Υπό του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Κυκλάδων κ. Σάββα

Μεταπτυχιακού Φοιτητού του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας και Θρησκειολογίας του Ε.Κ.Π.Α. τομέα Λειτουργικής

Ἰστορικά  και  θεολογικά  στοιχεία  στήν  ἱερά  ἀκολουθία  τῆς  Προθέσεως.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εισαγωγή

Εντοπισμός σταδίων εξέλιξης στην ακολουθίας της Προθέσεως κατά τον  ιστορικό χρόνο

Ευχή της Προθέσεως: θεολογικές επισημάνσεις και ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις στο σώμα του κειμένου

Επίλογος-Συμπεράσματα

Βιβλιογραφία

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

                Ένα από τα βασικά θέματα που πρέπει να επιλύει κάθε επιστημονικός χώρος είναι η σημειολογική οριοθέτηση όρων που χρησιμοποιεί για να προβάλλει και κατά περίσταση αναλύσει τα δεδομένα της. Με αυτό τον τρόπο κάθε παραγωγή γνώσεως και εξαγωγή επιστημονικών συμπερασμάτων αποκτούν ένα κώδικα επικοινωνίας και κατανόησης μεταξύ επιστημόνων που ανήκουν ή μη σε συγκεκριμένο ερευνητικό πεδίο. Στην επιστήμη της Λειτουργικής, η έννοια «λειτουργικοί όροι» αντιστοιχούν σε λέξεις που προσδιορίζουν συγκεκριμένες λειτουργικές πράξεις. Λέμε λ.χ «Βάπτισμα», «Γάμος» κλπ. και πίσω από αυτές περικλείεται με μια γενικότητα τόσο το τελετουργικό, όσο και το θεολογικό περιεχόμενο που αντιστοιχεί. Θα ήταν μέγιστο λάθος προσεγγίζοντας κατά περίσταση έναν λειτουργικό όρο να μείνουμε μόνο στο τελετουργικό μέρος. Θα κινδυνεύαμε τότε να ολισθήσουμε σε έναν στείρο ριτουαλισμό[1], χάνοντας απλά το βαθύτερο πνευματικό στοχασμό που προκρίνει «ἐν συνόλῳ» η Θεολογική επιστήμη. Στην παρούσα εργασία προτιθέμεθα να ασχοληθούμε, ευελπιστώντας μη χωλαίνοντας «ἐπ΄ ἀμφοτέρας τάς ἰγνύας», με τον λειτουργικό όρο «Πρόθεση» ή «Προσκομιδή», την ιστορική του διαδρομή και τα θεολογικά-συμβολιστικά στοιχεία που ενυπάρχουν στη λεγομένη «Εὐχή τῆς Προθέσεως».

ΚΥΡΙΟ  ΘΕΜΑ

Εντοπισμός σταδίων εξέλιξης στην ακολουθίας της Προθέσεως κατά τον  ιστορικό χρόνο.

                 Ας ξεκινήσουμε από τα σημερινά ειωθότα σχετικά με τον όρο που εξετάζουμε. Η ακουλουθία της «Προθέσεως» (και όχι «Προσκομιδής», θα δούμε γιατί) αποτελεί, τουλάχιστον με την μορφή που την καταγράφουν τα κυκλοφορούντα ιερατικά βιβλία, ξεχωριστή πράξη η οποία γίνεται εκτός της Λειτουργίας (κατά την διάρκεια του Όρθρου ή Εσπερινού ή των Ωρών), ποτέ όμως, όπως ρομαντικά κάποιοι ισχυρίζονται, κατά την διάρκεια της Λειτουργίας (πρίν ή μετά την Μεγάλη Είσοδο). Πρέπει να θυμίσουμε εδώ, ότι κατά το παρελθόν ακολουθία αγίας Πρόθεσης δεν υπάρχει ακόμη (και όταν αυτή υπάρχει [περί τον 10ο αι. με τελική αποκρυστάλλωση της μορφής της μεταξύ του 13ου-15ου αι.] ονομάζεται Πρόθεση και όχι Προσκομιδή!), ως ειδική ακολουθία πριν την θεία Λειτουργία. Λανθασμένα και εκ συγχύσεως (ή και αμαθείας) ταυτίζουν αρκετοί την μετέπειτα ακολουθία της «Προθέσεως» με το όρο «Προσκομιδή». Πρέπει όμως να ξεκαθαρίσουμε τους λειτουργικούς αυτούς όρους, όταν και σήμερα ακόμη (μετά από αιώνες μεταβολών) το λειτουργικό κείμενο διαχωρίζει άτυπα (αλλά ουσιαστικά) με τις εκφράσεις του την βαθύτερη προέλευση-ερμηνεία τους. Έτσι ο λειτουργός αποκαλεί «προτεθέντα» τα τίμια Δώρα (όπως αποτίθενται στην αγία Τράπεζα ερχόμενα από την αγία Πρόθεση) πριν την αναφορά, ενώ αντίστοιχα αποκαλεί «προσκομισθέντα» αυτά μετά τον καθαγιασμό[2]. Η πραγματικότητα αυτή, θεωρούμε πως άριστα και χωρίς περιθώρια αμφισβήτησης, τοποθετεί τις έννοιες στη σωστή βάση με γνώμονα την λειτουργική τους θέση, όπως αυτή αποτυπώνεται μέσα στο κορυφαίο χριστοκεντρικό μυστήριο (προσκομιδή = προσφορά = αναφορά =  θεία Λειτουργία)[3].

        Εποφειλομένη μνεία θα πρέπει να κάνουμε στο σπουδαιότατο έργο του καθηγητή R. Taft, “The Great Entrance, μέσα από το οποίο παραθέτει τα σχετικά με την τελετή προετοιμασίας των Τιμίων Δώρων. Επιβεβαιώνοντας ότι αυτή όπου και αν εμφανίστηκε πραγματοποιούνταν προ της ενάρξεως της θείας Ευχαριστίας, εν συνεχεία απέδειξε ότι επρόκειτο για μια απλή λειτουργική πράξη η οποία συνίστατο στην παραλαβή και επιλογή άρτων (υπό των διακόνων[4]) που προσέφεραν οι πιστοί στο Σκευοφυλάκιο. Οι μετά την διαλογή άρτοι τοποθετούνταν επάνω σε δίσκους και εκεί ο επίσκοπος ανέπεμπε την γνωστή σήμερα ευχή της Προθέσεως «Ὁ Θεός, ὁ Θεός ἡμῶν, ὁ τον οὐράνιον Ἄρτον…», ενώ κατόπιν γινόταν η Είσοδος κλήρου και λαού στο ναό για την τέλεση της Αναιμάκτου θυσίας. Η τοποθέτηση λοιπόν άρτου και οίνου στο Δισκάριον και το Ποτήριον, αυτό που σήμερα ονομάζεται «Πρόθεση» και ανιστόρητα-αθεολόγητα «Προσκομιδή», δεν είναι τίποτα άλλο παρά η εξέλιξη της προπαρασκευή των προσφερόμενων ειδών για την τέλεση του μυστηρίου.[5]

        Ξέχωρα λοιπόν, από αυτό που έχει επικρατήσει σήμερα να ονομάζεται και να θεωρείται, οι λειτουργικές πηγές αποκρυσταλλώνουν, στο πέρασμα των αιώνων, την ταύτιση του όρου «Προσκομιδή» με αυτόν της Λειτουργίας, αποκλείοντας συνωδά την συσχέτιση του με αυτόν της «Προθέσεως». Ας δούμε σχετικά χωρία και περιπτώσεις. Σε κείμενο του 4ου αι. που ανήκει στον  Μεγ. Βασίλειο και συγκεκριμένα στους «Ὅρους κατ’ ἐπιτομήν», στην ερώτηση 310 παρατηρούμε: «Εί χρή εἰς κοινόν οἶκον προσκομιδήν γενέσθαι;» και απαντάει ο φωτισμένος ιεράρχης: «Ὥσπερ οὐδέν κοινόν σκεῦος ἐπιτρέπει ὁ λόγος εἰσφέρεσθαι εἰς τά ἅγια, οὕτως οὐδέ ἅγια εἰς κοινόν οἶκον ἐπιτελεῖσθαι»[6], διάταξη που εμποδίζει να τελείται η θεία Λειτουργία («προσκομιδήν γενέσθαι») σε τυχόντας οίκους. Της ιδίας εποχής είναι και η περίπτωση που καταγράφεται ως διήγηση στη Φιλόθεο Ιστορία του Θεοδωρήτου Κύρου περί του ασκητού Μαρίου, την οποία και παραθέτουμε αποσπασματικά: «…ἑννενήκοντα ἔτη βεβιωκώς, τοῖς ἐξ αἰγείων τριχῶν κατασκευασμένοις ἱματίοις ἐχρῆτο. Ἄρτος δε καί ἅλες ὁλίγοι τῆς τροφῆς αὐτῷ την χρείαν ἐπλήρουν. Ποθήσας δε διά χρόνου μακροῦ την πνευματικήν μυστικήν θυσίαν προσφερομένην ἰδεῖν, ἤτησε ἐκεῖ γενέσθαι την τοῦ θείου δώρου προσκομιδήν. Ἐγώ δέ ἀσμένως ὑπήκουσα, καί τά ἱερά σκεύη κομισθῆναι παρασκευάσας, οὐ πόρρωθεν γάρ ἠν τό χωρίον, καί τῶν Διακόνων χερσίν ἀντί θυσιαστηρίου χρησάμενος, την μυστικήν καί σωτήριον θυσίαν προσήνεγκα. Ὁ δέ πάσης ἡδονῆς ἐνεφορεῖτο πνευματικῆς, καί αὐτόν ὁρᾶν τόν οὐρανόν ὑπελάμβανε καί ἔφασκεν οὐδέποτε εὐφροσύνης ἀπολελαυκέναι τοιαύτης…»[7]. Και εδώ ασφαλώς η «προσκομιδή» είναι η τέλεση της Αναιμάκτου λατρείας. Τέλος σε  διάταξη αρχαίου κώδικα, του Βερβαρινού 336 του 8ου αι., περιέχεται μεταξύ άλλων η διάταξη: «ἔξεστιν τήν τοῦ διακόνου καί τῆς διακονίσσης χειροτονίαν και ἐπί τελείας προσκομιδής και ἐπί προηγιασμένων γενέσθαι»[8], φράση που μαρτυρεί την απόλυτη ταύτιση που και ανωτέρω υπογραμμίσαμε[9].          

       

Ευχή της προθέσεως: θεολογικές επισημάνσεις και ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις στο σώμα του κειμένου.

         Το πέρασμα των χρόνων και οι συντελούμενες λειτουργικές μεταβολές δεν άφησαν ανεπηρέαστη και αυτή την ακολουθία της Προθέσεως. Ως αυτόνομη και ξέχωρη λειτουργική τελετουργία σήμερα, «η πρόθεση δεν είναι μόνο μια προετοιμασία των δώρων, τα οποία θα μεταβληθούν στη θυσία του Χριστού, αλλά είναι και ένα είδος προαναφοράς ή προπαρασκευής του θυσιαζόμενου Χριστού»[10], ενώ θεωρητικά καταλαμβάνει το πρώτο από τα τρία μέρη της θείας Ευχαριστίας[11]. Και τούτο μπορεί να γίνει αντιληπτό μέσα από τα θεολογικά στοιχεία, όσο και τους συμβολισμούς, που θα επιχειρήσουμε «αλιευτικά» να εντοπίσουμε στην λεγομένη «Εὐχή τῆς Προθέσεως».

        Πρώτη φράση που θα μας απασχολήσει είναι αυτή που βεβαιώνει ότι ο Θεός «ὁ τόν οὐράνιον ἄρτον, τήν τροφήν τοῦ παντός κόσμου, τόν Κύριον ἡμῶν καί Θεόν Ἰησούν Χριστόν» εξαπέστειλε στον κόσμο ως σωτήρα, λυτρωτή και ευεργέτη. Ο Ιησούς Χριστός είναι ο ουράνιος Άρτος που με την ευδοκία του Πατρός, κατέρχεται «ἐκ δόμων οὐρανίων», ώστε να καταστεί τροφή αιώνιας ζωής («Ἄρτος Ζωῆς αἰωνιζούσης»[12]). Ο Ιωάννης καταθέτει ωραιότατα αυτή την μαρτυρία σε δύο σημεία: «ὁ Πατήρ μου δίσωσιν ὑμῖν τόν ἄρτον ἐκ τοῦ οὐρανοῦ τον αληθινόν»[13] & «ἐγώ εἰμί ὁ ἄρτος ὁ ζῶν ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ἐάν τις φάγῃ ἐκ τούτου τοῦ ἄρτου, ζήσεται εἰς τόν αἰῶνα»[14]. Σύμβολο αυτής της πατρικής συγκαταθέσεως μπορεί να θεωρηθεί το κάλυμμα (ο «ἀήρ», όπως συνηθίζεται να λέγεται), το οποίο ο λειτουργός αποθέτει επάνω των Τιμίων Δώρων. Έτσι κάθε τι που ενεργεί ο Υιός έχει την άνωθεν βεβαιότητα-συγκατάθεση, γεγονός που επιβεβαιώνει ο Ιησούς μπροστά ακόμη και στη εξουσιαστική κρίση του Πιλάτου: «οὐκ εἶχες έξουσίαν οὐδεμίαν κατ’ ἐμοῦ, εἰ μή ἦν σοι δεδομένον ἄνωθεν»[15]. Σχολιάζοντας την φράση «δεδομένον ἄνωθεν», ο Κύριλλος Αλεξανδρείας παρατηρεί ότι ο Υιός αποδέχεται εκουσίως το Πάθος για το οποίο ο Πατήρ συγκατατίθεται[16]. Αν δούμε την «εικόνα» συνολικά στην Πρόθεση, η τελετή μας προετοιμάζει για το μυστήριο της Τριαδικής ιερουργίας, αφού ο Πατήρ (δια του καλύμματος) συγκαταβαίνει, ο Υιός (ως Αμνός) προσφέρεται και το Πανάγιο Πνεύμα (δια του ευώδους θυμιάματος) προετοιμάζει την είσοδο του «Βασιλέως τοῦ Μεγάλου»[17].

        Ας αναφερθούμε σχετικά στα είδη του άρτου και του οίνου. Είναι σύμφωνη και αποδεχτή, μεταξύ των Θεολόγων η γνώμη, ότι ο Θεός με την άπειρο του σοφία οικονόμησε την επιτέλεση-διάδοση του κορυφαίου μυστηρίου μέσα από αυτά τα υλικά. Όπως στην καθημερινότητα ζωογονούν και στηρίζουν τον άνθρωπο, έτσι και πνευματικά ο «ευχαριστιακός άρτος» και το «ποτήριο της ευλογίας» ζωογονούν μυστικά την ψυχή, προσφέροντας την ζείδωρον χάρη του αγίου Πνεύματος στη ψυχή του χριστιανού[18]. Υλικά γήινα και απλά, που βρίσκονται και στο πιο φτωχό σπιτικό, απαρχή μυστικής θυσίας που καλύπτουν την εσωτερική ανάγκη του ανθρώπου να αντιπροσφέρει στον Θεό από όσα του έστειλε. Είναι η έφεση του για γνήσια ζωή, μακριά από την αμαρτία; αναζήτηση της εξιλέωσης και της συγχώρησης; Τελικά ασυνείδητα πραγματοποιούμε μια πανάρχαια και πρωταρχική πράξη από την πρώτη ημέρα της ανθρώπινης ιστορίας μας πάνω στη γη[19]: «Καί ἐγένετο Ἄβελ ποιμήν προβάτων, Κάϊν δέ ἧν ἐργαζόμενος τήν γήν. Καί ἐγένετο μεθ’ ἡμέρας ἤνεγκεν Κάϊν ἀπό τῶν καρπῶν τῆς γῆς θυσίαν τῷ Κυρίῳ καί Ἄβελ ἤνεγκε καί αὐτός ἀπό τῶν πρωτοτόκων τῶν προβάτων αὐτοῦ»[20].

        Μια δεύτερη φράση ελκύει το ερευνητικό μας ενδιαφέρον. «Πρόσδεξαι αὐτήν εἰς τό ὑπερουράνιόν σου θυσιαστήριον· μνημόνευσον, ὡς ἀγαθός καί φιλάνθρωπος, τῶν προσενεγκόντων καί δι’ οὖς προσήγαγον». Βλέπουμε λοιπόν να υπάρχει μια σύνδεση των τελουμένων πάνω στη γη με τον ουρανό. Το «ὑπερουράνιο θυσιαστήριον» υποδηλώνει την πνευματική ανύψωση της εκκλησιαστικής θυσίας, εκεί που βρίσκεται ο Πατέρας. Όπως υποδέχθηκε την σταυρική θυσία του Υιού Του, έτσι σε λίγο θα δεχθεί τον θυσιαζόμενο και μεταβαλλόμενο άρτο, καθώς ο Χριστός είναι «ὁ προσφέρων και προσφερόμενος και προσδεχόμενος και διαδιδόμενος», κατά την προσφιλή έκφραση της θείας Λειτουργίας[21]. Σύντονα με τα παραπάνω θα δοθούν και άλλοι συμβολισμοί. Οι διάκονοι θα εικονίσουν τους υπηρέτες αγίους αγγέλους που κινούνται δοξολογικά και ακατάπαυστα στον ουράνιο βωμό. Ο Θεόδωρος Μοψουεστίας θα καταγράψει αυτόν τον συμβολισμό: «Μέσῳ τῶν διακόνων, πού ὑπηρετοῦν τά τελούμενα παριστάνουμε στο νοῦ μας τίς ἀόρατες δυνάμεις πού ὑπηρετοῦν λειτουργώντας σέ αὐτή τήν ἅρρητη λειτουργία. Καί εἶναι αὐτοί (οἱ διάκονοι) πού φέρνουν και τακτοποιοῦν πάνω στό φοβερό βωμό αὐτή τήν θυσία ἤ τά σύμβολα τῆς θυσίας»[22]. Σε όλη αυτή τη θεσπέσια μυσταγωγία η αναφορά θα στραφεί σε εκείνους που ο Θεός καλείται μέσα από το άπειρο έλεος Του να θυμηθεί : «μνημόνευσον, ὡς ἀγαθός καί φιλάνθρωπος, τῶν προσενεγκόντων καί δι’ οὖς προσήγαγον». Κάθε διχοτόμηση μεταξύ ζώντων και κεκοιμημένων καταργείται «καί ἡ ζωή ἡμῶν κέκρυπται σύν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ»[23]. Μέσα από την μνημόνευση δεν νοιαζόμαστε απλά για την υγεία μας, τις υλικές και πνευματικές ανάγκες, την τύχη των κεκοιμημένων, αλλά δημιουργούμε «ἐν Χριστῷ» ένα σύνολο που «επιστρέφει» δια της μνημονεύσεως στο Δημιουργό Του[24].

        Σε αυτό το σημείο παρουσιάζεται η καταλληλότερη ευκαιρία (μετά από τόσες τροπικές και τοπικές μεταβάσεις που συντελέστηκαν) να θίξουμε και την έννοια του λειτουργικού χρόνου. Θα πρέπει πάντοτε να έχουμε στο νου μας μία συνολική εικόνα για την Αγία Πρόθεση. Η βάση πάνω στην οποία επιτελείται είναι τα γεγονότα της Ενανθρωπήσεως και της Σταυρώσεως του Χριστού, όπως καταγράφονται από τους αγίους ευαγγελιστές και αποδέχεται άνευ αμφιβολίας η παράδοση της Εκκλησίας μας. Ο Χριστός συνεχίζει να βρίσκεται κοντά σε αυτούς που Τον πιστεύουν. Ο ιερέας κατά την τέλεση αυτής της προπαρασκευαστική ιερουργίας προσανατολίζει την σκέψη του σε Αυτόν βιώνοντας μια άχρονη πραγματικότητα και ας μην έχουμε μεταβολή άρτου και οίνου σε σώμα και αίμα Του κατ’ αυτή την στιγμή[25]. Και αν προσευχόμενοι και ενθυμούμενοι τον Χριστό αποκτούμε σχέση μαζί του, πόσο μάλλον ανώτερα αυτό συμβαίνει σε αυτή την ιερή ακουλουθία, όπου ως «τύπος» και «εικόνα» διαζωγραφίζει γεγονότα κεντρικά από την ζωή του Ιησού. Στην ευχαριστιακή ζωή εμφανίζεται παρελθόν, παρόν και μέλλον να συμπλέκονται αρμονικά, χωρίς πεπερασμένους χρονικούς διαχωρισμούς, να καταγράφουν απλά και με προοπτική την ιστορία του Θεανθρώπου αλλά και του ανθρώπου. Στο λειτουργικό χρόνο η θέση του Χριστού γίνεται δραστική και η παρουσία Του ενεργητική και σωτήριος για τα πιστά μέλη της ευχαριστιακής συνάξεως[26].   

 

Επίλογος-Συμπεράσματα

          Συνοψίζοντας, στο κλείσιμο της εργασίας μας, θεωρούμε πως οι αναγνώστες μας εντόπισαν την θεμελιώδη διαφορά Προθέσεως-Προσκομιδής, που χαρακτηρίζει δύο διαφορετικούς λειτουργικούς όρους. Η Πρόθεση έχει το λιγότερο τον χαρακτήρα μιας ιερής προετοιμασίας ή προιερουργίας του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας και η Προσκομιδή είναι συνώνυμη της Αναιμάκτου αναφοράς. Όπου και όταν εμφανίστηκε (η Πρόθεση), αποτέλεσε ξεχωριστό μέρος της με ιερούς συμβολισμούς και θεολογικά απορρέοντα στοιχεία, που κατέχουν δογματική θέση στην εκκλησιαστική παράδοση αιώνων. Καθώς ο ιερέας ετοιμάζεται να ολοκληρώσει την ιερή ακουλουθία της Προθέσεως και βαστώντας τα ιερέα καλύμματα στα χέρια του ψελλίζει με δέος: «σκέπασον ἡμᾶς ἐν τῇ σκέπῃ τῶν πτερύγων σου, ἀποδίωξον ἀφ’ ἡμῶν πάντα ἐχθρόν καί πολέμιον, εἰρήνευσον ἡμῶν τήν ζωήν, Κύριε ἐλέησον ἡμᾶς και τόν κόσμο σου καί σῶσον τάς ψυχάς ἡμῶν ὡς ἀγαθός καί φιλάνθρωπος». Είναι το σημείο αυτό ενδεικτικό καθώς αποκαλύπτει τον χριστολογικό, κοσμολογικό χαρακτήρα που λαμβάνει η προλειτουργική αυτή τελετή. Ο Πατέρας καλύπτει (με το ιερό κάλυμμα) τον Υιό Του, για να σκεπάσει Εκείνος με την σειρά Του όλη μας την ζωή, οικονομώντας την σωτηρία μας. Από αγάπη σε αγάπη για το κορυφαίο δημιούργημα Του…  

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ἕλληνες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, Πατερικές Ἐκδόσεις «Γρηγόριος ὁ Παλαμάς», Θεσσαλονίκη 1979.

Βουλγάρεως Ν., Κατήχησις Ἱερά, ἤτοι τῆς Θείας και Ἱερᾶς Λειτουργίας ἐξήγησις. Ἀκριβής ἐπανέκδοσις τῆς α΄ ἐκδόσεως τοῦ 1651, ἱ. Ἠσυχαστήριον Ἄξιον Ἐστί, Κατουνάκια Ἁγ. Ὄρους 2007.

Ἀλέξανδρου Σμέμαν, Εὐχαριστία, το μυστήριο τῆς Βασιλείας, Μτφρ. Ἰωσήφ Ροηλίδης, Ἐκδ. β΄ Ἀκρίτας, Ἰούνιος 2000.

πρ. Παύλου Ι. Κουμαριανού, Πρόθεση, προσκομιδή, προσφορά. Ἕνα ξεκαθάρισμα Λειτουργικῶν ὅρων, Ἀνάτυπον εκ τοῦ Περιοδικοῦ «Θεολογία» (τόμος Ο΄[1999], τεύχος Β΄- Γ΄, σελ. 483-512), Ἀθήνα 1999.

πρ. Κωνσταντίνου Καραϊσαρίδη, Ἡ συμβολή τοῦ π. Δημητρίου Στανιολάε στή μελέτη τῶν λειτουργικῶν θεμάτων, Εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 1997.

Τρεμπέλα, Π. Ν., Αἱ τρεῖς Λειτουργίαι κατά τούς ἐν Ἀθήναις κώδικας, Ἀθῆναι 1935.

Γρηγορίου Ιερομονάχου, Ἡ θεία Λειτουργία (Σχόλια), Ἱερόν Κουτλουμουσιανόν Κελλίον Ἅγιος Ἰωάννης Θεολόγος, Ἅγιον Ὄρος 1992.

Jean Danielou, Αγία Γραφή και Λειτουργία, η βιβλική Θεολογία των μυστηρίων και των εορτών κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας, Κέντρο Βιβλικών Μελετών Άρτος Ζωής, Αθήνα 1981.

  1. Taft, The great Entrance: a history of the transfer of gifts and other preanaphoral rites of the Liturgy of St. John Chrysostom, Roma 1978.

 

  1. J. P. Minge, Patrologia Graeca, Κέντρο Πατερικών Εκδόσεων, Αθήνα.

 

[1] Από το λατινικό ritus=ritualismos, ο υπερτονισμός τελετουργικών στοιχείων (κίνηση , υλικά μέσα) σε βάρος βαθύτερων πνευματικών αγιαστικών στοιχείων .

[2]πρωτοπρ. Παύλου Ι. Κουμαριανού, Πρόθεση, προσκομιδή, προσφορά. Ἕνα ξεκαθάρισμα Λειτουργικῶν ὅρων, Ἀνάτυπον εκ τοῦ Περιοδικοῦ «Θεολογία» (τόμος Ο΄[1999], τεύχος Β΄- Γ΄, σελ. 483-512), Ἀθήνα 1999, σ. 487.

[3]Ό.π., σ. 490-491. Αναφέρεται ενδεικτικά στον αρχαιότατο ελληνικό κώδικα 226 της Βιβλιοθήκης της Πετρουπόλεως η χρήση του όρου «Προσκομιδή» να είναι ταυτόσημη με τον όρο «Θεία Λειτουργία»: για παράδειγμα εκεί ο τίτλος της Ευχής του Τρισαγίου ύμνου είναι «εὐχή τοῦ Τρισαγίου  τῆς Προσκομιδῆς τοῦ Χρυσοστόμου», όπως  δηλαδή θα λέγαμε σήμερα «εὐχή τοῦ Τρισαγίου τῆς Λειτουργίας τοῦ Χρυσοστόμου». Άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα αντλούμε από κώδικα Κρυπτοφέρρης Γ. β. 7, του 10ου αι,  όπου στη Λειτουργία του Μεγ. Βασιλείου και στην ευχή του α΄αντιφώνου σημειώνεται: «Εὐχή γινομένης Προσκομιδῆς, Ἀντιφώνου α΄» (λειτουργίας θα λέγαμε σήμερα). 

[4] πρβλ. & Τρεμπέλα, Π. Ν., Αἱ τρεῖς Λειτουργίαι κατά τούς ἐν Ἀθήναις κώδικας, Ἀθῆναι 1935, σσ. 18-19.

[5] R. Taft, The great Entrance: a history of the transfer of gifts and other preanaphoral rites of the Liturgy of St. John Chrysostom, Roma 1978, σσ. 11-34.

[6]ΒΕΠΕΣ, 53, σ. 362.

[7]P. G.  82, 1429D.

[8] φ. 168ν, βλ.  S. Parenti e E. Velkovska, L. Eucologio Berberini gr. 336, Roma 1995, σ. 184.

[9]πρωτοπρ. Παύλου Ι. Κουμαριανού, Πρόθεση, προσκομιδή, προσφορά. Ἕνα ξεκαθάρισμα Λειτουργικῶν ὅρων, Ἀνάτυπον εκ τοῦ Περιοδικοῦ «Θεολογία» (τόμος Ο΄[1999], τεύχος Β΄- Γ΄, σελ. 483-512), Ἀθήνα 1999, σ. 489-490.

[10]πρ. Κωνσταντίνου Καραϊσαρίδη, Ἡ συμβολή τοῦ π. Δημητρίου Στανιολάε στή μελέτη τῶν λειτουργικῶν θεμάτων, Εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 1997, σ. 219.

[11]Jean Danielou, Αγία Γραφή και Λειτουργία, η βιβλική Θεολογία των μυστηρίων και των εορτών κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας, Κέντρο Βιβλικών Μελετών Άρτος Ζωής, Αθήνα 1981, σ. 137.

[12]βλπ. Ακολουθία θείας Μεταλήψεως.

[13] Ιω. 6, 32.

[14] Ιω. 6, 51.

[15] Ιω. 19, 11.

[16]ΕΠΕ 28, 268.

[17]Γρηγορίου Ιερομονάχου, Ἡ θεία Λειτουργία (Σχόλια), Ἱερόν Κουτλουμουσιανόν Κελλίον Ἅγιος Ἰωάννης Θεολόγος, Ἅγιον Ὄρος 1992, σσ. 119-120.

[18]Βουλγάρεως Ν., Κατήχησις Ἱερά, ἤτοι τῆς Θείας και Ἱερᾶς Λειτουργίας ἐξήγησις. Ἀκριβής ἐπανέκδοσις τῆς α΄ ἐκδόσεως τοῦ 1651, ἱ. Ἠσυχαστήριον Ἄξιον Ἐστί, Κατουνάκια Ἁγ. Ὄρους 2007, σσ. 79-80.

[19]Ἀλέξανδρου Σμέμαν, Εὐχαριστία, το μυστήριο τῆς Βασιλείας, Μτφρ. Ἰωσήφ Ροηλίδης, Ἐκδ. β΄ Ἀκρίτας, Ἰούνιος 2000, σσ. 139-141.

[20] Γεν. 4, 2-4.

[21]πρ. Κωνσταντίνου Καραϊσαρίδη, Ἡ συμβολή τοῦ π. Δημητρίου Στανιολάε στή μελέτη τῶν λειτουργικῶν θεμάτων, Εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 1997, σ. 231.

[22](XV, 24) & σύμφωνα με τον ιερό Χρυσόστομο αυτό συμβαίνει και στη γη. «Οἱ ἄγγελοι πλαισιώνουν τόν ἱερέα. Ὅλο τό ἱερατίο καί ὁ χῶρος πάνω στο βωμό εἶναι γεμάτα ἀπό ἐπουράνιες δυνάμεις, για να τιμήσουν αὐτόν πού βρίσκεται πάνω στόν βωμό». («Περί χειροτονίας», Ὁμιλ. Εἰς Ἔφεσ. 3, P. G. LXII, 29-30).

[23] Κολ. 3, 3.

[24]πρ. Κωνσταντίνου Καραϊσαρίδη, Ἡ συμβολή τοῦ π. Δημητρίου Στανιολάε στή μελέτη τῶν λειτουργικῶν θεμάτων, Εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 1997, σ. 153.

[25] Ο ιερός Ν. Καβάσιλας ονομάζει τον αμνό της Προθέσεως «ἄρτο ψιλό» και «τοῦτο μόνον λαβών τό ἀνατεθῆναι Θεῷ καί γενέσθαι δῶρον». (P. G. κεφ. ΣΤ΄, 380D & κεφ. Θ΄ 389B).

[26] πρ. Κωνσταντίνου Καραϊσαρίδη, Ἡ συμβολή τοῦ π. Δημητρίου Στανιολάε στή μελέτη τῶν λειτουργικῶν θεμάτων, Εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 1997, σσ.221 & 223.


Joomla SEF URLs by Artio

Τελευταίες αναρτήσεις