ΤΑ ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ ΤΟΥ ΜΥΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ Θ. ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΣ

ὑπό ἱεροδιακόνου Μακαρίου Παλαιολόγου

Φοιτητοῦ Ἀνωτάτης Ἐκκλησιαστικῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν

 

Ἐγώ παρέλαβον ἀπό τοῦ Κυρίου ὅ καί παρέδωκα ὑμῖν προς Κορινθίους (κεφ. ΙΑ΄ 23, 23-24)

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Στίς ἡμέρες μας, καί ἐξ’ ἀφορμῆς προφανῶς τῆς ἔντονης ἱεραποστολικῆς παρουσίας σέ χῶρες καί λαούς πού δέν ἔχουν τίς ἴδιες διατροφικές συνήθειες καί εἶναι παντελῶς ἄγνωστα ὑλικά τά ὁποῖα σέ ἐμᾶς ἀποτελοῦν τόν κορμό τῆς διατροφῆς μας, ὅπως εἶναι τό λάδι, τό ψωμί, τό κρασί κλπ, ἐγέρθηκε ὁ θεολογικός προβληματισμός καί ἡ συζήτηση ἐάν μποροῦμε νά προσαρμόσουμε τά ὑλικά τῆς λατρείας μας στά δικά τους δεδομένα καί φιλικά σ’ αὐτούς, εἴδη διατροφῆς. Ἡ συζήτηση ὅπως ἦταν ἀναμενόμενο δημιούργησε ἔντονο προβληματισμό καί γόνιμη ἀναζήτηση στίς πηγές τῆς λειτουργικῆς μας παράδοσης πού εἶναι ἡ θ. Γραφή καί ἡ ἑρμηνευτική πατερική γραμματεία.

Ἡ διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων ὅπως αὐτή διασώθηκε μέχρι τίς ἡμέρες μας δέν ἀποτελεῖ παρωνυχίδα τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας ζωῆς, ἀλλά τήν οὐσία καί τό κέντρο τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας καί τῆς ὅλης πνευματικῆς μας ζωῆς.  

Ἔτσι λοιπόν, κάθε κλάδος τῆς Θεολογικῆς ἐπιστήμης ὅπως ἡ Δογματική, ἡ Ποιμαντική, ἡ Λειτουργική κλπ, ὀφείλουν νά τροφοδωτοῦνται καί νά φωτίζονται ἀπό τόν Πατερικό λόγο καθῶς αὐτός ἀποτελεῖ τήν συνείδηση, τήν πορεία καί τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι αὐτονόητο λοιπόν ὅτι, ἐάν κανείς θέλει νά γνωρίσει ὀρθά ὅ,τι ὑπάρχει στό χῶρο τῆς λατρείας τῆς Ἐκκλησίας, πρέπει ἀπαραίτητα νά γνωρίσει τους Πατέρες. Αὐτό ἄλλωστε μᾶς διδάσκει ἡ Πενθέκτη Οὐκουμενική Σύνοδος μέ τόν  ιθ΄ κανόνα αὐτῆς, ὁ ὁποῖος ἐμμέσως πλήν σαφῶς, συνιστᾷ τήν Πατερική διδασκαλία ὡς μοναδικό καταφύγιο γιά μία αὐθεντική ἐπίλυση τῶν προβλημάτων πού ἀναφύωνται στήν Ἐκκλησία.

Γιά τόν λόγο αὐτό στήν προσπάθειά μου, νά διαπραγματευθῶ το ἐπίμαχο ζήτημα, δέν θά ἀκολουθήσω τήν γνωστή μέθοδο τοῦ ἐλεύθερου ἐρευνητικοῦ συλλογισμοῦ, ἐφ’ ὅσον τό θέμα μου εἶναι θεολογικό -μυσταγωγικό, καί ἀπαιτεῖ θεοφόρο καθοδηγητή, ἐμπνευσμένον ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, τό ὁποῖον ἀνακρίνει  τά πάντα, καί αὐτά τά βάθη τοῦ Θεοῦ  καί τέτοιοι καθοδηγητές εἶναι μόνο οἱ Θεοφόροι Πατέρες.

Γι’αὐτό στήν ἐργασία μου αὐτή τόν κύριο λόγο τόν ἔχουν οἱ πατέρες τῶν ὁποίων τίς θέσεις θά προσπαθήσω νά παρουσιάσω συμβάλλοντας στόν θεολογικό προβληματισμό τῶν συγχρόνων ἐρευνητῶν. 

Δέν τό θεωρῶ περιττό νά ξεκινήσω τήν εἰσήγησή μου κάνοντας ἀναφορά στήν σύσταση τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας καί στά ὑλικά του· ὅπως αὐτό μᾶς εἶναι παραδεδομένο ἀπό τους ἱερούς Εὐαγγελιστές καί τόν Ἀπόστολο Παῦλο. Γράφει χαρακτηριστικά στήν Α΄ πρός Κορινθίους (κεφ. ΙΑ΄, 23-24): «Ἐγῶ γάρ παρέλαβον ἀπό τοῦ Κυρίου, ὅ καί παρέδωκα ὑμίν, ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἐν τῇ νυκτί ῇ παρεδίδετο ἔλαβεν ἄρτον, καί εὐχαριστήσας ἔκλασε καί εἶπε, Λάβετε, φάγετε· τοῦτό μού ἐστι τό σῶμα τό ὑπέρ ὑμῶν κλώμενον· τοῦτο ποεῖτε εἰς τήν ἐμήν ἀνάμνησιν». Διαπιστώνουμε, λοιπόν, ὅτι τήν ὕλη τοῦ μυστηρίου δέν τήν ἐπινόησε κανένας ἄνθρωπος, καμία Σύναξη Ἀποστόλων, Πατέρων, παρά Αὐτός ὁ Κύριος. Παρόλη ὅμως τήν Θεοπαράδοτη αὐτή ὕλη, γιά τήν τέλεση τῆς θείας Εὐχαριστίας, ὑπῆρξαν ἐποχές ὅπου χριστιανικές κοινότητες διαφοροποιήθηκαν χρησιμοποιώντας ἄλλα ὑλικά γιά τήν τέλεση τοῦ ἱεροῦ μυστηρίου. Οἱ ἅγιοι Πατέρες, ἀντιμετωπίζοντας τήν ἐκτροπή αὐτή, κυρίως αἰρετικῶν ὁμάδων, συνέγραψαν λόγους ἀπολογητικούς, προβάλλοντας τήν σπουδαιότητα τῆς συνεχοῦς παραμονῆς μας στά ὑλικά τά ὁποῖα μᾶς παρέδωσε ὁ Κύριος κατά τήν νύχτα τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου. Ἀνάμεσα ἀπό τήν πληθώρα τῶν Πατερικῶν κειμένων ξεχώρισαν τά κείμενα τῶν: α) Κλήμεντος Ἀλεξανδρείας, β) Κυπριανοῦ Καρθαγένης, γ) Ἐπιφανίου Ἐπισκόπου Σαλαμίνας τῆς Κύπρου, δ) Συμεῶν Θεσσαλονίκης καί τῶν Γρηγορίου Νύσσης καί  Ἰ. Χρυσοστόμου.

Ἱεροί Κανόνες πού ἀπαγορεύουν τήν χρήση ἄλλων ὑλικῶν ἐκτός τοῦ σίτου καί τοῦ οἶνου.

ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΩΝ ΘΕΙΩΝ ΚΑΙ ΙΕΡΩΝ ΚΑΝΟΝΩΝ

ΥΠΟ ΤΩΝ Γ.Α. ΡΑΛΛΗ ΚΑΙ Μ. ΠΟΤΛΗ (τομ. Β κ Γ)

Ι. Κανόνες

       ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ.

  • 3ος Κανόνας τόμος Β΄ σελ. 4.
  • 4ος Κανόνας τόμος Β΄ σελ 6.

ΤΗΣ ΕΝ ΚΑΡΘΑΓΕΝΗ ΣΥΝΟΔΟΥ.

  • 37ος Κανόνας τόμος Γ΄ σελ. 400.

ΤΗΣ ΕΝ ΤΩ ΤΡΟΥΛΛΩ  ς΄ΟΙΚ. ΣΥΝΟΔΟΥ

  • 28ος Κανόνας τόμος Β΄σελ. 365.
  • 57ος Κανόνας τόμος Β΄σελ. 437.
  • 99ος Κανόνας τόμος Β΄σελ. 543.

Καφάλαιο 10

Ὁ ἄρτος καί ὁ οἶνος  τῆς Θ. Εὐχαριστίας.

Α) Εὐχαριστιακές μαρτυρίες τοῦ Ἁγίου Κλήμεντος τοῦ Ἀλεξανδρέως (+215 μ.Χ)

Ξεκινῶ τό κεφάλαιο αὐτό παραθέτοντας  τίς μαρτυρίες περί τῆς Θ. Εὐχαριστίας τοῦ Ἁγ.  Κλήμεντος τοῦ Ἀλεξανδρέως ἀπό ἕνα κείμενο πού ἀφορά σέ θέμα τελετουργικό: «Καί τοῖς ἐνδεέσι φρενῶν παρακελεύομαι λέγουσα» φησί ἡ σοφία, τοῖς ἀμφί τάς αἱρέσεις δηλονότι, «ἄρτων κρυφίων ἡδέως ἅψασθε, καί ὕδατος κλοπῆς γλυκεροῦ», ἄρτον καί ὕδωρ οὐκ ἐπ’ ἄλλων τινῶν, ἀλλ’ ἤ ἐπί τῶν ἄρτῳ καί ὕδατι κατά τήν προσφοράν μή κατά το κανόνα τῆς ἐκκλησίας χρωμένων αἱρέσεων ἐμφανῶς ταττούσης τῆς γραφῆς. Εἰσί γάρ οἵ καί ὕδωρ ψιλόν εὐχαριστοῦσι[1].

Ἡ ἀναφορά τοῦ Κλήμεντος στό Παρ. 9, 16 ἀπευθύνεται σέ αἱρετικούς Ἐγκρατίτες[2], οἱ ὁποῖοι χρησιμοποιοῦσαν-κατά τή Θ. Εὐχαριστία- «ἄρτον καί ὕδωρ χωρίς νά ἀκολουθούν τόν κανόνα τῆς Ἐκκλησίας». Ὁ Κλήμης ἑστιάζει τήν κριτική του σ’ ἐκείνους τούς αἱρετικούς, οἱ ὁποῖοι τελοῦν τήν Θ. Εὐχαριστία «μόνο μέ νερό», τούς ὁποίους θεωρεῖ ὡς «ἐνδεεῖς φρενῶν» (ὡς στερούμενους λογικῆς). Ἡ συγκεκριμένη μαρτυρία του, πάντως φαίνεται ὅτι ἐστόχευε νά ὑπενθυμίσει τήν ὀρθόδοξη πρακτική τελέσεως τῆς Θ. Εὐχαριστίας μέ ἄρτο καί κεκραμμένο οἶνο.

Οἱ τελετουργικές πληροφορίες περί τῆς Θ. Εὐχαριστίας συνεχίζονται καί σέ ἄλλο κείμενο τοῦ Κλῆμεντος, συνδυάζοντας παράλληλα τό θέμα τῶν προϋποθέσεων συμμετοχῆς στή Θ. Εὐχαριστία:    Ἦ καί τήν Εὐχαριστίαν τινές διανείμεντες, ὡς ἔθος, αὐτόν δή ἕκαστον τοῦ λαοῦ, λαβεῖν τήν μοῖραν ἐπιτέπουσιν. Ἀρίστη γάρ πρός τήν ἀκριβῆ αἵρεσίν τε καί φυγήν ἡ συνείδησις[3].

Στό παραπάνω χωρίο ὁ Κλήμης ἀναφέρεται στή διανομῆ τῆς Θ. Εὐχαριστίας, τονίζοντας ὅτι «ἐκεῖνοι πού εἶναι ἐντεταλμένοι νά διανέμουν τήν Εὐχαριστία -σύμφωνα μέ τή συνήθεια- σέ κάθε πιστό, ἐπιτρέπουν νά λαμβάνει ὁ κάθε πιστός τό ἀνάλογο μερίδιο τῆς Θ. Εὐχαριστίας». Ἡ εὐταξία, ὅμως, αὐτή πρέπει νά συνοδεύεται ἀπό μία βασική προϋπόθεση γιά τήν εὐχαριστιακή μετοχή τοῦ πιστοῦ: ἀπό τή συνείδησή του ὅτι «ὁ ὀρθός βίος» εἶναι τό θεμέλιο πού ἐπιτρέπει τήν συνειδητή καί ἀξία συμμετοχή του στή Θ. Εὐχαριστία.

Σέ ἐπόμενη μαρτυρία του ὁ Κλήμης ἀναπτύσσει βασικές πτυχές τῆς εὐχαριστιακῆς θεολογίας:

Διττόν δέ τό αἷμα τοῦ Κυρίου· τό μέν ἐστιν αὐτοῦ σαρκικόν, ῷ τῆς φθορᾶς λελυτρώμεθα, τό δέ πνευματικόν, τοῦτ’ ἔστιν ᾦ κεχρίσμεθα. Καί τοῦτ’ ἔστι πιεῖν τό αἶμα τοῦ Ἰησοῦ, τῆς κυριακῆς μεταλαβεῖν ἀφθαρσίας. Ἰσχύς δέ τοῦ λόγου τό πνεῦμα, ὡς αἷμα σαρκός. Ἀναλόγως τοίνυν κίρναται ὁ μέν οἶνος τῷ ὕδατι, τῷ δέ ἀνθρώπῳ τό πνεῦμα, τό πνεῦμα, καί τό μέν εἰς πίστην εὐωχεῖ, τό κρᾶμα, τό δέ εἰς ἀφθαρσίαν ὁδηγεῖ, τό πνεῦμα, ἡ δέ ἀμφοῖν αὖθις κρᾶσις ποτοῦ τε καί λόγου εὐχαριστία κέκληται, χάρις ἐπαινουμένη καί καλή, ἧς οἱ κατά πίστιν μεταλαμβάνοντες ἁγιάζονται καί σῶμα καί ψυχήν, τό θεῖον κρᾶμα τόν ἄνθρωπον τοῦ πατρικοῦ βουλήματος πνεύματι καί λόγῳ συγκιρνάντος μυστικῶς· καί γάρ ὡς ἀληθῶς μέν τό πνεῦμα ᾠκείωται τῇ ὑπ’ αὐτοῦ φερομένη ψυχῇ, ἡ δέ σάρξ τῷ λόγῳ, δι’ ἥν «ὁ λόγος γέγονεν σάρξ[4]».

Τό παραπάνω κείμενο ἐπεξεργάζεται τό θέμα τῶν εὐεργεσιῶν ποῦ πηγάζουν ἀπό τή Μετάληψη τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Κυρίου. Ὁ Κλήμης διακρίνει, κατ’ ἀρχάς, δύο εὐεργετικές πτυχές στό «Αἷμα τοῦ Κυρίου»: τήν «σαρκική», ἡ ὁποία συνίσταται στήν «ἀπολύτρωση ἀπό τῇ φθορά» καί τήν «πνευματική», ἡ ὁποία συνίσταται στήν «χρίση» τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ διάκριση αὐτή τῶν δύο εὐεργεσιῶν ἀναφέρεται στήν ἐπενέργεια- ἐπί τοῦ σώματος καί ἐπί τῆς ψυχῆς- τήν ὁποία ἔχει ἡ Μετάληψη τοῦ Αἵματος τοῦ Κυρίου: ἀπαλάσσει τό σῶμα ἀπό τή φθορά καί καθιστά τήν ψυχή «κεχρισμένη», δηλαδή ἁγιασμένη ἀπό τό Θεό.

Ὁ Ἁγ.  Κλήμης ἐπισημαίνει ὅτι, ἡ Μετάληψη τοῦ Αἵματος τοῦ Κυρίου συνιστᾶ «μετάληψη τῆς ἀφθαρσίας τοῦ Κυρίου». Συγκεκριμενοποιεῖ, ἑπομένως, τή φύση αὐτῆς τῆς «ἀπολυτρώσεως ἀπό τή φθορά»: διά τῆς ἐν λόγῳ Μεταλήψεως, ὁ Κύριος δωρίζει τή δική Του «ἀφθαρσία», δωρίζει δηλαδή στόν ἄνθρωπο τό Ἀναστημένο Σῶμα Του. Παραλλήλως, ὅμως, ἐπεξηγεῖ καί τήν πνευματική εὐεργετική δράση τῆς Μεταλήψεως, ἡ ὁποία ἐπενεργεί στόν ἄνθρωπο κατά παρόμοιο τρόπο πού ἐπενεργεί τό αἵμα στό ἀνθρώπινο σῶμα (μετάγγιση ζωῆς).

Ὁ Ἁγ. Κλήμης, μάλιστα, παραλληλίζει τήν «κράση» (ἀνάμειξη) τοῦ πνεῦματος στόν ἄνθρωπο μέ τήν «κράση» τοῦ ὕδατος στόν οἶνο τῆς Θ. Εὐχαριστίας. Μέ βάση τόν συγκεκριμένο παραλληλισμό, ἀναφέρεται στή συνάφεια «κράματος» καί «λόγου», δηλαδή «ἀναμεμειγμένου οἶνου καί ὕδατος», ἀφ’ ἑνός καί τῆς εὐχῆς, ἀφ’ ἑτέρου, που καθαγιάζει τό κράμα. Ἡ συνάφεια αὐτή συνιστᾶ (σύμφωνα μέ τόν Κλήμεντα) τήν ἔννοια τῆς «Εὐχαριστίας» και συνεπάγεται γεγονός «πίστεως» καί «ἀφθαρσίας» γιά τόν ἄνθρωπο. Οἱ μεταλαμβάνοντες «μέ πίστη» ἀπό αὐτή τήν Εὐχαριστία «ἁγιάζονται στό σῶμα καί τήν ψυχή» καί συντελεῖται μία «κράσις» (μία βαθύτατη ἕνωση) τοῦ μεταλαμβάνοντος ἀνθρώπου μέ «τή θεϊκή βούληση».

Οἱ παραπάνω θέσεις τοῦ Κλήμεντος συνιστοῦν ἐμβάθυνση στό Μυστήριο τῆς Θ. Μεταλήψεως. Ὁ Κλήμης χρησιμοποιεῖ τό θέμα τῆς «κράσεως» οἴνου καί ὕδατος στή Θ. Εὐχαριστία γιά νά ἀναφερθεῖ στην ἕνωση τοῦ μεταλαμβάνοντος πιστοῦ μέ τό Θεό κατά τή Θ. Μετάληψη. Ἡ εὐχαριστιακή θεολογία του εἶναι ἐνδιαφέρουσα καί σημαντική, σέ σχέση μάλιστα μέ τή σχετικῶς πρώϊμη (θεολογικῶς) ἐποχή του. Διαπιστώνουμε, πάντως ὅτι συνεχίζει τήν παράδοση τῆς εὐχαριστιακῆς θεολογίας περί τῆς Θ. Μεταλήψεως ὡς γεγονότος «ἀφθαρσίας» γιά τό ἀνθρώπινο σῶμα. Στά πλαίσια αὐτά κατανοοῦμε καί μιά ἀκόμα μαρτυρία τοῦ Κλήμεντος, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ὁ Κύριος ὑπενθυμίζει στόν μεταλαμβάνοντα πιστό τήν ἀκόλουθη ἀλήθεια:

Ἐγώ σου τροφεύς ἄρτον ἐμαυτόν διδούς, οὗ γευσάμενος οὐδείς ἔτι πεῖραν θανάτου λαμβάνει, καί πόμα καθ’ ἡμέραν ἐνδιδούς ἀθανασίας[5].

Β) Μαρτυρίες περί Θ. Εὐχαριστίας στον Ἅγιο Κυπριανό Καρθαγένης (+ 258 μ.Χ)

Ὁ Ἅγ. Κυπριανός Καρθαγένης εἶναι ὁ πρῶτος κατ’ ἐξοχήν Πατέρας καί Διδάσκαλος τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας[6], σέ μιά ἐποχή κατά τήν ὁποία ἡ βορειοαφρικανική ὀρθοδοξία ἀποδεικνύεται λαμπρότερη ἀπό τή θεολογία τῆς Ρώμης· στή Β. Ἀφρική, ἄλλωστε, συγκαλοῦνται οἱ πρῶτες Σύνοδοι τοῦ δυτικοῦ Χριστιανισμοῦ (Καρθαγένη, 220, 240 καί 256 μ.Χ.). Ὁ  Ἅγ. Κυπριανός ὑπερέβη τήν μονομέρεια τοῦ διδασκάλου του Τερτυλλιανοῦ καί ἡ θεολογία του προέβαλε τόν οἰκουμενικό χαρακτῆρα τῆς ὀρθόδοξης παραδόσεως. Ἡ συνέπεια ἔναντι τῆς παραδόσεως, ἡ λιπαρή γνώση τῆς Ἁγίας Γραφῆς, καθώς καί ἐκζήτηση τοῦ ἁγιοπνευματικοῦ φωτισμοῦ, ἀποτελοῦν  τούς πυλῶνες τῆς θεολογίας του καί συνιστοῦν τίς αἰτίες τοῦ σημαντικοῦ εἰδικοῦ βάρους τῶν συγγραφῶν του.

Τό ἐνδιαφέρον τῶν μαρτυριῶν τοῦ Κυπριανοῦ Καρθαγένης περί τῆς Θ. Εὐχαριστίας ἐνισχύεται ἀπό τήν διαπίστωση τοῦ σημαντικοῦ Πατρολόγου Johannes Quasten ὅτι ἡ Ἐπιστολή 63 τοῦ Κυπριανοῦ (περί τοῦ «Μυστηρίου τοῦ Ποτηρίου τοῦ Κυρίου») ἀποτελεῖ τό μοναδικό σύγγραμμα πρίν ἀπό τήν Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδο, τό ὁποῖο εἶναι ἀφιερωμένο κατ’ ἀποκλειστικότητα στή Θ. Εὐχαριστία[7].

Ἡ 63η Ἐπιστολή τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ συνετάχθη το 253μ.Χ[8]. καί ἀποτελεῖ ἕνα βαρυσήμαντο κείμενο περί τοῦ Μυστηρίου τῆς Θ. Εὐχαριστίας. Οἱ περιστάσεις, ὑπό τίς ὁποῖες ἦλθε στό φῶς ἡ Ἐπιστολή, ἀποκαλύπτονται ἐντός τοῦ κειμένου της καί ἀποτελοῦν προϋπόθεση γιά τήν μελέτη τῶν μαρτυριῶν περί τῆς Θ. Εὐχαριστίας: ὁρισμένοι Ἐπίσκοποι, εἴτε ἀπό ἄγνοια εἴτε ἀπό λανθασμένες ἀντιλήψεις, δέν ἀκολουθοῦσαν τήν ὀρθή πρακτική κατά τήν ἐπιτέλεση τῆς Θ. Εὐχαριστίας(1.1). Ἡ ἐν λόγῳ ἔλλειψη τῆς τελετουργικῆς ὀρθότητας πρέπει νά συνίστατο στήν πρακτική τῶν συγκεκριμένων Ἐπισκόπων νά προσφέρουν ὕδωρ, ἀντί οἴνου, κατά τήν Θ. Εὐχαριστία(11,1), ὑπό τόν φόβο νά προδοθοῦν ἀπό τήν ὀσμή τοῦ οἴνου (στήν ἀναπνοή τους) κατά τίς πρωϊνές ὧρες τελέσεως τῆς Θ. Εὐχαριστίας σέ μία περίοδο διωγμῶν(16,1).

Ὁ Κυπριανός θεωρεῖ τήν πρακτική αὐτή ὡς γεγονός ἐντροπῆς, τονίζοντας τή σημασία τῆς ὀρθῆς ἐπιτελέσεως τῆς Θ. Εὐχαριστίας, σύμφωνα μέ τίς ἐπιταγές τοῦ Κυρίου[9]. Γι’ αὐτό διατυπώνει τό συμπέρασμα ὅτι δέν «μποροῦμε νά ἀναφερόμαστε σέ ‘’Αἷμα τοῦ Κυρίου’’, ὅταν ἐντός τοῦ ποτηρίου δέν ὑπάρχει οἶνος»(2,2). Εἶναι προφανές ὅτι στά ἐν λόγῳ κείμενα τοῦ Κυπριανοῦ ἀνασκευάζεται ἡ πρακτική τῶν λεγομένων «ὑδατιτῶν», οἱ ὁποῖοι χρησιμοποιοῦσαν- κατά τήν ἐπιτέλεση τῆς Θ. Εὐχαριστίας- μόνον ὕδωρ καί ὄχι οἶνο. Αὐτή ἡ εὐχαριστιακή πρακτική εἶχε τίς ρίζες της στίς αἰρέσεις τῶν «Ἐγκρατιτῶν» καί τῶν «Ἐβιωνιτῶν», οἱ ὁποῖες δραστηριοποιήθηκαν στήν Ἐκκλησία ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Εἰρηναίου Λυῶνος ἕως καί τούς χρόνους τοῦ Πάπα Ρώμης Γελασίου[10]. Εἶναι πιθανόν οἱ εὐχαριστιακές αὐτές πρακτικές νά παραπέμπουν σέ ἰουδαιοχριστιανικές ρῖζες. Εἶναι προφανής, πάντως ἡ πρόθεση τοῦ Κυπριανοῦ νά μήν κατηγορήσει ὡς αἱρετικούς τούς συγκεκριμένους Ἐπισκόπους, ἀλλά νά ἀποδώσει τήν πλάνη τους σέ «ἄγνοια» ἤ «παρερμηνεία». Ὁ ἴδιος δηλώνει ἄγνοια περί τῆς προελεύσεως τῆς χρήσεως ὕδατος στή Θ. Εὐχαριστία(11,1) καί ἀρκεῖτε νά ὑποδείξει τήν ὀρθή εὐχαριστιακή πρακτική.

Ἡ ὑπόδειξη τῆς ὀρθῆς εὐχαριστιακῆς πρακτικῆς στηρίζεται ἐπί μιᾶς βιβλικῆς τυπολογίας περί τοῦ Αἵματος τοῦ Κυρίου. Στήν 62η Ἐπιστολή του ὁ Κυπριανός θεωρεῖ ὡς προτυπώσεις περί τῆς χρήσεως οἴνου στήν Εὐχαριστία τίς μορφές τοῦ Νῶε (3,1), τοῦ Μελχισεδέκ (4,1), τοῦ Ἀβραάμ (4,2), τοῦ Σολομῶντα (5,1) καί τοῦ Ἠσαΐα (7). Ἐπισημαίνει ὅτι τό ὕδωρ εἶναι «εἰκόνα» τοῦ Βαπτίσματος καί ὄχι τῆς Εὐχαριστίας, ὅταν γράφει ὅτι, «ὁσάκις οἱ Θεῖες Γραφές ἀναφέρονται στό ὕδωρ, προμηνύουν τό Βάπτισμα»(8,1). Το παράδειγμα ἄλλωστε, τῆς χρήσεως οἴνου ἀπό τόν ἴδιο τόν Κύριο συνιστᾶ, γιά τόν Κυπριανό δέσμευση τῆς Ἐκκλησίας:

Calicem etenim sub die passionis accipiens benedixi et dedit discipulis suis dicens:

‘’Bibite ex hoc omnes, hic est enim sanguis testamenti, qui pro multis  effundetur in remissionem peccatorum. Dico vobis, non bibam amodo ex ista creatura vitis, usque in diem illum quo vobiscum bibam novum in regno patris mei’’. Qua in parte invenimus calicem mixtum fuisse quem Dominus optulit et vinum fuisse quod sanguinem dixit. Unde appret sanguinem Christi non offerri, si desit calici, nec sacrificium doinicum legitima sanctificatione celebrari, nisi oblation et sacrificium nostrum responderit passioni. Quomodo autem de creatura vitis novum vinum Christo in regno patris bibemus, si in sacrificio Dei patris et Christi vinum non offerimus nec calicem Domini dominica traditione miscemus?[11]

Ὁ Κυπριανός παραπέμπει στή διήγηση τοῦ Μτ. 26, 28-29 περί τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου, ἐμμέσως δέ στό Α΄ Κορ. 11, 23-26. Ἡ ἀναφορά του σέ «κεκραμμένο οἶνο» ἀποτελεῖ μαρτυρία περί τῆς προετοιμασίας τῶν προσφερομένων Δώρων γιά τήν Θ. Εὐχαριστία (ὅτι δηλαδή, ὑπῆρχε ἀνάμειξη τοῦ οἴνου μέ τό ὕδωρ). Ἡ προτροπή του γιά πιστότητα τῆς εὐχαριστιακῆς πράξεως στό τελετουργικό τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου ὑποδηλώνει ὅτι ἡ Θ. Εὐχαριστία κατά τήν ἐποχή του παρέμενε σέ ἰσχυρό σύνδεσμο μέ τήν πρωτοχριστιανική εὐχαριστιακή πράξη. Ὁ ἰσχυρός αὐτός σύνδεσμος ὑπερτονίζεται ἀπό τόν Κυπριανό ὡς οὐσιῶδες στοιχεῖο τῆς Θ. Εὐχαριστίας, ὅταν γράφει ὅτι quod si a Domino praecipitur et ab apostolo eius hoc idem confirmatur er traditur. Ut quotienscumque biberimus, in commemorationem Domini hoc faciamus quod fecit et Dominus, invenimus non observari a nobis quod mandatum est, nisi eadem quae Dominus fecit nos quoque faciamus et calicem pari ratione minscentes a divino magisterio non recedamus[12].

Τό συμπέρασμα εἶναι προφανές: ἡ πιστότητα τῆς εὐχαριστιακῆς πράξεως ἐστιάζεται στήν πρακτική τοῦ κεκραμμένου οἶνου, τό θεολογικό συμβολισμό τοῦ ὁποίου ὁ Κυπριανός ἀναλύει στό ἀκόλουθο κείμενο: Nam quia nos omnes portabat Cristus qui in peccata nostra portabat, videmus in aqua populum intellegi, in vino vero ostendi sanguinem Christi. Quando autem in calice vino aqua miscetur. Christo populus adunatur et credentium plebs ei in quem creditit copulatur et iungitur. Quae copulation et coniunctio aquae et vini sic misxetur in calice Domini ut commixtio illa non possit ad invicem separate. Unde ecclesiam id est plebem in ecclesia constitutam fudeliter et firmiter in eo quod credidit perseverantem nulla res separare poterit a Christo quo minus haeraet semper et maneat individua dilectione. Sic autem in sanctificando calice Domini offeri aqua sola non poteste quomodo nec vinum solum potest. Nam si vinum tantum quis offerat, sanguis Christi incipit esse sine nobis. Si vero aqua sit sola, plebs incipit esse sine Christo. Quando autem utrumque miscetur et adunatione confuse sibi invicem copylatur, tunc sacramentum spiritate et caeleste perficitur, sic vero calix Domini non est aqua sola aut vinum solum, nisi utrumque sibi misceatur, quomodo nec corpus Domini potest esse farina sola aut aqua sola, nisi utrumque adunatur fuerit et copulatum et panis unius conpage solidatum. Quo et ipso sacramento populus noster ostenditur adunatus, ut quemadmondum grana multa in unum collecta et commolita et conmixta panem unum faciunt, sic in Christo qui eat panis calestis unum sciamus esse corpus, cui coniunctus sit noster numerous et adynatus[13].

Ἡ θεολογία τοῦ κεκραμμένου οἶνου λαμβάνει σημαντικές διαστάσεις, ἐφόσον (σύμφωνα μέ τόν Κυπριανό) διαδηλώνει «τό πνευματικό καί ἐπουράνιο μυστήριο» τῆς ἑνότητας τοῦ ἀνθρώπου μέ τό Θεό. Στό κείμενο αὐτό, ὅμως διαδηλώνεται ὁ ἐκκλησιολογικός χαρακτῆρας τῆς Θ. Εὐχαριστίας, ὁ βαθύτατος σύνδεσμος μεταξύ Εὐχαριστίας καί Ἐκκλησίας. Κατά τή Θ. Εὐχαριστία, ὁ ἄρτος καί ὁ οἶνος εὑρίσκονται σέ ἐνότητα, τόσο ὡς πρός τήν οὐσία τους, ὅσο καί ὡς πρός τόν συμβολισμό τους. Κατά τήν Θ. Εὐχαριστία, ὅμως ἐπιτελεῖται καί ἡ ἀνάλογη ( μέ τήν τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου) μυστηριακή ἕνωση τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας μέ τόν Χριστό.

Στήν εὐχαριστιακή θεολογία τοῦ Κυπριανοῦ, ἰδιαίτερη ἐντύπωση προκαλεῖ ἡ ἐμμονή του στόν θυσιαστικό χαρακτῆρα τῆς Θ. Εὐχαριστίας. Σέ ἐπίπεδο ὁρολογίας, ὁ χαρακτήρας αὐτός πιστοποιεῖται μέ τή χρήση ἑνός ἐξειδικευμένου λεξιλογίου, ὅπως «sacrificium» (θυσία), «commemoratio» (ἀνάμνηση), «passio» (πάθος) καί «oblatio» (προσφορά).

Ὁ Κυπριανός ἀναπτύσσει μιά εὐχαριστιακή θεολογία μέ ἄξονα τήν ἀνάμνηση τοῦ Κυρίου. Ἡ Θ. Εὐχαριστία προσφέρεται in commemoratione ejus («εἰς ἀνάμνησιν ἐκείνου»)[14] καί εἶναι dominicae passionis et nostrae redemrtionis sacramentum («μυστήριο τοῦ πάθους τοῦ Κυρίου καί τῆς σωτηρίας μας»)[15]. Ἡ θυσία εἶναι mentio passionis (ἀνάμνηση τοῦ πάθους»), ἀλλά ἰσχύει καί ἡ ἀλήθεια ὅτι passio est Domini sacrificium quod offerimus («ἡ θυσία πού προσφέρουμε εἶναι τό ἴδιο τό πάθος τοῦ Κυρίου»)[16]. Ὁ Κυπριανός ἐπιμένει στήν παράμετρο ὅτι ἡ εὐχαριστιακή θυσία ὀφείλει «νά ἀνταποκρίνεται στό πάθος τοῦ Κυρίου[17].

Τό «πάθος» τοῦ Κυρίου ἐπομένως, διαπνέει ὁλόκληρη την εὐχαριστιακή θεολογία τοῦ Κυπριανοῦ ὡς ἀνακεφαλαίωση τῶν γεγονότων πού ἐκκινοῦν ἀπό τόν Μυστικό Δεῖπνο καί κορυφώνονται στή Σταύρωση. Ὑπό τήν ἔννοια καί διάσταση αὐτή, ἡ Θ. Εὐχαριστία θεωρεῖται ὡς commemoration (ἀνάμνηση) καί sacramentum (μυστήριο)[18].

Μιά σημαντική παράμετρος στήν εὐχαριστιακή θεολογία τοῦ Κυπριανοῦ εἶναι ἡ σύνδεση τῆς Θ. Εὐχαριστίας μέ τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τήν Ἐκκλησία. Τό κατωτέρω κείμενο εἶναι ἀποκαλυπτικό τῆς ἐν λόγῳ παραμέτρου:

Et quomodo dicimus ‘’Pater noster’’, quia intellegentium et credentium pater est, sic et ‘’panem nostrum’’ vocamus, quia Christus eorum qui corpus eius contigimus panis est, hunc autem panem dari nobis cottidie postulamus, ne qui in Christo sumus et eucharistiam eius cottidie ad cibus salutis accipimus intercedente aliquo graviore delicto, dum abstenti et nom communicantes a caelesti pane prohibemur, a Christi corpore separemur ipso praedicante: ‘’ego sum panis vitae qui de caelo dascendi. Si quis ederit de meo pane, vivet in ternum. ‘’Panem autem quem ego dedero  caro mea est pro saeculi vita’’. Quando ergo dicit in aeternum vivere si qui ederit de eius pane, ut manifestum est eos vivere qui corpus eius adtingunt et eucharistiam iure communicationis acipiunt, ita contra timentum est et orandum, ne dum quis abstentus separator a Christi corpore remaneat a salute comminante ipso et dicente: ‘’ nisi ederitis carnem filiihominis et liberitis sanguinem eius, non habebitis vitam in vobis’’. Et ideo panem nostrum id est Christum dari nobis cottidie petimus, ut qui in Christo monemus et vivimus a sanvtificatione eius et corpore non recedamus[19].

Γ) Εὐχαριστικές μαρτυρίες στά ἔργα τοῦ Ἁγίου Ἐπιφανίου, Ἐπισκόπου Σαλαμῖνος τῆς Κύπρου (+403).

 

 Ἡ μελέτη τῶν  ἔργων τοῦ Ἐπιφανίου, ἐπισκόπου Σαλαμῖνος τῆς Κύπρου (315-403), καταδεικνύει ὅτι ὁ ἱερός πατήρ δέν ἀσχολήθηκε ἰδιαιτέρως μέ τήν ἱστορία καί θεολογία τῆς Θ. Λατρείας. Εἶναι προφανές ὅτι κύριος στόχος τοῦ σημαντικοῦ θεολογικοῦ του ἔργου ἀφορά στα θέματα τοῦ δόγματος τῆς Ἐκκλησίας, κυρίως μάλιστα ἐντός ἐνός ἀντιαιρετικοῦ πλαισίου.

Περί τῆς εὐχαριστιακῆς πρακτικῆς τῶν αἱρετικῶν

 

Ἔστρεψε μέ ἱδιαίτερο ζήλο τήν προσοχή του καί τή μέριμνά του στή διαφύλαξη τῆς ὁρθοδόξου πίστεως ἀπό τίς αἱρέσεις, οἱ ὁποίες ταλάνιζαν τήν Ἐκκλησία τήν ἐποχή ἐκείνη, ὅπως οἱ ἀρειανοί, οἱ πνευματομάχοι, οἱ ὡριγενιστές, οἱ ειδωλολάτρες ἀλλά καί οἱ Ἐβιωνίτες. Ὁ Ἐπιφάνιος, ἐκφράζοντας τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, πίστευε πῶς ἡ ἀλήθεια εῖναι συνώνυμη μέ τή σωτηρία, πῶς οἱ  πλάνες, οἱ αἱρέσεις καί οἱ κακοδοξίες, ὅχι μόνο δέν σώζουν, ἀλλά ὁδηγοῦν στήν ἀπώλεια. Ἔτσι ὁ  Ἐπιφάνιος κατηγορεῖ τούς Ἐβιωνίτες περί τοῦ τρόπου τελέσεως τῆς Θ. Εὐχαριστίας. Ἡ κριτική τήν, τήν ὁποία ἀσκεῖ σέ αὐτούς, ὑποδηλώνει τήν ὀρθή λειτουργική πράξη τῆς Ἐκκλησίας.

Σύμφωνα μέ τίς ἐν λόγῳ μαρτυρίες, οἱ Ἐβιωνίτες τελοῦσαν τή Θ. Εὐχαριστία μέ ἄζυμο ἄρτο καί χρησιμοποιώντας μόνο ὕδωρ (καί ὄχι οἶνο)[20]. Τή χρησιμοποίηση μόνο ὕδατος κατά τήν ἐπιτέλεση τῆς Εὐχαριστίας μαρτυρεῖ ὁ Ἐπιφάνιος καί περί τῶν  ὀπαδῶν τοῦ Μαρκίωνος[21], καθώς καί περί τῶν Ἐγκρατιτῶν[22], ἐνῶ καταγγέλει καί τήν πρακτική τῶν Ἀρτοτυριτῶν, οἱ ὁποῖοι τελοῦσαν τήν Εὐχαριστία μέ ἄρτο καί τυρί[23].

Ἡ κριτική τοῦ Ἐπιφανίου ἐναντίον μιᾶς αἱρετικῆς ἰουδαϊζουσας ὀμάδας Χριστιανῶν[24] αποκαλύπτει ὅτι ὄχι μόνο ὑφίσταντο οἱ αἱρέσεις αὐτές κατά τήν ἐποχή του, ἀλλά καί ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ 4ου αἰ. ἐπέμενε στή λειτουργική χρήση τοῦ ἔνζυμου ἄρτου κατά τή Θ. Εὐχαριστία. Ἐπί τοῦ θέματος αὐτοῦ, ἑπομένως, συμπεραίνουμε ὅτι ὁ Ἐπιφάνιος ἀνακεφαλαιώνει τήν πρό αὐτοῦ εὐχαριστιακή θεολογία περί τοῦ ἄρτου τῆς Εὐχαριστίας.

Δ) Ὁ ὑπομνηματισμός τῆς Θ. Λειτουργίας στά ἔργα τοῦ Ἁγίου Συμεῶν Θεσσαλονίκης

 

Περί τοῦ ἐνζύμου ἄρτου στήν ἀκολοθία τῆς Προθέσεως

Ἐντάσσουμε στήν ἐνότητα τῆς ἀκολουθίας τῆς Προθέσεως τά σχετικά μέ τόν ἔνζυμο ἄρτο, διότι τό θέμα αὐτό ἅπτεται τοῦ ὅλου ζητήματος, καί ἱδιαίτερα τά σχετικά μέ τόν προσφερόμενο ἄρτο.

Ὁ  Ἅγ. Συμεών ἐπισημαίνει ὅτι ὁ ἄρτος τῆς προθέσεως πρέπει νά εἶναι «ἔνζυμος», διότι «ἡ ζύμη τόν καθιστᾶ ἔμψυχο καί πραγματικά ἄρτιο»[25]. Σύμφωνα μέ τό Ὑπόμνημα, ἡ «ἀρτιότητα» τοῦ ἄρτου παραπέμπει στήν «ἀρτιότητα» τῆς ἀνθρώπινης φύσεως τοῦ Κυρίου: τό «πρόσλημμα», αὐτό «τό ὁποῖο ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ προσέλαβε ἀπό τήν ἄνθρώπινη φύση», ἦταν «τέλειο» καί «ἔγινε σάρκα» μέ «ψυχή νοερή καί λογική»· ἔτσι, ὁ Χριστός κατέστη «τέλειος ἄνθρωπος», γεγονός τό ὁποῖο παραπέμπει στήν ἀλήθεια ὅτι «ἀνέπλασε ὁλόκληρο τόν ἄνθρωπο»[26].

Τά συστατικά τοῦ ἔνζυμου ἄρτου ὑπαγορεύουν στόν Ἅγ.Συμεών τή διατύπωση συγκεκριμένων θεολογικῶν συμβολισμῶν: τό «ἀλεύρι μέ τή ζύμη» δηλώνει «τήν ψυχή» τοῦ Χριστοῦ· τό νερό (τό ὁποῖο προστίθεται στή ζύμη) δηλώνει «το Βάπτισμα», ἐνῶ τό «ἀλάτι» τό (στοιχεῖο τό ὁποῖο προστίθεται, καί αὐτό στή ζύμη) δηλώνει «τό νοῦ καί τή διδασκαλία τοῦ Λόγου»[27]. Ἀλλά καί τό γεγονός ὅτι ὁ ἔνζυμος ἄρτος (πού προσφέρται στήν Πρόθεση) ἔχει «ψηθεῖ ἐν πυρί», δηλαδή καταστεῖ βρώσιμος ἄρτος, σημαίνει ὅτι «ὁλόκληρη ἡ θεότητα ἑνώθηκε μέ τήν ἀνθρώπινη φύση» καί ὅτι «μετέδωσε» στήν ἀνθρώπινη φύση τή «δύναμη καί τήν ἐνέργειά» Της[28].

Ἡ ἀναφορά τοῦ Ἅγ. Συμεῶν στόν ἔνζυμο ἄρτο δέν θά μποροῦσε νά μήν θίξει τό θέμα τῆς «λατινικῆς» παραδόσεως χρησιμοποιήσεως ἄζυμου ἄρτου στή Θ. Εὐχαριστία. Γιά νά τοποθετηθεῖ στό θέμα αὐτό, ἀναφέρεται στό «Μυστήριο τῆς σαρκώσεως καί τοῦ πάθους», θεωρώντας ὅτι διά τῆς ἀκολουθίας τῆς Προθέσεως συμβολίζεται ἡ «ἐνανθρώπηση» καί ἡ «σταύρωση»[29]. Σύμφωνα μέ τήν ἐρμηνεία τοῦ Ἅγ. Συμεῶν, «τό σχῆμα τοῦτο» (δηλαδή ἡ «ἐνανθρώπιση» καί ἡ «σταύρωση») «ὁρᾶται ἐν τῇ σφραγίδι» (δηλαδή ἀπεικονίζεται στή σφραγίδα τοῦ προσφόρου εἶναι ἡ «ἀναγκαία» ἀπεικόνιση τῶν γεγονότων «τῆς οἰκονομίας τοῦ Σωτῆρος», τονίζοντας ὅτι στήν ἑρμηνεία αὐτή συμβάλλει ἡ «τετραμερής μορφή» τῆς σφραγίδας τοῦ προσφόρου[30].

Ἡ σφραγίδα, ὅμως, τοῦ ἄρτου παραπέμπει (σύμφωνα μέ τόν Ἅγ. Συμεῶν) καί στή «Θεότητα» τοῦ Κυρίου, διότι στή σφραγίδα αὐτή διαγράφεται ὁ σταυρός ἐντός ἐνός κύκλου, σχῆμα τό ὁποῖο συμβολίζει «τή σάρκωση τοῦ ἄναρχου καί ἀτελεύτητου Λόγου», καθώς καί τό γεγονός ὅτι «ἐνῶ ὑπῆρξε Θεός», «σαρκώθηκε ἀληθινά», «ἔλαβε τή μορφή τοῦ ἀνθρώπου» καί «ὑπέστη τό Πάθος»[31]. Ὁ Ἅγ. Συμεών τονίζει ὅτι μέ τή σφραγίδα τοῦ προσφόρου «εἰκονίζεται ἡ ἀνθρωπότητα τοῦ Κυρίου», αὐτή δέ ἡ «ἐξεικόνιση» ὑπερανύνεται τῆς ἀλήθειας περί τῶν δύο φύσεων τοῦ Χριστοῦ ἔναντι τῆς αἱρέσεως ἡ ὁποία διατείνεται ὅτι «ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Κυρίου ἀφανίστηκε»[32].

Ἡ παραπάνω συμβολική ἐρμηνεία τῆς σφραγίδας τοῦ προσφόρου ἐπιτρέπει στόν Ἁγ. Συμεών νά διακηρύξει ὅτι ὁ ἄρτος δέν πρέπει νά παραπέμπει σέ «νεκρό» καί «ἄψυχο» σῶμα, ἐπομένως δέ ὁ ἄρτος δέν πρέπει νά εἶναι ἄζυμος, ὅπως ὁ ἄρτος κατά τόν πασχάλιο ἑορτασμό τῶν Ἰουδαίων[33].

Ὁ Ἁγ. Συμεών ἀνατρέπει τόν ἰσχυρισμό «τῶν Λατίνων» ὅτι ἡ χρήση ἀζύμου ἄρτου θεμελιώνεται ἐπί τῆς παύλειας θέσεως ὅτι «ἑορτάζουμε ὄχι μέ παλαιά ζύμη, ἀλλά μέ ἄζυμα εἰλικρινείας καί ἀληθείας», θεωρώντας ὡς παντελῶς λανθασμένη τήν ἑρμηνεία τῶν Λατίνων καί προβάλλοντας τή θέση ὅτι ἡ παύλεια προτροπή ἀναφέρεται στό θέμα τῆς «ἁμαρτίας» καί ὄχι τῆς Θ. Εὐχαριστίας[34].  Ἔτσι ἡ ἔννοια τοῦ (σύμφωνα μέ τήν ἑρμηνεία τοῦ Συμεῶν) μέ τή «δίωξη τῆς ζύμης τῆς ἁμαρτίας[35]. Ἀντιθέτως ἡ ἔννοια τῆς «ζύμης» παραπέμπει στήν «ἀφθαρσία», μέ τήν ὁποία «ὁμοιώθηκε ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν»[36]. Σύμφωνα μέ τό Ὑπόμνημα, «ὁ Σωτήρας εἶναι ἡ ἀληθινή καί καθαρότατη ζύμη», εἶναι «ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς καί ὁ αἰώνιος Βασιλιάς», μέ τόν Ὁποῖο ἑνώνεται καί ἀφθαρτοποιεῖται ὁλόκληρη ἡ κτίση[37].

Ἡ παραπάνω συμβολική ἐρμηνεία τῆς ζύμης ὁδηγεῖ τόν Ἀγ. Συμεών στό θεολογικό συμπέρασμα περί τῆς βαθύτερης ἔννοιας της καί τοῦ ἐπιτρέπει νά διατυπώσει (πρός τόν ἀναγνώστη τοῦ Ὑπομνήματος) τήν ἀκόλουθη προτροπή: Ἔσο οὖν καί αὐτός ἐζυμωμένος ἐν τῷ Κυρίῳ καί τῆς ζύμης σπούδαζε εἶναι τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν καί μή ἐκ τῶν ἀζύμων σπεῦδε μετέχειν τῶν νομικῶν[38].

Εἶναι προφανές ὅτι ὁ ἔνζυμος ἄρτος διαφοροποιεῖ τή Θ. Εὐχαριστία ἀπό κάθε ἀντίστοιχη ἑβραϊκή πρακτική[39], προβάλλοντας μάλιστα τόν Κύριο ὡς τόν ἀληθινό Ἀρχιερέα καί Μελχισεδέκ», ὁ Ὁποῖος «προσφέρει θυσία ὄχι μέ ἄζυμο ἄρτο»[40]. Ἡ παύλεια φράση Τά ἀρχαῖα παρῆλθε, ἰδού γέγονε τά πάντα καινά[41], ἀποτελεῖ γιά τόν Ἁγ. Συμεών τόν ἄξονα γύρω ἀπό τόν ὁποῖο δομεῖται ἡ θεολογική θέση ὅτι «ἀντί τῶν ἀζύμων, στή Θ. Εὐχαριστία κυριαρχεῖ ὁ ἔνζυμος ἄρτος τῆς Βασιλείας τοῦ Χριστοῦ»[42].

Ἡ θεολογική θεμελίωση τοῦ Ἁγ.  Συμεών περί τῆς χρήσεως ἐνζύμου ἄρτου στή Θ. Εὐχαριστία ἰσχυροποιεῖται μέ τήν ἀναφορά του στό Μυστικό Δεῖπνο. Ἐπίσημαίνει, δηλαδή, ὅτι ὁ Κύριος «ἱερούργησε» ὄχι κατά τήν «ἡμέρα τῶν ἀζύμων», ἀλλά «πρίν ἀπό αὐτήν», ἐπικαλούμενος καί τήν μαρτυρία τῶν Εὐαγγελίων ὅτι ὁ Μυστικός Δεῖπνος ἐπιτελέστηκε «πρίν ἀπό τήν ἑορτή» (ἐννοεῖτε «τοῦ ἑβραϊκοῦ Πάσχα»)[43]. Τό Ὑπόμνημα τονίζει ὅτι ὁ Κύριος εἶχε «ποιήσει» (κατά τό παρελθόν) «τό νομικό Πάσχα». Κατά δέ τό Μυστικό Δεῖπνο «παρέδωκε τό δικό Του Πάσχα»[44]. Τήν ὑπέρβαση αὐτή τοῦ «νομικοῦ Πάσχα» κατά τό Μυστικό Δεῖπνο (ὑπέρβαση, ἡ ὁποία συνεπαγόταν τή χρήση ἔνζυμου ἄρτου) ὁ Ἁγ. Συμεών θεωρεῖ ὡς ἐντεταγμένη στά πλαίσια τῆς «ἀπελευθερώσεως ἐν Χριστῶ» ἀπό τά «δεσμά τοῦ παλαιοῦ νόμου» καί τῶν ἐγκαινίων τῆς Κ.Δ. διά τοῦ «αἷματος τοῦ Κυρίου»[45]. Ἐπί τῶν παραπάνω θεολογικῶν θεμελιώσεων ὁ Ἁγ. Συμεών ἑδράζει τήν ἀνακεφαλαίωση τῆς θέσεώς του περί τῆς χρήσεως ἔνζυμου ἄρτου ἀπό τόν Κύριο κατά τόν Μυστικό Δεῖπνο: Ἔνζυμον τέλειον ἄρτον ἱερούργησεν ὁ Σωτήρ εἰς τό Πάσχα ὅ ἐπεθύμησεν[46].

Ἡ πλάνη τῶν Ἀρμενίων περί τῆς χρησιμοποιήσεως τοῦ οἴνου κατά τή Θ. Εὐχαριστία

Περί τοῦ ἐν λόγῳ θέματος, ὁ Ἁγ.  Συμεών ὑπενθυμίζει κατ’ ἀρχάς τήν εὐαγγελική μαρτυρία ὅτι ἀπό τήν πλευρά τοῦ Κυρίου «ἐξῆλθε αἷμα καί ὕδωρ», προσθέτοντας ὅτι «αὐτό πού ἔρευσε ἀπό τό κυριακό σῶμα ἀποκαλεῖται ὡς κοινωνία»[47]. Τό Ὑπόμνημα τονίζει τό συμβολικό χαρακτήρα τῶν δύο στοιχείων (αἷματος καί ὕδατος) καί καταφέρεται ἐναντίον τῆς αἱρέσεως τῶν Ὑδροπαραστατῶν, ἡ ὁποία ἀποδέχεται τή χρήση μόνο τοῦ ὕδατος κατά τή Θ. Εὐχαριστία, χαρακτηρίζοντας τή συγκεκριμένη αἵρεση ὡς «δυσσεβή» καί ὡς «ἀνατρεπτική τῆς παραδόσεως τῶν μυστηρίων»[48]. Ὁ Ἁγ. Συμεών ἐπισημαίνει ὅτι ἡ συγκεκριμένη αἵρεση ἀκολουθεῖ τή «δυσσέβεια τῶν ἐθνικῶν» ὅτι «ὁ οἶνος ὁδηγεῖ σέ μέθη», δυσσέβεια τήν ὁποία ἀποδίδει στήν ἐνέργεια «τοῦ πονηρότατου δαίμονος»[49].

Στόν ἀντίποδα τῶν Ὑδροπαραστατῶν, ὁ Ἁγ. Συμεών στρέφει τήν κριτική του ἐναντίον τῶν Ἀρμενίων, οἱ ὁποῖοι χρησιμοποιοῦν μόνο οἶνο κατά τή Θ. Λειτουργία καί τούς ὁποίους ἀποκαλεῖ ὡς αἱρετικούς[50]. Ἡ πληροφορία τοῦ Ὑπομνήματος περί τῆς ἐν λόγῳ λειτουργικῆς πρακτικῆς τῶν Ἀρμενίων εἶναι ὅτι οἱ συγκεκριμένοι αἱρετικοί «στοχεύουν δῆθεν νά ἀνατρέψουν κάποια ἄλλη αἵρεση, ἀλλά οἱ ἴδιοι περιπίπτουν σέ χειρότερη αἵρεση»[51]. Ἀναλύοντας τίς θέσεις τῶν Ἀρμενίων, ὁ Ἁγ. Συμεών ἐπισημαίνει ὅτι οἱ θέσεις αὐτές δημιουργήθηκαν ἀπό ἀντίδραση στό Νεστοριανισμό, προσθέτοντας ὅμως ὅτι ὄχι μόνο δέν ἀντιμάχονται τήν αἵρεση, ἀλλά οἱ ἴδιοι «βαίνουν ἐναντίον τῶν θείων δογμάτων»[52].

Στήν κριτική του ἐναντίον τῶν Ὑδροπαραστατῶν, ὁ Ἁγ. Συμεών παραθέτει τή θέση τοῦ Ἰ. Χρυσοστόμου, ὁ ὁποῖος ὑπενθυμίζει τούς λόγους τοῦ Κυρίου περί «πόσεως ἐκ τῆς ἀμπέλου »[53], γεγονός τό ὁποῖο καταδεικνύει τή νομιμότητα χρήσεως τοῦ οἴνου κατά τή Θ. Εὐχαριστία, ἐφόσον «ἡ ἄμπελος γεννᾶ οἶνον καί οὐχ ὥδωρ»[54]. Ἡ θέση τοῦ Ὑπομνήματος εἶναι σαφής: «Ὅπως διδαχθήκαμε ὅτι ἀπό τήν πλευρά τοῦ Κυρίου ἔρρευσε αἷμα καί ὕδωρ»[55]. Παρομοίως, ὁ ἄρτος ἔνζυμος ἄνωθεν ἡμῖν παρεδόθη προσάγεσθαι[56].

Ἐπισης στήν «Διδασκαλία (ἤ Ἑρμηνεία) πρός τούς ἱερεῖς καί διακόνους» ἡ χρῆσις χημικῶν προϊόντων ἤ οἴνου ἀναμεμιγμένου μέ ξένα συστατικά ἤ ἀλλοιωμένου οἴνου πρέπει νά ἀπόκλείεται.  Στά ἀκόλουθα κεφάλαια συνοψίζει τήν σχετική διάταξη ὡς εξῆς:

Κεφάλαιο Ε΄: Περί τῆς ὕλης τοῦ μυστηρίου αὐτοῦ τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ.  Ἡ ὕλη τοῦ μυστηρίου τοῦ σώματος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἶναι ὁ ἄρτος, ὁ ἐκ καθαροῦ σίτου καί ἀλεύρου μέ τό φυσικόν ὕδωρ ἐζυμωμένος καί καλῶς ἕψημένος, ἔνζυμος, ἱκανῶς ἁλατισμένος, λαμπρός, καθαρός, γεῦσιν  ἰδιάζουσαν ἔχων καί εἰς τροφήν εὐπρόσδεκτος · διότι ὁ ἄζυμος ἄρτος, εἰ καί εἶναι ἐκ σίτου, ἐν τῃ ἁγία ἀνατολικῆ ὀρθοδόξῳ καί καθολικῇ Ἐκκλησία εἰς ὑποκείμενον, τουτέστιν εἰς ὕλην τοῦ σώματος τοῦ Χρστοῦ δέν δύναται νά γείνη, ὅθεν ἄς μή τολμήσῃ τίς νά λειτουργήσῃ μέ ἄζυμα · ἄλλος δέ ἄρτος , πλήν τοῦ σιτίνου καί ἐνζύμου, ἀπό παντός γεννήματος καί σπόρου εἰς ὕλην τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ δέν γίνεται · ὁ δέ τολμήσας ἱερεύς νά λειτουργήσῃ μέ ἄλλον ἄρτον ἄλλων σπόρων ἤ μέ γάλα καί βούτυρον καί αὐγά ἀλειμμένον, ἤ εὐρωντιῶντα καί ἡμιεψημένον ἤ κεκαυμένον ἤ σκληρόν καί ξηρόν πολύ ἤ διεφθαρμένον σφόδρα, βαρέως ἁμαρτάνει καί καθαιρεῖται.

Κεφάλαιο Στ΄: Περί τῆς ὕλης τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ὕλη τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὁ οἶνος, ὁ ἀπό τοῦ καρποῦ τῆς ἀμπέλου γινόμενος, ὅς τις πρέπει νά εἶναι καλός, εὐώδης καί δεκτός εἰς πόσιν καί καθαρός, νά μή ἧναι ἀναμεμιγμένος μέ ἄλλα ποτά ἐκτός τῶν ἀπό σταφυλῆς. Εἰς τήν προσκομιδήν δέ νά ἐγχέῃ ὀλίγον ὕδωρ εἰς τόν οἶνον καί μετά τόν ἁγιασμόν τῶν μυστηρίων ζέον ὕδωρ κατά τήν διάταξιν. Οἱ δέ ἀπό διαφόρων ὀσπρίων καί ὀπωρικῶν γινόμενοι ζωμοί δεν γίνονται οἶνος μήτε εἶναι, καί φυλάττου, ἄν δέ τίς τολμήσῃ πλήν τοῦ τῆς ἀμπέλου οἶνου μεταχειρισθῆ ἄλλου εἴδους ἤ ζωμόν ἤ μέ ὀξίνην οἶνον, ἤ ἀναμεμιγμένον μέ ἄλλα εἴδη, ἀμαρτάνει θανασίμως καί καθαιρεῖται. Ὅταν δέ εἰς τήν προσκομιδήν ὁ ἱερεύς λέγων τούς λόγους τούτους «εὐθέως ἐξῆλθεν αἶμα καί ὕδωρ» δέν βάλῃ εἰς τό ποτήριον ὀλίγον ὕδωρ καί μετά τόν ἁγιασμόν τῶν θείων μυστηρίων, ὅταν ἐμβάλλῃ εἰς τό ποτήριον τό μέρος τοῦ θείου Μαργαρίτου, δέν βάλῃ ζέον ὕδωρ ἤ ἀντί θερμοῦ, ψυχρόν ὕδωρ, ἁμαρτάνει θανασίμως, ὡς παραβάτης τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως, ὅθεν ἔχει χρέος εἰς τήν προσκομιδήν καί τήν τελείωσιν τῶν ἁγίων νά ἐγχέῃ ὕδωρ εἰς τό ποτήριον · νά προσέχῃ νά μή βάλῃ πολύ ὕδωρ, ὥστε νά ἀλλάξῃ τήν ἰδιάζουσαν γεῦσιν τοῦ οἶνου εἰς ὕδωρ, ὅτι θανασίμως ἁμαρτάνει καί καθαιρεῖται τῆς ἱερωσύνης αὐτοῦ.

Καί στό κεφάλαιο Ζ΄: Περί συμβαινόντων τινῶν εἰς τήν θείαν λειτουργίαν, εἰς τήν ὕλην , εἰς τήν τελείωσιν καί εἰς τους λοιπούς λειτουργοῦντας. Εἰς τήν ὕλην τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, ἤγουν εἰς τόν ἄρτον, δύνανται νά συμβῶσι ταῦτα· ἑάν ὁ ἱερουργῶν πρό τῆς εὐλογίας γνωρίσῃ τόν ἄρτον εἰς τήν τράπεζαν ἐπί τοῦ δίσκου εἰς ἁγιασμόν προτιθέμενον ὅτι εἶναι διεφθαρμένος ἤ ἐξ ἄλλης ὕλης ἤ εὐρωτιῶν ἤ ἄζυμος, εὐθέως νά τόν ἐκβάλῃ καί νά λάβῃ ἄλλον καλόν, καθαρόν σίτινον καί ἄς λέγῃ ἐπ’ αὐτόν ἡσύχως «εἰς ἀνάμνησιν τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ» καί τά λοιπά ὅλα τῆς προσκομιδῆς τά ἐπί τόν Μαργαρίτην καί ἄς λάβῃ συνήθως τόν Μαργαρίτην καί βάλλων ἐπί τόν ἅγιον Δίσκον ἄς θύσῃ καί ἄς κεντήσῃ, καί οὕτως ἐκεῖ, ὅπου ἔστη πρό τῆς εὐλογίας, ἄς ἀρχήσῃ καί ἄς ἁγιάσῃ καί ἄς τελειώσῃ τήν ἱερουργίαν κατά τό σύνηθες…  Προσέτι νά μη τολμήσῃ τις νά λειτουργήσῃ ποτέ μέ προσφοράν πολλά ξηράν καί πολυήμερον καί πρίν νά ἀρχήσῃ τήν προσκομιδήν λαμβάνων εἰς τάς χείρας αὐτοῦ τήν προσφοράν, ἄς τήν σκέπτηται καλά τί εἴδους εἶναι καί διά τό ἀσφαλές καί ἄπταιστον ἄς κόψῃ μίαν καί βλέπων αὐτήν καλήν ἐκ σιτίνου ἀλεύρου χωρίς τινος ἀμφιβολίας καί συγχύσεως μέ καθαράν καί εἰρηνικήν συνείδησιν ἄς ἱερουργᾖ.

Καφάλαιο 20

Ὁ ἄρτος τῆς Θ. Εὐχαριστίας:

Ἡ περί ἀζύμων ἔρις τοῦ 11ου αἰώνα

 Τό θέμα τῶν ἀζύμων πρίν τήν ἔριδα

Καθολική εἶναι ἡ διαπίστωση ὅτι «τά ἄζυμα τῆς δυτικῆς Ἐκκλησίας ἦσαν ἄγνωστα κατά τήν πρώτην τοῦ Χριστοῦ χιετηρίδα»[57], ἐνῶ ἀκόμη καί ρωμαιοκαθολικοί συγγραφεῖς θεωροῦν ὅτι ἡ υἱοθέτησή τους ἀπό τή δυτική Ἐκκλησία ἄρχισε κατά τόν 8ο αἰ. ἤ καί ὅτι ἡ χρήση τοῦ ἐνζύμου ἄρτου ἴσχυε (γιά τήν Ἐκκλησία τῆς Δύσεως) παράλληλα μέ τήν τοῦ ἀζύμου. Ὁ Ο΄ Κανόνας τῶν ἁγίων Ἀποστόλων εἶναι κατηγοριματικός ἐναντίον τοῦ ἑβραϊκοῦ ἑορτασμοῦ τῶν ἀζύμων[58].

Α)  Ὁ Ἅγιος Ἐπιφάνιος καί Ἐβιωνίτες  

Ὁ Ἁγ. Ἐπιφάνιος Κύπρου κατηγορεῖ τοῦς Ἐβιωνίτες ὅτι τελοῦσιν (τή Θ. Εὐχαριστία) ἀπό ἐνιαυτόν εἰς ἐνιαυτόν δι’ ἀζύμων[59]. Εἶναι προφανές ὅτι ἡ τέλεση τῆς Θ. Εὐχαριστίας με ἄζυμο ἄρτο ἀποτελοῦσε πρακτική ἀντίθετη μέ τήν κρατοῦσα ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

Θά σχολιάσουμε μία μαρτυρία τοῦ Ἐπιφανίου Κύπρου, ἡ ὁποία θά μποροῦσε νά θεωρηθεῖ ὡς ἀποκαλυπτική τῆς χρήσεως ἀζύμου ἄρτου. Ἀναφερόμενος στόν ἄρτο τῆς Θ. Εὐχαριστίας, ὁ Ἁγ. Ἐπιφάνιος γράφει τά ἀκόλουθα: Καί ὁρῶμεν ὅτι οὐκ ἴσον ἐστίν οὐδέ ὅμοιον, οὐ τῇ ἐνσάρκῳ εἰκόνι, οὐ τῇ ἀοράτῷ θεότητι, οὐ τοῖς χαρακτῆρσι τῶν μελῶν. Τό μέν γάρ ἐστι στρογγυλοειδές καί ἀναίσθητον ὡς πρός τήν δύναμιν· καί ἠθέλησεν χάριτι εἰπεῖν· Τοῦτο μου ἐστί τόδε, καί οὐδείς ἀπιστεῖ τῷ λόγῳ· ὁ γάρ μή πιστεύων εἶναι αὐτόν ἀληθινόν, ὡς εἶπεν, ἐκπίπτει τῆς χάριτος καί τῆς σωτηρίας[60]. Οἱ ἐπιθετικοί προσδιορισμοί περί τοῦ ἄρτου ὅτι ἦταν «στρογγυλοειδής» καί «ἀναίσθητος» θά μποροῦσαν νά παρερμηνευτοῦν ὡς παραπέμποντες στόν ἄζυμο ἄρτο τῆς δυτικῆς ‘’Ἐκκλησίας’’[61]. Ἀμφότεροι ὅμως, οἱ προσδιορισμοί ἰσχύουν καί περί τοῦ ἐνζύμου ἄρτου, ὁ ὁποῖος ἔχει «στρογγυλοειδή» μορφή καί μπορεῖ νά θεωρηθεῖ ὡς «ἀναίσθητος» ὑπό τήν ἔννοια μιᾶς ἀντιθέσεως μεταξύ τοῦ ἄρτου τῆς Εὐχαριστίας καί τοῦ ζῶντος Κυρίου[62].

Β).  Ἄζυμα καί Ἀππολιναρισμός

 

Τά ἄζυμα συνέχονται μέ τήν αἵρεση τοῦ Ἀπολλιναρισμοῦ. Ὁ Ἀπολλινάριος δίδασκε ὅτι ὁ Κύριος προσέλαβε σάρκα χωρίς νοῦ καί ψυχή. Σύμφωνα μέ τή μαρτυρία τοῦ Μητροφάνους Κριτόπουλου περί τοῦ Ἀπολλιναρίου, ἐκεῖνος γάρ δογματίζων τόν Κύριον σάρκα ἄψυχον καί ἄνουν ἀνειληφέναι, καί τήν αἵρεσιν εἴτουν βλασφημίαν, ταύτην βεβαιῶν οὐ προσέφερε τῷ μυστηρίῳ ἄρτον, ἀλλ’ ἄζυμα, φάσκων· ὅ,τι ἡ ψυχή τῷ σώματι, τοῦτο ἡ ζύμη τῷ ἄρτῳ[63].

Ἡ   ζύμη, ἐπομένως, ποῦ καθιστᾶ τόν ἄρτο ἔνζυμο, ἐπέχει θέση τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία ἀναδεικνύει τό σῶμα ὡς ζωντανό καί ὄχι ὡς νεκρό[64].  Ὁ Θεόδωρος Ἀνδίδων ἐξέθεσε τίς ἀπόψεις του περί τῆς συνάφειας ἄζυμου ἄρτου καί Ἀπολλιναρισμοῦ. Εἶναι ἐπομένως, σαφές ὅτι ἡ ἐν λόγῳ συνάφεια εἶχε ἐπισημανθεῖ σέ μία ἐποχή λίγο μετά τήν ἔναρξη τῆς ἔριδος περί τῶν ἀζύμων.

Γ) Ἡ μαρτυρία τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης

Ὁ  Ἁγ.Γρηγόριος Νύσσης διατυπώνει ἐνδιαφέρουσα προσέγγιση τοῦ θέματος τῆς ἑνώσεως τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ μέ τό σῶμα ἐκείνων, οἰ ὁποῖοι μεταλαμβάνουν τό ἐν λόγῳ Σῶμα κατά τή Θ. Εὐχαριστία: Kαθάπερ γάρ μακρά ζύμη, καθώς φησίν ὁ ἀπόστολος, ὅλον τό φύραμα πρός ἑαὐτήν συνεξομοιοῖ, οὕτως καί τό θανατισθέν ὑπό τοῦ Θεοῦ σῶμα ἐν τῷ ἡμετέρῳ γενόμενον, ὅλον πρός ἑαυτό ματαποιεῖ καί μετατίθησιν. Ὡς γάρ τοῦ φθοροποιοῦ πρός τό ὑγιαῖνον ἀναμιχθέντος, ἅπαν τό ἀνακραθέν συνηχρείωται· οὕτως καί τό ἀθάνατον σῶμα ἐν τῷ ἀναλαβόντι αὐτό γενόμενον, πρός τήν ἑαυτοῦ φύσιν καί τό πᾶν μεταποίησεν[65].

Τό κέντρο τῆς παραπάνω θεολογικῆς θέσεως τοῦ Νύσσης εἶναι ὅτι κατά τή Θ. Εὐχαριστία οἱ πιστοί μεταλαμβάνουν τό «ἀθάνατον σῶμα» τοῦ Κυρίου, τό Ὁποῖο «ἀναμειγνύεται μέ τήν ἀνθρώπινη φύση». Ἡ ἀλήθεια αὐτή εἶναι κεφαλαιώδης γιά τή θεολογία περί ἐνζύμου ἄρτου, διότι προβάλλει τή δράση τῆς ζύμης ὡς συμβόλου τῆς ἑνότητας Θεοῦ καί ἀνθρώπου μέσα ἀπό τή Μετάληψη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Ὅπως τονίζει ὁ Νύσσης, μή εἶναι δυνατόν ἐν ἀθανασίᾳ γενέσθαι τό ἡμέτερον σῶμα, εἰ μή διά τῆς πρός τό ἀθάνατον κοινωνίας ἐν μετουσίᾳ τῆς ἀφθαρσίας γενόμενον[66]. Γι’ αὐτό καί ὁ Χριστός, (συνεχίζει ὁ Νύσσης), μέσα ἀπό τή μετάληψη τοῦ Σώματος Του κατά τή Θ. Εὐχαριστία, τοῖς σώμασι τῶν πειστευκότων κατακιρνάμενος, ὡς ἄν τῇ πρός τό ἀθάνατον ἐνώσει, καί ἄνθρωπος τῆς ἀφθαρσίας μέτοχος γένοιτο[67].

Ἡ θεολογία τοῦ Γρηγορίου Νύσσης περί τῆς «ἀθανατήσεως» τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος μέσα ἀπό τή Μετάληψη τοῦ Σώματος τοῦ Κυρίου ἀποτελεῖ τή βάση τῆς πίστεως τῆς ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας ὅτι οἱ πιστοί μεταλαμβάνουν τό ἀναστημένο καί ἔνδοξο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ·  ἐπομένως, αὐτό τό Σῶμα παραπέμπει μόνο στόν ἔνζυμο ἄρτο ἐφόσον ἡ ζύμη ὑποδηλώνει τή ζωή.

Δ) Ἰερός  Χρυσόστομος

Ἐνδιαφέρουσα εἶναι ἡ ἐπί τοῦ θέματος τοποθέτηση τοῦ Ἁγ.  Ἰωάννου Χρυσοστόμου. Ἀναφερόμενος στό γεγονός ὅτι ὁ Χριστός συνέφαγε μέ τούς μαθητές Του, ἐπισημαίνει τά ἀκόλουθα: Ἐπεί καί ὁ Χριστός διά τοῦτο μετ’ αὐτῶν τό πάσχα ἐποίησεν, οὐχ ἵνα ποιῶμεν ἡμεῖς μετ’ ἐκείνων, ἀλλ’ ἵνα τῇ σκιᾷ τήν ἀλήθειαν ἐπαγάγῃ. Καί γάρ … καί ἄζυμα ἔφαγε… Ἀλλ’ οὐδενί τούτων ἡμεῖς ὑποκείμεθα, ἀλλά βοᾶ Παῦλος λέγων…’’Ὥστε ἑορτάζωμεν μή ἐν ζύμῃ παλαιᾷ μηδέ ἐν ζύμῃ κακίας καί πονηρίας, ἀλλ’ ἀζύμοις εἰλικρινείας καί ἀληθείας’’. Ἡμῶν γάρ τά ἄζυμα οὐκ ἄλευρον πεφυραμένον, ἀλλ’ εἰλικρινής πολιτεία καί βίος ἐνάρετος[68].

Ὁ  Ἁγ. Ἰωάννης Χρυσόστομος δομεῖ τή θέση του ἐπί τοῦ Α΄ Κορ. 5, 8 γιά νά τονίσει ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ «ἀζύμου» στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας δέν ἀφορᾶ στή «ζύμη» κατά κυριολεξία, ἀλλά στή μεταφορική ἔννοια τῆς ζύμης: εἶναι ἡ «εἰλικρινής πολιτεία» καί ὁ «ἐνάρετος ζῆλος», ὑπό τήν ἔννοια ὅτι οἱ ἀρετές αὐτές προκαλοῦν πνευματική ζύμωση, ἡ ὁποία προάγει τήν πνευματικότητα τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ πιστοί, ἐπομένως, χρησιμοποιοῦν ἔνζυμο ἄρτο γιά νά σημάνουν ὅτι ἡ ζωή τους εἶναι (ἤ πρέπει νά εἶναι) μία διαρκής πνευματική ζύμωση, μιά πορεία πρός τήν ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν. Ἡ θέση αὐτή τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου ἑδράζεται ἐπί τῆς εὐρύτερης κριτικῆς του ἐναντίον τῶν «ἰουδαϊκῶν ἀζύμων», τά ὁποῖα θεωρεῖ ὡς «ἀκάθαρτα»[69].

Δι’ ὅλων αὐτῶν τῶν Πατερικῶν θέσεων καί ἀπόψεων ἀβίαστα ἐξάγεται τό συμπέρασμα ὅτι: Ἡ χρήση τῶν ὑλικῶν τῆς θείας Μυσταγωγίας πού μᾶς παραδώθηκαν ἀπό τόν Κύριο διαχρονικά,  ἐπενδήθηκαν ἀπό τους Ἁγίους Πατέρες μέ κανονικό κῦρος καί ὡς ἐκ τούτου ὁ περαιτέρω προβληματισμός περί ἀντικαταστάσεως τῶν ὑλικῶν τῆς θείας Λατρείας εἶναι ὄχι μόνο περιττός ἀλλά καί ἐπιζήμιος.

 

[1] Κλήμεντος Ἀλεξανδρέως, Στρωματεῖς, 1,19, PG 8, 812C- 813A.

[2] Εγκρατίτες ή Εγκρατευτές ή Εγκρατείς, ἦταν μιά ἀρχαία χριστιανική αἵρεση, τῆς ὁποίας οἱ ὁπαδοί ἀπεῖχαν ἀπό τό γάμο, τήν ἰδιοκτησία καί ὡρισμένων τροφῶν. Ἡ ἐγκράτεια θεωρούνταν ἀπό τούς χριστιανούς ὡς καρπός τοῦ Πνεύματος (Γαλάτ. ε΄23), ἀλλ΄ εἶχε τήν ἔννοια τῆς ἐν μέτρῶ ἀποφυγῆς ὡρισμένων ἀπολαύσεων· γι’ αὐτό κατατασσόταν  μαζί με τίς ἄλλες ἀρετές καί δέν ὡρίζωνταν ὡς ὁ ἀποκληστικός ρυθμιστικός κανόνας τοῦ βίου. Παρουσιάσθηκαν ὅμως καί κήρυκες  ὑποχρεωτικῆς  ἀποχῆς ἀπό τοῦ γάμου καί ὡρισμένων τροφῶν, ἐπικρινόμενοι ἤδη ἀπό τόν Παύλο. «Ἐν ὑστέροις καιροῖς ἀποστατήσονταί τινές τῆς πίστεως, προσέχοντες πνεύμασι πλάνης καί διδασκαλίαις δαιμόνων… κωλυόντων γαμεῖν, ἀπέχεσθαι βρωμάτων»(Α΄ Τιμ. δ’ 1-3). Ὡς κήρυκες τῆς ἐγκρατείας ἀπό τούς αἱρεσιάρχες διακρίθηκαν ὁ Μαρκίων, ὀ Σατουρνῖνος καί ὁ ἀκολουθήσας αὐτούς ἀπολογητής Τατιανός ὁ καί διαμορφωτῆς αὐτῆς. Πίστευαν στήν δυαρχία,  καί ἀναφέρει ὁ Ἐπιφάνιος: «Φάσκουσιν δέ καί οὗτοι ἀρχάς τινάς εἶναι, τήν τε τοῦ διαβόλου ἀντικειμένην πρός τά τοῦ Θεοῦ ποιήματα καί μή ὑποτασσομένην»(Πανάριον 47, 1). Ὁ Ἅγιος Ἐπιφάνιος δίνει καί περαιτέρω πληροφορίες  σχετικά μέ τούς κανονισμούς αὐτῶν. «Τόν δέ γάμον σαφῶς τοῦ διαβόλου ὁρίζονται. Ἔμψυχα δέ βδελύσσονται ἀπαγορεύοντες, οὐχ ἕνεκεν ἐγκρατείας οὔτε πολιτείας, ἀλλά κατά φόβον καί ἰνδαλμόν τοῦ μή καταδικασθῆναι ἀπό τῆς τῶν ἑμψύχων μεταλήψεως. Κέχρηνται δέ καί αὐτοί μυστηρίου δι’ ὕδατος· οἶνον δέ ὅλως οὐ μεταλαμβάνουσι, φάσκοντες εἶναι διαβολικόν». Σύμφωνα μέ αὐτά οἱ ἀπαγορεύσεις τους ἦταν σχετικές μέ τόν γάμο καί τις τροφές. Οἱ ορθόδοξοι ἀντέκρουσαν τήν διδασκαλία των περί ἀποφυγῆς τοῦ γάμου, ἐπικαλούμενοι τήν φυσιολογική κατασκευή τοῦ ἄρρενος καί τοῦ θήλεος, ἀλλά ἡ ἀντίρρησις δέν τούς εμπόδιζε αὐτούς νά ἐμμένουν εἰς τίς ἀπόψεις τους. Ἀλλ΄ ἐνῶ αὐτές ἦταν οἱ ἀρχές τους ὡς πρός τόν γάμο, ὁ Ἐπιφάνιος σημειώνει ὅτι διαρκῶς συναναστρέφονταν γυναίκες, «γυναιξί συνοδεύοντες καί συνδιαιτώμενοι»(47, 3), όπως ἐπρατταν καί οἱ Μασσαλιανοί. Ἡ τέλεση τῆς θείας εὐχαριστίας  δι’ ἄρτου καί ὕδατος- λόγῳ ἀπαγορεύσεως τοῦ οἴνου - ἔδωσε σέ αὐτούς καί τό ὄνομα «ὑδροπαραστάται». Ἄλλοι ἀπό τούς αὐστηρούς, ὅπως οἱ Μοντανιστές ἐτέλουν αὐτήν μέ τυρόν. Ὁ Ἐπιφάνιος γράφει ὅτι, ἐπί τῶν ἡμερῶν του, ὁπαδοί τῆς αἴρεσης αὐτῆς ὑπήρχαν σέ περιοχές τῆς Μικρᾶς Ἁσίας, τήν Πισιδία, τῆ Φρυγία , τήν Ἰσαυρία, τήν Κιλικία, τήν Γαλατία, τήν  Συρία, τήν Παμφυλία καί τή Ρώμη. Ὑπῆρχαν μεταξύ 2ου και 4ου αἰώνα μ.Χ.

[3] Κλήμεντος Ἀλεξανδρέως, Στρωματεῖς, 1, 1, PG 8,  692Β.  

[4] Κλήμεντος Ἀλεξανδρέως, Παιδαγωγός, 2, 2 PG 409Β- 412Α.

[5] Κλήμεντος Ἀλεξανδρέως. Τίς ὁ σωζόμενος πλούσιος, 23, PG 9, 628D.

[6] Στ.  ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Πατρολογία, τόμ. Α΄, Ἀθήνα, Παρουσία, 19973, σ. 427.

[7] QUASTEN, J., Patrology (Vol. II: The Ante- Nicene Literature after Irenaeus), Utrecht- Antwerp, Spectrum, 1975, σ. 381. Τήν ἴδια Ἐπιστολή εἶχε ἀποκαλέσει ὁ P. BATIFFOL ὡς «τή μαρτυρία τήν πλέον ἀξιόλογη, τήν ὁποία ἔχει νά ἐπιδείξει ἡ χριστιανική γραμματεία τῶν πρώτων αἰώνων περί τῆς Θ. Εὐχαριστίας» (‘Etudes d’ histoire et de theogie positive. L’ Eucharistie, la presence reelle et la transsub – stantiation, Paris 19309, ss. 237- 238).

[8] Περί τῆς ἐντάξεως τῆς ἐν λόγῳ Ἐπιστολῆς στό ἔργο τοῦ Κυπριανοῦ, βλ. L. BAYARD, Saint Cyprien, Correspondance, t. I, II, Paris 1962.

[9] Admonitos autem nos scias ut in calice offerendo dominica tradition servetur neque aliud fiat a nobis quam quod pro nobis Dominus prior fecit, ut calix quid in commemoratione eius offectur mixtus vino offeratur (2,1, PL 4, 373Β) [«Ὀφείλουμε νά διατηρήσουμε τήν παράδοση καί νά μήν πράξουμε κάτι ἀντίθετο μέ αὐτό πού ὁ Κύριος ἔπραξε πρῶτος, προσφέροντας στό ποτήριο- εἰς ἀνάμνηση Του- κεκραμμένο οἶνο μέ ὕδωρ»]. 

[10] Βλ. σχετικῶς : R. JOHANNY, «Cyprien…», σ, 156. 

[11]Ἐπιστολή 63, 9 (2-3), PL 4, 376B[«Εἶναι γεγονός ὅτι τήν προηγούμενη ἡμέρα ἀπό τό Πάθος Του, ἀφοῦ ἔλαβε ποτήριο τό εὐλόγησε καί τό ἔδωσε στούς Μαθητές Του λέγοντας: ‘’Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες, τοῦτο γάρ ἐστιν τό αἷμα μου τῆς διαθήκης τό περί πολλῶν ἐκχυνόμενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν. Λέγω δέ ὑμῖν, οὐ μή πίω ἀπ’ ἄρτι ἐκ τούτου τοῦ γενήματος τῆς ἀμπέλου ἕως τῆς ἡμέρας ἐκείνης ὅταν αὐτό πίνω μεθ’ ὑμῶν καινόν ἐν τῇ βασιλεία τοῦ Πατρός μου’’. Ἀπό τήν μαρτυρία αὐτή ἀντιλαμβανόμεθα ὅτι τό ποτήριο ποῦ ὁ Κύριος προσέφερε ἦταν κεκραμμένο καί ὅτι αὐτό ποῦ απεκάλεσε ὡς ‘’Σῶμα’’ Του ἦταν οἶνος. Ἐξ’ αὐτοῦ συμπεραίνουμε ὅτι τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ δέν προσφέρεται ἐάν ὁ οἶνος δέν ὑπάρχει ἐντός τοῦ ποτηρίου καί ὅτι ἡ Θυσία τοῦ Κυρίου δέν ἐπιτελεῖτε ὀρθῶς ἐάν ἡ προσφορά καί ἡ θυσία μας δέν ἀνταποκρίνονται στό Πάθος Του. Ἐξ’ ἄλλου, πῶς θά πιοῦμε τόν καινούργιο οἶνο, καρπό τῆς ἀμπέλου, ἀπό κοινοῦ μέ τόν Κύριο στή βασιλεία τοῦ Πατρός Του, ἐάν στή θυσία τοῦ Θεοῦ Πατέρα καί τοῦ Χριστοῦ δέν προσφέρουμε οἶνο καί δέν ἀναμιγνύουμε τό περιεχόμενο τοῦ Ποτηρίου σύμφωνα μέ τήν παράδοση τοῦ Κυρίου;»].

[12] Ἐπιστολή 63η,  10, 2[ «Ἐφόσον ἔχει διδαχθεῖ ἀπό τόν Κύριο καί ἔχει ἐπιβεβαιωθεῖ καί ἐπαναδιατυπωθεῖ ἀπό τόν ἀπόστολο (Παῦλο), νά ἀκολουθοῦμε (κάθε φορά πού μεταλαμβάνουμε ἀπό τοῦ Ποτηρίου εἰς ἀνάμνηση τοῦ Κυρίου) αὐτό πού ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος ἔπραξε, διαπιστώνουμε ὅτι δέν εἴμαστε συνεπεῖς μέ την ἐντολή Του ἐάν δέν πράττουμε αὐτό πού ὁ Κύριος ἔπραξε, ἐάν δέν ἀκολουθοῦμε τή θεϊκή διδασκαλία χρησιμοποιώντας κεκραμμένο οἶνο»].

[13] Ἐπιστολή 63,13[«Στήν πραγματικότητα, ὅπως ὁ Χριστός θυσιάστηκε γιά ὅλους μας καί ἐσήκωσε τίς ἀμαρτίες μας, βλέπουμε ὅτι τό ὕδωρ εἰκονίζει τόν λαό, ὁ δέ οἶνος (εἰκονίζει) τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Ἐπομένως, ὅταν ἐντός τοῦ ποτηρίου τό ὕδωρ ἀναμειγνύεται μέ τόν οἶνο, εἶναι ὁ λαός πού ἀναμειγνύεται μέ τόν Χριστό καί τό πλῆθος τῶν πιστῶν πού συναντά καί ἐνώνεται με ἐκεῖνον πού πιστεύει. Αὐτό τό κράμμα,  αὐτή ἡ μεῖξις τοῦ οἴνου μέ τό ὕδωρ ἐντός τοῦ ποτηρίου τοῦ Κυρίου εἶναι δεσμός ἀδιάρρηκτος. Κατά τόν ἴδιο τρόπο ἡ Ἐκκλησία (δηλαδή ὁ λαός πού εὑρίσκεται ἐντός τῆς Ἐκκλησίας καί πού μέ πιστότητα καί σταθερότητα διασώζει τήν πίστη) οὐδέποτε θά μπορέσει νά χωριστεῖ ἀπό τόν Κύριο, ἀλλά θά παραμείνει ἐνωμένη μαζί του μέσα ἀπό μιά ἀγάπη πού μεταβάλλει τά δύο σέ ἕνα. Ἀλλά ὅταν καθαγιάζουμε τό ποτήριο τοῦ Κυρίου, δέν μποροῦμε νά προσφέρουμε μόνο τό ὕδωρ, ὅπως δέν μποροῦμε νά προσφέρουμε μόνο τόν οἶνο. Διότι, ὅταν προσφέρουμε μόνο τόν οἶνο, τό Αἷμα τοῦ Κυρίου εἶναι παρόν χωρίς ἐμᾶς. Ἀλλά καί ἐάν ὑπάρχει μόνο ὕδωρ, ὁ λαός (πρέπει νά θεωρεῖται) χωρίς τό Χριστό. Ἀντιθέτως, ὅταν τό ἔνα ἀναμειγνύεται μέ τό ἄλλο καί ἀναμειγνυόμενα, δημιουργοῦν μία ἐνότητα, τότε ἐπιτελεῖται τό πνευματικό καί ἐπουράνιο μυστήριο. Τό ποτήριο τοῦ Κυρίου δέν εἶναι, ἐπομένως, μόνο ὕδωρ ἤ μόνο οἶνος, χωρίς νά ὑπάρχει μεῖξις καί τῶν δύο, ὅπως τό Σῶμα τοῦ Κυρίου δέν μπορεῖ νά ἀποτελεῖται μόνον ἀπό ἀλεύρι ἤ μόνον ἀπό ὕδωρ, χωρίς τήν μείξη τῶν δύο καί χωρίς τήν ἐνότητά τους ὥστε νά δημιουργηθεῖ ὁ ἄρτος. Στό παράδειγμα αὐτό εἰκονίζεται ἐπίσης ἡ ἑνὀτητα τοῦ λαοῦ τοῦ Χριστοῦ: ὅπως συμβαίνει μέ τους ποικίλους συγκεντρωτικούς καρπούς (πού τοποθετοῦνται σέ καλούπι καί ἀναμειγνύονται), οἱ ὁποῖοι διαμορφώνουν ἕνα μόνο ἄρτο, παρομοίως στόν Χριστό (πού εἶναι ὁ ἆρτος τοῦ οὐρανοῦ) δέν ὑπάρχει- ἄς τό συνειδητοποιήσουμε- παρά μόνο ἕνα Σῶμα, μέ τό ὁποῖο ἡ δική μας ποικιλομορφία ἔχει ἑνωθεῖ καί ἀναμειχθεῖ»]. 

[14] Ἐπιστολή 63, 2, 1.

[15] Ἐπιστολή 63, 14,3.

[16] Ἐπιστολή 63, 17,1.

[17] Ἐπιστολή 63, 9,3.

[18] Γιά τόν Κυπριανό, ἡ ἔννοια τοῦ sacramentum σέ σχέση μέ τή Θ. Λειτουργία σημαίνει τήν ἀληθινή διάσταση τοῦ εὐχαριστιακοῦ μυστηρίου.

[19] De domenica oratione 18, PL 4, 531A [«Κατά τόν ἴδιο τρόπο πού λέγουμε τό ‘’Πάτερ ἡμῶν’’ διότι εἶναι Πατέρας αὐτῶν πού Τόν γνωρίζουν καί Τόν πιστεύουν , κατά παρόμοιο τρόπο λέγουμε ‘’τόν ἄρτον ἡμῶν’’, διότι ὁ Χριστός εἶναι ὁ ἄρτος ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι- ὅπως κι ἐμεῖς- εἶναι ἑνωμένοι στό Σῶμα Του. Προσευχόμεθα νά μᾶς δοθεῖ ὁ ἄρτος αὐτός καθημερινῶς, λόγω τοῦ φόβου μήπως ἐμεῖς (πού

εὑρισκόμαστε στό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί λαμβάνουμε καθημερινῶς τήν Εὐχαριστία Του ὡς τροφή σωτηρίας) ὑποπέσουμε σέ κάποια βαρειά ἁμαρτία. (Στήν περίπτωση αὐτή), ὄντας ἐκδιωγμένοι ἀπό τήν εὐχαριστία καί ἔχοντας προγραφεῖ, θά μᾶς εἶχε ἀπαγορευθεῖ ἡ μετάληψη τοῦ οὐρανίου ἄρτου καί θά αἴμεθα ἀποκεκομμένοι ἀπό τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος διδάσκει αὐτά, ὅταν λέγει: ‘’Ἐγώ εἰμί ὁ ἄρτος ὁ ζῶν ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς• ἐάν τίς φάγῃ ἐκ τούτου  τοῦ ἄρτου ζήσει εἰς τόν αἰῶνα, καί ὁ ἄρτος δέ ὅν ἐγώ δώσω ἡ σάρξ μού ἐστιν ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς’’. Λέγει ὅτι ἐκεῖνος πού θά φάγει τόν ἄρτο Του θά ζήσει αἱωνίως, γιά νά πιστοποιήσει ὅτι θά ζήσουν ἐκεῖνοι πού ἐβρίσκονται ἑνωμένοι στό Σῶμα Του καί πού- ἔχοντας τό δικαίωμα νά μεταλάβουν- λαμβάνουν τήν Εὐχαριστία. Ἔκτοτε, πρέπει μέ φόβο νά προσευχόμεθα, ἀναλογιζόμενοι τόν κίνδυνο μήπως κάποιος- πού δέν ἔχει δικαίωμα νά μεταλάβει- εὑρεθεῖ ἀποκεκομένος ἀπό τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί στερημένος ἀπό τή σωτηρία. Ὁ Ἴδιος τό ἐτόνισε ὅταν ἔλεγε: ‘’ἐάν μή φάγητε τήν σάρκα τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καί πίητε αὐτοῦ τό αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωήν ἐν ἑαυτοῖς’’. Αὐτή εἶναι ἡ αἰτία γιά τήν ὁποία ζητᾶμε νά μᾶς δοθεῖ καθημερινῶς ὁ ἄρτος μας (δηλαδή ὁ Χριστός), ὥστε νά παραμείνουμε ἐν Χριστῷ, ὥστε διά τοῦ ἁγιασμοῦ Του νά λάβουμε τή ζωή καί νά μήν ἀποκοποῦμε ἀπό τό Σῶμα Του»].

[20] Μυστήρια δέ δῆθεν τελοῦσι κατά μίμησιν τῶν ἁγίων ἐν τῇ Ἐκκλησία ἀπό ἐνιαυτοῦ εἰς ἐνιαυτόν διά ἀζύμων, καί τό ἄλλο μέρος τοῦ μυστηρίου δι’ ὕδατος μόνου (Κατά αἱρέσεων 30, 16, PG 41, 432Β).

[21] Κατά αἱρέσεων 42, 3, PG 41, 700Α (πρβλ. καί 852Β).

[22] Κατά αἱρέσεων 46, 2 PG 41, 840C (πρβλ. καί 852Β).

[23] Κατά αἱρέσεων 49, 2, PG 41, 881Β.

[24] Γιά τίς ἰουδαΐζουσες ρῖζες τῶν Ἐβιωνιτῶν, βλ. Β. Στεφανίδου, Ἐκκλησιαστική ἱστορία, Ἀθήνα, Ἀστήρ, 1970, σ. 37.    

[25] Περί τῆς Θ. Λειτουργίας, 265Α.

[26] Περί τῆς Θ. Λειτουργίας, 265Α-Β.

[27] Περί τῆς Θ. Λειτουργίας, 265Β.Περί τοῦ θέματος τοῦ «ἅλατος» τό Ὑπόμνημα παραπέμπει στή φράση τοῦ Κυρίου πρός τούς Μαθητές Του (Ὑμεῖς ἐστέ τό ἅλας τῆς γῆς) γιά νά αἰτιολογήσει τή συνάφεια τοῦ «ἅλατος» μέ τή διδασκαλία.

[28] Στό ἴδιο. 

[29] Περί τῆς Θ. Λειτουργίας, 265D.

[30] Στό ἴδιο.

[31] Περί τῆς Θ. Λειτουργίας, 268Α.

[32] Στό ἴδιο. Στό σημεῖο αὐτό, ὁ Συμεών ἀναπτύσει τή σχετική ὀρθόδοξη διδασκαλία περί  τῆς «τελείας ἐνώσεως τῶν δύο φύσεων τοῦ Κυρίου», ἡ ὁποία (ἕνωση) διεφύλαξε τήν «τελειότητα» ἐκάστης φύσεως. Τό Ὑπόμνημα λαμβάνει τήν εὐκαιρία νά ἀναφερθεῖ στήν «ἀφθαρσία» τοῦ Κυρίου μετά τήν Ἀνάσταση, καθώς καί στά γεγονότα «τῆς ψηλαφήσεως» καί τῆς «εἰσόδου κεκλεισμένων τῶν θυρῶν» (Περί τῆς Θ. Λειτουργίας, 268A-B).  

[33] Περί τῆς Θ. Λειτουργίας, 268B-C.

[34] Περί τῆς Θ. Λειτουργίας, 268C-D.

[35] Περί τῆς Θ. Λειτουργίας, 268D.

[36] Περί τῆς Θ. Λειτουργίας, 269Α.

[37] Περί τῆς Θ. Λειτουργίας, 269Β.

[38] Περί τῆς Θ. Λειτουργίας, 269C.

[39] Ὁ Συμεών ἀποκαλεῖ τή χρήση ἀζύμων στήν Θ. Εὐχαριστία ὡς «μέθεξη καί συνεορτασμό μέ τούς Ἰουδαίους» (Περί τῆς Θ. Λειτουργίας, 269D).

[40] Περί τῆς Θ. Λειτουργίας, 269C- D.

[41] Β΄ Κορ. 5, 17.

[42] Περί τῆς Θ. Λειτουργίας, 269D.

[43] Περί τῆς Θ. Λειτουργίας, 272Α.

[44] Περί τῆς Θ. Λειτουργίας, 272B. Σύμφωνα μέ τό Συμεών, ὁ Κύριος «οὐ τό Ἰουδαϊκόν τότε μόνο ἐτέλεσεν Πάσχα, ἀλλά μάλιστα τό οἰκεῖον» (Περί τῆς Θ. Λειτουργίας, 272C).

[45] Περί τῆς Θ. Λειτουργίας, 272D- 273A.

[46] Περί τῆς Θ. Λειτουργίας, 273B.

[47] Περί τῆς Θ. Λειτουργίας, 276A-B.

[48] Περί τῆς Θ. Λειτουργίας, 276B.

[49] Περί τῆς Θ. Λειτουργίας, 276C.

[50] Στό ἴδιο.

[51] Στό ἴδιο.

[52] Περί τῆς Θ. Λειτουργίας, 276C-D.

[53] Πρόκειται περί τῆς φράσεως τοῦ Κυρίου « Οὐ μή πίω ἀπ’ ἄρτι ἐκ τοῦ γεννήματος τῆς ἀμπέλου» (Μτ. 26, 29). Πρβλ.  Περί τῆς Θ. Λειτουργίας, 276D.

[54] Στό ἴδιο.

[55] Περί τῆς Θ. Λειτουργίας, 276D-277A. Ὁ Συμεών τονίζει ἰδιαιτέρως τήν ἔννοια τοῦ ὅρου «κεράσας» (στίς Θ. Λειτουργίες Μ. Βασιλείου, Ἰ. Χρυσοστόμου καί Ἰακώβου τοῦ ἀδελφοθέου), γιά νά θεμελιώσει τή θέση ὅτι ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος ἀνέμειξε τόν οἶνο μέ τό ὕδωρ (Περί τῆς Θ. Λειτουργίας, 277Β).

[56] Περί τῆς Θ. Λειτουργίας, 277Α.        

[57] Πρβλ. Κ. ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΥ, Ὁ χριστιανικός ναός καί τά τελούμενα ἐν αὐτῶ, Ἀλεξάνδρεια 1921, σ. 383• Ε. ΘΕΟΔΩΡΟΥ, «Ἄζυμα», ΘΗΕ, τόμ. Α΄, Ἀθῆναι 1962, στ. 487.

[58] Εἴ τις, Ἐπίσκοπος, ἤ Πρεσβύτερος, ἤ Διάκονος, ἤ ὅλως τοῦ καταλόγου τῶν κληρικῶν, νηστεύει μετά Ἰουδαίων, ἤ ἑορτάζει μετ’ αὐτῶν, ἤ δέχοιτο παρ’ αὐτῶν τά τῆς ἑορτῆς ξένια, ἤ ἄζυμα, ἤ τι τοῦτον, καθαιρείσθω, εἰ δέ λαϊκός ἀφοριζέσθω (Γ. ΡΑΛΛΗ-Α. ΠΟΤΛΗ, Σύνταγμα τῶν θείων καί ἱερῶν Κανόνων, τόμ. Β΄, Ἀθήνα 1852, σ. 90).

[59] Ἐπιφανίου Κύπρου, Κατά Αἱρέσεων, Α΄, ΙΙ, 15, PG 41, 432.

[60] Ἐπιφανίου Κύπρου, Ἀγκυρωτός, 57, PG 43, 117Α-Β.

[61] Με βάση τούς δύο συγκεκριμένους προσδιορισμούς, ὁ Δουράνδος ὑποστήριξε (τόν 17ο αἰ.) ὅτι ὁ Ἐπιφάνιος ἀναφέρεται στή χρήση ἀζύμου ἄρτου, ὁ ὁποῖος εἶχε στρογγυλή μορφή (ὅπως ἡ σημερινή ὄστια τῆς ρωμαιοκαθολικῆς ‘’Ἐκκλησίας’’) καί παρέπεμπε στό νεκρό σῶμα τοῦ Κυρίου («ἀναίσθητος» ἄρτος: ὁ ἄζυμος). Bλ. Durandus, De ritibus, II, 38, Paris 1632, σ. 640.

[62] Ἑρμηνεία ἀπό τόν Κ. ΚΑΛΛΙΝΙΚΟ, ὅπ.π., σ. 387.

[63] Μητροφάνους Κριτόπουλου, Ὁμολογία, ἐν Ἀθήναις 1952, σ. 534.

[64] Κ. ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΥ, ὅπ.π., σ. 387.

[65] Γρηγορίου Νύσσης, Λόγος Κατηχητικός, PG 45, 93Β-C. 

[66] Στό ἴδιο, 93C.

[67] Στό ἴδιο 97Β.

[68] Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Λόγος κατά Ἰουδαίων, Γ΄, 3 PG 48, 866. 

[69] Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ὁμιλία εἰς τήν προδοσίαν τοῦ Ἰούδα, ε’, PG 49, 379. Πρβλ καί ὁμιλία εἰς τόν θεῖον καί Μυστικόν Δεῖπνον, δ΄, PG 49, 388.


Joomla SEF URLs by Artio

Τελευταίες αναρτήσεις