(Α΄ Κορ. θ΄, 2-12)

 

‘ΜΟΜΦΗ’ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ ΠΑΥΛΟ

«Η εμή απολογία τοις εμέ ανακρίνουσιν αύτη εστί» (Α΄ Κορ. θ΄, 3)

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

 

Πάντοτε το έργο των Αποστόλων (για την διάδοση του Ευαγγελίου) υπήρξε δύσκολο, κοπιώδες και γεμάτο πειρασμούς, τόσο εκ των κακεντρεχών ανθρώπων όσο και εκ των πανκακίστων δαιμόνων. Δεν ήταν μόνο οι ειρωνείες και συκοφαντίες που αντιμετώπιζαν, ούτε οι καταστάσεις φθόνου και διαχωρισμού του σώματος της Εκκλησίας, αλλά κυρίως οι ενέργειες των «ψευδαδέλφων» που τους πλαισίωναν. Έτσι έλεγαν ορισμένοι μαθητές του Παύλου δεικτικά για το πρόσωπό του: «αι επιστολαί μεν, βαρείαι και ισχυραί, η δε παρρησία του σώματος ασθενής και ο λόγος εξουθενωμένος» (β΄ Κορ. 10, 10). Ιδιαιτέρως κατά την σημερινή αποστολική περικοπή βλέπουμε τους χριστιανούς της Κορίνθου να ανακρίνουν τον Παύλο και να τον «αναγκάζουν» να απολογηθεί... Ας δούμε το θέμα πλατύτερα και διαχρονικά.

ΚΥΡΙΩΣ ΘΕΜΑ

 

Α) Η ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ

* Το έργο του Παύλου πέφτει στην κρησάρα των ψευδαδέλφων. Λίγα χρόνια πρωτύτερα είχε επικριθεί ο Διδάσκαλός Του από τους φθονερούς Γραμματείς και Φαρισαίους: «εν τω άρχοντι των δαιμονίων εκβάλλει τα δαιμόνια» (Ματθ. 9, 34). Πως είναι όμως δυνατόν εκεί που ενεργεί το Άγιο Πνεύμα να ισχύουν τα ανθρώπινα κριτήρια; Ένας άνθρωπος (όπως ο Παύλος) που ανήλθε έως τρίτου ουρανού, που άκουσε «άρρητα ρήματα» πως μπορεί να υπόκειται σε τέτοιους ανθρώπινους νόμους; Έτσι μπορούμε να πούμε, ότι οι Κορίνθιοι κάνουν ένα λάθος εξ ορισμού. «Παντρεύουν» τα ανθρώπινα με τα θεϊκά και επιχειρούν να ψυχολογήσουν, να ερμηνεύσουν, έναν Άγιο που βρίσκεται μακριά από το πνεύμα του κόσμου.

* Ο Παύλος με την δική του θέληση κατέβηκε στα του κόσμου τούτου πράγματα και υποθέσεις (μιμούμενος τον Χριστό). Ωραιότατα και με σαφήνεια το υποδηλώνει ο ίδιος: «και εγενόμην τοις Ιουδαίοις ως Ιουδαίος, ίνα Ιουδαίους κερδήσω· τοις ανόμοις ως άνομος, μη ων άνομος Θεώ, αλλ’ έννομος Χριστώ, ίνα κερδήσω ανόμους» (Α΄ Κορ. 9, 20-21).

 

Β) Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΑΠΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ

* Οι Απόστολοι ακολούθησαν τον τρόπο της απολογίας του Χριστού. Συνήθως υπέμεναν με σιωπή και καρτερία τα όσα συνέβαιναν και προσεύχονταν για την απομάκρυνση του πειρασμού και την αίσια έκβαση των πραγμάτων. Τρείς παραμέτρους μπορεί να διακρίνει κανείς στις όποιες αντικρούσεις των συκοφαντιών προς το πρόσωπό τους: α) Απολογούνταν σε εκείνους (τις περισσότερες φορές) που ανήκαν στο σώμα της Εκκλησίας και μπορούσαν να τους καταλάβουν και να διορθωθούν. β) Αυτό συνέβαινε όταν είχαν εξαντλήσει κάθε περιθώριο που είχαν. γ) Μιλούσαν όταν αντιλαμβάνονταν ότι είχαν δυνατότητα να τους καταλάβουν και να σώσουν την ψυχή τους (Ο Χριστός λ.χ. δεν απάντησε στον Πιλάτο ή στον Ηρώδη σε ερωτήσεις χωρίς αντίκρυσμα πνευματικό...).

* Έτσι λοιπόν όσο και αν είσαι στο σήμερα ιεροκήρυκας και οφείλεις να μιλάς συνέχεια για τον Χριστό, πρέπει παράλληλα να αντιληφθείς ότι σπουδαιότερο και καρποφόρο (στην κατάρτιση των πιστών) είναι να σιωπάς (η «εύλαλη σιωπή»), να προσεύχεσαι και να υπομένεις, εάν θέλεις να διορθώσεις τα «κακώς κείμενα» μέσα στην Εκκλησία, την ενορία, σε έναν πνευματικό χώρο της ευθύνης σου.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Είναι παρατηρημένο και εξακριβωμένο πως ένας άνθρωπος που δραστηριοποιείται στο χώρο της Εκκλησίας (κληρικός ή λαϊκός) δεν υποφέρει τόσο από αυτούς που βρίσκονται σε διαμάχη με την διδασκαλία του Χριστού. Αυτούς τους ξέρει, τους γνωρίζει... Περισσότερο υποφέρει από τους ευρισκομένους υποτίθεται «εις τας αυλάς του Κυρίου», καθώς πονάει για έναν επιπλέον λόγο: για το ότι δεν κατάλαβαν το νόημα της διδασκαλίας του Χριστού και το απολυτρωτικό έργο της αγάπης Του προς τον άνθρωπο.


Joomla SEF URLs by Artio