Θέμα:  Ἡ σημασία τῶν προλόγων στό Μηνολόγιο τοῦ Συμεών τοῦ Μεταφραστοῦ μέ συγκεκριμένες ἀναφορές στά κείμενα

Ὑπό τοῦ Θεοφιλεστάτου Ἐπίσκόπου Κυκλάδων κ.Σάββα

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

 

Πρόλογος……………………………………………………………………….…σ. 3

Η συγγραφική μέθοδος του Συμεών αποτυπωμένη στους προλόγους των κειμένων του………………………………………………...…………….…...….σ. 4

Το προσδωκόμενο αποτέλεσμα του συγγραφέα εντοπιζόμενο στα εισαγωγικά σχεδιάσματα……………………………………………………......σ. 8

Επίλογος………………….………..…………………………………...………..σ. 11

Βιβλιογραφία……………………………………………………….……………σ. 12

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

       

        Η παρούσα  εργασία θα επιχειρήσει να ασχοληθεί ερευνητικά με την προσωπικότητα και το έργο ενός σπουδαίου εκκλησιαστικού συγγραφέα-ερανιστή αγιολογικών κειμένων. Πρόκειται για τον Συμεών τον Μεταφραστή, ο οποίος και έζησε κατά το β΄ μισό του 10ου αι.[1], γόνος πλούσιας οικογένειας με υψηλές σπουδές στις διαδεδομένες επιστήμες της συγκεκριμένης περιόδου. Παράλληλα, ο Συμεών ανήλθε και σε υψηλά αξιώματα (μάγιστρος, πρωτοασηκρήτης, λογοθέτης του δρόμου) γεγονός που αφενός τον συνέδεσε με την αυτοκρατορική αυλή και υψηλά πρόσωπα και αφετέρου απετέλεσε το εφαλτήριο για το εκδοτικό του εγχείρημα (μεταξύ των ετών 976-1004[2]). Οριοθετώντας το ιστορικό και πολιτιστικό πλαίσιο, στο οποίο «ανδρώθηκε» πνευματικά ο Συμεών, θα πρέπει να μιλήσουμε για την επικράτηση του πνευματικού κινήματος της β’ Σοφιστικής και ιδιαιτέρως να σταθούμε στο πρόσωπο του Κων/νου του Ζ΄ του Πορφυρογέννητου[3]. Έτσι στο βυζαντινό χώρο και ιδιαίτερα στην ένδοξη Βασιλεύουσα «μία νέα ἐκπολιτιστική προσπάθεια ἰσορρόπου ἀνακεφαλαιώσεως καί ἀνασυστάσεως τῶν ἐλληνοχριστιανικῶν ἰδεωδῶν ἐσαρκοῦτο, μία  τῷ ὄντι, ἀναγέννησις τῶν κλασικῶν γραμμάτων» με ψυχή και πνοή τον αυτοκράτορα που μόλις μνημονεύσαμε[4].

        Σκοπός στο παρόν πόνημα, και μέσα στα μικρά περιθώρια που έχουμε, είναι να καταδείξουμε στο έργο του Συμεών τόσο την συγγραφική του μέθοδο, όσο και τους στόχους, την χρησιμότητα, το προσδωκόμενο αποτέλεσμα του συγγραφέα που επιμελήθηκε τα συγκεκριμένα αγιολογικά κείμενα. Προς τούτο, υλικό για την τεκμηρίωση των ισχυρισμών μας θα αποτελέσει η πληθώρα των προλόγων που συνοδεύουν εισαγωγικά την παρουσίαση των αγίων στο Μηνολόγιο του, σύμφωνα με την προσφιλή μεθοδολογία του Συμεών του Μεταφραστού. Επιλογικά θα επιχειρήσουμε μια σύνοψη των λεγομένων μας, καθώς και μια αποτίμηση της σύνολής του προσπάθειας, η οποία και χώρισε την συγγραφική παραγωγή των αγιολογικών κειμένων (έως και τον 15ον αι.) σύμφωνα πάντα με τους ειδικούς σε προ-μεταφραστική και μετα-μεταφραστική περίοδο (έγινε δηλ. σημείο αναφοράς για την αγιολογία)[5].   

Η συγγραφική μέθοδος του Συμεών αποτυπωμένη στους προλόγους των κειμένων του.

      

        Θέλοντας κάποιος να μιλήσει για την ιστορία του πνεύματος περί τον 10ον αι.,  δεν μπορεί παρά να σταματήσει ευγνωμόνως στο πνευματικό ανάστημα του Κων/νου Ζ΄του Πορφυρογέννητου. Η επιστήμη της αγιολογίας βρήκε στο πρόσωπό του όχι μόνο ένα συγγραφέα αλλά τον κατεξοχήν θεράποντα και υποστηρικτή της. Ο Συμεών έγινε ο αποδέκτης αυτού του βασιλικού ζήλου και ενθουσιασμού, λαμβάνοντας την εντολή σύνταξης του Συναξαρίου και την ανάθεση των εργασιών του περίφημου (όπως αποδείχτηκε) Μηνολογίου του. Ο Ehrhard επιχείρησε μια ταξινόμηση στο μεγάλο έργο του Συμεών και η Patrologia Graeca του J. P. Minge το εξέδωσε σε τρείς τόμους (114-116). Θα πρέπει πριν εισέλθουμε στην εξέταση των επιμέρους στοιχείων να υπογραμμίσουμε ότι ο Συμεών παρήγαγε μια «συλλογή»[6], στην οποία επιμελήθηκε όχι μόνο την συγκέντρωση  κειμένων σε ένα ενιαίο συγγραφικό τόπο, αλλά συνάμα τον απασχόλησε η λειτουργία τους μέσα από συσχετισμούς ομοιοτήτων-διαφορών. Δεν είναι τυχαίο ότι τα κείμενά του έχουν δεχθεί μια επεξεργασία «επί το ρητορικότερον» (λεκτικά και υφολογικά), ώστε να συμβαδίζουν με τις πνευματικές επιταγές της εποχής[7].

        Πως λοιπόν κινήθηκε μεθοδολογικά ο Συμεών πάνω στο πρωτογενές αγιολογικό υλικό που κληρονόμησε από τους προγενέστερους συγγραφείς; Εδώ ακριβώς δικαιολογείτε και η ιδιότητα του ως ερανιστής. Πρότυπό του συγγραφικό υπήρξε αναμφίβολα ο Νικήτας Παφλαγόνας καθώς φαίνεται από την εκτεταμένη χρήση του αγιολογικού του έργου (λ.χ. εγκώμιο στην Αγ. Αναστασία την Ρωμαία, αποστόλους Ανδρέα και Φίλιππο, μεγαλομάρτυρα Αγ. Ευστάθιο κ. α.), ενώ ορισμένα κείμενα του Παφλαγόνα (περιλαμβανόμενα στη «συλλογή» του Μεταφραστή) δεν υπέστησαν καμία αλλαγή από τον συγγραφικό κάλαμο του Συμεών (Αγίου Γεωργίου, Γρηγ. Επισκ. Ακράγαντος), καθώς αυτούσια τα περιλαμβάνει στο Μηνολόγιό του[8]. Επίσης με ακρίβεια κατέγραψε, όπως του παραδόθηκε, σε απλό ύφος τον βίο του Αγίου Αντωνίου του Μεγάλου (υπό του Μ. Αθανασίου), προφανώς από σεβασμό τόσο στον βιογραφούμενο άγιο, όσο και στον συγγραφέα του. Δεν λείπουν τα κείμενα εκείνα που αποτελούν νέες συνθέσεις του Συμεών (κυρίως το υποστηρίζουν ο Erhard και ο Hogel), καθώς κινείται με κάποια ελευθερία επί των πηγών του[9]. Ο Συμεών συζητάει με τις πηγές του και προβαίνει σε αξιολόγηση του υλικού που έχει στα χέρια του και αυτό φαίνεται σε αρκετούς προλόγους του. Έτσι στο βίο του Συμεών του Στυλίτη εκφράζει θαυμασμό για τον πλούτο υλικού που έχει («μέγας τοίνυν οὖτος ὥν, και πολύ την φήμη γενόμενος, πολλῶν ἔτυχε και τῶν συγγραφέων»[10]), ενώ παράλληλα ομολογεί και την επιφύλαξη του σε αυτό («ἀλλά δέδοικα μη τοῖς μετά ταῦτα μῦθος εἶναι δόξῃ τῆς ἀληθείας γεγυμνωμένος»[11]). Άλλες πάλι φορές καταθέτει πως το συγκεκριμένο κείμενό του στηρίζεται σε προσωπικές και μόνο πηγές (βλπ. Αγ. Συμεών Ξενοδ., «καί ταῦτα, μηδένα τῶν πρό ἡμῶν εὐρόντες τῆς αὐτῆς ἡμῖν γενομένου διανοίας, καί τον ἐκείνου βίον συγγραψάμενον φιλοπόνως»[12]) και όχι σε προγενέστερο υλικό, και άλλες ότι λυπάται για την αμάθεια του «συναδέλφου» του (βλπ. Πρόλογο του Αγ. Αυτονόμου, «τά ἐκείνου συντάξαντος, καί διανοίᾳ μεν ἀγαθῆ χρησαμένου, γλῶτταν δε οὐδαμῶς εὐπορήσαντος τῇ  γνώμῃ συνεπόμενην, ἀλλ’ άμαθίᾳ τά πολλά συγχέοντος καί συγκαλύπτοντος»[13]), καθώς και για την έλλειψη πηγών κατά την έρευνά του.

        Αγαπημένη μέθοδο του Συμεών υπήρξε και η προφορική διατύπωση του κειμένου προς τους βοηθούς του καταγραφείς. Με αυτόν τον τρόπο και χάρη στις ρητορικές του αρετές (αυτό βεβαιώνει και ο Ψελλός στο εγκώμιο του για τον Μεταφραστή[14]), ο Συμεών θα μπορούσε να συρρικνώσει ή διαστείλει (την έκταση) ή ανορθώσει (το ύφος) στο κείμενο που επεξεργαζόταν. Έπειτα ακολουθούσε ο σχολαστικός έλεγχός του, προφανώς από τον ίδιο, ώστε να μην εισέλθει σε αυτό κάποιο ατόπημα εξ αμελείας. Τον ισχυρισμό μας ενισχύει η «φράση μετάβασης»: «τί τιοῦτον λόγον καί μνήμης ἄξιον…» και τα σχετικά, που συχνά απαντάται επαναλαμβανόμενη. Δεν λησμονεί επίσης να μνημονεύσει και δευτερεύουσα τυχόν πηγή που χρησιμοποίησε, όπως στο βίο του Προφ. Δανιήλ («ὡς Ἰωσήπτῳ καί ταῦτα προς λέξιν τῷ Ἰουδαίῳ συντέτακται»[15]). Βεβαίως όλα αυτά για να καταστούν περισσότερο πειστικά  θα  πρέπει να υπόκεινται σε διασταύρωση και χρονολόγηση[16]. Ο Μεταφραστής είναι φανερό ότι επιμένει στα ακριβή στοιχεία, την σαφή και ολοκληρωμένη δομή του προσώπου του οποίου επιχειρεί την παρουσίαση[17]. Ουσιαστικά, ο τρόπος που αξιολογεί τις πηγές του και τις επεξεργάζεται, του παρέχουν την δυνατότητα (όπως και ο ίδιος ισχυρίζεται) να παραδώσει στους αναγνώστες-ακροατές του το καλύτερο και πληρέστερα κατανοητό κείμενο που διασώζει συμφωνία χαρακτήρων προσώπων και ιστορικής πραγματικότητας[18].

        Ενδιαφέρον έχει και ο αφηγηματικός τρόπος με τον οποίο δημιουργεί πρόσβαση στον αναγνώστη-ακροατή ο Συμεών σε σχέση με το ιστορικό περιβάλλον και την δράση του βιογραφούμενου αγίου. Αν εξαιρέσουμε τους προλόγους ο Συμεών σπάνια έρχεται αντιμέτωπος με το ακροατήριο του. Όμως εισαγωγικά συνηθίζει να προβαίνει σε ρητορικές ερωτήσεις (Zilliacus) θέλοντας να προβληματίσει τους αναγνώστες-ακροατές του (πρβλ. υπόμνημα στον Ευαγγελιστή Λουκά, «εἰ και δικαίου μνήμην μετ’ ἐγκωμίων τελεῖσθαι θεῖος τις ἀνήρ καί σοφός τά θεῖα νομοθετεῖ, πόσην ἄρα τ ἀποστόλῳ Χριστοῦ συνεισενεγκεῖν προσήκει την ευφημίαν;»[19]) και άλλοτε απευθύνεται σε δύο τύπους κοινού για να εγείρει καθολικά τους αναγνώστες σε πράξεις μιμήσεως (βίος Άγ. Αβραμίου, «τοῖς εὐσεβῶς ζῇν προῃρημένοις ποθειναί τε καί περισπούδαστοι καί ὅσοι τήν μακαρίαν ἐκείνην τρίβον τῶν τοῦ Θεοῦ ἐντολῶν ὁδεῦσαι προείλοντο»[20]). Είναι αλήθεια πως στα κείμενα των μαρτύρων χρησιμοποιεί ένα εξιδικευμένο λεξιλόγιο (μαρτύριο Άγ. Ευφημίας «σκῆπτρα διέποντος»[21], άθλησις Άγ. Βικεντίου «Ρωμαῖων διεπόντων βασιλείαν»[22], μαρτύριο Άγ. Τροφίμου, Σαββατίου και Δορυμέδοντος «το βασίλειον σκῆπτρον Ρωμαίοις διέποντος»[23]), το οποίο ουσιαστικά «προδίδει» την επιμέλεια που έχει καταβάλει ο Συμεών στο παλαιό σώμα του κειμένου, ενώ γίνεται και φορέας ενός εκλεπτυσμένου νέου ύφους των μαρτυρολογίων.

        Έκαστος μπορεί να παρατηρήσει, ότι τα μαρτύρια των αγίων δεν εισάγονται με χρονολογική σειρά, δίκην «χρονολογικής επετηρίδος» (βλπ. προλόγους: άθλησις Άγ. Νικηφόρου, περί μαρτυρίου Άγ. Ιουλιανής, άθλησις Άγ. Λέοντος και Παρηγορίου, μαρτύριον Άγ. Λογγίνου του Εκατοντάρχου κ. α.[24] ), αλλά με μια ιστορική αναφορά-σύνοψη του σωτηριολογικού έργου του Κυρίου και των αποστόλων Του (μαρτύριο Άγ. Κορνελίου Εκατοντάρχου «μετά τήν σωτήριον ἐπί γῆς τοῦ Λόγου ἐπιδημίαν τόν ἐκούσιόν τε σταυρόν καί τον ὑπέρ ἡμῶν θάνατον καί την εἰς οὐρανούς ἐπάνοδον»[25], μαρτύριο Άγ. Κυπριανού καί Ιουστίνης «ὅτι τε τῆς οἰκουμένης ἐπίπροσθεν  τον παρά τῶν ἱεροκηρύκων Χριστοῦ μαθητών περιχαρῶς καταβληθέντα σπόρον ἐδέξατο»[26], Άγ. Μηνά, Ερμογένη και Ευγράφου «μετά τήν ἐπί γῆς τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ παρουσίαν πολλοί μέν καί ἄλλοι προς ἀγῶνας τούς μαρτυρικούς ἀπεδύσαντο»[27], Άγ. Τρύφωνος «τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ μετά τήν θεανδρικήν αὐτοῦ πρός ἀνθρώπους ἐπιφάνειαν καί τήν ἐκ νεκρῶν τριήμερον ἔγερσιν καί πρός τόν Πατέρα μετά δόξης ἀνάληψιν, ἐπί τους μαθητάς καί ἀποστόλους το Πνεύμα τό ἅγιον ἐκχεαμένου καί γνώσεως πλήρεις ἐργασάμενου»[28], Άγιοι Ευλάμπιος καί Ευλαμπία «ἂρτι τῆς θεογνωσίας εἰς πάντα κόσμον διατρεχούσης, καί τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ μόνου Θεοῦ ἡμῶν τούς ἑαυτοῦ μάρτυρας ἐπιρρωνύντος καί ἐπαλείφοντος…»[29]).

       Σε ορισμένες περιπτώσεις παρατηρούμε μια καθαρά ιστορική εισαγωγή (Άγ. Γρηγορίου Αρμενείας «τῆς τῶν Περσῶν ἀρχῆς εἰς Πάρθους διαλυθείσης, καί τῆς τῶν Πάρθων ἐπικρατείας εἰς τοῦτο δυνάμεως [ἀφιγμένης], ὡς μή μόνον Περσῶν ἄρχειν, ἀλλά καί Ἀρμενίων καί Ἰνδῶν προσοίκων τοῖς ἐπ΄Ἀνατολῆς Πέρσαις»[30], Άγ. Αμβροσίου «Οὐαλεντινιανοῦ τοίνυν μετά τελευτήν Ἰωβιανοῦ τά σκῆπτρα τῆς βασιλείας δεξαμένου, τόν ἴδιον ἀδελφόν Οὐάλην ἐκ Πανονίας ἀγαγών κοινωνόν ποιεῖται τῆς βασιλείας, καί τῆς Ἀσίας αὐτῷ παραδούς τά σκῆπτρα καί μέντοι καί τῆς Αἰγύπτου, ἑαυτῷ τήν Εὐρώπην ἀπένειμε»[31], Άγ. Αναστάσιου του Πέρσου «τῆς μεγάλης πόλεως Ἰεροσολύμων, ὑπό τοῦ Περσῶν βασιλέως ἀλούσης, καί τῶν ἱερῶν τόπων ἐκείνων, οἱ καί διαβάς εἶδον τοῦ ἐμοῦ Χριστοῦ, καί σταύρωσιν, καί ταφήν, καί ἀνάστασιν, Μηδικῷ δόρατι και πυρί»[32], άθλησις Άγ. Ακεψιμά, Ιωσήφ, Αειθαλά «ἐλύττα κατά Χριστιανῶν Σαπώριος ὁ Περσῶν βασιλεύς, τοῖς μάγοις τε μέρος οὖσι Περσῶν τον κατ’ αύτῶν ἐπέτρεπε διωγμόν»[33]), ενώ πολλές φορές η πατρίδα του αγίου (γεωγραφικός προσδιορισμός) γίνεται αφορμή εγκωμίου (βίος και πολιτεία Άγ. Διονυσίου «ὅς πατρίδος μέν ἐπιφανοῦς, ἐπιφανῶν δέ καί γεννητόρων τυχών, ἐπί μέγα δόξης ἀφίκετο»[34], στο πάθος του Άγ. Δημητρίου «ὅν ἤνεγκε μέν ἡ Θεσσαλονίκη, το γε την εἰς τους ἄνω τοῦ γένους ἀναφοράν τῶν Μακεδόνων ἐπιφανέστατος»[35], στο μαρτύριο των Άγ. Δέκα μαρτύρων εν Κρήτη «ἄλλος μέν ἄλλο τι τῆς θρυλουμένης διεξιέτω Κρήτης, ὁ μέν τό κάλλος, ὁ δέ το ἄνθος, ὁ δέ τό μέγεθος, καί ὁ μέν τείχη και λιμένας…»[36]).  Επίσης σε μερικούς προλόγους ο Μεταφραστής εστιάζει σε «άλλους τόπους» (περί του Άγ. αποστόλου Ματθαίου, περιγραφή της πτώσεως από την παραδείσια κοινωνία «ἤδη μέν παρά τοῦ πλάσαντος ἡμᾶς δοθεῖσαν φυλλάτοντες ἐντολήν… τόν παράδεισον»[37]) που αναδεικνύουν την πνευματική αξία και το ύψος της αγιασμένης ανθρωπίνης φύσεως (στο μαρτύριο του Άγ. Επιμάχου «ἐξέλαμπε δέ ἐν τούτοις οἷά τις ἀστήρ ὁ μέγας ἐν ἀθλοφόροις Ἐπίμαχος…οἷά τινα λύγχον ὑπό μοδίῳ κρυπτόμενον…»[38], στο μαρτύριο του Άγ. Ιέρωνος «καί οὐκ ἐθέλων, θεοσεβής ὤν ἐκεῖνος, ἀνθρώποις ἀσεβέσι καί μοχθηροῖς συστρατεύεσθαι»[39], [περί φιλανθρωπίας] στης Οσίας Πελαγίας «ὅ δή καί αὐτός πρό τῶν ἄλλων εἰδώς τά κατά την μακαρίαν ταύτην Πελαγίαν, ἥ το τῆς Θεοῦ φιλανθρωπίας ἡμῖν ἐγνώρισε πέλαγος»[40])[41].

 

Το προσδωκόμενο αποτέλεσμα του συγγραφέα εντοπιζόμενο στα εισαγωγικά σχεδιάσματα.

       

        Αναφερθήκαμε ανωτέρω στο στόχο του Συμεών, να παρουσιάσει δηλαδή με ακρίβεια, σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς κενά και σκοτεινά σημεία, ένα πλήρες ποτρέτο του βιογραφούμενου αγίου. Στην ενότητα αυτή θα επιχειρήσουμε να αναδείξουμε (πάλι μέσα από τους προλόγους του) ένα άλλο στοιχείο εξίσου σημαντικό με αυτό της επιστημονικότητας- ιστορικότητας και φιλολογικής δομής που ενδεχομένως απασχολεί  κυρίως τους ειδήμονες. Πρόκειται για εκείνο που αφορά το πλατύ αναγνωστικό-ακουστικό κοινό και το οποίο επιχειρεί ο συγγραφέας να ελκύσει, αλλά και να οικοδομήσει πνευματικά. Δεν είναι τυχαία (όπως αναφέρει ο Ψελλός στο εγκώμιο του[42]) η προσπάθεια του Μεταφραστή να αποκρυσταλλώσει μια υφολογική ισορροπία στα κείμενα που δεν θα απογοήτευε ούτε τους λιγότερο μορφωμένους, αλλά ούτε και τους κατέχοντας εκλεπτυσμένη παιδεία.

        Αν όμως θελήσουμε να δούμε συνολικά και ανεξαρτήτου μορφωτικού επιπέδου το «κέρδος» που αποκομίζουν οι αποδέκτες του Μηνολογίου του Συμεών, θα πρέπει να σταθούμε στην επιδιωκόμενη ωφέλεια (εκ μέρους του συγγραφέα-ερανιστή) που πλέον διαποτίζει την επιστήμη της αγιολογίας. Η επανασυγγραφή ή η εκ νέου σκιαγράφηση της ζωής ενός αγίου (σε μοναχικό ή αστικό περιβάλλον, ανδρός ή γυναικός, ευγενούς ή άσημου) γίνεται το «πνευματικό όχημα» που μεταφέρει διαχρονικά τα ιδεώδη, τα πρότυπα και τις αρχές του χριστιανικού βίου. Ο Μεταφραστής καλεί τους πιστούς σε μίμηση των όσων παραθέτει με ζήλο και αυταπάρνηση (βίος Άγ. Ιωάννου Αρχ. Αλεξανδρείας «καί την τούτων μνήμην τῷ μετά τῷ χρόνῳ παραδιδόναι πρᾶγμα πολλῆς ὀφέλειας τῷ καθέστησεν πρόξενον. Ζήλου γάρ τι κέντρον ἐναρεταῖς τῶν φιλοθέων ψυχαῖς ἡ τῶν αὐτοῖς κατορθωθέντων διήγησις, καί προς την τῶν ὁμοίων ἐργασίαν παρακαλεί»[43], Οσίου Αβραμίου «ἀνδρῶν φιλαρέτων βίος καί ἡ τῆς αὐτῶν πολιτείας διήγησις καί πᾶσι μεν τοῖς εὐσεβῶς ζῇν προηρημένοις ποθειναί τε καί περισπούδαστοι, μάλιστα δε τοῖς ἀρετῆς μεταποιουμένοις καί ὄσοι τήν μακαρίαν ἐκείνην τρίβον ταῶν τοῦ Θεοῦ ἐντολῶν ὁδεῦσαι προείλοντο»[44], Άγ. Νικολάου «σοφόν τι χρῆμα ζωγράφων χείρ, καί δεινή μέν μιμήσασθαι τήν ἀλήθειαν, δεινή δέ τῶν πραγμάτων ἐναργῆ προθεῖναι τά σύμβολα, σοφώτερον δέ ἄρα λόγος, καί πολλῷ γραφικῆς ἐναργέστερον δεῖξαί τε ὅ βούλεται, καί ὀφθαλμοῖς το πράγμα παραβαλεῖν καί τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ καί πλέον ἐρεθίζειν οἶδε καί ζήλου τι κέντρον ἐνιέναι, καί διανιστᾶν πρός την μίμησιν. Αὐτίκα γοῦν ὁ τῶν κατά Θεόν πολιτευσαμένων βίος, τῷ λόγῳ διατυπούμενος, πολλούς ἐφελκύσηται καί διαθερμάνῃ πρός ἀρετήν καί ὅλῳ αὐτούς πρός τόν ὅμοιον ὑποδήξει ζῆλον»[45], Άγ. Σπυρίδωνος «μέγιστον εἰς ψυχῆς ὠφέλειαν βίος γενναίων καί φιλοθέων ἀνδρῶν καί πολύν τόν πλοῦτον τῆς ἀρετῆς ἐμποιεῖν δυνάμενος. Οὐ μόνον γάρ τοῦ χείρονος ἐκκοπήν, ἀλλά καί πολλήν πρός το βέλτιον μεταβολήν ἀπεργάζεται. Εἴτε γάρ τις εἴῃ πάθεσι προκατειλημμένος, τοιούτον ἀπολαύων διηγημάτων, τῆς πρός ταῦτα ὀρμῆς ἀφίσταται, καί μισοπόνηρος γίνεται, εἴτε μην καί ἀρετῆς ἐπιμέλεται, θερμότερον ὑπό τῆς ἱστορίας περί αὐτήν διανίσταται καί τῇ τοῦ ὁμοίου φιλίᾳ παροξύνεται πρός τήν μίμησιν»[46]), καθώς εστιάζει στη πνευματική προκοπή τους, μέσω της χριστιανικής διδασκαλίας που αποπνέουν τα αγιολογικά του κείμενα[47].

        Στους προλόγους του, δεν θα διστάσει αρκετές φορές, να αποτιμήσει παράλληλα και την αξία και χρησιμότητα της αγιολογίας (μάρτυρος Άγ. Αυτονόμου «τῆς ἴσης ἀτοπίας εἶναι νομίζω τό τε φθέγγεσθαι τά μη δέοντα, καί τό τά καλά διδόναι σιγ. Καί γάρ ὅσον ὁ τά μή καλά διηγούμενος τάς ἀκροατῶν ἔβλαψε ψυχάς, τοσοῦτον ὁ τάς ἀγαθάς τῶν πράξεων σιγῇ παραδούς τῆς ἐξ αὐτῶν ὠφέλειας τους φιλευσεβεῖς ἀπεστέρησε»[48], Άγ. Ιακώβου «ἐπεί οὖν οὐχ ἡδεῖα μόνο δικαίου μνήμη, ἀλλά καί λίαν ὠφέλιμος, κέντρον ταῖς ψυχαῖς ἐνιεῖσα, και ταῶν ἴσων διεγείρουσα»[49], Οσίου πατρός Κυριακού του Αναχωρητού «ἔνθεν τοι χρῆ καί τά ὑπέρ ἀρετῆς τοῦ μακαρίου τούτου Κυριακοῦ παλαίσματα καί τους ἱδρώτας, οὐ θερμότατα μόνο ἀκούειν καί θαυμάζειν καί ἀποδέχεσθαι, ἀλλά πρός μίμησιν ὅση δύναμις διανίστασθαι, καί πρός τόν ὅμοιον ἀποδύεσθαι ζῆλον»[50]) την οποία όμως θα συμπλέξει επιτυχώς με την ταυτόχρονη γλυκύτητα-απόλαυση, αλλά και ευτυχία (Άγ. Ιακώβου «οὐχ ἡδύ τι τ φιλαρέτῳ καί δεινί λυμαινόμενον ὡς μνήμη δικαίου καί διά Χριστόν παθόντος κατέστηκε. Καί πλείων ἐκείνῳ ἤ χρυσός τοῖς φιλοχρήμασιν ὅσα την ὥραν ἡδέα τους φιλοκαίνους εὐφροσύνην παρακαλεῖ»[51], Άγ. Νικολάου «πλήν ἀλλ’ ὅσον ἀναλαβεῖν αὐτά καί εἰς μνήμην ἀνενεγκεῖν σήμερον, καί τάς τῶν φιλαρέτων ὑμῶν εὐφρᾶναι ψυχᾶς. Ἐγκωμιαζομένου γάρ, φησί, δικαίου εὐφρανθήσονται λαοί»[52]) που κομίζουν στην ψυχή τα αφορώσα στην ενάρετη βιωτή των θεουμένων πρόσωπων. Έτσι ένας βίος αγίου μπορεί να γίνει πρόξενος αγάπης και πόθου προς τον Χριστό, αιτία εισόδου του κτιστού ανθρώπου στην μυστική βασιλεία Του. Στο τομέα αυτό είναι αλήθεια, ότι ο Συμεών πρωτοτυπεί, καθώς σε προλόγους παλαιότερων αγιολογικών κειμένων σπάνια γίνεται μνεία στην ωφέλεια που μπορεί να αντλήσει ο ακροατής-αναγνώστης από αυτά[53].

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

       

        Μέσα από τους προλόγους, του Μηνολογίου του Συμεών του Μεταφραστή, πραγματοποιήσαμε ένα νοητό ταξίδι στην ιστορία της αγιολογίας. Κατά την διάρκεια του αποκομίσαμε πολύτιμες γνώσεις για τον τρόπο σύνθεσης των προλόγων που πάντοτε ο συγγραφέας προτάσσει του κυρίου σώματος του εκάστου αγιολογικού κείμενου. Είδαμε ότι ο Συμεών κατά περίσταση προσέλαβε αυτούσιο, μετέτρεψε «επί το ρητορικότερον», και διασκεύασε κατάλληλα το προγενέστερο υλικό που συνέλεξε. Δεν δίστασε επίσης να γράψει εκ νέου  εκεί που οι προσωπικές του μαρτυρίες του παρείχαν τις γόνιμες προϋποθέσεις. Υπαγορεύοντας αρκετές φορές στους βοηθούς του τις συνθέσεις του, επιμελήθηκε προσωπικά την χρονική ακρίβεια προσώπων-γεγονότων, καθώς και την ολοκληρωμένη εικόνα εκάστου αγιολογικού πορτρέτου. Μέσα από αφηγηματικές τεχνικές εξεδήλωσε τον ενθουσιασμό του για την αγιολογική παραγωγή των χρόνων του, προσδιορίζοντας συνάμα την χρησιμότητα της αγιολογικής επιστήμης. Μίας σπουδαιότητας που δεν αφορούσε μόνο το χώρο της θύραθεν παιδείας, αλλά κυρίως εκείνης που προσέβλεπε στην ηθική καλλιέργεια και πνευματική προκοπή (κατά το πρότυπο του χριστιανικού βίου) των αναγνωστών-ακροατών που σε παρόν και μέλλον θα έρχονταν σε επαφή με τα κείμενα του.

        Το έργο του Συμεών εισέπραξε σχόλια θετικά και αρνητικά (και έτσι γίνεται πάντα σε αυτή την ζωή). Ο Ψελλός και οι συνακολουθούντες ιδεολογικά αυτόν, τόνισαν τον θαυμασμό τους στο συνολικό πνευματικό του επίτευγμα. Κάποιοι άλλοι έμεινα μοιρολατρικά αναζητητές-εραστές μίας εποχής παραγωγής αγιολογικών κειμενικών σπαραγμάτων, των οποίων ο Συμεών φρόντισε τόσο για την αποκάθαρση τους (από αιρετικές-μυθολογικές δοξασίες), όσο και των εναρμονισμό τους με τις κλασσικές απαιτήσεις της β΄ Σοφιστικής. Για όλους εμάς που ακροθιγώς γνωρίσαμε το κοπιώδες έργο του, θεωρούμε, ότι ουσιαστικά έθεσε τους δύο πνευματικούς πυλώνες που επρόκειτο να στηριχθεί η διακονία του επιστήμονα αγιολόγου σε παρόν και μέλλον στο χώρο της Ορθοδόξου Θεολογίας[54] : της επιστημονικής αξιοπρέπειας και της βαθιάς χριστιανικής πίστης.

     

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Πάσχου Β. Π., Ἅγιοι οἱ φίλοι τοῦ Θεοῦ, Εἰσαγωγή στήν ἁγιολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὑμνογολικά κείμενα & μελέτες-2, ἐκδ. Ἀρμός (β΄, Ἀπρίλιος 1997). 

Πασχαλίδη Συμεών, Νικήτας Δαβίδ Παφλαγών. Τό πρόσωπο καί τό ἔργο του. Συμβολή στή μελέτη τῆς προσωπογραφίας καί τῆς ἁγιολογικῆς γραμματείας τῆς προμεταφραστικῆς περιόδου, Βυζαντινά κείμενα καί Μελέται, τ.28, Θεσσαλονίκη 1999.

Πρωτ. Γεωργίου Α. Καραχάλιου, Ἡ ἀνθρωπολογία τοῦ Μιχαήλ Ψελλοῦ, ἐναίσιμος ἐπί διδακτορία διατριβή ὑποβληθεῖσα εἰς τήν Θεολογικήν Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν. Σεπτέμβριος 1990.

Σαραντουλάκου Ἀρ., Ἁγιολογική Ἀφηγηματολογία: Βιογράφοι καί Συναξαριστές τῶν Ἁγίων, περ. Ἐκκλησία, Ἔτος 94, τεῦχος 2, Φεβρουάριος 2017, σ. 101-113. Εἰσήγηση στό πλαίσιο ἐργασιῶν τοῦ ΙΣΤ΄ Πανελληνίου Λειτουργικοῦ Συμποσίου Στελεχῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων πού διοργάνωσε ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στό Πνευματικό Κέντρο Ἱερᾶς Μητροπόλεως Φθιώτιδος εἰς Λαμίαν μέ θέμα : «Τό ἁγιολόγιον τῆς Ἐκκλησίας»,  στίς 19-21 Σεπτεμβρίου 2016.

Σαραντουλάκου Ἀρ., Συμεών ὁ Μεταφραστής καί τό Μηνολόγιον. Ἡ πορεία ἑνός ἐκδοτικοῦ ἐγχειρήματος τῶν βυζαντινῶν χρόνων, ΕΕΘΣΠΑ, Τόμος Ν΄ (2015) (Ὑπό ἔκδοσιν).

Τσάμη Δημητρίου, Ἁγιολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἐκδ. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη 1999.

Krumbacher K., Ἱστορία τῆς Βυζαντινῆς Λογοτεχνίας τ.1, μτφρ. Γ. Σωτηριάδη, σ.  353-413 (Συναξάρια), ἐκδ. Μαρασλῆ, Ἀθήνα 1974.

 

  1. J. P. Minge, Patrologia Graeca, Κέντρο Πατερικῶν Ἐκδόσεων, Ἀθῆναι 1994.

 

[1] Προηγήθηκαν δεκαετίες αμφιταλαντεύσεων σχετικά με τη ταύτιση του προσώπου του Συμεών Μεταφραστή με τον Συμεών Λογοθέτη αλλά και τον χρόνο που έδρασε. Σήμερα πλέον η έρευνα αποδεικνύει τόσο τον χρόνο όσο και την δράση του συνδεδεμένη με το αυτοκρατορικό περιβάλλον, βλπ. Πασχαλίδη Συμεών, Νικήτας Δαβίδ Παφλαγών. Τό πρόσωπο καί τό ἔργο του. Συμβολή στή μελέτη τῆς προσωπογραφίας καί τῆς ἁγιολογικῆς γραμματείας τῆς προμεταφραστικῆς περιόδου, Βυζαντινά κείμενα καί Μελέται, τ.28, Θεσσαλονίκη 1999, σ. 307 & Σαραντουλάκου Ἀρ., Συμεών ὁ Μεταφραστής καί τό Μηνολόγιον. Ἡ πορεία ἑνός ἐκδοτικοῦ ἐγχειρήματος τῶν βυζαντινῶν χρόνων, ΕΕΘΣΠΑ, Τόμος Ν΄ (2015) (Ὑπό ἔκδοσιν), σ. 539 & Τσάμη Δημητρίου, Ἁγιολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἐκδ. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη 1999, σ. 48.

[2] Σαραντουλάκου Ἀρ., Συμεών ὁ Μεταφραστής καί τό Μηνολόγιον, ΕΕΘΣΠΑ, Τόμος Ν΄ (2015) (Ὑπό ἔκδοσιν), σ. 540.

[3] Πασχαλίδη Συμεών, Νικήτας Δαβίδ Παφλαγών, τ.28, Θεσσαλονίκη 1999, σ. 308: ο Ψελλός προσθέτει σχετικά με το τεράστιο έργο που ανέλαβε ο Συμεών «ὅτι φασί γε τοι μηδ’ ἐκ παρέργου τοῦτον ἦφθαι τοῦ πράγματος καί βασιλείοι δέ τοῦτον παρακλήσεις ἐπί τοῦτο προήνεγκαν».

[4] Πρωτ. Γεωργίου Α. Καραχάλιου, Ἡ ἀνθρωπολογία τοῦ Μιχαήλ Ψελλοῦ, ἐναίσιμος ἐπί διδακτορία διατριβή ὑποβληθεῖσα εἰς τήν Θεολογικήν Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν. Σεπτέμβριος 1990, σσ. 5, 8. Στις μέρες του Κων/νου του Ζ΄ η Βασιλεύουσα είχε τον θαυμασμό όλων. Δεν είναι τυχαίο ότι τότε εκδόθηκε το περίφημο λεξικό της Σουίδας, το ενιαίο ηρωικό έπος του Διγενή, συντελέστηκε η ανέγερση- ακμή μεγάλων εκπαιδευτηρίων και πλουσιοτάτων βιβλιοθηκών που καθιστούσαν την Πόλη κέντρο πάσης μαθητείας και παιδείας.

[5] Σαραντουλάκου Ἀρ., Συμεών ὁ Μεταφραστής καί τό Μηνολόγιον, ΕΕΘΣΠΑ, Τόμος Ν΄ (2015) (Ὑπό ἔκδοσιν), σ. 537.

[6] βλπ. πρόλογο στο εγκώμιο του Σαμψών Ξενοδ: «καί πῶς γάρ οὐ μέμψις εὔλογος καί δικαία, εἰ πολλῶν ἑτέρων ἁγίων, τῶν μεν μαρτύρων, τῶν δε καί ἄλλως εὐαρεστικότων Θεῷ, τῶν μεν ἄθλους καί πόνους, τῶν δε βίους καί πράξεις κατά σπουδήν συνταξάμενοι, τούτου δη τοῦ μεγάλου Σαμψών φαινόμεθα κατολιγωροῦντες, και μάλιστα οὔτως ἐγγυτάτω κειμένου καί ὄσον ἀπό τοῦ παραδοξοποιοῦ τάφου γειτονοῦντος ἡμῖν;», P.G. 115, A5-A13.

[7] Σαραντουλάκου Ἀρ., Ἁγιολογική Ἀφηγηματολογία: Βιογράφοι καί Συναξαριστές τῶν Ἁγίων, περ. Ἐκκλησία, Ἔτος 94, τεῦχος 2, Φεβρουάριος 2017. Εἰσήγηση στό πλαίσιο ἐργασιῶν τοῦ ΙΣΤ΄ Πανελληνίου Λειτουργικοῦ Συμποσίου Στελεχῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων πού διοργάνωσε ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στό Πνευματικό Κέντρο Ἱερᾶς Μητροπόλεως Φθιώτιδος εἰς Λαμίαν μέ θέμα : «Τό ἁγιολόγιον τῆς Ἐκκλησίας»,  στίς 19-21 Σεπτεμβρίου 2016, σ. 105-106 & Krumbacher K., Ἱστορία τῆς Βυζαντινῆς Λογοτεχνίας τ.1, μτφρ. Γ. Σωτηριάδη, (Συναξάρια), ἐκδ. Μαρασλῆ, Ἀθήνα 1974, σσ. 409, 404.

[8]Πασχαλίδη Συμεών, Νικήτας Δαβίδ Παφλαγών, τ.28, Θεσσαλονίκη 1999, σ. 310.  

[9] Σαραντουλάκου Ἀρ., Συμεών ὁ Μεταφραστής καί τό Μηνολόγιον, ΕΕΘΣΠΑ, Τόμος Ν΄ (2015) (Ὑπό ἔκδοσιν), σ. 546.

[10] P. G.  114, 336 B8.

[11] P. G.  114, 336 C3.

[12] P. G. 115, 280 A3.

[13] P. G. 115, 692 Α9.

[14] P. G. 114, 485 D8.

[15] P. G. 115, 384.

[16] Σαραντουλάκου Ἀρ., Συμεών ὁ Μεταφραστής καί τό Μηνολόγιον, ΕΕΘΣΠΑ, Τόμος Ν΄ (2015) (Ὑπό ἔκδοσιν), σσ. 545-546.

[17] Ό.π., σ. 547.

[18] Ό.π., σ. 549 & 564.

[19] P. G. 115, 1129 Α.

[20] P. G. 115, 44 A2.

[21] P. G. 115, 713.

[22] P. G. 114, 736 Β3.

[23] P. G. 114, 733

[24] κατ’ αντιστοιχία: P. G. 114, 1368 - P. G. 114, 1437 - P. G. 114, 1452 - P. G. 115, 32.

[25] P. G. 114, 1293.

[26] P. G. 115, 884 Α2.

[27] P. G. 116, 368.

[28] P. G. 114, 1312.

[29] P. G. 115, 1053.

[30] P. G. 115, 944.

[31] P. G. 116, 861 Α15.

[32] P. G. 114, 773.

[33] P. G. 116, 832.

[34] P. G. 115, 1032 C10.

[35] P. G. 115, 1886 Α9.

[36] P. G. 116, 566.

[37] P. G. 115, 813 Α1-13.

[38] P. G. 115, 1320 Β8.

[39] P. G. 116, 110 Β11.

[40] P. G. 116, 910 Α9.

[41] Σαραντουλάκου Ἀρ., Συμεών ὁ Μεταφραστής καί τό Μηνολόγιον, ΕΕΘΣΠΑ, Τόμος Ν΄ (2015) (Ὑπό ἔκδοσιν), σσ. 565-566.

[42] P. G. 114, 485 D8 &  Πρωτ. Γεωργίου Α. Καραχάλιου, Ἡ ἀνθρωπολογία τοῦ Μιχαήλ Ψελλοῦ, ἐναίσιμος ἐπί διδακτορία διατριβή ὑποβληθεῖσα εἰς τήν Θεολογικήν Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν. Σεπτέμβριος 1990, σ. 233, ο Μιχαήλ Ψελλός υπήρξε «ὕπατος φιλόσοφος, ἀνεγνωρίζετο ὑπό πάντας, φίλους τε καί ἐχθρούς, πεπαιδευμένους τε καί μη, συγχρόνους καί μεταγενέστερους, ὡς ἡ νοητή κινητήριος δύναμις μίας νέας παλλαϊκῆς ἐπιμορφωτικῆς ἀνασυντάξεως και ἀναζωογονήσεως, ἔνθεν καί ἔνθεν τά ἐλληνικά γράμματα και ἡ χριστιανική ἀλήθεια εὔρισκον την 11ην ἑκατονταετηρίδα ἔντεχνον ἰσορροπίαν καί πρακτικήν ἐφαρμογήν» & βλπ. και Krumbacher K., Ἱστορία τῆς Βυζαντινῆς Λογοτεχνίας τ.1, μτφρ. Γ. Σωτηριάδη, (Συναξάρια), ἐκδ. Μαρασλῆ, Ἀθήνα 1974, σ. 409: ο Συμεών επαινέθηκε και από άλλους μεγάλους λογίους της εποχής όπως ο Θεοφάνης ο Κεραμεύς, Θεόδωρος Βαλσαμώνος, Νικηφόρος Κάλλιστος, Ματθαίος Βλάσταρης κ. α.

[43] P. G. 114, 896 Α.

[44] P. G. 115, 45 Α.

[45] P. G. 116, 317 Α.

[46] P. G. 116, 417 Α.

[47] Σαραντουλάκου Ἀρ., Ἁγιολογική Ἀφηγηματολογία: Βιογράφοι καί Συναξαριστές τῶν Ἁγίων, περ. Ἐκκλησία, Ἔτος 94, τεῦχος 2, Φεβρουάριος 2017.,σ. 101-102.

[48] P. G. 115, 692.

[49] P. G. 115, 199 Α6.

[50] P. G. 115, 919 Α5.

[51] P. G. 115, 199.

[52] P. G. 116, 318 Β4.

[53] Σαραντουλάκου Ἀρ., Συμεών ὁ Μεταφραστής καί τό Μηνολόγιον, ΕΕΘΣΠΑ, Τόμος Ν΄ (2015) (Ὑπό ἔκδοσιν), σσ. 565.

[54] Πάσχου Β. Π., Ἅγιοι οἱ φίλοι τοῦ Θεοῦ, Εἰσαγωγή στήν ἁγιολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὑμνογολικά κείμενα & μελέτες-2, ἐκδ. Ἀρμός (β΄, Ἀπρίλιος 1997), σ. 14.


Joomla SEF URLs by Artio

Τελευταίες αναρτήσεις