Το Ευαγγελικό ανάγνωσμα της Δ΄ Κυριακής των νηστειών αναφέρεται στο θαύμα της δύναμης της πίστεως.

          Η διήγηση αφορά την χρονική στιγμή αμέσως μετά την κάθοδο του Ιησού από το Θαβώρ όπου έγινε η Μεταμόρφωσης Του.

          Το πρόσωπο του Ιησού είναι ακόμη φωτισμένο από την δόξα της Μεταμορφώσεως, ο λαός που τον βλέπει μένει έκθαμβος.

          Η σκηνή μας φέρνει στο νου μία αντίστοιχη της Παλαιάς Διαθήκης όταν ο Μωυσής κατεβαίνοντας από το όρος Σινά είχε,

          ‘’ δεδοξασμένη τήν ὄψιν τοῦ χρώματος τοῦ προσώπου αὐτοῦ ‘’.

          Με την διαφορά ότι ενώ στην περίπτωση του Μωυσή ‘’ ἐφοβήθησαν ἐγγίσαι αὐτοῦ ‘’ .

          Στη διήγηση μας ‘’ προστρέχοντες ἠσπάζοντω αῦτόν ‘’ (τον Ιησού).

          Μόλις κατέβει ο Ιησούς συναντά την τραγική κατάσταση, την αθλιότητα του ανθρώπου που βρίσκονται κάτω από τη δύναμη του Σατανά.

          Η διήγηση  για τον επιληπτικό νέο είναι μία εξαιρετικά τραγική αντίθεση σε σχέση με την αμέσως προηγούμενη διήγηση της Μεταμορφώσεως.

          Από την μία πλευρά έχουμε την δόξα του Θεανθρώπου, την τιμή του ανθρώπου που καλείται σε αυτή την δόξα.

          Είναι κληρονόμος του Πατέρα και δημιουργού του.

          Στην Μεταμόρφωση είδαμε το ‘’ ἀρχαῖον κάλλος τῆς εἰκόνος  ‘’ σε τι δόξα  δηλαδή είναι καλεσμένος ο άνθρωπος να ζήσει.

          Την δόξα που θέλει ο Θεός να υπάρχει στο σύμπαν, την αιωνιότητα και την αθανασία.

          Από την άλλη πλευρά έχουμε το κατάντημα, την αθλιότητα που φτάνει ο άνθρωπος από την κατοχή του από τις σατανικές δυνάμεις.

         Υπάρχει και ένας συμβολισμός στο ότι ο Μωυσής και ο Ηλίας οι συνομιλητές του Ιησού στη Μεταμόρφωση.

         Είχαν περισσότερο από όλους σχεδόν τους ανθρώπους ασκήσει την προσευχή και την νηστεία.

         Τότε εμφανίζεται ένας από το λαό και του παρουσιάσει τον ασθενή γιο του.

         Τον πληροφορεί με θλίψη ότι απευθύνθηκε και στους μαθητές, χωρίς όμως να θεραπευθεί το παιδί του.

          ‘’ Ὦ γενεά ἄπιστος, ἔως πότε πρός ὑμᾶς ἔσομαι, ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν ‘’

          Ο Ιησούς εκφράζει την απαρέσκειά του για την άπιστη γενεά που έχει μπροστά του και αυτή είναι ο πατέρας του παιδιού με την ασθενική πίστη.

            Οι μαθητές με την ολιγοπιστία τους, οι γραμματείς που καταφεύγουν σε θεωρητικές συζητήσεις και τέλος ο λαός που παρασύρεται από αυτούς.

            Η στάση αυτή του Ιησού μας φέρνει στο μυαλό το παράπονο των προφητών προς τον Θεό στην Παλαιά Διαθήκη για την αποστολή τους στο μέσον ενός πορωμένου και ασταθούς λαού.

           Εδώ έχουμε ακατανόητα λόγια από τον Κύριο. ’’έως πότε θα σας ανέχομαι ‘’

           Ο μακρόθυμος, ο πολυέλεος, ο πολυεύσπλαχνος λέει έως πότε θα σας ανέχομαι ; Τον πίκραιναν και άλλη φορά ; τούς ήξερε από παλιά ;¨

           Ναι ο Κύριος είναι πατέρας και πολλές φορές ο πατέρας λέει στο παιδί του ‘’φτάνει πια δεν σε αντέχω άλλο ‘’.

           Αλλά και πάλι αντέχει τον γιό του και φροντίζει να διορθωθεί.

           Ακόμη τον Κύριο παραπίκραναν οι Ιουδαίοι γιατί Αυτός ήταν ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης.

            Σε Αυτόν γόγγυζαν μόνιμα, προς Αυτόν ήταν σκληροτράχηλοι και απερίτμητοι την καρδιά.

            Μπροστά σ΄ Αυτόν ειδολωλατρούσαν  και θανάτωναν τα παιδιά του τους Προφήτες.

            Ο Ιησούς παρόλο πικραμένος δείχνει την αγάπη του προς τα πονεμένα παιδιά του.

            Ζητά να του φέρουν τον ασθενή νέο που υφίσταται και νέα κρίση της αρρώστιας του κυλιόμενος πάνω στη γη και αφρίζοντας. 

            Απευθύνεται στον πατέρα του παιδιού και τον ρωτά για τον χρόνο έναρξης της αρρώστιας.

            Όχι φυσικά για να μάθει επειδή δεν το ξέρει, αλλά για να φανερωθεί από την απάντηση του πατέρα.

            Ότι ‘’παιδιόθεν’’  ο νέος υφίσταται τις τρομερές, τις οδυνηρές, τις ολέθριες συνέπειες της αιχμαλωσίας του από τον Σατανά.

            Ο πατέρας απαντά στα περί της ασθενείας του γιου και του ζητεί ταυτόχρονα την βοήθεια του Ιησού εκφράζοντας όμως και κάποια αμφιβολία ως προς τη δύναμη του.

           ‘’ εἴ τί δύνασε βοήθησον ἡμῖν, σπλαχνισθείς ἐφ ἡμῶν ‘’.

            Ο Ιησούς αντιπαραβάλλει στην αμφιβολία του πατέρα, που ίσως να οφείλεται και στην προηγούμενη εμπειρία με τους μαθητές, την παντοδυναμία της πίστεως.

            Είναι σαν να του λέει: Το ερώτημα δεν είναι αν μπορώ εγώ να επιτελέσω την θεραπεία που ζητάς.

            Αλλά εάν εσύ μπορείς να το πιστέψεις ότι εγώ μπορώ.

            Σε όλες τις διηγήσεις των Ευαγγελίων τα θαύματα δεν γίνονται για να προκαλέσουν την πίστη και να εντυπωσιάσουν.

           Αλλά προκαλούνται από την πιστή που θέλει το θαύμα.

           Η δήλωση του Κυρίου πιστεύεις, ‘’ πάντα δυνατά τῶ πιστεύοντι ‘’ γίνεται  όχι επειδή αγνοεί την απιστία του πατρός.

           Αλλά επειδή θέλει να τον βοηθήσει να αυξηθεί βαθμιαία η πίστη του και συγχρόνως να δείξει στους μαθητές ότι η αιτία που δεν έδιωξαν τον Δαίμονα ήταν η δική τους απιστία.

           Ο Ιησούς  βλέποντας ότι άρχισε εν το μεταξύ να ‘’ ἐπισυντρέχει ὁ ὅχλος 

           Διατάσσει το ακάθαρτο πνεύμα να βγει οριστικά από τον άρρωστο και να μην ξαναέρθει σε αυτόν.

          Ο διάβολος δημιουργεί μια τελευταία κρίση βγαίνοντας από το νέο.

          Δεν υπάρχει απόσταση ανάμεσα από τον λόγο του Ιησού και του γεγονότος.

          Αμέσως με τον λόγο συντελείτε η πράξη και με την πράξη πληρούται ο λόγος.

          Δημιουργείται η εντύπωση στους παρόντες ότι ο άρρωστος έμεινε νεκρός, εντύπωση η οποία δικαιώνει τον χαρακτηρισμό  της γενεάς ως άπιστης.

          Από την άλλη ο ίδιος αφήνει το δαιμόνιο να ενεργήσει όπως αυτός θέλει για να φανερωθεί η μεγάλη κακία.

          Το βαθύ μίσος του Σατανά για τους ανθρώπους και ο τρόπος που ενεργεί εναντίον μας όταν μας χάνει.

          Ο Κύριος πιάνει τον νέο από το χέρι και τον σηκώνει. Δείχνοντας με τον τρόπο αυτό τις δύο φύσεις του.

         Το κράτημα του χεριού του νέου και το σήκωμα είναι της δικής μας κτιστής  ενέργειας.

         Ενώ το να σηκωθεί απαλλαγμένος από κάθε κακό και αρρώστια ήταν δυνατότητα μόνο της θεϊκής και ζωτικής ενέργειας.

         ‘’ εἴ δύνασαι πιστεῦσαι πάντα δυνατά τῶ πιστεύοντι ‘’

         Ο άνθρωπος βέβαια πλησιάζει τον Χριστό με αμφιβολίες ακόμα και όταν έχει πόνο, όταν έχει ανάγκη από βοήθεια όπως ο πατέρας αυτός.

        ‘’ Εἴ δύνασαι βοήθησον ἡμῖν ‘’ Ο Διάβολος μας γεμίζει αμφιβολίες και δικαιολογίες.

         Χρειάζεται πάλη για την πίστη και δεν είναι ποτέ δεδομένη, ο αγώνας όμως αυτός είναι ωραίος και σωτήριος.

         Αυτό βέβαια δεν συμβαίνει μόνον τότε, αλλά και αργότερα και στις μέρες μας ‘’ ὦ γενεά ἄπιστος ‘’.

          Από τότε που αμάρτησαν οι πρωτόπλαστοι στον παράδεισο άρχισαν να φέρνουν δικαιολογίες. ‘’ Ἀδάμ ποῦ εἶ ‘’ φωνάζει ο Χριστός.

          Ο Χριστός γνωρίζει τι έπαθε ο Αδάμ και που είναι αλλά έρχεται με διάκριση για να τον θεραπεύσει.

              Έρχεται για να τον σώσει από το μεγάλο κακό που έκανε, από το μεγάλο κακό του θα έρθει στη συνέχεια μπροστά του.

              Όμως σε αυτή την κίνηση του Χριστού, σε αυτό το άνοιγμα του  αρχίζουν τις δικαιολογίες και ο Αδάμ και η Εύα.

              Μέσα στις καρδιές τους έσπασε, διαβρώθηκε, χάλασε η πίστη στο πρόσωπο του Χριστού, μπήκε η πίστη στο διάβολο.

              Η πίστη ότι ήταν ο πατέρας τους ξεχάστηκε αμέσως με την απόρριψη του, δεν έμειναν σε εκείνη την  πρώτη απόλυτη πίστη που είχαν σ’ αυτόν.

              Δεν θα ήταν καθόλου δύσκολο να σκεφθούν και να μετανοήσουν, κάναμε τι κάναμε αλλά ας μετανοήσουμε ο Κύριος θα μας συγχωρήσει.

              Θα μας αγκαλιάσει θα μας στηρίξει, είναι Πατέρας, είναι η αγάπη μας, είμαστε παιδιά του, η χαρά του δεν έχουμε να φοβηθούμε τίποτε.

              Ο Κύριος ζητά πίστη, αν έχουμε αληθινή πίστη τότε ζει μέσα μας αυτό που είπε ο Παύλος, ‘’ πάντα ἰσχύω ἐν τῶ ἐνδυναμοῦντι με Χριστῶ. ‘’

             Αυτό που μας ζητά ο Κύριος είναι για την δική μας βοήθεια είναι για την δική μας ωφέλεια είναι για την δική μας στήριξη.

             Η πίστη μας θωρακίζει, μας προστατεύει μας δίνει τα εφόδια, τα μάτια να βλέπουμε την ελπίδα μας.

             Όχι μόνον όταν λήψη κάθε ανθρώπινη ελπίδα να καταφεύγουμε στον Θεό, ο Θεός πρέπει να είναι ή μόνη και μόνιμη καταφυγή μας.

   Ο Χριστός δεν απορρίπτει κανένα πιστό , δεν χωρίζει σε κατηγορίες τους ανθρώπους.

            Ότι άλλοι να γίνονται άγιοι και άλλοι να είναι δεύτερης ή τρίτης κατηγορίας.

            Όλοι καλούμαστε να πιστέψουμε και να γίνουμε άγιοι.

           Από εμάς εξαρτάται να συμμορφωθούμε προς το θέλημα του αρχηγού της Πίστεως μας.

           Ότι έκανε για τον κάθε άγιο ο Θεός θέλει και μπορεί να το κάνει στον καθένα μας στην κάθε ψυχή.

            Το εμπόδιο είναι από εμάς, δεν ανοίγουμε την ψυχή μας, δεν παραδίδουμε την πίστη μας στα χέρια του παρά μόνον εξωτερικά.

            Ο Χρήστος ζητά αληθινή πίστη όχι για να δοξασθεί από αυτή αλλά για το δικό μας καλό και όφελος.

            Θέλει την συνεργασία μας στη σωτηρία, την θέληση μας, είναι απαίτηση ζωής για μας, μόνο για μας όχι για εκείνο.

           Ο Κύριος έχει τα πάντα ως Θεός, εμείς έχουμε την ανάγκη, εμείς έχουμε την αδυναμία την ανάγκη γιατριάς.

           Ο σημερινός άνθρωπος έχει και ένα άλλο πειρασμό, πιστεύει στα επιτεύγματα της επιστήμης.

           Τα απολυτοποιεί, πιστεύει στην δύναμη του, στο μυαλό του, εξοβελίζει τις αδυναμίες του.

           Νομίζει ότι είναι υπεράνθρωπος δεν λογαριάζει την φθορά, την αδυναμία του τον χρόνο που είναι αμείλικτος.

           Δεν υπολογίζει τον Θεάνθρωπο εμπιστεύεται στα επιτεύγματα του η σ’ αυτά που νομίζει επιτευγματα.

           Ο Θεός όμως όλος έλεος μας φέρνει τις δοκιμασίες, αυτές ανοίγουν τον δρόμο της σωτηρίας.

          Αυτός ο ταλαίπωρος πατέρας αν δεν είχε ανάγκη δεν θα περίμενε τον Ιησού να κατέβει από το όρος, θα έχει φύγει.

          Δεν θα καθόταν να τον παρακαλέσει, δεν θα γνώριζε την σωτήρια υπόδειξη του Κυρίου.

          Δεν θα είχε ακούσει τα λόγια του, δεν θα είχε σωθεί το παιδί του.

           Ο Θεός οικονομεί να παθαίνουμε είτε εμείς οι ίδιοι είτε κάποια από τα αγαπητά μας πρόσωπα, κάτι, κάποια δοκιμασία, κάποιο βάσανο.

           Όλα είναι προς δική μας και δική τους ωφέλεια ,να ταπεινωθούμε, να τον γνωρίσουμε και να κερδίσουμε την ζωή μαζί του.

           Επιτρέπει το λίγο κακό για να μας χαρίσει το μέγιστο αγαθό την σωτηρία την αθανασία.

           Αν δεν υπήρχαν οι δοκιμασίες κανένας δεν θα έβλεπε πρόσωπο Θεού.

           Να αφήσουμε λοιπόν τις εξυπνάδες μας, να τρέξουμε στον Κύριο

 ‘’ πιστεύω Κύριε βοήθει μου τῆ ἀπιστία ‘’ .

           Από εκεί και πέρα είναι έργο του Κυρίου τι θα κάνει. Σε κάθε περίπτωση θα δώσει Εκείνος αυτό που χρειάζεται, το ωφέλιμο.

          Θα γιατρέψει την ψυχή μας, θα την καθαρίσει θα απλώσει το χέρι του να μας σώσει, να μας σηκώσει.

          Να μας αναστήσει όπως τον νέο σε όποιο βάθος έχουμε φθάσει με την πτώση μας, για να φωνάξουμε μετά όπως ο Παύλος

           ‘’ πρῶτος τῶν ἁμαρτωλῶν ἀλλ’ ηλεήθειν’’.

           Τον τας αμαρτίας πάντας δωρεάν εξαλείφοντα.

                                                                                    Αθανάσιος Κατσίκης

                                                                                       αρχιτέκτων


Joomla SEF URLs by Artio