Γράφει ο π. Μακάριος Παλαιολόγου (Ιερομόναχος)

 ΥΠ. Μεταπτ. Δίπλ. Θεολογίας Ε.Κ.Π.Α – Ειδίκευση Δογματικής

 

Οι Άγιοι Τρείς Νέοι Ιεράχες στύλοι της Ορθοδοξίας και η αίρεση του Filioque

Οι Άγιοι Τρεις νέοι Ιεράρχες και στύλοι της Ορθοδοξίας, Φώτιος ο μέγας, Γρηγόριος ο Παλαμάς και Μάρκος ο Ευγενικός, είναι εκείνοι οι οποίοι αγωνίσθηκαν με όλες τους τις δυνάμεις για να ματαιώσουν την δογματική παραχάραξη της Ορθοδοξίας από τον παπισμό, και κατόρθωσαν να ματαιώσουν την νόσο που επιχειρούσε να φάγει το σώμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Είναι μεγάλοι αντιρρητικοί και αντιαιρετικοί θεολόγοι- Ιεράρχες επειδή ήλεγξαν σφοδρότατα και αυστηρότατα καθένας στην εποχή του την αίρεση του Παπισμού και όλες τις καινοτομίες και αιρέσεις της Δύσεως. Μακαριότατε από αυτήν την θέση εκ μέρους όλων των κληρικών και του λαού μας θα ήθελα να σας ευχαριστήσω για την εμπνευσμένη πρότασή σας και τελικά την αποδοχή εκ μέρους της ιεράς Συνόδου μας, να ανακηρύξουμε αυτούς τους τρείς μεγάλους Αγίους ως προστάτες της ιεράς Συνόδου ήδη από το 2014, γιατί η παρουσία και η προσφορά των τριών αυτών αγίων ήταν  απαραίτητη και νευραλγική, καθώς μέσα από τους αγώνες τους, αποφεύχθηκε ο εκδυτικισμός, ο εκλατινισμός, η φραγκοποίηση της Ορθοδοξίας, το να γίνουμε εμείς οι Ορθόδοξοι δηλαδή, Παπικοί, Λατίνοι, Φράγκοι.    Σκοπός αυτής της εισήγησης είναι να μας διδάξει ότι πρέπει να εμμένουμε στην γραμμή την οποία χάραξαν οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, και οι οποίοι διατύπωσαν σε δόγματα και στις Οικουμενικές Συνόδους την πίστη μας και εφόσον διαπιστώσουμε την σημασία της διδασκαλίας τους, να μας δώσουν και την ανάλογη γραμμή πλεύσεως στα ζητήματα της πίστεως. Το παράδειγμα των Αγίων Τριών νέων ιεραρχών πρέπει να συγκρατήσει μερικούς επηρεαζόμενους από την εφήμερη σκοπιμότητα, από επικίνδυνους πειραματισμούς και να μας δώσουν επαγρύπνηση, ανασύνταξη των πνευματικών μας δυνάμεων και ενδελεχή μελέτη των Ορθοδόξων Πατέρων και βαθιά κατανόηση του δογματικού πλούτου της Ορθοδοξίας. Με το πρόσχημα του οράματος να επιτευχθεί η ενότητα του χριστιανικού κόσμου, αντί να επιδιωχθεί η μόνη ασφαλής και σωτήρια μέθοδος του Χριστού, των Αποστόλων και των Αγίων να συναχθούν όλοι σε μία ποίμνη του Χριστού αποδεχόμενοι μία πίστη του Χριστού, μία σώζουσα αλήθεια, νομιμοποιούν τις αιρέσεις εξισώνοντας την αλήθεια με την πλάνη. Έτσι νομιμοποιήσαν τους Ρωμαιοκαθολικούς δίδοντάς τους την ονομασία «Εκκλησία» και όλα τα σχίσματα αυτών, στην σύνοδο του Κολυμπαρίου. Αλλά και από τον περασμένο αιώνα η ‘’Ορθόδοξη Εκκλησία’’ στεγάζεται ως «ισότιμο» μέλος με όλες τις προτεσταντικές ομάδες στο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών». Και βέβαια τους Προτεστάντες δεν τους πειράζει, γιατί πιστεύουν στην θεωρία των κλάδων και ότι όλοι μετέχουν στην αλήθεια. Οι ‘’Ορθόδοξοι’’ όμως δεν δικαιολογούνται να συμμετέχουν σε αυτό. Υπάρχουν σαφή διαχωριστικά όρια μεταξύ της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας και των Φραγκολατίνων της Δύσεως; Κάποιοι ισχυρίζονται ότι οι μεταξύ Ορθοδόξου Εκκλησίας και των Ρωμαιοκαθολικών δογματικές και κανονικές διαφορές δεν ούτε πολλές ούτε μεγάλες[1]. Σε αυτό το ερώτημα όμως θα μας απαντήσουν οι Άγιοι Τρείς νέοι Ιεράρχες.

Επέλεξα μία από τις μεγαλύτερες αιρέσεις των Φραγκολατίνων για να ασχοληθώ ιδιαίτερα, με την αίρεση του Filioque και να δούμε την σχετική διδασκαλία των Τριών Αγίων νέων Ιεραρχών για αυτήν την αίρεση η οποία εισάγει και σύγχυση και διαίρεση και πολυθεΐα στην Αγία. Τριάδα . Δεν μπορούσα να ασχοληθώ και με τις πολλές άλλες αιρέσεις των δυτικών, όπως το Πρωτείο, τα Μαριολογικά, τα άζυμα, το Καθαρτήριο πυρ[2], κλπ. γιατί η εργασία μου θα ήταν πολύ μεγάλη. Η σειρά που θα δούμε τα πράγματα είναι ανάλογη με την χρονολογία που έζησαν οι άγιοι, δηλαδή, το έργο του Ιερού Φωτίου, ακολούθως του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά και τελικά του Αγίου Μάρκου για αυτήν την αίρεση.

Ο Μέγας Φώτιος υπήρξε η μεγαλύτερη πατερική φυσιογνωμία του 9ου αιώνα, ο πιο φωτεινός φωστήρας της Εκκλησίας μας, ο θερμός εκείνος μαχητής της πίστεως, η αληθινά γιγαντώδης μορφή, που δημιούργησε μια νέα ιστορική εποχή. Σκόρπισε το φως του σε όλον τον μεσαιωνικό Ελληνισμό και επηρέασε όλα τα επίπεδα της ζωής, θρησκευτικά, θεολογικά, φιλολογικά πολιτιστικά, παιδαγωγικά, ιεραποστολικά και ότι άλλο τι που έχει σχέση με τον άνθρωπο, με την γνώση και την επιστήμη. Συνδύαζε γνώση, πίστη, επιμονή και μαχητικότητα. Ήταν ο δάσκαλος των μεγάλων φωτιστών των Σλαύων , των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου.

Ο Άγιος Φώτιος

Ο πατέρας του Φωτίου, ο σπαθάριος Σέργιος, ήταν αδελφός του άλλοτε πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ταρασίου (784-806) του ομολογητού (προέδρου της Ζ’  Οικουμενικής Συνόδου) , ενώ ο θείος του από την πλευρά της μητέρας του είχε παντρευτεί την αδελφή της αυτοκράτειρας Θεοδώρας η οποία διακρίθηκε για το ορθόδοξο φρόνημά της και αναστήλωσε τις άγιες Εικόνες. Ο Φώτιος γεννήθηκε περί το 820[3], έτυχε λαμπράς παιδείας και εκτός από τις επιστήμες τις ελληνικές, μελέτησε όσο λίγοι άλλοι την Αγία Γραφή και τους Μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας. Πολύ νέος εντάχθηκε στην αυτοκρατορική υπηρεσία της αυλής και στον κυβερνητικό τομέα ενώ ήταν καθηγητής και στο Πανεπιστήμιο της Μαγναύρας. Ανήκε στην ομάδα των εικονόφιλων,  και πιο συγκεκριμένα, των λεγομένων ‘’Πολιτικών’’ οι οποίοι είχαν μία επιεικέστερη αντίληψη για τους μετανοούντες εικονομάχους. Την εποχή του ο πατριαρχικός θρόνος της Κωνσταντινουπόλεως έμεινε κενός.Πρότειναν σε εκείνον  να δεχθεί τον θρόνο και  εκείνος τον αρνήθηκε αλλά παρά τις αντιρρήσεις του, τον αναγκάσαν να τον  αποδεχθεί[4]. Έτσι σε διάρκεια έξι ημερών χειροτονήθηκε Πατριάρχης μέχρι τις 25 Δεκεμβρίου. Ο Πάπας Νικόλαος απέστειλε δύο επιστολές προς την Κωνσταντινούπολη, στις οποίες εξέφραζε τις επιφυλάξεις του για την διαδικασία της εκλογής του Αγίου Φωτίου στον Πατριαρχικό θρόνο της Κων/πολης, διεκδικούσε το Ιλλυρικό και την Ν. Ιταλία και ουσιαστικά επενέβαινε σε υποθέσεις εσωτερικές άλλης Εκκλησίας προβάλλοντας ούτε λίγο ούτε πολύ τις αξιώσεις του περί Πρωτείου λέγοντας ότι τελικός κριτής είναι η Ρώμη. Αυτό βέβαια δεν ήταν δυνατόν  να γίνει αποδεκτό. Αλλά ωστόσο συγκλίθηκε η  Πρωτοδευτέρα σύνοδος (861) στην οποία συμμετείχαν και οι παπικοί αντιπρόσωποι, που μαζί με τα άλλα θέματα που την απασχόλησαν όπως της εικονομαχίας συζήτησαν και αυτό της αναγνωρίσεως του Αγίου Φωτίου. Η σύνοδος κατεδίκασε εκ νέου την εικονομαχία και εξέδωσε 17 κανόνες διοικητικής φύσεως[5].Οι αποφάσεις αυτής της συνόδου προκάλεσαν όπως ήταν αναμενόμενο τη δυσαρέσκεια του επισκόπου Ρώμης γιατί ήταν υπέρ της Κωνσταντινούπολης. Μεταξύ των ετών 862 και 863 ο ηγεμόνας της Μοραβίας Ροστισλάβος έστειλε αντιπροσώπους του στην Κωνσταντινούπολη και ζήτησε ιεραποστόλους από την τελευταία για να αποκτήσει Θ. Λειτουργία και λειτουργικά βιβλία στη δική του αυτόχθονα γλώσσα. Γι’ αυτό ο  Άγ. Φώτιος ανταποκρίθηκε και απέστειλε τους Αγίους Κύριλλο και Μεθόδιο (οι οποίοι ήταν με την μεριά του Ιγνατίου αλλά ήταν μετριοπαθείς). Εκεί παρέμειναν 40 περίπου μήνες και δίδαξαν την χριστιανική διδασκαλία, συναντώντας την αντίδραση των λατίνων ιεραποστόλων. Επίσης και ο ηγεμόνας της Βουλγαρίας Βόρις αποφάσισε η χώρα του να εκχριστιανισθεί από την Κωνσταντινούπολη το 869.  Λόγο των επεκτατικών διαθέσεων δηλαδή της διεκδίκησης αυτών των χωρών από τον Πάπα ο Αγ Φώτιος κατάλαβε ότι πρέπει να αντιπαρατεθεί στον Πάπα Νικόλαο που είχε αποθρασυνθεί. Έτσι το 867 συνήλθε ενδυμούσα Σύνοδος και κατεδίκασε όλα τα λατινικά έθιμα που είχαν διαδοθεί από τους λατίνους ιεραποστόλους  στην Βουλγαρία. Έτσι στην εγκύκλιο επιστολή του Φωτίου προς τους πατριάρχες Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων μέσα στα έθιμα που απαριθμεί γράφει και για την προσθήκη του Filiouque ότι είναι: η «γάγγραινα» του χριστιανισμού, που εισάγει δυαρχία στη Θεότητα. «Εἴ τις κακῶν ἐστι κορωνίς, εἰς ταύτην ἀνέδραμον»,  και διερωτάται «τίς ὅλως ἀνάσχοι τοι τῶν ἐν χριστιανοῖς τελούντων ἐπί τῆς ἁγίας Τριάδος δύο εἰσάγειν αἴτια, Υἱοῦ μέν καί Πνεύματος τόν Πατέρα, τοῦ Πνεύματος δέ πάλιν τόν Υἱόν, καί εἰς διθεΐαν τήν μοναρχίαν λύειν, καί μηδέν ἧττον τῆς ἑλληνικῆς μυθολογίας τήν τῶν Χριστιανῶν σπαράττειν θεολογίαν και της ὑπερουσίου καί μοναρχικῆς Τριᾶδος ἐξυβρίζειν τό ἀξίωμα;»[6]. Αναφέρει ο Άγ. Φώτιος ‘’δεν είναι τέλεια η εκπόρευση του Πατρός που είναι τέλειος Θεός; Αν ισχύει αυτό γιατί τότε να μην γεννάται και ο Υιός από το Άγιο Πνεύμα όπως από τον Πατέρα; Αν συμβαίνει αυτό, τότε  περισσότερες ιδιότητες αποκτά το Πνεύμα από τον Πατέρα απ’ ότι ο Υιός. Αν περισσότερες διαφορές αποκτά το Πνεύμα απ’ ότι ο Υιός, είναι πιο κοντά της πατρικής ουσίας ο Υιός απ’ ότι το Πνεύμα ( και τότε πέφτουμε στην αίρεση του Μακεδονίου). Και αν η εκπόρευση είναι και εκ του Υιού σαν κοινή σε όλους τότε και το Πνεύμα εκπορεύει τον εαυτό του και έτσι γίνεται και αίτιο και αιτιατό… «ὁρᾶς ὡς μάτην οὗτοι, μᾶλλον δ’ εἰς πρόχειρον θήραν (κυρίευση-παγίδευση) τῶν πολλῶν, τό τῶν Χριστιανῶν ἑαυτοῖς ἐπέθεσαν ὄνομα; [7] Είναι λέει αμέσως παρακάτω, αυτή η βλασφημία κατά όλης της πίστης μας. Αν από τον Πατέρα ο Υιός γεννήθηκε, το δε Πνεύμα εκ του Πατρός και του Υιού εκπορεύεται, τι καινούργιο κάνει το Πνεύμα, μήπως εκπορεύει κάτι άλλο; και όπως συνάγεται μήπως είναι τέσσερεις υποστάσεις, μάλλον δε απείρους;( τότε πέφτουμε στην Ελληνική πολυπληθία μας λέει  Άγιος.)[8].

Έτσι παραθέσαμε μερικά από τα επιχειρήματα αυτής της Εγκυκλίου η οποία καταλήγει και γράφει ότι το θέμα θέλει οικουμενική αντιμετώπιση.

Μετά από την αποκατάσταση μεταξύ Ιγνατιανών και Φωτιανών και αφού πρώτα είχε ανέβει στο θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως ο Μέγας Φώτιος εκείνος ειρήνευσε τις αντίθετες ομάδες χωρίς την αξίωση επεμβάσεως του Πάπα.  Ο Ιερός Φώτιος συγκάλεσε Πανορθόδοξη Σύνοδο, την λεγομένη 8η Οικουμενική Σύνοδο που υπήρχαν όλοι οι αντιπρόσωποι των Πατριαρχείων ακόμη και της Ρώμης, και συμμετείχαν 400 επίσκοποι και ο αυτοκράτορας Βασίλειος. Στην πρώτη συνεδρίαση έγινε η αναγνώριση του ιερού Φωτίου ως Πατριάρχου. Στην δεύτερη συνεδρίαση, όταν διάβασαν τις επιστολές του Πάπα που έκανε αναγωγές στο Παπικό Πρωτείο, δεν τις αποδέχθηκαν. Ομολογούν οι επιστολές της Ρώμης ότι ο Φώτιος αδικήθηκε. Επίσης ανατολικοί θρόνοι τονίζουν ότι δεν αποτελεί εμπόδιο η παρουσία των ιεραποστόλων της Κωνσταντινούπολης στην Βουλγαρία. Στην 2η συνεδρίαση επιμένουν οι δυτικοί ότι πρέπει να αναγνωρισθεί η Βουλγαρία ως δικαιοδοσία της Ρώμης. Κατά την 4η συνεδρίαση  όλοι οι πατριαρχικοί θρόνοι ομολογούν ότι πάντα αναγνώριζαν τον Φώτιο ως Πατριάρχη και ποτέ την παπόφιλη σύνοδο του 869-870. Πολλοί από τους παρόντες όπως , η υπογραφή της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων και πολλών Μητροπολιτών χαρακτηρίζουν αυτήν την σύνοδο Οικουμενική. Στην 5η συνεδρίαση αποδέχθηκαν άπαντες και οι δυτικοί, την 7 Οικουμενική (787) ως Οικουμενική. Στην έβδομη και τελευταία συνεδρίαση της Συνόδου, την 13η Μαρτίου 880, η Σύνοδος έκανε δεκτό το δογματικό της Όρο.

Ὁ Κύριος καί Θεός και Σωτήρ Ἰησοῦς παρέδωσε τη διδασκαλία, τήν ὁποία ἡ Ἐκκλησία, μαζί μέ «τάς ἱεράς διατάξεις καί τούς κανονικούς τύπους» τῶν μαθητῶν καί ἀποστόλων καί μαζί μέ τό «κήρυγμα  καί τούς κανονικούς θεσμούς» τῶν ἁγίων ἑπτά οἰκουμενικῶν Συνόδων, διατηρεῖ «ἀπαρατρώτους τε καί ἀκαπηλεύτους». Ἡ Σύνοδος ἀπορρίπτει ὅλους ὅσους δέν ὁμοφρονοῦσαν μέ αὐτές. Οἱ πατέρες τῆς παρούσης Συνόδου «διαπρυσίᾳ τῇ  φωνῇ» ἀποδέχονται τά παραδεδομένα «οὐδέν ἀφαιροῦντες, οὐδέν προστιθέντες, οὐδέν ἀμείβοντες, οὐδέν κιβδηλεύοντες». Ακολουθεί η παράθεση του συμβόλου της Πίστεως που πιστοποιήθηκε στις δύο πρώτες οικουμενικές Συνόδους[9] και συνεχίζουν τα πρακτικά «Οὕτω φρονοῦμεν, ἐν ταύτῃ τῇ ὁμολογίᾳ τῆς πίστεως ἐβαπτίσθημεν, δι’αὐτῆς πᾶσαν αἵρεσιν θραυομένην τε καί καταλυομένην ὁ τῆς ἀληθείας λόγος ἀπέδειξε»[10]. Επιμένει και προειδοποιεί: εἴ τις παρά τοῦτο τό ἱερόν σύμβολον τολμήσειεν ἕτερον ἀναγράψασθαι, ἤ προσθεῖναι ἤ ἀφελεῖν, καί ὅρον ὀνομάσαι ἀποθρασυνθεί, κατάκριτος καί πάσης χριστιανικῆς ὁμολογίας ἀπόβλητος».[11]Άρα η Σύνοδος επιβάλει τον αφορισμό σε όποιον επιχειρήσει την αλλοίωση του συμβόλου της πίστεως. Οι Βυζαντινοί κανονολόγοι πλήν του Θεόδωρου Βαλσαμώνα[12] δεν την ονομάζουν οικουμενική. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς δεν την συγκαταλέγει στις Οικουμενικές. Ο Νείλος Καβάσιλας (1363)[13], ο Νικόλαος ο Καβάσιλας (1391)[14] μιλούν για  Η’ Οικουμενική. Ο Συμεών Θεσσαλονίκης μιλάει για επτά αλλά τονίζει ότι και την Σύνοδο του 879-880 την θεωρούν πολλοί Οικουμενική[15]. Και ο Ιωσήφ Βρυένιος[16], και ο Άγ. Μάρκος λένε ότι είναι Οικουμενική[17], και όλες οι μεγάλες προσωπικότητες  του ΙΕ’ αιώνα ( Ιωάννης Ευγενικός, Γεννάδιος Σχολάριος) συμφωνούν. Ο Παχώμιος Ρουσάνος τον 16ο αιώνα λέει ότι κάποιοι την αριθμούν στις Οικουμενικές[18]. Αναγνώριση της Συνόδου ως Οικουμενικής κάνουν και ο Δωσίθεος Ιεροσολύμων, και ο Αγ. Αθανάσιος ο Πάριος ενώ ο Άγιος Νεκτάριος λέει ότι αυτή η Σύνοδος έχει Οικουμενικό κύρος και πρέπει να αναγνωρισθεί και στο όνομα της ως τέτοια από μια μελλοντική Σύνοδο[19]. Μετά τον θάνατο και του επόμενου πάπα Ιωάννη Η’, ο οποίος αρνήθηκε τις αποφάσεις της Συνόδου του 879-880 (882) ανέβηκε στο θρόνο ο  Μαρίνος ο οποίος λόγο της σύντομης παραμονής του στο θρόνο δεν πρόλαβε να δείξει την στάση του απέναντι στον Φώτιο. Για να πολεμήσει τις αξιώσεις του Πάπα ο Φώτιος, έγραψε και προς τον μητροπολίτη Ακυληΐας ευθύς ένα γράμμα μετά την Η’ Οικουμενική Σύνοδο και το οποίο είναι περίληψη του σπουδαίου έργου που εξέδωσε αργότερα  το οποίο έχει τον τίτλο: Περί τῆς τοῦ Πνεύματος Μυσταγωγίας[20]. Σε αυτό το έργο ο Άγ. Φώτιος αναπτύσσει κατά πρωτότυπο τρόπο το θέμα της εκπορεύσεως του αγίου Πνεύματος από μόνον τον Πατέρα, επεξηγεί τα χωρία της αγίας Γραφής που είναι δυσερμήνευτα και ερμηνεύει και τα χωρία των αγίων Αποστόλων και των αγίων Πατέρων τα οποία παραποιούν οι Δυτικοί. Σε όλο αυτό το έργο του, δείχνει τις αιρέσεις που υπάρχουν αν δεχθούμε το filioque. Επίσης ο Ιερός Φώτιος έγραψε και έναν Λίβελο «Κατά τῶν τῆς Παλαιᾶς Ρώμης, ὅτι ἐκ τοῦ Πατρός μόνον ἐκπορεύεται τό Πνεύμα τό ἅγιον ἀλλ’ οὐχί καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ» στον οποίο γράφει εκτός των άλλων ότι 1) Αν το Πνεύμα είναι απλό και εκπορεύεται από τον Πατέρα και από τον Υιό, θα θεωρηθούν οπωσδήποτε ο Πατήρ και ο Υιός  ένα πρόσωπο, και από αυτό θα προέλθει η αίρεση του Σαβέλλιου.2) Αν το Πνεύμα το Άγιο αποδοθεί σε δύο αρχές δεν θα υπάρχει η μία πολυύμνητος αρχή. Το Πνεύμα το άγιο θα είναι διπλό και σύνθετο. 3) Αν ο Υιός μετέχει με τον Πατέρα στην προαγωγή του αγίου Πνεύματος, θα γίνει κοινωνός σ’ αυτή και το άγιο Πνεύμα γιατί κατ’ αυτήν την αντίληψη όλα θα είναι κοινά. 4) Αν δεν προάγει τίποτα το Πνεύμα ενώ τα άλλα πρόσωπα της αγίας Τριάδος προάγουν, τότε το άγιο Πνεύμα θα είναι κατώτερο(παραφροσύνη Μακεδονίου) κλπ…. [21].

Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (1296-1359)

Ο πατέρας του Αγίου Γρηγορίου, Κωνσταντίνος Παλαμάς, ήταν συγκλητικός, μέλος της αυτοκρατορικής αυλής και φίλος του Αυτοκράτορα Ανδρονίκου του Β’. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, γεννήθηκε το 1296. Πολύ νωρίς πέθανε ο πατέρας του και εκείνος στην ηλικία των 7 ετών έγινε προστατευόμενος του αυτοκράτορα. Σπούδασε στο πανεπιστήμιο της Κωνσταντινουπόλεως, και ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την φιλοσοφία. Στην ηλικία κοντά των 17 άφησε τις σπουδές και μελετούσε ασκητικά έργα και επιδόθηκε στην άσκηση. Ο αυτοκράτορας τον προόριζε για ανώτατα αξιώματα, αλλά εκείνον τον ένοιαζε η νοερά προσευχή. Στα 20 έμεινε σε διάφορα μοναστήρια της Θράκης  του Αγίου Όρους και της Μακεδονίας. Κατόπιν έγινε ιερέας το 1326 στην Θεσσαλονίκη. Από τα μοναστήρια επρόκειτο να τον καλέσουν σε ευρύτερο πεδίο δράσης, η οποία με τον χρόνο τον ανέδειξε σε ηγετική μορφή της ορθοδοξίας. Μετά από μια πενταετία ήρθε στην Ελλάδα από την Ιταλία ο έλληνας μοναχός Βαρλαάμ ο Καλαβρός. Κατά την παραμονή του ο Άγιος Γρηγόριος στη Θεσσαλονίκη, πληροφορήθηκε τις  καινοφανείς δοξασίες του Βαρλαάμ, και ειδικότερα τις θέσεις του, κατά τη συζήτηση του filioque με τους παπικούς απεσταλμένους, στην Κων/πολη (το 1334). Βεβαίως ο Βαρλαάμ απέκρουσε τη λατινική προσθήκη στο σύμβολο Νικαίας-Κων/πόλεως, αλλά, όχι με τα παραδοσιακά θεολογικά επιχειρήματα της Ανατολής. Τις θέσεις του κατέγραψε ο Βαρλαάμ στις πραγματείες ‘’Κατά Λατίνων’’. Σε αυτές υποστήριζε βάση των ιδεών του για το ακατάληπτο και την αδυναμία γνώσεως του Θεού, ότι δεν ήταν δυνατή, η αυθεντική διατύπωση μιάς δογματικής διδασκαλίας για την υποστατική σχέση των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδος, και απέφευγε τον αγνωστικισμό αφού υπέβαλλαν το όλο ζήτημα στη διαδικασία των διαλεκτικών συλλογισμών (δηλ. της βοήθειας της φιλοσοφίας και όχι των Πατέρων). Ο Βαρλαάμ δηλαδή, με την θεωρητική απόρριψη κάθε γνώσεως της ουσίας του Θεού, κατέληγε έμμεσα στη σχετικοποίηση όχι μόνο του όλου περιεχομένου της δογματικής διδασκαλίας, αλλά, όπως θα δούμε και αυτής της αυθεντίας της Εκκλησίας, να διατυπώνει ορθώς, το περιεχόμενο των αληθειών της πίστεως. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς κατανόησε το μέγεθος της απειλής εναντίον της εκκλησιαστικής παραδόσεως και έγραψε ( το 1335) κατά Λατίνων δύο «Ἀποδεικτικούς Λόγους», στους οποίους αναφέρει ότι υπάρχει για τον Θεό απόδειξη, αλλά είναι διαφορετική της λογικής του ανθρώπου, και στηρίζεται στην πίστη, τον φωτισμό και την παράδοση. Και επίσης αναιρεί τις ανωτέρω επικίνδυνες δοξασίες του Βαρλαάμ, βάση της διδασκαλίας των πολεμίων κυρίως του αρειανισμού, (Μ. Αθανασίου, Μ. Βασιλείου, Γρηγορίου του Θεολόγου, Γρηγορίου Νύσσης κ. ά.).  

 Ο Άγιος Γρηγόριος στην αρχή του λόγου του κάνει αναφορά στους αιρετικούς (αρειανούς, Ευνομιανούς, Μακεδονιανούς) και γράφει γι’αυτούς ότι ήταν προσκολλημένοι στο διάβολο. Σε αυτόν τον διάβολος, είναι πειθήνιοι και οι Λατίνοι οι οποίοι εισάγουν νέους περί Θεού όρους,  και οι οποίοι φέρνουν μεγάλα κακά [22].  «Εσείς» δέχεσθαι δύο αρχές αν και δεν το ισχυρίζεσθε φανερά,  αλλά αυτό συνάγεται από τα όσα λέτε[23]. Εμείς που διδαχθήκαμε από την θεοσοφία των Πατέρων, δεν αγνοούμε τα εφευρήματα τα διαβόλου…, ποτέ δεν πρόκειται να σας δεχθούμε σαν κοινωνούς, όσο χρόνο ομολογείτε ότι το Πνεύμα προέρχεται και εκ του Υιού[24]. Προσθέτετε στην αποκαλυπτική για το άγιο Πνεύμα θεολογία του Χριστού που είναι η αυτοαλήθεια, ο Θεός ο ενανθρωπίσας,(εκείνος είπε :Το Πνεύμα της αληθείας, το οποίο εκπορεύεται από τον Πατέρα).Πώς τολμάτε να εισαγάγετε τόσον εκφυλιστικήν προσθήκην εις τον όρο της πίστεως, τον οποίο  οι έγκριτοι πατέρες παρέδωσαν πνευματοκινήτως[25];Εις το σύμβολο αυτό, δεν επιτρέπεται καθόλου να προσθέσει ή να αφαιρέσει κανείς μετά την Δεύτερη Σύνοδο των αγίων, από την οποία όποιος τολμήσει κάτι τέτοιο υποβάλλεται σε κατάρα και εκβάλλεται από την Εκκλησία[26]… . Δικαιότατον βεβαίως θα ήταν να μην σας αξιώσουμε ούτε συζητήσεως, αν δεν διακόψετε την προσθήκη στο ιερό σύμβολο. Όταν  δε η προσθήκη σας αφαιρεθεί πρώτα από εσάς, έπειτα να συζητήσωμε, εάν το άγιο Πνεύμα προέρχεται και εκ του Υιού ή όχι και εκ του Υιού και να συμφωνήσουμε με τους θεοφόρους πατέρες[27]. Ο Άγιος Γρηγόριος λέγει στην συνέχεια ότι ο Πατήρ είναι η μόνη αρχή Θεότητας, ενώ οι Λατίνοι μιλούν για μία Θεότητα αλλά με δύο πηγές αίτια. Άρα πως είναι μια αρχή και δεν είναι δύο ρωτάει ο Άγιος[28]; Αυτό είναι ανοησία.[29]Ακολούθως ο Άγιος αφού με ακριβή χωρία των αγίων αποδεικνύει την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος μόνο από τον Πατέρα και διαπιστώνει τα λάθη που προκύπτουν από το filioque στα θέματα φύσις, υπόστασης, προσώπου γράφει: Αλλά βλέπεις πως απεμακρύνθητε από την κοινωνία μας δικαίως, διότι δεν παραμένετε εις τα ιδικά μας και εις τα της ευσεβείας όρια;[30]

 Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός.

Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1400. Τα πρώτα γράμματα τα διδάχθηκε από τον πατέρα του Γεώργιο, διάκονο της μεγάλης εκκλησίας, και ακολούθως σπούδασε στους σοφούς διδασκάλους Πλήθων και Ιωσήφ Βρυέννιο. Στην ηλικία των 25 έγινε μοναχός με το όνομα Μάρκος από Μανουήλ που λεγόταν. Το 1447 χειροτονήθηκε αρχιεπίσκοπος Εφέσου, και ακολούθησε τον αυτοκράτορα  στην σύνοδο Φερράρας και μετά Φλωρεντίας στην οποία αντιπροσώπευε και τον πατριάρχη Αντιοχείας. Υπερασπιζόμενος αυστηρά την Ορθοδοξία, αποδοκίμαζε τις από πολιτικούς υπολογισμούς, ενωτικές διαπραγματεύσεις και χωρίς να περιμένει καμία έμπρακτη βοήθεια από την Δύση, εξ’  αιτίας του τουρκικού κινδύνου, έγινε ο μεγάλος σημαιοφόρος, της χωρίς συμβιβασμούς αυστηρής ορθοδόξου απόψεως ορμώμενος από την αρχή ότι «οὐδέποτε διά μεσότητος τά ἐκκλησιαστικά διωρθώθη, μέσον ἀληθείας καί ψεύδους οὐδέν ἐστι»[31]. Ιδίως αγωνίσθηκε για το ζήτημα της προσθήκης του filioque στο σύμβολο της πίστεως, επαναλαμβάνοντας τα σχετικώς αναπτυχθέντα από τους αρχαιοτέρους συγγραφείς. Αυτός μόνος μαζί με τον Γεννάδιο τον Σχολάριο και λίγους ακόμη αρνήθηκαν την υπογραφή της ενώσεως της Φλωρεντίας.

Μετά το τέλος της συνόδου έγινε ο αρχηγός της ανθενωτικής μερίδος, επιβληθείς  με το ήθος του, την μόρφωσή του, και την αγάπη του προς την εκκλησία.  Ο Άγιος έγραψε πολλές πραγματείες, εμείς όμως θα εξετάσουμε μόνο αυτές που σχετίζονται με το filioque.

 Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός έγραψε 1) την επιστολή Μάρκου Εφέσου του Ευγενικού, ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ «ΤΟΙΣ ΑΠΑΝΤΑΧΟΥ ΤΗΣ ΓΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΝΗΣΩΝ ΕΥΡΙΣΚΟΜΕΝΟΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙΣ» (1440/1),  όταν ήταν στη εξορία εξ’ αιτίας των λατινοφρόνων που είχαν απαιτήσει από τον αυτοκράτορα Ιωάννη Παλαιολόγο, την εξορία του, και στην προσπάθειά τους να παραπλανήσουν τον λαό οι λατινόφρονες Μητροφάνης Κων/πόλεως και ο διάδοχός του Γρηγόριος, όταν είδαν ότι δεν κατάφεραν να επιβάλουν την ένωση, ισχυρίζονταν ότι δεν έγινε καμία έκπτωση από την πίστη όταν υπογράψαν τον όρο της συνόδου. Έτσι ο Άγιος Μάρκος, ο πολέμιός τους, θεώρησε καθήκον του να απευθυνθεί, προς όλους τους χριστιανούς αλλά και στους κατοίκους των λατινοκρατούμενων νησιών που κινδυνεύαν, ώστε να αποκαλύψει την αλήθεια, για την ψευδή ένωση της Φλωρεντίας, και για τις δογματικές διαφορές που μας χωρίζουν.

Αρχικά απαριθμεί ως πρώτη α) και κυριότατη δογματική διαφορά αυτήν του Αγίου Πνεύματος, β) τα περί του πρωτείου και αλαθήτου του Πάπα, γ) τα άζυμα, δ) το καθαρτήριο πυρ, ε) το ράντισμα του βαπτίσματος, στ) την μακαριότητα των αγίων, ζ) διάκριση ακτίστων θείων ενεργειών και θείας ουσίας, η) διάφορα σε εκκλησιαστικά θέματα όπως της νηστείας, και θ) και περί του αγιασμού των τιμίων δώρων. Για τις ανωτέρω δογματικές διαφορές ο Άγιος Μάρκος τους χαρακτηρίζει αιρετικούς. Γράφει «Οὐκοῦν ὡς αἱρετικούς αὐτούς ἀπεστράφημεν, καί διά τοῦτο αὐτῶν ἐχωρίσθημεν. Φασί γάρ οἱ φιλευσεβεῖς νόμοι «αἱρετικός ἐστι καί τοῖς κατά τῶν αἱρετικῶν νόμοις ὑπόκειται ὁ καί μικρόν γοῦν τι παρεκκλίνων τῆς ὀρθῆς πίστεως… και ταύτα περί τήν θεολογίαν τοῦ ἁγίου Πνεύματος, … αἱρετικοί εἰσι ἄρα, καί ὡς αἱρετικούς αὐτούς ἀπεκόψαμεν»[32]. «Φεύγεται οὖν αὐτούς, ἀδελφοί καί τήν πρός αὐτῶν κοινωνίαν»[33]

  • ΤΟΥ ΑΓΙΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΕΦΕΣΟΥ, ΚΥΡ ΜΑΡΚΟΥ ΤΟΥ ΕΥΓΕΝΙΚΟΥ, ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΟΡΘΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΕΚΤΕΘΕΙΣΑ ΕΝ ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣ ΛΑΤΙΝΟΥΣ ΓΕΝΟΜΕΝΗΝ ΣΥΝΟΔΟΝ[34]

«Ἐγώ τῇ τοῦ Θεοῦ χάριτι δόγμασιν ἐντραφείς εὐσεβέσι καί τῇ ἁγίᾳ καθολικῇ Ἐκκλησίᾳ διά πάντων ἑπόμενος, πιστεύω καί ὁμολογῶ τόν Θεόν μόνον ἄναρχον καί ἀναίτιον, πηγήν δέ καί αἰτίαν τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Πνεύματος. ὅ, τε γάρ Υἱός ἐξ’ αὐτοῦ γεγέννηται καί τό Πνεύμα ἐξ’ αὐτοῦ ἐκπορεύεται, μηδέν τοῦ Υἱοῦ συμβαλλομένου πρός τήν ἐκπόρευσιν, ὥσπερ οὐδέ τοῦ Πνεύματος πρός τήν γέννησιν…, Τόν Υἱόν οὐ λέγομεν αἴτιον οὐδέ πατέρα… Τάς δέ τῶν δυτικῶν πατέρων καί διδασκάλων φωνάς, αἵ τήν αἰτίαν τοῦ Πνεύματος τῷ Υἱῷ διδόασιν, οὔτε γνωρίζω ( καί γάρ οὐδέ μετεβλήθησάν ποτέ πρός τήν ἡμετέραν γλῶτταν, οὐδ’ ὑπό τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων ἐδοκιμάσθησαν), οὔτε παραδέχομαι, τεκμαιρόμενος ὅτι διεφθαρμέναι εἰσί καί παρέγγραπτοι διά τε πολλῶν ἄλλων καί διά τοῦ χθές καί πρώην προενεχθέντος παρ’ αὐτῶν βιβλίου τῆς οἰκουμενικῆς ἑβδόμης συνόδου τόν ὅρον ἔχοντος μετά τῆς ἐν τῷ συμβόλῳ προσθήκης. ὅπερ ἀναγνωσθέν, ὁπόσην αὐτῶν αἰσχύνην κατέχεεν, ἴσασιν οἱ τότε παρόντες…, Διά τοῦτο τάς τοιάυτας ἐπικυνδύνους φωνάς περί τῆς τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐκπορεύσεως ἀθετῶ, καί συμφωνῶν τῷ ἁγίῷ Δαμασκηνῷ, ἐκ τοῦ Υιοῦ τό Πνεῦμα οὐ λέγω… ἵνα μη δεύτερος αἴτιος ἐν τῇ Τριάδι καντεῦθεν δύο αἴτιοι καί δύο ἀρχαί γνωρισθῶσιν, οὐδέ γάρ οὐσιώδες ἐνταῦθα τό αἴτιον, ἵνα κοινόν καί ἕν τοῖς τρισί προσώποις ὑπάρχῃ, καί διά τοῦτο τάς δύο ἀρχάς οὐδαμῇ οὐδαμῶς οἱ Λατίνοι φεύξονται, μέχρις ἄν τόν Υἱόν λέγωσιν ἀρχήν τοῦ Πνεύματος. ἡ δέ ἀρχή προσωπικόν ὑπάρχει καί διακρῖνον τά πρόσωπα. Κατά πάντα τοίνυν ἑπόμενος ταῖς ἁγίαις καί οἰκουμενικαῖς ἑπτά συνόδοις καί τοῖς ἐν αὐταῖς διαλάμψασι θεοσόφοις πατράσι, Πιστέω εἰς ἕνα Θεόν, Πατέρα … Τοῦτο τό ἱερόν τῆς πίστεως μάθημά τε καί σύμβολον, τό παρά μέν τῆς πρώτης καί δευτέρας τῶν συνόδων ἐκτεθέν, παρά δέ τῶν λοιπῶν κυρωθέν καί βεβαιωθέν, ὅλῃ ψυχῇ δεχόμενος καί φυλάττων, ἀποδέχομαι καί ἀσπάζομαι πρός ταῖς ἑπτά συνόδοις καί τήν μετ’ αὐτάς ἀθροισθεῖσαν ἐπί τοῦ εὐσεβοῦς Βασιλείου βασιλέως Ρωμαίων καί τοῦ ἁγιωτάτου πατριάρχου Φωτίου τήν καί οἰκουμενικήν ὀγδόην ὀνομασθεῖσαν… ἥ ( η οποία), ἀνεκήρυξεν τήν ἐβδόμην οἰκουμενικήν σύνοδον… κατέκρινε δέ καί ἀνεθεμάτισε, καθάπερ καί αἱ πρό αὐτῆς οἰκουμενικαί σύνοδοι τούς τολμῶντας προσθήκην τινά καινοτομεῖν  ἤ ὑφαίρεσιν ἤ ὅλως ἐναλλαγήν ἐπί τῷ προρρηθέντι συμβόλω. Κατά τούς ὅρους τοίνυν αὐτῆς καί τῶν πρό αὐτῆς συνόδων καί τό ἱερόν τῆς πίστεως σύμβολον ἀκίνητον δεῖν φυλάττεσθαι κρίνων, ὡς ἐξεδόθη καί οὕς ἀποδέχονται συναποδεχόμενος, καί οὕς ἀποβάλλονται συναποβαλλόμενος, οὐδέποτε εἰς κοινωνίαν προσδέξομαι… ἕως ἄν ἐμμένωσι τῇ τοιαύτη καινοτομία. «ὁ γάρ κοινωνῶν τῷ ἀκοινωνήτῳ, καί αὐτός ἀκοινώνητος ἔστω»… «Ἀλλορίῳ δε οὐ μή ἀκολουθήσωσιν, ἀλλά φεύξονται ἀπ’ αὐτοῦ, ὅτι οὐκ οἴδασι τήν φωνήν τῶν ἀλλοτρίων»… Καί ο μέγας Βασίλειος στην προς μονάζοντα επιστολή «Εἴ τινες τήν ὑγιῆ πίστιν προσποιοῦνται ὁμολογεῖν, κοινωνοῦσι δέ τοῖς ἑτερόφροσι, τούς τοιούτους εἰς μετά παραγγελίαν μή ἀποστῶσι, μή μόνον ἀκοινωνήτους ἔχειν, ἀλλά μηδέ ἀδελφούς ὀνομάζειν». Και πρό τούτων ὁ θεοφόρος ἰγνάτιος ἐν τῇ πρός τόν θεῖον Πολύκαρπον τόν Σμύρνης ἐπιστολῇ «Πᾶς ὁ λέγων» φησί «παρά τά διατεταγμένα, κἄν ἀξιόπιστος ἦ κἄν νηστεύη, κἄν παρθενεύῃ, κἄν σημεῖα ποιῇ, κἄν προφητεύῃ, λύκος σοι φαινέσθω ἐν προβάτου δορᾷ προβάτων φθοράν κατεργαζόμενος. Καί τί δεῖ πολλά λέγειν; Ἅπαντες οἱ τῆς Ἐκκλησίας διδάσκαλοι, πᾶσαι αἱ σύνοδοι καί πᾶσαι αἱ θεῖαι γραφαί φεύγειν τούς ἑτερόφρονας παραινοῦσι καί τῆς αὐτῶν κοινωνίας διΐστσθαι. Τούτων οὖν ἐγώ πάντων καταφρονήσας, ἀκολουθήσω τοῖς ἐν προσχήματι πεπλασμένης εἰρήνης ἑνωθῆναι κελεύουσι; … Τά γάρ λοιπά τῶν ἀτοπημάτων ἐῶ τό γε νῦν ἔχον, ὧν καί ἕν μόνον ἱκανόν ἦν ἡμᾶς ἐξ’ αὐτῶν διαστῆσαι. Μή πάθοιμι τοῦτο ποτέ Παράκλητε ἀγαθέ, μηδ’ οὕτως ἐμαυτοῦ καί τῶν καθηκόντων λογισμῶν ἀποπέσοιμι…

 

  • ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΕΦΕΣΟΥ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΙΝΑ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΝ ΓΕΩΡΓΙΟΝ ΤΟΥΝΟΜΑ ΕΝ ΤΗ ΜΕΘΩΝΗ ΣΤΑΛΕΙΣΑ[35]

Αφού ο άγιος Μάρκος σε αυτήν την επιστολή του κατακρίνει την ιεροτελεστία, τα άζυμα των δυτικών μιλάει για ασέβειες που κάνουν οι αυτοί αιρετικοί, όπως ότι χύνουν την θεία κοινωνία μετά την λειτουργία,  και γράφει προς στον πρεβύτερο Γεώργιο τα εξής: Γίνωσκε δέ ὅτι ὁ ὅρος τῆς ψευδοῦς συνόδου, μᾶλλον δέ ἡ ματαία καινοφωνία, καθάπερ ἦν ἄξιον, οὐδαμῶς παρ’ οὐδενός προσεδέχθη. ἀλλά καί οἱ τούτῳ συνθέμενοι καί ὑπογράψαντες ὡς ἐναγεῖς καί προδόται τῆς ἀληθείας ὑπό πάντων μισοῦνται, καί οὐδείς αὐτοῖς οὐδέπω τῶν ἐνταῦθα συνελειτούργησε. Θεός δέ ὁ πάντα δυνάμενος οἰκονομήσειε ταῦτα πρός τό συμφέρον καί διορθώσειε τήν Ἐκκλησίαν αὐτοῦ, ἥν ἐξηγοράσατο τῷ ἰδίῳ αἵματι. Φύλασσε τήν καλήν παρακαταθήκην τῆς πίστεως, τάς βεβήλους καινοφωνίας παντελῶς ἐκτρεπόμενος. Ὀ Ἐφέσου Μάρκος[36].

Άλλη επιστολή την οποία στέλνει ο Άγιος Μάρκος στον ιερομόναχο Θεοφάνη της Ευρίπου, γράφει πως πληροφορήθηκε ότι ανέβηκε στον θρόνο των Αθηνών ένας ακόμη Λατινόφρων και ο οποίος συλλειτουργεί με τους Λατίνους. Ο Άγιος σε αυτήν του την επιστολή, προτείνει  να παραινέσει ο Θεοφάνης τους ιερείς της πόλεως να μην κοινωνούν, να μην συλλειτουργούν και ούτε να  μνημονεύουν αυτόν τον λατινόφρονα, γιατί είναι λύκος και επίσης να μην λειτουργούν σε λατινικές εκκλησίες. Φεύγετε και εσείς αδελφοί την προς τούς ακοινωνήτους κοινωνίαν, και το μνημόσυνο των αμνημονεύτων. Όποιος μνημονεύει τον πάπα θα κριθεί με τους Λατίνους[37].

 

Τέλος την ημέρα που Άγιος Μάρκος μετέστει στους ουρανούς, είχαν μαζευτεί γύρω του πολλοί αρχιερείς, ιερείς μοναχοί και κοσμικοί και οι οποίοι δώσαν την εντολή να γραφεί από έναν ιερομνήμονα τα τελευταία του λόγια στα οποία είπε τα εξής κατά παράφρασην δική μου, «Για να φανώ πιστός σε αυτά που είπα από την αρχή μέχρι και το τέλος της ζωής μου, αν ο πατριάρχης στείλει δικούς του κληρικούς Αρχιερείς ή ιερείς με πρόφαση τιμής μου για να με κηδεύσουν, και να πουν ότι έχουμε κοινωνία, και για να μην η σιωπή μου συγκατάθεση φανερώσει, σας λέω πως δεν θέλω ούτε δέχομαι την μετ’ αυτούς κοινωνίαν ούτε όσο ζούσα ούτε μετά θάνατον, όπως ούτε και την ένωση ούτε και τα δόγματα των Λατίνων που δέχθηκε ο πατριάρχης και οι μετ’ αυτόν. Είμαι σίγουρος, όσο χωρίζομαι από αυτόν και τους δικούς του, τόσο ενώνομαι με την αλήθεια και τους αγίους πατέρας, και όσοι είναι με αυτούς, φεύγουν από την εκκλησία και τους μακαρίους διδασκάλους της.  Και γι’ αυτό λέγω ότι όπως σε όλη μου τη ζωή ,ήμουν χωρισμένος από αυτούς, έτσι, και στον καιρό της εξόδου μου, και ακόμη και μετά από την αποβίωσή μου αποστρέφομαι την ένωσή τους και την κοινωνία τους, και τους διατάζω κανείς από αυτούς, να μην πλησιάσει στην κηδεία μου και στα μνημόσυνά μου, αλλ’ ούτε και κανέναν άλλο από το μέρος μας, για να συλλειτουργήσουν. Πρέπει να είναι πάντοτε χωρισμένοι από εμάς μέχρι ο Θεός να δει την καλή διόρθωσή τους[38].

Αίρεση ο παπισμός

Κάποιοι ίσως ισχυρισθούν ότι όσα λέγουν οι Άγιοι Απόστολοι και οι Πατέρες για τους αιρετικούς, και τις αιρέσεις ισχύουν για τους αρχαίους αιρετικούς που καταδικάσθηκαν από οικουμενικές συνόδους και όχι για τον παπισμό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτών των θεολόγων, καθηγητών, αρχιερέων είναι η επίκληση του 15 κανόνα της πρωτοδευτέρας συνόδου, ο οποίος συντάχθηκε το 861 και άρα λένε αυτοί, πως αυτός ο κανόνας δεν αφορά τους δυτικούς γιατί μέχρι τότε δεν είχαν καταδικασθεί. Εμείς τους απαντούμε ότι ο κανόνας έχει αιώνια ισχύ και ναι, τους αφορά τους δυτικούς πρώτον προηγήθηκαν οι οικουμενικές σύνοδοι (και οι 7 Οικουμενικές) οι οποίες λέγουν ότι όποιος αλλοιώσει το σύμβολο της πίστεως έχει το ανάθεμα και τον αφορισμό, δεύτερον γιατί επακολούθησε μετά από 18 χρόνια από την Πρωτοδευτέρα Σύνοδο η οικουμενική καταδίκη τους, από την θεωρουμένη Η’ Οικουμενική και τρίτον γιατί οι βάσεις που θέτονται σε αυτόν 15ο της Πρωτοδευτέρας λέει: «Ὥστε, εἴ τις πρεσβύτερος ἤ ἐπίσκοπος ἤ μητροπολίτης τολμήσειεν ἀποστῆναι τῆς πρός τόν οἰκεῖον πατριάρχην κοινωνίας καί μή ἀναφέρει τό ὄνομα αὐτοῦ, κατά τό ὡρισμένον καί τεταγμένον ἐν τῇ θείᾳ μυσταγωγίᾳ, ἀλλά πρό ἐμφανείας συνοδικῆς καί τελείας αὐτοῦ κατακρίσεως σχίσμα ποιήσει τοῦτον ὥρισεν ἡ ἁγία σύνοδος πάσης ἱερατείας παντελῶς ἀλλότριον εἶναι, εἰ μόνον ἐλεγχθείη τοῦτο παρανομήσας… Οἱ γάρ αἵρεσιν τινα, παρά τῶν ἁγίων συνόδων ἤ Πατέρων κατεγνωσνένην, τῆς πρός τόν πρόεδρον κοινωνίας ἑαυτούς διαστέλλοντες, ἐκείνου τήν αἵρεσιν δηλονότι δημοσίᾳ κηρύττοντος, καί γυμνῇ τῇ κεφαλῇ ἐπ’ ἐκκλησίας διδάσκοντος, οἱ τοοῦτοι, οὐ μόνον τῇ κανονικῇ ἐπιτιμήσει οὐχ ὑποκείσονται, πρό συνοδικῆς διαγνώσεως ἑαυτούς τῆς πρός τόν καλούμενον ἐπίσκοπον κοινωνίαν ἀποτειχίζοντες, ἀλλά καί τῆς πρεπούσης τιμῆς τοῖς ὀρθοδόξοις ἀξιωθήσονται. Οὐ γάρ ἐπισκόπων, ἀλλά ψευδεπισκόπων καί ψευδοδιδασκάλων κατέγνωσαν, καί οὐ σχίσματι τήν ἕνωσιν τῆς ἐκκλησίας κατέτεμον, ἀλλά σχίσματα και μερισμῶν την ἐκκλησίαν ἐσπούδασαν ρύσασθαι»[39]. Άρα προκύπτει και από αυτόν τον κανόνα ότι όταν διαγνωσθεί η αίρεση από Οικουμενική, (έχουμε όλες τις Οικουμενικές), αλλά και αν έχει κατεγνωσθεί λέει ο κανόνας από πατέρες, το λεγόμενο Consensus Patrum, (την συμφωνία των Πατέρων για την αίρεση) που όπως αποδείχθηκε είναι αιρετικοί τότε ο κανόνας ισχύει για αυτούς.  Υπάρχουν για αυτούς που τα του πάπα φρονούν συνοδικές καταδίκες, ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, γράφοντας στον Ιωάννη Αντιοχείας, λέγει ότι: «οὐδενί ἐπιτρέπεται λέξιν ἀμεῖψαι τῶν ἐγκιμένων ἐκεῖσε, ἥ μίαν γοῦν παραβῆναι συλλαβήν»[40]. Η θέση της Εκκλησίας είναι σαφέστατη, οριστική και αταλάντευτη, μετά μάλιστα την σαφή και φωτισμένη ανάλυση του θέματος από τον Μ. Φώτιο. Υπάρχει λοιπόν προδρομική καταδίκη και αναθεματισμός από τις προηγούμενες συνόδους αλλά και από την Η’ Οικουμενική της αίρεσης του filioque. Υπάρχουν οι ησυχαστικές σύνοδοι του 14 αιώνα. Υπάρχουν τα δογματικά και συμβολικά κείμενα των Επιστολών των Πατριαρχείων της Ανατολής μέχρι τα τέλη του 19 αιώνος. Όσα Κολυμπάρια και αν γίνουν δεν αλλάζουν την πίστη των Αγίων Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων.

[1] Μητρ. Πατρῶν Νικοδήμου, Ἀνακαῖαι προϋποθέσεις τοῦ «Διαλόγου» τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας μετά τῆς Δυτικῆς, ἐν «Ἐκκλησία» τόμ. ΝΗ’(1981), σελ. 44

[2] Με την αίρεση του καθαρτηρίου πυρός ασχολήθηκα σε προγενέστερη εργασίας μου, η οποία φιλοξενείτε στην ιστοσελίδα ec-goc.gr, της Εκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ελλάδος, με τίτλο ‘’Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός και η αίρεση του καθαρτηρίου πυρός’’.

[3] Ἡ οἰκογένεια τοῦ Φωτίου, Ἐπιστ. Ἐπετ. Θεολ. Σχολῆς. Τμ. Ποιμ. ν.σ. 2 (1993)

[4] «Βίαν ὑπέστημεν… συνεσχέθημεν ἄκοντες. Κακούργοις ἴσα καθείρχθημεν. ἐτηρούμεθα φυλάσοντες, οδυρόμενοι, κοπτόμενοι… ἐξέπεσον (ἐγώ) εἰρηνικῆς ζωῆς … γαλήνης γλυκείας… δόξης… τῆς φίλης ἡσυχίας, τῆς καθαρᾶς ἐκείνης καί ἡδίστης μετά τῶν πλησίον συνουσίας, τῆς ἀλύπου καί ἀδόλου και ἀνεπιλήπτου συναναστροφῆς. Ἠγαπώμην τοῖς φίλοις ὑπέρ τούς συγγενεῖς…Ἡ δέ εἷλκεν εἰς … φιλίας δεσμόν», Ἀπολογητική Ἐπιστολή τοῦ Φωτίουπρος τόν Πάπαν Νικόλαον ἐν οἷς ἐμέμψατο αὐτῷ διά τήν πρός τόν θρόνον Κωνσταντινουπόλεως ἀναβίβασιν. Θ.Η.Ε. 12 τόμος, Φώτιος, σελ. 23.

[5] Ένας κανόνας αυτής της συνόδου, ο 15  της Πρωτοδευτέρας θα μας απασχολήσει στο τέλος της παρούσης εργασίας.

[6] Δοσίθεος Ἱεροσολύμων, Τόμος Χαρᾶς, Θεσσαλονίκη 1985 σσ. 229 και 238.

[7] Δωσίθεος, οπ. Παρ σσ. 229-230.

[8] Δωσίθεος, οπ. Παρ σ. 234.

[9] 1692-1769,_Mansi_JD,_Sacrorum_Conciliorum_Nova_Amplissima_Collectio_ τόμος 17 σελ. 616.

[10] 1Mansi, τομ. 17 516D σελ. 516.

[11] Mansi 17, σσ. 520E-521A.

[12] Ράλλης- Ποτλής Β’, 706.Ο

[13] Leonis Allatii, De Octava synodo photiana, Romea 1662, I, 162-163.

[14] PG 149, 679.

[15] PG 155, 97D. Leonis Allati, όπ. παρ. 164.

[16] L. Alatii, όπ. παρ.

[17] . Patrologia Orientalis (εκδ. R. Graffin- F. Nau, Paris 1907 επ.). J. Gill, Quae supersunt Actorum graecorum concilii Florentini I, Rom 1953, 90 επ.

[18] Απολογία Διαλεκτική πρός Λατίνους.

[19][19] Νεκτάριος Κεφαλᾶς, Ὀρθόδοξος Ἱερά Κατήχησις, Ἀθῆναι 1899.

[20] PG, 102, 263-399.

[21] Ε.Π.Ε. Φωτίου Πτριάρχου Κων/πόλεως τόμος 4, 2001.

[22] [22] Γρηγορίου Παλαμά, Ε.Π.Ε τόμος 1 σσ. 68-71 Θεσσαλονίκη 1981.

[23] Γρηγορίου Παλαμά, το ίδιο, σελ. 75.

[24] Το ίδιο, σελ. 75.

[25] Το ίδιο, σελ. 77.

[26] Το ίδιο, σσ. 79-81.

[27] Το ίδιο σελ. 85.

[28] Το ίδιο σελ. 105.

[29] Το ίδιο. Σελ. 107.

[30] Το ίδιο σσ. 123-125.

[31] Migne 160, 1993.

[32] Ι. Καρμίρης, Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεία τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας τόμος 1, εκδ. 2Αθήνα 1960 σελ. 425.

[33] Το ίδιο σελ. 428.

[34] Patrologia Orientalis, R. Graffin- F. Nau τόμος 17 αριθ. 2. Paris 1923.

[35] Patrologia Orientalis, το ίδιο, σ. 336.

[36] Το ίδιο σελ. 336.

[37] Το ίδιο σσ. 343-344.

[38] Το ίδιο σσ. 346-348.

[39] Ράλλη-Ποτλή , τόμος 2,  1852, σελ. 693-693.

[40] Κυρίλλου Ἀλεξανρείας, Πρός Ἰωάννην Ἀντιοχείας.


Joomla SEF URLs by Artio

Τελευταίες αναρτήσεις