ὑπό ἱεροδιακόνου π. Μακαρίου Παλαιολόγου

Φοιτητοῦ Ἀνωτάτης Ἐκκλησιαστικῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν

Μακαριώτατε πάτερ καί Δέσποτα,

Σεβασμιώτατοι καί Θεοφιλέστατοι Ἅγιοι Ἀρχιερεῖς,

Τίμιον Πρεσβυτέριον,

Ὁ λαός τοῦ Θεοῦ πάντοτε στό μέτρο τοῦ  δυνατοῦ, συμμετέχει ἐνεργά καί συνειδητά στά τελούμενα τῆς Θείας Λατρείας, πράγμα τό ὁποίο φανερώνει ὅτι οὐδέποτε ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας ὑποτίμησε τόν ἐνεργό ρόλο τόν ὁποῖο ἔχει ὁ λαός τοῦ Θεοῦ κατά τήν τέλεση της. Αὐτό σημαίνει ἐξ’ ἄλλου και ἡ λέξη λειτουργία<λείτος= λαός, +ἔργο(= ἔργο τοῦ λαοῦ). Στην παρούσα εἰσήγηση το θέμα πού θά μάς άπασχολήσει εἶναι ἄν ὁ βαθμός καί ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ὁ λαός τοῦ Θεοῦ συμμετέχει σήμερα στά τῆς Θείας Λατρείας εἶναι ἐκεῑνος πού τόν οἰκοδομεῖ πραγματικά σέ σῶμα Χριστοῦ καί τοῦ ἐξασφαλίζει ἀληθινά τήν διαμέσου τῶν ἱερῶν μυστηρίων καί τῶν ἄλλων ἁγιαστικῶν τελετῶν παρεχόμενη θεία χάρη[1] . Οἱ ἐνδίξεις πού ἔχουμε γιά τήν μή ἐνεργητική συμμετοχή τοῦ λαοῦ στη Θεία Λατρεία, εἶναι γεγονός ὑπαρκτό. Βασικές λειτουργικές ἀκολουθίες ἀν καί τελοῦνται ἀνελλιπῶς στίς ἐκκλησίες μας δεν τυγχάνουν συμμετοχῆς καί τοῦ λαοῦ εἴτε λόγῳ τῆς διάρκειάς τους εἴτε  λόγῳ τοῦ χρόνου κατά τόν ὁποῖον τελοῦνται, και ἔτσι ὁ λαός δέν ἔχει τη δυνατότητα νά συμμετάσχει σ’ αὐτές. Ἐπίσης εἶναι ἀλήθεια ὅτι οἱ λειτουργικές ἀκολουθίες διεξάγονται ἀπό μία ὁμάδα «εἰδικῶν», τήν ὁποία ἀποτελοῦν ἐκτός ἀπό τόν ἱερέα καί τόν διάκονο, ὅταν ὑπάρχει καί αὐτός, ἕνας ἤ δύο  ψάλτες καί ὁ νεωκόρος καί ὅχι ἔνα ὁλόκληρο ἐν ἐνεργείᾳ πνευματικό λατρευτικό ἐπιτελεῖο. Στό λαό δέ ἐπιφυλάσσεται ὁ ρόλος τοῦ θεατή-ἀκροατῆ, πού προσεγγίζει τίς λειτουργικές ἀκολουθίες πιό πολύ ὡς εὐκαιρία περισυλλογῆς καί καθ’ ἑαυτόν μελέτης, παρά ὡς συμμετοχή στήν κοινή προσευχή τῆς Ἐκκλησίας[2]. Ἀκόμη ἡ διάσπαση τῆς ἐνότητας τοῦ λειτουργικοῦ χώρου μέ τήν ὑπερύψωση τῶν τεμπλῶν-εἰκονοστασίων, καί τήν κατάργηση τοῦ ἄμβωνα ὡς τῆς κύριας λειτουργικῆς σκηνῆς, πού γιά αἰῶνες κατελάμβανε τό κέντρο τοῦ ναοῦ στό μέσο τῶν πιστῶν, ἡ γλωσσική ἀπόσταση πού ὅλο καί περισσότερο χωρίζει τό σύγχρονο νεοέλληνα ἀπό τή λειτουργική γλώσσα τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ἀπορρόφηση ἀπό τήν μυστικῶς τελούμενη ἀκολουθία τῆς Προσκομιδῆς τῆς ὑπό τοῦ λαοῦ τόσο ἐκφραστικῆς προσφορᾶς τῶν πρὀς εὐχαριστία προοριζομένων δώρων καί ὁ περιορισμός τῆς συμμετοχῆς τοῦ λαοῦ στή Θεία Κοινωνία ὁρισμένες μόνο φορές τόν χρόνο, εἶναι παράγοντες πού δυσχεραίνουν καί αὐτοί σέ μεγάλο βαθμό τήν ἐνεργό καί συνειδητή συμμετοχή τοῦ λαοῦ στή λατρεία. Ἔτσι δίνεται μία εἰκόνα έντελῶς ἀντίθετη πρός τόν κύριο χαρακτήρα τῆς ὀρθόδοξης χριστιανικῆς λατρείας ὡς λατρείας λογικῆς(Ρωμ. 12, 1), πού προσφέρεται ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ (Ἰωάν. 4, 24), καί ἔχει ὡς σκοπό μαζί μέ τή δόξα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καί τόν ἐν Χριστῷ ἁγιασμό τῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων[3].   Τά θέματα πού πρέπει νά μάς ἀπασχολοῦν γιά τήν ἐπανενεργοποίηση τῆς συμμετοχῆς τοῦ λαοῦ  εἶναι α) ἡ περί συνιερουργίας κλήρου καί λαοῦ διδασκαλία, β) ἡ εἰς ἐπήκοον τοῦ λαοῦ ἀνάγνωση τῶν ἱερατικῶν εὐχῶν, τό ὁποίο καί θά μας ἀπασχολίσει  περισσότερο καί γ) ἡ καλλιέργεια τῆς συμμετοχῆς τοῦ λαοῦ στήν ψαλμωδία.    

Τό ζήτημα τῆς ἀκροάσεως τῶν εὐχῶν τῆς Θ. Λειτουργίας ἀπό τους λαϊκούς ἀποτελεῖ κλειδί τῆς ἐκκλησιολογικῆς μας τοποθετήσεως. Ἡ ἀκρόαση τῶν εὐχῶν εἶναι συνέπεια τῶν μυστηρίων τοῦ Βαπτίσματος καί τοῦ Χρίσματος μέσω τῶν ὁποίων γίνεσαι σώμα Χριστοῦ- μέλος τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ μεγάλος λειτουργιολόγος τῆς ἐποχῆς μας ἀείμνηστος καθηγητῆς Ἰωάννης Φουντούλης δικαιολογεῖ τήν μυστική ἀνάγνωση τῶν εὐχῶν ὑπό τοῦ ἱερέως ὡς ἐξῆς: «Εἶναι πολύ πιθανό ὅτι στό νά λέγονται οἱ εὐχές τῆς Θείας Λειτουργίας μυστικῶς συνετέλεσαν τεχνικοί ἤ μάλλον πρακτικοί λόγοι. Ἡ Θεία Λειτουργία ἐτελείτο στό ἅγιο βῆμα μέ τόν ἱερέα ἐστραμμένο πρός ἀνατολάς, μέ τά νῶτα δηλαδή πρός τόν λαό, μέ τό τέμπλο πού ἤδη εῑχε ἀρχίσει νά ὑψώνεται, καί μέσα σέ ναούς, τίς βασιλικές, πού εἶχαν μεγάλες διαστάσεις. Ὑπό τίς συνθῆκες αὐτές ἦταν πολύ δύσκολη ἡ ἀκρόαση κειμένων πού διαβάζονταν σέ ὕφος ἀναγνώσεως… Ἀπόδειξη ὅτι τέτοιοι λόγοι προκάλεσαν τήν μυστικῶς ἀνάγνωση καί ὅχι θεωριτικοί, πού ἐκ τῶν ὑστέρων ἔρχονται νά δικαιολογήσουν τά γεγονότα, εἶναι ὅτι καί οἱ ὑπό παρόμοιες συνθῆκες ἀναγινωσκόμενες στό βῆμα εὐχές τοῦ ἑσπερινοῦ καί τοῦ ὄρθρου εἶχαν τήν ἴδια ἀπόληξη, ἐνῶ ἀντίθετα εὐχές Μυστηρίων, ὅπως τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, τοῦ χρίσματος, τοῦ γάμου, τοῦ εὐχελαίου κ.λπ., πού διαβαζόταν ἐκτός τοῦ βῆματος, ἔμειναν νά ἀναγινώσκονται εἰς ἐπήκοον. Καί σ’ αὐτή τή Θεία Λειτουργία ἡ ὀπισθάμβωνος, πού λέγεται στό μέσον τοῦ ναοῦ εἶναι ἀκουστή, οἱ εὐχές ὅμως τῶν ἀντιφώνων, πού ἔχουν παρόμοιο περιεχόμενο,  καί διαβάζονται  μέσα στό βῆμα, λέγονται μυστικῶς.

Ἄς ἀνατρέξουμε ὄμως στό τί μᾶς λέει ἡ ἄρχαία παράδοση τῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ πρώτη καί πιό σημαντική μαρτυρία περί Θ. Εὐχαριστίας καί πιό συγκεκριμένα περί τοῦ τρόπου ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν κατά τήν Θ. Λειτουργία παρέχεται ἀπό τόν Ἰουστίνο τόν φιλόσοφο καί μάρτυρα τοῦ Β’ μ. Χ. αἰώνα (+165 μ.Χ.) στήν Α΄Ἀπολογία του[4], ὁ ὁποίος λέει:  Ἡμεῖς δέ μετά τό οὕτως λοῦσαι τόν πεπεισμένον καί συγκατατεθειμένον ἐπί τούς λεγομένους ἀδελφούς ἄγομεν, ἔνθα συνηγμένοι εἰσί, κοινάς εὐχάς ποιησόμενοι ὑπέρ τε ἑαὐτῶν καί τοῦ φωτισθέντος καί ἄλλων πανταχοῦ πάντων εὐτόνως, ὅπως καταξιωθῶμεν τά ἀληθῆ μαθόντες καί δι’ ἔργων ἀγαθοί πολιτευταί καί φύλακες τῶν ἐντεταλμένων εὑρεθῆναι, ὅπως τήν αἰώνιον σωτηρίαν σωθῶμεν. Ἀλλήλους φιλήματι ἀσπαζόμεθα παυσάμενοι τῶν εὐχῶν. Ἔπειτα προσφέρεται τῷ προεστῶτι τῶν ἀδελφῶν ἄρτος καί ποτήριον ὕδατος καί κράματος, καί οὗτος λαβών αἶνον καί δόξαν τῷ πατρί τῶν ὅλων διά τοῦ ὀνόματος τοῦ υἱοῦ καί τοῦ πνεύματος τοῦ ἁγίου ἀναπέμπει καί εὐχαριστίαν ὑπέρ τοῦ κατηξιῶσθαι τούτων παρ’ αὐτοῦ ἐπί πολύ ποιεῖται · οὗ συντελέσαντος τάς εὐχάς καί τήν εὐχαριστίαν πᾶς ὁ λαός ἐπεφημεῖ λέγων· Ἀμήν. Τό δέ Ἀμήν τῆ ἑβραΐδι διαλέκτῳ τό Γένοιτο σημαίνει. Εὐχαριστήσαντος δέ τοῦ προεστῶτος καί ἐπευφημήσαντος παντός τοῦ λαοῦ οἱ καλούμενοι παρ’ ἡμῖν διάκονοι διδόασιν ἑκάστῳ τῶν παρόντων μεταλαβεῖν ἀπό τοῦ εὐχριστηθέντος ἄρτου καί οἴνου καί ὕδατος καί τοῖς οὐ παροῦσιν ἀποφέρουσι[5].

Ἡμεῖς δέ, ἀφοῦ λούομεν οὕτως ἐκεῖνον ὅ ὅποῖος ἔχει πεισθῆ καί συγκατατεθῆ, τόν ὁδηγοῦμεν εἰς τούς λεγομένους ἀδελφούς, ὅπου εἶναι συνυθροισμένοι, διά νά ἀπευθύνωμεν εὐλαβῶς κοινάς εὐχάς ὑπέρ ἑαυτῶν, ὑπέρ τοῦ φωτισθέντος καί ὑπέρ τῶν ἄλλων ὅλων πανταχοῦ, διά νά καταξιωθῶμεν, μαθόντες τά ἀληθινά, νά εὐρεθῶμεν διά τῶν ἔργων καλοί πολῖται καί φύλακες τῶν ἐντολῶν, διά νά σωθῶμεν μέ τήν αἰώνιον σωτηρίαν. Ὄταν τελειώσωμεν τάς εὐχάς ἀσπαζόμεθα ἀλλήλους μέ φίλημα. Ἔπειτα προσφέρεται εἰς τόν προεστῶτα τῶν ἀδελφῶν ἄρτος καί ποτήριον ὕδατος καί κράματος οἴνου , οὗτος δέ λαβών ἀναπέμπει αἷνον καί δόξαν εἰς τόν Πατέρα τοῦ σύμπαντος διά τοῦ ὀνόματος τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἐπί μακρόν προσφέρει εὐχαριστίαν διά νά ἀξιωθῶμεν νά λάβωμεν ταῦτα ἀπό αὐτόν· ὅταν δέ αὐτός τελειώση τάς εὐχάς καί τήν εὐχαριστίαν, ὅλος ὁ παρών λαός ἐπευφημεῖ λέγων, «ἀμήν». Τό δέ ἀμήν εἰς τήν ἑβραϊκήν γλῶσσαν σημαίνει γένοιτο. Ἀφοῦ δέ ὁ προεστώς ἀναπέπέμψη τήν εὐχαριστήριον εὐχήν καί ὅλος ὁ λαός ἐπευφημήση οἱ καλούμενοι εἰς ἡμᾶς διάκονοι δίδουν εἰς ἕκαστον τῶν παρόντων νά μεταλάβη ἀπό τόν ἀγιασθέντα ἄρτον καί οἶνον καί ὕδωρ καί μεταφέρουν ἐπίσης εἰς τούς ἀπόντας.  

 Στό παραπάνω κείμενο μας πληροφορεῖ ὁ Ἰουστίνος ὅτι ἀναπέμπονται εὐχές ἀπό ὅλους (κοινές εὐχές), ἐπομένως εὐχές ἔκφωνες. Εὐχές «νά τούς ἀξιώσει νά μάθουν τήν ἀλήθεια», «νά ζήσουν σύμωνα μέ τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, νά τίς διαφυλάξουν στή ζωή τους» καί «νά λάβουν τήν αἰώνια σωτηρία». Ἡ περιγραφή τοῦ περιεχομένου τῆς εἰσαγωγικῆς αὐτῆς εὐχῆς ὑπό τοῦ Ἁγίου Ἰουστίνου ὑποδηλώνει ὅτι δέν ὑπῆρχε αὐστηρά καταγεγραμμένο κείμενο (εἰδάλλως θά καταγραφόταν), ἀλλά ὅτι τό παραπάνω περιεχόμενο διασωζόταν μέσα ἀπό ποικιλία διατυπώσεων. Ὁ «προεστώς», λαμβάνοντας τά προσφερόμενα ἀπό τους πιστούς, ἀναπέμπει τήν εὐχή τῆς εὐχαριστίας «ἐπί πολύ», δηλαδή γιά μεγάλο χρονικό διάστημα. Ὅπως ἐπισήμανε καί γιά τίς εἰσαγωγικές εὐχές τῆς Θ. Εὐχαριστίας, τό κείμενο τῆς συγκεκριμένης εὐχαριστιακῆς εὐχῆς δέν ἦταν αὐστηρά καθορισμένο καί γι’ αὐτό δέν καταγράφεται ἐπακριβῶς. Καταγράφεται ὅμως τό περιεχόμενό του: αἶνος καί δοξολογία πρός «τον Πατέρα τῶν ὅλων διά τοῦ ὀνόματος τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος»/ εὐχαριστία πρός τό Θεό γιά τή δυνατότητα τελέσεως τῆς Θ. Εὐχαριστίας. Μετά ἀπό τήν εὐχή τῆς εὐχαριστίας, ὁ λαός προσθέτει τό «Ἀμήν» («ἐπιφημί»: λέγω κάτι μετά ἀπό κάτι ἄλλο). Εἶναι προφανές ὅτι αὐτή ἡ «ἐπεφημία», ἐφόσον λεγόταν στό τέλος τῆς εὐχῆς, ὑποδηλώνει τό γεγονός ὅτι οἱ πιστοί ἄκουγαν τήν εὐχή· αὐτό εἶναι αὐτονόητο, διότι δέν θά ἦταν δυνατό νά γνωρίζουν τήν ἀκριβή στιγμή τῆς «ἐπεφημίας», ἐάν δέν ἄκουγαν τό περιεχόμενο τῆς εὐχῆς[6].  Ἐπίσης  στήν  Α΄ Απολογία  μαρτυρεῖται καί πώς γίνεται τήν ἀπλή Κυριακή (χωρίς τήν βάπτιση) ἡ Θ. Λειτουργία, μετά τήν ὁμιλία τοῦ προεστῶτος, ἡ Θεία Εὐχαριστία ἐξελίσσεται ὡς ἐξῆς: (67, 3- 5). Ἔπειτα ἀνιστάμεθα κοινῆ πάντες καί εὐχάς πέμπομεν καί, ὡς προέφημεν, παυσαμένων ἡμῶν τῆς εὐχῆς ἄρτος προσφέρεται καί οἶνος καί ὕδωρ, καί ὁ προωστώς εὐχάς ὁμοίως καί εὐχαριστίας, ὅση δύναμις αὐτῷ, ἀναπέμπει καί ὁ λαός ἐπεφημεῖ λέγων τό Ἀμήν (ἀκολουθεῖ ἡ Μετάληψη)[7].

Ἔπειτα ἐγειρόμεθα ὅλοι μαζί καί ἀπευθύνομεν εὐχάς· καί, καθώς εἴπομεν προηγουμένως, ἀφοῦ παύσωμεν ἡμεῖς τήν εὐχήν προσφέρεται ἄρτος καί οἶνος καί ὕδωρ, ὁ δέ προεστώς ἀναπέμπει κατά δύναμιν ὁμοίας εὐχάς καί εὐχαριστίας καί ὁ λαός ἐπευφημεῖ λέγων τό ἀμήν, καί γίνεται εἰς ἕκαστον ἡ διάδοσις καί μετάληψις τῶν καθαγιασθέντων, καί στέλλονται εἰς τούς ἀπόντας.

 Στά ἀνωτέρω πρέπει νά ἀναφέρουμε καί τήν μαρτυρία τῶν Ἀποκρύφων Πράξεων τοῦ Ἰωάννου, πού συντέθηκαν μεταξύ τοῦ 150 καί 180 μ. Χ. στή Μικρά Ἀσία[8]. Στούς στίχους  85 καί 86 ὁ Ἰωάννης ἐπεύχεται καί λαβών ἄρτον ἀναπέμπει εὐχή δοξολογίας, ἡ ὁποία καί παρατίθεται[9]. Παρομοίως στό 109, 110, αἰτήσας ἄρτον εὐχαρίστησεν οὕτως (ἀκολουθεῖ τό κείμενο τῆς εὐχῆς)[10]. Καμία ἔνδειξη δέν ὑπάρχει στό ἀπόκρυφο αὐτό κείμενο περί τοῦ τρόπου, μέ τόν ὁποῖο ὁ Ἰωάννης ἀνέπεμψε τίς εὐχαριστιακές εὐχές. Ἡ χρήση, ὅμως ρημάτων, ὅπως τό «λέγω» καί τό «ἐπεύχομαι», καθώς καί ἡ παράθεση τοῦ κειμένου τῆς εὐχῆς- ὁδηγοῦν στό συμπέρασμα ὅτι οἱ Ἀπόκρυφες Πράξεις Ἰωάννου συμφωνοῦν μέ τήν προηγούμενη παράδοση περί τῆς εἰς ἐπήκοον τῶν παρισταμένων ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν.

Παρόμοιο συμπέρασμα συνάγεται καί ἀπό τή μαρτυρία τοῦ Ὠριγένη (+ 253 ἤ 254), ὅτι ὁ ἄρτος ἁγιάζεται διά λόγου, ἑπομένως μέ εὐχή, ἡ ὁποία «λέγεται» καί συνεπῶς ἀκούγεται ( καί οὐχί ἡ ὕλη τοῦ ἄρτου ἀλλ’ ὁ ἐπ’ αὐτῷ εἰρημένος λόγος ἐστίν ὁ ὠφελῶν τόν μή «ἀναξίως» τοῦ Κυρίου ἐσθίοντα αὐτόν)[11]

Στό Ὁδοιπορικόν τῆς Αἰθερίας (περί τό 385 μ.Χ), μαρτυροῦνται ὡς ἔκφωνες (χωρίς νά συγκεκριμενοποιοῦνται) κάποιες εὐχές κατά τήν Ἀκολουθία τό πρωΐ τῆς Κυριακῆς[12], κατά τό Βάπτισμα[13], τόν Ἑσπερινό[14], καί τόν Ὄρθρο[15].

Τό γεγονός ὅτι κατά τό δεύτερο ἤμισυ τοῦ δ΄ αἰώνα διετηρεῖτο ἀκόμα τό παλαιοχριστιανικό σχῆμα τῆς Θείας Εὐχαριστίας (εὐχές τοῦ λειτουργοῦ κατά δύναμιν – εὐχή εὐχαριστήρια), μαρτυρεῖται ἀπό τό Γρηγόριο Ναζιανζηνό(+ 390). Ἀναφερόμενος στόν ὁσιακό θάνατο τοῦ Ἐπισκόπου πατέρα του, σημειώνει γιά τήν τελευταία Θεία Λειτουργία, τήν ὁποία ἐκεῖνος τέλεσε κοντά στή νεκρική κλίνη:… καί τάς χεῖρας εἰς εὐχήν σχηματίσας, συντελεῖ προθύμως ἤ προτελεῖ τοῦ λαοῦ τά μυστήρια, ρήμασιν μέν ὀλίγοις καί ὅσοις ἔσθενεν, διανοίᾳ δέ, ὡς ἐμοί δοκεῖ , καί λίαν τελεωτάτῃ (ὤ τοῦ θαύματος), ἄνευ βήματος ἐπί βήματος, ἄνευ θυσιαστηρίου θύτης, ἱερεύς πόρρω τῶν τελουμένων· καί ταῦτα παρῆν αὐτῷ παρά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, αὐτῷ μέν γινωσκόμενα, τοῖς παροῖσι δέ οὐχ ὁρώμενα. Εἶτα ἐπειπών τά τῆς εὐχαριστίας ρήματα οὕτως, ὡς σύνηθες, καί τόν λαόν κατευλογήσας, πάλιν τῆς κλίνης γίνεται, τροφῆς τε μικρόν τι προσέμενος, καί ὕπνου μεταλαβών, ἀνακαλεῖται τό πνεῦμα[16].

«Καί ἔδωσε εἰς τά ἀδύνατα χέρια του τό σχῆμα τῆς προσευχῆς, τελεῖ πρόθυμα μαζί μέ τόν λαόν πρό τοῦ λαοῦ τά μυστήρια μέ ὀλίγα λόγια καί μέ ὅσα τοῦ ἐπέτρεπον αἱ δυνάμεις του, μέ πνευματικήν ὅμως δύναμιν ἀκέραιον νομίζω εἰς τέλειον βαθμόν, θαῦμα ἀπίστευτον. Ἦτο εἰς τό Βῆμα χωρίς νά ὑπάρχῃ Βῆμα, θύτης χωρίς θυσιαστήριον, ἱερουργός μακριά ἀπό τά τελούμενα. Καί τά τελούμενα ἦσαν ἐμπρός του μέ τήν βοήθειαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τά ἀντελαμβάνετο αὐτός καί οἱ ἄλλοι δέν τά ἔβλεπαν. Ἀφοῦ ἐπρόσθεσε τους λόγους τῆς θείας εὐχαριστίας ἔτσι, ὅπως κάθε φοράν, καί ἀφοῦ ηὐλόγησε καί ξαναηυλόγησε τόν λαόν, ἀνακλίνεται πάλιν εἰς τό κρεββάτιν του, δέχεται ὀλίγην τροφήν, κοιμᾶται ὀλίγον καί ξαναβρίσκει τάς πνευματικάς του δυνάμεις».

Εἶναι σαφές ὅτι οἱ εὐχές ἀνεγινώσκοντο εἰς ἐπήκοον καί καμιά ἔνδειξη δέν ὑπάρχει περί τοῦ ἀντιθέτου. Τό γεγονός αὐτό ἦταν τό σύνηθες· ἑπομένως, παρόμοια ἦταν ἡ ἕως τούς χρόνους ἐκείνους παράδοση. Οἱ λόγοι (εὐχές) ἤ τά ρήματα πρέπει νά ἦταν γνωστά, γι’ αὐτό γίνεται ἁπλή ἀναφορά στήν ἀνάγνωσή τους, χωρίς νά ὑπάρχει ἀνάγκη παραθέσεως κάποιων λεπτομερειῶν.

Ἰδιαίτερη μνεία ἀξίζει νά κάνουμε ἐνός ἀκόμη ἐνδιαφέροντος χωρίου. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἀναφέρεται στήν μητέρα του καί ἐξαίρει τήν σεμνότητά της λέγοντας: «Ποτέ δέν ἀκούσθηκε ἡ φωνή της στίς ἱερές συνάξεις καί στούς ἱερούς τόπους, ἐκτός ἀπό τίς ἀναγκαῖες καί μυστικές ἀναφωνήσεις»[17]

Σημαντικότατη μαρτυρία ἀποτελοῦν οἱ Ἀποστολικές Διαταγές (τέλη τοῦ δ΄ μ. Χ. αἰώνα). Σέ τρία σημεῖα, τό σπουδαιότερο τῶν ὁποίων εἶναι στό 8ο βιβλίο, οἱ Ἀποστολικές Διαταγές ἀναφέρονται στή τέλεση τῆς Θείας Εὐχαριστίας.

Στό 2ο βιβλίο, κεφ. 57, τό σχῆμα τῆς Θείας Εὐχαριστίας παρουσιάζεται ὡς ἐξῆς[18]: ἀσπασμός τῆς εἰρήνης – Διακονικές αἰτήσεις- εὐλογία τοῦ λαοῦ ἀπό τόν Ἐπίσκοπο – εὐχή τοῦ Ἐπισκόπου- ἐπιτέλεση τῆς θυσίας, ἑστῶτος παντός τοῦ λαοῦ καί προσευχομένου ἡσύχως – Θεία Μετάληψη. 

Οἱ παραπάνω μνημονευόμενες εὐχές ἀναγινώσκονται προφανῶς εἰς ἐπήκοον τῶν παρισταμένων πιστῶν ἐπειδή καμία ἔνδειξη περί τοῦ ἀντιθέτου δέν ὑπάρχει. Παρόμοιο συμπέρασμα μποροῦμε νά ἐξαγάγουμε ἀπό τή δεύτερη Εὐχαριστιακή μαρτρία τῶν Ἀποστολικῶν Διαταγῶν , στό 7ο βιβλίο, κεφ. 25 καί 26: Περί  μέν τῆς Εὐχαριστίας οὕτω λέγοντες (καί παρατίθεται ἡ Εὐχαριστήρια εὐχή γιά τόν ἄρτο καί τό ποτήριο)[19]Μετά δέ τήν μετάληψιν οὕτως εὐχαριστήσατε ( καί ἀκολουθεῖ ἡ εὐχή)[20].

Τό 8ο βιβλίο τῶν Ἀποστολικῶν Διαταγῶν παρουσιάζει τήν περισσότερο ὁλοκληρωμένη μαρτυρία περί τῆς Θείας Εὐχαριστίας, κεφ. 12, 4 ἑξῆς: Εὐξάμενος οὖν καθ’ ἑαυτόν ὁ ἀρχιερεύς ἅμα τοῖς ἱερεῦσιν καί λαμπράν ἐσθῆτα μετενδύς καί στάς πρός τῷ θυσιαστηρίῳ, τό τρόπαιον τοῦ σταυροῦ κατά τοῦ μετώπου τῇ χειρί ποιησάμενος εἰπάτω (καί ἀκολουθεῖ ἡ ἁγία Ἀναφορά)[21]. Ἔτσι ἀρχίζει ἡ τέλεση τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Γιά πρώτη φορά στίς λειτουργικές πηγές ἐμφανίζεται ἡ ἔνδειξη καθ’ ἑαυτόν ἀναφορικά μέ τόν τρόπο ἀναγνώσεως μιᾶς εὐχῆς ἀπό τόν Ἐπίσκοπο. Ὁ ὅρος ὑποδηλώνει εὐχή, ἡ ὁποία ἀκουγόταν ἀπό τό λαό καί ἀπό τούς συλλειτουργοῦντες ἱερεῖς (ἐπειδή ὁ Ἐπίσκοπος εὔχεται ἅμα τοῖς ἱερεῦσιν).

Ἡ μαρτυρία αὐτή τῶν Ἀποστολικῶν Διαταγῶν προσδιορίζει καί τή φύση (ἤ τό περιεχόμενο) τῆς μυστικῆς εὐχῆς: πρόκειται περί τῆς προετοιμασίας τοῦ Ἐπισκόπου καί τῶν ἱερέων πρίν ἀπό τήν ἔναρξη τῆς ἁγίας Ἀναφορᾶς (μετά τήν εὐχή, ὁ Ἐπίσκοπος ἐνδύεται καί, ἱστάμενος μπροστά στό θυσιαστήριο, εὐλογεῖ τό λαό). Ἑπομένως, ἡ εὐχή πού ἀναγινώσκεται ἀπό τόν Ἐπίσκοπο καθ’ ἑαυτόν, εἶναι προσωπικοῦ καί ὄχι συλλογικοῦ χαρακτήρα.

Στήν παράθεση, ὅμως τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ἡ ὁποία ἀκολουθεῖ ( 12, 6-27: τό τμῆμα τῆς ἁγίας Ἀναφορᾶς πρίν ἀπό τό ἅγιος, ἅγιος….[22], καθώς καί μετά τόν Ἐπινίκιο ὕμνο καί τίς εὐχές τοῦ καθαγιασμοῦ)[23], καμία ἔνδειξη δέν πιστοποιεῖ τή «μυστική» ἤ «καθ’ ἑαυτόν» ἀνάγνωση τῶν εὐχῶν. Ἐκφράσεις ὅπως, Ὁ ἀρχιερεύς εἰπάτω, Ὁ ἀρχιερεύς ἑξῆς λεγέτω, Καί πᾶς ὁ λαός λεγέτω Ἀμήν, μαρτυροῦν ὅτι οἱ Ἀποστολικές Διαταγές παραμένουν σύμφωνες μέ τήν παράδοση περί τῆς εἰς ἐπήκοον τῶν πιστῶν ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν τῆς Θείας Εὐχαριστίας[24].    

Ἔμμεση ἀλλά σαφής μαρτυρία περί τῆς εἰς ἐπήκοον τῶν πιστῶν ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν τῆς Θ. Εὐχαριστίας προέρχεται ἀπό τό ἔργο De Sacramentis τοῦ Ἀμβροσίου Μεδιολάνων (+ 397). Ὁ συγγραφέας παραθέτει τό κείμενο τῆς Εὐχαριστήριας εὐχῆς, τούς ἱδρυτικούς λόγους τοῦ Μυστηρίου τῆς Θ. Εὐχαριστίας καί τήν εὐχή τοῦ καθαγιασμοῦ, χωρίς ἔνδειξη περί μυστικότητας στήν ἀνάγνωση ἤ περί προσπαθείας ἀποκρύψεως τοῦ περιεχομένου τῆς εὐχῆς.

Οἱ εὐχαριστήριες μαρτυρίες τοῦ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου (+ 407) ἀπαιτοῦν ἰδιαίτερη προσοχή γιά τήν ἐπισήμανση στοιχείων σχετικῶν μέ τόν τρόπο ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν.

Οἱ σχέσεις ἱερέως καί πιστῶν κατά τή Θεία Εὐχαριστία τονίζονται ἰδιαίτερα ἀπό τό Χρυσόστομο. Κλῆρος καί λαός εἶναι ἕνα σῶμα μπροστά στό κοινό ποτήριο. Ὑπάρχουν κοινές εὐχές τῶν ἱερέων καί τῶν λαϊκῶν ἀλλά καί κοινή εὐχαριστιακή εὐχή. Ὁ ἱερέας ἀρχίζει τήν Ἀναφορά (τό κεντρικότερο τμῆμα τῆς Θείας Εὐχαριστίας) ἐφόσον ὁ λαός ἐπιβεβαιώσει ὅτι Ἄξιον καί δίκαιον ἐστί νά τελεσθεῖ ἡ Θεία Εὐχαριστία. Ἀλλά καί ὁ Ἐπινίκιος ὕμνος εἶναι κοινός καί γιά τό λειτουργό καί γιά τούς παριστάμενους πιστούς Ἀλλ’ ἔνα σῶμα βρίσκεται μπροστά σ’ὅλους καί ἔνα ποτήρι. Καί στίς προσευχές βλέπει κανείς ὅτι ὁ λαός συμμετέχει πολύ. Γιατί προσεύχονται καί γιά ὅσα γίνονται καί γιά τούς ἀμαρτωλούς τόσο ὁ ἱερέας ὅσο καί ὁ λαός καί ὅλοι λένε τήν ἴδια προσευχή, προσευχή γεμάτη φιλανθρωπία. Καί ὅταν δέ δεχόμαστε μέσα στόν ἱερό ναό ἐκεινους πού δέν ἐπιτρέπεται νά μετάσχουν στό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, πρέπει νά γίνει ἰδιαίτερη προσευχή καί ὅλοι μαζί γονατίζουμε στό ἔδαφος καί σηκωνόμαστε ὅρθιοι ὅλοι μαζί. Ὅταν ἐπίσης πρόκειται νά μεταλάβουμε, ὅλοι ἀνταλάσσουμε ἀσπασμούς. Κι ὅταν πάλι τελεῖται τό πιό θαυμαστό μυστήριο, εὔχεται ὁ ἱερέας στό λαό, καί ὁ λαός στόν ἱερέα, ἀφού ἡ φράση, «μετά τοῦ πνεύματός σου», δέ σημαίνει τίποτα ἄλλο, παρά αὐτό ἀκριβῶς. Καί ἡ εὐχαριστία ἐπίσης εἶναι κοινή. Γιατί δέν εὐχαριστεῖ μόνο ὁ ἱερέας, ἀλλά καί  ὅλος ὁ λαός. Ἀφοῦ ἀρχίζει ἐκεῖνος, ἔπειτα συμφωνοῦν ὅλοι ὅτι αὐτό γίνεται σωστά καί δίκαια καί μετά ἀρχίζει ἡ εὐχαριστία.Καί γιατί θαυμάζεις πού ὁ λαός προσεύχεται μαζί μέ τόν ἱερέα, ἀφοῦ καί μαζί μέ τά ἴδια τά Χερουβείμ καί τίς οὐράνιες δυνάμεις ψάλλει τούς ἱερούς ἐκείνους ὕμνους πρός τό Θεό;[25].

Ἡ «συνεισφορά» τοῦ λαοῦ ἐν ταῖς εὐχαῖς ἀποτελεῖ μαρτυρία ἀντίστοιχη μέ τή μαρτυρία τοῦ Ἰουστίνου (γιά τήν «ἐπισφράγηση» τῶν εὐχῶν τοῦ ἱερέως ἀπό τό λαό μέ τό «Ἀμήν»). Ὁ ἱερέας δέν προσεύχεται μεμονωμένα. Ἡ Εὐχαριστία, ὅπως παρουσιάζεται στήν παραπάνω μαρτυρία, ἐμφανίζει ἐσωτερική ἐνότητα τῶν τμημάτων της: ἡ εὐχή τῆς Εὐχαριστίας εἶναι κοινή, ὁ δέ Ἐπινίκιος ὕμνος, πού ἀκολουθεῖ, ἀναπέμπεται ἐπίσης κοινῇ. Ὁ ἱερός συγγραφέας, ἄλλωστε, τονίζει καί σέ ἄλλα ἔργα του τή δύναμη τῆς λειτουργικῆς προσευχῆς στό ναό, ὅταν αὐτή ἀναπέμπεται ἀπό ὅλους τούς παρισταμένους

Γιατί λέγει, «ὅπου εἶναι δύο ἤ τρεῖς συγκεντρωμένοι στό ὄνομά μου, ἐκεῖ εἶμαι ἀνάμεσά τους». Ἄν ὅπου εἶναι δύο ἤ τρεῖς συγκεντρωμένοι βρίσκεται ἀνάμεσά τους, πολύ περισσότερο βρίσκεται ἀνάμεσα σέ σᾶς. Γιατί ἐκεῖνο πού προσεύχεται κανείς μόνος του νά  τό λάβει καί δέν μπορεῖ νά τό λάβει, αὐτό θά τό λάβει προσευχόμενος μέ τό λαό. ‘Τί λοιπόν, δέν μπορῶ νά προσευχηθῶ στό σπίτι μου’; Μπορείς βέβαια νά προσευχηθεῖς, ἡ προσευχή σου ὅμως δέν ἔχει τόση δύναμη, ὅπως ὅταν γίνεται μαζί μέ τά συγγενικά σου μέλη, ὅπως ὅταν ὁλόκληρο τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ὁμόψυχα ἀπευθύνει στό Θεό τή δέηση μέ μιά φωνή, ἐνῶ εἶναι παρόντες οἱ ἱερεῖς καί προσφέρουν τίς προσευχές ὅλου τοῦ πλήθους[26].

Περί τῆς εὐχαριστιακῆς εὐχῆς, ὁ Χρυσόστομος παρέχει καί ἄλλη μαρτυρία, πού ὑποδηλώνει τήν εἰς ἐπήκοον ἀνάγνωσά της: Καί γάρ ἐπιλέγοντες τῷ ποτηρίῳ τάς ἀφάτους εὐεργεσίας τοῦ Θεοῦ, καί ὅσων ἀπολελαύκαμεν, οὕτως αὐτῷ προσάγομεν καί κοινωνοῦμεν, εὐχαριστοῦντες ὅτι τῆς πλάνης ἀπήλλαξε τό τῶν ἀνθρώπων γένος. Ἀλλά καί ἐμεῖς ὅταν ὁμολογοῦμεν κατά τήν ὥραν τοῦ ποτηρίου τάς ἀπεριγράπτους εὐεργεσίας τοῦ Θεοῦ καί ὅλα ὅσα ἀπελαύσαμεν, ἔτσι προσφέρομεν εἰς τόν Θεόν καί κοινωνοῦμεν, εὐχαριστοῦντες διά τό ὅτι ἀπήλλαξεν ἀπό τῆς πλάνην τό γένος τῶν ἀνθρώπων· [27].

 Πρόκειται γιά τό περιεχόμενο τῆς Εὐχαριστήριας εὐχῆς, ὅπου μνημονεύονται οἱ δωρεές τοῦ Θεοῦ πρός τούς ἀνθρώπους.Ὁ ἱερός Χρυσόστομος δέν ἐκφράζει κάποια ὑπόνοια περί τῆς μυστικῆς ἀναγνώσεως τῆς εὐχῆς (ὅπως θά ἔκανε, μέ βεβαιότητα, ἄν  αὐτή ἀνεγινώσκετο μυστικῶς).

Στόν βίο τῆς ὁσίας Μελάνης τῆς Νεωτέρας (+ 439)[28] παρέχεται κάποια σημαντική πληροφορία περί τοῦ τρόπου ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν τῆς Θ. Εὐχαριστίας. Καθώς αἰσθανόταν τό τέλος της, ἡ ὁσία Μελάνη ζήτησε νά τελεστεῖ ἀπό τόν ἐξομολόγο καί βιογράφο της Γερόντιο, ἡ Θ. Εὐχαριστία στό μικρό ναό κοντά στό Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, δίπλα ἀπό τόν ὁποῖο βρισκόταν τό κελί της. Συντετριμένος ἀπό τόν ἐπικείμενο θάνατο τῆς ὁσίας, ὁ Γερόντιος ἀνεγίνωσκε τίς εὐχές τῆς Θείας Εὐχαριστίας χαμηλόφωνα, ὥστε ἡ Μελάνη δέν μποροῦσε νά ἀκούει ἀπό τό κελί της, ὅπου βρισκόταν κλινήρης. Γι’ αὐτό «φώναξε» πρός τό Γερόντιο: Ὕψωσον τήν φωνήν σου, ἵνα ἀκούσω τῆς ἐπικλήσεως[29].

Ἀπό τή μαρτυρία αὐτή διαφαίνεται, ὅτι τόν ε΄ αἰώνα στήν Παλαιστίνη οἱ εὐχές τῆς Θ. Εὐχαριστίας ἀνεγινώσκοντο εἰς ἐπήκοον τῶν παρισταμένων (ἡ χαμηλόφωνη ἀνάγνωση τῆς ευχῆς ἀπό τόν Γερόντιο, ὀφειλόταν στη θλίψη του καί δέν ἀποτελοῦσε λειτουργική συνήθεια). Σέ ἄλλη περίπτωση, ὁ Γερόντιος σημειώνει, ὅτι ἡ ὁσία Μελάνη διαμρτυρήθηκε καί τόν ἐπέπληξε, γιατί ἄκουσε κατά τά Δίπτυχα τῶν κεκοιμημένων τό ὄνομα κάποιας προσκυνητρίας τῶν Ἁγίων Τόπων, ἡ ὁποία, ὅμως, εἶχε ἀποδειχθεῖ ὅτι ἀνῆκε σέ αἱρετικό κλάδο μαγείας[30]. Εἶναι φανερό, ἐπομένως, ὅτι ἡ εὐχή τῶν Διπτύχων ἀνεγινώσκετο εἰς ἐπήκοον τῶν παρισταμένων.

Τήν μέχρι τόν 5ο αἰῶνα γενικευμένη πρακτική τῆς ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν εἰς ἐπήκοον κάλυψε καί στήριξε ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστινιανός μέ  τήν 137η Νεαρά, τῆς 26ης Μαρτίου τοῦ ἔτους 565 μ. Χ.: Πρός τούτοις κελεύομεν πάντας ἐπισκόπους τε καί πρεσβυτέρους μή κατά τό σεσιωπημένον, ἀλλά μετά φωνῆς τῷ πιστοτάτῳ λαῷ ἐξακουομένης τήν Θείαν προσκομιδήν καί τήν ἐπί τῷ ἁγίῳ Βαπτίσματι προσευχήν ποιεῖσθαι, πρός τό καντεῦθεν τάς τῶν ἀκουόντων ψυχάς εἰς πλείονα κατάνυξιν καί τήν πρός δεσπότην Θεόν διανίστασθαι δοξολογίαν. Οὕτως γάρ καί ὁ θεῖος ἀπόστολος διδάσκει, λέγων ἐν τῇ πρός Κορινθίους ἐπιστολῆ· «ἐπεί ἐάν εὐλογήσῃς τῷ πνεύματι, ὁ ἀναπληρῶν τόν τόπον τοῦ ἰδιώτου πῶς ἐρεῖ τό ἀμήν τῷ Θεῷ ἐπί τῇ σῇ εὐχαριστία; Ἐπειδή τί λέγεις οὐκ οἶδε. Σύ μέν γάρ καλῶς εὐχαριστεῖς, ἀλλ’ ὁ ἕτερος οὐκ οἰκοδομεῖται». Καί πάλιν ἐν τῇ πρός Ρωμαίους οὕτως λέγει· «καρδίᾳ μέν γάρ πιστεύεται εἰς δικαιοσύνην, στόματι δέ ὁμολογεῖται εἰς σωτηρίαν». Διά ταῦτα τοίνυν προσήκει τήν ἐπί τῇ ἁγίᾳ προσκομιδή καί τάς ἄλλας προσευχάς μετά φωνῆς παρά τῶν ὁσιωτάτων ἐπισκόπων τε καί πρεσβυτέρων προσφέρεσθαι τῷ Κυρίῳ ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστῷ τῷ Θεῷ ἡμῶν σύν τῷ Πατρί καί τῶ Ἁγίῳ Πνεύματι, γινωσκόντων τῶν ὁσιωτάτων ἱερέων, ὡς εἴπερ τι τούτων παρίδοιεν, καί τῇ φοβερᾷ κρίσει τοῦ μεγάλου Θεοῦ καί σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀπολογήσονται καί οὐδέ ἡμεῖς ταῦτα γινώσκοντες ἐφησυχάσομεν ἤ ἀνεκδίκητα καταλείπομεν[31].

Τό πρῶτο θέμα πού πρέπει νά μνημονευθεῖ, εἶναι ἡ ἀναφορά τοῦ Ἰουστινιανοῦ στόν τρόπο ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν: Μή κατά τό σεσιωπημένον, ἀλλά μετά φωνῆς τῷ πιστοτάτῳ λαῷ ἐξακουομένης. Ἡ ἔνδειξη αὐτή φαίνεται ἁπλή στήν ἑρμηνεία της: οἱ εὐχές πρέπει νά ἀναγινώσκονται εἰς ἐπήκοον τοῦ λαοῦ καί ὅχι σιωπηρῶς (μυστικῶς)[32]. Ἔγκριτοι Ἕλληνες Θεολόγοι, συμφωνοῦν στήν ἀπόδοση τοῦ μετά φωνῆς ὡς χαμηλοφώνως[33]. Ἐκτός ἀπό τίς εὐχές τοῦ Βαπτίσματος, ἡ 137η Νεαρά συνιστᾶ τή μετά φωνῆς ἀνάγνωση τῆς Θείας Προσκομιδῆς. Πιθανότατο εἶναι ὅτι ἡ Νεαρά δέν ἀναφέρεται οὔτε στήν εὐχή τῆς Προθέσεως οὔτε στήν εὐχή τῆς Προσκομιδῆς, τήν ἀναγινωσκόμενη, σήμερα, μετά τήν ἀπόθεση τῶν Τιμίων Δώρων στήν ἁγία Τράπεζα, ἀλλά στό κεντρικότατο τμῆμα τῆς Θείας Εὐχαριστίας, δηλαδή τήν ἁγία Ἀναφορά πού ἀρχίζει μέ τίς παρακελεύσεις τοῦ ἱερέως πρός τό λαό μετά τό Σύμβολο τῆς Πίστεως καί φθάνει ἕως τήν εὐχή τοῦ καθαγιασμοῦ[34]. Ὑπέρ τοῦ συμπεράσματος αὐτοῦ συνηγορεῖ καί τό γεγονός ὅτι ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστινιανός ἀντιδρά, μέ τή Νεαρά, στή Νεστοριανική τάση τῆς χαμηλόφωνης (ἥ μυστικῆς) ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν τοῦ κεντρικότατου αὐτοῦ τμήματος τῆς Θείας Εὐχαριστίας.

Ὁ Ἰωάννης ὁ Μόσχος ὁ Εὐκρατᾶς, συνθέτει τό ἔργο του ΛειμώνΛειμωνάριον κατά τά ἀμέσως πρό τοῦ θανάτου του ἔτη στή Ρώμη(+619 ἤ 620)[35], τά δε γεγονότα πού περιγράφονται στό ἔργο του πρέπει νά χρονολογηθοῦν περί τά τέλη τῆς βασιλείας τοῦ Ἰουστινιανοῦ.

Ἡ πρώτη μαρτυρία περί τοῦ τρόπου ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν προέρχεται ἀπό κάποια διήγηση τοῦ Ἀββᾶ Γρηγορίου τοῦ ἀπό Σχολαρίων πρός τόν Ἰωάννη Μόσχο: κάποιος ἀδελφός στό κοινόβιο τοῦ Χοζεβᾶ, εἶχε ἀποστηθίσει τήν εὐχή τῆς ἁγίας Ἀναφορᾶς, κάποτε δε πηγαίνοντας στό Μοναστήρι τά πρόσφορα γιά τήν θεία Λειτουργία ἔλεγε τήν εὐχή αὐτή. Τήν ὥρα, πού ὁ ἱερουργός Ἰωάννης Χοζεβίτης λειτουργούσε δέν εἶδε τό Ἅγιο Πνεῦμα νά κατεβαίνει στά Τίμια Δῶρα (ὅπως συνήθως ἔβλεπε). Τότε, κάποιος Ἄγγελος τόν πληροφόρησε ὅτι τά Τίμια Δῶρα ἁγιάστηκαν, ἐπειδή ὁ ἀδελφός πού ἔφερνε τά πρόσφορα εἶχε πεῖ τήν εὐχή. Ἔκτοτε ὁ Ἀββᾶς Ἰωάννης ἀπαγόρευσε τήν ἐκτός τοῦ Ναοῦ ἀνάγνωση τῆς εὐχῆς αὐτῆς[36].

Τό συμβάν στό κοινόβιο τοῦ Χοζεβᾶ ἀποκαλύπτει ὅτι οἱ εὐχές τῆς ἁγίας Ἀναφορᾶς ἀνεγινώσκοντο εἰς ἐπήκοον, τουλάχιστον κατά τήν ἐποχή τοῦ ἐξηστορούμενου γεγονότος, καθόσον ὅχι μόνο τίς ἐγνώριζε ἀλλά καί τίς εἶχε ἀπστηθίσει ὁ μή κληρικός ἀδελφός τῆς Μονῆς· τό ὅτι δέν ἦταν κληρικός τό συμπεραίνουμε ἀπό τήν μετέπειτα ἀπαγόρευση νά μαθαίνει κανείς τήν εὐχή τῆς Ἀναφορᾶς, μή ἔχων χειροτονίαν. Τό γεγονός ὅτι ὁ λαϊκός –μοναχός ἐγνώριζε ἀπό στήθους τίς ἱερότατες εὐχές καί ὅτι, ἔστω καί ἀκούσια, «συνιερούργησε» μέ τόν ἀββά Ἰωάννη, ἀποκαλύπτει ὄχι μόνο τόν ἕως τότε κρατοῦντα τρόπο ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν ἀλλά καί τήν ὑψηλή θέση τοῦ λαϊκοῦ στή Θεία Εὐχαριστία[37]. Ἄξιον ἰδιαίτερου τονισμοῦ, ἐπίσης, εἶναι τό γεγονός ὅτι οἱ εὐχές τῆς Ἀναφορᾶς εἶχαν δημιουργήσει στό μοναχό αὐτό, πού τίς ἄκουγε, τέτοια συναισθήματα εὐσέβειας, ὥστε ἡ συνήθεια αὐτή προξένησε τόν καθαγιασμό τῶν Τιμίων Δώρων, ἔστω καί ἄν ὁ ἴδιος δέν ἦταν ἱερέας.       

Ἡ ἑπόμενη μαρτυρία προέρχεται ἀπό κάποιον ὕπαρχο τῆς Ἄφρων χώρας (πρόκειται περί τῆς Ἀπάμειας, τῆς δεύτερης ἐπαρχίας τῆς Συρίας) πού ὀνομαζόταν Γρηγόριος, ὁ ὁποῖος χαρακτηρίζεται φιλόχριστος καί φιλομόναχος καί φιλόπτωχος, ὁ πᾶσι χαίρων τοῖς ἀγαθοῖς οἶς ἀγαπᾶ ὁ Θεός[38]. Αὐτός ὁ Γρηγόριος ἀναφέρει ὅτι στό χωριό Γοναγό τῆς ἐπαρχίας του, κάποια παιδιά πού ἔβοσκαν πρόβατα θέλησαν νά «τελέσουν» τή Θεία Λειτουργία ὡς παιχνίδι. Βρῆκαν κάποιο λίθο γιά «θυσιαστήριο» καί προέβησαν σέ λεπτομερή ἀναπαράσταση τῶν τελουμένων στή Θεία Εὐχαριστία, λέγοντας καί τίς εὐχές. Ἡ αἰτία τῆς γνώσεως τοῦ περιεχομένου τῶν εὐχῶν ἀπό τά παιδιά αὐτά ἀναφέρεται σαφῶς: Ἐπειδή δέ ἔν τισι τόποις ἐκφωνεῖν μεγάλως εἰώθασιν οἱ πρεσβύτεροι εὑρέθησαν τά παιδιά, τήν εὐχήν τῆς ἁγίας ἀναφορᾶς ἐκμανθάνοντα, ἐκ τοῦ συνεχῶς αὐτήν ἐκφωνεῖσθαι[39]. Ἡ κατάληξη τοῦ παιχνιδιοῦ αὐτοῦ παρ’ ὀλίγο νά στοιχίσει τή ζωή τῶν παιδιῶν: ἀμέσως μετά τήν ἐκφώνηση τῶν εὐχῶν, φωτιά ἀπό τόν οὐρανό κατέκαυσε τούς ἄρτους πού εἶχαν τοποθετηθεῖ πάνω στίς πέτρες, τά δέ παιδιά ἔμειναν ἡμιθανή· ὅταν, ἀργότερα συνῆλθαν καί διηγήθηκαν τά γεγονότα στούς γονεῖς τους, ἀποφασίστηκε ἀπό τόν Ἐπίσκοπο νά ἀνοικοδομηθεῖ στί σημεῖο ἐκεῖνο ναός.

Δυστυχώς «ἐδῶ καί ἀρκετούς αἰῶνες ὁ λαός τοῦ Θεοῦ, τόν ὁποῖο ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ὀνόμασε ‘’γένος ἐκλεκτόν, βασίλειον ἱεράτευμα, ἔθνος ἅγιον, λαός εἰς περιποίησιν…’’ (Α΄ Πέτρ. 2: 9), δέν ἔχει ἀκούσει, καί συνεπῶς δέν γνωρίζει, αὐτή τήν αὐθεντική προσευχή τῶν προσευχῶν, μέ τήν ὁποία ὁλοκληρώνεται τό Μυστήριο καί ἐκπληροῦται ἡ οὐσία καί ἡ ἴδια ἡ κλήση τῆς Ἐκκλησίας. Ὅλα ὅσα ἀκοῦν οἱ πιστοί εἶναι μεμονομένες ἐκφωνήσεις καί ἀποσπασματικές φράσεις, ἡ ἀλληλοσύνδεση τῶν ὁποίων –μερικές φορές ἀκόμη καί τό ἀπλό νόημά τους- παραμένει ἀκατανόητη, ὅπως στήν ἐκφώνηση: ‘’… τόν ἐπινίκιον ὕμνον ἄδοντα, βοῶντα, κεκραγότα καί λέγοντα…’’. Ἄν σέ αὐτό προσθέσουμε καί τό γεγονός πώς σέ πολλές Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες αὐτές οἱ εὐχές, ὄχι μόνο εἶναι ‘’μυστικές’’, ἀλλά ἀκόμη περισσότερο διαβάζονται πίσω ἀπό μια κλειστή Ὡραία Πύλη, μέ τραβηγμένες ἐπιπλέον καί τίς κουρτίνες, δέν θά ἦταν λάθος τότε νά ποῦμε πώς ἡ εὐχή τῆς Εὐχαριστίας ἔχει ὅσον ἀφορᾶ ὅλους τούς πρακτικούς σκοπούς της καί τίς ἐπιδιώξεις της ἐκπέσει ἀπό τήν ἐκκλησιαστική της χρήση. Επαναλαμβάνω πώς οἱ λαϊκοί ἁπλᾶ δέν τή γνωρίζουν, οἱ θεολόγοι δέν ἐνδιαφέρονται γι’ αὐτή καί ὁ ἱερέας πού ἀναγκάζεται νά διατρέξη μέ μιά ματιά τό κείμενο, ὅσο οἱ ψάλτες ψέλνουν –καί συχνά αὐτό τό ψάλσιμο ἐπιμηκύνεται τόσο πολύ, ὥστε νά ἀποτελεῖ ὁλόκληρο ‘’κονσέρτο’’-δύσκολα μπορεῖ νά συλλάβη ὁλοκληρωμένα τήν πληρότητα, τήν ἑνότητα καί τήν ἀκεραιότητά της… Σ’ αὐτή τήν κατάσταση ἐγώ προσωπικά δέν μπορώ νά δῶ παρά μιά βαθειά παρακμή»[40] θά τονίσει ὁ ἔγκριτος λειτουργιολόγος π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν.

Ἀλλά ἄς ἀκούσουμε καί τήν ἄποψη τοῦ Κολλυβᾶ ἱερομονάχου Νεοφύτου τοῦ Καυσοκαλυβίτου περί τοῦ θέματος. «Τοῦ γάρ ἱερουργοῦ μυστικάς καί οὐκ ἀκουστάς τῷ λαῷ λέγοντος τάς εὐχάς, πῶς συμβιβάσει ὁ λαός τῶν ἐκφωνήσεων τό: «τόν ἐπινίκιον ὕμνον ἄδοντα, βοῶντα κεκραγότα καί λέγοτα»; τό:  «λάβετε φάγετε» κτ. καί τό: «πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες» κτ. τό: «ἐξαιρέτως τῆς Παναγίας ἀχράντου» κτ. τό: «χάριτι καί οἰκτιρμοῖς καί φιλανθρωπία»; κτ. τό: «ἵνα καί αὐτοί σύν ἡμῖν δοξάζωσι»;  Ἕκαστον γάρ τούτων, τῶν εὐχῶν ἑξηρτημένον, καθ’ ἑαυτό οὐκ ἀπαρτίζει διάνοιαν. «Ἄν λέγωνται μυστικά οἱ εὐχές ἀπό τόν ἱερουργό, πῶς ὁ λαός θά συμβαδίση μέ τίς ἐκφωνήσεις… ἀφοῦ ἡ καθεμιά ἀπ’ αὐτές, ἐξηρτημένη ἀπό τίς εὐχές, καθ’ ἑαυτήν δέν συγκροτεῖ νόημα;… Καί πῶς θά συμπροσευχηθῆ ὁ λαός γι’ αὐτά πού δέν ἀκούει;[41]  Καί ἡ εὐχή δέ τῆς λειτουργίας ἡ λέγουσα «δός Κύριε, καί τοῖς συνευχομένοις ἡμῖν προκοπήν βίου» κτ. ἀκουστάς τῷ λαῷ ἐθέλει τάς εὐχάς εἶναι.

Τί γάρ δήποτε τάς εὐχάς, ὧν αἱ ἐκφωνήσεις ἀκουσταί, μυστικῶς λεκτέον; Ἆρ’ ὡς ἀναξίων τῶν περιεστώτων πιστῶν τῆς αὐτῶν ἀκροάσεως; Οὐκοῦν οὐδέ τάς τῶν εὐχῶν μυστικωτέρας ἐκφωνήσεις ἀκουστάς, ἀλλά μυστικῶς καί αὐτάς λεκτέον. Τί γάρ μυστικώτερον, ὧν ἐν ἐν τῷ μυστικῷ ὁ Κύριος δείπνῳ καί ἐποίησε καί εἶπε; Τί κρυφιωδέστερον τῶν τῆς ἐπικλήσεως ρημάτων ἐπί τῇ ἀναδείξει τοῦ ἄρτου τῆς εὐχαριστίας και τοῦ ποτηρίου τῆς εὐλογίας, ὧν τά μέν τοῦ δείπνου, ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ καί τῷ Ἀποστόλῳ (Α’Κορ. ιγ’), τά δέ τῆς ἐπικλήσεως, λαμπρᾷ καί διαπρυσίῳ τῇ φωνῇ τοῖς πιστοῖς ἐκφωνεῖται; Εἶτα πῶς ποτε εἰς τήν τῶν μυστηρίων μετάληψιν προσκαλοῦνται, οἱ τῆς τῶν εὐχῶν δῆθεν ἀκροάσεως ἀνάξιοι; Οἱ γάρ τῆς τῶν εὐχῶν ἀκροάσεως ὑποτεθέντες ἀνάξιοι, οὐδέ τῆς τῶν μυστηρίων μεταλήψεως εἰσιν ἄξιοι κατά τόν θεῖον Χρυσόστομον (ὁμιλ. γ’εἰς τήν πρός Ἐφεσ.). Ἀλλά μήν τῆς τῶν μυστηρίων μεταλήψεως οὐκ ἀπαξιοῦνται ὡς προσκαλούμενοι ξύμπαντες οἱ περιεστῶτες, οὐδέ τῆς τῶν εὐχῶν ἄρα ἀκροἀσεως ἀπαξιωτέοι. Ὁ γάρ θ’ ἀποστ. Κανών ἀξιοῖ τούς εἰσιόντας πιστούς τῇ προσευχῇ καί τῇ ἁγίᾳ μεταλήψει παραμένειν·… ὁ δέ Ἰάκωβος ἐν τῇ λειτουργίᾳ αὐτοῦ ἀνιστάμενος φησίν (ὁ ἐν κλίσει τοῦ αὐχένος εὐξάμενος ἱερεύς) ἐκφωνεῖ «καί ποίησον τόν μέν ἄρτον τοῦτον» κτ, ὁ λαός, ἀμήν· ὁ ἱερεύς: «καί τό ποτήριον τοῦτο» κτ. ὁ λαός: Ἀμήν. [42]

 «Γιατί θά πρέπει νά λέγονται μυστικῶς οἱ εὐχές τῶν ὁποίων οἱ ἐκφωνήσεις ἐκφέρονται εἰς ἐπήκοον πάντων;  Μήπως διότι ἐκλαμβάνονται οἱ παρευρισκόμενοι πιστοί ως ἀνάξιοι νά τίς ἀκροαστοῦν; Τότε  λοιπόν δέν θά πρέπει νά ἀκούγονται  οὔτε καί οἱ ἐκφωνήσεις τῶν εὐχῶν πού εἶναι μυστικώτερες ἀπό κάποιες ἄλλες, ἀλλά θά πρέπει καί αὐτές νά λέγονται μυστικῶς».

   Τό γεγονός ὅτι ὅλες οἱ ἐκφωνήσεις, ἐκτός ἀπό τό δοξολογικό, διαθέτουν καί ἐσχατολογικό περιεχόμενο («καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων») ἴσως χρειάζεται νά μᾶς προβληματίση καί γιά ἔναν ἀκόμη λόγο: πῶς εἶναι θεμιτό νά ἀκούγεται ἀπό τους πιστούς ἡ μνεία τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, πού εἶναι μυσταγωγικότερος, καί νά μήν ἐπιτρέπεται νά ἀκούγωνται οἱ ἀναφορές στό παρελθόν καί στό παρόν, οἱ ὁποῖες ὑπάρχουν στό κύριο σῶμα τῶν εὐχῶν;   

Πολύ εὔλογα ὁ Νεόφυτος ὑποδεικνύει τήν ἀνακολουθία: «Ἄλλωστε οἱ ἐκφωνήσεις εἶναι μυστικώτερες ἀπό τίς εὐχές. Τί πιό μυστικό ἀπό ἐκείνα πού ὁ Κύριος στό μυστικό δεῖπνο εἶπε καί ἔκανε; Τί πιό ἀπόρρητο ἀπό τά λόγια τῆς ἐπικλήσεως πού προσέφερε ἀναδεικνύοντας τόν ἄρτο τῆς εὐχαριστίας καί τό ποτήριο τῆς εὐλογίας, τά ὁποῖα στό Εὐαγγέλιο καί στόν Ἀπόστολο, ἀλλά καί στούς πιστούς ἐκφωνοῦνται μέ λαμπρά καί καθαρή φωνή;[43]

Ἔπειτα πῶς ἔρχεται ἡ στιγμή κατά τήν ὁποία προσκαλούνται στήν μετάληψη τῶν μυστηρίων, αὐτοί πού ὑποτίθεται ὅτι εἶναι  ἀνάξιοι τῆς ἀκροάσεως τῶν εὐχῶν; Διότι αὐτοί πού ἐκλαμβανονται ὡς ἀνάξιοι να ἀκροασθοῦν τίς εὐχές, κατά τόν θείον Χρυσόστομον οὔτε γιά νά μεταλάβουν τά μυστήρια θά εἶναι ἄξιοι. Ἀλλά ὅπως δέν θεωρούνται ἀνάξιοι ἀπό τήν μετάληψη τῶν μυστηρίων καθῶς προσκαλούνται σέ αὐτά ἄπαντες οἱ παρευρισκόμενοι, ἔτσι οὔτε καί γιά τήν ἀκρόαση τῶν εὐχῶν λογίζονται ἀνάξιοι. Ἄλλωστε ὁ θ’ἀποστολικός κανόνας ἀπαιτεῖ ἀπό τους πιστούς πού προσέρχονται στήν προσευχή νά παραμένουν καί στήν μετάληψη τῶν ἁγίων μυστηρίων… Ὁ δέ Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος στήν λειτουργία πού συνέταξε    λέει ὅτι ( ὁ ἱερεύς πού εὐχεται ὑποκλινόμενος) ἐκφωνεῖ «καί ποίησον τόν μέν ἄρτον τοῦτον» κτ, ὁ λαός, ἀμήν· ὁ ἱερεύς: «καί τό ποτήριον τοῦτο» κτ. ὁ λαός: Ἀμήν. Συνεπῶς ἡ στέρηση τῶν εὐχῶν στόν λαϊκό σημαίνει ἐξωεκκλησιασμό κατά τόν Χρυσόστομο καί τούς  Μεγάλους πατέρες.  Ὅπως ἀντιλαμβανόμαστε, ἡ σημερινή τακτική ἔχει θέσει ὑπό ἐπιτίμιο ὅλους τούς λαϊκούς! («Πῶς καί γιατί ὅλοι λαϊκοί μεταμορφώθηκαν σέ ἀφορισμένα πρόσωπα;» πρωτ.  Ἀλεξάνδρου Σμέμαν, Ἡμερολόγιο, ἔκδ. Ἀκρίτας, 2002, σ. 360.) 

Ἐπειδή εἶναι καθολική ἡ χάρη, ἀνάγκη καί ἡ δοξολογία νά εἶναι καθολική, κάτι ἀδύνατο ἄν δέν ἀκούγεται[44]. «Ὁ λαός πρέπει νά εὐχαριστήση, ἀλλά δέν γνωρίζει γιά ποιά εὐχαριστεῖ. Καί ὁ ἱερέας πού προσεύχεται μόνος του πρός τόν Θεό θά ἀκούση τό τοῦ Ἀποστόλου: ‘’σύ μέν καλά εὐχαριστεῖς, ἀλλά ὁ λαός ἔξω πῶς θά εὐχαριστήση μαζί σου ἀφοῦ δέν γνωρίζει τί λέγεις;’’ (Α΄ Κορ. 14: 16). Καί παραβλέπω τό γεγονός ὅτι, ἐπειδή ἡ ἀκοή του ἀπρακτεῖ, στρέφεται ἐπί πλέον ἡ διάνοιά του σέ μάταιες σκέψεις»[45].

Μιά τέτοια λατρεία δέν εἶναι λατρεία λογικῶν προβάτων: «Τῶν μάγων καί ἐπαοιδῶν καί φαρμακῶν χαρακτηριστικό εἶναι νά μουρμουρίζουν μπροστά στόν λαό»[46].

«Τά εὐχολογικά καί ὑμνολογικά κείμενα εἶναι συντεταγμένα κατά κανόνα σέ πληθυντικό ἀριθμό καί ἀφοροῦν στό σύνολο τῆς Ἐκκλησίας, κληρικούς καί λαϊκούς. Τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας κατά τήν Λατρεία δέν εἶναι τεμαχισμένο ἤ ταξικά χωρισμένο»[47] θά ἐπισημάνει   ὁ καθηγητῆς Ἰωάννης Φουντούλης.

Ὡς πρός τό κείμενο τῆς Θ. Λειτουργίας μᾶς ἐνδιαφέρει, ἐν προκειμένῳ καί ἡ φιλολογική συνοχή καί συνέχειά του. Ὑπό τούς ὅρους αὐτούς ἐννοῦμε τό γεγονός ὅτι τό σύνολο τῶν εὐχῶν τῆς Θ. Λειτουργίας ἐμφανίζει τή μορφή μιᾶς ἀλληλουχίας αἰτημάτων καί ἐννοιῶν. Ἡ διαπίστωση αὐτή συνεπάγεται τή θεώρηση τῶν εὐχαριστιακῶν εὐχῶν ὡς ἑνός ἑνιαίου ὅλου.

Ὡς ἑνιαία ὁλότητα, ὅμως θά πρέπει νά θεωρηθεῖ καί κάθε μεμονωμένη εὐχή τῆς Θ. Λειτουργίας. Οἱ ἐκφωνήσεις τῶν εὐχῶν συνιστοῦν τίς δοξολογικές κατακλεῖδες, οἱ ὁποῖες ἐνισχύουν τό αἴτημα πού διατυπώνεται σέ κάθε εὐχή: « Ὅτι πρέπει σοι πᾶσα δόξα…», «Ὅτι σόν τό κράτος καί σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία…», « Ὅτι ἀγαθός καί φιλάνθρωπος Θεός ὑπάρχεις …», «Ὅτι ἅγιος εἶ ὁ Θεός ἡμῶν…», «Σύ γάρ εἶ ὁ φωτισμός τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων ἡμῶν…», « Ὅτι ἐλεήμων καί φιλάνθρωπος Θεός ὑπάρχεις …» κ.ο.κ.

Ἡ φιλολογική συνοχή καί συνέχεια τῶν εὐχῶν τῆς Θ. Λειτουργίας κορυφώνεται στήν Ἁγία Ἀναφορά [48], τά ἐπιμέρους τμήματα τῆς ὁποίας ἐμφανίζουν μιά θαυμαστή ἑνότητα. Τό τμήμα ἐκεῖνο τῶν  λειτουργικῶν ἐκφωνήσεων τῆς Θ. Λειτουργίας ἦταν «ἐκφωνούμενο», δηλαδή δέν εἶχε ἀναπτυγμένη μουσική μορφή (ὅπως συνέβη στή μεταβυζαντινή μελοποιῒα μέ τόν Τρισάγιο ὕμνο, τά ἀλληλουάρια, τό Χερουβικό ὕμνο καί τό «Ἄξιον Ἐστί». Πρός ἀποφυγή παρεξηγήσεων, ἐπισημαίνουμε ὅτι ἀναφερόμαστε στίς ἑξῆς φράσεις ἤ κείμενα: «Ἔχομεν πρός τόν Κύριον»/ «Ἄξιον καί δίκαιον»/ Ἐπινίκιος ὕμνος/ «Σέ ὑμνοῦμεν…». Αὐτά ἦσαν ἐκφωνούμενα καί ὄχι ψαλλόμενα, παρεμβάλλονταν δέ ἀνάμεσα στίς εὐχές τοῦ τμήματος τῆς Ἁγίας Ἀναφορᾶς, οἱ ὁποῖες ἀναγινώσκονταν «εἰς ἐπήκοον τοῦ λαοῦ χαμηλοφώνως» (καί ὄχι ἐκφώνως), ὅπως μαρτυρεῖ ὁλόκληρη ἡ χειρόγραφη παράδοση τῶν εὐχολογίων.    

Ἄς μᾶς ἐπιτραπεῖ νά τήν ἐκθέσουμε σχηματικά:

Μετά τήν ἀπάντηση τοῦ λαοῦ «Ἄξιον καί δίκαιον», τό πρῶτο τμῆμα τῆς εὐχῆς τῆς Ἀναφορᾶς ἐξαρτᾶται ἀπό τήν ἀπάντηση αὐτή, γιά νά ἀναπτύξει τή δοξολογία πρός τό Θεό: Ἄξιον καί δίκαιον σέ ὑμνεῖν… (ἡ ἴδια ἔννοια διασώζεται στή λειτουργία τοῦ Μ. Βασιλείου, ὅπου ἁπλῶς προτάσσεται τό «Ὁ Ὤν Δέσποτα…»). Τό πρώτο τμῆμα τῆς εὐχῆς καταλήγει στή μνεία τῆς ἀγγελικῆς δοξολογίας, μέσα ἀπό τήν ὁποία οἱ οὐράνιες δυνάμεις «ἄδουν καί βοοῦν καί κράζουν» τόν Ἐπινίκιο ὕμνο· τότε, ἀκριβῶς, ἀκούγονται τά λόγια τοῦ ὕμνου αὐτοῦ τό τέλος τοῦ ὁποίου ἀποτελεῖ καί πάλι εἰσαγωγή γιά τό δεύτερο τμῆμα τῆς εὐχῆς: Μετά τούτων καί ἡμεῖς… Ἡ εὐχή τῆς Ἀναφορᾶς ὁλοκληρώνεται μέ τήν ἀνάμνηση τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου καί τήν κορύφωση τοῦ ἔργου τῆς Θείας Οἰκονομίας: Σταυρός, Πάθος, Ἀνάσταση, Ἀνάληψη, «καθέδρα ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός», Δευτέρα ἔνδοξος Παρουσία. Καί ἐπειδή τά θυμόμαστε ὅλα αὐτά (ἡ μετοχή «μεμνημένοι» εἶναι αἰτιολογική ἤ τροπική) καθώς προσφέρουμε «τά σά ἐκ τῶν σῶν» ( ἄς κατανοήσουμε, ἐπιτέλους, ὅτι ὁλόκληρη ἡ χειρόγραφη παράδοση ἔχει μετοχή- «προσφέροντες»- καί ὄχι τόν ἐνεστώτα «προσφέρομεν»), «ὑμνοῦμε, εὐλογοῦμε καί εὐχαριστοῦμε τό Θεό καί τόν παρακαλούμε» τά ἀκόλουθα: Κατάπεμψον τό Πνεῦμα σου τό Ἅγιον… Ἡ εὐχή τῆς ἐπικλήσεως ἀποτελεῖ, ἐπομένως, τή φυσική συνέχεια τοῦ «καί δεόμεθά σου». Τέλος στήν εὐχή τῆς ἐπικλήσεως ἐπισυνάπτεται ἡ τῶν Διπτύχων, ἡ ὁποία εἶναι καί αὐτή ἄρρηκτα συνδεδεμένη μέ τό προηγούμενο προσευχητικό κείμενο.

Καταγράψαμε σχημτικά τή φιλολογική ἑνότητα τοῦ κειμένου ( αὐτό πού στή γλώσσα τῶν ἀναγνωσμάτων ὀνομάζεται «συνεχής ἀνάγνωση»), διότι πρέπει νά ἀντιληφθοῦμε ὅτι, ὅταν τό ἕνα τμῆμα προϋποθέτει τό προηγούμενό του δέν εἶναι δυνατόν καί τά δύο νά λέγονται ταυτόχρονα: ὅταν ἡ εὐχή Ἄξιον καί δίκαιον σέ ὑμνεῖν προϋποθέτει νά ἀκουστεῖ πρῶτα ἡ φράση τοῦ λαοῦ «Ἄξιον καί δίκαιον», δέν μποροῦμε νά παραθεωροῦμε τήν ἑνότητα τοῦ κειμένου καί τήν ὥρα πού ὁ ἱερέας ἀναγινώσκει τήν εὐχή, νά ψάλλεται μέ ἐκτενές μέλος καί ὄχι μέ ἐμμελή ἀνάγνωση τό «Ἄξιον καί δίκαιον». Τό ἴδιο συμβαίνει μέ τόν Ἐπινίκιο ὕμνο, ὁ ὁποῖος πρέπει πρῶτα νά ἀναγνωσθεῖ ἐμμελῶς ὥστε νά ἀρχίσει τό δεύτερο τμῆμα τῆς εὐχῆς τῆς Ἀναφορᾶς. Οὔτε νομιμοποιούμαστε, ἐπειδή μέ τήν παραφθορά τοῦ κειμένου τό «προσφέροντες» ἔγινε «προσφέρομεν», νά ψάλλουμε σέ ἐκτενές μέλος (καί ὄχι μέ ἐμμελή ἀνάγνωση ) τό «Σέ ὑμνοῦμεν …», πού καταλήγει στό «καί δεόμεθά σου ὁ Θεός ἡμῶν», γιά νά ἀκολουθήσει αὐτό «πού δεόμαστε», δηλαδή ἡ εὐχή τῆς Ἐπικλήσεως (Καταπεμψον).   

    

Ἀφοῦ ἐκθέσαμε καί τήν φιλολογική συνέχεια τοῦ κειμένου τῆς ἀναφορᾶς πρέπει νά τονίσουμε ὅτι τά μυστήρια τοῦ Βαπτίσματος καί τοῦ Χρίσματος πού  παρέχουν μύηση καί ὅλοι οἱ πιστοί, μετὰ τὸ Βάπτισμά τους, εἶναι «μυσταγωγούμενοι» καὶ ὄχι πλέον «κατηχούμενοι». Διὰ τοὺς βεβαπτισμένους ἡ ἐπὶ γῆς ζωὴ εἶναι μία διαρκὴς «διακαινήσιμος» περίοδος, μία διατήρησις τοῦ λευκοῦ ἐνδύματος τοῦ Βαπτίσματος, ἕως τήν «Καινὴν Κυριακήν», ἕως τὴν συνάντηση μὲ τὸν ἐρχόμενον Κύριον. Ὡς «μυσταγωγούμενοι» πρέπει νὰ μαθητεύσουν εἰς τὸ Μυστήριον τῆς λατρείας, αὕτη δὲ ἡ μαθητεία διέρχεται -πλὴν τῶν ἄλλων παραμέτρων-καὶ διὰ τοῦ εἰς ἐπήκοον τῶν πιστῶν τρόπου ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν, ὁ ὁποῖος, ἑπομένως, δὲν πρέπει νὰ ἀποτελέσῃ μόνον ἀντικείμενον τελετουργικοῦ κανόνος, ἀλλὰ καὶ ἀφορμὴν διδαχῆς («μυσταγωγικῆς κατηχήσεως») ἐκ μέρους τῶν ποιμένων καί διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας. Ὅπως ἐλπίζω νά φάνηκε, ἄφθονες πατερικές καί ἱστορικές μαρτυρίες στηρίζουν τήν ἀκρόαση τῶν εὐχῶν, ἐνῶ δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὅλοι οἱ μεγάλοι σύγχρονοι θεολόγοι συνευδοκοῦν. Ἔχοντας λοιπόν ἔτσι τά λειτουργικά δεδομένα, μπορούμε νά πούμε: α) Τά πάντα εἰς τήν Θεία Λειτουργία ἔχουν τήν δέουσα θέσιν, β) . Οἱ πιστοί  θά πρέπῃ νά βοηθηθοῦν ὥστε νά συνειδητοποιήσουν ὅτι κατά τήν Θείαν Λειτουργίαν δέν «τελοῦν» τό Μυστήριον μετά τοῦ Ἱερέως, ἀλλά συμμετέχουν εἰς αὐτό πρέπει  δηλαδή νὰ ἀποτελέσῃ ὅχι μόνο ἀντικείμενο τελετουργικοῦ κανόνος, ἀλλὰ καὶ ἀφορμὴν διδαχῆς («μυσταγωγικῆς κατηχήσεως») ἐκ μέρους τῶν ποιμένων καί διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας, δ) Ἡ ἀνάγνωσις τῶν εὐχῶν «χαμηλοφώνως» καί οὐχί «ψιθυριστικῶς», ὡς συνήθως λέγεται ἡ τελευταία πρακτική αὕτη, παρέχει εἰς τούς πιστούς τήν δυνατότητα παρακολουθήσεως τῆς ἀλληλουχίας εὐχῶν καί ἐκφωνήσεων καί τῆς κανονικῆς δομῆς τῆς Θείας Λειτουργίας, τήν ὁποίαν πολλάκις «λυμαίνεται ἡ ἀπόσπασις τῶν εὐχῶν ἐκ τῆς οἰκείας θέσεως καί σχέσεως πρός τά συμφραζόμενα καί συμψαλλόμενα,ε) ἤ νά παραλείπουν τήν ἐνσυνείδητον ἀνάγνωσιν τῶν εὐχῶν, ἤ ἀπό τήν κατά μηχανικόν τρόπον ἔκφρασιν καί ἐκφοράν αὐτῶν, ἤ καί ἀπό τό νά προσπερνοῦν αὐτάς «μέ τό μάτι», κατά τό δή λεγόμενον, τούς δέ πιστούς θά βοηθήσῃ ὥστε νά συνειδητοποιήσουν ὅτι ὁ Ἱερεύς κατά τήν Θεία Λειτουργία δέν προφέρει μυστικῶς μαγικάς τινάς φράσεις, ἀλλά τελεῖ καί ἀναφέρει ἐξ ὀνόματός των «δεήσεις καί ἱκεσίας καί θυσίας ἀναιμάκτους» ὑπέρ παντός τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας. Ἔχω τήν πεποίθηση ὅτι ἡ τακτική τῆς ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν εἰς ἐπήκοον τῶν πιστῶν, συνεπής στήν μυστηριολογία τῆς Ἐκκλησίας , θά γνωρίζη ὅλο καί μεγαλύτερη διάδοση στό ἐξῆς, ἀπό τούς ἔχοντες τήν εὐθύνη τῆς λειτουργικῆς τάξεως στήν Ἐκκλησία. Και θά κλείσω μέ ένα χωρίο τοῦ Νικόλαου Καβάσιλα πού ἀφορᾶ τίς εὐχές.

 

 Ὁ Νικόλαος ὁ Καβάσιλας (14ος αἰώνας) λέει: Καί αὐτό πράγματι μποροῦν νά πετύχουν σ’ ἐμᾶς οἱ προσευχές (εὐχαί), οἱ ψαλμωδίες καί ὅλα ὅσα ἱερά λέγονται καί γίνοται σ’ αὐτήν. Διότι αὐτά μᾶς ἀγιάζουν καί μᾶς διαθέτουν, ἀφ’ ἐνός μέν νά δεχθοῦμε ὅπως πρέπει τόν ἁγιασμό, ἀφετέρου δέ νά διατηρήσουμε τόν ἁγιασμό καί νά παραμείνουμε κάτοχοί του… Οἱ προσευχές μᾶς στρέφουν πρός τόν Θεό καί προξενοῦν τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μας… Ἔτσι λοιπόν ἀπό τό ἴδιο τό νόημα τῶν λόγων, ὅσων λέγονται καί ὅσων ψάλλονται, ὠφελούμαστε κατά τήν ἱερουργία.[49]    

 

 

[1] Βλ. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗΣ, Σύγχρονα λειτουργικά προβλήματα, σελ. 659.

[2] ΦΟΥΝΤΟΥΛΗΣ, Λειτουργικές ἰδιομορφίες, σελ. 211.

[3]  π. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Β. ΤΖΕΡΠΟΣ, ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, σελ. 40-41.

[4] Ἀπευθύνεται πρός τόν αὐτοκράτορα Ἀντωνίνο Πίο καί τόν καίσαρα Μ. Αὐρήλιο περί τό 150 μ.Χ .

[5] Α΄ Απολογία, 65, 1-5, ΒΕΠΕΣ 3, σ. 197 (12-28).

[6] ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ν. ΦΙΛΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ, τόμος Β΄, σελ, 135 καί 136.

[7] {ΒΕΠΕΣ 3, 1955, σ. 198 (16- 20)}.

[8] Βλ. σχετικά στό J. QUASTEN, Patrology, τόμ. 1 Utrecht- Antwerp, Spectruum, 1975, σελ. 135.

[9] J. SOLANO, Textos eucaristicos primitivos, I (Hasta fines del siglo IV), Madrid, Bibliotheca des autores Cristianos, 1978, σ. 721 (1073).

[10] J. SOLANO, στό ἴδιο, σ. 722 (1074). Τά κείμενα αὐτά παρατίθενται με σχόλια ἀπό τόν N. BORGIA, Frammenti eucaristici antichissimi. Saggio di poesia sacra populare bizantina, Grottaferrata 1932, σ. 37-40.

[11] Εἰς τό κατά Ματθαῖον, ια΄, 14, στό ΒΕΠΕΣ 13, 1957, σ. 61 (32- 34).

[12] Ἔκδ. ὑπό H. PETRE, Etherie, Journal de Voyage, στό SC 21, 1971, σ. 199.

[13] Στό ἴδιο, 47, σ. 261.

[14] Στό ἴδιο, 24, σ. 193.

[15] Στό ἴδιο, 24, σ. 189- 191.

[16] Λόγος ΙΗ΄ (Ἐπιτάφιος εἰς τόν πατέρα, παρόντος Βασιλείου), 29, PG 35, 1021A. Τά ρήματα τῆς εὐχαριστίας εἶναι εἴτε ἡ καθαγιαστική εὐχή εἴτε ἡ εὐχαριστήρια εὐχή πρίν ἀπό τήν ἀπόλυση τῆς Θείας Εὐχαριστίας (B. PRUCHE, SC 17, 1968 σημ. 29).

[17] Ἁγίου Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος ιη’ (ἐπιτάφιος εἰς τόν πατέρα), 9, ΕΠΕ 6, 285.

[18] ΒΕΠΕΣ 2, 1995, σ. 53(34)-54(18).

[19] ΒΕΠΕΣ 2, σ. 124(33)- 125(12).

[20] ΒΕΠΕΣ 2, σ. 125(13-33).

[21] Στό ἴδιο, σ. 151 (2- 5).

[22] ΒΕΠΕΣ 2, 1995, σ. 151(5)-154(21).

[23] Στό ἴδιο, σ.154(22)-157(21).

[24] E. BRANISTE, «L’ Assemblee Liturgique decrite dans les Constitutions Apostoliques et les differentes fonctions dans son cadre», στό L’ Assemblee Liturgique et les differents roles dans l’ Assemblee,  Conferences Saint-  Serge XXIIIe Semaine d’ etudes liturgiques, Roma, Edizioni Liturgiche, 1973, σ. 104 (Bibliotheca «Ephemerides Liturgicae», «Subsidia» 9).

[25] Ἀλλά πᾶσιν ἕν σῶμα πρόκειται, καί ποτήριον ἕν. Καί ἐν ταῖς εὐχαῖς δέ πολύ τόν λαόν ἴδοι τις ἄν συνεισφέροντα. Καί γάρ ὑπέρ τῶν ἐνεργουμένων, ὑπέρ τῶν ἐν μετανοίᾳ, κοιναί καί παρά τοῦ ἱερέως, καί παρ’ αὐτῶν γίνονται αἱ εὐχαί, καί πάντες μίαν λέγουσιν εὐχήν, εὐχήν τήν ἐλέου γέμουσαν… Τά τῆς Εὐχαριστίας, πάλιν κοινά· οὐδέ γάρ ἐκεῖνος εὐχαριστεῖ μόνος, ἀλλά καί ὁ λαός ἅπας. Πρότερον γάρ αὐτῶν λαβῶν φωνήν, εἶτα συντιθεμένων ὅτι ἀξίως καί δικαίως τοῦτο γίνεται, τότε ἄρχεται τῆς εὐχαριστίας. Καί τί θαυμάζεις, εἴ που μετά τοῦ ἱερέως ὁ λαός φθέγγεται, ὅπου γε καί μετ’ αὐτῶν τῶν Χερουβείμ καί τῶν ἄνω δυνάμεων, κοινῆ τούς ἱερούς ἐκείνους ὕμνους ἀναπέμπει;  ( Ὑπόμνημα εἰς τήν πρός Κορινθίους Ἐπιστολήν, ΙΗ΄, στό Ε.Π.Ε., Χρυσοστόμου ἔργα 19, σ. 486(6-23). 

[26] Ὅπου γάρ ἄν ὦσι δύο ἤ τρεῖς, φησί, συνηγμένοι εἰς τό ἐμόν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμί ἐν μέσῳ αὐτῶν. Εἰ, ὅπου δύο ἤ τρεῖς εἰσί συνηγμένοι, ἐν μέσῳ ἐστί, πολλῷ μᾶλλον ἐφ’ ὑμῶν. Ὁ γάρ καθ’ ἑαυτόν τις εὐχόμενος λαβεῖν οὐ δύναται, τοῦτο μετά τοῦ πλήθους εὐχόμενος λήψεται· διά τί; Ὅτι εἰ καί μή ἡ οἰκεία ἀρετή, ἀλλ’ ἡ συμφωνία πολλήν ἔχει τήν ἰσχύν (Εἰς τήν Β΄ Πρός Θεσσαλονικεῖς 4, 4, PG  62, 491, ΕΠΕ, 23, 4, 83-84). Τί γάρ, ἐν τῇ οἰκία οὐ δύναμαι εὔξασθαι; Δύνασαι μέν εὔξασθαι, οὐ τοσαύτην δέ δύναμιν ἔχει ἡ εὐχή, ὡς ὅταν μετά τῶν μελῶν τῶν οἰκείων γίνηται, ὡς ὅταν ὁλόκληρον το σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ὁμοθυμαδόν ἀναπέμπῃ τήν δέησιν μιᾷ φωνῇ ἱερέων παρόντων, καί τάς εὐχάς τοῦ κοινοῦ πλήθους ἀναφερόντων ( Ἀπόδειξις τοῦ χρησίμως τάς περί Χριστοῦ καί ἐθνῶν καί τῆς ἐκπτώσεως Ἰουδαίων προφητείας ἀσαφεῖς εἶναι,  PG 56, 4, 181- 182, ΕΠΕ 1, 356-357 ).    

[27] Ὑπόμνημα εἰς τήν Α΄ Πρός Κορινθίους ΚΔ΄, 2, στό Ε.Π.Ε., Χρυσοστόμου ἔργα 18α , σ. 82-83.

[28] Ἡ ὁσία Μελάνη καταγόταν ἀπό τή Ρώμη (γεννήθηκε περί τό 383 μ.Χ.) καί ἀφιέρωσε τή ζωή της σέ ἔργα φιλανθρωπίας. Μετά ἀπό πολλά ταξίδια (Β. Ἀφρική, Αἴγυπτος, Κωνσταντινούπολις), ἡ ὁσία κατέληξε στά Ἱεροσόλυμα, ὅπου ἔκτισε, κοντά στόν κῆπο τῆς Γεσθημανῆ, διπλό μοναστήρι (γιά ἀνδρική καί γυναικεία κοινότητα), ὑπῆρξε δέ προϊσταμένη τῶν μοναστηριῶν αὐτῶν ἕως τό θάνατό της.Ὁ Βίος της γράφτηκε ἀπό τόν ἐξομολόγο της Γερόντιο, ἱερομόναχο στήν ἀνδρική μονή πού ἡ ἴδια εἶχε ἱδρύσει. 

[29] Βίος τῆς ὁσίας Μελάνης , 66, ἔκδ. D. Gorce, S.C. 90, 162, σ. 262-264.

[30] Βίος, 28, S.C. 90, 1962, σ. 182.

[31] Κεφ. 6, στό R. SCHOELL- G. KROLL, Corpus Juris Civilis, vol. III, Berolini, Weidmannos, 1899, σ. 699(3-15).

[32] Ἔτσι ἑρμηνεύεται ἡ προτροπή αὐτή τοῦ Ἰουστινιανοῦ ἀπό πολλούς π.χ. A.G. MARTIMORT (L’ Eglise en Piere, Introduction a la Liturgie<par Robert CABIE>, Tournai, Desclee 1983, σ. 163.

[33] Ὁ Π.Ν. Τρεμπέλας, ὁ ὁποῖος ἀγωνίστηκε γιά τή συνειδητοποίηση τῆς παραδόσεως περί τῆς εἰς ἐπήκοον ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν, σημειώνει περί τοῦ προκειμένου: Δηλαδή νά μή λέγωσι τάς εὐχάς ταύτας μυστικῶς, ἀλλά μέ φωνήν κάπως ζωηροτέραν, ὥστε νά ἀκούωνται αὗται καί ὑπό τοῦ πιστοτάτου λαοῦ, τοῦ συμμετέχοντος εἰς τήν λατρείαν («Πᾶς ὁ λαός ἐπεσφράγιζε…», σ. 438). Ὁ δέ Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης Διονύσιος, σημειώνει: Πρέπει νά προσέξουμε τί ἀκριβῶς ἐννοεῖ τό «ἐξακουομένης». ὄχι φωνές, ὄχι θεατρική ἀπαγγελία, ἀλλά ὅσο πού νά ἀκούεται καθαρά φωνή τοῦ λειτουργοῦ (Θεία Λειτουργία, Ἀθῆνα, Ἀποστολική Διακονία, 1986, σ. 120).  

[34] Περί τούτου ὁ Π.Ν. Τρεμπέλας ἐκθέτει πολλές ἀποδείξεις μέ τή συγκριτική μελέτη τοῦ συγκεκριμένου σημείου τῆς Νεαρᾶς μέ τίς Ἀλεξανδρινές ἀλλά καί τίς Δυτικές Λειτουργίες, καθῶς καί μέ τόν Ἰωάννη Μόσχο ( Αἱ Τρεῖς Λειτουργίαι κατά τούς ἐν Ἀθήναις κώδικας, Ἀθῆναι, 1982, σ. 100-101· «Εἰς ἐπήκοον ἀνάγνωσις…», σ. 382.

[35] P. BATIFOL, Lecons sur la Messe, Paris, Gabalda, 1920, σ. 210. Γεννημένος περί τό 550 μ. Χ. στή Δαμασκό, ὁ μοναχός Ἰωάννης Μόσχος ἐπισκέφθηκε πολλές Μονές τῆς Παλαιστίνης καί τῆς Αἰγύπτου καί καταχώρισε στό Λειμῶνα τίς ψυχωφελεῖς διηγήσεις, τίς ὁποῖες ἄκουσε στους ποικίλους αὐτούς τόπους τῆς ἀσκήσεως.  

[36] Ἦν τίς ἀδελφός ἐν τῷ κοινοβίο τοῦ Χοζεβᾶ, ὅς ἦν μαθῶν τήν προσκομιδήν τῆς ἁγίας ἀναφορᾶς. Ἐν μιᾷ οὖν ἐπέμφθη ἐνέγκαι εὑλογίας, καί ἐρχόμενος ἐν τῷ μοναστηρίῳ εἶπεν τήν προσκομιδήν ὡς ἐν τάξει τῆς στιχολογίας. Καί τάς εὐλογίας προέθηκαν ἐν τῷ δίσκῳ ἐν τῷ ἁγίῳ θυσιαστηρίῳ οἱ διάκονοι· καί ἐν τῷ προσκομίζειν τόν ἀββᾶν Ἰωάννην τόν τότε πρεσβύτερον ὄντα, τόν ἐπίκλην Χοζεβίτην, ὅς καί ὕστερον γέγονεν Καισαρείας τῆς κατά Παλαιστίνην ἐπίσκοπος, οὐκ ἐθεάσατο κατά ἔθος τήν ἐπιφοίτησιν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καί λυπηθεῖς μήτι ἄρα αὐτός ἥμαρτεν, καί διά τοῦτο ἀπέστη τό Πνεῦμα τό Ἅγιον εἰσῆλθεν ἐν τῷ διακονικῷ κλαίων καί ρίπτων ἑαυτόν ἐπί πρόσωπον· καί φαίνεται αὐτῷ ἄγγελος Κυρίου λέγων, ὅτι ἐξότου ἐν τῇ ὁδῷ ἐπικομιζόμενος τάς εὐλογίας ἀδελφός ἔλεγεν τήν ἁγίαν ἀναφοράν, ἡγιάσθησαν καί τετελειωμένα εἰσίν. Καί ἀπό τότε λόγον ἐπέθηκεν γέρων, ὥστε μηδένα μαθεῖν τήν ἁγίαν ἀναφοράν, μή ἔχοντα χειροτονίαν, μηδέ ὡς ἔτυχεν λέγειν αὐτήν ἐν οἱῳδήποτε καιρῷ χωρίς τόπον ἡγιασμένον (Λειμών 25, PG. 87(ΙΙΙ), 2869 D-  2871A).

[37] Ὁ Π.Ν. Τρεμπέλας, μέ ἀφορμή τή συγκεκριμένη μαρτυρία τοῦ Ἰωάννου Μόσχου, ἀξιολογεῖ ὡραιότατα τήν ἔννοια τῆς «συνιερουργίας» τῶν λαϊκῶν κατά τή Θεία Εὐχαριστία καί γενικά στή λατρεία («Ἡ ἔννοια τῆς συνιερουργίας», στό Ἐκκλησία 26, 1949, φ. 23, σ. 363).

[38] P.G. 87(III), 3080 D.

[39] Στό ἴδιο, 3081 Β.

[40] πρωτ. Ἀλεξάνδρου Σμέμαν, Εὐχαριστία, ἔκδ. Ἀκρἰτας 2000, σσ. 234-235.

[41] Νεοφύτου Καυσοκαλυβίτου, Ἐπιτομή ἱερῶν κανόνων, τόμος α΄, ἔκδ. Ἀστήρ, 1999, σ. 201.

[42] Νεοφύτου Καυσοκαλυβίτου ὅπου παραπάνω σ. 201-202.

[43] Τό ἴδιον.

[44] Πρωτ. Ἀλεξάνδρου Σμέμαν, ὅπου παραπάνω, σσ. 123-124.

[45] Νεοφύτου Καυσοκαλυβίτου, ὅπου παρ., σ. 204.

[46] Νεοφύτου Καυσοκαλυβίτου, ὅπου παρ., σ. 203.

[47] Ἰωάννου Φουντούλη, Οἱ λαϊκοί στήν πράξη τῆς λατρείας, «Κοινωνία», 1991, τ.4, σς448-465.

[48] Τό τμήμα τό ὁποῖο περιλαμβάνει τόν διάλογο τοῦ ἱερέα μέ τό λαό ἀμέσως μετά τό Σύμβολο τῆς Πίστεως, τήν εὐχή τῆς Ἁγίας Ἀναφορᾶς σέ δύο τμήματα (παρεμβαλλομένου τοῦ Ἐπινικίου ὕμνου), καθώς καί τίς εὐχές τῆς Ἀναμνήσεως, τῆς Ἐπικλήσεως καί τῶν Διπτύχων ζώντων καί κεκοιμημένων.

[49] Νικολάου Καβάσιλα, Ἐρμηνεία τῆς Θείας Λειτουργίας, α΄, ἔκδ. Τό περιβόλι τῆς Παναγίας, 1991, σσ. 22-23.   


Joomla SEF URLs by Artio