Υπό Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Πέτρας Δαβίδ.

«Σύνοδος τοίνυν οὑ τὸ ἁπλῶς συνάγεσθαι ἱεράρχας τε καὶ ἱερεῖς, κἄν πολλοὶ ὦσιν, κρείσσων γὰρ εἷς ποιῶν τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου, ἢ μύριοι παραβαίνοντες, ἀλλὰ τὸ ἐν ὀνόματι Κυρίου, ἐν εἰρήνῃ καὶ φυλακῇ τῶν κανόνων». (Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης).

Επανερχόμεθα εις την ‶σύνοδον″ της Κρήτης, λόγω του αντικτύπου, αλλά και της σημασίας που έχει για το μέλλον μιας ‶Ορθοδοξίας″, καλουπωμένης στους κανόνες και τις επιταγές της νέας εποχής, που όμως παρασύρει μετ’ αυτής εις την οδόν της απωλείας τον λαόν που τυφλά την ακολουθεί. Το ενδιαφέρον μας δικαιολογείται από τον πόνον που μας προκαλεί η απώλεια αυτού του λαού, καθώς κι εμείς είμεθα σαρξ εκ της σαρκός και οστούν εκ των οστέων αυτού.

Αυτό που φρόντισε να ξεκαθαρίσει εξ’ αρχής η εν λόγω σύνοδος ήταν ότι αρμόδιος και έσχατος κριτής των θεμάτων της πίστεως είναι μόνον μία εκκλησιαστική σύνοδος και κανείς άλλος. Διεκήρυξε μάλιστα ότι «άνευ συνοδικής απόφασης η διάκρισις Ορθοδοξίας και αιρέσεως δεν τυγχάνει εφικτή». Θα αποφασίζουν δηλαδή αυτοί, οι έχοντες παναιρετικά φρονήματα, ποιος είναι αιρετικός (τουτέστιν κανείς κατ’ αυτούς, καθώς δεν υπάρχει στο λεξιλόγιό τους ο όρος αυτός, με εξαίρεση ίσως μόνον την περίπτωσιν, κατά την οποίαν χαρακτηρίζουν ως αιρετικούς τους ακολουθούντας το πάτριον εορτολόγιον) και ποιος είναι Ορθόδοξος.

Είναι ευνόητο ότι όλα αυτά τα λένε, διότι θέλουν να αποφύγουν τις όποιες αντιδράσεις. Αυτό γίνεται ολοφάνερο με την παράγραφο 22 του συνοδικού τους κειμένου που φέρει τον τίτλον ‶σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον″, η οποία απαγορεύει ρητώς σε άτομα και ομάδες να εκφράζουν τη γνώμη τους για θέματα πίστεως και για εκκλησιαστικά εν γένει ζητήματα. Με τέτοιες ανελεύθερες και αντιδημοκρατικές μεθόδους, προσπαθούν να περιορίσουν και να ελέγξουν εκείνους που αντιδρούν και αντιστέκονται. Αυτό ασφαλώς δείχνει ενοχή και φόβο. Διότι εάν είχαν τη συνείδηση ότι βαδίζουν σωστά, δε θα εφοβούντο τίποτε και κανέναν.

Λησμονούν ωστόσο (ή απλά θέλουν να το αποσιωπούν), ότι κριτήριο για το αν μία σύνοδος είναι αληθής ή ψευδής είναι η ορθότης των δογμάτων. Σύμφωνα με τον Δημήτριον Τσελεγγίδη, καθηγητή της δογματικής στη Θεολογική Σχολή του Α.Π.Θ., «η άποψη ότι η διατήρηση της γνήσιας Ορθοδόξου πίστεως διασφαλίζεται μόνον δια του συνοδικού συστήματος ως του μόνου αρμοδίου και εσχάτου κριτού των θεμάτων της πίστεως, έχει δόση υπερβολής και εκφέυγει της αληθείας, καθότι στην εκκλησιαστική ιστορία, πολλές σύνοδοι εδίδαξαν και ενομοθέτησαν λανθασμένα και αιρετικά δόγματα και ο πιστός λαός τις απέρριψε και διαφύλαξε την ορθόδοξη πίστη και εθριάμβευσε την Ορθόδοξη ομολογία».

Και ο νεοημερολογίτης Ιεράρχης του Πειραιώς Σεραφείμ, κινείται στο ίδιο μήκος κύματος, δηλώνοντας ότι: «Έσχατο κριτήριο είναι η γρηγορούσα δογματική συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας, η οποία στο παρελθόν επεκύρωσε ή θεώρησε ληστρικές, ακόμη και οικουμενικές συνόδους. Το συνοδικό σύστημα από μόνο του δεν διασφαλίζει μηχανιστικά την ορθότητα της ορθοδόξου πίστεως. Ο ‶συνοδικός θεσμός″ ως συμμετοχή ολόκληρης της Εκκλησίας και έκφραση της αλάθητης εκκλησιαστικής συνειδήσεώς της, αποτελεί τον έσχατο κριτή περί των θεμάτων πίστεως».

Για να επικαλεσθούμε ωστόσο και έναν πατέρα της Εκκλησίας μας, τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, που είχε πείρα από ληστρικές συνόδους και αιρετικά Πατριαρχεία, ο καθένας από εμάς – λέγει ο άγιος – είναι ή πρέπει να γίνει ‶εν σμικρώ εκκλησία″, φύλακας δηλαδή των ορθοδόξων δογμάτων. Οι σύνοδοι λοιπόν ευρίσκονται υπό τον έλεγχο της εκκλησιαστικής συνειδήσεως του ευσεβούς πληρώματος. Τί γίνεται όμως όταν το πλήρωμα αυτό, ο λαός, έχει απωλέσει το ορθόδοξο αισθητήριό του ή αυτό έχει αμβλυνθεί επικίνδυνα, όπως συμβαίνει ίσως με ένα μεγάλο μέρος των πιστών του νέου ημερολογίου; Τότε ισχύει ο λόγος του Κυρίου «τυφλός τυφλὸν ὁδηγεῖ» και όλοι γνωρίζουμε που καταλήγουν αμφότεροι.

Η σύνοδος της Κρήτης πρωτοτύπησε ακόμη και στο σύστημα της ψήφου, καθώς για πρώτη φορά στα εκκλησιαστικά χρονικά, μία ψήφο διέθετε κάθε τοπική εκκλησία και όχι κάθε επίσκοπος, όπως είναι το ορθόν και αυτό που πάντοτε ίσχυε στις εκκλησιαστικές συνόδους. Καλώς ελέχθη, ότι η απόφαση αυτή αποτελεί κατάλυση του συνοδικού συστήματος, καθώς οι σύνοδοι προϋποθέτουν την ισότητα όλων των Αρχιερέων που εμφαίνεται στην ισότιμη ψήφο τους. Είναι μία πράξη πρωτοφανής και αυθαίρετη, παντελώς αμάρτυρη στην Ορθόδοξη παράδοση και γι’ αυτό απαράδεκτη από κάθε άποψη, αφού σύμφωνα με τον κανονισμό λειτουργίας της συνόδου, δικαίωμα ψήφου είχαν μόνο οι παρόντες δέκα προκαθήμενοι, καθώς στην ουσία οι αποφάσεις ελήφθησαν μόνον από τους προκαθημένους, χωρίς την ψήφο των συμμετεχόντων Αρχιερέων.

Ο ως άνω έγκριτος θεολόγος εδήλωσε ότι αυτό που ίσχυσε παραπέμπει εμμέσως σε μία μορφή Παπισμού, έστω κι αν η ψήφος των προκαθημένων είχε συλλογικό χαρακτήρα. Σύμφωνα με τον ίδιο θεολόγο, η σύνοδος της Κρήτης δεν είναι αγία, γιατί δεν είναι επόμενη τοις θείοις Πατράσι και δεν είναι μεγάλη, διότι σε αυτήν ήταν πολύ μικρή και επιλεγμένη η αντιπροσώπευση των κατά τόπους Αρχιερέων (από τους Προκαθημένους και το πολύ από 24 κατ’ επιλογήν Αρχιερείς για κάθε τοπική Εκκλησία). Η συντριπτική πλειονότητα των επισκόπων είχε αποκλεισθεί από τη σύνοδο (προκειμένου θα έλεγε κανείς και σε επίπεδο Ιεραρχίας να μην υπάρξουν ίσως φωνές αντίδρασης, κάτι που ωστόσο αποτελεί υπόθεση πολύ αβέβαιη κατά τη γνώμη μας) και δια τούτο υπήρξαν κάποιοι που διερωτήθησαν για το ποιος εγγυάται ότι η επιλεκτική μειονότητα θα ορθοτομήσει.

Εμείς ασφαλώς δεν έχουμε ουδεμία αμφιβολία για την ανικανότητα (;;;) ή μάλλον την έλλειψη βούλησης των Ιεραρχών του νέου ημερολογίου (είτε ψηφίζουν ολίγοι αντιπροσωπευτικά, είτε όλοι μαζί ως ολομέλεια), να ορθοτομήσουν τον λόγον της αληθείας του Χριστού. Διότι εάν υπήρχε η βούληση αυτή ήδη προ πολλών ετών, θα είχαν πάψει να συμμετέχουν στο Π.Σ.Ε. (Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών), θα είχαν σταματήσει τους ματαίους και επιζήμιους για την Ορθοδοξία διαχριστιανικούς και διαθρησκειακούς διαλόγους και τις συμπροσευχές που τους συνοδεύουν και θα είχαν βάλει ένα τέλος στην πολλαχώς εκδηλουμένη έμπρακτη αμνήστευση και εκκλησιοποίηση των αιρετικών και αλλοπίστων.

Παραθέτουμε ωστόσο τα όσα αρνητικά περί της συνόδου της Κρήτης λέγουν ιδικοί τους παράγοντες (Ιεράρχες, κληρικοί, θεολόγοι), προκειμένου να φανεί εναργέστερα (είναι πιο δυνατή η μαρτυρία εν προκειμένῳ, όταν προέρχεται από το οικείο περιβάλλον και όχι από ‶αντιπάλους″ και ‶εχθρούς″ που θα έλεγε κανείς ότι επιτίθενται, λόγω ίσως της εχθρότητος και του μίσους των) το που βαδίζουν ως ‶εκκλησία″, η οποία προ πολλού έχει αποκοπεί από τις αγιοπνευματικές ρίζες της αγίας Ορθοδοξίας, της αληθούς πίστεως του Χριστού, των Αποστόλων και των Πατέρων.

Δίδουμε και πάλι τον λόγον εις τον προαναφερθέντα νεοημερολογίτη Ιεράρχη ο οποίος λέγει ότι: «Η μικρή αντιπροσώπευση τραυματίζει την ολοκληρία του σώματος του Χριστού» (οι νεοημερολογίτες δεν είναι σώμα Χριστού, ωστόσο, καταγράφουμε τα λεχθέντα για να φανούν τα κακώς κείμενα και οι εκκλησιολογικές, θεολογικές και κανονικές παρεκκλίσεις της συνόδου της Κρήτης), «αλλά στερεί τη δυνατότητα να εκφρασθεί από όλους η συνείδηση του πληρώματος της εκκλησίας, την οποία φαίνεται ότι εφοβούντο οι υπεύθυνοι για την προετοιμασία και σύγκληση της συνόδου. Δεν δικαιολογείται από κανένα κριτήριο, ούτε ποιμαντικό, ούτε εκκλησιολογικό η συμμετοχή μόνον εικοσιτεσσάρων επισκόπων από κάθε εκκλησία».

Αυτό που έρχεται αναπόφευκτα εις την σκέψη μας, είναι ο όρος ‶πραξικόπημα″. Διότι μόνον ως πραξικοπηματικές μπορούν να χαρακτηρισθούν οι μέθοδοι, οι τρόποι, αλλά και οι αποφάσεις της εν λόγω συνόδου. Δικαίως ελέχθη ότι η περιορισμένη και αντιπροσωπευτική συμμετοχή των επισκόπων, μειώνει τη βαρύτητα αυτής της ιδίας της συνόδου και των αποφάσεών της, διότι το δικαίωμα της ψήφου είναι ουσιώδες για την άσκησιν του επισκοπικού λειτουργήματος. Εάν οι συμμετέχοντες επίσκοποι δεν δύνανται να ψηφίζουν σε μία σύνοδο, αλλά μόνον οι Προκαθήμενοι εξ’ ονόματος των αντιπροσωπειών των Εκκλησιών των, γιατί οι αποφάσεις να υπογράφονται υπό πάντων των συμμετεχόντων συνοδικών συνέδρων και ουχί υπό μόνον των Προκαθημένων;

Ποιός βάζει την υπογραφή του, σε κάτι στο οποίο δεν συναινεί, πολλώ δε μάλλον ποιός υπογράφει μια απόφαση για τη λήψη της οποίας είχε κατ’ ουσίαν μηδαμινή συμμετοχή; Όσον αφορά την περιβόητη ομοφωνία της συνόδου – αναφερόμασθε σε αυτήν, διότι οι ιθύνοντες της συνόδου, έθεσαν την ομοφωνία ως βασική προϋπόθεση για τη λήψη της οιασδήποτε αποφάσεως – κάποιοι μίλησαν για παραβίαση της αρχής της ομοφωνίας, με τη μη παρουσία των τεσσάρων Πατριαρχείων (Αντιοχείας, Ρωσίας, Βουλγαρίας και Γεωργίας).

Σύμφωνα με τον κανονισμό οργανώσεως και λειτουργίας της συνόδου, ‶η ψήφος εκάστης εκκλησίας εξάγεται βάσει της αρχής της πλειοψηφίας και όχι της ομοφωνίας″. Οπότε στην εσωτερική ψηφοφορία κάθε τοπικής εκκλησίας δεν ίσχυσε η αρχή της ομοφωνίας. Χαρακτηριστικό εν προκειμένω είναι το παράδειγμα της εκκλησίας της Σερβίας, που αποδεικνύει ότι ούτε η αρχή της πλειοψηφίας ίσχυσε για την εξαγωγή της ψήφου της, καθώς οι 17 από τους 25 επισκόπους της, καταψήφισαν και αρνήθηκαν να υπογράψουν (ατομικά) το συνοδικό κείμενο που αποκαλεί ‶εκκλησίες″ τις αιρέσεις. Αυτό όμως εν τέλει ενεκρίθη και πήρε θετική ψήφο από την εκκλησία της Σερβίας, επειδή το υπερψήφισε και υπέγραψε ο προκαθήμενός της.

Με βάση τον κανονισμό ακόμη και η αρνητική ψήφος μιας ή περισσοτέρων εκκλησιών – όπως και η λόγω διαφωνίας αποχώρησίς τους εκ της συνόδου – ουδόλως έθιγε την ομοφωνία της αποφάσεως. Οι εκκλησίες που τυχόν διεφώνουν επί ενός θέματος είχαν μόνο τη δυνατότητα να καταχωρήσουν τη διαφωνία τους στα πρακτικά, αλλά υποχρεούντο να προσυπογράψουν την απόφαση προς την οποίαν διεφώνουν!!! Έτσι φυσικά δεν ήτο δύσκολο να επιτευχθεί ‶ομοφωνία″, επί οιασδήποτε αποφάσεως. Ακόμη και σε θέματα πίστεως, έπρεπε κάθε εκκλησία να υπογράψει – ακυρώνοντας την τυχόν αρνητική της ψήφο – τις όποιες αντορθόδοξες και αιρετικές αποφάσεις.

Φαντασθείτε δηλαδή τον άγιο Μάρκο τον Ευγενικό, αφού πρώτα ομολογούσε στα πρακτικά της ψευδοσυνόδου Φεράρρας-Φλωρεντίας την ορθόδοξον πίστιν, να υπέγραφε τελικώς την ένωσιν! Αυτή είναι η καθεστηκυία τάξη που εγκαινιάζει η σύνοδος της Κρήτης. Βεβαίως παράλληλα με τα θέματα της πίστεως, η ως άνω σύνοδος μαζί με τις άλλες που θα ακολουθήσουν, φροντίζει να καθιερώσει ένα νέο εκκλησιαστικό ήθος και μια πνευματικότητα, άγνωστη στην προγενέστερη εκκλησιαστική παράδοση. Το θέμα της νηστείας επί παραδείγματι, είναι κάτι που επιθυμούν να τροποποιήσουν οι οικουμενιστές. Μπορεί να μην το έκαναν στην σύνοδο της Κρήτης – διότι θεώρησαν ότι είναι νωρίς ακόμα – αλλά σίγουρα θα επιδιώξουν να το κάνουν στο μέλλον.

Επιθυμούν να περιορίσουν και να περικόψουν τη νηστεία, διότι –ως λέγουν – ο λαός δεν μπορεί σήμερα να εφαρμόζει τις ‶αυστηρές″ εκκλησιαστικές διατάξεις περί νηστείας και θα πρέπει να ελαφρύνουμε το ‶βάρος″ του προγράμματος των νηστησίμων ημερών. Τους διαφεύγει όμως το εξής. Εάν ο λαός έχει κακοσυνηθίσει (καλομάθει) και δεν ακολουθεί τα όσα εθέσπισαν οι άγιοι πατέρες της Εκκλησίας, πώς θα σεβασθεί τη νέα νομοθεσία των χλιαρών και εκοσμικευμένων οικουμενιστών με όλες τις παρεπόμενες συγκαταβάσεις;

Η αγιοπατερική παράδοση, η θεόθεν υπό των αγίων θεσπισθείσα νομοθεσία περί νηστείας, έχει την ιδιότητα να επενεργεί και να επιδρά κατά τέτοιο τρόπο σε κάθε πιστό, όσο αμαρτωλός κι αν είναι, ώστε κι αν αυτός δεν φυλάττει ακριβώς την παράδοσιν της νηστείας, έχει όμως την συνείδησιν τύπτουσα καὶ δύναται ἐν καιρῷ τῷ προσήκοντι να μετανοήσει. Όταν όμως του δίδεται η ελευθερία ή μάλλον η ασυδοσία να παραβαίνει τους νόμους της Εκκλησίας, πολλώ δε μάλλον όταν θεσμοθετείται από τους ίδιους τους εκκλησιαστικούς ταγούς ως νόμος η παράβαση και βλέποντας τους ηγέτας του να καταλύουν τα πάντα – προσβάλλοντες τα ιερά και τα όσια και μη σεβόμενοι τις παραδόσεις των αγίων – και την ίδια στιγμή να νομιμοποιούν την παραβατικότητά τους αυτήν, τότε πώς και ο λαός δεν θα καταφρονήσει κάθε νόμο της Εκκλησίας και δε θα αθετήσει κάθε διάταξη παλαιά και νέα;

Διότι όταν θεσπίζει ένας άγιος, μπορεί ο λαός από σεβασμό και ευλάβεια στην αγιοσύνη του, κάποια στιγμή να μετανοήσει, όταν όμως θεσπίζει και επικυρώνει την κατάλυση των πάντων ένας χαλαρού ήθους νομοθέτης, τότε ποιός θα συγκρατήσει τον λαόν από τη συνεχή κατρακύλα και την έσχατη πτώση; Έλεγε κάποτε για τη νηστεία, ένας πολύ γνωστός κληρικός του νέου ημερολογίου, που εθεωρείτο διαπρύσιος ιεροκήρυκας και εξαίρετος ομιλητής και πλέον δεν είναι εν ζωή, ο π. Αθανάσιος Μυτιληναίος, ότι θα έλθει στιγμή που θα ληφθεί απόφασις, «η Τετάρτη και η Παρασκευή να καθιερωθούν ως ημέρες που θα μπορούμε να τρώμε ψάρι, να έχουμε κατάλυση ιχθύος – όπως κάνουν οι Παπικοί. Επίσης οι Σαρακοστές θα τροποποιηθούν και θα γίνουν μικρότερες».

Υποστήριζε μάλιστα πως πίσω από τη σύνοδο που θα λάβει αυτήν και άλλες παρόμοιες αποφάσεις που θα αφορούν την πίστη και τη ζωή της ‶εκκλησίας″, θα κρύβεται η Μασονία που πάντοτε επιδιώκει τα σχίσματα και τις διαιρέσεις. Παρενθετικά συμπλήρωνε ο εν λόγω κληρικός, πως ακόμα «και στα κατηχητικά, η κατήχηση των παιδιών εξαντλείται κυρίως στην ψυχαγωγία και το μάθημα που θα ειπωθεί στα παιδιά δεν είναι εκείνο που τελικά θα σώσει, θα συγκλονίσει και θα τα αναμορφώσει».

Στενή και τεθλιμμένη η οδός της νηστείας και της ορθοδόξου ασκητικής εν γένει, αλλά οι οικουμενιστές θέλουν να την τροποποιήσουν, επιδιώκοντας την υιοθέτησιν της πνευματικότητας των δυτικοευρωπαίων – μαζί με την συντόμευση και τροποποίηση της Θείας Λειτουργίας και των λοιπών Ιερών τελετών (η λεγομένη λειτουργική ανανέωση) – της οποίας απόρροια είναι η αθεοφοβία, η ακολασία, η έλλειψη σεβασμού προς τους γονείς και η διάλυση της οικογένειας, η ψυχόλεθρος υιοθέτησις της μόδας σε όλους τους τομείς, η μίμησις των τηλεοπτικών, κινηματογραφικών και θεατρικών προτύπων και τόσα άλλα δεινά, ‶ὧν οὐκ ἔστιν ἀριθμός ″.

Οι ιθύνοντες της συνόδου της Κρήτης, μεταξύ των άλλων εκκλησιολογικών παρεκκλίσεων που συναντά κανείς εις τα κείμενά τους, αναφέρονται στο συνοδικό κείμενο με τίτλο «σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» στους κανόνες 7 της Β΄ και 95 της Πενθέκτης Οικουμενικών Συνόδων, προκειμένου να δικαιολογήσουν ιεροκανονικά τους ατέρμονους θεολογικούς διαλόγους τους, μετά των πάσης φύσεως αιρετικών και τις σχέσεις ισοτιμίας και αποδοχής των (αιρετικών) από τους ‶ορθοδόξους″ οικουμενιστάς. Οι εν λόγω κανόνες όμως δεν αναφέρονται σε Θεολογικούς διαλόγους ή στην «αποκατάσταση της ενότητος» ορισμένων κοινοτήτων με την Εκκλησία, αλλά στον τρόπο ένταξης στην Εκκλησία μεμονωμένων αιρετικών, που μετανοημένοι αρνούνται την αίρεση και επιθυμούν να φύγουν απ’ αυτή, εντασσόμενοι στην Ορθοδοξία.

Οι κανόνες αυτοί, τους οποίους επικαλούνται για λόγους ‶οικονομίας″ - την οποίαν παρερμηνεύοντάς την εν πολλοίς και φέρνοντάς την στα δικά τους μέτρα, έχουν κακώς μετατρέψει σε ακρίβεια και κανόνα της ‶εκκλησίας″ - οι οικουμενιστές, είναι ξεκάθαροι. Ομιλούν για ‶μερίδα των σωζομένων″, την οποίαν ταυτίζουν με την ‶Ορθοδοξία″, η οποία διαφοροποιείται και αντιδιαστέλλεται οξέως προς αυτή των ‶αιρετικών″.

Με άλλα λόγια οι αιρετικοί πριν ενταχθούν στην Ορθοδοξία, όσο ευρίσκονται στην αίρεση, δεν ανήκουν στη μερίδα των σωζομένων. Τουτέστιν θα πρέπει να ληφθεί σοβαρώς υπόψιν ότι ακόμα και εις αυτούς τους κανόνας, που εκφράζουν την οικονομία και φιλανθρωπία της Εκκλησίας, διαχωρίζονται και διακρίνονται ξεκάθαρα τα όρια ανάμεσα στην Ορθοδοξία και την αίρεση, ανάμεσα στη ‶μερίδα των σωζομένων″ και αυτή των ‶αιρετικών″.

Άπαντες οι κανόνες της Εκκλησίας κάνουν λόγο για αιρέσεις και όχι για ‶χριστιανικές εκκλησίες″. Δεν αναγνωρίζουν το υποστατό και έγκυρο του Βαπτίσματος (και επομένως και των λοιπών μυστηρίων) των αιρετικών, παρά μόνον κατ’ οικονομίαν – οι ως άνω κανόνες κατά περίπτωση και όχι πάντοτε – αυτών που άφηναν την αίρεση και προσετίθεντο στην Εκκλησία με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι είχε προηγηθεί κατά το βάπτισμά τους τριπλή κατάδυση και ανάδυση εις το όνομα της Αγίας Τριάδος.

Τους Ευνομιανούς που εβαπτίζοντο εις μίαν κατάδυσιν, η Εκκλησία τους «εδέχετο ως Έλληνας», ειδωλολάτρας δηλαδή και τους εμβάπτιζε από την αρχήν. Δεν εφαρμόζεται λοιπόν η οικονομία της Εκκλησίας ευκαίρως – ακαίρως εις κάθε περίπτωσιν, πολλώ δε μάλλον εις την περίπτωσιν των Παπικών και των Προτεσταντών, που όχι μόνον μυστηριακή χάριν δεν έχουν, αλλά ούτε και τον ορθόδοξον τύπον του βαπτίσματος τηρούν. Αλλά θα μου πείτε μήπως τον τηρούν οι ορθόδοξοι νεοημερολογίτες, για να έχουμε την ιδίαν απαίτησιν από τους αιρετικούς;

Αντιθέτως οι νεοημερολογίτες συμμετέχοντες στο Π.Σ.Ε. (Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών), με τις αποφάσεις των συνελεύσεων στο Πόρτο Αλέγκρε και στο Πουσάν – τις οποίες υπέγραψαν και οι ίδιοι – αναγνωρίζουν το βάπτισμα των αιρετικών, καθώς και την πολυμορφία στη διατύπωση των δογμάτων της πίστεως, να λέγει δηλαδή για την πίστη ο καθένας ό, τι θέλει, την ίδια στιγμή που οι κανόνες της Εκκλησίας καθαιρούν τους Επισκόπους και κληρικούς και αφορίζουν τους λαϊκούς, που δέχονται το βάπτισμα ή τη θυσία των αιρετικών. Ας μη λησμονούμε άλλοστε, πως όσους αιρετικούς εδέχθη η Ορθόδοξος Εκκλησία κατ’ οικονομίαν χωρίς βάπτισμα ή μόνο με χρίσμα, τους εδέχθη με λίβελλο, αποκήρυξη των αιρέσεών τους και ταυτόχρονη καταδίκη των κατά περίπτωσιν αιρεσιαρχών.

Όλα τα παραπάνω είναι ‶ψιλά γράμματα″ για τους ‶ορθοδόξους″ οικουμενιστές, οι οποίοι αυτό που γνωρίζουν καλώς να κάνουν, είναι να διαστρέφουν το νόημα και το πνεύμα των κανόνων και να τους ερμηνεύουν κατά το δοκούν. Αυτό ακριβώς κάνουν και στο κείμενο της συνόδου της Κρήτης με τίτλο: «Το μυστήριον του γάμου και τα κωλύματα αυτού». Εκεί στο άρθρο 5 παραδέχονται ότι ο γάμος Ορθοδόξων και αιρετικών (ετεροδόξους τους αποκαλούν) απαγορεύονται συμφώνως με τον 72 κανόνα της Πενθέκτης εν Τρούλω Συνόδου – ο κανών υπογραμμίζει ότι ο γάμος αυτός είναι άκυρος. Συμπληρώνουν όμως με πονηρίαν και κατά αυθαίρετον τρόπον ότι είναι «δυνάμενος (ὁ γάμος) νὰ εὐλογηθῇ κατὰ συγκατάβασιν καὶ διὰ φιλανθρωπίαν, ὑπὸ τὸν ῤητὸν ὅρον ὅτι τὰ ἐκ τοῦ γάμου τούτου τέκνα θέλουν βαπτισθῇ καὶ ἀναπτυχθῇ ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ».

Σχετικοποιούν λοιπόν ρητή απόφαση Οικουμενικής Συνόδου, εμφανίζοντες την τεκνογονία – σε συνάρτηση με τη βάπτιση των τέκνων στην ‶Ορθόδοξη Εκκλησία″ – να νομιμοποιεί την ιερολογία των μικτών γάμων, πράγμα σαφώς απηγορευμένο από τον προαναφερθέντα κανόνα. Και όπως προσφυώς ελέχθη, «εάν ο ιερολογημένος γάμος δεν αποδώσει τέκνα, νομιμοποιείται θεολογικώς αυτός ο γάμος από την πρόθεση του (της) ετεροδόξου συζύγου να εντάξει τα ενδεχόμενα παιδιά του στην Ορθόδοξη Εκκλησία;».

Η σύνοδος της Κρήτης, όπως και όλες οι όμοιες αυτής, που προηγήθηκαν και θα ακολουθήσουν, προσπαθούν να ‶ξεθωριάσουν″ το Θεανθρώπινο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Αυτός θα είναι και ο τελευταίος πειρασμός της οικουμένης, τον οποίον μάλιστα μνημονεύει η ‶Αποκάλυψις″ του Ιωάννου. Η μεγάλη νοθεία της πίστεως στο Θεανθρώπινο πρόσωπο του Κυρίου μας, κάτι που ήδη συντελείται στα πλαίσια της παναιρέσεως του Οικουμενισμού. Η σύνοδος της Κρήτης εκτιμά θετικά το έργο του Π.Σ.Ε. και τα θεολογικά κείμενά του, όσα έχουν διατυπωθεί όλα τα προηγούμενα χρόνια, νομιμοποιώντας έτσι όλες τις προ αυτής φρικώδεις, αντορθόδοξες και παναιρετικές αποφάσεις του.

Αποδέχεται αθεολόγητα τη βαπτισματική Θεολογία και έμμεσα την θεωρία των κλάδων. Εκκλησιοποιεί τους αιρετικούς, κάτι που αποτελεί πνευματική παραφροσύνη και πνευματικό πραξικόπημα. Κατοχυρώνει θεσμικά τον Οικουμενισμό με τον δογματικό του πλουραλισμό, την απαγόρευση αξιολογικών κρίσεων και την ποικιλία διαφορετικών πίστεων, γεγονός εκκλησιολογικά απαράδεκτο από ορθόδοξη άποψη, καθώς ο Οικουμενισμός αποτελεί την πιο δόλια αμφισβήτηση της πίστεως της Εκκλησίας και – όπως προείπαμε – την πιο σοβαρή νόθευσή της.

Οι ‶Ορθόδοξοι″ Οικουμενιστές – δεν μπορούν να είναι και Ορθόδοξοι και Οικουμενιστές, γι’ αυτό ο όρος ‶Ορθόδοξοι″, χρησιμοποιείται καταχρηστικώς και μέσα σε εισαγωγικά – συμμετέχουν στο Π.Σ.Ε. (βλ. Παγκόσμιο Συνονθύλευμα Αιρέσεων), όπου την συντριπτική πλειοψηφία έχουν οι αιρετικοί. Ως εκ τούτου η ‶Ορθόδοξος″ εκκλησία είναι σε μειονεκτική θέση, καθώς η ψήφος της είναι ισότιμος και ισόκυρος με την ψήφο αναρίθμητων προτεσταντικών παραφυάδων, που κάποιες από αυτές μπορεί να αριθμούν μόλις ολίγας χιλιάδας πιστών – και δεν τις λες ούτε κοινότητες, πόσο μάλλον ‶εκκλησίες″.

Αυτό σημαίνει ότι και οι αποφάσεις που λαμβάνονται, δεν μπορεί παρά να ευθυγραμμίζονται με τη θέληση και τις επιδιώξεις των αιρετικών μελών του Π.Σ.Ε. (Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών). Εντός αυτού οι ‶Ορθόδοξοι″ διεκήρυξαν ότι η Καθολικότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας εξαρτάται από το εάν ευρίσκεται σε κοινωνία με τις αιρέσεις του προτεσταντισμού, γιατί χωρίς αυτές είμασθε πτωχότεροι.

Τουτέστιν η Εκκλησία τώρα δεν είναι Καθολική. Θα γίνει Καθολική, όταν ενωθεί με τις αιρέσεις και τις ψευδοεκκλησίες!!! Το κείμενο του Πουσάν της Ν. Κορέας – εκεί όπου πραγματοποιήθηκε η 10η Γενική Συνέλευση του Π.Σ.Ε. το 2013 – αποδέχεται ότι και η Ορθόδοξη Εκκλησία μετά των λοιπών ‶εκκλησιών″, πρέπει να μετανοήσει για τη διάσπαση των χριστιανών. Το ίδιο κείμενο περιλαμβάνει την πονηράν ασάφειαν, ότι ‶ο Θεός πάντοτε μας εκπλήσσει″ και ότι η Εκκλησία ‶προοδεύει εις την επίγνωσιν του θείου θελήματος″, ενώ γνωρίζουμε πολύ καλά ότι το Πνεύμα το Άγιον οδήγησε την Εκκλησία ‶εις πάσαν την αλήθειαν″, στο πλήρωμα και στην ολότητα της αληθείας, την ημέρα της Πεντηκοστής.

Όσον αφορά το ψέμα που προβάλλουν οι ‶Ορθόδοξοι″ Οικουμενιστές, ότι εργάζονται δήθεν, εκτός των άλλων για την κοινωνική δικαιοσύνη και παγκόσμια ειρήνη, εντός της οικουμενικής κινήσεως, έχουμε να απαντήσουμε ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας, ουδέποτε διενοήθησαν να συμμαχήσουν και να συνεργαστούν με άλλες θρησκείες και αιρέσεις για να υπηρετήσουν μία κοσμικού τύπου παγκόσμια ειρήνη, διότι εγνώριζαν πως δεν μπορεί να υπάρξει κοινωνία του φωτός προς το σκοτάδι, της δικαιοσύνης προς την ανομία, ανάμιξη της αληθείας με την πλάνη και ότι ο διάβολος –από τον οποίον προέρχονται οι αιρέσεις και οι θρησκείες-είναι ο ολετήρ της ειρήνης.

Ο άρχων της ειρήνης είναι ο θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός. Όποιος είναι με τον Χριστόν, έχει μαζί του και την ειρήνη του Θεού. Όποιος μάχεται τον Κύριον, ακόμη και αν είναι άγγελος φωτός, δεν είναι άνθρωπος της ειρήνης και της αγάπης. Άλλοστε όπως υπογραμμίζει ο Απόστολος Παύλος: «πάντες δὲ οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διωχθήσονται» (Β΄ Τιμ. γ΄,14). Είναι νόμος πνευματικός. Δεν πρέπει να επιζητούμε την εξωτερική ειρήνη πάση θυσία, προκειμένου να απολαμβάνουμε τιμές και αξιώματα και να επαινούμεθα υπό πάντων ως προοδευτικοί, ανεκτικοί, ειρηνοποιοί και ό, τι άλλο.

Οι Οικουμενιστές φέρονται αγαπητικά προς τους αιρετικούς και αποστρέφονται τους αδελφούς των Ορθοδόξους. Ξέρουν να ομιλούν για αγάπη και ενότητα, ενώ οι ίδιοι δεν είναι ενωμένοι με τον Θεόν. Οι Παπικοί απέχοντες τυπικά από το Π.Σ.Ε. και μη συμμετέχοντες εις αυτό, είναι συνεπέστεροι στην εκκλησιολογία τους (υποστηρίζουν ότι είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Χριστού), από ότι είμασθε οι ‶Ορθόδοξοι″ στη δική μας, καθώς με την συμμετοχή μας εις αυτό (τη συμμετοχή δηλαδή εκείνων που στα μάτια του κόσμου εκπροσωπούν την Ορθοδοξία), παραιτούμασθε στην πράξη από την εκκλησιολογική μας ταυτότητα. (Όπως γίνεται ευκόλως αντιληπτό, η χρήση του α΄ προσώπου εν προκειμένου είναι καταχρηστική).

Στη σύνοδο της Κρήτης απεφεύχθη εντέχνως η όποια συζήτηση για τις συμπροσευχές και την αποτυχία των θεολογικών διαλόγων. Δεν απαντούν όμως οι ιθύνοντες της συνόδου στο ερώτημα που εγείρεται ευλόγως: Αφού εξισώνεται η Ορθόδοξος Εκκλησία με τις αιρέσεις και δεν έχουμε με αυτές διαφορά πίστεως, τότε σε τί αποσκοπούν αυτοί οι περιβόητοι και αιώνιοι διάλογοι; Γιατί αγνοούν εσκεμμένως τον κανόνα εκείνον της τοπικής Συνόδου της Καρχηδόνας (255μ.Χ.) υπό τον Άγιο Κυπριανό – κανόνα επικυρωμένο από τρεις Οικουμενικές Συνόδους (Δ΄,ΣΤ΄,Ζ΄) – ο οποίος αποκλείει και απαγορεύει ρητώς την προσωνυμία «Εκκλησία» (με τη θεολογική – εκκλησιολογική έννοια) για τις αιρέσεις;

Γιατί δεν μπορούν (ή δεν θέλουν) να καταλάβουν, ότι η συμμετοχή της Ορθοδοξίας στον Οικουμενισμό είναι έγκλημα που στρέφεται όχι μόνον κατά των Ορθοδόξων, αλλά και κατά των ιδίων των Προτεσταντών και Παπικών, καθώς και όλων των αιρετικών και αλλοθρήσκων; Δε γνωρίζουν ότι οι ψυχές όλων των ανθρώπων λαχταρούν κρυφά για την Ορθοδοξία; Και αυτό συμβαίνει ασφαλώς, διότι ο Χριστός είναι ο Δημιουργός πάντων των ανθρώπων και είναι εύλογο η κάθε ψυχή να λαχταρά έντονα τον Δημιουργό της, να επιθυμεί διακαώς, βαθιά μέσα της, την Απόλυτον Αλήθεια που υποστασιάζεται στο πρόσωπο του Θεανθρώπου.

Υπάρχουν άνθρωποι με έντονους υπαρξιακούς προβληματισμούς στις πιο απομακρυσμένες γωνιές του πλανήτη, ανήσυχα πνεύματα που ερευνούν, μελετούν, μαθαίνουν και ανακαλύπτουν την Ορθοδοξία. Αναπαύονται στην αλήθεια της πίστεώς μας. Φαντασθείτε όμως την απογοήτευσή τους, όταν βλέπουν τους ηγέτας της ‶Ορθοδοξίας″ να προδίδουν αυτήν την αλήθεια. Όταν παρακολουθούν τους Ορθοδόξους με την οικουμενιστική τους αυτοπροδοσία, να αναιρούν τον εαυτό τους και να διαψεύδουν τις ελπίδες αυτών των ανθρώπων, να σκοτώνουν και να ακυρώνουν τη λαχτάρα τους για την Ορθόδοξη αλήθεια.

Ας μην υποτιμάνε οι Οικουμενιστές τη νοημοσύνη αυτών των ανθρώπων. Όσες αγαπολογίες κι αν εκστομίσουν, καταλαβαίνουν καλώς οι τελευταίοι, ότι δεν τους αγαπάνε αληθινά, γιατί δεν τους λένε την αλήθεια καθαρά. Τους λένε ψέματα, πως είναι Εκκλησία. Τους βλέπουν να ευρίσκονται βυθισμένοι εις τον βόρβορο της αιρέσεως και αντί να τείνουν χείρα βοηθείας προς αυτούς και να τους αναστήσουν πνευματικά με το Φως της Ορθοδοξίας, τους αφήνουν να πλανώνται εις τα σκοτάδια της πλάνης και του ψεύδους. Όταν κρημνίζεις εις τα βάραθρα της απωλείας και αφήνεις το σεσηπός μέλος να πεθάνει από τη σήψη, αντί να το θεραπεύσεις και να το σώσεις – όσο επώδυνη κι αν είναι η θεραπεία – είναι αυτό εκδήλωση γνησίας και αληθινής αγάπης Χριστού;

Είναι πολύ ωραία η εικόνα που δίδει ο Βούλγαρος Θεολόγος Γεώργι Τοντόροφ, με την Αλήθεια προσωποποιημένη να απαντά στα ψεύδη του Π.Σ.Ε., που την προσκαλούν ευγενικά να γίνει μία εξ’ αυτών: «Εκείνο το οποίο μας ενώνει, εξαπατά τους εξαπατημένους και μόνον αυτό το οποίο μας κάνει διαφορετικούς, καθιστά εσάς ψεύδη και εμένα Αλήθεια. Αν ενωθώ μαζί σας, θα είναι κακό και για εσάς και για εμένα. Εμένα πλέον δε θα πιστεύουν, ότι είμαι η Αλήθεια» (αφού η αλήθεια της Ορθοδοξίας σχετικοποιείται με τη συμμετοχή της εις τον Οικουμενισμόν και κανείς δεν μπορεί να τη διακρίνει και να την ξεχωρίσει από το ψέμα των αιρέσεων και λοιπών θρησκειών, που συμμετέχουν επί ίσοις όροις στο Π.Σ.Ε.), «ενώ εσείς θα (αυτο)ψεύδεσθε καλύτερα ότι δεν υπάρχει Αλήθεια και ότι όλοι είμεθα ‶ένα″» (αφού η ίδια η Αλήθεια θα έχει εξισωθεί με τα ψεύδη και δε θα διεκδικεί για τον εαυτό της το αυτονόητο, δηλαδή τη μοναδικότητα και αποκλειστικότητά της). «Για εσάς είναι καλύτερο να μετανοήσετε, διότι όταν το ψεύδος μετανοήσει, απαρνείται εαυτόν και γίνεται ένα με την Αλήθεια».

Όλα τα παραπάνω συμβαίνουν αγαπητέ αναγνώστα, όταν η ίδια η ‶εκκλησία″ – καταχρηστικός ο όρος – αντί να κατηχεί, να διαφωτίζει, να προστατεύει από την αίρεση και κάθε πνευματικό κίνδυνο, να θεραπεύει και να σώζει, οδηγεί τον λαόν εις την αποστασίαν με την απομάκρυνση από την αγάπη του Θεού Πατρός, την αποξένωση από τη χάρη του Υιού και την αλλοτρίωση-αποχωρισμό από την κοινωνία του Αγίου Πνεύματος, αποτελώντας κατά τον π. Ιουστίνο Πόποβιτσ, «πηγή αναρχισμού και μηδενισμού στον Ορθόδοξο κόσμο». (Αναφερόταν στον τότε Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως).

Μπορεί η κρατούσα ‶εκκλησία″ να προετοιμάζει την έλευση του Αντιχρίστου, η ελπίδα όμως δεν πεθαίνει ποτέ! Η Εκκλησία – η πραγματική Εκκλησία του Χριστού – υπάρχει και θα υπάρχει, μακριά από την παναίρεση του Οικουμενισμού, μέχρι συντελείας των αιώνων και πέραν από αυτούς. Για να αντισταθεί μέχρις εσχάτων εις τον ‶άνομον″ και να σκεπάζει υπό τας πτέρυγάς της τα τέκνα της χαρίζοντας εις αυτά τη νίκη κατά των δυνάμεων του κοσμοκράτορος και οδηγώντας τα με ασφάλεια και σιγουριά εις την Βασιλείαν του Τριαδικού Θεού, του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, ‶ὧ πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων″. Αμήν.


Joomla SEF URLs by Artio