοι όσοι καταστούν τέκνα της Βασιλείας και που το όνομα αυτό, δεν θα γνωρίζει κανένας, παρά μόνον εκείνος που το λαμβάνει.
Αξιομακάριστε πατέρα Ιωάσαφ! Με άμεμπτη πολιτεία και ακλινή πίστη, ανεδείχθης τέλειος δούλος Ιησού Χριστού. Τώρα πλέον περιπατείς στις ωραιότατες αυλές της Άνω Ιερουσαλήμ. Σε έναν άπειρο χώρο, που ξεχειλίζει από τον άρρητο πόθο και τη διάπυρη αγάπη προς τον Θεόν και ό,τι του ανήκει. Εκεί ζεις την εύσημον ημέρα του αιωνίου Πάσχα και χαίρεις για την ανέσπερον αυγή της θεοδμήτου Βασιλείας των πνευμάτων. Έχοντας αποκτήσει παρρησίαν ενώπιον του θρόνου της Αγίας Τριάδος, παρακαλώ σε θερμώς, μην ξεχνάς κι εμάς τους ταπεινούς στις προσευχές σου προς Κύριον, έτσι ώστε να καταστούμε και εμείς, ό,τι και εσύ, που πλέον ανήκεις στους ουρανούς, ως πνεύμα περισσώς εξαϋλωμένον, μετάρσιον, μέτοχον θείας δόξης, φως εκ Φωτός, άϋλον φως εξ επουρανίου Φωτός!
Καλή Ανάσταση αδελφέ μου! Να περνάς καλά εκεί που είσαι και να ζεις αιώνια! Αμήν.

Δευτέρα 14η Σεπτεμβρίου. Ἐπί τῇ ἑορτῇ τῆς Παγκοσμίου Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου καί Ζωοποιοῦ Σταυροῦ, πανηγύρισεν ὁ μεγαλοπρεπής ἱερός ναός ἐν Ἀχαρναῖς, κτίτωρ τοῦ ὁποίου ὑπῆρξεν ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Ἀχαρνῶν καί Νέας Ἰωνίας κυρός Ἀθανάσιος. Κατά τήν ἐκκλησιαστικήν τάξιν, ἀφ' ἑσπέρας πραγματοποιήθη ὁ Μέγας Ἑσπερινός καί ἡ Λιτή χοροστατούντος τοῦ Θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου Καισαρείας κ. Τιμοθέου( ὅστις ἐκήρυξε θείο λόγο),  και  ἱερέων τῆς ἱερᾶς  Ἀρχιεπισκοπῆς. Τό δέ πρωΐ τῆς ἑορτίου ἡμέρας προεξῆρχεν τῆς πανηγυρικῆς θείας Λειτουργίας ὁ Μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κ. κ.  Μακαρίου, ἐνῶ ἐκήρυκε τόν θείο λόγο.

Tήν Τετάρτη 27ῃ Αὐγούστου, ἡ Ἐκκλησία μας τιμᾷ τόν Ἅγιον Μεγαλομάρτυρα Φανούριο τόν νεοφανῆ. Ὅθεν ἐπανηγύρισεν ὁ εἱς τήν πόλιν τῶν Σερρῶν ὁμώνυμος Ἱερός Ναός, ἔνθα κατά τήν τάξιν ἀφ΄ ἑσπέρας ἐπραγματοποιήθη ὁ Μεγάλος Ἐσπερινός, χοροστατούντος τοῦ Θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου Πέτρας κ. Δαβίδ. Τό πρωΐ εἰς τήν θείαν Λειτουργίαν πλαισίωσαν τόν Μακαριώτατον Ἀρχιεπίσκοπον, ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κ. Εὐθύμιος, Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Φθιώτιδος καί Θαυμακοῦ κ. Γερόντιος ὡς καί οἱ Θεοφιλέστατοι Ἐπίκοποι Περιστερᾶς κ. Μακάριος, Πέτρας κ. Δαβίδ  καί Χριστουπόλεως κ. Ἰάκωβος. Τόν θείο λόγο κήρυξε ὁ Μακαριώτατος.

Τὴν Κυριακὴ  20 Ἰανουαρίου, τελευταία πρὸ τοῦ Τριωδίου, ἡ Μητρόπολις Θεσσαλονίκης τιμᾷ τὴν μνήμη τοῦ ὁσίου Εὐθυμίου, ἰδιαιτέρως δὲ ἐπειδὴ τὴν ἡμέρα αὐτὴ ὁ Σεβασμιώτατος ποιμενάρχης αὐτῆς κ. Εὐθύμιος ἄγει τὰ ὀνομαστήριά του.

ag eu 5

Πρὸς τούτοις τελέστηκε ἀφ’ ἑσπέρας ὁ πανηγυρικὸς Ἑσπερινός, προεξάρχοντος τοῦ Θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου Καισαρείας κ. Τιμοθέου.

ag eu 1

ag eu 2

ag eu 3

Τὸ πρωΐ τῆς ἑορτῆς τελέστηκε πολυαρχιερατικὸ Συλλείτουργο στὸν καθεδρικὸ μητροπολιτικὸ ναὸ τῆς ὁσίας Εἰρήνης Χρυσοβαλάντου, ὅπου χοροστάτησε στὸν  Ὄρθο καὶ προέστη τῆς θείας Λειτουργίας ὁ Μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καὶ πάσης  Ἑλλάδος κ. Μακάριος, μὲ συλλειτουργούς, πέραν τοῦ ἑορτάζοντος ἐπιχωρίου Μητροπολίτου κ. Εὐθυμίου, τοὺς Σεβασμιωτάτους Μητροπολίτας Γαλλίας κ. Φιλάρετον, Φθιώτιδος καὶ Θαυμακοῦ κ. Γερόντιον, ὡς καὶ τοὺς Θεοφιλεστάτους Ἐπισκόπους Περιστερᾶς κ. Μακάριον, Καισαρείας κ. Τιμόθεον καὶ Λαμπούσης κ. Χρυσόστομον. Ἔλαβαν μέρος ἐπίσης ἱερομόναχοι καὶ πολλοὶ ἱερεῖς διαφόρων ἐνοριῶν, ἔψαλλαν πολυμελεῖς χορωδίες ἱεροψαλτῶν, συμπροσευχήθηκαν γυναικεῖες ἀδελφότητες ἀπὸ τὶς γύρω περιοχές, ἐνῶ ἔλαβε μέρος πλῆθος πιστῶν.

ag eu 4

 

Ἀμέσως μετὰ τὴν ἀνάγνωση τοῦ Εὐαγγελίου, ὁ Μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπος κ. Μακάριος, κήρυξε γιὰ τὸν τιμώμενο ὅσιον Εὐθύμιο ὡς καὶ διὰ τὴν εὐαγγελικὴν περικοπὴν τοῦ Ζακχαίου. Στὴν Ἀπόλυση ὁ Μακαριώτατος εὐλόγησε τὰ κόλλυβα τοῦ Ὁσίου καὶ συνεχάρη τὸν Μητροπολίτη κ. Εὐθύμιο γιὰ τὰ ὀνομαστήριά του, ἐνῶ ἀντιφώνησε εὐχαριστῶν ὁ ἑορτάζων Δεσπότης.

ag eu 6

ag eu 7

Ἀκολούθησε κέρασμα στὸν παρακείμενο μητροπολιτικὸ οἶκο, ὅπου ρασσοφόροι καὶ λαϊκοὶ ἀνέβηκαν γιὰ νὰ εὐχηθοῦν τὰ δέοντα στὸν τιμώμενο Μητροπολίτη τους.

 

Εἰς τὴν πόλιν τῆς Θεσσαλονίκης, ἐπίκεντρον τῆς λαμπρᾶς ἑορτῆς τῶν Ἁγίων Θεοφανείων ἦτο ὁ ἱερὸς ναὸς τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, ὅπου ἐκεῖ ἐτελέσθη ὑπὸ τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης κ. Εὐθυμίου ἡ θεία Λειτουργία τῆς ἐορτῆς ὁμοῦ μετὰ τῆς Ἀκολουθίας τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ. Ἐν συνεχεία σχηματίσθη ἱερὰ λιτανεία, μὲ προεξάρχουσαν τὴν ἱερὰν εἰκόνα τῆς Βαπτίσεως καὶ ἀκολουθοῦντες ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης κ. Εὐθύμιος, ὁ Θεοφιλέστατος Ἐπίσκοπος Περιστερᾶς κ. Μακάριος, ὁ ἱερὸς κλῆρος καὶ πλῆθος πιστοῦ λαοῦ, ποὺ κατευθύνθηκε εἰς τὸν παραθαλάσσιον χῶρον τῆς συμβολῆς τῶν ὁδῶν Πέτρου Συνδίκα καί Μ. Ἀλεξάνδρου, ὅπου πραγματοποιήθη ἡ Κατάδυσις τοῦ Τιμίου Σταυροῦ.

theof thess 01

theof thess 02

theof thess 03

theof thess 04

theof thess 05

theof thess 06

theof thess 07

theof thess 08

theof thess 09

theof thess 10

theof thess 11

 

Αλεξάνδρου – Ελευθερίου Ινεπολόγλου

Φοιτητού Θεολογικής Σχολής Θεσσαλονίκης ΑΠΘ

Η Παιδεια στις Διδαχες

του αγιου Κοσμα του Αιτωλου

 

 


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ…………………………………………………….Σελίδα 3

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Το ιστορικό πλαίσιο της εποχής αγίου Κοσμά του Αιτωλού…………………Σελίδα 4

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

  1. Ο βιος του αγίου Κοσμά του Αιτωλού……………………………………Σελίδα 5
  2. Το έργο του αγίου Πατρός………………………………………………...Σελίδα 8

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

Αποδελτίωση των σχετικών με την Παιδεία χωρίων από τις Διδαχές του αγίου Κοσμά του Αιτωλού………………………………………………………………….Σελίδα 10

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Α. ΠΗΓΕΣ

ΚΑΝΤΙΩΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ (Επισκ.)    Κοσμάς ο Αιτωλός. Αθήναι: εκδ. Ο Σταυρός, 1981.

ΜΕΝΟΥΝΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ,                            Κοσμά του Αιτωλού Διδαχές (και βιογραφία). Αθήνα:εκδ. Τήνος, 1979.

Β. ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ

ΜΑΜΑΣΟΥΛΑ ΜΑΡΙΑ                               Παιδεία και Γλώσσα στον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό. Διδακτορική Διατριβή, Γιάννενα, 2001. (http://thesis.ekt.gr/thesisBookReader/id/13147#page/1/mode/2up)

Αρχιμανδρίτου ΙΑΚΩΒΟΥ ΚΑΝΑΚΗ       Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός για την παιδεία.

                                                                       (https://www.pemptousia.gr/2019/08/o-agios-kosmas-o-etolos-gia-tin-pedia/)

ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΕΚΕΡΗ                                 Ιστορικό της ανακήρυξης του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού «ως Προστάτου της Δασικής Υπηρεσίας της Ελλάδας και των υπαλλήλων αυτής»

                                                                      (https://dasarxeio.com/2016/08/23/34049/)

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Το ιστορικό πλαίσιο της εποχής αγίου Κοσμά του Αιτωλού

Η περίοδος του 17ου αιώνα μ.Χ. βρίσκει την Ελληνική επικράτεια κάτω από τον Τουρκικό Ζύγό. Οι Έλληνες αναγκάζονται να ζουν υποδουλωμένοι στους Οθωμανούς Τούρκους. Αυτό είχε σημαντικές επιπτώσεις. Το Οθωμανικό κράτος είναι πιστό στον Μουσουλμανισμό. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι Χριστιανοί της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας να έρθουν σε δεύτερη μοίρα. Μέσα σε αυτήν την Τουρκοκρατούμενη Ελλάδα, και συγκεκριμένα κατά το έτος 1714, γεννιέται και ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, ο οποίος και αγωνίστηκε για τον Χριστιανισμό και την Ελληνική Παιδεία στην κατεχόμενη από τους Οθωμανούς Τούρκους Ελληνική Επικράτεια.

Ο πατροκοσμάς υπήρξε για την γεννιά του ένας γνήσιος και αληθινός ιεραπόστολος.[1]  Έφερε εις πέρας την εντολή  εκείνη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη» Στον αιώνα αυτόν που έζησε ο Πατροκοσμάς, υπήρξε για τον Χριστιανισμό της Ανατολής αιώνας μεγάλης σημασίας της Ορθοδόξου πίστεως. Οι άρχοντες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όλοι φανατικοί οπαδοί του Κορανίου και του προφήτη Μωάμεθ, πίεζαν τους Χριστιανούς της Αυτοκρατορίας να απαρνηθούν την πίστη τους και να ασπαστούν το Ισλάμ.

Σημαντικό είναι να αναφερθεί βεβαίως και το γεγονός, ότι ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός συνέβαλε σημαντικά στην παιδεία, αλλά και στην ίδρυση σχολείων. Σύμφωνα με τον ίδιο τον Άγιο: το σχολείο είναι ο ναός της αληθινής γνώσης και έτσι μέσα σε αυτό «ιερουργούν» οι εκπαιδευτικοί, όχι σε πέτρινες πλάκες, αλλά στις καρδιές των παιδιών.[2]

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

  1. Ο βιος του αγίου Κοσμά του Αιτωλού

Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός γεννήθηκε κατά το έτος 1714 στο χωριό Μέγα Δένδρο της Αιτωλοακαρνανίας. Εκείνη την περίοδο, η Ελλάδα βρισκόνταν υπό Οθωμανική κατοχή.[3] Το κοσμικό του όνομα ήταν Κώνστας. Πρώτος βιογράφος του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού, είναι ο σύγχρονός του Νικόδημος ο Αγιορείτης. Μάλιστα, ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, θα πρέπει να θεωρηθεί ως ο πιο αξιόπιστος βιογράφος του πατροκοσμά, σε σχέση με τους Παπακυριακού και Μιχαλόπουλο.

Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός θα πρέπει να άρχισε να μαθαίνει γράμματα από μικρή ηλικία. Τα πρώτα του γράμματα τα έμαθε κοντά στον ιεροδιάκονο Γεράσιμο Λίτσικα στην Σιγδίτσα της Παρνασσίδας. Γύρω στα είκοσί του χρόνια, ο πατροκοσμάς έλαβε την εγκύκλιο μόρφωσή του υπό την επίβλεψη του ιεροδιακόνου Ανανία.

Αφού ολοκλήρωσε και την εγκύκλιο μόρφωσή του, αναχώρησε για την Αθωνιάδα πολιτεία, προκειμένου να φοιτήσει στην εκεί ιερατική σχολή, αλλά και να μονάσει στην συνέχεια, στην Ιερά Μονή Φιλοθέου. Ο Άγιος είχε πει χαρακτηριστικά: «Επήγα και εις το ΄Αγιον ΄Ορος και έκλαιγα διά τες αμαρτίες μου δεκαεπτά χρόνους»[4].

Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός πιθανολογείται ότι έμεινε στο Άγιον Όρος κατά τα έτη 1750-1760. Έλεγε χαρακτηριστικά ο Άγιος Κοσμάς για την μόρφωσή του: «Και εγώ από το σχολείον έμαθα τα εικοσιτέσσερα γράμματα….έμαθα και πεντέξι ελληνικά…[5] Είναι άγνωστο το περιεχόμενο της μόρφωσης του αγίου πατρός.

Ο Άγιος Κοσμάς αποχώρησε από το περιβόλι της Παναγιάς το έτος 1760. Από εκεί, πήγε στην βασιλεύουσα Κωνσταντινούπολη, όπου και ζήτησε και έλαβε την ευλογία του τότε προκαθημένου του Οικουμενικού Θρόνου της πρωτοθρόνου εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, Οικουμενικού Πατριάρχου Σεραφείμ, προκειμένου να αρχίσει την κηρύγματά του. Όπως μας πληροφορεί ο Νικόδημος ο Αγιορείτης, η πρώτη περιοδεία του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού, έγινε στην Ηπειρωτική Ελλάδα. Σημαντικό είναι βέβαια να σημειωθεί, ότι σε κατά την διαρκειά των περιοδειών του για την κηρυγματική του δράση, ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, πέρασε ξανά από την Κωνσταντινούπολη το έτος 1774, προκειμένου να λάβει νέα ευλογία από τον νέο προκαθήμενο της πρωτοθρόνου Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, οικουμενικό πατριάρχη Σωφρόνιο, ώστε να αρχίσει μια νέα περιοδεία κηρυγμάτων, αλλά και από τον Άγιον Όρος, το 1775, προκειμένου να παραμείνει εκεί για λίγο καιρό και να μελετήσει. Άγνωστος παραμένει ο αριθμός των περιοδειών του Αγίου από τους μελετητές. Συγκεκριμένα, κάποιοι μελετητές υποστηρίζουν πως οι περιοδείες του πατροκοσμά είναι τρεις, ενώ κάποιοι άλλοι υποστηρίζουν πως είναι τέσσερις. Λίγες πληροφορίες για τα κηρύγματα του Αγίου, συναντάμε και στο έργο του Αγίου «Οι Διδαχές».

 Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός βρήκε μαρτυρικό θάνατο από τους Οθωμανούς Τούρκους κάτα το έτος 1779. Ως ημέρα του μαρτυρίου του χρονολογείται η 24η Αυγούστου 1779. Δεν έχει εξακριβωθεί η αιτία του μαρτυρίου του. Μια πιθανή αιτία, είναι η μεταφορά του παζαριού από την Κυριακή στο Σάββατο, κάτι που κατάφερε ο Άγιος με την δύναμη των κηρυγμάτων του. [6] Ο θάνατος του Αγίου προήλθε από απαγχονισμό. Ο Άγιος ήταν τότε 65 ετών.

Στις 24 Αυγούστου 1961, η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, υπό την πατριαρχία του Οικουμενικού Πατριάρχου  Αθηναγόρου, τον κατέταξε στο Αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας. Κλείνοντας, σημαντικό είναι να αναφερθεί και το γεγονός, ότι το έτος 2016, ανακηρύχθηκε προστάτης Προστάτης της Δασικής Υπηρεσίας της Ελλάδας και των υπαλλήλων αυτής.[7]

  1. Το έργο του αγίου Πατρός

Το έργο του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού, βασίζεται στις λεγόμενες «Διδαχές» και «Προφητείες» του εν Αγίοις ημών πατρός. Πρόκειται για κηρύγματα τα οποία έκανε ο πατροκοσμάς όσο ήταν στην ζωή. Οι «Διδαχές» ήταν ο κύριος τρόπος δράσης του Αγίου Πατρός, ανάμεσα στον υποδουλωμένο από τον Οθωμανικό ζυγό Ελληνικό λαό.[8]  Οι Διδαχές του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού αποτελούν επτά στον αριθμό.

Μέχρι τις μέρες μας, έφθασαν σε εμάς εικοσιέξι κείμενα του Αγίου Πατροκοσμά από τα κηρύγματά του.[9] Όμως, προκύπτει ένα σημαντικό πρόβλημα. Το πρόβλημα αυτό αφορά στην πιστότητα και την εγκυρότητά τους προς τον λόγο του Αγίου, καθώς ο Άγιος πατέρας, δεν έγραψε ο ίδιος τα κηρύγματά του, αλλά γράφτηκαν από το ακροατήριό του. Επομένως, αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μην σωθεί, αλλά ούτε και να υπάρξει ποτέ κάποιο πρωτότυπο κείμενο από τα κηρύγματα του Αγίου.

Όμως, άλλο ένα πρόβλημα που εμφανίζεται, είναι το εξής: Πολύ συχνά, δύο ή περισσότερα κείμενα του Αγίου πατρός τυγχάνουν να είναι ίδια ως προς ένα σημείο , ενώ από ένα σημείο και έπειτα, τα νοήματα των κειμένων, αρχίζουν και εμφανίζουν ομοιότητες προς άλλα κείμενα, άσχετα μέχρι εκείνη την στιγμή.

Ας δούμε ένα παράδειγμα του μελετητή Απ. Βακαλόπουλου: «Οι σωζόμενες διδαχές του δεν έχουν γραφτή από τον ίδιο, αλλά από θερμούς μαθητές του, οι οποίοι τον ακολουθούσαν πιστά στις ιεραποστολικές περιοδείες του. Την υπόθεσή μου επιβεβαιώνει η παρουσία ερωταποκρίσεων στις διδαχές του, με ονόματα, που αναφέρονται στους ακροατές του, καθώς και η απροσδόκητη πολλές φορές μετάβαση από το ένα θέμα στο άλλο. Η κάθε διδαχή του δεν φαίνεται να αποτελεί το περιεχόμενο μιας ομιλίας του, αλλά είναι σύνθεση επί μέρους ομιλιών, που έκανε σε διάφορους τόπους. Αλλιώς δεν εξηγείται η ανωμαλία ως προς την διαδοχή των θεμάτων, που συζητούνται, καθώς και η συχνή επανάληψη των ίδιων διηγήσεων και ιδεών».[10]

Μέσα στο ποιμαντικό του έργο, ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, αγωνίστηκε και για την παιδεία. [11] Πονούσε πολύ για το «απαίδευτον». Μέσα από την παιδεία ο Άγιος ήθελε να καλλιεργήσει το λεγόμενο «Ρωμαίικο». Έλεγε ότι με την παιδεία ο άνθρωπος φωτίζεται και ότι εκείνοι οι γονείς που δεν επιτρέπουν στα παιδιά τους να μορφωθούν, διαπράττουν αμάρτημα. Σύμφωνα με τον πατροκοσμά, η παιδεία έπρεπε να είναι για όλους και μάλιστα δωρεάν. Επιθυμούσε μια χριστοκεντρική παιδεία και λυπόταν για την έλλειψη της παιδείας από την πλευρά των Οθωμανών Τούρκων.

Ο Άγιος μίλησε ακόμα και για την θέση της παιδείας στο Ευαγγέλιο. Το Ευαγγέλιο ήταν γραμμένο στην Ελληνική γλώσσα και για να το κατανοήσει κανείς είναι αναγκαίο να ομιλεί και να γράφει την Ελληνική γλώσσα.

Απ΄ όπου πέρασε ο ιερομόναχος Κοσμάς για να κηρύξει, έχτιζε και σχολεία. Ο Άγιος πατέρας πίστευε πολύ στον θεσμό του σχολείου. Έλεγε ότι το σχολείο είναι ο ναός της αληθινής γνώσης κι έτσι μέσα σε αυτό, οι εκπαιδευτικοί «ιερουργούν» όχι σε πέτρινες πλάκες, αλλά στις καρδιές των μαθητών τους.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

Αποδελτίωση των σχετικών με την Παιδεία χωρίων από τις Διδαχές του αγίου Κοσμά του Αιτωλού

Διδάσκαλος και Διδασκαλία

ΜΕΝΟΥΝΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ, Κοσμά του Αιτωλού Διδαχές (και βιογραφία). Αθήνα:εκδ. Τήνος, 1979, Διδαχή Α1, 4, σ. 115.

«Πρέπον και εύλογον είναι, αδελφοί μου, ένας διδάσκαλος όταν θέλη να διδάξη να εξετάζη πρώτον τι ακροατάς, ομοίως και οι ακροαταί να εξετάζουν τι διδάσκαλος είναι. Και εγώ, αδελφοί μου, οπού αξιώθηκα και εστάθηκα εις αυτόν τον άγιον τόπον, τον αποστολικόν, διά την ευσπλαχνίαν του Χριστού μας, εξέταξα πρώτον δια λόγου σας και έμαθα πως με την χάριν του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και Θεού δεν είστενε Έλληνες, δεν είστενε ασεβείς, αιρετικοί,/ άθεοι, αλλά είστενε ευσεβείς ορθόδοξοι χριστιανοί, πιστεύετε και είστε βαπτισμένοι εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, και είστε τέκνα και θυγατέρες του Χριστού μας. Και όχι μόνον δεν είναι άξιος να σας διδάξω, αλλά μήτε τα ποδάρια να σας φιλήσω, διατί ο καθένας από λόγου σας είναι τιμιώτερος από όλον τον κόσμον»

Σχόλιο: Εδώ ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, εξηγεί πως πρέπει να είναι ένας διδάσκαλος. Ο διδάσκαλος θα πρέπει να εξετάζει τι ακροατές έχει. Ακόμη εξηγεί ότι ένας εκπαιδευόμενος, θα πρέπει και αυτός να εξετάζει τον εκπαιδευτικό που θέλει να τους διδάξει. Τέλος, με το παράδειγμα που δίνει ο Άγιος, καταλαβαίνουμε ότι ο διδάσκαλος, πρέπει να είναι ταπεινός και να έχει το μέτρο.

Ο σωστός και αφιλάργυρος διδάσκαλος

ΜΕΝΟΥΝΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ, Κοσμά του Αιτωλού Διδαχές (και βιογραφία). Αθήνα:εκδ. Τήνος, 1979, Διδαχή Α1, 6, σ.118

«Κάμνοντας αρχήν να διδάσκω με ήλθε ένας λογισμός: εδώ οπού περιπατώ να ζητώ να παίρνω άσπρα, διατί ήμουνα φιλάργυρος και τα αγαπούσα τα γρόσια, ναι, μα και τα φλωριά περισσότερον, όχι ωσάν την ευγενεία σας, οπού τα καταφρονάτε- ή δεν τα καταφρονάτε; Διαβάζοντας πάλιν το άγιον και ιερόν Ευαγγέλιον ηύρα και άλλον λόγον όπου λέγει ο Χριστός μας πως χάρισμα σε έδωκα και εγώ την χάριν μου, χάρισμα να την δίνης και εσύ εις τους αδελφούς σου, χάρισμα να διδάσκης, χάρισμα να συμβουλεύης, χάρισμα να εξομολογάς και ανίσως και ζητήσης να πάρης τίποτε πληρωμήν δια την διδαχήν σου ή πολλά ή ολίγα ή ένα άσπρο, εγώ σε θανατώνω και σε βάνω εις την κόλασιν.»

Σχόλιο: Ο σωστός ιεροκήρυξ και ιεροδιδάσκαλος, δεν πρέπει να αμοίβεται για τις υπηρεσίες που προσφέρει προς τον λαό Του Θεού. Οφείλει άμισθα να προσφέρει τις υπηρεσίες του προς τους Χριστιανούς.

Ο Θεός Πατέρας, η αρχή της κάθε διδαχής

ΜΕΝΟΥΝΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ, Κοσμά του Αιτωλού Διδαχές (και βιογραφία).

Αθήνα:εκδ. Τήνος, 1979, Διδαχή Α1, 7, σ.119

«Πρέπον και εύλογον είναι, χριστιανοί μου, καθώς μανθάνομεν από το άγιον Ευαγγέλιον,από τας θείας Γραφάς, να αρχίζωμεν την διδασκαλία μας από τον Θεόν και όταν τελειώσωμεν, να ευχαριστήσωμεν τον Θεόν»

Σχόλιο: Το ιερό Ευαγγέλιο, το οποίο συμβολίζει τον Λόγο του Θεού, είναι πηγή γνώσης και διδαχής. Η διδασκαλία και η γνώση οφείλουν ξεκινάν από τον Θεό. Ο πατροκοσμάς θέλει να μας πει ότι οφείλουμε να ευχαριστήσουμε τον Θεό για κάθε διδαχή και κάθε γνώση που λαμβάνουμε.

Η μόρφωση δεν έχει διάκριση πλούσιος και φτωχός

ΜΕΝΟΥΝΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ, Κοσμά του Αιτωλού Διδαχές (και βιογραφία).

Αθήνα:εκδ. Τήνος, 1979, Διδαχή Α1, 36-37, σ. 142

«Καλά, παιδιά μου, μου εχαρίσετε τα παιδιά σας, αμή να ιδούμεν, έχετε και σχολείον όπου να διαβάζου, να μανθάνουν γράμματα τα παιδιά μας; -Δεν έχομε Άγιε του Θεού-. Τέτοια παιδιά αγράμματα μου εχαρίσετε; Τι τα θέλω; Χάρισμά σας. Παιδιά ωσάν τα γουρουνόπουλα να έχω δεν το καταδέχομαι, διατί είμαι υπερήφανος. Χάρισμά σας. Ωσάν θέλετε χαρίσετέ μου και ένα σχολείον εδώ εις την χώρα σας να μανθάνουν τα παιδιά μας γράμματα, να ηξεύρουν που περιπατούνε και τότε ναν τα εύχωμαι να ζήσουν, να προκόψουν. Αμή δεν είναι καλά να βάλετε όλοι σας να κάμετε ένα ρεφενέ, να βάλετε και επιτρόπους ναν το κυβερνούν το σχολείον, να βάνουν διδάσκαλον να μανθάνουν όλα τα παιδιά και πλούσια και πτωχά χωρίς να πληρώνουν»;

Σχόλιο: Σύμφωνα με αυτό το σημείο της διδαχής του εν Αγίοις Πατρός ημών Κοσμά του Αιτώλου, κανένας άνθρωπος δεν πρέπει να μένει απαίδευτος. Όλα τα παιδιά, είτε πλούσια είναι, είτε πτωχά, θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα στην μόρφωση. Ίσως εδώ ο Άγιος πατέρας να αφήνει να εννοηθεί ότι η εκπαίδευση θα πρέπει να είναι δημόσια και μέριμνα των κυβερνώντων, από το εξής χωρίο: «Αμή δεν…..χωρίς να πληρώνουν».[12]

Σχολείο και Χριστιανισμός

ΜΕΝΟΥΝΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ, Κοσμά του Αιτωλού Διδαχές (και βιογραφία).

Αθήνα:εκδ. Τήνος, 1979, Διδαχή Α1, 37, σ. 142

«Διατί από το σχολείον μανθάνομεν το κατά δύναμιν τι είναι Θεός, τι είναι Αγία Τριάς, τι είναι άγγελοι, αρχάγγελοι, τι είναι δαίμονες,τι είναι Παράδεισος, τι είναι Κόλασις, τι είναι αμαρτία, αρετή. Από το σχολείον μανθάνομεν τι είναι Αγία Κοινωνία, τι είναι Βάπτισμα, τι είναι το άγιον Ευχέλαιον, ο Τίμιος Γάμος, τι είναι ψυχή, τι είναι κορμί, τα πάντα από το σχολείον τα μανθάνομεν, διατί χωρίς το σχολείον περιπατούμεν εις σκότος. Καλύτερα να έχης εις την χώραν σου σχολείον ελληνικόν παρά να έχης βρύσες και ποταμούς, διατί η βρύσις ποτίζει το σώμα, το δε σχολείον ποτίζει την ψυχήν, το σχολείον ανοίγει τες εκκλησίες, το σχολείον ανοίγει τα μοναστήρια. Ανίσως και δεν ήτανε σχολεία, που ήθελα εγώ να μάθω να σας διδάσκω;»

Σχόλιο: Ο Χριστιανισμός συμβάλει ιδιαίτερα στο σχολείο, και το σχολείο στον Χριστιανισμό. Εδώ, αν λάβουμε υπ΄ όψιν μας και κάποια σημερινά δεδομένα[13], ίσως αναφέρεται η σημαντινικότητα της παροχής χριστιανικής παιδείας από τον εκπαιδευτικό προς τον εκπαιδευόμενο.

Η μάθηση, σημαντική προϋπόθεση ακόμη και για την πίστη

ΜΕΝΟΥΝΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ, Κοσμά του Αιτωλού Διδαχές (και βιογραφία).

Αθήνα:εκδ. Τήνος, 1979, Διδαχή Α2, 782,σ.148

«Εγώ, χριστιανοί μου, θέλω να σας φανερώσω την αιτίαν οπού επαρακινήθηκα και εβγήκα να περιπατώ εις κόσμον. Σιμά εις  τα άπειρα χαρίσματα οπού μου εχάρισεν ο πανάγαθος Θεός, με αξίωσε και μένα τον αμαρτωλόν και έμαθα πεντέξι γράμματα και έγινα και ιερεύς αναξίως, έγινα και καλόγερος, επ­­­ήγα και εις το Άγιον Όρος και έκλαιγα διά τες αμαρτίες μου δέκα επτά χρόνους και διαβάζοντας το άγιον και ιερόν Ευαγγέλιον ευρήκα και ετούτον τον λόγον όπου λέγει ο Χριστός μας πως όποιος φροντίζει μόνον διά λόγου του πώς να σωθή και δεν φροντίζει και δια τους αδελφούς του τους χριστιανούς να σωθο­­ύν και εκείνοι έχει βέβαια να κολασθή».

Σχόλιο: Η παιδεία έχει ιδιαίτερη σημασία, ακόμη και για την πίστη. Χαρακτηριστικό είναι και το παράδειγμα που χρησιμοποιεί ο Άγιος Κοσμάς για τον εαυτό του. Δεν είναι δυνατόν αν κάποιος δεν λάβει την ανάλογη παιδεία, να μελετήσει το ιερό ευαγγέλιο, τα ιερά κείμενα, να γνωρίσει την Ορθόδοξη Χριστιανική πίστη.

Η διαχρονικότητα της Παιδείας

ΜΕΝΟΥΝΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ, Κοσμά του Αιτωλού Διδαχές (και βιογραφία).

Αθήνα:εκδ. Τήνος, 1979, Διδαχή Α2, 1043, σ.175

«Εγώ, αδελφοί μου, επαιδεύθηκα εις την σπουδήν σαράντα και πενήντα χρόνους, / εδιάβασα πολλά και διάφορα βιβλία και περί Εβραίων και περί Ελλήνων και περί άλλων ασεβών και αιρετικών, ερεύνησα τα βάθη της σοφίας και ηύρα ότι οι άλλες πίστες είναι ψεύτικες, κάλπικες, μόνον η εδική μας, η χριστιανική είναι ορθόδοξος, αληθινή και αγία».

Σχόλιο: Η παιδεία, είναι διαχρονική. Καθ΄όλη την διάρκεια ο άνθρωπος, διδάσκεται και διδάσκει. Η παιδεία είναι σημαντική και για όσους μελετούν τα χριστιανικά γράμματα. Δεν είναι δυνατόν ο άνθρωπος να μάθει για την ορθόδοξο πίστη μας, αλλά και για τις αιρέσεις από τις οποίες αυτή διακινδυνεύεται, αν δεν λάβει και την στοιχειώδη μόρφωση.

Η αμάθεια του γένους μας

ΜΕΝΟΥΝΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ, Κοσμά του Αιτωλού Διδαχές (και βιογραφία).

Αθήνα:εκδ. Τήνος, 1979, Διδαχή Β1, 46, σ. 200

«Μα θέλετε ειπή: Και εσύ καλόγερος είσαι, διατί συναναστρέφεσαι εις τον κόσμον; Και εγώ αδελφοί μου, κακά το κάμνω, / μα, επειδή το γένος μας έπεσε εις αμάθειαν, είπα: Ας χάση ο Χριστός μου εμένα, ένα πρόβατον, και ας κερδίση τα άλλα. Ίσως η ευσπλαγχνία του Θεού και η ευχή σας να σώσει και εμένα»

Σχόλιο: Εδώ ο Άγιος εκφράζει την πίκρα του για την αμάθεια του γένους μας, του Ελληνικού. Ο άνθρωπος, δεν πάει πουθενά χωρίς να μάθει.

Τα εμπόδια στην παιδεία από τους Εβραίους

Επισκ. Αυγουστίνου Ν. Καντιώτου, Κοσμάς ο Αιτωλός, Διδαχή Δ΄, «Η Τιμωρία των Εβραίων», σελ. 195

«Τον παλαιόν καιρόν οι Εβραίοι εθανάτωσαν όλους τους προφήτας, όλους τους δικαίους διδασκάλους»

Σχόλιο: Εμπόδια στην παιδεία έμπαιναν ανέκαθεν. Εδώ ο Άγιος Κοσμάς, εκφράζει το παράπονό του από τους Εβραίους. Οι Εβραίου θανάτωναν ακόμα και τους δίκαιους δασκάλους, βάζοντας εμπόδια στην μάθηση και παιδεία των ανθρώπων.

Χριστιανική Παιδεία, Ελληνική Γλώσσα και Νέοι

Επισκ. Αυγουστίνου Ν. Καντιώτου, Κοσμάς ο Αιτωλός, Διδαχή Ε΄. «Η Χριστιανική μόρφωσις της νέας γενεάς». Σελ. 204

«Να σπουδάζετε και σεος, αδελφοί μου, να μανθάνετε γράμματα όσον ημπορείτε. Και αν δεν εμάθετε οι πατέρες, να σπουδάζετε τα παιδιά σας, να μανθάνουν τα ελληνικά, διότι και η Εκκλησία μας εινε εις την ελληνικήν. Και αν δεν σπουδάσης τα ελληνικά, αδελφέ μου, δεν ημπορείς να καταλάβης εκείνα που ομολογεί η Εκκλησία μας. Καλύτερον, αδελφέ μου, να έχης ελληνικόν σχολείον εις την χώραν σου, παρά να έχης βρύσες και ποτάμια. 

Σχόλιο:  Σε αυτό το χωρίο, ο πατροκοσμάς τονίζει ιδιαίτερα την αξία της Ελληνικής Γλώσσας στην πίστη και την παιδεία και καλεί τους γονείς να μην φέρουν εμπόδια στην μόρφωση των παιδιών τους.

Ο Ρόλος του σχολείου στην Ορθοδοξία

Επισκ. Αυγουστίνου Ν. Καντιώτου, Κοσμάς ο Αιτωλός, Διδαχή ΣΤ, «Ο προορισμός του σχολείου», σελ. 226

«Το σχολείον φωτίζει τους ανθρώπους. Ανοίγουν τα ομμάτια των ευσεβών και ορθοδόξων χριστιανών να μανθάνουν τα μυστήρια»

Σχόλιο: Το σχολείο, οφείλει να διδάξει και την Ορθόδοξη Χριστιανική Πίστη στους ανθρώπους. Ο ρόλος του σχολείου είναι ιδιαίτερα σημαντικός, καθώς και μέσα από το σχολείο, οι άνθρωποι μπορούν να διδαχθούν την σημασια που έχει το κάθε μυστήριο της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας.

Η πίστη ως ένας μικρός σπόρος

Επισκ. Αυγουστίνου Ν. Καντιώτου, Κοσμάς ο Αιτωλός, Διδαχή Β΄, «Η παραβολή του σπόρεως»[14]

«Ιδού εξήλθεν ο σπείρων του σπείραι τον σπόρον αυτού»

Σχόλιο: Η όμορφη αυτή παραβολή, μας διδάσκει πολλά. Ένα από αυτά, έχει να κάνει με την χριστιανική πίστη. Αν ό άνθρωπος λάβει την κατάλληλη παιδεία, η πίστη είναι ένας μικρός σπόρος, ο οποίος μεγαλώνει μέσα του και γίνεται ένας σωστός Χριστιανός.

 

[1] Κοσμάς ο Αιτωλός, Επισκόπου Αυγουστίνου Ν. Καντιώτου, «Πόσον ολίγον….διά να εγκαταλέιψουν την Πίστιν των», σελ.31-32

[2] Βλ. σχετικά το άρθρο του πανοσιολογιωτάτου αρχιμ. Ιακώβου Κανάκη, πρωτοσυγκέλου της Ιεράς Μητροπόλεως Γόρτυνος και μεγαλοπόλεως, «Χαρακτηριστικό είναι αυτό…..  της παιδείας».

[3] Βλ. σχετικά με την βιογραφία: Ιωάννου Β. Μενούνου, Κοσμά του Αιτωλού Διδαχές (και Βιογραφία), σελ. 17-29(Ο Κοσμάς Αιτωλός…..στο κήρυγμα του Αιτωλού)

[4] Ιωάννου Β. Μενούνου, Κοσμά του Αιτωλού Διδαχές (και Βιογραφία), σ.117 και 148

[5] Προφανώς με τα λεγόμενα «εικοσιτέσσερα γράμματα», ο Άγιος εννοεί την στοιχειώδη παιδεία, ενώ με τα «πέντε-έξι ελληνικά» τις εγκύκλιες σπουδές, τις σχετικές μάλιστα με την αρχαία ελληνική γλώσσα.

[6] Βλ. σχετικά: Ιωάννου Β. Μενούνου, Κοσμά του Αιτωλού Διδαχές (και Βιογραφία), σ.27-28, «Ο θάνατος τον βρήκε…..ή  έστω προφητική κατηγορία».

[7] Βλ. σχετικά: Ιστορικό της ανακήρυξης του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού «ως Προστάτου της Δασικής Υπηρεσίας της Ελλάδας και των υπαλλήλων αυτής»

[8] Βλ. σχετικά: Ιωάννου Β. Μενούνου, Κοσμά του Αιτωλού Διδαχές (και Βιογραφία), «Ο Κοσμάς Αιτωλός….. της Ορθόδοξης διδασκαλίας», σελ. 29

[9] ο.π., «Ως εμάς…..για να απομακρυνθούν σε λίγο κ.ο.κ», σελ. 29-30

[10] ο.π., «Άλλος μελετητής…..και ιδεών», σελ. 65

[11] Βλ. σχετικά το άρθρο: «Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός για την παιδεία» του πανοσιολωγιοτάτου Αρχιμανδρίτου Ιακώβου Κανάκη, Πρωτοσυγκέλου της Ιεράς Μητροπόλεως Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως

[12] Βλ. σχετικά: Μενούνος Ιωάννης, Κοσμά του Αιτωλού Διδαχές (και βιογραφία).

Αθήνα:εκδ. Τήνος, 1979, Διδαχή Α1, 36-37, σ. 142

[13] Στην σημερινή εποχή, το μάθημα των Θρησκευτικών, έχει έρθει σε δεύτερη μοίρα στην εκπαίδευση. Ίσως ο Άγιος θέλει να τονίσει ότι το σχολείο οφείλει να παρέχει χριστιανική παιδεία στα νέα παιδιά, με σοβαρότητα.

[14] Η Διδαχή του πατροκοσμά για την παραβολή του σπόρεως, όπως μας πληροφορεί ο Μακαριστός Μητροπολίτης Φλωρίνης κ.κ. Αυγουστίνος (υποσημ. 27, σελ. 134), εκφωνήθηκε κατά την περιοδεία του Αγίου στο νησί της Κεφαλληνίας

Πολυαρχιερατική Θεία Λειτουργία ἐπί τῇ συμπληρώσει σαράντα ἡμερῶν ἀπό τήν εἰς Κύριον ἐκδημίαν τοῦ μακαριστοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Ἀθανασίου Καμπάνη, ἐτελέσθη τό Σάββατο 11/24 Αὐγούστου στόν ἱερό ναό τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Τορόντο Καναδᾶ, τοῦ ὁποίου ὑπῆρξε κτίτωρ. Τῆς θείας Λειτουργίας προεξῆρχεν ὁ Μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κ. Μακάριος, πλαισιούμενος ὑπό τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης κ. Εὐθυμίου, τοῦ ἐπιχωρίου Μητροπολίτου Τορόντο κ. Μακαρίου, τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Γαλλίας κ. Φιλαρέτου, καθώς καί τῶν ἱερέων τῆς Μητροπόλεως Τορόντο. 

 

 

 Φωτογραφίες ἐκ τοῦ ἀρχείου:

Ὁ μακαριστός π. Ἀθανάσιος Καμπάνης

 

  Ὁ π. Ἀθανάσιος μαζί μέ τόν Ἀρχιεπίσκοπο (2015).

 

 

 

 

 

 

 

(Ματθ. 5, 14 - 19).

ΠΟΛΙΣ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΟΡΟΣ.

«ού δύναται πόλις κρυβήναι επάνω όρους κειμένη...» (Ματθ. 5, 14).

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Το σημερινό Ευαγγελικό ανάγνωσμα του Ματθαίου εμπεριέχει μεταξύ άλλων και την ωραιότατη εικόνα που επιθυμεί ο Κύριός μας για τους πιστούς του δούλους. Έμπνευση για τον Κύριό μας γίνεται η Αγία Πόλη της Ιερουσαλήμ, η οποία βρίσκεται χτισμένη σε ύψωμα και μπορεί ο καθένας να την παρατηρήσει. Η εικόνα αυτή μεταφορικά εξάγει το συμβολισμό σχετικά με την ζωή και την θέση του Χριστιανού μέσα στην κοινωνία∙ «υμείς έστε το φως του κόσμου, ού δύναται πόλις κρυβήναι επάνω όρους κειμένη» (Ματθ. 5, 14). Αν και συνυπάρχουν σ’αυτή την εικόνα η πόλις και το όρος, νομίζω πως βάση στη σημερινή μας λογιστική πρέπει να γίνει το δεύτερο (το όρος δηλαδή), καθώς είναι εκείνο που ανυψώνει και δημιουργεί την όποια υπεροχή και σταθερότητα...

ΚΥΡΙΩΣ ΘΕΜΑ

Α) ΑΝΥΨΩΣΗ ΚΑΙ ΥΠΕΡΟΧΗ.

* Το όρος αρχικά προϋποθέτει την κοπιαστική ανάβαση. Αλλά και αρκετά μεγάλα γεγονότα συνέβησαν κατά την παλαιά εποχή σε όρος. Θυμηθείτε λοιπόν την παράδοση του Μωσαϊκού Νόμου στον αρχηγό του Ισραηλιτικού λαού από τον Θεό στο Σινά. Αλλά και οι ειδωλολάτρες στα όρη έτρεχαν και τελούσαν τις θυσίες τους. Πάντα οι κορυφές είχαν κάτι το ελκυστικό και φυσικά το κοπιώδες. Ο Χριστός διαλέγει το Θαβώριο όρος για να δείξει την Θεϊκή Του δόξα. Αλλά και στα όρη ζητεί το πλανώμενο πρόβατο, το οποίο βρίσκει και ελευθερώνει από την αμαρτία.

* Όρος επίσης επιλέγει ο Κύριος για να δείξει ότι εάν επιθυμούμε (και ο Χριστιανός το επιθυμεί) να ανέλθουμε υψηλότερα από την πνιγηρή πεδιάδα των παθών πρέπει να δουλέψουμε και να κοπιάσουμε πνευματικά σε μία διαρκή πορεία ανύψωσης. Αλλά και ο πνευματοφόρος Άγ. Ιωάννης ο Σιναΐτης για κλίμακα αναβάσεως μίλησε, θέλοντας να δώσει τον χαρακτήρα του πνευματικού αγώνος που ξεκινά ο πιστός για την αποταγή των παθών και την κατάκτηση των κορυφών της χάριτος του Θεού. Ο ίδιος στο τέλος του συγγράμματός του προτρέπει: «Ανεβαίνετε, ανεβαίνετε, αδελφοί, επιθυμώντας ολόψυχα τις αναβάσεις, ακούοντας αυτόν που λέγει: Δεύτε αναβώμεν εις το όρος Κυρίου και εις τον οίκον του Θεού ημών» (Ησ. 2, 3) ο οποίος «καταρτιζόμενος τους πόδας μου ωσεί ελάφου και επί τα υψηλά ιστών με» (Ψαλμ. 17, 34).

* Η ανάβαση λοιπόν στο όρος δηλώνει εκτός του ύψους και την πνευματική άνοδο στην Ουράνιο θεωρία. Το όρος μας οδηγεί στην υπέρβαση (πραγματικά κοπιώδης) των γήινων μεριμνών και καταστάσεων, του άγχους και της φθαρτότητος και μας οδηγεί μακριά από την φθαρτότητα του κόσμου. Είναι τελικά ο εναρμονισμός μας με τον ίδιο το Χριστό, ο Οποίος έλαβε την ανθρώπινη φύση και την αγίασε και την ανύψωσε προς τον Πατέρα Του∙ «ανέβη ο Θεός εν αλαλαγμώ, Κύριος εν φωνή σάλπιγγος» (Ψαλμ. 46, 6).

 

Β) ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΝΤΟΧΗ.

* Όμως το όρος δηλώνει και την σταθερότητα. Μία δύναμη που επιτρέπει στον πιστό Χριστιανό να αποκρούει κάθε τι που ενάντια προσβάλλει και απειλεί τις αρχές της πίστεώς του. Αυτό εκφράζει και ‘εν συνόλω’ η Εκκλησία μας, δεν κλονίζεται ούτε από επιστημονικά ή τεχνολογικά επιτεύγματα, ούτε από ορθολογιστικά κινήματα και υποτροπίες που επιχειρούν να καταστήσουν τον άνθρωπο αιχμάλωτο στη δουλεία των παθών.

* Έτσι και οι Άγ. Πατέρες που εορτάζουμε σήμερα έδειξαν προσήλωση ακλόνητη στα παραδεδομένα υπό του Κυρίου. Η διδασκαλία τους ορθώθηκε τείχος υψηλό, αποκρούοντας κάθε καινοτόμα φωνή που διαστρέβλωνε την Χριστιανική θεώρηση. Η Θεολογική τους προσφορά και η αγωνιστική τους πορεία αποτελούν την Παράδοση της Εκκλησίας, δηλαδή την αδιάλειπτη παρουσία του Αγ. Πνεύματος σε αυτήν, αφού παράδοση = Χριστός. «Γρηγορείτε, στήκετε εν τη πίστει, ανδρίζεσθε, κραταιούσθε» (Α΄ Κορ. 16, 13), προτρέπει τα μέλη της Εκκλησίας ο Απ. Παύλος.

* Είναι αλήθεια πως ο πιστός του Θεού άνθρωπος βομβαρδίζεται καθημερινά από ιδέες που απάδουν στην Χριστιανική διδασκαλία. Ο υλισμός θεοποιείται και ο παραλογισμός κυριαρχεί σε κάθε ενέργεια των μελών της κοινωνίας μας. Εδώ είναι και ο αγώνας μας καθώς «οι θέλοντες ευσεβώς ζην εν Χριστώ Ιησού, διωχθήσονται» (Β΄ Τιμ. 3, 12). Άρα και ο Χριστιανός καλείται να επιδείξει καρτερία, υπομονή και αντοχή σε όλες τις αδυναμίες, χωρίς να αλλοιωθεί το πνευματικό του φρόνημα και η εμπιστοσύνη του στην πρόνοια του Θεού.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Αδελφοί μου, το όρος ανυψώνει και ελευθερώνει. Δεν απομονώνει γιατί εκεί υπάρχει (σύμφωνα με τον Κύριο) και πόλις, που δηλώνει επικοινωνία. Ο Χριστιανισμός παρέχει τον φωτισμό και δίνει την μαρτυρία του μέσα στον κόσμο. Ζεί εδώ αλλά έχει στραμμένη την πνευματική του ματιά στην Άνω Ιερουσαλήμ. Αυτήν την απόδραση να κάνουμε από την θλιβερή πραγματικότητα που μας περιβάλλει. Ο Χριστός με τα Άγια Μυστήρια είναι το πνευματικό οξυγόνο που ζωογονεί και καθαρίζει τις αισθήσεις μας σε όποιον χώρο και τόπο και αν κατοικούμε...

Πάνδημος ἐτελέσθη τήν Τρίτην, 16η Νοεμβρίου 2016, ἡ ἐξόδιος ἀκολουθία τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος Ἀρχιμανδρίτου π. Διονυσίου Καλαργύρου, κτίτωρος καί πνευματικοῦ πατρός τοῦ ὀρφανοτροφείου θηλέων «Ἁγία Τριάς» εἰς τό Ἴλιον Ἀττικῆς καί τῆς ὁμωνύμου ἱερᾶς  γυναικείας  Μοναστικῆς Ἀδελφότητος.

Τήν Τρίτην τό πρω­ΐ, εἰς τόν ἱερόν ναόν τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἔνθα ἀπό τήν προτεραίαν εἶχεν ἐκτεθεῖ εἰς προσκύνησιν τό σκήνωμα τοῦ π. Διονυσίου, ἐτελέσθη ἀρχιερατική θεία Λειτουργία ὑπό τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν κ.κ. Μακαρίου τῇ συμμετοχῇ κληρικῶν τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς. Ἀκολούθως ἐψάλει ἡ κατανυκτικωτάτη νεκρώσιμος ἀκολουθία εἰς μοναχούς, προεξάρχοντος τοῦ Μακαριωτάτου, συμμετασχόντων τῶν Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτῶν Θεσσαλονίκης κ. Εὐθυμίου, Κορίνθου κ. Παγκρατίου καὶ τοῦ ἐκ Καναδᾶ παρεπιδημοῦντος  Μητροπολίτου Τορόντο κ. Μακαρίου, τῶν Θεοφιλεστάτων  Ἐπισκόπων Καισαρείας κ. Τιμοθέου, Πέτρας κ. Δαβίδ, Χριστουπόλεως κ. Ἰακώβου, Ρωγῶν κ. Δωροθέου, Θερμοπυλῶν κ. Γεροντίου καὶ πλειάδος ἱερέων.

Καταλλήλους τῇ περιστάσει ἐπικηδίους λόγους ἐξεφώνησαν: α) ἐκ μέρους τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ὁ ἀρχιγραμματεύς αὐτῆς, Ἐπίσκοπος Πέτρας κ. Δαβίδ βλέπε ἐδῶ· β) ἐκ μέρους τοῦ ἱδρύματος και  τῆς ἱερᾶς μονῆς, ὁ κ. Μιλτιάδης Μαΐστρος· καί γ) ἐκ μέρους τῶν ἐξωϊδρυματικῶν κατασκηνωτῶν κατηχητικοπαίδων, ἡ κ. Δέσποινα…..

Ἐν συνεχείᾳ ἡ ταφή τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος ἐγένετο εἰς τό ἱερόν ἡσυχαστήριον τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς εἰς τόν  Ἅγιον Στέφανον Ἀττικῆς, τοῦ ὁποίου ὁ μακαριστός ὑπῆρξεν ὡσαύτως κτίτωρ. Ὑπό τῆς γυναικείας μοναστικῆς ἀδελφότητος τῆς Αγίας Τριάδος, τόσον ἐν τῇ μονῇ τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, ὅσον καί εἰς τό ὁρφανοτροφεῖον, προσεφέρθη κέρασμα και παρετέθη τράπεζα ὑπέρ ἀναπαύσεως τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος.

Υποκατηγορίες

Joomla SEF URLs by Artio

Τελευταίες αναρτήσεις