Υπό Τζιόμαλλου Αθανασίου

Μεταπτυχιακού Φοιτητή Κοινωνικής Θεολογίας Α.Π.Θ.

Πτυχ. Φιλοσοφίας Α.Π.Θ.

Η πολιτικοκοινωνική σκέψη του Μεγάλου Βασίλειου

Α. Βασικές θεωρήσεις του Μ. Βασιλείου

Θέμα της εργασίας αποτελεί η πολιτική και κοινωνική σκέψη του Μεγάλου Βασιλείου (330-379) επισκόπου Καισαρείας. Η εργασία θα διαρθρωθεί κυρίως με βάση δυο άξονες: α) ποια είναι η στάση του Βασιλείου απέναντι στη πολιτεία όσον αφορά θέματα πίστεως-δόγματος και β) την στάση του απέναντι στην πολιτεία όσον αφορά γενικά θέματα της πολιτείας, στα οποία αντιδρά π.χ. εξαιτίας υπερβολικών φόρων. Πριν περάσουμε στα κεφάλαια σχετικά με τη στάση του μεγάλου Βασιλείου απέναντι στην κοσμική εξουσία, πρέπει να δούμε κάποιες βασικές αρχές του αγίου που φαίνεται να προβάλλουν από την γενικότερη στάση του απέναντι σε αυτήν. Αρχικά θα γίνει λόγος για τις πολιτικές αρχές που αφορούν κυρίως τη θέση των αρχόντων και στη συνέχεια θα αναφερθούν κάποιες από τις κοινωνικές αρχές.

Α. 1. Πολιτικές αρχές

Κάτι που έχει σημασία να δούμε είναι η άποψη του Μ. Βασιλείου σχετικά με τον ρόλο της κοσμικής εξουσίας καθώς και τις αρμοδιότητές της. Κατά τη χριστιανική άποψη, αν και η τωρινή ζωή κρίνεται ιεραρχικά κατώτερη από την μετέπειτα ουράνια βασιλεία, δεν παύει να αποτελεί το διάστημα κατά το οποίο θα κερδηθεί η δεύτερη. Επομένως, η πορεία των πιστών κρίνεται εν μέρει από την κοινωνική συμβίωση μέσα σε μια πολιτεία και από τους φορείς της κοσμικής εξουσίας που μεριμνούν για την καλή λειτουργία του πολιτεύματος[1]. Επίσης, ο Μ. Βασίλειος αναγνωρίζει τον διαφορετικό ρόλο της εκκλησιαστικής και πολιτικής εξουσίας. Γι’ αυτό και αρνείται την εμπλοκή της πολιτείας στα εκκλησιαστικά πράγματα ή την προσπάθεια τους να εκμεταλλευτούν την εκκλησία για πολιτικές σκοπιμότητες[2]. Από την άλλη, προτρέπει τους πιστούς να υπακούν στην πολιτική εξουσία.

Σε έναν λόγο του σχετικά με την υπακοή, παραπέμποντας στη γνωστή επιστολή του αποστόλου Παύλου την Προς Ρωμαίους, σημειώνει ότι οι χριστιανοί πρέπει να υπακούν στην κοσμική εξουσία σύμφωνα με τον θείο νόμο. Στη συνέχεια συγκρίνει την υποταγή στον ασεβή άρχοντα με τον πνευματικό, λέγοντας ότι αν οφείλουν να υπακούν στον ασεβή άρχοντα, πόσο περισσότερο πρέπει να υπακούν στον πνευματικό[3]. Συγχρόνως, σπεύδει να επεξηγήσει, για να μην νομίσει κανείς ότι συμβουλεύει περισσότερη υπακοή στους ανθρώπους από ό,τι στον Θεό, υπογραμμίζοντας ότι αυτός που δέχεται αυτούς δέχεται τον ίδιο τον Χριστό[4]. Έτσι, ενώ φαινομενικά θεσμοθετεί την υπακοή στην εξουσία που διαθέτουν οι άνθρωποι, στην πραγματικότητα πρόκειται για την εναπόθεση της ελπίδας στον Θεό[5].

Σχετικά με τους φέροντας την κοσμική εξουσία εκφράζει ότι είναι ένα διακόνημα που έχει δοθεί σε αυτούς από τον Θεό «διὰ τὴν παρὰ Θεοῦ δεδομένην σοι δύναμιν»[6], «σύμπραξον κατὰ τὴν δύναμιν, ἥν ἔδωκέ σοι ὁ Χριστός»[7] και ότι με την βοήθεια του Θεού την έχουν «Δύνασαι γὰρ που, σὺν Θεῷ, τὰ τοιαῦτα καὶ δύνοιό γε έπὶ μήκιστον, οὕτω χρηστός ὤν»[8]. Οι αναφορές αυτές, που συχνά κάνει ο Βασίλειος όταν γράφει σε άρχοντες, είναι, επίσης, και μια υπενθύμιση ότι ο Θεός τα δίνει όλα και ότι από αυτόν έχουν τοποθετηθεί σε αυτήν τη θέση, για αυτό πρέπει να είναι τουλάχιστον δίκαιοι αν όχι θεοσεβείς. Στην ερμηνεία για το 32ο ψαλμό παραλληλίζει την φράση «οὐκ ἒστιν ἐξουσία εἰμὴ ὑπὸ Θεοῦ τεταγμένη» με την «οὔτε ὁ φυτεύων ἐστί τι οὔτε ὁ ποτίζων, ἀλλ᾿ ὁ αὐξάνων Θεός»[9], θέλοντας να δείξει ότι κατά τον ίδιο τρόπο που ο άρχοντας κατέχει την εξουσία με τον ίδιο τρόπο και ο γεωργός είναι αυτός που παράγει τους καρπούς, δηλαδή, και τα δυο τα δίνει ο Θεός και δεν υπάρχει κάτι που να μην έρχεται από Αυτόν[10]. Παράλληλα, σημειώνει ότι μέσα σε μια κοινωνία πρέπει να δείχνουμε την ίδια αγάπη σε όλους, ταυτόχρονα, όμως, «ἡ δὲ τιμή, κατὰ τὸ εὔλογον, ἐπὶ τῶν χρησιμωτέρων τὸ πλέον ἕξει»[11]. Σε μια άλλη επιστολή σημειώνει ότι διαφορετικά πρέπει να απευθύνεται κανείς στον άρχοντα από ό,τι σε κάποιον ιδιώτη, όπως, ακριβώς, κανείς διαφορετικά μιλάει σε κάποιον γιατρό από ό,τι σε κάποιον τυχαίο άνθρωπο[12]. Και σε αυτή την περίπτωση δεν πρόκειται για σεβασμό που απευθύνεται αποκλειστικά στον πολιτικό άρχοντα, αλλά σχετίζεται με την απόδοση τιμής στον καθένα για το λειτούργημα που υπηρετεί.

Αναφορικά με το αξίωμα των αρχόντων υπογραμμίζει, ότι έρχεται αναγκαστικά με κάποιες υποχρεώσεις. Σύμφωνα με αυτόν, υποχρέωση του άρχοντα είναι η προστασία και η εξυπηρέτηση των αναγκών των πολιτών. Παράλληλα, ο αληθινός ηγεμόνας πρέπει να είναι συμμέτοχος στις κακουχίες των συμπολιτών του και να φροντίζει να τις θεραπεύσει[13]. Δεν πρέπει να είναι σκληρός, ακόμα και με τους αντιπάλους του, και πρέπει να διαθέτει μεγαλοψυχία και συγχωρητικότητα[14]. Ενώ, το σπουδαιότερο γνώρισμα του άρχοντα, θεωρεί, ότι είναι η θεοσέβεια και η τήρηση των χριστιανικών παραδόσεων[15].

Ο Βασίλειος αναγνωρίζει και τις δυσκολίες που ενέχουν τα πολιτικά αξιώματα. Αρχικά, γιατί μπορεί να παρασυρθούν από την εξουσία και να μην υπηρετούν πλέον το αξίωμα όπως πρέπει, αλλά να ωφελούν μόνο τον εαυτό τους και τους φίλους τους. Επίσης, αναγνωρίζει και τις στεναχώριες που συχνά μπορεί να ακολουθούν και παρομοιάζει τους άρχοντες με τους γιατρούς, καθώς και οι δύο συχνά επιχειρώντας να βοηθήσουν κάποιον, εάν αποτύχουν, αυτοί θα κατηγορηθούν για τη συμφορά[16].

Α. 2. Κοινωνικές αρχές

Περνώντας στις κοινωνικές αρχές, σε αυτή την ενότητα θα δούμε κάποιες από αυτές και συγκεκριμένα τη θέση του απέναντι στη δικαιοσύνη, στην εργασία και τη δουλεία.

Ο Μ. Βασίλειος φαίνεται ότι διακατέχεται από μια κλασική άποψη της ελληνικής φιλοσοφίας για τη δικαιοσύνη· τη διάκριση σε φύσει και θέσει δικαιοσύνη. Η πρώτη έχει αιώνια αξία και σχετίζεται με τον νόμο του Θεού ενώ η δεύτερη με την δικαιοσύνη των διάφορων κρατών-κοινωνιών και υπόκειται σε εξέλιξη και αλλοίωση[17]. Σε μια ομιλία του ο Βασίλειος παρουσιάζει ακριβώς αυτήν τη διαφορετικότητα των νόμων μεταξύ των κοινωνιών αλλά και το άδικο που πολλές από αυτές έχουν θεσπίσει ως δίκαιο «Ἔνια μὲν γὰρ τῶν ἐθνῶν τὴν πατροφονίαν δικαίαν τίθενται· ἄλλα δὲ τῶν ἐθνῶν πάντα φόνον ὡς ἀνόσιον ἀποτρέπεται... Καὶ ὅλως πολλοὶ, ἀρχαίῳ ἔθει κεκρατημένοι, τὸ μυσαρὸν τῶν γινομένων οὐ διακρίνουσιν»[18]. Απέναντι σε αυτές τις διαφορετικές περιπτώσεις κοσμικής δικαιοσύνης ο Βασίλειος εκφράζει την άποψη ότι δικαιοσύνη είναι η απονομή του ίσου στον καθένα σύμφωνα με τις περιστάσεις[19] αλλά πραγματική δικαιοσύνη είναι μόνο ο Χριστός[20]. Έτσι, αφ’ ενός ο πιστός οφείλει να τηρεί και τους νόμους της πολιτείας αποδίδοντας έτσι δικαιοσύνη κατά τα κοσμικά πράγματα, αλλά, κυρίως, οφείλει να ασκήσει την αληθινή δικαιοσύνη εφαρμόζοντας πιστά τις εντολές του Χριστού· οι οποίες έχουν δοθεί πρωτίστως ως κατευθυντήριες γραμμές – που οδηγούν στην πνευματική τελείωση – και όχι ως απλούς νόμους, δηλαδή στο πλαίσιο παράβαση-τιμωρία, όπως συμβαίνει με τους ανθρώπινους νόμους[21]. Οι εντολές του θείου νόμου αποτελούν όλες ένα σύνολο οι οποίες ούτε αλλοιώνονται ούτε προσαρμόζονται στις περιστάσεις των εποχών[22]. Παρόλα αυτά, κάποιες εντολές μπορούν κατ’ οικονομία – εάν οι περιστάσεις το απαιτούν – να μην εφαρμοστούν κατά γράμμα, ενώ άλλες όχι. Σε αυτό το πλαίσιο ο Μ. Βασίλειος δεν επιδέχεται παρεκτροπή των εντολών, όταν πρόκειται για βασικά θέματα πίστεως, ενώ άλλες φορές επιδεικνύει ελαστικότητα.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η τοποθέτηση του Βασιλείου απέναντι στη εργασία – εν μέρει γιατί με βάση την ελληνική παιδεία που έλαβε θα έπρεπε να είχε διαφορετική στάση. Αν και κατά την ομηρική εποχή η σωματική εργασία τυγχάνει κάποιας εκτίμησης, φαίνεται ότι γενικότερα στον αρχαίο κόσμο συνδέθηκε με την δουλεία, πράγμα που υποδήλωνε την υποτίμησή τους. Από την άλλη, η ελευθερία θεωρούνταν ασυμβίβαστη με εργασίες τις οποίες αναλάμβαναν οι δούλοι – αρχικά μπορεί να ήταν χειρωνακτικές σταδιακά, όμως, αναλάμβαναν και άλλες όπως του γραμματικού κ.α.[23]

Ο Βασίλειος ακολουθώντας την διδασκαλία του Ιησού Χρηστού και των Αποστόλων θεωρεί την εργασία ως θείο θεσμό και ως νόμο ζωής[24]. Παράλληλα, την θεωρεί και ως μέσο αγωγής, υγείας, απόσπασης από τους πειρασμούς και καταπολέμησης της αργίας[25]. Κατά την ερμηνεία της εξαημέρου δημιουργίας δέχεται τη δημιουργία της κτίσεως από τον Θεό ως μια δυναμική πορεία «τότε ἀρξάμενον καὶ μέχρι νῦν ἐνεργοῦν»[26], συνδέοντας το δημιουργικό «πρόσταγμα» του Θεού που ενεργεί ακατάπαυστα στον κόσμο με τον άνθρωπο και την εργασία. Δηλαδή, με τον ίδιο τρόπο και ο άνθρωπος προικίστηκε με τα ανάλογα εφόδια για να εργάζεται συνέχεια – επίσης υποδηλώνει και την ανοδική πορεία του ανθρώπου – που στο τέλος θα δώσει λόγο στον Θεό για την καλή χρήση του χαρίσματος[27].

Σε μια επιστολή προς κάποιον φίλο του Γρηγόριο – που του ζητά πληροφορίες για τη πνευματική ζωή – τον προτρέπει να προσεύχεται μόλις σηκωθεί το πρωί και αφού βγει ο ήλιος να ξεκινά την εργασία του, συνοδεύοντάς την παράλληλα με προσευχή[28]. Από αυτή τη συμβουλή βλέπουμε ότι την εργασία τη θεωρεί απαραίτητη, η οποία πρέπει να συνοδεύεται με προσευχή. Αν και σε αυτήν την περίπτωση, που προτείνει την εργασία με το ξεκίνημα της ημέρας, αναφέρεται σε μοναχό, αυτό δεν έχει διαφορά και για τον άτομο που ζει μέσα στην κοινωνία. Μάλιστα, δείχνει περισσότερο την σημασία που αποδίδει στην εργασία, γιατί διαφορετικά σε μοναχό θα πρότεινε μόνο προσευχή.

Βέβαια, αν και αποδίδει μεγάλη σημασία και ωφέλεια στην εργασία πουθενά δεν γίνεται λόγος της εργασίας ως αυτοσκοπού. Πρώτον, γιατί πάντοτε προτιμά την μεσότητα (την απόδοση του πρέπον στο κάθε πράγμα). Γι’ αυτό προτείνει και την εβδομαδιαία ανάπαυση της Κυριακής – κατά το πρότυπο της Α. Γραφής – αλλά και την εναλλαγή εργασίας και προσευχής. Δεύτερον, γιατί η επιτυχία των ανθρώπινων προσπαθειών έγκειται στην ευλογία του Θεού, έτσι η εργασία λαμβάνει σχετική αξία[29]. Αποφεύγοντας έτσι τη προοπτική υπερεκτίμησης της εργασίας και εναπόθεσης της πίστης μόνο στις δυνατότητες του ανθρώπου[30]. Όταν ο άνθρωπος εναποθέτει την ελπίδα του μόνο στην εργασία, είτε του ίδιου του εαυτού είτε  κάποιου συνανθρώπου του, αποτελεί, κατά τον Βασίλειο, αποστασία από τον Θεό[31].

Πηγαίνοντας παραπέρα βλέπουμε την υγιή στάση απέναντι στην εργασία και την προσευχή που προτείνει ο ιεράρχης. Σε σχετική ερώτηση για το αν πρέπει εξαιτίας της προσευχής να αμελούν την εργασία, ο Βασίλειος απαντώντας λέει ότι θεωρεί τον ζήλο σε κάθε εργασία δεδομένο καθώς ο εργάτης θα ανταμειφθεί μέσο αυτού, είτε πρόκειται για κοσμικά είτε για θεία πράγματα[32]. Αλλά, όπως σημειώνει, δεν πρέπει να βρίσκουμε αφορμές για να αμελούμε την εργασία χάριν της προσευχής νομίζοντας ότι κάνουμε κάτι καλύτερο[33]. Γιατί, η εργασία δεν είναι απαραίτητη μόνο για τη νέκρωση του σώματος, αλλά και γιατί έτσι δείχνουμε την αγάπη προς τον συνάνθρωπό μας. Την κοινωνική πλευρά της εργασίας την τονίζει και σε άλλη περίπτωση. Επισημαίνει ότι αυτός που εργάζεται δεν πρέπει να το κάνει με σκοπό την ικανοποίηση των δικών του συμφερόντων αλλά, κυρίως, για την ανακούφιση των συνανθρώπων του και ο Θεός θα δώσει σε αυτόν που έδωσε στον συνάνθρωπό του.[34] Αλλά και αυτοί που δεν θέλουν να εργάζονται με βάση αυτό τον σκοπό, τους το επιτρέπει καθώς είναι καλύτερο να δουλεύουν για το εαυτό τους παρά να μην δουλεύουν καθόλου[35]. Τέλος, σε έναν άλλο λόγο του καταδικάζει την πρόφαση εργασίας για την αποφυγή της προσευχής[36].

Όπως είπαμε η εργασία είχε συνδεθεί έντονα με την δουλεία, η οποία αποτελεί ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα της εποχής του. Αν και ο Βασίλειος ακολουθεί πιστά το κήρυγμα του αποστόλου Παύλου, ότι πρέπει να υπακούμε στις εξουσίες – επομένως και ο δούλος στον αφέντη –, αναπτύσσει περισσότερο την σκέψη του[37]. Εκφράζει την άποψη ότι η δουλεία είναι μια μη φυσική κατάσταση και ότι κανένας δεν είναι δούλος από τη δική του φύση[38]. Εξηγεί ότι διάφοροι παράγοντες μπορεί να συνετέλεσαν στο να γίνει κάποιος δούλος (π.χ. αιχμαλωσία, φτώχια κ.α.), χωρίς να δηλώνει κάτι πραγματικό παρά μόνο μια προσωρινή κοινωνική κατάσταση και όπως λέει ο ίδιος «ὅτι παρὰ μὲν ἀνθρώποις τῇ φύσει δοῦλος οὐδείς»[39]. Κατά τον Μ. Βασίλειο πρόκειται για μια φυσική ισοτιμία που υπάρχει μεταξύ των ανθρώπων – άσχετα με το αν λέγεται ο ένας δεσπότης και ο άλλος δούλος – και ενώ μεταξύ μας είμαστε ίσοι και εκ φύσεως ελεύθεροι, ως κτίσματα του Θεού είμαστε όλοι ομόδουλοι[40].

Όσον αφορά στη θέση του δούλων, εκεί διατυπώνει την άποψη ότι πρέπει να υπακούν στους αφέντες τους. Για αυτό και συμβουλεύει, για τους δούλους που έχουν δραπετεύσει από τους αφέντες τους και κατέφυγαν στα μοναστήρια, αφού τους νουθετήσουν οι μοναχοί να τους αποπέμπουν πίσω στους αφέντες τους[41]. Ωστόσο, στην περίπτωση που ο αφέντης του δούλου δεν είναι θεοσεβής και του ζητάει να παραβεί τις εντολές του Χριστού, προτείνει είτε να καταρτήσουν τον δούλο ώστε να μπορεί να υπομένει τις αδικίες του άρχοντα είτε να τον δεχτούν στο μοναστήρι δεχόμενοι και αυτοί τις επιπτώσεις[42].

Βασικός άξονας της σκέψης του Βασιλείου είναι η κατάκτηση της βασιλείας των ουρανών, γι’ αυτό και τις περισσότερες φορές προτείνει την υποταγή του δούλου. Πρώτον, γιατί υπομένοντας την εξουσία του άρχοντα και ζώντας με τις εντολές του Χριστού θα καταστεί άξιος κληρονόμος του παραδείσου. Δεύτερον, γιατί η προσπάθεια του δούλου να ελευθερωθεί μπορεί να τον οδηγήσει σε μεγαλύτερους κινδύνους (φυσικούς και πνευματικούς)[43].

Βλέπουμε ότι ο Βασίλειος διακατέχεται πλήρως και σε βάθος από το κήρυγμα του Ιησού, συγχρόνως, αναπτύσσει περισσότερο την σκέψη προς την ίδια κατεύθυνση. Επίσης, παρατηρούμε ότι πέρα από αυτό που διατυπώνει ως σωστό και πρέπον απέναντι προς τον Θεό και στον συνάνθρωπο δίνει και την κατ’ οικονομία περίπτωση. Σε αρκετές περιπτώσεις, έχοντας ξεκάθαρη επίγνωση της κοινωνίας στην οποία ζει, δεν διατυπώνει ουτοπικές λύσεις και εντολές, αλλά πραγματικές, που μπορούν να εφαρμοστούν και από τους λιγότερο πρόθυμους.

Β. Η στάση του απέναντι στη σχέση χριστιανικής πίστης και πολιτείας

Σε αυτό το μέρος θα εξετάσουμε μερικά παραδείγματα, που αφορούν στη στάση του Μ. Βασιλείου απέναντι στην πολιτική εξουσία, τα οποία σχετίζονται με θέματα χριστιανικού δόγματος.

Ας δούμε μια περίπτωση κατά την οποία ο Βασίλειος ζητά να σταματήσει μια πρακτική της πολιτείας, επειδή αποβαίνει ζημιογόνα για τις ψυχές των χριστιανών. Ο Βασίλειος το 372 στέλνει μια επιστολή στον προϊστάμενο την φορολογικής υπηρεσίας της Καππαδοκίας με αίτημα να σταματήσει η επιβολή του όρκου στους αγρότες. Φαίνεται, ότι οι φοροεισπράκτορες είχαν συνήθεια να βάζουν τους αγρότες να ορκίζονται ότι δεν έκρυψαν κάποιο προϊόν με σκοπό να αποφύγουν επιπλέον φορολογία. Ο ιεράρχης τονίζει ότι πολλάκις έχει διαμαρτυρηθεί για αυτή την πρακτική και ότι πρέπει να σταματήσουν να επιβάλλουν με αυτόν τον τρόπο τον θάνατο στις ψυχές των ανθρώπων. Σημειώνει ότι πρέπει να σκεφτούν έναν άλλο τρόπο, έτσι, ώστε, να αφήνουν τους ανθρώπους να διατηρούν άτρωτη την ψυχή τους[44]. Αλλά και με τον όρκο δεν θα έχουν το αποτέλεσμα που επιθυμούν από τους αγρότες (δηλ. ότι θα πουν την αλήθεια), γιατί, όπως λέει, άπαξ και προσλάβουν στην ψυχή τους ένα τέτοιο κακό πλέον το σκέφτονται σαν ευκαιρία απάτης. Τέλος, κλείνει λέγοντας ότι πρέπει να σταματήσουν να παραβιάζουν τον νόμο του Θεού χωρίς λόγο[45].

Μέσα από αυτή την επιστολή ξεπροβάλλει η αντίθεση κοσμικής και χριστιανικής πολιτείας. Αφ’ ενός έχουμε την πλευρά των φοροεισπρακτόρων (συνεπώς της πολιτείας) που προσπαθεί με κάθε δυνατό τρόπο να συλλέξει τους φόρους επιστρατεύοντας σε αυτή την περίπτωση την πρακτική που όρκου και αφ’ ετέρου τον θείο νόμο που απαγορεύει την επιορκία. Ο Βασίλειος σε αυτήν την περίπτωση είναι αντίθετος και, όπως φαίνεται, συνεχώς καταβάλλει προσπάθειες για να σταματήσει αυτόν τον νόμο της πολιτείας.

Ένα άλλο παράδειγμα, που ίσως είναι το πιο γνωστό περιστατικό αντιπαράθεσης του Μ. Βασιλείου με την κοσμική εξουσία, είναι η συνάντησή του με τον ύπαρχο Μόδεστο[46]. Το περιστατικό μας το διασώζει ο αγ. Γρηγόριος ο Νανζιαζηνός (329-390) στον επικήδειό του λόγο για τον Μέγα Βασίλειο. Λίγο πολύ το γεγονός είναι γνωστό, ωστόσο, αξίζει να σταθούμε σε κάποια χωρία χαρακτηριστικά για το θέμα μας.

Στο διάλογο ο ύπαρχος ρωτά τον Βασίλειο πώς τολμάει να μην πιστεύει ό,τι και ο αυτοκράτορας, επίσης, εάν οι διαταγές του φαίνονται σαν τίποτα ή εάν θεωρεί σημαντικό το να τους έχει με το μέρος του. Ο Βασίλειος θα απαντήσει ότι αναγνωρίζει την εξουσία τους και τη σέβεται, όπως και να τους έχει φίλους το θεωρεί σημαντικό, δεν τους θεωρεί όμως σπουδαιότερους από την πίστη στο Θεό[47]. Στην συνέχεια του διαλόγου στις απειλές του Μόδεστου σχετικά με την δήμευση της περιουσίας, τα βασανηστήρια, τον θάνατο κ.α. ο Βασίλειος μένει αμετακίνητος στην πίστη του. Αφ’ ενός γιατί έτσι και αλλιώς, όπως λέει, αυτά για τους χριστιανούς έχουν μικρότερη αξία και αφ’ ετέρου γιατί δεν μπορεί να συμβιβαστεί με το ασεβές δόγμα του αυτοκράτορα[48].

Όπως και με την προηγούμενη περίπτωση, έτσι και εδώ, ο Βασίλειος όχι απλώς δεν δέχεται να συμβιβαστεί με τις προσταγές τις κοσμικής εξουσίας – μάλιστα σε θέμα που αφορά εξ άπαντος την πίστη των χριστιανών – αλλά προτίθεται να δώσει και την ζωή του για την πίστη του. Έτσι προκύπτει μια φαινομενική αντίφαση, από την μία λέει και δείχνει να περιφρονεί την εξουσία και τις εντολές τής (όσον αφορά θέματα πίστεως) και από την άλλη υποστηρίζει ότι την αναγνωρίζει και την σέβεται. Πάντως, και στις δύο περιπτώσεις, πέρα από την θεωρητική διατύπωση έχουμε και την πρακτική· για την πρώτη περίπτωση το είδαμε ήδη.

Ας δούμε και ένα παράδειγμα αρχικά για την περίπτωση την αναγνώρισης της κοσμικής εξουσίας. Το 372 στάλθηκε εντολή στο Βασίλειο προκειμένου να μεταβεί στην περιοχή της Μικράς Αρμενίας και, μαζί τον Θεόδοτο, να εκλέξουν επίσκοπο για την περιοχή. Σε αυτήν τη προσταγή της κοσμικής εξουσίας (η οποία έρχεται από ένα αιρετικό αυτοκράτορα) ο Βασίλειος φαίνεται ότι πειθαρχεί με προθυμία και πηγαίνει να πράξει αυτό που του ανέθεσαν, ακόμα και αν τελικά δεν κατάφερε να πετύχει τον σκοπό του, όπως αναφέρει[49]. Η υπακοή στην κοσμική εντολή, αρχικά φαίνεται ως αναγνώριση της εξουσίας ακόμα και σε θέματα που μπορεί να μην την αφοράν πλήρως. Ωστόσο, ο Βασίλειος δέχεται την εντολή από τους άρχοντες για διάφορους λόγους. Αρχικά, γιατί η περιοχή που του ανατέθηκαν ανήκε στη πνευματική του δικαιοδοσία ως επισκόπου Καισαρείας και επομένως δεν μπορούσε να αδιαφορήσει. Επίσης, ήλπιζε ότι με την αποδοχή της εντολής του Ουάλη ίσως να μείωνε την εχθρότητα του εναντίον των ορθοδόξων, ενώ παράλληλα απέφευγε την σύγκρουση με την αυτοκρατορική εντολή. Βασικό κριτήριο της συμπεριφοράς του είναι το γενικό συμφέρον της Εκκλησίας[50].

Για τον σεβασμό απέναντι στους άρχοντες, πέρα από το γενικότερο πνεύμα σεβασμού που προβάλει μέσα από τις επιστολές του, είναι χαρακτηριστικό και το εξής περιστατικό. Μετά την συνάντηση του Βασιλείου με τον ύπαρχο Μόδεστο φαίνεται ότι ανέπτυξαν φιλία, ωστόσο, ο Βασίλειος δίσταζε (από σεβασμό για την θέση που κατείχε ο Μόδεστος) να του γράφει επιστολές απευθείας και αρχικά είχε ζητήσει να μεσολαβήσει κάποιος φίλος του[51]. Κατόπιν ο Μόδεστος τον πληροφορεί ότι μπορεί να του γράφει χωρίς δισταγμό, πράγμα που κάνει[52].

Βλέποντας αυτά τα παραδείγματα μπορούμε να καταλήξουμε σε κάποια συμπεράσματα. Πρώτον, ότι σε θέματα πίστεως οι κοσμικοί άρχοντες οφείλουν να έχουν μικρή εμπλοκή καθώς έχουν τοποθετηθεί σε άλλο διακόνημα από τον Θεό και δεν πρέπει να κάνουν κατάχρηση της εξουσίας τους παρεμβαίνοντας σε θέματα άσχετα με την ιδιότητά τους. Επίσης, φαίνεται ότι αναγνωρίζει την εξουσία και τις αποδίδει πραγματικό σεβασμό, ακόμα και στην περίπτωση που αυτή είναι αιρετική, και δεν συγκρούεται με αυτή εάν δεν συντρέχει σοβαρός λόγος. Δεύτερον, βλέποντας το παράδειγμα με τον ύπαρχο, παρατηρούμε ότι σε θέματα δόγματος μια είναι η αλήθεια και δεν μπορεί να αλλάξει από καμία εξουσία (σε αυτή την περίπτωση κοσμική). Ακόμα, στο πρώτο παράδειγμα σχετικά με τον όρκο των χριστιανών ο ιεράρχης αν και δεν δέχεται ως σωστό τον νόμο και καταβάλει προσπάθεια για να αλλάξει, παρ’ όλα αυτά, υπάρχει κατανόηση της κατάστασης – στα πλαίσια της διαλεκτικής των θείων και κοσμικών νόμων – και δεν έχει την απόλυτη στάση που έχει στην περίπτωση με τον Μόδεστο. Τέλος, φαίνεται ακόμα και να δέχεται την κοσμική εξουσία να του ορίζει τυχόν ποιμαντικά καθήκοντα χωρίς να αντιδρά, μέχρι το σημείο, όμως, που δεν αποβαίνει (η εκάστοτε εντολή) επιζήμια για την Εκκλησία.

Γ. Στάση σε γενικά θέματα της πολιτείας

Στο τελευταίο μέρος θα εξετάσουμε σύντομα τη στάση του Βασιλείου απέναντι σε γενικά θέματα που αφορούν κυρίως την κοινωνία αλλά και την πολιτεία, δίνοντας και εξηγώντας μερικά παραδείγματα. Την στάση του Βασιλείου απέναντι στην πολιτεία για διάφορα θέματα που απασχολούν την κοινωνία (που μπορεί να μην σχετίζονται άμεσα με την ιδιότητά του) θα την χαρακτηρίζαμε ως κοινωνική δραστηριότητα. Ο ιεράρχης δεν κάνει κάτι διαφορετικό από αυτό που η χριστιανική Εκκλησία διδάσκει, στο πλαίσιο της αγάπης προς τον συνάνθρωπο και της αμοιβαίας εκτίμησης προς το κάθε πρόσωπο,[53] κινείται προς την υποταγή των ατομικών συμφερόντων έναντι της κοινωνίας και την απώθηση του άκρατου ατομισμού με την εναπόθεση της ελπίδας στο Θεό. Μάλιστα, στον Μ. Βασίλειο αυτή η διδασκαλία – η εγκατάλειψη της ατομοκεντρικής αρχής προς μια περισσότερο κοινωνική – εμφανίζεται πιο έντονη από άλλους πατέρες της Εκκλησίας[54].

Αυτή η κοινωνική δράση του έχει τις ρίζες της σε συγκεκριμένες πεποιθήσεις,[55] σχετικά με την αποστολή και την σκοπό που πρέπει να έχει ένας κληρικός, ιδιαίτερα ένας επίσκοπος. Στην κηδεία του επισκόπου Νεοκαισαρείας Μουσώνιου εκθέτει μερικές από αυτές τις αρχές. Ο επίσκοπος πρέπει να είναι καλός θεολόγος, πατέρας για του νέους και συνοδοιπόρος για τους συνομηλίκους του, ηγέτης ανάμεσα στους ηγέτες, προστάτης του λαού και βοηθός για αυτούς που το έχουν ανάγκη[56]. Επομένως, ο εκκλησιαστικός άνδρας, σχεδόν ως φυσικό επακόλουθο, καλείται να αναλάβει και άλλα καθήκοντα πέρα από τα αμιγώς εκκλησιαστικά. Έτσι, συχνά μπορεί να είναι διαμεσολαβητής ή υπερασπιστής της πόλης του ή της περιοχής του αναλαμβάνοντας μια ιδιότητα που κάποιος άλλος εξέχων πολίτης δεν θέλησε ή δεν μπόρεσε να αναλάβει[57].

Ένα από τα γεγονότα που εξώθησαν τον Βασίλειο να αναλάβει ευρεία κοινωνική δράση ήταν ο λιμός του 368/9 στην Καισάρεια. Φαίνεται ότι τον προηγούμενο χρόνο οι ακραίες καιρικές συνθήκες (έντονο ψύχος και τους επόμενους μήνες ξηρασία) οδήγησαν σε καταστροφή της αγροτικής παραγωγής στην περιοχή. Πράγμα που οδήγησε σε δυσκολία ανεύρεσης αγαθών και στην αύξηση των τιμών. Πάντως, φαίνεται ότι πρόκειται για μια κρίση η οποία εκτείνεται και κατά τα επόμενα, περίπου μέχρι το 372[58]. Στην δράση του Βασιλείου, κατά την διάρκεια του λιμού, αναφέρεται και ο αγ. Γρηγόριος στον επικήδειο του λόγου για τον Βασίλειο. Ο Ναζιανζηνός σημειώνει από τη μια την απληστία αυτών που θέλησαν να εκμεταλλευτούν την κατάσταση και να πλουτίσουν περισσότερο, κρατώντας τα τρόφιμα και διαθέτοντάς τα σε υψηλή τιμή, και από την άλλη την προσπάθεια του Βασιλείου για ανακούφιση όλων των φτωχών-πεινασμένων· διοργανώνοντας συσσίτια, παρακαλώντας τους πλουσίους να ανοίξουν τις αποθήκες και διάφορες άλλες ενέργειες[59]. Επίσης, και από τα γραπτά του Βασιλείου (διάφορες επιστολές ή ομιλίες του) εξάγουμε πληροφορίες για την δράση του, που αναφέρονται σ’ αυτήν του την προσπάθεια[60].

Μία από τις ομιλίες που εκφωνήθηκε πιθανώς το 368, η οποία σκοπό είχε από τη μια να παραμυθήσει το ποίμνιό του και από τη άλλη να ευαισθητοποιήσει τους πλούσιους, είναι η ομιλία ρηθεῖσα ἐν λιμῷ καὶ αὐχμῷ[61]. Σ’ αυτήν αναφέρεται στις ιδιαίτερες καιρικές συνθήκες (ψύχος, ανομβρία, ξηρασία κ.α.) που προκάλεσαν τον λιμό και σημειώνει ότι εξαιτίας της αμαρτίας και της αμέλειας μετανοίας ο Θεός παραχωρεί αυτά χάριν παιδαγωγίας, κατά την οποία πρέπει να φανούν δυνατοί και να μην επιτιμήσουν τον Θεό[62]. Καλεί τους πάντες να δώσουν ο καθένας ό,τι έχει στον φτωχότερο από αυτόν, προτιμώντας όχι το ατομικό αλλά το κοινωνικό καλό[63]. Μέμφεται αυτούς που αποθησαυρίζουν μόνο για τον εαυτό τους είτε πλούτο είτε αγαθά, τους οποίους θεωρεί σκληρότερους από τα άλογα ζώα[64]. Αλλά, ακόμα και για αυτούς που τους κεντρίζει η πλεονεξία και δυσκολεύονται  να δώσουν, τους προτρέπει να δώσουν μόνο ένα μέρος[65]. Μέσα από την ομιλία προβάλει η αρχή του ιεράρχη σχετικά με την κοινοκτημοσύνη, κατά παρόμοιο τρόπο με τις πρώτες χριστιανικές κοινότητες. Ακριβώς επειδή όλα δημιουργήθηκαν και όλα προέρχονται από τον Θεό η αποκλειστική κυριότητα δεν μπορεί να ανήκει σε κανέναν άνθρωπο. Οι άνθρωποι μπορούν να έχουν μόνο ως δώρα το κάθε τι από το Θεό και παράλληλα την διαχείρισή τους. Έτσι, κάθε προσπάθεια ιδιοποίησης αγαθών βρίσκεται αντίθετη με το χριστιανικό πνεύμα ενώ παράλληλα αποτελεί σφετερισμό ξένης περιουσίας (του Θεού)[66]. Όπως φαίνεται ο ιεράρχης, μέσα από την ομιλία του – αλλά και γενικά τις ομιλίες του – επιχειρεί να διδάξει στους πιστούς το πνεύμα της ανιδιοκτησίας και του κοινωνισμού των αγαθών[67]. Άλλες δυο ομιλίες του Βασιλείου έχουν ένα παρόμοιο περιεχόμενο, που προβάλει ιδιαίτερα και η κοινωνική οργάνωση, η ομιλία Καθελῶ μου τᾶς άποθήκας[68] και η ομιλία Πρὸς τούς Πλουτούντας[69].

Εκκινώντας κάτω από αυτές τις συνθήκες την κοινωνική δράση σταδιακά θα διαθέσει όλη την περιουσία του στο να βοηθήσει φτωχούς, άρρωστους, ορφανά, ταξιδιώτες κ.α. Έτσι, θα αρχίσει σταδιακά να οικοδομεί μια σειρά από κτίρια όπως πτωχοκομείο, νοσοκομείο, ορφανοτροφείο κ.α., προκειμένου να βοηθήσει τους συνανθρώπους του ιδιαίτερα αυτούς που βρίσκονται σε δύσκολη θέση, τα οποία αργότερα ως συγκρότημα θα ονομασθούν «Βασιλειάδα»[70]. Βέβαια, κάποιοι θα αντιδράσουν στις ενέργειές του αυτές, κατηγορώντας τον για παράνομη ανέγερση κτιρίων. Αν και, όπως φαίνεται, ο Βασίλειος πέρα από την υποστήριξη του λαού είχε και το ελεύθερο από τον αυτοκράτορα Ουάλη[71].

Εκτός από την κοινωνική μέριμνα που ανέπτυξε στην περιοχή του, παράλληλα δεν θα διστάσει να μεσιτεύσει και για μια σειρά από άλλα κοινωνικά και καθημερινά θέματα. Συνομιλώντας με ένα ευρύ δίκτυο αρχόντων, οι οποίοι μπορεί να είναι από τοπικοί άρχοντες μέχρι ανώτατους αξιωματούχους της αυτοκρατορίας,[72] θα προσπαθήσει να διαμεσολαβήσει για διάφορες υποθέσεις.

Έτσι, όταν κάποιοι κρατικοί υπάλληλοι κατάσχεσαν με την βία το σιτάρι του «αδελφού Δωρόθεου» το οποίο ήταν μόλις ακριβώς για την συντήρησή του, ο Βασίλειος γράφει στο έπαρχο Καππαδοκίας ζητώντας να αποκατασταθεί η αδικία με την επιστροφή του σίτου[73]. Σε άλλη του επιστολή ζητά από τον Μόδεστο να γίνει ελαφρότερη η φορολογία αυτών που δουλεύουν στα ορυχεία του Ταύρου, αφ’ ενός γιατί οι ίδιοι δυσκολεύονται πολύ και αφ’ ετέρου γιατί συμφέρει στο κράτος να έχει μακροχρόνιους φορολογούμενους παρά να τους επιβάλει υπερβολική φορολογία οδηγώντας τους στην καταστροφή[74].

Αλλά ενίοτε και σε θέματα διοικητικά αντιδρούσε, τα οποία θεωρούσε ότι και κάποιο καλύτερο σκοπό δεν εξυπηρετούσαν αλλά και σε βάρος της Εκκλησίας ήτανε. Το 371 ο αυτοκράτορας Ουάλης διαίρεσε την επαρχία της Καππαδοκίας σε δυο πλέον επαρχίες μειώνοντας έτσι την πολιτική και εκκλησιαστική δύναμη των εκάστοτε αρχόντων, ιδιαίτερα του Μ. Βασιλείου. Ο Βασίλειος στέλνει επιστολή το ίδιο έτος διαμαρτυρόμενος για αυτή την διαίρεση, η οποία προκάλεσε πολλές δυσκολίες στους κατοίκους και επιπλέον φορολογία[75]. Παράλληλα, φαίνεται ότι άλλαξε και η φορολογία για τους κληρικούς και πλέον φορολογούνταν οι πρεσβύτεροι και οι διάκονοι και εξαιρούνταν μόνο οι γεροντικής ηλικίας. Ο Βασίλειος στέλνει επιστολή προκειμένου να μην ισχύσει η νέα πρακτική και να διατηρηθεί η παλιά που άφηνε τους κληρικούς αφορολόγητους[76].

Κινώντας να ερμηνεύσουν οι ιστορικοί την τόσο επιτυχημένη κοινωνική δράση του Βασιλείου θέτουν ως θεμέλιο την προϊστορία της οικογένειας του. Ερχόμενος από μια πλούσια και αναγνωρισμένη οικογένεια της περιοχής με τις διασυνδέσεις της, βοήθησαν στο να μορφωθεί, να αναγνωριστεί και να εφαρμόσει τις αρχές μιας αριστοκρατικής οικογένειας συνδυάζοντάς την παράλληλα με την εκκλησιαστική του δράση[77]. Ωστόσο, όπως σημειώνει ο Ι. Καραγιαννόπουλος, βλέποντας την στάση και την ζωή του Βασιλείου στο σύνολό της, εν τέλει τίθεται το θέμα εάν μπορούμε να εξηγήσουμε με τέτοιους όρους την επιτυχία του, καθώς όλα αυτά τα είχε απορρίψει[78]. Η μόνη απάντηση της επιτυχημένης κοινωνικής του δράσης, την οποία δίνει, είναι ότι αυτή οφείλεται στην επιμονή του χαρακτήρα του και στην συνολική και ολοκληρωτική αποδοχή-υιοθεσία των χριστιανικών αρχών τις οποίες επεξεργάστηκε περεταίρω και κήρυσσε[79].

Δ. Επίλογος

Στο πρώτο μέρος εξετάσαμε συνοπτικά κάποιες από τις γενικές αρχές του Βασιλείου. Βασικό γνώρισμα του είναι η κατανόηση του κηρύγματος του Ιησού και των Αποστόλων και η εφαρμογή των θείων εντολών. Αυτό φαίνεται στη θέση του για την πολιτική εξουσία την οποία δέχεται ως δεδομένη από τον Θεό αλλά, όπως είδαμε, μέσα στο πλαίσιο ότι όλα πηγάζουν από τον Θεό. Ωστόσο, της αποδίδει ιδιαίτερη τιμή καθώς το λειτούργημα της είναι μεγάλο, που έχει πολλές υποχρεώσεις τις οποίες υπενθυμίζει στους άρχοντες. Και στις κοινωνικές αρχές παραμένει πιστός στις διδαχές του Ιησού και των Αποστόλων, τις οποίες αναπτύσσει προς την ίδια κατεύθυνση και προσαρμόζει στην κοινωνία του. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η τοποθέτησή του απέναντι στην δουλεία και στην εργασία, όπου και για τις δυο περιπτώσεις έρχεται σε αντιπαράθεση με την καθιερωμένη αντίληψη της εποχής του. Χωρίς ενδοιασμό διατυπώνει ότι η δουλεία είναι μια μη φυσική κατάσταση και ότι όλοι είμαστε ίσοι. Ενώ, για την εργασία δεν τις αποδίδει απλά σημαντική θέση αλλά την εντάσσει μέσα στο πλαίσιο της προσφοράς αγάπης για τον συνάνθρωπο.

Στο συνέχεια παρατέθηκαν κάποια παραδείγματα από τη δράση του όσον αφορά στη σχέση χριστιανικού δόγματος και πολιτείας. Σε θέματα πίστεως οι κοσμικοί άρχοντες οφείλουν να έχουν μικρή έως καθόλου εμπλοκή. Ο Βασίλειος αναγνωρίζει την κοσμική εξουσία και τις αποδίδει σεβασμό και δεν συγκρούεται με αυτή εάν δεν συντρέχει σοβαρός λόγος, όπως είδαμε μέσα από τα παραδείγματα. Βασικός άξονάς του είναι το γενικότερο συμφέρον της Εκκλησίας, χωρίς να παρεκκλίνει από το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα.

Στο τελευταίο μέρος είδαμε τη στάση του Βασιλείου απέναντι σε γενικά θέματα που αφορούν κυρίως την κοινωνία. Πριν ακόμα γίνει επίσκοπος της περιοχής ο Βασίλειος θα αναπτύξει κοινωνική δραστηριότητα με σκοπό την ανακούφιση των συνανθρώπων του. Έτσι, αρχίζει να οικοδομεί διάφορα κτίρια (νοσοκομεία, πτωχοκομεία κ.α.), την μετέπειτα λεγόμενη Βασιλειάδα, η οποία αποτελεί μοναδική πρωτοπορία της εποχής του και κατόπιν θα επηρεάζει το Βυζάντιο αλλά και τις περιοχές έξω από αυτό. Εκτός από αυτού του είδους κοινωνικής δράσης θα επέμβει και σε άλλα ζητήματα όπως φορολογίας αλλά και διοικητικά (τα οποία επηρεάζουν την περιοχή του). Πάντα με σκοπό την βοήθεια των συνανθρώπων του και με απώτερη βλέψη την απόκτηση της Βασιλείας των ουρανών τόσο για τον ίδιο όσο και για τους πιστούς.

[1] Γαλιγαλίδου, Κ., Δικαιοσύνη θεία και ανθρώπινη κατά τον Μέγα Βασίλειο, Διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη 2008, σ. 84.

[2] Γαλιγαρίδου, Δικαιοσύνη Θεία και Ανθρώπινη, ό.π., σ. 86.

[3] PG 31, 1401c-1404A.

[4] PG 31, 1404B-C.

[5] PG 31, 1405B «Κρίνας γὰρ ἅπαξ ὑπακούειν Θεῷ ούκ έσκόπει τί έπ’ αύτῲ οίκονομεῖ ὁ Θεός, αλλ’ ὅπως αὐτός άκριβεστάτην καὶ ἀνεπίληπτον τὴν ὑπακοήν είσενέγκηται».

[6] PG 32, 452B (επιστολή 76).

[7] PG 32, 520A (επιστ. 109).

[8] PG 32, 492A (επιστ. 96).

[9] Κορινθίους Α΄, 3:7.

[10] PG 29, 344C-345A (Ομιλία στον 32ο ψαλμό)· Πρβλ. Ρωμαίους 13:1. Επίσης βλ. Μπουγάτσου Ν. Θ., Κοινωνική Διδασκαλία των Πατέρων, Ανθολόγιο πατερικών κειμένων, τόμος Α΄, Αθήνα 19882, σ. 198.

[11] PG 31 885A (Λόγος ασκητικός).

[12] PG 32 461C-464A (επιστ. 84).

[13] Γαλιγαρίδου, Δικαιοσύνη Θεία και Ανθρώπινη, ό.π., σ. 85.

[14] Γαλιγαρίδου, Δικαιοσύνη Θεία και Ανθρώπινη, ό.π., σ. 85-86.

[15] PG 32, 492B (επιστ. 96)· PG 32, 840A-B (επιστ. 225).

[16] PG 32, 1041D-1044A (επιστ. 299).

[17] Μποζίνη, Κ., «Ἡ δικαιοσύνη κατά τον “χρυσοῦν αἰώνα” τῆς Ἐκκλησίας. Πτυχές μίας ἀρχαιοελληνικής ἀρετῆς στόν Ἰω. Χρυσόστομο καί στούς Καππαδόκες», στο: Ζουμπουλάκης, Σ., (επίμ.), Δικαιοσύνη και Δίκαιο, 5 Συναντήσεις, Αθήνα 2018 (181-217), σ. 199.

[18] PG 31, 401D (Ομιλία εις την αρχήν των Παροιμιών).

[19] PG 31, 401D-PG 32, 404A «ἔστι δὲ δικαιοσύνη, ἡ μὲν τὶς ἐν ἡμῖν στρεφομένη, ἡ τοῦ ἴσου διανομή».

[20] PG 31 404C.

[21] Γαλιγαλίδου, Δικαιοσύνη θεία και ανθρώπινη, ό.π., σσ. 76, 83.

[22] Γαλιγαρίδου, Δικαιοσύνη Θεία και Ανθρώπινη, ο.π., σ. 80.

[23] Μπρατσίωτου, Π., Η εργασία κατά τους Τρεις Ιεράρχας, Αθήνα 1958, σσ. 8-9.

[24] Μπρατσίωτου, Η εργασία, ό.π., σσ. 12-13.

[25] Μπρατσίωτου, Η εργασία, ό.π., σ. 14.

[26] PG 29, 189B (Εις την Εξαήμερο, Ομιλία Θ΄).

[27] Μπρατσίωτου, Η εργασία, ό.π., σ. 13.

[28] PG 32, 225D-228A (επιστ. 2) «Εἶτα ἡλίου καθαρῶς λάμψαντος ἐπ' ἔργα τρεπόμενον, πανταχοῦ αὐτῷ τῆς εὐχῆς συμπαρούσης, καὶ τῶν ὕμνων ὥσπερ ἅλατι παραρτύειν τὰς ἐργασίας;».

[29] Μπρατσίωτου, Η εργασία, ό.π., σσ. 16-17.

[30] Την ίδια στάση έχει και απέναντι στην ιατρική. Ο Βασίλειος θεωρεί την ιατρική  δωρεά του Θεού για την ανακούφιση των συνανθρώπων και όντας και ο ίδιος γιατρός την έχει σε μεγάλη εκτίμηση. Ωστόσο, σημειώνει ότι δεν πρέπει να εναποθέτουμε όλη μας την ελπίδα σ’ αυτή αλλά ούτε και να την απορρίπτουμε τελείως. Συμβουλεύει να εμπιστευόμαστε αυτόν που γνωρίζει την ιατρική και να προσευχόμαστε στον Θεό να μας σώσει. Βλ. Μπουγάτσου , Κοινωνική Διδασκαλία, ό.π., σσ. 236-237.

[31] PG 31, 1025C-1028A.

[32] PG 31, 1009C (Λζ΄ ερώτ.).

[33] PG 31, 1009C (Λζ΄ ερώτ.) «Οὐ γὰρ πρόφασιν ἀργίας, οὐδὲ ἀπο φυγὴν πόνου τὸν τῆς εὐσεβείας σκοπὸν ἡγεῖσθαι χρὴ, ἀλλὰ ὑπόθεσιν ἀθλήσεως, καὶ πόνων περισσοτέρων, καὶ ὑπομονῆς τῆς ἐν θλίψεσιν».

[34] Μια παρόμοια στάση διατυπώνει και στην ομιλία του σχετικά με αυτούς που διαθέτουν πλούτο. Ο πλούτος δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για τον περίτεχνο ιματισμό, καθώς και ένα απλό ρούχο είναι αρκετό, ούτε για την υπερκάλυψη της τροφής κάποιου, καθώς και το ψωμί είναι αρκετό για να χορτάσει η κοιλία. Αλλά πρέπει να τον χρησιμοποιεί για την βοήθεια των συνανθρώπων του, καθώς αυτός που τον αποθηκεύει δεν έχει, ενώ αυτός που τον μοιράζεται δεν θα τον χάσει. Με απλά λόγια προκρίνει τον κοινωνισμού του πλούτο έναντι της ιδιοποίησής του βλ. Tsitsanoudis-Mallidis, Ν., Stergioulis, Ch., «Rhetorical Texts of the 4th Century A.D. about Wealth and Its Loss», American Journal of Educational Research, 2:10, 2014 (955-962) σ. 957-958.

[35] PG 31, 1025A-B (Μβ΄ ερώτ.). Επίσης βλ. Μπουγάτσου, Κοινωνική Διδασκαλία, ό.π., σ. 234.

[36] Βλ. Μπρατσίωτου, Η εργασία, ό.π., σ. 18.

[37] Μπουγάτσου, Κοινωνική Διδασκαλία, ό.π., σ. 223.

[38] Karayannopoulos, I., «Basil’s social activity. Principles and Praxis», στο: Fedwick, P. J., & Basil, S. (επιμ.), Basil of Caesarea, Christian, humanist, ascetic: A sixteen-hundredth anniversary symposium. Τορόντο1981, (375-391), σ. 385.

[39] PG 32, 160D-161A (Κ΄ κεφάλαιο).

[40] PG 32, 161B (Κ΄ κεφάλαιο). «Ὤστε κἄν ὁ μὲν δεσπότης, ὀ δὲ οίκέτης λέγηται, ἀλλ’ οὖν πάντες καὶ κατὰ τὴν πρὸς ἀλλήλους ὁμοτιμίαν, καὶ ὡς κτήματα τοῦ πεποιηκότος ἡμᾶς, ὁμόδουλοι».

[41] PG 31, 948A (ερώτ. 11).

[42] PG 31, 948B-C (ερώτ. 11). Φαίνεται ότι πολλοί δούλοι κατέφευγαν στα μοναστήρια ζητώντας να τους δεχθούν, έχοντας αποδράσει από τους αφέντες τους, πράγμα που δημιουργούσε προβλήματα μεταξύ αρχόντων και μοναστηριών.

[43] Karayannopoulos, Basil’s social activity, σσ. 385-386.

[44] PG 32, 465A (επιστ. 85).

[45] PG 32, 465A-B (επιστ. 85).

[46] Για τις σχετικές πηγές, εκτός από την αναφορά του Γρηγορίου, βλ. Karayannopoulos, Basil’s social activity, ό.π., σ. 384.

[47] PG 36, 557C-560B (Λόγος επιτάφιος στον Μέγα Βασίλειο).

[48] PG 36, 560D-561A (Λόγος επιτάφιος στον Μέγα Βασίλειο).

[49] PG 32, 497B-D (επιστ. 99).

[50] Βάλρας, Μ., «Ο Μέγας Βασίλειος και η Κοσμική εξουσία», Λόγος που εκφωνήθηκε στις 30 Ιανουαρίου 1985 στην αίθουσα τελετών της σχολής (ανωτάτη βιομηχανική Σχολή Θεσσαλονίκης), Θεσσαλονίκη 1985, σ. 11.

[51]  PG 32, 520B (επιστ. 110) «Κατεῖχεν ἡ πρὸς τὸ ὑπερέχον αἰδώς, εὐλαβούμενον μήποτε νομισθῶ ἀμέτρως ἐμφορεῖσθαι τῆς παρρησίας».

[52] PG 32, 520B (επιστ. 110) «Νῦν δὲ ὁμοῦ μὲν καὶ τὸ λαβεῖν τὴν ἐξουσίαν τοῦ ἐπιστέλλειν παρὰ τῆς ἀπαραβλήτου σου μεγαλοφυΐας».

[53] Βλ. PG 31 885C (Λόγος ασκητικός).

[54] Στεφανίδου Δ., «Ο κοινωνισμός των Πατέρων της Εκκλησίας», Το κοινωνικό πρόβλημα και ο Χριστιανισμός. Εισηγήσεις και Πορίσματα του Χριστιανικού Κοινωνικού Κύκλου, Σειρά Πρώτη, Αθήνα 1951, (155-179), σσ. 155, 157.

[55] Πηγή αυτών των πεποιθήσεων – που προκύπτουν από την χριστιανική διδασκαλία – είναι η ανθρώπινη αλληλεγγύη, η αυταπάρνηση και η αγάπη προς τον πλησίον που, κατά τον αγ. Βασίλειο, βρίσκουν καλύτερη πραγμάτωση στην κοινοκτημοσύνη των αγαθών (πνευματικών και υλικών). Βλ. Στεφανίδης, Ο κοινωνισμός των Πατέρων της Εκκλησίας, ό.π., σ. 170.

[56] Karayannopoulos, Basil’s social activity, ό.π., σ. 376.

[57] Karayannopoulos, Basil’s social activity, ό.π., σσ. 376-377.

[58] Holman, S., The Hungry are Dying: Beggars and Bishops in Roman Cappadocia. Oxford 2001, σσ. 68-69.

[59] PG 36, 541C-544B (Επιτάφιος στον Μέγα Βασίλειο). Επίσης βλ. Holman, The Hungry are Dying, ό.π., σσ.65-66· Kōnstantelos, Basil the Great's, ό.π., σ. 85.

[60] Βλ. Holman, The Hungry are Dying, ό.π., σ. 73.

[61] Holman, The Hungry are Dying, ό.π., σσ. 76-77.

[62] PG 31, 317B-C (Ομιλία Εν λιμώ και Αυχμώ) «Ἐπὶ σαυτοῦ καὶ τῶν σῶν λογισμῶν γενοῦ, ἄνθρωπε· μὴ ποίει τὰ τῶν ἀνοήτων παίδων, οἳ, παρὰ διδασκάλου ἐπιτιμηθέντες, τὰς δέλτους ἐκείνου καταῤῥηγνύουσι· πατρὸς δὲ, δι' ὠφέλειαν τὴν τροφὴν ὑπερθεμένου, τὴν ἐσθῆτα κατασπαράττουσιν, ἢ τὸ τῆς μητρὸς πρόσωπον τοῖς ὄνυξι καταξαίνουσι».

[63] PG 31, 320C.

[64] PG 31, 325A. «Μὴ φανῶμεν οἱ λογικοὶ τῶν ἀλόγων ὠμότεροι. Ἐκεῖνα γὰρ τοῖς ἐκ τῆς γῆς φυομένοις παρὰ τῆς φύσεως ὡς κοινῇ κέχρηνται». Επίσης βλ. Μπουγάτσου, Κοινωνική Διδασκαλία, ό.π., σσ. 215-216.

[65] PG 31, 325C-D. «Εἰ μὴ θελήσῃς τὰ πάντα δοῦναι τῇ κρείττονι, μέρισον γοῦν ἐξ ἴσης τῇ τε ἀκολάστῳ παιδὶ καὶ τῇ σώφρονι».».

[66] Νικολαϊδου, Σ., «Εισήγησις: Ο Κοινωνισμός των Πατέρων», Το κοινωνικό πρόβλημα και ο Χριστιανισμός. Εισηγήσεις και Πορίσματα του Χριστιανικού Κοινωνικού Κύκλου, Σειρά Πρώτη, Αθήνα 1951, (121-154), σσ. 124-125.

[67] Η κοινοκτημοσύνη αναφέρετε τόσο σε υλικά όσο και σε πνευματικά αγαθά. Βλ. Μπουγάτσου, Κοινωνική Διδασκαλία, ό.π, σ. 224.

[68] Βλ. Holman, The Hungry are Dying, ό.π., σσ. 102-104. PG 31, 261.

[69] Βλ. Holman, The Hungry are Dying, ό.π., σσ. 104-106· Tsitsanoudis-Stergioulis, Rhetorical Texts, ό.π., σσ. 957-959. PG 31, 277.

[70] Kōnstantelos, Basil the Great's, ό.π., σ. 86· Νικολαϊδου, Ο Κοινωνισμός των Πατέρων, ό.π., σσ. 138-139.

[71] PG 32, 488A-B (επιστ. 94). Ο Βασίλειος με αυτή την επιστολή απαντάει στο διοικητή της Καππαδοκίας Ηλία, σχετικά με τις κατηγορίες εναντίον του για την υποτιθέμενη παράνομη ανέγερση οικοδομημάτων (ξενώνες, νοσοκομεία κ.α.). Επίσης, από αυτήν προκύπτει ότι είχε το ελεύθερο από τον αυτοκράτορα να πράξει κάτι τέτοιο.

[72] Karayannopoulos, Basil’s social activity, ό.π., σ. 378.

[73] PG 32, 465Α-Β (επιστ. 86).

[74] PG 32, 520B-C (επιστ. 110).

[75] PG 32, 444Β-449Α (επιστ. 74).

[76] PG 32, 509B-511B (επιστ. 104)

[77] Karayannopoulos, Basil’s social activity, ό.π., σσ. 379-380.

[78] Karayannopoulos, Basil’s social activity, ό.π., σ. 383.

[79] Karayannopoulos, Basil’s social activity, ό.π., σ. 384.


Joomla SEF URLs by Artio

Τελευταίες αναρτήσεις