Την Κυριακή αυτή γιορτάζουμε τους Πατέρας της Πρώτης Οικουμενικής Συνόδου για την εξής αιτία όπως αναφέρει το συναξάρι της.

           Επειδή ο Κύριος φορώντας την σάρκα μας, ενήργησε όλη την οικονομία του Πατρός και προς τον Πατρικό την απεκατέστησε θρόνο.

           Θέλοντας οι Άγιοι να υπογραμμίσουν ότι ο Υιός του Θεού έγινε αληθινά άνθρωπος και τέλειος Θεός άνθρωπος.

           Ανελήφθη και κάθισε στα δεξιά της μεγαλοσύνης εν υψηλοίς και επειδή αυτή η σύνοδος των Πατέρων ανακήρυξε Αυτόν ομοούσιο και ομότιμο με τον Πατέρα. 

           Για τον λόγο αυτό μετά την Ανάληψη θέσπισαν να εορτάζεται η παρούσα εορτή.

           Ο Άρειος και οι όμοιοι του αιρετικοί με τον ορθολογισμό των ειδωλολατρών υποστήριζαν ότι είναι αδύνατο να έχει κανείς την ίδια ηλικία με τον πατέρα του.

           Ότι ο Χριστός είναι κτίσμα, δεν είναι Θεός διότι υπήρχε χρόνος που ο Υιός δεν υπήρχε άρα δεν είναι ομοούσιος με τον Πατέρα και συνάναρχος.

           Ευτυχώς που δεν υπήρχε τότε η εικόνα της Αγίας Τριάδος που δείχνει τον Πατέρα ασπρομάλλη γέροντα και τον Υιό με μαύρα μαλλιά και νέο.

           Ομολογώνας με τον τρόπο αυτό ξεκάθαρα ότι υπάρχει διαφορά ηλικίας ώστε ο ασπρομάλλης Πατήρ να είναι αρχαιότερος του νεότερου Υιού.

           Αυτή την εικόνα χρησιμοποιούν βέβαια οι γιαχοβάδες για να στηρίξουν την αρειανόφρονα πίστη τους.

          Ο Άγιος Αθανάσιος τον αποστόμωσε με πολλά επιχειρήματα.

          Δύο όμως ήταν καταλυτικά που απέδειξαν το συνάναρχο του Υιού και του Πατρός άρα και το ομοούσιο και ομόδοξο.

          Ο πατέρας μου πριν με γεννήσει δεν ήταν πατήρ, ήταν κύριος Κώστας, όταν με γέννησε τότε ονομάστηκε πατέρας.

          Έλεγε ο Άγιος: Ο Πατήρ όπως μας είπε ο Κύριος λεγόταν πάντα Πατήρ ΑΡΑ πάντα είχε Υιό.

           Στον Θεό δεν υπάρχει τροπής αποσκίασμα όπως λέει ο Άγιος Παύλος.

           Δηλαδή δεν μπορεί ο Θεός να μην είναι ‘’κάτι’’ και να γίνει αυτό το ‘’κάτι’’ ύστερα από κάποια πίεση η ανάγκη.

           Τότε δεν είναι Θεός διότι στον Θεό δεν υπάρχει αλλαγή της απ’ αρχή υπάρξεώς Του.

           Επομένως Πατήρ και Υιός συνάναρχοι.

           Ακόμη έλεγε ο Άγιος ότι ο Ευαγγελιστής Ιωάννης μας φανέρωσε ότι ο Θεός αγάπη εστί.

           Δηλαδή από μιας εξ αρχής της υπάρξεώς του είχε αγάπη. Όταν όμως λέμε ότι αγαπάμε τότε πρέπει να υπάρχει και το αγαπόμενο πρόσωπο.

           Άλλως αγαπάμε τον εαυτό μας και είμαστε φίλαυτοι που είναι αμαρτία.

           ΆΡΑ ΠΑΝΤΑ υπήρχε ένα πρόσωπο που αγαπούσε ο Πατήρ δηλαδή ο Υιός.

           Δεν θα μπορούσε ο Πατήρ να μάθει την αγάπη την οποία δεν θα είχε αφού κατά τον Άρειο ήταν μόνος του μετά που γέννησε τον Υιό.

           Αυτά τα πράγματα όμως δεν συμβαίνουν στο Θεό ο οποίος είναι Αγάπη από την ύπαρξή του.

           ΑΡΑ ΚΑΙ Ο ΥΙΟΣ το αγαπόμενο πρόσωπο ήταν μαζί του από την αρχή της ύπαρξης Του.

           Οι Πατέρες πάλεψαν και η Εκκλησία μάτωσε για την Θεότητα του Υιού διότι εάν ο Υιός δεν ήταν Θεός αληθινός.

           Τότε ο άνθρωπος δεν ελευθερώθηκε από τον θάνατο, Η ανθρώπινη φύση δεν θα θεοθεί, μένει χώμα και πηλός και θανατήλα.

            Ο Χριστός πήρε στο λαιμό του όλους τους μάρτυρες και αγωνιστές της Εκκλησίας για το τίποτε.

            Εμείς χώμα ήμασταν και λάσπη θα μέναμε προς μεγάλη χαρά του διαβόλου.

            Η περικοπή που κάθε χρόνο αυτή την Κυριακή ακούμε από το Ευαγγέλιο του Αγίου Ιωάννου.

           Είναι το τελευταίο μέρος του μεγάλου Ευαγγελίου που διαβάζεται ως πρώτο την Μεγάλη Πέμπτη το λεγόμενο Ευαγγέλιο της Διαθήκης.

           Ο Κύριος και οι μαθητές είναι στο υπερώο όπου έγινε πρίν λίγο ο Μυστικός Δείπνος.

           Το μισό της διαθήκης το είπε ο Κύριος κατά την διάρκεια του δείπνου και το άλλο μισό μετά το τέλος του δείπνου.

          Εκεί καθώς ήταν όλοι έτοιμοι προς έξοδο και ο Κύριος τους μιλούσε, σηκώνεται όρθιος, υψώνει τα μάτια του στον ουρανό και απευθύνει προς τον Πατέρα την προσευχή της διαθήκης την λεγομένη ‘’Αρχιερατική ‘’.

          Οι πρώτες λέξεις που λέει στην προσευχή είναι : ‘’ Πάτερ ἐλήλυθεν ἡ ὤρα δόξασόν σου τόν υἱόν, ἵνα καί ὁ υἱός σου δοξάξη σε ‘’

          Αυτή την ώρα που ήλθε ο Κύριος την γνώριζε από καταβολής κόσμου.

          Όταν ήλθε στη γή την περίμενε, την ανήγγειλε στους μαθητές, πορευόταν και ετοιμαζόταν γι΄ αυτήν.

          Είναι η ώρα του σταυρικού θανάτου και της εκ νεκρών αναστάσεως, η ώρα που θα καταστραφεί το έργο του Διαβόλου, θα θανατωθεί ο θάνατος, η αμαρτία και οι συνέπιες της.

          Θα τακτοποιηθεί το θέμα που δημιουργήθηκε με την πτώση του ανθρώπου, θα ανοίξει ο Παράδεισος, θα σκυλευθεί ο Άδης.

            Αυτή την ώρα παρακαλεί τον Πατέρα να τον δοξάσει.

           Δόξα του Ιησού είναι μεν η σταυρική θυσία του, αλλά κυρίως η Ανάστασή του.

           Ο Πατήρ έδωσε εξουσία στον Υιόν, δηλαδή διά της γεννήσεως ο Πατήρ έδωσε την φύση του και όλα τα της φύσεως του στον Υιόν και επομένως την εξουσία και δύναμη που υπάρχει στην Θεότητα.

          Διά της γεννήσεως του Υιού από τον Πατέρα έχει άμα την εξουσία της ζωής και του θανάτου την εξουσία της αιώνιας ζωής.

         Αυτή την αιώνια ζωή ήλθε να δώσει στον μισοπεθαμένο από τα κτυπήματα του διαβόλου άνθρωπο με τον τρόπο που σχεδίασε η σοφία του.

         Δηλαδή να σαρκωθεί, να θανατωθεί, και να αναστηθεί συμπαρασύροντας στην ανάσταση όλο το ανθρώπινο γένος χωρίς εξαίρεση αφού έγινε άνθρωπος.

         Αυτή είναι η δόξα που ζητά από τον Πατέρα, η ανάσταση για να κάνει τον άνθρωπο μέτοχο της αιώνιας ζωής.

          Ταυτόχρονα δίνει και τον ορισμό της αιώνιας ζωής χωρίς στοχασμούς και περιγραφή αφηρημένων εννοιών.

          ‘’ Η αιώνια ζωή είναι να γνωρίζουν εσένα τον μόνο αληθινό Θεό και αυτόν που έστειλες Ιησού Χριστό ‘’

           Το ‘’ γνωρίζει ‘’ βέβαια περιέχει και τις έννοιες του παραδέχεσθε, του πιστεύειν και του αγαπάν.

            Ο Θεός είναι πρόσωπο και όχι μια απρόσωπη δύναμη και ως πρόσωπο γνωρίζεται μόνο με σχέση.

            Όταν έχεις όμως σχέση με το αιώνιο τότε αυτή μπολιάζεται με το αιώνιο και υπάρχει αιώνια πέρα και πάνω από το φθαρτό και τον θάνατο.

           Φυσικά η γνώση που σώζει και δίνει την αιώνια ζωή αφορά και τον ίδιο τον Ιησού.

           Δεν υπάρχει περίπτωση να συνδεθεί κανείς με τον Πατέρα χωρίς προηγουμένως να συνδεθεί με τον Χριστό, δεν νοούνται οι δύο χωριστά.

           Η επίγνωση του Θεού δεν υπάρχει άνευ της επίγνωσης και του Χριστού αφού έχουν μία ουσία, είναι μία Θεότης.

           Ζητεί ο Κύριος την δόξα την οποία είχε προ καταβολής κόσμου, δηλαδή την απόδειξη και φανέρωση της κρυμμένης Θεότητας του.

           Ως έλεος και αγάπη στο Σταυρό και τον Θάνατο του και ως δύναμη και εξουσία με την Ανάστασή του.

          Εάν ο Πατήρ δοξάσει τον Υιόν, ο κόσμος θα δοξάσει τον Υιόν και ασφαλώς και τον Πατέρα.

         Κατά την τριετή δράση και παρουσία του Υιού επί της γης ο Πατήρ έδωσε σημεία και απέδειξε την γνησιότητα της Θεότητας του Υιού του Αγαπητού.

             Ο κόσμος όμως δεν τον κατάλαβε, τώρα λοιπόν είναι η ώρα να γίνει η φανέρωση της κρυμμένης θεότητας του Υιού.    

            Ο Ιησούς λέγει ότι δόξασε τον Πατέρα με την  ολοκλήρωση του έργου του επί της γης, φανέρωσε, αποκάλυψε τον Πατέρα και την θέλησή του στους ανθρώπους.

            Αυτό συμβαίνει διότι όποιος γνωρίσει τον Θεό Πατέρα αμέσως θα τον θαυμάσει, θα τον αγαπήσει, θα τον δοξάσει.

           Αυτή την φανέρωση όμως δεν την έκανε σε όλους αλλά σε αυτούς που ήταν άνθρωποι του Θεού.

           Αυτούς που είχαν την επιθυμία να γνωρίσουν τον άγνωστο Πατέρα τους, που ένιωθαν ορφανοί στον κόσμο τούτο.

           Αυτοί ήταν του Θεού όμως δεν μπορούσαν να τον γνωρίσουν, υπήρχε το μεσότοιχο της αγνωσίας και εξ αιτίας αυτής της αδυναμίας ήταν αμέτοχοι της αιώνιας ζωής.

           Ο Ιησούς με την κατάθεση της μαρτυρίας του για το πρόσωπο του Πατέρα κατήργησε το μεσότοιχο και άνοιξε τον δρόμο προς την αιώνια ζωή, την υιοθεσία.

            Οι άνθρωποι αυτοί δόθηκαν από τον Πατέρα στον Υιό και από τον Υιό έμαθαν αυθεντικά για τον Πατέρα, τον δημιουργό, την ζωή των πάντων.

           Με την παρουσία του Υιού, από τα χαρακτηριστικά του, τα λόγια του έμαθαν πώς είναι ο Πατήρ. ‘’ ὁ ἐωρακός ἐμέ ἐώρακε τον Πατέρα ‘’.

            Η διδασκαλία του Ιησού οδήγησε τους ανθρώπους του Θεού να καταλάβουν ότι τα λόγια του, τα ρήματά του ήταν λόγια του Πατέρα.

            Με τον τρόπο αυτό πίστεψαν ότι ο Ιησούς είναι ο απεσταλμένος του Πατέρα, ο μεγάλης βουλής Άγγελος.

            ‘’ Οὐ περί τοῦ κόσμου ἐρωτῶ. ‘’ διότι ενώ προσφέρεται θυσία για όλο το ανθρώπινο γένος,  δεν την δέχονται όλοι.

            Η δέχεσαι την θυσία του η όχι, η δέχεσαι όλη την συγχωρητικότητα του, όλη την χάρη που δίνει την σωτηρία η την απορρίπτεις.

            Πρεσβεύει και παρακαλεί ο Παράκλητος μας σεβόμενος απόλυτα την ελευθερία των δημιουργημάτων του.

           Μόνων αυτών που τον δέχονται, που τον πιστεύουν, που τον αγαπούν που θέλουν την προστασία του, τις πρεσβείες του την υιοθεσία, την αγάπη, την Χάρη.

         Εάν ο άνθρωπος δεν ζητά και δεν ενδιαφέρεται για την αιώνια ζωή ο Ιησούς δεν μεσιτεύει.

         Περιμένει πρώτα την πίστη και το ενδιαφέρον εκ μέρους των ανθρώπων και εάν αυτό υπάρξει αμέσως προσφέρει τα πάντα ακόμη και την ζωή του.

           ‘’ και τά ἐμά πάντα σά ἐστί καί  τά σά ἐμά ‘’. Σαφέστατη ομολογία της θεότητας του, της ισοθείας του με τον Πατέρα.

            Εάν δεν ήταν ο Υιός τόσο μεγάλος και άπειρος όπως ο Πατήρ πώς θα χωρούσε πάντα τα του Πατρός.

            Ο Πατήρ χωρεί πάντα τα του Υιού διότι είναι Θεός. Άρα για να χωρεί ο Υιός πάντα τα του Πατρός έχουμε ισοθεία Πατρός και Υιού.

           ‘’ καί οὐκέτι εἰμί ἐν τῶ κόσμω, καί οὕτοι ἐν τῶ κόσμω εἰσί, καί ἐγώ πρός σέ ἔρχομαι. ‘’

            Ο Ιησούς ήδη ετοιμάζεται να πάει στον Πατέρα. Οι μαθητές όμως θα παρέμειναν μέσα στον κόσμο, είναι άπειροι και χρειάζονται φροντίδα.

            Γι’ αυτό παρακαλεί τον Πατέρα να τους τηρήσει, να τους κρατήσει να μην χαθούν, να είναι όλοι μαζί ένα.

            Να φυλαχθούν ενωμένοι με την βοήθεια του Πατρός, με την φώτιση του.

            Όσο ήταν μαζί τους, τους προστάτευε για να μην υπάρχουν απώλειες, με εξαίρεση τον Ιούδα.

            Αυτός  απολάμβανε όλα τα ελέη της παρουσίας του  Ιησού και μετείχε σε όλες τις χάρες των δωρεών του προς τους μαθητές.

             Ιάσεις, ιδιαίτερης διδασκαλίας, συνεχής κοινωνία με τον Θεό κ.τ.λ.

             Όμως με απόλυτη ελευθερία και με προσωπική επιλογή γύρισε την πλάτη του στον Δάσκαλο.

             Κατάλαβε το σφάλμα του μεταμελήθηκε αλλά δεν μετανόησε, έμεινε αυτός με την αμαρτία του μόνο χωρίς να λογαριάζει τον Πατέρα, αυτοκτόνησε. 

            Ο Κύριος γνωρίζει την φοβερή δοκιμασία που έρχεται και θέλει οι μαθητές να μείνουν γεμάτοι με την χαρά που απέπνεε η δική του παρουσία για να αντέξουν την πρόκληση.

            Πρέπει να καταλάβουμε σε τι δεινή θέση θα βρεθούν οι μαθητές μετά τον θάνατο του δασκάλου από ανθρώπινης πλευράς.

           Γνώρισαν ένα εξαιρετικό δάσκαλο, που κηρύττει μία νέα βασιλεία, αφοσιώθηκαν σ’ αυτόν, εγκατέλειψαν τα πάντα, δουλειές και οικογένειες και όλη την κατά κόσμο ζωή τους.

           Σε λίγο θα τον δουν να φονεύεται με συνέπεια να διαψεύδεται όλη η διδασκαλία του, να θρυμματίζονται τα περί της βασιλείας.

           Αυτοί να μένουν κατεστραμμένοι κοσμικώς και απαντημένοι πνευματικά.

           Η γνωριμία τους με τον Ιησού με την τραγική κατάληξη που θα έχει θα τους απογοητεύσει σαν μια τρέλα της ζωής ανεπανόρθωτη.

          Από την άλλη θα θεωρήσουν τον δάσκαλο σαν ένα απατεώνα που τους ξελόγιασε.

          Την Ανάσταση όχι μόνο δεν την πίστευαν αλλά αδυνατούσαν ακόμα και να την συλλάβουν.

   Υπήρχε πάντα ο κίνδυνος να πέσουν σε απογοήτευση και θανάσιμη απελπισία.

   Η στήριξη από τον Πατέρα θα φυλάξει την χαρά τους πεπληρωμένη και αναστάσιμη.

                                                                                       Αθανασιος Κατσίκης αρχιετέκνων        

                                                                              


Joomla SEF URLs by Artio