Υπό Τζιόμαλλου Αθανασίου

Μεταπτυχιακού Φοιτητή Κοινωνικής Θεολογίας Α.Π.Θ.

Πτυχ. Φιλοσοφίας Α.Π.Θ.

Η Πορεία του Αρειανισμού πριν και μετά τη Β΄ Οικουμενική Σύνοδο

 

Α. Εισαγωγή

Θέμα της εργασίας αυτής αποτελεί η πορεία του αρειανισμού πριν αλλά και μετά τη Β΄ οικουμενική σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη το 381. Κατά τα χρόνια μετά το 325 και μέχρι το 381 ο αρειανισμός θα αναπτυχθεί σε Ανατολή και Δύση με κύριο θέατρο αντιπαραθέσεων το ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας. Η Β΄ οικουμενική σύνοδος αποτελεί σημείο καμπής γιατί με αυτήν θεωρούμε το τέλος του αρειανισμού στη Ανατολή, ενώ στη Δύση η τροπή του αρειανισμού, μετά το 381, υπήρξε διαφορετική. Ο αρειανισμός, αν και καταδικάστηκε ήδη από την Α΄ οικουμενική σύνοδο της Νίκαιας το 325, ωστόσο, επανήλθε και μάλιστα κατάφερε να επικρατήσει, φτάνοντας να ανακηρυχθεί επίσημο δόγμα του κράτους.

Στο πρώτο μέρος, που αφορά στα χρόνια πριν το 381, θα εξεταστούν παράλληλα δύο βασικές πτυχές. Η πρώτη πτυχή αφορά στη πορεία του αρειανισμού τόσο σε ιστορικό επίπεδο (συμβούλια, γεγονότα, πρόσωπα κ.α.) όσο και σε επίπεδο εξέλιξης των θέσεων του Αρείου, δηλαδή τη διάσπασή του σε διαφορετικές παρατάξεις, οι οποίες άλλες ήταν πιο κοντά στις θέσεις του Αρείου ενώ άλλες όχι[1]. Η δεύτερη πτυχή σχετίζεται με τις περιστάσεις που βοήθησαν στην επικράτηση ή στην συρρίκνωση του αρειανισμού. Βασικός τέτοιος παράγοντας ήταν η αυτοκρατορική εξουσία, η οποία είτε επειδή ήθελε να επιτύχει την εσωτερική ειρήνη της αυτοκρατορίας είτε εξαιτίας των προσωπικών της πεποιθήσεων, προκάλεσε έντονες διαμάχες. Έτσι, όπως θα δούμε, η ευνοϊκή στάση απέναντι στον αρειανισμό – κυρίως στην Ανατολή – οδήγησε στην θεωρικά, τουλάχιστον, επικράτησή του.

Στο δεύτερο μέρος θα δούμε την Β΄ οικουμενική σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη (381) και την πορεία του αρειανισμού μετά από αυτήν. Η σύνοδος του 381 θα εξεταστεί μόνο από την πλευρά που αφορά τον αρειανισμό, δηλαδή κατά πόσο αυτή συγκλήθηκε για την καταδίκη του αρειανισμού και τη σημασία της για αυτόν. Μετά το 381 ο αρειανισμός δεν θα απασχολήσει την Ανατολή σε μεγάλο βαθμό και σταδιακά θα εκλείψει. Ένα άλλο μέρος θα αφορά στην επιβίωση του αρειανισμού στον δυτικό κόσμο. Διάφορα γεγονότα θα συμβάλουν σε αυτό· η είσοδος και η σταδιακή κατάκτηση του δυτικού τμήματος της αυτοκρατορίας από φυλές που είχαν ασπαστεί τον αρειανισμό νωρίτερα, ήταν ένας από τους σημαντικότερους λόγους.

Β. Ο Αρειανισμός πριν τη Β΄ Οικουμενική

i) Η Επιστροφή του Αρείου

Μετά από την σύγκληση της Α΄ οικουμενικής συνόδου στη Νίκαια το 325, όπου καταδικάστηκε η αίρεση του αρειανισμού και όσων δεν συμφώνησαν με τις θέσεις της συνόδου και τη νίκη της ορθοδοξίας, ως αποτέλεσμα θα περιμέναμε την σταδιακή υποχώρηση του αρειανισμού. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν συνέβη – μάλλον το αντίθετο αποτέλεσμα είχε – και οι έριδες μεταξύ των ορθοδόξων αναζωπυρώθηκαν.

Καίριο ρόλο έπαιξε η σύγχυση που προκλήθηκε από την αλλαγή της στάσης του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Α΄[2]. Αν και αρχικά φάνηκε ότι θα επέβαλε την καταδίκη του αρειανισμού – όπως υποδήλωνε η εξορία που επέβαλε και στους επισκόπους που φιλοξένησαν τον Άρειο και τους οπαδούς τους[3] – τελικά αυτή του η στάση κάμφθηκε γρήγορα και σταδιακά ακολούθησε μια πολιτική προς την αποκατάσταση του Αρειανισμού. Μάλλον κύριο μέλημά του ήταν η ειρήνη στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας και όχι αναγκαστικά η αποκατάσταση του Αρείου. Ρόλο στην μεταστροφή του θα πρέπει να έπαιξε τόσο η αυτοκρατορική αυλή όσο και το κοντινό συγγενικό του περιβάλλον[4]. Ένας άλλος λόγος πρέπει να ήταν η μη καταδίκη του προσώπου του Αρείου, αλλά μόνο της αιρέσεως και αυτών που την ακολουθούν, από την Α΄ οικουμενική σύνοδο. Κάτι τέτοιο δεν θεωρήθηκε αναγκαίο γιατί είχαν προηγηθεί άλλες σύνοδοι που τον είχαν καταδικάσει  (Αλεξάνδρειας και Αντιοχείας)[5].

Έτσι, λοιπόν, ο Κωνσταντίνος κάλεσε, σχετικά γρήγορα, από την εξορία τους δυο επισκόπους Ευσέβειο Νικομήδειας και Νικαίας Θέογνι και τους αποκατάστησε στις επισκοπές τους, κατά το έτος 327[6]. Επίσης, φαίνεται ότι κάλεσε τον Άρειο από την εξορία κατά το έτος 327, για να παρουσιαστεί στο δικαστήριο και αφού τον ανάγκασε σε μία απολογία πίστεως που δεν θα περιείχε τουλάχιστον τις καταδικασμένες θέσεις της Νίκαιας, αποκατέστησε την εκκλησιαστική κοινωνία του το επόμενο έτος, πράγμα που έθετε ως άμεσο ζήτημα και την πραγματική αποκατάστασή του στην εκκλησία της Αλεξάνδρειας[7].

Ακόμα, θα πρέπει να είδε ότι το εκκλησιαστικό κλίμα δεν βρήκε ειρήνη, καθώς η διαμάχη συνεχίστηκε και μάλιστα μια σειρά από επισκόπους, που πρωτοστάτησαν στη σύνοδο της Νίκαιας, εξορίστηκαν ή αντικαταστάθηκαν[8]· οι αρειανόφρονες πέτυχαν να καταδικάσουν τον Ευστάθιο Αντιοχείας με τη σύνοδο της Αντιοχείας (μάλλον το 326) που τον αντικατέστησε ο αρειανός Ευσέβιος Νικομήδειας. Επίσης, την ίδια περίοδο εκδιώχθηκε ο επίσκοπος της Γάζας Ασκληπάς (που είχε παραβρεθεί στη σύνοδο του 325), αργότερα ο Μαρκέλλος Αγκύρας και άλλοι[9]. Στο στόχαστρο βρέθηκε και ο θρόνος της Αλεξάνδρειας, θέση κλειδί για την εδραίωση των αρειανών. Μετά την άρνηση του  Αθανασίου να δεχθεί τον Άρειο σε κοινωνία, ο αυτοκράτορας τον απείλησε με εκδίωξη[10]. Τη κατάσταση επιδείνωσε η σύμπραξη σε ένα μέτωπο, κατά του Αθανασίου, των Μελετιανών, Κολλουθιανών και Αρειανών. Ιδιαίτερα μετά το 330 τόσο οι ενέργειες των αντιπάλων του (αντικανονικές χειροτονίες) όσο και οι κατηγορίες εναντίον του Αθανασίου τον ανάγκασαν να μετέβη στην Κωνσταντινούπολη το 331/2, για να απολογηθεί, όπως και δικαιώθηκε από τον αυτοκράτορα[11].

Ωστόσο, γρήγορα η στάση του Κωνσταντίνου και πάλι θα αλλάξει. Επί τη ευκαιρία του εορτασμού της τριακοστής επετείου της βασιλείας του Κωνσταντίνου και τα δέκα χρόνια από την σύνοδο της Νίκαιας, οι αρειανοί πίεσαν τον αυτοκράτορα για σύγκληση συνόδου όπου θα επιλυόταν οι διαφορές. Επίσης, μόλις είχε ολοκληρωθεί ο ναός της Αναστάσεως στο Ιεροσόλυμα και θα γινόταν τα εγκαίνια, όπου θα παραβρίσκονταν πολλοί επίσκοποι. Έτσι, συγκλήθηκε το 335 στη Τύρο σύνοδος,  στην οποία τελικά καταδικάζεται ο Αθανάσιος και εξορίζεται στα Τρέβηρα της Γαλλίας. Μετά την καταδίκη του Αθανασίου διέκοψαν το συμβούλιο στη Τύρο και το μετέφεραν στο Ιεροσόλυμα, όπου προβάλλοντας την ομολογία που είχε κάνει ο Άρειος το 327 και η οποία ήταν δεκτή από τον Κωνσταντίνο, προέβησαν στην αποκατάσταση της κοινωνίας του Αρείου με το σώμα της Εκκλησίας. Παρά ταύτα, τα σχέδιά τους ανατράπηκαν από τον αιφνίδιο θάνατο του Αρείου το 336[12]. Ακόμα, οι αρειανοί τον ίδιο χρόνο πέτυχαν να εκθρονίσουν και τον Μαρκέλλο Αγκύρας, κατηγορώντας τον για Σεβελλιανισμό. Έτσι έχοντας εκθρονίσει από τους δυο μεγάλους επισκοπικούς θρόνους (Αλεξανδρείας, Αντιοχείας) τους υποστηριχτές της Νίκαιας απέκτησαν τον έλεγχο των εκκλησιαστικών πραγμάτων[13].

Το 337 πεθαίνει ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος και το κράτος μοιράστηκε μεταξύ του Κωνσταντίνου Β΄ (337-340) που διοικεί τις περιοχές Βρετανία, Γαλατία και Ισπανία,  του Κώνστα (337-350) Παννονία, Δακία, Ιταλία, Αφρική και του Κωνστάντιου Β΄ (337-361) Θράκη, Πόντος και Ασία. Όμως, από το 340 ο Κώνστας έμεινε ο κυρίαρχος της Δύσης – νίκησε τον Κωνσταντίνο Β΄ σε μάχη –, ενώ ο Κωνστάντιος της Ανατολής[14].

ii) Διαμάχη Δύσης–Ανατολής

Μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου Α΄ οι τρείς γιοί του ανέλαβαν την εξουσία και μία από τις πρώτες ενέργειές τους ήταν η επαναφορά των εξόριστων, πράγμα που δημιούργησε διαμάχες. Μετά την επιστροφή του Αθανασίου στην Αλεξάνδρεια οι αρειανοί έστειλαν επιστολή στο επίσκοπο Ρώμης να δεχθεί τις αποφάσεις των συνόδων Τύρου και Ιεροσολύμων[15]. Το 338 έγινε σύνοδο στην Αλεξάνδρεια, όπου αποκατέστησαν τον Αθανάσιο στο θρόνο, κατήγγειλαν τις συνόδους της Τύρου και Ιεροσολύμων, συνέταξαν κείμενο και το απέστειλαν στο Πάπα Ρώμης[16]. Ωστόσο, το 339 με προτροπή των αρειανών ο Κωνστάντιος Β΄ συγκάλεσε σύνοδο στην Αντιόχεια, η οποία καταδίκασε τον Αθανάσιο, τον Μαρκέλλο και άλλους νικαϊκούς επισκόπους. Επιπλέον, εξέλεξε νέους επισκόπους στις επισκοπές· στην Κωνσταντινούπολη απομακρύνθηκε ο Παύλος και μπήκε ο Ευσέβιος Νικομηδείας, ενώ στην Αλεξάνδρεια ο Γρηγόριος Καππαδόκης[17]. Ο πάπας Ιούλιος έστειλε επιστολή προς τη σύνοδο της Αντιοχείας για σύγκληση κοινής συνόδου στη Ρώμη για επίλυση των θεμάτων, ο ίδιος δεν έβρισκε κάτι μεμπτό στο Αθανάσιο και τους άλλους επισκόπους. Έτσι – παρά την απουσία των αρειανών επισκόπων – πραγματοποιήθηκε σύνοδος στη Ρώμη το 340 η οποία αθώωσε τον Αθανάσιο και τον Μαρκέλλο Αγκύρας (υπέβαλε ορθόδοξη ομολογία στη σύνοδο), πλην, όμως, οι επίσκοποι δεν επέστρεψαν στις επισκοπές τους[18].

Στην Ανατολή οι αρειανοί, αφού έλαβαν την επιστολή του πάπα με τα σχετικά της συνόδου του 340, αποφάσισαν να κάνουν νέα σύνοδο στην Αντιόχεια το 341 – επί τη ευκαιρία των εγκαινίων της εκκλησίας που έκτισε ο Κωνστάντιος – όπου συνέταξαν νέο σύμβολο πίστεως κατά το πρότυπο της Νίκαιας[19]. Το σύμβολο της συνόδου έχει σημασία, γιατί με αυτό ο αρειανισμός αποκτά νέα δυναμική. Αυτό οφείλεται τόσο στο γεγονός ότι «μήτε τοὺς τὰ Ἀρείου φρονοῦντας, μήτε τοὺς ἑπομένους τῇ ἐν Νικαίᾳ συνόδῳ δύνασθαι τῇ συντάξει τῶν ῤημάτων ἐπισκήπτειν, ὡς ἀγνώστων ταῖς ἰεραῖς γραφαῖς[20]», αλλά και στην καθ’ εαυτή σύνταξη ομολογίας πίστεως. Επίσης, προσπαθεί να παρακάμψει το σύμβολο της Νίκαιας προβάλλοντας αυτό της Αντιόχειας ως μια νέα οικουμενική ομολογία[21].

Σε αυτό το σημείο, νομίζω, για την καλύτερη κατανόηση της σύνταξης νέων συμβόλων αλλά και της γενικότερης διαμάχης, είναι απαραίτητο να δούμε πως ο αρειανισμός εξελίχθηκε, πράγμα που έκανε προσιτή και μια άλλη θεολογία, όχι απαραίτητα ορθόδοξη ή αρειανική – τουλάχιστον όπως αυτή καταδικάστηκε στην Α΄ οικουμενική σύνοδο.

Έτσι, λοιπόν, υπήρχε η μερίδα των Ομοίων, δηλαδή, ο κύριος πυρήνας του αρειανισμού που έμενε πιστός στον πεποιθήσεις του Άρειου. Αυτοί υποστήριζαν ότι ο υιός είναι κτίσμα και γέννημα της βουλήσεως του Πατέρας και η σχέση του είναι αυτή της ομοιότητας, απέρριπταν τον όρο ουσία γιατί δεν αναφερόταν στη Αγία Γραφή. Κύριοι υποστηριχτές αυτής της τάσης ήταν ο Ευσέβιος Νικομήδειας, Ευσέβιος Καισαρείας, Ουλφίλας, Αυξέντιος Μεδιολάνων όπως και ο αυτοκράτορας Κωνστάντιος. Μετά τον θάνατο του Ευσέβιου Καισαρείας (340) την θέση ως ηγέτη πήρε ο Ακάκιος Καισαρείας. Η δεύτερη μερίδα ήταν οι Ομοιουσιανοί, οι λεγόμενοι μετριοπαθείς αρειανοί. Αυτοί αν και απέρριπταν τις ακραίες θέσεις του Αρείου, είχανε δυσκολία να δεχθούν τον όρο ομοούσιο, γιατί δεν αναφερόταν στις Γραφές και υποστήριζαν ότι ο Υιός έχει τα πάντα όμοια με τον Πατέρα. Κύριος εκφραστής τους, μετά το 341, αναδείχθηκε ο Βασίλειος Αγκύρας[22]. Αυτές οι δύο ομάδες κατάφεραν να βρούνε κοινή βάση στο συμβούλιο της Αντιόχειας του 341, συντάσσοντας ένα σύμβολο που θα ικανοποιούσε και τις δυο πλευρές.

Το 341 ο θάνατος του Ευσεβίου Νικομηδείας – φαίνεται ότι συνένωνε τους αρειανούς σε ένα κοινό μέτωπο – άνοιξε τις προοπτικές για μια συμφιλίωση ανάμεσα σε ανατολή και δύση. Επιπλέον, οι επίσκοποι της Δύσης είχαν δεχθεί σε κοινωνία του καταδικασμένους νικαϊκούς επισκόπους της Ανατολής[23] και πίεζαν τον Κώνστα για μια κοινή σύνοδο μεταξύ των αυτοκρατόρων. Κατόπιν συνεννοήσεως των αυτοκρατόρων, αποφασίστηκε η σύγκληση κοινής συνόδου στη Σαρδική (όριο μεταξύ των τμημάτων διοικήσεώς τους) το 343, για την επίτευξη της ειρήνης[24].

Στη σύνοδο οι αρειανόφρονες πρόβαλαν, ως αίτημα για την συμμετοχή τους, την αναγνώριση των προηγούμενων αρειανικών συνόδων, επομένως και την αναγνώριση της καταδίκης των επισκόπων (Μ. Αθανάσιος, Μαρκέλλος Α., Ασκληπάς Γ. κ.α.)[25]. Η άρνηση των υπολοίπων, για μια εκ των προτέρων αποδοχή των αποφάσεων των αρειανικών συνόδων, οδήγησε τους αρειανόφρονες να αποχωρίσουν και να συγκαλέσουν μόνοι τους σύνοδο στη Φιλιππούπολη. Εκεί επιβεβαίωσαν την καταδίκη των επισκόπων, επιπλέον καταδίκασαν και αυτούς που τους δέχτηκαν σε κοινωνία (Ιούλιο, Κορδούη και άλλους)[26].

Από την άλλη οι δυτικοί πατέρες συνέχισαν τη σύνοδο. Σε αυτήν συνέταξαν κανόνες, επικύρωσαν το σύμβολο της Νίκαιας. Η σύνοδος και οι αποφάσεις της έγιναν δεκτές από το δυτικό τμήμα[27]. Εν τέλει η σύνοδος της Σαρδικής δεν πραγματοποίησε τον σκοπό της σύγκλησή της, αλλά μάλλον διεύρυνε το χάσμα Ανατολής και Δύσης[28].

Μετά την αποτυχημένη κοινή σύνοδο του 343 υπάρχουν μερικά γεγονότα που δείχνουν ότι τελικά μπορούσε να βρεθεί μια λύση και να υπάρξει ειρήνευση στη εκκλησία. Το ένα από αυτά είναι η σύνοδος της Αντιόχειας του 344. Στο Ανατολικό τμήμα η αρειανοί συγκάλεσαν σύνοδο το 344 στη Αντιόχεια η οποία, καθαίρεσε τον Αντιοχείας Στέφανο και έβαλε τον Λεόντιο και συνέταξε κείμενο το λεγόμενο «μακρόστιχος έκθεση». Αυτή περιλάμβανε το τέταρτο σύμβολο της Αντιόχειας του 341, τους αναθεματισμούς της Νίκαιας του 325 και την καταδίκη της διδασκαλίας του Μαρκέλλου Αγκύρας και του μαθητή του Φωτεινού,  και τον σεβελλιανών γενικά[29]. Φαίνεται, προς στιγμής, μια μερίδα των αρειανών να μην επιμένουν τόσο στις ακραίες αρειανικές θέσεις τους.

Ένα άλλο γεγονός είναι η αποκατάσταση του Αθανασίου στον επισκοπικό του θρόνο. Φαίνεται ότι η κατάσταση μεταξύ των αυτοκρατόρων, μετά την αποτυχία την κοινής συνόδου στη Σαρδική, ήταν ιδιαίτερα τεταμένη, ώστε να γράφει ο Κώνστας στο Κωνστάντιο «ἤ δέχεσθαι τοὺς περὶ Παῦλον καὶ Ἀθανάσιον ἐν τῇ οίκείᾳ τάξει, καὶ ἀποδιδόναι αὐτοῖς τάς ἐκκλησίας, ἤ μὴ ποιοῦντα τοῦτο ὲχθρόν τὲ εἶναι καὶ προσδέχεσθαι πόλεμον[30]». Με τον θάνατο του αρειανού Γρηγορίου Αλεξάνδρειας το 345, ο Κωνστάντιος γράφει στον Αθανάσιο να επιστέψει στο θρόνο του. Ο Αθανάσιος επέστεψε στην Αλεξάνδρεια περίπου το 346/47, αφού πρώτα επισκέφτηκε τον Κωνστάντιο στη Αντιόχεια, και γίνεται δεκτός με ενθουσιασμό από τον λαό. Επιπλέον, οι αρειανοί δεν αντέδρασαν στη επιστροφή του, μάλιστα σε σύνοδο του 346 στα Ιεροσόλυμα επιβεβαίωσαν την αποκατάστασή του στον θρόνο[31]. Τέλος, σε μία σύνοδο που έγινε το 347 στο Μιλάνο, δυο δυτικοί αρειανοί επίσκοποι καταδίκασαν τον Φωτεινό για σεβελλιανισμό, συνέταξαν αντιαρειανική ομολογία πίστεως και την απέστειλαν στον πάπα Ίουλο, αναγνωρίζοντας παράλληλα την δικαιοδοσία του στη Δύση[32].

iii) Η Επικράτηση του Αρειανισμού

Περί το 350 στη δύση εμφανίστηκε, ως σφετεριστής του θρόνου, ο ικανότατος στρατιωτικός Μαγνέντιος Αυγουστίνος. Κατάφερε να νικήσει το 350 τον Κώνστα, αφήνοντας μονοκράτορα τον Κωνστάντιο Β΄. Ο Κωνστάντιος έπειτα από τρία χρόνια κατάφερε να νικήσει τον Μαγνέντιο. Ωστόσο, η μονοκρατορία του σημαίνει πλέον ότι μπορεί να επιβάλλει τις απόψεις του σε ανατολή και δύση· πράγμα που θα οδηγήσει σε έντονη διαμάχη ή μάλλον σε μια επικράτηση του αρειανισμού[33].

Πέρα από την αυτοκρατορική εξουσία, ένας άλλος παράγοντας που βοήθησε στη ανάπτυξη του, ήταν η πολυδιάσπαση της αρειανικής πτέρυγας σε παρατάξεις και η ανάδυση, από το 350 κ.ε., μιας νέας ακραίας αρειανικής θεολογίας (ανόμοιοι). Αυτοί υποστήριζαν ότι ο Υιός είναι ανόμοιος με τον Πατέρα. Κύριοι ηγέτες της ήταν ο Αέτιος και ο μαθητής του Ευνόμιος[34]. Ο χωρισμός των αρειανών σε διάφορες ομάδες, άλλες με ακραίες θέσεις και άλλες με λιγότερο ακραίες, δημιουργούσε πρόβλημα στην αντιμετώπισή τους, ως ένα ενιαίο μέτωπο[35].

Το 351 έγινε σύνοδος στο Σίρμιο – εκεί βρισκόταν ο αυτοκράτορας πολεμώντας το Μαγνέντιο –, η οποία καταδίκασε τον Φωτεινό και τον αντικατέστησε με τον Γερμίνιο. Σημαντικό υπήρξε το γεγονός ότι συνέταξαν νέο σύμβολο πίστεως, προσπαθώντας να παρακάμψουν αυτό της Νίκαιας. Καταδίκασαν τις ακραίες θέσεις του αρειανισμού, στη σύνοδο κυριάρχησαν οι ημιαρειανοί (Βασίλειος Αγκύρας), και συνέταξαν κείμενο με βάση το τέταρτο σύμβολο της Αντιόχειας (341), αλλά και αυτό της Αντιοχείας του 344. Η σύνοδος αυτή σηματοδοτεί την αρχή της προσπάθειας του Κωνστάντιου να επιβάλει τις απόψεις του στη δύση μέσα από μια σειρά συμβουλίων – όπως ήταν η σύνοδος στην Αλεράτη (353) και του Μιλάνου (355)[36] – το οποίο και τελικά κατορθώνει[37].

Ο Κωνστάντιος το 357 συγκάλεσε σύνοδο στο Σίρμιο, στην οποία κυριάρχησαν οι Όμοιοι. Εξέδωσαν σύμβολο στο οποίο, τόνιζαν την υποταγή του υιού στον πατέρα και την απαγόρευση των όρων ὁμοούσιος και ὁμοιούσιος «συνεχώρησε μήτε ὁμοούσιον μήτε ὁμοιούσιον λέγειν· ὡς μηδέ ταῖς ἰεραῖς γραφαῖς ἐγνωσμένω[38]». Εκεί κατάφερε ο Κωνστάντιος, ύστερα από πιέσεις, να αποσπάσει την συγκατάθεση τόσο του πάπα Λιβέριου όσο και του Οσίου Κορδούη για την καταδίκη του Αθανασίου[39].

Η σύνοδος αυτή απέκλειε τις θέσεις των ομοιουσιανών, οι οποίοι με αρχηγό τον Βασίλειο Αγκύρας κατάφεραν να συγκαλέσουν μια σύνοδο το Πάσχα του 358 στην Άγκυρα. Σε αυτή εξέδωσαν εγκύκλιο με 19 αναθεματισμούς, στοχοποιώντας τους Ανόμοιους-Ομοίους όπως και τον όρο ὁμοούσιος, την οποία έστειλαν στο Κωνστάντιο και συμφώνησε μαζί τους. Έτσι, συγκλήθηκε σύνοδο στο Σίρμιο το ίδιο έτος, στο οποίο πρωτοστάτησε ο Βασίλειος. Συνέταξαν το 3ο σύμβολο του Σιρμίου, επί τη βάσει του 1ου συμβόλου του Σιρμίου (351). Το επόμενο έτος έγινε και πάλι σύνοδος η οποία υπήρξε μια προσπάθεια συγκερασμού των ομοιουσιανών και των ομοίων στο Σίρμιο· όπου από κοινού συνέταξαν το 4ο σύμβολο του Σιρμίου[40].

Το 359 οι δυτικοί συνήλθαν σε σύνοδο στο Αρίμινο (περ. 400 επίσκοποι) – στο πλαίσιο της θέλησης του Κωνστάντιου για σύγκληση μιας διπλής οικουμενικής συνόδου. Οι αρειανοί τους πίεσαν να δεχθούν το 4ο σύμβολο του Σιρμίου, όμως η πλειοψηφία δήλωσε πιστή στη Νίκαια και καθαίρεσε τους ηγέτες των αρειανών. Τις αποφάσεις της έστειλαν με αντιπροσωπία στο αυτοκράτορα, η οποία, όμως, κάτω από πιέσεις αναγκάστηκε να δεχθεί το αρειανικό σύμβολο της Νίκης (πόλη της Θράκης), στην βάση του 4ου συμβόλου του Σιρμίου[41].

Η σύνοδος στην ανατολή έγινε στη Σελεύκεια του ίδιου έτους (160 επίσκοποι). Αν και η ομάδα των Ομοίων ήταν μειοψηφία κατάφεραν να επιβληθούν στη σύνοδο και τελικά και αυτοί να υπογράψουν το σύμβολο της Νίκης, που είχαν αναγκάσει την αντιπροσωπία του δυτικού συμβουλίου. Στην συνέχεια έγινε σύνοδος στην Κωνσταντινούπολη, όπου συμμετείχαν μέλη και από της δύο συνόδους. Σε αυτή κυριάρχησε ο Ακάκιος Καισαρείας, υπέγραψαν το σύμβολο της Νίκης και δεν δέχθηκαν του όρους οὐσία και ὑπόστασις «κατά τὶ ὅμοιον τῷ Πατρί τὸν Υἰόν ὡμολόγησαν· τῶν δὲ, κατὰ βούλησιν μόνον, οὐ μὴν κατ’ οὐσίαν εἰπόντων[42]». Στην συνέχεια ακολούθησαν εξορίες αυτών που δεν υπέγραψαν[43].

Το τέλος της βασιλείας του Κωνστάντιο λήγει τελικά με τη βεβιασμένη νίκη του αρειανισμού, θεωρικά αναγνωρισμένη από όλους. Το 359 ανήγαγε τον αρειανισμό σε επίσημο δόγμα του κράτους, βέβαια όχι με ξεκάθαρους όρους, αλλά με αόριστες διατυπώσεις, σε μια προσπάθεια για ικανοποίηση όλων των πλευρών. Ο Κωνστάντιος πεθαίνει το 361 (αφού αρρώστησε) πριν προλάβει να συγκρουστεί με τον σφετεριστή του θρόνου Ιουλιανό (361-363)[44].

iv) Η θρησκευτική πολιτική του Κωνστάντιου Β΄ και του Ουάλη

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι στα χρόνια μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου, φαίνεται να μπαίνουν τα θεμέλια του διαχωρισμού της αυτοκρατορίας σε Ανατολικό και Δυτικό μέρος· αυτό οφείλεται και εξαιτίας των διαφορετικών θρησκευτικών πεποιθήσεων των διαδόχων. Έτσι, ο Κωνστάντιος Β΄ που κυβερνάει στην Ανατολή θα ταχθεί με τους αρειανούς και θα πολεμήσει τους υποστηριχτές της συνόδου της Νίκαιας, ενώ ο Κώνστας στο δυτικό τμήμα – το ίδιο και ο Κωνσταντίνος Β΄– είναι υπερασπιστές του δόγματος της Νίκαιας, πράγμα που δημιούργει μια ένταση και αιτία διαχωρισμού. Η ίδια ακριβώς διαίρεση στα θρησκευτικά ζητήματα συνεχίστηκε και από τους αδελφούς Βαλεντιανό Α΄(364-375) και Ουάλη-Βάλη (364-378), όπου ο πρώτος κυβέρνησε το δυτικό τμήμα και ήταν υπέρ της Νίκαιας, ενώ ο Ουάλης διοίκησε το ανατολικό και ήταν αρειανός[45].

Μία από την σημαντικότερες ενέργειες του Κωνστάντιου, όσο αφορά την θρησκευτική πολιτική, είναι κυρίως ο εκχριστιανισμός των Γότθων αλλά και των Περσών. Οι λαοί αυτοί θα εκχριστιανισθούν με βάση την τοποθέτηση του Κωνστάντιου, δηλαδή θα ασπασθούν το δόγμα του αρειανισμού. Αυτό θα έχει τεράστιες συνέπειες αφ’ ενός για τις σχέσεις του Βυζαντίου με τις γερμανικές φυλές – θα οικειοποιηθεί από αυτές ως αίτιο διαχωρισμού[46]– και αφ’ ετέρου για την διάσπαση της Εκκλησίας[47].

Οι Γότθοι, στα Βόρεια του Δούναβη, μπλέκονται ενεργά με το ρωμαϊκό κράτος το 320 στο εμφύλιο πόλεμο μεταξύ Κωνσταντίνου Α΄ και Λικίνιου, υπερ του δεύτερου. Μετά την ήττα τους ακολούθησε συνθήκη ειρήνης[48].

Ο Κωνστάντιος Β΄ διευρύνοντας την πολιτική του πατέρα του[49] θα εγκαινιάσει επίσημα τον εκχριστιανισμό των Γότθων. Με την προώθησή του Κωνστάντιου ο Ουλφίλας «ἐπίσκοπος αὐτῶν (των Γότθων) πρῶτος καταστάς[50]» το 340/1 με σκοπό τον εκχριστιανισμό τους. Ήταν ένας άνθρωπος που είχε ζήσει στη Γοτθία – οι γονείς του είχαν πιαστεί αιχμάλωτοι των Γότθων – και γνώριζε τη γλώσσα τους και τις συνήθειες τους. Εκεί δημιούργησε ένα γοτθικό αλφάβητο με βάση τα ελληνικά γράμματα και μετέφρασε στα γοτθικά την Καινή και την Παλαιά Διαθήκη (εκτός από το κεφάλαιο των Βασιλειών)[51]. Ωστόσο, οι Γότθοι φαίνεται ότι αντιστάθηκαν στον εκχριστιανισμό και γύρο στα 348 υπήρξε διωγμός εναντίων των χριστιανών, πράγμα που ανάγκασε τον Ουλφίλα μαζί με τους ακόλουθούς του να εγκαταλείψει τη χώρα. Ο Κωνστάντιος τους εγκατέστησε στην περιοχή της Μοισίας, όπου συνέχισε το έργο του[52].

Ωστόσο, ο μαζικός εκχριστιανισμός τους συνέβη κατά την βασιλεία του Βάλη. Όταν, εξαιτίας ενός εμφύλιου πολέμου, ο Φριταγίνης ζήτησε βοήθεια από τον αυτοκράτορα για την αντιμετώπισή του αντιπάλου του (376). Μετά τη νίκη ο ίδιος και ο λαός του ασπάσθηκαν τον χριστιανισμό – σύμφωνα πάντα με τον χριστιανισμό του βυζαντινού αυτοκράτορα –  και τους εγκατέστησε εντός των ορίων της αυτοκρατορία[53]. Όμως, πιεζόμενοι από τους Ούνους, όλο και περισσότεροι περνούσαν τον Δούναβη και δημιουργούνταν προστριβές με τους βυζαντινούς, ενώ άλλοτε λεηλατούσαν. Ο Βάλης αποφάσισε να τους αντιμετωπίσει, χάνοντας τελικά την μάχη και την ζωή του (378)[54].

Στα χρόνια του Θεοδοσίου Α΄, αν και ορθόδοξος, επετράπη στα διάφορα φύλα των Γότθων να διατηρήσουν το διαφορετικό δόγμα τους. Μετά την απώθηση τους από τον Θεοδόσιο σύναψε μαζί τους συνθήκη ειρήνης ως φοιδεράτοι (foederati) το 382. Εκτός των άλλων συνεπειών που είχε για την αυτοκρατορία (π.χ. δημιουργία πρώτων βαρβαρικών κρατών εντός των ορίων της αυτοκρατορίας), από θρησκευτικής πλευράς τους επέτρεπε να διατηρούν την θρησκεία τους, πράγμα που σήμαινε ότι μπορούσαν να διατηρήσουν τον χριστιανισμό (αρειανισμό) όπως τον είχαν μάθει[55].

Όπως αναφέρθηκε ο Κωνστάντιος, εκτός από τον εκχριστιανισμό των Γότθων, έστειλε πρεσβεία και στη νότια Αραβία στη χώρα των Ομηριτών. Ένας από τους κυριότερους λόγους για την αποστολή πρέπει να ήταν η κατανόηση, από τον Κωνστάντιο, της οικονομική σημασίας των εμπορικών δικτύων από τον χώρο της ανατολικής αυτοκρατορίας προς την Αραβία και την Ινδία. Έτσι, στα μέσα του 4ου αι. απέστειλε πρεσβεία με αρχηγό τον αρειανό επίσκοπο Θεόφιλο με σκοπό να διαδώσει τον χριστιανισμό στις περιοχές εκείνες. Ο Θεόφιλος, όπως και ο Ουλφίλας, είχε ζήσει στη χώρα τους, βέβαια ο Θεόφιλος ως αιχμάλωτος. Η αποστολή πέτυχε να βαπτίσει των αρχηγό τους, όπως και να χτίσει τρείς εκκλησίες[56]. Η επιλογή των θέσεων για τις εκκλησίες δεν ήταν τυχαία και σχετίζονται με τα σημαντικά εμπορικά δίκτυα του ρωμαϊκού κόσμου. Η μία ήταν στην Τάφαρο (πρωτεύουσα της Αιθιοπίας), η άλλη στην Αδάνη (λιμάνι της Ερυθράς Θάλασσας) και η τρίτη στην είσοδο του Περσικού κόλπου. Ο Θεόφιλος ταξίδεψέ σε όλες αυτές τις περιοχές και κήρυττε των χριστιανισμό με τις αρειανικές τοποθετήσεις. Μάλιστα, σε μερικές περιοχές βρήκε ήδη κάποιες κοινότητες χριστιανών ή Εβραίων[57].

v) Ο Δρόμος προς τη Β΄ οικουμενική σύνοδο

Μετά τον θάνατο του Κωνστάντιου Β΄ ξεκινάει μια νέα περίοδος η οποία χαρακτηρίζεται από σταδιακή αποδυνάμωση του αρειανισμού. Ένας από τους παράγοντες είναι ο θάνατος του Κωνστάντιου, ο οποίος υπήρξε υποστηρικτής και προστάτης του αρειανισμού. Αυτό το γεγονός συνδέεται άμεσα με έναν άλλο παράγοντα· την ανάρρηση στο αυτοκρατορικό θρόνο του Ιουλιανού, ο οποίος πολέμησε τον χριστιανισμό, ιδιαίτερα δε των ευνοούμενων του Κωνστάντιου. Επίσης, η απόφαση του Ιουλιανού να επιτρέψει την επιστροφή όλων των εξόριστων, συνέβαλλε στην συσπείρωση των ορθοδόξων σε ένα ενιαίο μέτωπο με αποτέλεσμα την αποτελεσματική καταπολέμηση της αιρέσεως. Τέλος, η συμβολή των Καππαδόκων πατέρων τόσο στην διασαφήνιση των όρων οὐσία και ὑπόστασις όσο και στη ουσιαστικότερη προσέγγιση ορθοδόξων και ομοιουσιανών, υπήρξε καθοριστική[58].

Στην Αλεξάνδρεια ο Αθανάσιος το 362 συγκάλεσε σύνοδο της οποίας το κύρος υπήρξε μεγάλο και συνέταξαν τον τόμον προς Άντιοχείς. Φαίνεται ως μία διαλλακτικότερη στάση του Αθανασίου, αλλά στη ουσία μπαίνουν οι βάσεις για την διάκριση των όρων οὐσία και ὑπόστασις[59]. Το επόμενο έτος ο αυτοκράτορας Ιοβιανός ζήτησε ομολογία πίστεως από όλους[60]. Έτσι, συγκλήθηκε μια σύνοδο στην Αλεξάνδρεια το 363 (Αίγυπτος, Θηβαΐδα, Λιβύη), κατά την οποία οι επίσκοποι δήλωσαν πίστη στο σύμβολο της Νίκαιας. Το ίδιο έτος συγκλήθηκε σύνοδος στην Αντιόχεια, η οποίο απέστειλε κείμενο στο Ιοβιανό δηλώνοντας πίστη στη σύνοδο της Νίκαιας. Χαρακτηριστικό είναι ότι μεταξύ αυτών που υπέγραψαν βρισκόταν και ο ηγέτης των ομοιουσιανών Ακάκιος Καισαρείας[61].

Ωστόσο, με τον θάνατο του αυτοκράτορα Ιοβιανού (364) τα πράγματα αλλάζουν και πάλι. Αυτοκράτορας ανακηρύσσεται, από τα στρατεύματα, στη Δύση ο Βαλλεντιανός και στην Ανατολή τοποθετεί τον αδελφό του Ουάλη-Βάλη. Στη δύση ο Βαλλεντιανός ήταν υπέρ της Νίκαιας, αλλά και το γενικότερο κλίμα ήταν ταγμένο με το σύμβολο του 325, όπως είχε φανεί και από την σύνοδο των Παρισίων το 362 όπου οι εκδιωχθέντες επίσκοποι από τον Κωνστάντιο συγκάλεσαν σύνοδο και δήλωσαν πίστη στο σύμβολο της Νίκαιας[62]. Το 371 ο πάπας Δάμασος συγκάλεσε σύνοδο στη Ρώμη, όπου δήλωσε την πίστη του στο σύμβολο της Νίκαιας και καταδίκασε τον Αυξέντιο Μεδιολάνων· έναν σημαντικό υποστηρικτή του αρειανισμού στη δύση[63]. Το 374 ο Αυξέντιος Μεδιολάνων πεθαίνει και στη θέση μπαίνει ο Αμβρόσιος Μεδιολάνων (πρώην διοικητής της περιοχής), ο οποίος θα παίξει σημαντικό ρόλο στην δύση υπέρ του συμβόλου της Νίκαιας[64].

Στην ανατολή ο Βάλης όταν δεν ασχολείται με εξωτερικούς εχθρούς διώκει τους νικαϊκούς. Το 370 κάποιοι ιερείς δυσαρεστήθηκαν με την απόφασή του να επαναφέρει από την εξορία να τοποθετήσει  επίσκοπο Κωνσταντινούπολης τον Δημόφιλο (αρειανός), τους οποίους και θανάτωσε με ύπουλο τρόπο, λέγοντάς τους ότι θα τους στείλει στην εξορία[65]. Το 371 ανάγκαζε τους επισκόπους να υπογράψουν το σύμβολο των ομοίων, ειδάλλως εξορίζονταν. Μετά τον θάνατο του Αθανασίου (373) επίσκοπος εξελέγη ο Πέτρος, όμως εκδιώχθηκε από το Βάλη[66].

 Το 364 ο Βασίλειος Αγκύρας μαζί με άλλους επισκόπους έκαναν σύνοδο στη Λάμψακο και καταδίκασαν τις αποφάσεις στο Ρίμινι, δέχτηκαν, όμως, τη χρήση της λέξης ὄμοιος. Κατόπιν διαφωνίας με τον Ευδόξιο Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος επέμενε στη θρησκευτική πολιτική του Κωνστάντιου, οι επίσκοποι εξορίστηκαν. Το 365 ο Βάλης εγόρισε όσου είχαν εξοριστεί από τον Κωνστάντιο Β΄. Όμως, εξαιτίας προβλημάτων το 365/6 (εξέγερση Προκοπίου), επέτρεψε σ’ αυτούς να επιστρέψουν[67].

Αγκάθι ανάμεσα στους ορθοδόξους υπήρξε ο θρόνος της Αντιόχειας. Το 360/1 στο θρόνο ανέβηκε ο Μελέτιος, που αν και δέχθηκε το αρειανό σύμβολο του 359, στην συνέχεια ανέπτυξε ορθόδοξη θεολογία, ιδιαίτερα μετά τη σύνοδο της Αλεξάνδρειας το 362. Τον υποστήριξε ο Μέγας Βασίλειος, ενώ ο πάπας και ο Αθανάσιος επέμεναν στην εκλογή του Παυλίνου[68].

Ο θάνατος του Αθανασίου Αλεξανδρείας (373), που μέχρι τότε είχε αναδειχθεί ως ο υπέρμαχος της ορθοδοξίας, άφησε ένα κενό. Τη θέση στην Ανατολή θα πάρει ο Βασίλειος Καισαρείας, ιδιαίτερα μετά τον θάνατο του Μαρκέλλου Αγκύρας (374). Ο Βασίλειος – όπως και οι λοιποί Καππαδόκες πατέρες – θα προχωρήσουν στη διάκριση οὐσίας και ὑποστάσεως, καταπολεμώντας αποτελεσματικά τον Ευνόμιο και τους πνευματομάχους[69]. Το 376 έγινε μικρή σύνοδος στο Ικόνιο, για την καταπολέμηση των πνευματομάχων, για αυτό το σκοπό είχαν ζητήσει βοήθεια από τον Βασίλειο· στην επιστολή της συνόδου που σώζεται φαίνονται τα κύρια σημεία της θεολογίας του[70].

Ο αυτοκράτορας Βάλης πεθαίνει το 378, πολεμώντας τους Γότθους. Στη δύση ο αδελφός του Βαλεντιανός είχε πεθάνει από το 375 και είχε αναλάβει ο γιός του Γρατιανός. Στη ανατολή αποφάσισε να ανακηρύξει αύγουστο τον Θεοδόσιο, ικανό στρατηγό και υποστηρικτή της Νίκαιας[71]. Έτσι, για πρώτη φορά μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου Α΄ υπάρχει κοινή θρησκευτική πεποίθηση σε ανατολή και δύση. Ο Γρατιανός το 379 με νόμο κήρυξε νόμιμους τους οπαδούς του συμβόλου της Νίκαιας. Επίσης, ο Θεοδόσιος με νόμο το 380 καθόριζε τον όρο ορθοδοξία – όσοι ασπάζονταν την ομολογία του Δάμασου και του Αθανασίου[72].

Σημαντική υπήρξε, για την εναρμόνιση της θέσης Ανατολής-Δύσης, η σύνοδος στην Αντιόχεια το 379, υπό την πρωτοβουλία του Μελετίου Αντιοχείας, ο οποίος μετά τον θάνατο του Μ. Βασιλείου (378), ανέλαβε το ρόλο του ηγέτη των ορθοδόξων. Σε αυτή 150 επίσκοποι δέχθηκαν την ομολογία πίστεως του Δάμασου, δηλώντας πίστη στο σύμβολο της Νίκαιας[73].

Γ. Ο Αρειανισμός μετά τη Β΄ Οικουμενική Σύνοδο

i) Η Β΄ Οικουμενική Σύνοδος και το τέλος του αρειανισμού στην Ανατολή

Ο Θεοδόσιος είχε καταστήσει σαφές ότι επρόκειτο να υποστηρίξει το σύμβολο της Νίκαιας, ιδιαίτερα μετά την απομάκρυνση του Δημόφιλου (επισκόπου Κων/πόλεως) το 380, όταν αυτός αρνήθηκε να δεχθεί το σύμβολο της Νίκαιας. Ωστόσο, πλην του αρειανισμού, είχαν ανακύψει και άλλες αιρετικές δοξασίες (Πνευματομάχοι-Μακεδονιανοί), όπως και η πλήρωση του θρόνου της Κωνσταντινούπολης.

Έτσι, το 381 ο Θεοδόσιος Α΄ συγκάλεσε σύνοδο στη Κωνσταντινούπολη. Όπως φαίνεται, όμως, η σύνοδος αυτή δεν έγινε αποκλειστικά για την καταπολέμηση της διδασκαλίας του αρειανισμού· ήδη αυτός είχε καταδικαστεί από διάφορες συνόδους της Ανατολής και Δύσης. Ένας από τους κύριους σκοπούς της σύγκλησης, κατά τον κ. Φειδά, ήταν η διαδοχή στον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως[74]. Πάντως, με βάση το περιεχόμενο των αποφάσεων, δεν μπορούμε να παρά να θεωρήσουμε εξίσου σημαντικά, ως θέματα για την σύγκληση της συνόδου, και την καταπολέμηση της πνευματομαχικής αίρεσης αλλά και άλλων μικρότερων αιρέσεων[75].

Στη σύνοδο παρευρέθηκαν 150 επίσκοποι από το ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας υπό την προεδρία του Μελέτιου Αντιοχείας, όμως ο θάνατός του, ανάγκασε τους επισκόπους να διακόψουν τις διαδικασίες. Πρόεδρος στη συνέχεια ορίστηκε ο Γρηγόριος, που από την πρώτη συνεδρία είχε προταθεί ως επίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως. Φτάνοντας στην Κωνσταντινούπολη οι επίσκοποι από την Αίγυπτο διαμαρτυρήθηκαν για την αντικανονική τοποθέτηση του Γρηγορίου στο θρόνο, αυτός παραιτήθηκε και έφυγε από την σύνοδο· την προεδρία στην συνέχεια ανέλαβε ο Νεκτάριος[76].

Όσον αφορά τις εργασίες τις συνόδου, πρακτικά δεν κρατήθηκαν και γνωρίζουμε για αυτή από ιστορικούς συγγραφείς (Σωκράτης Σχολαστικός, Σωζομενός και Θεοδώρητος). Το σύμβολο του διασώθηκε το βρίσκουμε στα πρακτικά της Δ΄ οικουμενικής συνόδου (451). Η σύνοδος καταδίκασε τους ἀνομοίους (Ευνόμιος), τους ημιαρειανούς πνευματομάχους, τους οπαδούς του Μαρκέλλου Αγκύρας, τους σεβελλιανούς και επικύρωση το σύμβολο της Νίκαιας[77]. Επιπλέον, προέβη σε μία προέκταση του συμβόλου της Νίκαιας ή μάλλον σε μία διευκρίνηση των όρων ως προς τη βάση των αιρετικών διδασκαλιών που είχαν ανακύψει. Όπως, σημειώνει ο κ. Φειδάς, δεν πρόκειται για προσθήκη στο σύμβολο της Νίκαιας, άλλωστε αυτό είχανε προβάλει και υπερασπίσει μισό και πλέον αιώνα και υπό αυτό το πνεύμα δεν θα μπορούσαν να το αναιρέσουν δημιουργώντας ένα άλλο. Επομένως, αυτό που συνέβη είναι, επί τη βάση του συμβόλου της Νίκαιας, να συντάξουν μια ορθόδοξη ομολογία πίστεως (Λίβελλος), όπου θα ανταποκρινόταν αποτελεσματικά στις αναφανείσες αιρετικές δοξασίες, χωρίς να είναι ένα επίσημο σύμβολο πίστεως του κύρους της Νικαίας[78].

Η σύνοδος της Κωνσταντινούπολης 381/2, άσχετα με τον λόγο σύγκλησης της, σηματοδοτεί το τέλος του αρειανισμού στη Ανατολή. Αν και διάφοροι αρειανόφρονες συνέχισαν να δρουν, μπαίνει ένα τέλος, πρώτον γιατί όλες οι σημαντικές επισκοπές της Ανατολής κατέχονται από ορθόδοξους επισκόπους και επιπλέον αυτοί έχουν πλέον στα χέρια ένα αποτελεσματικό Σύμβολο για την καταπολέμηση της αιρέσεως. Τέλος, ο ίδιος ο αυτοκράτορας θα προωθήσει την ορθοδοξία, ιδιαίτερα με την απόφασή του να την κάνει επίσημο δόγμα της αυτοκρατορίας.

ii) Ο Αρειανισμός στη Δύση

Από την άλλη, τα πράγματα στη Δύση εξελίχθηκαν διαφορετικά. Ο Αμβρόσιος Μεδιολάνων κάλεσε μια μικρή σύνοδος στην Ακυληία (Ιλλυρικό) το 381, στην οποία καταδίκασε τον αρειανισμό και δύο αρειανούς επισκόπους. Ακόμα, διαμαρτυρήθηκε στους ανατολικούς τόσο για την άνοδο στο θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως του Νεκτάριου, όσο και για την επιλογή στο θρόνο της Αντιόχεια του Φλαβιανού αντί του Παυλίνου[79]. Το 382 στη Δύση αποφασίστηκε να γίνει οικουμενική σύνοδος στη Ρώμη. Σε αυτή κάλεσαν και ανατολικούς επισκόπους, οι οποίοι δεν παρέστησαν εξαιτίας της αποστάσεως, στέλνοντας πρεσβεία και τη συνοδική επιστολή των αποφάσεων της συνόδου της Κων/πόλεως. Σε αυτή καταδίκασαν τον Απολιναρισμό, αναγνώρισαν το Παυλίνο κανονικό επίσκοπο Αντιοχείας και αφόρισαν τον Φλαβιανό – το “σχίσμα” Ανατολής-Δύσης για τον θρόνο της Αντιόχειας λήγει το 388 με τον θάνατο του Παυλίνου[80].

Παρά την νίκη της ορθοδοξία, στη Δύση ο αρειανισμός θα συνεχίσει να υπάρχει, μάλιστα σε κάποιες περιοχές με έντονη παρουσία. Αρχικά, όσο ζούσε η φιλοαρειανή αυτοκράτειρα Ιουστίνα, οι αρειανοί μπορούσαν να βρίσκουν κάποιο στήριγμα. Επίσης, ο Βαλεντιανός Β΄ στη δύση έδωσε ελευθερία λατρείας σε όσους κρατούσαν την πίστη του συμβόλου της συνόδου στο Ρίμινι, με αποτέλεσμα έντονη διαμάχη κατά τα έτη 385\6 στα Μεδιόλανα, όπου ο Αμβρόσιος προσπαθούσε να επιβληθεί. Αν και γενικά ο αρειανισμός σταδιακά εξαφανίστηκε από την δημόσια ζωή, πολλοί διατηρούσαν τις πεποιθήσεις τους[81].

Ένας άλλος παράγοντας ήταν η κυριαρχία των διάφορων νέων φυλών, κυρίως των Γότθων (Βησιγότθοι, Οστρογότθοι, Βάνδαλοι κ.α.), οι οποίες είχαν ασπασθεί ή πρόκειται να ασπασθούν την αίρεση του αρειανισμού. Οι Βησιγότθοι στα επόμενα χρόνια θα λεηλατήσουν τον ελλαδικό χώρο, φτάνοντας μέχρι την Κωνσταντινούπολη. Περί τον 410 με τον αρχηγό τους τον Αλάριχο θα καταλάβουν τη Ρώμη, στην συνέχεια ο διάδοχός τους εγκαταλείπει την Ιταλία και εγκαθίσταται στην Τουλούζη. Το κράτος του το 416 περιλαμβάνει την Ιβηρική χερσόνησο και την Ακουιτανία. Το κράτος αυτό ζει μέσα στο Ρωμαϊκό κράτος, όπου συνυπάρχουν η θεωρητική εξουσία του Ρωμαίου αυτοκράτορα και η στρατιωτική-ουσιαστική του βάρβαρου βασιλιά. Επίσης, άλλα φύλα που εισέρχονται στην αυτοκρατορία την περίοδο αυτή ασπάζονται τον αρειανισμό, μάλλον υπό την επίδραση γοτθικών φύλων, παρασυρόμενα από την δυναμική τους[82].

Περί το 489 ο Θεοδόριχος Α΄ ισχυροποίησε το κράτος των Οστρογότθων και κατάφερε να εκθρονίσει τον Οδόακρο στην Ιταλία το 493, έτσι κατάφερε να γίνει κυρίαρχος της Ιταλίας. Αν και αρχικά υπήρξε ανεκτικός προς τους ορθόδοξους, κατόπιν έντονων προστριβών αρειανών και ορθοδόξων μέσα στο βασίλειό του, θα εξελιχθεί σε ιδιαίτερα πολέμιος της ορθοδοξίας στο κράτος του[83].

Το τέλος των πρώιμων αρειανικών βασιλείων στην ευρωπαϊκή λατινική Δύση θα σημειωθεί με δύο γεγονότα. Το ένα είναι, η άνοδος ενός φραγκικού βασιλείου στα τέλη του 5ου αι., υπό την αρχηγία του Κλόβις Α΄. Σταδιακά ο Κλόβις θα επεκτείνει την εξουσία σε όλη την Γαλατία και στις περιοχές Ανατολικά και Δυτικά του Ρήνου. Ο Κλόβις, μαζί και ο λαός του, θα ασπασθεί τον ορθόδοξο χριστιανισμό και θα βαπτισθεί, επεκτείνοντας περισσότερο τις σχέσεις τους με το Βυζάντιο. Μετά τον θάνατό του (511), το κράτος του θα διαιρεθεί. Το δεύτερο γεγονός είναι η διάσπαση του κράτους του Θεοδόριχου Α΄ το 526, το οποίο θα εκμεταλλευτεί ο Ιουστινιανός Α΄ για να ανακαταλάβει μέρος της Ιταλίας[84].

Ένα άλλο σημαντικό φύλο ήταν οι Βάνδαλοι, οι οποίοι είχαν ασπαστεί τον αρειανισμό. Αυτοί περνούν το Ρήνο ποταμό το 406 και κατόπιν εγκαθίστανται στην Ισπανία. Ωστόσο, το 418 ηττούνται από τους Βησιγότθους, όπου τελικά το 429 περνούν στην Αφρική. Από εκεί καταφέρνουν να κατακτήσουν την Καρχηδόνα το 439 και ιδρύουν το κράτος τους[85].  Με την κατάκτησή της από τους Βανδάλους εξορίζεται ο επίσκοπος της Καρχηδόνας μαζί με αρκετούς άλλους ορθόδοξους. Με το κενό της εκκλησιαστικής δομής (επίσκοποι αλλά και ιερείς) και χωρίς κεντρική πολιτεία, πολλές εκκλησίες αναγκάζονται να αναπτύξουν αυτόνομη δράση[86]. Επίσης, οι εξορίες αυτές βοήθησαν στο να αναπτύξει ιδιαίτερα η Καρχηδόνα (ουσιαστικά το κράτος των Βανδάλων) σχέσεις με σημαντικές πόλεις της Δυτικής Μεσογείου, αλληλοεπιδρώντας με αυτές τόσο σε οικονομικό όσο και σε πολιτισμικό-θρησκευτικό επίπεδο[87].

Όπως και στα άλλα αρειανικά βαρβαρικά κράτη που ιδρύθηκαν αυτή την περίοδο, η θρησκευτική διαμάχη εντός των βασιλείων τους ήταν έντονη κυρίως μεταξύ αρειανών και ορθοδόξων, αλλά υπήρχαν και άλλες ομάδες – στην συγκεκριμένη περίπτωση στο βασίλειο των Βανδάλων υπήρχαν οι Δονατιστές και οι Μανιχαίοι. Αν και γενικά το βασίλειο τον Βανδάλων και η κεντρική εξουσία δεν μπορεί να επιβάλει τη θέση της σε αυτά τα θέματα, ωστόσο, κατά τον τελευταίο μισό αιώνα υπάρχει μια προσπαθεί να γεφυρωθεί το χάσμα προβάλλοντας μια κοινή κοσμική κουλτούρα[88].

Προς το τέλος της ζωής του βασιλείου τους υπάρχει μια θρησκευτική “αναγέννηση”, με χαρακτηριστική την περίπτωση του Φλουγκέντιου επισκόπου Ρουσπών. Το 525 ο επίσκοπος Καρχηδόνας, αφού πρόσφατα είχε αποκατασταθεί, καλεί σύνοδο όπου παρίστανται περίπου 60 επίσκοποι. Στόχος της συνόδου ήταν αφ’ ενός η επαναπροσέγγιση της δικαιοδοσίας του στην Αφρική και αφ’ ετέρου να λυθούν πρακτικά προβλήματα[89]. Η σύνοδος αυτή δήλωσε πίστη στο σύμβολο της Νίκαιας – είναι χαρακτηριστικό ότι δεν επιλέγουν κάποιο άλλο όπως της Χαλκηδόνας του 451 – καθώς, επίσης, και μια σειρά από κανόνες πρακτικής εκκλησιαστικής τάξης[90]. Το 533 ο Βελισάριος αποβιβάζεται στη Β. Αφρική και συντρίβει το κράτος των Βανδάλων, αν και εστίες αντίστασης συνεχίζουν να υπάρχουν[91].

Ένα θεωρικό τέλος στο αρειανισμό θα μπορούσαμε να βάλουμε το 589 στη σύνοδο του Τολέδου. Η σύνοδος σηματοδοτεί την ένταξη των Βησιγότθων στο χώρο της ορθόδοξης Εκκλησίας και την απομάκρυνση από τον αρειανισμό. Αν και γενικά η σύνοδος θεωρείται ως αρχή του Filioque – και μάλλον σωστά – δεν φαίνεται ότι κάτι τέτοιο ήταν στην πρόθεσή τους, καθώς δήλωσαν πίστη στις πρώτες οικουμενικές συνόδους, και γνώριζαν ότι ήταν λάθος να προσθέσουν κάτι σε αυτά. Ωστόσο, ο βασιλιάς των Βησιγότθων φαίνεται ότι διατύπωσε την θέση ότι Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται και εκ του Υιού, χωρίς να προκαλέσει αντίδραση από κάποιον, μάλλον γιατί θεώρησαν ότι δεν ήταν κάτι που να έρχεται σε σύγκρουση με τα δόγματα των οικουμενικών συνόδων, εξαιτίας άγνοιας[92].

Τέλος, η συζήτηση στη Δύση μεταξύ αρειανών και ορθοδόξων υπήρξε έντονη, ιδιαίτερα αν σκεφτούμε ότι στις περισσότερες περιπτώσεις η πολιτική εξουσία ασκούνταν από αρειανούς βασιλείς και μπορούσαν να επιβάλλουν δια της βίας τη θέση τους. Μέσα από γνωστές προσωπικότητες της εποχής, που γνωρίζουμε τα έργα και την ζωή τους, βλέπουμε αυτόν τον διάλογο που σίγουρα συνεχιζόταν και στους δρόμους των πόλεων[93].

Εάν δεχθούμε τα παραπάνω βλέπουμε ότι ο αρειανισμός πήρε νέες μορφές και παραμόρφωσε ορθόδοξα δόγματα έπειτα από μια αλληλεπίδραση αιώνων.  Παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχουν έπειτα οπαδοί, που να ονομάζονται αρειανοί ή να εμμένουν σε θέσεις του Αρείου, παρ’ όλα αυτά φαίνεται ότι έδωσε τις βάσεις για νέες αιρέσεις[94].

Δ. Επίλογος

Μετά την καταδίκη του αρειανισμού το 325 τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν ομαλά ούτε για την ενότητα της εκκλησίας ούτε για την ενότητα της αυτοκρατορίας. Η αστάθεια πολιτικής που επέδειξε ο Κωνσταντίνος Α΄ απέναντι στα εκκλησιαστικά γεγονότα επιδείνωσαν την κατάσταση. Από το 340 περίπου, στη διαμάχη αρχίζει να εμπλέκεται και η Δύση η οποία είναι ορθόδοξη και βλέπει τους επισκόπους της Ανατολής να εξορίζονται. Κατά την περίοδο αυτή χαρακτηριστικό είναι η σύγκληση συνόδων μέσω των οποίων προσπαθούν να επιβληθούν οι αρειανοί. Μάλιστα σε αυτό το κλίμα οι οπαδοί του Αρείου προσπαθούν να παρακάμψουν το Σύμβολο της Νίκαιας συντάσσοντας νέα Σύμβολα. Κατά την βασιλεία του Κωνστάντιου Β΄ ο αρειανισμός σταδιακά θα εδραιωθεί. Ο συναυτοκράτορας στη Δύση είναι υπερασπιστής της Νίκαιας, ωστόσο, με τον θάνατό του Κώνστα (350), ο Κωνστάντιος μένει μονοκράτορας και κατορθώνει να επιβάλει τον αρειανισμό σε όλη την αυτοκρατορία. Ο Κωνστάντιος Β΄ δεν αρκέστηκε στο να εδραιώσει τον αρειανισμό μόνο στη αυτοκρατορία, αλλά απέστειλε πρεσβείες-ιεραποστολές για των εκχριστιανισμό και άλλων πληθυσμών εκτός της αυτοκρατορίας (Γότθων, Περσών). Αυτή η ενέργεια θα έχει τεράστιες επιπτώσεις για την μετέπειτα πορεία τόσο της αυτοκρατορία όσο και για την ορθοδοξία.

Με την άνοδο του Ιουλιανού διακόπτεται η περεταίρω εδραίωση του αρειανισμού. Σημαντικά υπήρξαν τα γεγονότα στη σύνοδο της Αλεξάνδρειας του 362, για τη διάκριση των όρων οὐσία και ὑπόστασις που άνοιγε τον δρόμο για μια προσέγγιση ορθοδόξων και ομοιουσιανών. Από το 364, αν και ο αυτοκράτορας Ουάλης υποστήριζε τον αρειανισμό στο ανατολικό τμήμα, ο αρειανισμός φαίνεται σταδιακά να υποχωρεί, τουλάχιστον στις καίριες επισκοπές. Με την άνοδο του Θεοδοσίου Α΄ στο αυτοκρατορικό θρόνο υπάρχει εναρμόνιση των θρησκευτικών πεποιθήσεων σε ανατολή και δύση, πράγμα που οδηγεί στην οριστική εδραίωση της ορθοδοξίας στην αυτοκρατορία.

Όπως είδαμε, ο αρειανισμός θα επιβιώσει στο δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας. Παράγοντας που οδήγησαν σε αυτό σίγουρα ήταν η κατάρρευση του δυτικού τμήματος της αυτοκρατορίας κάτω από την πίεση των μετακινήσεων των πληθυσμών ιδιαίτερα κατά τον 4ο και 5ο αιώνα. Η κατάρρευση από μόνη της δεν επαρκούσε για ένα τέτοιο γεγονός. Οι παράγοντες πρέπει να αναζητηθούν στο εκχριστιανισμό, υπό την μορφή του αρειανισμού, των φυλών αυτών (κυρίως των Γότθων) και στο γλωσσολογικό χάσμα των δύο τμημάτων και έτσι της αδυναμίας όσων δεν γνώριζαν ελληνικά να αντιληφθούν για το τι μάχονταν οι πατέρες της ανατολής. Τέλος, ο αρειανισμός διατηρήθηκε από αυτές τις φυλές προκειμένου από τη μια να μην αφομοιωθούν από το ισχυρά πολιτισμικά Βυζάντιο και από την άλλη στην προσπάθεια τους δημιουργίας δικών τους βασιλείων.

Βιβλίογραφια

Πηγές

Σωζομενός, Εκκλησιαστική Ιστορία. Ερμείου Σωζομενού Εκκλησιαστική Ιστορία, εκδ. Hussey, R., Sozomeni Ecclesiastica historia, Oxonii 1860.

Φιλοστόργιος, Εκκλησιαστική Ιστορία. Φιλοστοργίου Εκκλησιαστική Ιστορία, εκδ. Bidez, J., Philostorgius Kirchengeschichte Mit Dem Leben Des Lucian Von Antiochien Und Den Fragmenten Eines Arianischen Historiographen, Leipzig 1913.

Σωκράτης, Εκκλησιαστική Ιστορία. Σωκράτους Σχολαστικού Εκκλησιαστική Ιστορία, εκδ. Hussey, R., Socratis scholastici Ecclesiastica historia, Oxonii 1853.

 

Εγχειρίδια

Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία. Αναστασίου, Ι., Ε., Εκκλησιαστική Ιστορία Α΄: Από την Εμφάνιση του Χριστιανισμού έως την εποχή του Μ. Κωνσταντίνου, Θεσσαλονίκη 1982.

Andrade, The Journey of Christianity. Andrade, N., J., The Journey of Christianity to India in Late Antiquity: Networks and the Movement of Culture, New York, 2018.

Ayres, Nicaea and its legacy. Ayres, L., Nicaea and its legacy: an approach to fourth-century Trinitarian Theology, Oxford 2004.

Berstein-Milza, Ιστορία της Ευρώπης. Berstein, S. and Milza, P., Ιστορία της Ευρώπης A΄. Από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στα Ευρωπαϊκά Κράτη 5ος -18ος αιώνας, (μτφρ.) Δημητρακόπουλος Α.Κ., Αθήνα 1997.

Βολάκης, Οι Θεολογικές έριδες. Βολάκης, Π., Ν., Οι Θεολογικές έριδες κατά την περίοδο του 4ου-6ου αιώνος μέσα από τα αγιολογικά κείμενα για τους Αγίους της Πρωτοβυζαντινής περιόδου, Δ.Δ., Θεσσαλονίκη 2017.

Davis, Seven Ecumenical Councils. Davis, L., D., The First Seven Ecumenical Councils (325-787): Their History and Theology, Wilmington DE 1990.

Heather-Matthews, The Goths. Heather, P., J. and Matthews, J., The Goths in the Fourth Century, Liverpool 1991.

Hess, Council of Serdica. Hess, H. The Early Development of Canon Law and the Council of Serdica, Oxford 2002.

Καραγιαννόπουλος, Βυζαντινό Κράτος. Καραγιαννόπουλος, Ι., Το Βυζαντινό Κράτος, Θεσσαλονίκη 20014.

Λιάλιου, Ερμηνεία Συμβολικών Κειμένων Α΄. Λιάλιου, Δ., Ερμηνεία των Δογματικών και Συμβολικών Κειμένων της Ορθοδόξου Εκκλησίας Α΄: Ερμηνεία των Οικουμενικών Συμβόλων και των συναφών Ιερών Κανόνων (Θεολογική ανάλυση με αναφορές στις πηγές), Θεσσαλονίκη 2016.

Odahl, Constantine. Odahl, C., M., Constantine and the Christian Empire, New York 2004.

Οstrogorsky, Βυζαντινό Κράτος. Οstrogorsky, G., Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους Α΄, (μτφρ.) Παναγώπουλος Ι., Αθήνα 1997.

Παπαδόπουλος, Πατρολογία. Παπαδόπουλος, Σ., Γ., Πατρολογία  Β΄: Ο τέταρτος αιώνας (Ανατολή και Δύση), Αθήνα 1990.

Runciman, Η Βυζαντινή Θεοκρατία. Runciman, S., Η Βυζαντινή Θεοκρατία, (μτφρ.) Ροηλίδης Ι., Αθήνα 20052.

Σκουτέρη, Ιστορία Δογμάτων. Σκουτέρη, Κ., Β., Ιστορία Δογμάτων Β΄. Η ορθόδοξη δογματική διδασκαλία και οι νοθεύσεις της από τις αρχές του τετάρτου αιώνα μέχρι και την Τρίτη Οικουμενική Σύνοδος, Αθήνα 2004.

Siecienski, The Filioque. Siecienski, A., E., The Filioque: History of a Doctrinal Controversy, Oxford 2010.

Smith, The Idea of Nicaea. Smith M.S., The Idea of Nicaea in the Early Church Councils, AD 431-451, Oxford 2018.

Stephens, Canons of Antioch and Serdica. Stephens, C., W., B., Canon law and episcopal authority the canons of Antioch and Serdica, Oxford 2015.

Vasiliev, Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Vasiliev, A., A., Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας 324-1453 Α΄, (μτφρ.) Σαβράμη, Δ., Θεσσαλονίκη 1995.

Wiles, Archetypal Heresy. Wiles, M., Archetypal Heresy: Arianism Through the Centuries, Oxford New York 1996.

Williams, Ambrose of Milan. Williams, D.H., Ambrose of Milan and the End of the Arian-Nicene Conflicts, Oxford 1995.

Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία. Φειδάς, Β., Εκκλησιαστική Ιστορία Α΄, Αθήνα 19942.

Άρθρα

Αθανασιάδη, Ο Μέγας Αιών. Αθανασιάδη, Π., «Ο Μέγας Αιών», στο: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους Ζ΄, Αθήνα 1978, 32-91.

Barnes, The Exile. Barnes, T., «The Exile and Recalls of Arius», The Journal of Theological Studies 60:1 (2009), 109–129.

Berndt-Steinacher, Arianism in Ostrogothic. Berndt, G., M., and Steinacher, R., «The ecclesia legis Gothorum and the Role of ‘Arianism’ in Ostrogothic Italy», στο: Berndt, G., M., and Steinacher, R., Arianism: Roman Heresy and Barbarian Creed, London 2014, 219-229.

Brennecke, Germanic Arianism. Brennecke, H., C., «Deconstruction of the So-called Germanic Arianism», στο: Berndt, G., M., and Steinacher, R., Arianism: Roman Heresy and Barbarian Creed, London 2014, 117-130.

Eisenberg, The Council of Carthage. Eisenberg, M., «The Council of Carthage of 525 and the Making of Post-Imperial Episcopal Authority», Journal of Late Antiquity 13:2 (2020), 258-284.

Ignat, The Spread Out of Arianism. Ignat, A., «The Spread Out of Arianism. A Critical Analysis of the Arian Heresy», International Journal of Orthodox Theology 3:3 (2012), 105-128.

Κονιδάρης, Η Β΄ οικουμενική σύνοδος. Κονιδάρης, Γ., «Η Β΄ οικουμενική σύνοδος (381), Θρίαμβος της οικουμενικής εκκλησιαστικής πολιτικής του μεγάλου Βασιλείου», Θεολογία 55:1 (1983), 55-81.

Mathisen, Bardarian ‘Arian’ Clergy. Mathisen R., W., «Bardarian ‘Arian’ Clergy, Church Organization, and Church Practises», στο: Berndt, G., M., and Steinacher, R., Arianism: Roman Heresy and Barbarian Creed, London 2014, 145-192.

Πατούρα, Η διάδοση του Χριστιανισμού. Πατούρα, Σ., «Η διάδοση του Χριστιανισμού στα πλαίσια της εξωτερικής πολιτικής του Βυζαντινού κράτους (4ος - 5ος αι.)», Σύμμεικτα 7 (1987), 215-236.

Tizzoni, Vandal Era. Tizzoni, M. L., «Locating Carthage in the Vandal Era», στο: M., J., Kelly and M., Burrows, Urban Interactions: Communication and Competition in Late Antiquity and the Early Middle Ages, New York 2020, 343-372.

Φειδάς, H Β΄ οικουμενική. Φειδάς, Β., «Το σύμβολο της πίστεως, η Β΄ οικουμενική και ο άγιος Επιφάνιος», Θεολογία 85:1 (2014), 141-157.

Παράρτημα

Πίνακας γεγονότων από την Α΄ οικουμενική μέχρι τη Β΄ οικ. Σύνοδο

Χρονολογία

Γεγονός

325

Α΄ Οικουμενική Σύνοδος (εξορία του Αρείου στην Ιλλυρία)

327

Ανάκληση Αρείου από την εξορία και σύνταξη ομολογίας πίστεως

328

Ο Αθανάσιος γίνεται επίσκοπος της Αλεξάνδρειας

330

Εξορία Ευσταθίου Αντιοχείας (τοποθέτηση αρειανού επισκόπου)

335

Σύνοδος της Τύρου, πρώτη εξορία του Αθανασίου στα Τρέβηρα της Γαλλίας

336

Θάνατος Αρείου στην Κωνσταντινούπολη

337

Θάνατος Κωνσταντίνου Α΄, διαχωρισμός της αυτοκρατορίας, επιστροφή του Αθανασίου και άλλων επισκόπων από την εξορία

338

Σύνοδος της Αλεξάνδρειας (αποκατάσταση Αθανασίου)

338/9

Σύνοδος της Αντιόχειας (καταδίκη-εξορία Αθανασίου, Μαρκέλλου Αγκύρας, Παύλου Κων/πόλεως και άλλων)

340

Σύνοδο Ρώμης, αποκατάσταση Αθανασίου και Μαρκέλλου (χωρίς επιστροφή στις επισκοπές τους)· Θάνατος Κωνσταντίνου Β΄ (πλέον ο Κώνστας κυρίαρχος της Δύσης)

340/1

Ο Ουλφίλας γίνεται επίσκοπος Γότθων (αρχή του εκχριστιανισμού)

341

Σύνοδος Αντιόχειας (σύνταξη νέου Συμβόλου πίστεως, παράκαμψη Νίκαιας, προσπάθεια προσέγγισης ομοίων και ομοιουσιανών)· Θάνατος Ευσεβίου Νικομηδείας

343

Σύνοδοι της Σαρδικής (επιβεβαίωση του Συμβόλου της Νίκαιας) και της Φιλιππούπολης (επιβεβαίωση των ήδη καταδικασμένων επισκόπων όπως και αυτών που τους δέχονταν)

344

Σύνοδος Αντιόχειας (σύνταξη της «μακρόστιχης έκθεσης»)

345

Σύνοδος του Μιλάνου (καταδίκη Φωτεινού)· Θάνατος του αρειανού Γρηγορίου Αλεξάνδρειας

346/47

Επιστροφή Αθανασίου από την εξορία

346

Σύνοδος Ιεροσολύμων (επιβεβαίωση αποκατάστασης Αθανασίου)

347

Σύνοδος Μιλάνου (αρειανοί επίσκοποι καταδίκασαν τον Φωτεινό και συνέταξαν αντιαρειανική ομολογία)

348

Εκδίωξη του Ουλφίλα και των οπαδών του από τους Γότθους

350

Θάνατος Κώνστα, μονοκράτορας ο Κωνστάντιος Β΄

351

Σύνοδος Σιρμίου (καταδίκη Φωτεινού, σύνταξη νέου Συμβόλου πίστεως, κυριαρχία ημιαρειανών Βασίλειος Αγκύρας)

352

Ο Λιβέριος διαδέχεται  τον Ιούλιο στη Ρώμη

353

Σύνοδος στην Αλεράτη

355

Σύνοδος Μιλάνου

357

Σύνοδος Σιρμίου  (κυριαρχία ομοίων, σύνταξη Συμβόλου, καταδίκη Αθανασίου)

358

Σύνοδος Άγκυρας (στρεφόταν κατά ανόμοιων-ομοίων)· Σύνοδος Σιρμίου (συνέταξαν το 3ο Σύμβολο του Σιρμίου)

359

Σύνοδος Σιρμίου (συγκερασμός θέσεων ομοιουσιανών και ομοίων, συνέταξαν νέο Σύμβολο)· Σύνοδος στο Αρίμινι (δήλωσαν πίστη στη Νίκαια)· Σύνοδος Σελεύκειας (κυριαρχία ομοίων, υπογραφή του Συμβόλου της Νίκης)· Σύνοδος Κωνσταντινούπολης (συμμετοχή αντιπροσώπων από τις δυο προηγούμενες, υπογραφή Συμβόλου της Νίκης)· Ο Κωνστάντιος κάνει τον αρειανισμό επίσημο δόγμα του κράτους

361

Θάνατος Κωνστάντιου Β΄, άνοδος στον Θρόνο του Ιουλιανού· Επιστροφή όλων των εξόριστων (Αθανάσιος κ.α.)· Άνοδος Μελετίου στο θρόνο της Αντιοχείας

362

Σύνοδος Αλεξάνδρειας (διάκριση των όρων οὐσία και ὑπόστασις)· Σύνοδος Παρισίων (δήλωσαν πίστη στο Σύμβολο της Νίκαιας)· Εξορία Αθανασίου

363

Θάνατος Ιουλιανού (άνοδος Ιοβιανού, επιστροφή Αθανασίου)· Σύνοδοι Αλεξάνδρειας και Αντιόχειας (δήλωσαν πίστη στο Σύμβολο της Νίκαιας)

364

Θάνατος Ιοβιανού, στη Δύση ο Βαλλεντιανός και στην Ανατολή ο Ουάλης· Εξορία Αθανασίου· Σύνοδος στη Λάμψακο

366

Τελική επιστροφή Αθανασίου από την εξορία

371

Σύνοδος Ρώμης (δηλώνουν την πίστη της Νίκαιας)

370

Ο Βασίλειος γίνεται επίσκοπος Καισαρείας 

373

Θάνατος του Αθανασίου, τοποθέτηση του Πέτρου

374

Θάνατος Μαρκέλλου Αγκύρας

375

Θάνατος Βελεντιανού, άνοδος Γρατιανού

376

Σύνοδος Ικονίου (καταδίκη πνευματομάχων)

378

Θάνατος Ουάλη (μάχη Ανδριανούπολης)

379

Θάνατος του Βασιλείου Καισαρείας· Σύνοδος Αντιόχειας (δέχθηκαν την ομολογία πίστεως του Δάμασου και δήλωσαν πίστη στη Νίκαια)

380

Ο Θεοδόσιος καθορίζει με νόμο τον όρο ορθοδοξία· Απομάκρυνση του αρειανού Δημόφιλου από τον θρόνο Κων/πόλεως

381

Σύνοδος της Κωνσταντινούπολης (διασαφήνιση όρων του Συμβόλου της Νίκαιας)· Σύνοδοι Ακηλυίας και Μιλάνου (αίτημα για οικουμενική σύνοδο στη δύση, αντίδραση στις χειροτονίες της συνόδου της Κων/πόλεως)

382

Σύνοδος της Κωνσταντινούπολης (διάφορες αποφάσεις, αποστολή επιστολής στη δύση εξηγώντας τα σχετικά με τις χειροτονίες)· Σύνοδος Ρώμης (καταδίκη Απολλιναρισμού και αφορισμός του Φλαβιανού)

[1] Το βασικό σημείο εκκίνησης του Αρείου ήταν η υπερβατικότητα του Θεού Πατέρα, τον οποίο αναγνώριζε ως τον μόνο Θεό. Από αυτό προκύπτουν οι βασικές θέσεις του Αρείου: ο Θεός δεν ήταν πάντοτε Πατέρας, ο Λόγος του Θεού δεν υπήρχε πάντοτε και είναι γενητός, ο Λόγος είναι ένα από τα κτίσματα του Θεού επομένως είναι τρεπτός και αλλοιωτός όπως και ξένος προς την  ουσία του Θεού την οποία δεν γνωρίζει. Ο Υιός είναι μεσολαβητής για τη δημιουργία των γενητών και είναι κατά χάριν Υιός του Θεού, την ίδια θέση με τον Υιό (ως κτίσμα) έχει και το Α. Πνεύμα. Αυτές φαίνεται να είναι οι πολύ βασικές και αρχικές θέσεις του Αρείου τις οποίες αργότερα διάφοροι θα αλλάξουν ή θα προσαρμόσουν στα δεδομένα τους. Βλ. Λιάλιου, Ερμηνεία Συμβολικών Κειμένων Α΄, σσ. 79-86.

[2] Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 262.

[3] Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 472. «Διόπερ ἡ σύνοδος, Ἄρειον μὲν καὶ τοὺς όμοδόξους αὐτοῦ ἀναθεμάτισεν ἅπαντας…βασιλέως δὲ πρόσταγμα, καὶ αὐτόν καὶ τοὺς περὶ Εὐσέβιον καὶ Θέογνιν, εἰς ἐξορίαν ἀπέστειλεν.» Σωκράτης, Εκκλησιαστική Ιστορία Ι, 8, 33.

[4] Βολάκης, Οι Θεολογικές έριδες, σ. 215· Vasiliev, Βυζαντινή Αυτοκρατορία, σ. 83· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 472. Ιδιαίτερο ρόλο φαίνεται να έπαιξαν οι Ευσέβιος Καισαρείας και Ευσέβιος Νικομήδειας, όπως και η αδελφή του Κωνσταντία, η οποία του ζήτησε ως χάρη, πριν τον θάνατό της, την επάνοδο του Αρείου.

[5] Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 471-472.

[6] Σωκράτης, Εκκλησιαστική Ιστορία Ι, 14, 1.

[7] Ayres, Nicaea and its legacy, σ. 100· Barnes, The Exile, σσ. 109, 126-127· Βολάκης, Οι Θεολογικές έριδες, σ. 215· Hess, Council of Serdica, σ. 97· Odahl, Constantine, σσ. 196-197· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 472-473. Ο αυτοκράτορας πρέπει να παρασύρθηκε από την απολογία του Αρείου, νομίζοντάς την ως ορθόδοξη, επειδή δεν περιείχε της καταδικασμένες θέσεις από την σύνοδο της Νίκαιας, και θεώρησε ότι θα πετύχαινε τελικά την εκκλησιαστική ενότητα.

[8] «Ὥδε μὲν τοῖς ἀπὸ τὴς ἐναντίας αἱρέσεως τὰ βεβουλεύμενα κατώρθωτο, καθῃρημένων τὼν σπουδῇ προϊσταμένων ἀνὰ τὴν ἔω τοὺ ἐν Νικαίᾳ βεβαιωθέντος δόγματος.» Σωζομενός, Εκκλησιαστική Ιστορία, ΙΙΙ, 7, 1.

[9] Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 262-263· Hess, Council of Serdica, σ. 97· Παπαδοπούλου, Πατρολογία, σ. 107· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 475-476.

[10] Barnes, The Exile, σ. 120.

[11] Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 263-264· Odahl, Constantine, σσ. 224-226· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 476-478.

[12] Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 264-265· Hess, Council of Serdica, σ. 98· Ignat, The Spread Out of Arianism, σσ. 115, 119· Odahl, Constantine, σσ. 229-232· Παπαδοπούλου, Πατρολογία, σσ. 119-120· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 478-479.

[13] Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 266· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 480-482.

[14] Αθανασιάδη, Ο Μέγας Αιών, σ. 43· Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 267· Καραγιαννόπουλος, Βυζαντινό Κράτος, σ. 75.

[15] Εδώ φαίνεται να υπάρχει μια στροφή στη στάση των επισκόπων της Ανατολής, που κατά την διάρκεια της βασιλείας του Κωνσταντίνου Α΄, δεν φαινόταν αναγκαία· δηλαδή η αναγνώριση των αποφάσεών τους και από την δύση και συγκεκριμένα από τον επίσκοπο της Ρώμης. Σίγουρα ένας λόγος αυτής της στάσης είναι η διοίκηση του δυτικού τμήματος της αυτοκρατορίας από τον Κώνστα, ο οποίος μάλιστα είναι υπέρμαχος των δογμάτων της Νίκαιας βλ. Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 489.

[16] Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 267· Ayres, Nicaea and its legacy, σ. 108· Παπαδοπούλου, Πατρολογία, σσ. 120-121· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 488.

[17] Βολάκης, Οι θεολογικές έριδες, σ. 223· Stephens, Canons of Antioch and Serdica, σσ. 47-48· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 489. Ο Stephens υποστηρίζει ότι το συμβούλιο αυτό της Αντιόχειας αποτέλεσε τη βάση για την σύνταξη των κανόνων και των συμβόλων πίστεως της μετέπειτα συνόδου της Αντιόχειας το 341, βλ. Stephens, Canons of Antioch and Serdica, σσ. 82, 89.

[18] Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 268-269· Ayres, Nicaea and its legacy, σ. 109· Παπαδόπουλος, Πατρολογία, σ. 141· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 489-490.

[19] Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 269· Stephens, Canons of Antioch and Serdica, σσ. 86-88· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 491-492.

[20] Σωζομενός, Εκκλησιαστική Ιστορία, ΙΙΙ, 5, 6-7. Φαίνεται ότι αποφεύγουν να χρησιμοποιήσουν αρειανικούς ή νικαϊκούς όρους (ομοούσιος), διεκδικώντας μια νομιμότητα ανώτερη της συνόδου της Νίκαιας, προσφεύγοντας στο γράμμα της Γραφής.

[21] Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 269· Ayres, Nicaea and its legacy, σσ. 117, 119-121· Παπαδόπουλος, Πατρολογία, σ. 139· Smith, The Idea of Nicaea, σ. 14· Stephens, Canons of Antioch and Serdica, σσ. 97-100· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 491-492. Για μία παρουσίαση της βιβλιογραφίας σχετικά με την αντίθεση των συμβόλων της Αντιόχειας προς της Νίκαιας και το κατά πόσο μπορούν να θεωρηθούν ορθόδοξα βλ. Stephens, Canons of Antioch and Serdica, σσ. 100-103.

[22] Βολάκης, Οι Θεολογικές έριδες, σ. 240· Heather-Matthews, The Goths, σ. 128· Κονιδάρης, Η Β΄ Οικουμενική σύνοδος, σ. 58· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 486, 497-498. Εκτεταμένα για τους Όμοιους βλ. Σκουτέρη, Ιστορία Δογμάτων, σσ. 129-140, ενώ για τους Ομοιουσιανούς βλ. στον ίδιο σσ. 141-153.

[23] « Πάλιν γράψαντος τοῦ βασιλέως, ὥστε ἀποδοθῆναι Παύλῳ καῖ Ἀθανασίῳ τοῦς οἰκείους τόπους, ούδέν πλεόν ήνύετο… σύνοδον ἄλλην παρακαλοῦσι γενέσθαι οἱ περὶ Παῦλον καὶ Ἀθανάσιον, ὥστε καὶ τὰ κατ’ αὐτούς καὶ τὰ τῆς πίστεως ἐπί οἰκουμενικῆς συνόδου πέρας λαβεῖν, ἐπὶ καταλύσει τῆς πίστεως τάς καθαιρέσεις γίνεσθαι.» Σωκράτης, Εκκλησιαστική Ιστορία, ΙΙ, 20, 2-3. Κύρια πρόσωπα της πρότασης υπήρξαν ο πάπας Ίουλος, ο Όσιος Κορδούης και Τρεβήρων Μαξιμίνο βλ. Σωζομενός, Εκκλησιαστική Ιστορία, ΙΙΙ, 11· Σωκράτης, Εκκλησιαστική Ιστορία, ΙΙ, 20.

[24]Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 269-270· Hess, Council of Serdica, σ. 99 · Παπαδόπουλος, Πατρολογία, σ. 148· Runciman, Η Βυζαντινή Θεοκρατία, σ. 34· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 493. Περισσότερα σχετικά με τη σύνοδο της Σαρδικής και την σημασία της βλ. Stephens, Canons of Antioch and Serdica, σσ. 131 κ.ε. και Hess, Council of Serdica, σσ. 93 κ.ε.

[25] Σωζομενός, Εκκλησιαστική Ιστορία, ΙΙΙ, 11, 4· Σωκράτης, Εκκλησιαστική Ιστορία, ΙΙ, 20, 9.

[26] Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 270· Ayres, Nicaea and its legacy, σσ. 122-124· Hess, Council of Serdica, σσ. 100-103, 107-108· Παπαδόπουλος, Πατρολογία, σσ. 148-149· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 494.

[27] Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 270-271· Ayres, Nicaea and its legacy, σσ. 124-126· Hess, Council of Serdica, σσ. 106-107· Παπαδόπουλος, Πατρολογία, σσ. 149-150· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 495

[28] Καραγιαννόπουλος, Το Βυζαντινό Κράτος, σ. 76· Οstrogorsky, Βυζαντινό Κράτος, σ. 106.

[29] Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 271· Ayres, Nicaea and its legacy, σσ. 127-130· Παπαδόπουλος, Πατρολογία, σσ. 151-152· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 495.

[30] Σωκράτης, Εκκλησιαστική Ιστορία ΙΙ, 22, 4-5. Επίσης βλ. Αθανασιάδη, Ο Μέγας Αιών, σ. 48· Ayres, Nicaea and its legacy, σσ. 126-127.

[31] Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 271-272· Ayres, Nicaea and its legacy, σ. 127· Παπαδόπουλος, Πατρολογία, σ. 163· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 495-496. 

[32] Παπαδόπουλος, Πατρολογία, σ. 164· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 496.

[33] Αθανασιάδη, Ο Μέγας Αιών, σ. 49-50· Ayres, Nicaea and its legacy, σ. 133· Καραγιαννόπουλος, Το Βυζαντινό Κράτος, σ. 77· Οstrogorsky, Βυζαντινό Κράτος, σ. 108.

[34] Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 275-276· Ayres, Nicaea and its legacy, σσ. 144-149· Heather-Matthews, The Goths, σ. 128· Κονιδάρης, Η Β΄ οικουμενική σύνοδος, σ. 58· Σκουτέρη, Ιστορία Δογμάτων, σσ. 154-162· Wiles, Archetypal Heresy, σσ. 28-30· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 486, 499.

[35] Wiles, Archetypal Heresy, σσ. 27-28.

[36] Για τις δυο αυτές συνόδους βλ.  Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 273· Ayres, Nicaea and its legacy, σσ. 135-136· Williams, Ambrose of Milan, σσ. 52-58.

[37] Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 272· Ayres, Nicaea and its legacy, σσ. 134-135· Παπαδόπουλος, Πατρολογία, σσ. 176-177· Smith, The Idea of Nicaea, σσ. 15-16· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 500.

[38] Σωζομενός, Εκκλησιαστική Ιστορία, IV, 12, 6.

[39] Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 275 · Ayres, Nicaea and its legacy, σσ. 137-140· Παπαδόπουλος, Πατρολογία, σσ. 191-192, 194· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 501-502.

[40] Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 277-278· Ayres, Nicaea and its legacy, σ. 158· Λιάλιου, Ερμηνεία Συμβολικών Κειμένων Α΄, σσ. 99-100· Παπαδόπουλος, Πατρολογία, σσ. 199-200· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 502-503.

[41] Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 277-278 · Ayres, Nicaea and its legacy, σσ. 160-161· Παπαδόπουλος, Πατρολογία, σ. 201· Σωζομενός, Εκκλησιαστική Ιστορία, IV, 17· Williams, Ambrose of Milan, σσ. 22-25· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 503-504.

[42] Σωζομενός, Εκκλησιαστική Ιστορία, IV, 22, 21.

[43] Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 278-279· Ayres, Nicaea and its legacy, σσ. 158-160, 164-166· Παπαδόπουλος, Πατρολογία, σσ. 201-203· Σωζομενός, Εκκλησιαστική Ιστορία, IV, 22· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 505-506.

[44] Αθανασιάδη, Ο Μέγας Αιών, σ. 58· Καραγιαννόπουλος, Το Βυζαντινό Κράτος, σσ. 77, 79· Οstrogorsky, Βυζαντινό Κράτος, σ. 109.

[45] Οstrogorsky, Βυζαντινό Κράτος, σ. 112· Vasiliev, Βυζαντινή Αυτοκρατορία, σσ. 96, 109-110.

[46] Wiles, Archetypal Heresy, σ. 47.

[47] Καραγιαννόπουλος, Το Βυζαντινό Κράτος, σ. 77.

[48] Heather-Matthews, The Goths, σ. 17. Βέβαια, οι Γότθοι έρχονται πρώτη φορά σε επαφή με τον χριστιανισμό μέσω των αιχμαλώτων που πήραν από τα εδάφη της αυτοκρατορίας, όπως μας λέει ο Φιλοστόργιος «μοῖρα Σκυθῶν βαρεῖα τῶν πέραν τοῦ Ἴστρου διέβησαν εἰς τὴν Ῥωμαίων, καὶ πολλὴν μὲν κατέδραμον τῆς Εὐρώπης· διαβάντες δὲ καὶ εἰς τὴν Ἀσίαν, τήν τε Γαλατίαν καὶ τὴν Καππαδοκίαν ἐπῆλθον, καὶ πολλοὺς ἔλαβον αἰχμαλώτους ἄλλους τε καὶ τῶν κατειλεγμένων τῷ κλήρῳ, καὶ μετὰ πολλῆς λείας ἀπεκομίσθησαν οἴκαδε. δὲ αἰχμάλωτος καὶ εὐσεβὴς ὅμιλος, συναναστραφέντες τοῖς βαρβάροις, οὐκ ὀλίγους τε αὐτῶν εἰς τὸ εὐσεβὲς μετεποίησαν καὶ τὰ Χριστιανῶν φρονεῖν ἀντὶ τῆς Ἑλληνίδος δόξης παρεσκεύασαν» βλ. Φιλοστόργιος, Εκκλησιαστική Ιστορία, ΙΙ, σ. 17, στ. 7-15.

[49] Ο Κωνσταντίνος είχε στείλει αποστολή στη χώρα των Ιβήρων, κατόπιν αιτήματός τους, για τον εκχριστιανισμό τους. Βλ. Πατούρα, Η διάδοση του Χριστιανισμού, σ. 214.

[50] Φιλοστόργιος, Εκκλησιαστική Ιστορία, ΙΙ, σ. 17, στ. 18-19.

[51] Φιλοστόργιος, Εκκλησιαστική Ιστορία, ΙΙ, σ. 17-18.

[52] Πατούρα, Η διάδοση του Χριστιανισμού, σσ. 217-218· Heather-Matthews, The Goths, σσ. 124-125, 145-148· Arianism: Roman Heresy and Barbarian Creed, σσ. 120-121· Wiles, Archetypal Heresy, σσ. 41-42.

[53] Πατούρα, Η διάδοση του Χριστιανισμού, σ. 119· Mathisen, Bardarian ‘Arian’ Clergy, σ. 122· Wiles, Archetypal Heresy, σσ. 42-43.

[54] Αθανασιάδη, Ο Μέγας Αιών, σσ. 77-78· Καραγιαννόπουλος, Βυζαντινό Κράτος, σ. 83· Vasiliev, Βυζαντινή Αυτοκρατορία, σσ. 118-120.

[55] Αθανασιάδη, Ο Μέγας Αιών, σσ. 79-80· Καραγιαννόπουλος, Το Βυζαντινό Κράτος, σσ. 85-86· Mathisen, Bardarian ‘Arian’ Clergy, σ. 122· Vasiliev, Βυζαντινή Αυτοκρατορία, σσ. 120-121.

[56] Andrade, The Journey of Christianity, σσ. 69, 75-76· Πατούρα, Η διάδοση του Χριστιανισμού, σ. 218. Φιλοστόργιος, Εκκλησιαστική Ιστορία, ΙΙ, σ. 18, στ. 15-20 και ΙΙΙ, σσ. 32-34.

[57] Andrade, The Journey of Christianity, σσ. 76-79· Πατούρα, Η διάδοση του Χριστιανισμού, σσ. 218-219. Φιλοστόργιος, Εκκλησιαστική Ιστορία, ΙΙΙ, σσ. 34-36.

[58] Ayres, Nicaea and its legacy, σσ. 166-168· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 507-508.

[59] Βολάκης, Οι Θεολογικές έριδες, σσ. 241-242· Smith, The Idea of Nicaea, σσ. 22-24· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 513.

[60] Είναι χαρακτηριστικά τα λόγια του Ιοβιανού μέσα από το κείμενο του Σωκράτη Σχολαστικού «μόνον δὲ τοῦτο ἐφθέγξατο· «Ἐγὼ,» ἔφη, «φιλονεικίαν μισῶ, τοὺς δὲ τῇ ὁμονοίᾳ προστρέχοντας ἀγαπῶ καὶ τιμῶ.» Ταῦτα εἰς τὰς ἀκοὰς τῶν ἄλλων διαδοθέντα τὸν τόνον τῶν φιλονεικεῖν αἱρουμένων ἐχαύνωσε». Σωκράτης, Εκκλησιαστική Ιστορία, ΙΙΙ, 5-6.

[61] Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 280-281·Ayres, Nicaea and its legacy, σσ. 173-175· Παπαδόπουλος, Πατρολογία, σ. 222-223· Smith, The Idea of Nicaea, σσ. 22-24· Σωζομενός, Εκκλησιαστική Ιστορία, VI, 4, 6-11· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 510. «Συνελθόντες γὰρ ἐν Ἀντιοχείᾳ τῆς Συρίας εἰς λόγους ἔρχονται Μελιτίῳ, ὃς μικρὸν ἔμπροσθεν αὐτῶν χωρισθεὶς τῷ ὁμοουσίῳ προσέθετο. Τοῦτο δὲ ἐποίησαν, ἐπειδὴ τιμώμενον ὑπὸ τοῦ βασιλέως ἑώρων ἐκεῖ τότε διάγοντος. Κοινῇ οὖν γνώμῃ βιβλίον συντάξαντες καθομολογοῦσι τὸ «ὁμοούσιον,» καὶ τὴν ἐν Νικαίᾳ πίστιν κυρώσαντες τῷ βασιλεῖ προσκομίζουσιν» Σωκράτης, Εκκλησιαστική Ιστορία, ΙΙΙ, 7-10. Βλέπουμε ότι η μη ακραίοι αρειανοί ήταν σε θέση να δεχθούν το ὁμοούσιον, με την πίεση βέβαια του αυτοκράτορα, σε αντίθεση με τους ανόμοιους. Γι’ αυτό και η συμβολή των Καππαδόκων πατέρων είναι σημαντική, γιατί γεφύρωσαν αυτό το χάσμα προβαίνοντας σε διευκρινήσεις των όρων, χωρίς να αλλάζουν κάτι στο ήδη υπάρχον σύμβολο της Νίκαιας. Βλ. Λιάλιου, Ερμηνεία Συμβολικών Κειμένων Α΄, σσ. 102-103.

[62] Παπαδόπουλος, Πατρολογία, σ. 203· Williams, Ambrose of Milan, σ. 30.

[63] Παπαδόπουλος, Πατρολογία, σσ. 260-261· Williams, Ambrose of Milan, σσ. 77-78, 80-81.

[64] Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 284· Ayres, Nicaea and its legacy, σσ. 260-264· Williams, Ambrose of Milan, σσ. 112-116.

[65] «Περιοργὴς γενόμενος βασιλεὺς τοσοῦτον ἐπέκρυψε τῆς ὀργῆς, ὅσον λαθραίως Μοδέστῳ τῷ ἐπάρχῳ κελεῦσαι συλλαβεῖν καὶ θανάτῳ ζημιῶσαι τοὺς ἄνδρας… ∆εδιὼς ὁ ὕπαρχος, μὴ στάσιν ὑπὸ τοῦ πλήθους ἄλογον ὑπομείνῃ ἐν τῷ φανερῷ φονεύων αὐτοὺς, πλάττεται εἰς ἐξορίαν πέμπειν τοὺς ἄνδρας. Τῶν δὲ εὐγενῶς καταδεξαμένων, ὁ ὕπαρχος κελεύει πλοίῳ ἐμβληθέντας ὡς ἐπὶ τὴν ἐξορίαν δῆθεν ἀπάγεσθαι· ἐντειλάμενος τοῖς ναύταις, ἐπειδὰν κατὰ μέσου γένωνται τοῦ πελάγους, ὑφάψαι τὸ πλοῖον» Σωκράτης, Εκκλησιαστική Ιστορία, IV, 16, 1-4.

[66] Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 281-283· Davis, Seven Ecumenical Councils, σσ. 112-113.

[67] Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 281-282· Ayres, Nicaea and its legacy, σσ. 169-170

[68] Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 283· Κονιδάρης, Η Β΄ οικουμενική σύνοδος, σσ. 58-59· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 516.

[69] Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 513-515. Ο Ευνόμιος υποστήριζε ότι μόνο ο Πατήρ είναι άτρεπτος, ενώ τα άλλα πρόσωπα υπόκεινται σε φθορά. Επίσης, ταύτιζε την ουσία με την υπόσταση, λέγοντας ότι αφού έχουμε τρία πρόσωπα θα έχουμε και τρείς ουσίες.

[70] Παπαδόπουλος, Πατρολογία, σσ. 353-354.

[71] Αθανασιάδη, Ο Μέγας Αιών, σσ. 77-78· Καραγιαννόπουλος, Βυζαντινό Κράτος, σσ. 83-85.

[72] Αθανασιάδη, Ο Μέγας Αιών, σ. 80· Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 286-287· Ayres, Nicaea and its legacy, σσ. 251-252.

[73]Davis, Seven Ecumenical Councils, σ. 119· Κονιδάρης, Η Β΄ οικουμενική σύνοδος, σ. 60· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 518.

[74] Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 520-525.

[75] Λιάλιου, Ερμηνεία Συμβολικών Κειμένων Α΄, σ. 104.

[76] Ayres, Nicaea and its legacy, σσ. 256-25· Davis, Seven Ecumenical Councils, σσ. 121-122· Λιάλιου, Ερμηνεία Συμβολικών Κειμένων Α΄, σσ. 104-105· Παπαδόπουλος, Πατρολογία, σ. 449.

[77] Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 289· Davis, Seven Ecumenical Councils, σσ. 123-124· Παπαδόπουλος, Πατρολογία, σ. 450.

[78] Davis, Seven Ecumenical Councils, σ. 125· Λιάλιου, Ερμηνεία Συμβολικών Κειμένων Α΄, σσ. 105-106· Παπαδόπουλος, Πατρολογία, σσ. 450-453· Φειδάς, H Β΄ Οικουμενική, σσ. 146-149· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 532-542.

[79] Ayres, Nicaea and its legacy, σσ. 265-266· Davis, Seven Ecumenical Councils, σ. 129· Παπαδόπουλος, Πατρολογία, σσ. 454, 456-457.

[80] Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 291-292· Davis, Seven Ecumenical Councils, σσ. 129-130· Παπαδόπουλος, Πατρολογία, σσ. 457-458. Η σύνοδος της Ρώμης έχει γενικότερη σημασία, γιατί ίσως για πρώτη φορά να γίνεται λόγος για τα πρωτεία της Ρώμης, αν θεωρηθούν γνήσια τα κείμενα.

[81] Ayres, Nicaea and its legacy, σσ. 266-267· Wiles, Archetypal Heresy, σσ. 37-38.

[82] Berstein-Milza, Ιστορία της Ευρώπης, σσ. 33-37. Για τον αρειανικό κλήρο στο Βησιγοτθικό βασίλειο βλ. Mathisen, Bardarian ‘Arian’ Clergy, σσ. 159-164.

[83] Berndt-Steinacher, Arianism in Ostrogothic, σσ. 219, 221-222· Berstein-Milza, Ιστορία της Ευρώπης, σσ. 39-40. Για τον αρειανικό κλήρο στο Οστρογοτθικό βασίλειο βλ. Mathisen, Bardarian ‘Arian’ Clergy, σσ. 167-169.

[84] Berstein-Milza, Ιστορία της Ευρώπης, σσ. 40-41. Επίσης η νεότερη έρευνα υποστηρίζει ότι το Λογγοβαρδικό βασίλειο δεν ήταν αρειανικό, αν και σίγουρα υπήρχαν αρειανοί, αυτό δεν τους προώθησε. Βλ. σχετικά στο άρθρο Majocchy, P., «Arrianorum abolevit heresem: The Lombards and the Ghost of Arianism», στο: Berndt, G., M., and Steinacher, R., Arianism: Roman Heresy and Barbarian Creed, London 2014, 231-238.

[85] Berstein-Milza, Ιστορία της Ευρώπης, σ. 37.

[86] Eisenberg, The Council of Carthage, σσ. 261-263. Για τον αρειανικό κλήρο στο Βανδαλικό βασίλειο βλ. Mathisen, Bardarian ‘Arian’ Clergy, σσ. 164-166.

[87] Tizzoni, Vandal Era, σσ. 355-357.

[88] Tizzoni, Vandal Era, σ. 360.

[89] Eisenberg, The Council of Carthage, σσ. 263-264, 277-278· Tizzoni, Vandal Era, σσ. 358-359.

[90] Eisenberg, The Council of Carthage, σσ. 266-268.

[91] Οstrogorsky, Βυζαντινό Κράτος, σσ. 134-135.

[92] Siecienski, The Filioque, σσ. 68-69· Ignat, The Spread Out of Arianism, σ. 125.

[93] Mathisen, Bardarian ‘Arian’ Clergy, σσ. 172-177.

[94] Για την αναβίωση του αρειανισμού στον νεότερο ευρωπαϊκό κόσμο βλ. Wiles, Archetypal Heresy, σ. 52 κ.ε.


Joomla SEF URLs by Artio

Τελευταίες αναρτήσεις