Εἰσήγησις τοῦ ἐλλογιμωτάτου Νομικοῦ Συμβούλου τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου τῆς ᾿Εκκλησίας Γ.Ο.Χ. ῾Ελλάδος, κ. Θεοδώρου Σαρ. Θεοδωροπούλου, ἐνώπιον τῆς ῾Ιεραρχίας, συνελθούσης ἐν Συνόδῳ τῇ 31ῃ Ὀκτωβρίου 2014 (π.ἡμ.) διὰ νὰ ἀποφασίσῃ διὰ τὸν ἀπὸ πάσης πλευρᾶς ἀπαράδεκτον, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀνεφάρμοστον, πρόσφατον Νόμον Ν4310/14.

Μακαριώτατε, Σεβασμιώτατοι καὶ Θεοφιλέστατοι ἅγιοι ᾿Αρχιερεῖς.

᾿Εν σχέσει μὲ τὸ κρίσιμον τοῦτο ζήτημα, καὶ ἐν συνεχείᾳ προηγηθεισῶν σχετικῶν ἐνεργειῶν μας, ἐνημερώνομεν καὶ αὔθυς τὴν ῾Ιερὰν Σύνοδον τῆς ᾿Εκκλησίας ἡμῶν, ὡς ἀκολούθως:

Α. ῾Η θρησκευτικὴ ἐλευθερία ἀποτελεῖ ὑπέρτατον ἀτομικὸν δικαίωμα πλήρως καὶ ἀπολύτως σήμερον προστατευόμενον εἰς τὴν χώραν μας ἀπὸ τὸ ὑφιστάμενον ἐν αὐτῇ θεσμικὸν καθεστὼς καί, ὡς ἐκ τούτου, ἡ ἐπιπρόσθετος σχετικὴ νομοθέτησις εἶναι ἐξ ὁρισμοῦ ὄχι μόνον ἐντελῶς περιττὴ ἀλλὰ καὶ αὐτόχρημα ἄκρως ἐπικίνδυνος.

α. Κατὰ ἀπαρασάλευτον κανόνα γενικῶς ἰσχύοντα, ὅταν ἐν σχέσει μὲ οἱοδήποτε ἀνθρώπινον δικαίωμα ὑπάρχει εἴς τινα τόπον καὶ εἰς δεδομένον χρόνον ἐπαρκὴς νομικὴ προστασία, πᾶσα περαιτέρω νομοθέτησις εἶναι ἐκ τοῦ περισσοῦ καὶ ἕνεκα τούτου ἐπικίνδυνος διὰ τὴν ἀπρόσκοπτον λειτουργίαν τοῦ δικαιώματος τούτου. ῾Ο κανὼν οὗτος ἰσχύει ἔτι μᾶλλον διὰ τὸ ἄκρως εὐαίσθητον δικαίωμα τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας, τὸ ὁποῖον προστατεύεται καθ᾿ ὁλοκληρίαν καὶ ἄνευ κενοῦ τινὸς εἰς τὴν χώραν μας, δυνάμει τοῦ Συντάγματός της, ἀλλὰ καὶ δυνάμει τῶν δεσμευουσῶν αὐτὴν Διεθνῶν Συμβάσεων Προστασίας τῶν ᾿Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

β. Κατ᾿ ἀκολουθίαν τῶν εὐθὺς ἀνωτέρω ἐπισημαινομένων, τὰ ὁποῖα ἄλλωστε εἶναι ὄχι ἁπλῶς γνωστὰ ἀλλὰ καὶ ὡς ἐκ τῆς φύσεώς των αὐτονόητα, ὑπῆρξεν ἀπαράδεκτον Κυβερνητικὸν ἐγχείρημα ἡ πρόσφατος ψήφισις νόμου, τοῦ ὑπ᾿ ἀριθμὸν 4301, ἀφορῶντος εἰς τὴν «᾿Οργάνωση τῆς Νομικῆς Μορφῆς τῶν Θρησκευτικῶν Κοινοτήτων καὶ τῶν ῾Ενώσεών τους στὴν ῾Ελλάδα κλπ.» (Βλ. ΦΕΚ τεῦχος πρῶτον, ὑπ᾿ αριθμ. φύλλου 223, τῆς 7ης ᾿Οκτωβρίου 2014).

γ. Καὶ μία ἁπλὴ ἀκόμη ἀνάγνωσις τοῦ κειμένου τοῦ ἐν λόγῳ νομοθετήματος πείθει καὶ τὸν πλέον ἀδαῆ καὶ ἀφελῆ ἀναγνώστην ὅτι, διὰ τοῦ νομοθετήματος τούτου ἐπιδιώκεται, καὶ μάλιστα κατὰ τρόπον βαναύσως προκλητικόν, ἡ ἐξώθησις εἰς τὴν κατασκευὴν ὀργανωτικῶν σχημάτων (θρησκευτικῶν, νομικῶν προσώπων κλπ.) τελούντων ἐν τοῖς πράγμασι, ὅπως κατωτέρω ἀναλυτικῶς ἀναπτύσσεται, ὑπὸ τὸν ἀσφυκτικὸν ἔλεγχον τῆς κρατικῆς ἐξουσίας, πρᾶγμα —βεβαίως ὄχι μόνον νομικῶς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ πάσης πλευρᾶς— ἐντελῶς ἀπαράδεκτον.

δ. Οἱ ἐκ τοῦ κυβερνητικοῦ τούτου ἐγχειρήματος κίνδυνοι ἐγένοντο ἀμέσως ἀντιληπτοι ἀπὸ τοὺς ἐνδιαφερομένους, δι᾿ ὃν λόγον καὶ κατὰ τὸ στάδιον τῶν διαβουλεύσεων (τὸ ὁποῖον, εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, ἐλειτούργησεν ἐπιλεκτικῶς καὶ ἀποσπασματικῶς) ὄχι μόνον δὲν τὸ ἐνέκριναν καὶ δὲν τὸ ἀπεδέχθησαν ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ συνόλῳ των (καὶ ἄνευ ἐξαιρέσεως τινός, καθ᾿ ὅσον τουλάχιστον καὶ ἡμεῖς γνωρίζομεν) ἐξεδήλωσαν τὴν ἀντίθεσίν των καὶ τὴν ἀντίδρασίν των, ἀλλὰ εἰς ὦτα μὴ ἀκουόντων.

ε. Δέον νὰ ἐπισημανθῇ ἰδιαιτέρως —ὡς ἐνδεικτικὸν τοῦ ἀπαραδέκτου, τοῦ δολίου τούτου κυβερνητικοῦ ἐγχειρήματος— ὅτι ὅταν τὸ σχετικὸν διάτρητον νομοσχέδιον ἤχθη ἐνώπιον τῆς Βοῦλῆς πρὸς ψήφισιν, κατεψηφίσθη παρ᾿ ἁπάντων τῶν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ κομμάτων καὶ ἐψηφίσθη μόνον ἀπὸ τοὺς στηρίζοντας τὰ δύο συγκυβερνῶντα κόμματα βουλευτάς.

στ. Καίτοι ἡ ἡμετέρα ῾Ιερὰ Σύνοδος, ὡς καὶ τὸ ὑπαγόμενον εἰς Αὐτὴν ποίμνιον (ἐξ ἱερέων, μοναχῶν καὶ λαϊκῶν) τῶν Γνησίων ᾿Ορθοδόξων Χριστιανῶν, δὲν εἶναι ἐξ ὁρισμοῦ ὑπαγώγιμον εἰς τὰς ἐπιδιωκομένας ἀπὸ τὸ ἐπίμαχον νομοθέτημα ρυθμίσεις (ἀφοῦ διεπόμεθα ἐν παντί, καὶ κατὰ πάντα, καὶ ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον ἀπὸ τοὺς Θείους καὶ ῾Ιεροὺς Κανόνας τῆς ᾿Ανατολικῆς ᾿Ορθοδόξου τοῦ Χριστοῦ ᾿Εκκλησίας), ἐν τούτοις ἀντεκρούσαμεν ἐγκαίρως καὶ ἁρμοδίως τὸ ἐπίμαχον νομοσχέδιον, προκειμένου νὰ διαπιστωθῇ τὸ ἀνεφάρμοστον τῶν διατάξεων τοῦ νομοθετήματος τούτου, ἕνεκα τοῦ ὅτι αἱ διατάξεις τούτου ἀντιβαίνουν προδήλως εἰς τὸ Σύνταγμά μας καὶ εἰς τὰς δεσμευούσας καὶ τὴν Χώραν μας Διεθνεῖς Συμβάσεις, καὶ ὁδηγοῦν ἐκ τῶν πραγμάτων εἰς τὴν κατάλυσιν τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας ὅσων παρασυρθοῦν καὶ ἐντάξουν ἑαυτοὺς εἰς τὰς βαναύσους καταλυούσας τὴν θρησκευτικὴν ἐλευθερίαν ρυθμίσεις του. Πιστεύομεν δὲ ὅτι διὰ τῆς διαπιστώσεως ταύτης θὰ ἐνεργηθοῦν ἁρμοδίως τὰ δέοντα ὥστε νὰ ἀποφευχθῇ ἡ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νομοθετήματος τούτου αὐτοθρόως πηγάζουσα ἀναστάτωσις, ἡ ὁποία θὰ διασύρῃ, ὡς μὴ ἔδει, τὸ κῦρος τῆς ῾Ελλάδος τόσον παρ᾿ ἡμῖν, ὅσον καὶ διεθνῶς, καὶ μάλιστα εἰς λίαν δυσκόλους στιγμάς. Μοναδικὸς φραγμὸς διὰ τὴν ἄσκησιν τοῦ δικαιώματος τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας τίθεται ἀπὸ τὸ ὑφιστάμενον σχετικὸν θεσμικὸν καθεστὼς προστασίας τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας, τὸ νὰ μὴν ἀντιβαίνῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐν τῇ δεδομένῃ περιπτώσει εἰς τὴν ἔννομον τάξιν καὶ εἰς τὰ χρηστὰ ἤθη, ἤτοι εἰς ἀπαγορευτικὰ πλαίσια, ὡς εἰκὸς αὐστηρῶς περιχαρακούμενα καὶ ἀνελαστικῶς ἐφαρμόσιμα.

ζ. ῾Ως γνωστὸν οἱ Γνήσιοι ᾿Ορθόδοξοι Χριστιανοί (οἱ εὐρύτερον γνωστοὶ ὡς «παλαιοημερολογίται»), ἀποτελοῦν ἰδίαν θρησκευτικὴν κοινότητα μὴ αἱρετικῶν καὶ μὴ σχισματικῶν ᾿Ορθοδόξων Χριστιανῶν, ἰσοτίμως ἐν παντὶ ἀναγνωριζομένην καὶ προστατευομένην κατὰ πάντα ἐν σχέσει μὲ τὴν παραλλήλως πρὸς αὐτοὺς ὑφισταμένην καὶ λειτουργοῦσαν ὡς νομικὸν πρόσωπον δημοσίου δικαίου «νεοημερολογιτικὴν» θρησκευτικὴν κοινότητα τῆς «᾿Εκκλησίας τῆς ῾Ελλάδος». ᾿Αποτελοῦν τμῆμα τῆς θεοϊδρύτου ᾿Ορθοδόξου τοῦ Χριστοῦ ᾿Εκκλησίας, διεπόμενοι —ὡς κρίνεται καὶ παγίως νομολογιακῶς καὶ ἐπιστημονικῶς γίνεται δεκτόν— ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον ἀπὸ τοὺς Θείους καὶ ῾Ιεροὺς Κανόνας, μὴ χρήζοντες, βεβαίως, ἕνεκα τούτου οἱασδήποτε ἄλλης ἀναγνωρίσεως καὶ μάλιστα ἀπὸ κοσμικὰς ἀρχάς, προστατευομένη ἅμα καὶ κατὰ τὰς γενικὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν Διεθνῶν Συμβάσεων περὶ προσταστίας τῶν ᾿Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ὡς καὶ κατὰ τὰ ὁμοφώνως καὶ παγίως προσεπιβεβαιωθέντα συμφώνως πρὸς ρητὴν (καὶ μοναδικὴν εἰς τὰ παγκόσμια χρονικά) περὶ τούτου δήλωσιν κατὰ τὰς ἐργασίας τῆς Δ´ ᾿Αναθεωρητικῆς Βουλῆς τῶν ῾Ελλήνων, τῶν ἀποφάσεων τῆς ῾Ολομελείας τοῦ ᾿Αρείου Πάγου, τῶν ἀνὰ τὴν ᾿Επικράτειαν Δικαστηρίων Πρώτου καὶ Δευτέρου Βαθμοῦ, τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου τοῦ Κράτους, τοῦ Δικαστηρίου τῶν ᾿Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κλπ, μὲ τὴν θετικὴν ἄνευ ἐξαιρέσεως τινὸς συμπόρευσιν τῆς ἐπιστημονικῆς θεωρίας. Συνεπῶς οὐδεμία ἀνάγκη «περαιτέρω ἀναγνωρίσεώς» μας ὑφίσταται.

Β. Διὰ τὴν καθ᾿ οἱονδήποτε τρόπον ἄσκησιν τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας εἶναι ἀδιανόητος νὰ τίθεται νομοθετικῶς ἐλάχιστος ἀριθμητικὸς περιορισμός, καὶ μάλιστα εἰς αὐτόχρημα ἐξωφρενικὰ ἐπίπεδα πολλῶν ἑκατοντάδων ὁμοδόξων φυσικῶν προσώπων εἰς ἑκάστην περιοχήν, ὅπως συμβαίνει διὰ τῶν σχετικῶν προβλέψεων τοῦ ἐπιμάχου νομοθετήματος καὶ προκύπτει ἀπὸ τὰς ἀντιστοίχους ρυθμίσεις τούτου, περὶ ὧν εὐθὺς κατωτέρω:

α. Εἰς τὸ ἄρθρον 1ον δίδεται ἡ ἔννοια τῆς θρησκευτικῆς κοινότητος καὶ ὡς τοιαύτη προσδιορίζεται ὑπὸ τὴν κατὰ τὸ ἐν λόγῳ νομοθέτημα ἐκδοχὴν αὐτῆς· «ἱκανὸς ἀριθμὸς φυσικῶν προσώπων μὲ συγκεκριμένην θρησκευτικὴ ῾Ομολογία γνωστῆς θρησκείας, μονίμα ἐγκατεστημένων σὲ ὁρισμένη γεωγραφικὴ περιοχή, μὲ σκοπὸ τὴν κοινὴ ἄσκηση τῆς λατρείας της καὶ τὴν τέλεση τῶν καθηκόντων ποὺ ἀπαιτοῦνται ἀπὸ τὴν κοινὴ ῾Ομολογία τῶν μελῶν της». ῎Αλλοις λόγοις, δὲν ὑφίσταται κατὰ τὸ νομοθέτημα τοῦτο —καὶ κατὰ τὴν προσδιοριζομένην ἐν τούτῳ ἔννοιαν— θρησκευτικὴ κοινότης μὲ τὴν συνακόλουθον ταύτης ἄσκησιν τοῦ δικαιώματος τοῦ θρησκεύεσθαι ὅταν δὲν ἀπαρτίζεται ἀπὸ «ἱκανὸν» ἀριθμὸν προσώπων, ὁ ὁποῖος «ἱκανὸς ἀριθμός», μάλιστα, δὲν προσδιορίζεται ἐπακριβῶς ποῖος εἶναι καὶ πῶς προσδιορίζεται καὶ διαμορφώνεται ἑκασταχοῦ καὶ ἑκάστοτε (λ.χ. ἀναλόγως τοῦ συνολικοῦ πληθυσμοῦ, ἀναλόγως τῆς ἐκτάσεως τῆς περιοχῆς, κλπ.). Δηλαδή, δὲν ὑφίσταται, κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ νομοθετήματος τούτου, «θρησκευτικὴ κοινότης» ὅταν εἶναι ὀλιγομελής· περιορισμὸς ἀντιβαίνων εὐθέως εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ εἰς τὰς Διεθνεῖς Συμβάσεις. Πέραν τούτου, δὲν συγκεκριμενοποιοῦνται ἀφηρημέναι καὶ ἀπροσδιόρισται ἔννοιαι τῆς «ὡρισμένης γεωγραφικῆς περιοχῆς» (συνοικία; δῆμος; κοινότης; νομαρχία; περιοχὴ πρωτοδικείου; κλπ) καὶ τῶν «μονίμως ἐγκατεστημένων» (δημοτῶν; παρεπιδημούντων; ἐργασιακῶς ἀσχολουμένων;). Εἶναι πρόδηλον ὅτι ἡ ἠθελημένη αὐτὴ ἀσάφεια, ὅπως συμβαίνει καὶ μὲ τὰς λοιπὰς ἠθελημένας ἀσαφείας τοῦ ὅλου νομοθετήματος, παρέχει τεραστίας δυνατοτήτας αὐθαιρεσιῶν εἰς τὰς διαφόρους κρατικὰς ἀρχὰς καὶ ἐξουσίας.

β. Εἰς τὸ ἄρθρον 2ον τίθενται αἱ οὐσιατικαὶ προϋποθέσεις διὰ τὴν κατὰ τὸ ἐπίμαχον νομοθέτημα ἵδρυσιν «θρησκευτικοῦ νομικοῦ προσώπου», ἤτοι διὰ τὴν πρόσκτησιν νομικῆς προσωπικότητος παρὰ τῶν μελῶν δεδομένης θρησκευτικῆς κοινότητος, προκειμένου νὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ συστηματικὴ καὶ ὠργανωμένη κατὰ τὸ νομοθέτημα ἄσκησις τῆς λατρείας της καὶ ἡ συλλογικὴ ἐκδήλωσις τῶν θρησκευτικῶν πεποιθήσεων τῶν μελῶν της. ῾Ως οὐσιαστικὴ προϋπόθεσις διὰ τὴν συντέλεσιν τῆς προσκτήσεως ἰδίας νομικῆς προσωπικότητος διὰ τὸ ὑπὸ ἵδρυσιν «θρησκευτικὸν νομικὸν πρόσωπον» —ὁλοκληρουμένης διὰ τῆς καταχωρήσεώς της εἰς τὰ δημιουργούμενα σχετικὰ βιβλία τοῦ ἁρμοδίου κατὰ περιοχὴν Πρωτοδικείου, μετὰ τὴν περαίωσιν τῆς ἐνώπιον τούτου σχετικῆς μακρᾶς καὶ δαπανηρᾶς διαδικασίας— ἀπαιτεῖται ἡ πανηγυρικὴ ἔγγραφος δήλωσις τριακοσίων (300!!) τουλάχιστον φυσικῶν προσώπων τῆς δεδομένης θρησκευτικῆς κοινότητος, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ θρησκευτικὸς λειτουργός των. Εἶναι ὅμως ἀδύνατον, ἐκ τῶν πραγμάτων, νὰ συγκεντρωθοῦν τριακόσια (300) ὁμοδοξοῦντα θρησκευτικῶς φυσικὰ πρόσωπα (καὶ μάλιστα ἐνήλικα, διότι ἄλλως δὲν ἔχουν δυνατότητα πρὸς τὸ δικαιοπρακτεῖν καὶ πρὸς τὸ ἀπευθύνεσθαι μὲ οἱοδήποτε αἴτημα ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων) εἰς δεδομένην γεωγραφικὴν περιοχήν, μὴ ἄλλωστε προσδιορισμένην κἄν. ῾Η ἀδυναμία αὐτὴ συγκεντρώσεως τριακοσίων τουλάχιστον κατὰ περίπτωσιν ὁμοδοξούντων ἐνηλίκων φυσικῶν προσώπων εἰς δεδομένον τόπον καὶ εἰς δεδομένον χρόνον (ἀδυναμία καθισταμένη ὀξυτέρα καὶ ἐκ τῆς ὑφισταμένης ἀπαγορεύσεως συμμετοχῆς τῶν φυσικῶν προσώπων εἰς πλείονα τοῦ ἑνὸς θρησκευτικοῦ νομικοῦ προσώπου) θὰ ὁδηγήσῃ εἰς τερατουργήματα παρὰ τῶν ἐνδιαφερομένων διὰ τὴν συγκρότησιν τοῦ θρησκευτικοῦ νομικοῦ προσώπου, ἤτοι εἰς ψευδεῖς δηλώσεις, προσηλυτιστικὰς ἐνεργείας, εἰς ἐνδεχομένας ἀδελφομαχίας κλπ. ῎Αλλωστε ἡ συγκρότησις τοῦ ἐκ τριακοσίων τουλάχιστον ἐνηλίκων φυσικῶν προσώπων θρησκευτικοῦ νομικοῦ προσώπου εἶναι κατὰ νόμον ἀδύνατος καὶ ἐξ ὅσων εὐθὺς κατωτέρω παρατίθενται καὶ ἀφοροῦν εἰς τὴν διαδικασίαν τῆς δικαστικῆς ἀναγνωρίσεώς του.

Γ. ῾Η προβλεπομένη εἰς τὸ ἐπίμαχον νομοθέτημα διαδικασία δικαστικῆς ἀναγνωρίσεως τοῦ θεσπιζομένου θρησκευτικοῦ νομικοῦ προσώπου οὖσα χρονοβόρος, πολυδάπανος καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀναποτελεσματική, καθιστᾷ ἐν τοῖς πράγμασιν ἀνέφικτον τὴν ἵδρυσιν τοῦ ὀργανωτικοῦ τούτου μορφώματος.

α. Εἰς τὸ ἄρθρον 3ον διαλαμβάνονται τὰ τῶν διαδικασιῶν καὶ τὰ τῶν διατυπώσεων συστάσεως τοῦ ἐκ τριακοσίων (300!!) τουλάχιστον ἐνηλίκων φυσικῶν προσώπων ὑπὸ ἵδρυσιν νομικοῦ προσώπου. Οὕτω, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, ὑποβάλλεται εἰς τὸ κατὰ τόπους ἁρμόδιον Μονομελὲς Πρωτοδικεῖον (δικάζον κατὰ τὴν ἑκουσίαν δικαιοδοσίαν) αἴτησις ὑπογεγραμμένη ἀπὸ ὅλα τὰ ὑπερτριακόσια ἱδρυτικά του μέλη, περιλαμβάνουσα πέραν τῶν ἀναλυτικῶν στοιχείων τῆς ταυτότητός των (δηλαδή ὄνομα, ἐπώνυμον, πατρώνυμον, ἐπάγγελμα, τόπον γεννήσεως, ἔτος γεννήσεως, τόπον κατοικίας, κλπ) καὶ ἀντιστοίχους «δηλώσεις πίστεως» ἑνὸς ἑκάστου. Οὕτω ἀποκαλύπτεται, καὶ μάλιστα κατὰ τρόπον ἐπίσημον καὶ πανηγυρικόν, τὸ θρησκευτικὸν πίστευμα ἑκάστου ἐκ τῶν τριακοσίων τουλάχιστον συνιδρυτῶν τῶν θρησκευτικῶν νομικῶν προσώπων· ὅπερ θρησκευτικὸν πίστευμα, ὡς γνωστὸν τοῖς πᾶσιν, ἀπαγορεύεται νὰ περιλαμβάνεται ἀκόμη καὶ εἰς τὰς ἀστυνομικὰς ταυτότητας καὶ ὁπουδήποτε ἀλλοῦ ὅπου ἐμφανίζεται καθ᾿ οἱονδήποτε τρόπον ὁ ἐνδιαφερόμενος, πρὸς ἀποφυγὴν διωγμῶν, διακρίσεων κλπ. Πῶς θὰ συνδυασθοῦν καὶ πῶς θὰ συνυπάρξουν αἱ δύο αὐταὶ ἀντιφατικαὶ καὶ ἀντιβαίνουσαι μεταξύ των νομικαὶ ρυθμίσεις καὶ καταστάσεις; Εἶναι δὲ αὐτόχρημα ἀστεῖον τὸ λεγόμενον ὅτι εἶναι δῆθεν δυνατὸν νὰ ἀποκρυβῇ μὲ διαφόρους μικροπονηρίας καὶ μὲ διάτρητα τεχνάσματα αὐτὴ ἡ ἀντιφατικὴ κατάστασις, ἀφοῦ —ἐκτὸς τῶν ἄλλων— οἱοσδήποτε ἐπικαλούμενος ἔννομον συμφέρον εἶναι δυνατὸν νὰ πληροφορηθῇ τὰ ὀνόματα τῶν ὑποβαλλόντων τὴν περὶ δικαστικῆς ἀναγνωρίσεως αἴτησιν, τὰ ὁποῖα —οὕτως ἢ ἄλλως— θὰ περιλαμβάνονται εἰς τὸ κείμενον τῆς ἀποφάσεως τοῦ Μονομελοῦς Πρωτοδικείου, ἀφοῦ ἡ ἀποσιώπησίς των εἶναι δικονομικῶς ἀνεπίτρεπτος καὶ λογικῶς ἀδιανόητος.

β. Δέον νὰ ἐπισημανθῇ ἰδιαιτέρως καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ διαδικασία δικαστικῆς ἀναγνωρίσεως κατὰ τὴν συνήθη τῶν πραγμάτων πορείαν εἶναι δυνατὸν νὰ διαρκέσῃ ἀκόμη καὶ ἕως πέντε ἔτη, λαμβανομένων ὑπ᾿ ὄψιν τῆς φάσεως τοῦ προσδιορισμοῦ δικασίμου, τῆς ἀκροαματικῆς διαδικασίας τῶν συνήθων ἀναβολῶν καὶ ματαιώσεων ἐκδικάσεως, τῆς καθυστερήσεως ἐκδόσεως τῆς πρωτοβαθμίου ἀποφάσεως, τῶν ἐνδεχομένων παρεμβάσεων καὶ τριτανακοπῶν, τῶν ἐνδεχομένων ἐνδίκων μέσων, τῶν προθεσμιῶν συντελέσεως τῆς τελεσιδικίας κλπ.

γ. Πέραν τῶν προεκτεθέντων, ἡ νομοθετικὴ θέσπισις ὡρισμένου ἐλαχίστου ἀριθμοῦ ὁμοδόξων φυσικῶν προσώπων, ὡς προϋπόθεσις διὰ τὴν ὑφ᾿ οἱανδήποτε ἔννοιαν δυνατότητα ἀσκήσεως τῆς θείας λατρείας παρὰ δεδομένης θρησκευτικῆς κοινότητος, ἐγκυμονεῖ τεραστίους κινδύνους διὰ τὴν ἄσκησιν τῆς ᾿Ορθοδόξου ῾Ιεραποστολῆς ἐκτὸς τῶν γεωγραφικῶν συνόρων τῆς ῾Ελλάδος. Καὶ τοῦτο διότι ἄνευ πλέον τῆς δυνατότητος ἀσκήσεως πειστικοῦ ἀντιλόγου, ὁ νομοθέτης οἱασδήποτε χώρας θὰ δύναται νὰ θεσπίζῃ ἀριθμητικοὺς φραγμοὺς ἀνυπερβλήτους ἐν τοῖς πράγμασι διὰ τὰς νεοπαγεῖς κοινότητας τῶν Γνησίων ᾿Ορθοδόξων Χριστιανῶν εἰς τὴν δεδομένην κρατικὴν ἐπικράτειαν. ᾿Εκ τούτου καὶ φαίνεται ὅτι ἐξηγεῖται τὸ ὅτι τὸ σχετικὸν ἀπαράδεκτον νομοσχέδιον ἐγένετο «ἀνουσιωδῶς δεκτόν» ἀπὸ τὸ Βατικανὸν καὶ ἀπὸ τὸ «Παγκόσμιον Συμβούλιον τῶν ᾿Εκκλησιῶν».

δ. Δέον νὰ ἐπισημανθῇ ἰδιαιτέρως καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι οὐδέποτε καὶ οὐδαμοῦ κατὰ τὸν δισχιλιετῆ ἄχρι τῆς σήμερον βίον τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας ἐθεσμοθετήθη διὰ τὴν λειτουργίαν της ἐλάχιστος ἀριθμὸς ὁμοδόξων φυσικῶν προσώπων, εἴτε παρὰ τῆς ἰδίας εἴτε ἀπὸ τοὺς κατὰ καιροὺς διώκτας αὐτῆς.

Δ. Τὰ τῆς διαλύσεως τῶν ὑπὸ ἵδρυσιν θρησκευτικῶν νομικῶν προσώπων, πέραν τῆς τερατώδους προβλέψεως ὅτι διαλύονται ἐὰν τὰ φυσικὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα τὰ συγκροτοῦν μειωθοῦν εἰς ὀλιγώτερα τῶν ἑκατόν, ἐναποτίθενται κατ᾿ οὐσίαν εἰς τὰς αὐθαιρέτους ἐπιλογὰς τῶν διαφόρων κρατικῶν ἀρχῶν.

α. Εἰς τὸ ἄρθρον 10ον προβλέπονται τὰ τῆς διαλύσεως θρησκευτικοῦ νομικοῦ προσώπου. ᾿Εκτὸς τῶν ἄλλων ἀπαραδέκτων ποὺ περιέχονται εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὁρίζεται —οὔτε ὀλίγον οὔτε πολύ— ὅτι:

1) Τὸ θρησκευτικὸν νομικὸν πρόσωπον διαλύεται ἐὰν τὰ φυσικὰ πρόσωπα, ἐκ τῶν ὁποίων συγκροτεῖται, μειωθοῦν εἰς ὀλιγώτερα τῶν ἑκατόν. Δηλαδή, στεροῦνται οἱ ἐνδιαφερόμενοι τῶν ἐκ τοῦ νομοθετήματος τούτου δυνατοτήτων τῆς ἀσκήσεως τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας των, ἐὰν ὁ ἀριθμός των περιορισθεῖ κάτω τῶν ἑκατόν, εἴτε λόγῳ ἀποχωρήσεως, εἴτε λόγῳ θανάτου, εἴτε λόγῳ διαγραφῆς των, εἴτε λόγῳ ἀλλαγῆς θρησκευτικοῦ των φρονήματος κλπ. Πῶς ὅμως θὰ διαπιστοῦται καὶ πῶς θὰ τεκμηριοῦται ἡ ἀπαράδεκτος αὐτὴ νομικῶς προϋπόθεσις; Θὰ ἵσταται κάποιος ἐλεγκτής —καὶ ποῖος θὰ εἶναι αὐτός;— εἰς τὴν θύραν ἑκάστου εὐκτηρίου οἴκου καὶ θὰ μετρᾷ καὶ θὰ καταγράφῃ τοὺς προσερχομένους, ἢ θὰ γίνεται ἔλεγχος εἰς τὰς κατοικίας των, ἢ εἰς τοὺς τόπους ἐργασίας τούτων, ἢ ἄλλως πῶς; Καὶ τί θὰ γίνουν οἱ ἐνεπομείναντες κάτω τῶν ἑκατόν; Θὰ στεροῦνται τῶν κατὰ νόμον δικαιωμάτων των;

2) Εἶναι δυνατὸν νὰ διαλυθῇ μὲ ἀπόφασιν τοῦ Πρωτοδικείου ἐὰν ζητηθεῖ τοῦτο ἀπὸ τὴν ἐποπτεύουσαν ἀρχὴν ἢ ἀπὸ τὸν εἰσαγγελέα, χωρὶς νὰ προσδιορίζονται ὑπὸ ποίας οὐσιαστικὰς προϋποθέσεις δύναται νὰ ζητηθῇ καὶ νὰ συντελεσθῇ ἡ δικαστικὴ διάλυσις, γεγονὸς τὸ ὁποῖον ἀνήγει τὰς θύρας εἰς παντὸς εἴδους αὐθαιρεσίας.

3) Διαλύεται τὸ θρησκευτικὸν νομικὸν πρόσωπον ἐὰν μείνει ἄνευ θρησκευτικοῦ λειτουργοῦ ἐπὶ ἓν τουλάχιστον ἑξάμηνον. Δηλαδή, εὑρίσκεται ἡ ὕπαρξίς του εἰς χείρας τοῦ θρησκευτικοῦ λειτουργοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι δυνατὸν δι᾿ οἱονδήποτε λόγον —ἑκουσίως, ἢ πιεζόμενος ἄλλοθεν, ἢ ἀποθνήσκων, ἢ ἄλλως πῶς— νὰ ἐκλείψῃ καὶ νὰ ἀφήσῃ τὸ ποίμνιόν του ἀκέφαλον.

β. Εἰς τὸ ἄρθρον 11ον προβλέπονται τὰ τῆς δυνατότητος ἀναστολῆς λειτουργίας τοῦ θρησκευτικοῦ νομικοῦ προσώπου, δηλαδὴ προσωρινῆς ἀπαγορεύσεως τῆς λειτουργίας του, ἐὰν συντρέχουν προϋποθέσεις διαλύσεώς του, ἢ ἐὰν ὑφίσταται «κίνδυνος διασαλεύσεως τῆς δημοσίας τάξεως» μὲ ὅλως νεφελώδεις προϋποθέσεις, τῶν δυνατοτήτων ἀναστολῆς λειτουργίας, γεγονός ὄχι μόνον νομικῶς ἀλλὰ καὶ ἀπὸ πάσης ἄλλης πλευρᾶς ἀπαράδεκτον.

Διὰ τῆς διατάξεως ταύτης, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, καταλύεται καὶ ἡ κατὰ τὸ Σύνταγμα καθιερουμένη ἐλευθερία τοῦ συνεταιρίζεσθαι.

Ε. ῾Η περιουσία τῶν ἱδρυομένων θρησκευτικῶν νομικῶν προσώπων καθίσταται ἐν τοῖς πράγμασιν δέσμια τῶν κρατικῶν ἀρχῶν καὶ τελικῶς ἀντικείμενον δημεύσεως καὶ ἁρπαγῆς ἀπὸ τὸ ἑλληνικὸν δημόσιον.

α. Εἰς τὸ ἄρθρον 7ον περιέχονται κατὰ τρόπον ἀσφυκτικῶς δέσμιον τὰ τῆς περιουσίας τῶν ὑπὸ ἵδρυσιν θρησκευτικῶν νομικῶν προσώπων μὲ ἀνάγλυφον τὸν κίνδυνον τῆς τελικῆς ἁρπαγῆς τούτων ἀπὸ τὸ ἑλληνικὸν δημόσιον, δηλαδὴ τῆς δημεύσεως κινητῶν καὶ ἀκινήτων.

β. Εἰς τὸ ἄρθρον 18ον περιέχονται ρυθμίσεις ἀφορῶσαι εἰς τὴν μεταβίβασιν περιουσιακῶν στοιχείων ἀπὸ ὑφιστάμενα σήμερον θρησκευτικοῦ χαρακτῆρος νομικὰ πρόσωπα. Καὶ διὰ τῆς διατάξεως ταύτης —ὡς καθιστᾷ φανερὸν καὶ ἡ ἁπλὴ ἀκόμη ἀνάγνωσις τοῦ περιεχομένου αὐτῆς, χωρὶς νὰ εἶναι ἀναγκαία ἡ περαιτέρω ἐνασχόλησις μὲ τὰς λεπτομερείας της— πέραν τῆς ἀστυνομεύσεως τῶν ἐνδιαφερομένων, συντελεῖται —ἐκτὸς τῶν ἄλλων— καὶ ἡ οὐσιαστικὴ κατάργησις τοῦ συνταγματικῶς προστατευομένου ἀτομικοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας, ὡς καὶ τοῦ ἀτομικοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι.

ΣΤ. Πέραν τῶν προαναφερθεισῶν διατάξεων καὶ τὸ σύνολον σχεδὸν τῶν λοιπῶν ρυθμίσεων τοῦ ἐπιμάχου νομοθετήματος εἶναι ἀνεφάρμοστον ὡς ἀντιβαίνον εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ εἰς τὰς Διεθνεῖς Συμβάσεις Προστασίας τῶν ᾿Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν πραγμάτων, συμφώνως καὶ πρὸς τὰ κατωτέρω παρατιθέμενα:

α. Εἰς τὸ ἄρθρον 12ον. Γίνεται μία αὐθαίρετος πρόβλεψις συγκροτήσεως «δευτεροβαθμίου θρησκευτικοῦ προσώπου» διὰ τῆς συνενώσεως πρωτοβαθμίων θρησκευτικῶν νομικῶν προσώπων, μὲ τὴν προσωνυμίαν «ἐκκλησία», μὲ αὐθαιρέτως καθοριζομένας προϋποθέσεις καὶ ἐπιλογάς, ὡς νὰ ἐπρόκειτο περὶ συγκροτήσεως δευτεροβαθμίου ἐπαγγελματικῆς ὀργανώσεως οἰκοδόμων, βιομηχάνων, ἐδωδιμοπολῶν κλπ. ῾Η ᾿Εκκλησία εἶναι θεοΐδρυτος ὀργανισμὸς καὶ ὄχι σωματειακὸν κατασκεύασμα, ἱδρυόμενον, τροποποιούμενον καὶ διαλυόμενον διὰ τῆς ἀνθρωπίνης βουλήσεως, ἀκόμη καὶ ψευδωνύμως.

β. Εἰς τὸ ἄρθρον 13ον. Γίνεται ἀναγνώρισις νομικῆς προσωπικότητος τῆς ἐν ῾Ελλάδι «καθολικῆς ἐκκλησίας» καὶ διαφόρων ἄλλων ὑφισταμένων «ἐκκλησιῶν» καὶ νομικῶν προσώπων τούτων. ῾Η τοιαύτη κατ᾿ ἐξαίρεσιν προνομιακὴ ἀναγνώρισις, ἡ ὁποία ἐξ οὐδενὸς ἀποχρῶντος λόγου δικαιολογεῖται καὶ ἔτι μᾶλλον ἐξ οἱουδήποτε ἀποχρῶντος λόγου ἐπιβάλλεται, καταλύει —ἐκτὸς τῶν ἄλλων— καὶ τὴν ἐν παντὶ ἰσχύουσαν καὶ ὡς πρὸς πάντας ἀνεξαιρέτως ἐφαρμοστέαν εἰς ὅλους τοὺς τομεῖς τῆς ἀτομικῆς συλλογικῆς ἀνθρωπίνης δραστηριότητος, ἀρχὴν τῆς ἰσότητος.

γ. Εἰς τὸ ἄρθρον 14ον. Θεσπίζεται ἡ ἵδρυσις παρὰ τῷ ῾Υπουργείῳ Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων ἐνιαίου μητρώου καταχωρήσεως θρησκευτικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν νομικῶν προσώπων καὶ θρησκευτικῶν λειτουργῶν. Διὰ τῆς διατάξεως ταύτης —ὅπως πείθει καὶ ἡ ἁπλὴ ἀκόμη ἀνάγνωσις, χωρὶς νὰ χρειάζεται κἂν ἡ ἐκτενεστέρα ἀνάλυσις τοῦ περιεχομένου της— καθίσταται ἡλίου φαεινότερον ὅτι σκοπὸς ἀποκλειστικὸς τῆς ἐν θέματι ἀπαραδέκτου νομοθετήσεως ἦτο ἡ ἀστυνόμευσις τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς συνακολούθου λατρευτικῆς καὶ ἄλλης δραστηριότητος τῶν ῾Ελλήνων πολιτῶν. Πρᾶγμα ἀπαράδεκτον καὶ αὐτόχρημα ἀνατριχιαστικόν.

δ. Εἰς τὸ ἄρθρον 8ον. Τίθεται ἀσφυκτικὸς κλοιὸς διοικητικῆς λειτουργίας τῶν θρησκευτικῶν νομικῶν προσώπων, ἀφοῦ —ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἀπαραδέκτων— θεσπίζεται ἡ αὐτόχρημα ἐξοργιστικὴ πρόβλεψις ὅτι, ὄργανα διοικήσεως τοῦ θρησκευτικοῦ νομικοῦ προσώπου δὲν εἶναι δυνατὸν κατὰ κανόνα νὰ συγκληθοῦν καὶ νὰ συνεδριάσουν καὶ ἔτι μᾶλλον νὰ ἀποφασίσουν ἐφ᾿ οἱουδήποτε ζητήματος ἐὰν ἀπουσιάζει ἐκ τούτων ὁ θρησκευτικὸς λειτουργός.

ε. Εἰς τὸ ἄρθρον 9ον. Εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο προβλέπεται τὰ τῆς δυνατότητος ἱδρύσεως παρὰ τῶν θρησκευτικῶν νομικῶν προσώπων εὐκτηρίων οἴκων, ἡσυχαστηρίων καὶ γενικωτέρων χώρων θείας λατρείας καὶ συναθροίσεων, ὡς καὶ κατασκηνώσεων, ἰδιωτικῶν σχολείων καὶ ἐκπαιδευτηρίων, φιλανθρωπικῶν ἱδρυμάτων κλπ. ᾿Αποσιωπᾶται ὅμως τὸ ποία θὰ εἶναι ἡ τύχη τῶν ἱδρυμάτων τούτων εἰς τὴν περίπτωσιν διαλύσεως τοῦ θρησκευτικοῦ νομικοῦ προσώπου, τὸ ὁποῖον τὰ ἱδρύει. Εἶναι πρόδηλον ὅτι καὶ ἡ διάταξις αὕτη ἐθεσπίσθη ἐκ τοῦ πονηροῦ καὶ χωρὶς νὰ ὑφίσταται οἱαδήποτε πρὸς τοῦτο ἀνάγκη. Καὶ τοῦτο διότι ἅπασαι αἱ θρησκευτικαὶ κοινότηται, ἔτι δὲ μᾶλλον οἱ Γνήσιοι ᾿Ορθόδοξοι Χριστιανοί, διὰ τὴν διευθέτησιν τῶν κατὰ κόσμον συναλλακτικῶν ἀναγκῶν των, ἐξυπηρετοῦνται πλήρως ἀπὸ τοὺς ὑφισταμένους ἐν ἰσχύϊ ὀργανωτικοὺς θεσμοὺς τῶν σωματείων, ἀστικῶν ἐταιρειῶν, ἱδρυμάτων κλπ., χωρὶς νὰ ὑφίσταται πρόβλημά τι.

στ. Εἰς τὸ ἄρθρον 4ον περιέχονται τὰ τοῦ θεσπιζομένου διὰ τὸ ὑπὸ ἵδρυσιν θρησκευτικὸν νομικὸν πρόσωπον «κανονισμοῦ», διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιδιώκεται καὶ ἐπιτυγχάνεται ὁ πλήρης ἔλεγχος καὶ ἡ αὐτόχρημα ἀστυνόμευσις τῆς λειτουργίας τοῦ ἱδρυομένου θρησκευτικοῦ νομικοῦ προσώπου, ἀφοῦ —ἐκτὸς τῶν ἄλλων— περιλαμβάνονται ὑποχρεωτικῶς εἰς τοῦτον: α) ἡ ἐσωτερικὴ ὀργανωτικὴ δομή του, β) τὰ ὄργανα τῆς διοικήσεώς του, ἤτοι οἱ ὅροι ἀναδείξεως, διορισμοῦ, λειτουργίας καὶ παύσεως τούτων, γ) τὰ τῆς ἀναδείξεως, ἐκλογῆς καὶ ἐπιλογῆς τῶν θρησκευτικῶν του λειτουργῶν, δ) τὰ τῆς δικαστικῆς καὶ ἐξωδίκου ἐκπροσωπήσεώς του, ε) τὰ τῆς εἰσδοχῆς, ἀποβολῆς, δικαιωμάτων καὶ ὑποχρεώσεων τῶν μελῶν του, ς) τὰ τῆς συγκλήσεως καὶ λειτουργίας τῶν συλλογικῶν του ὀργάνων, ζ) τὰ τῶν σχέσεών του καὶ τῆς ἀλληλεξαρτήσεώς του μὲ ἡμεδαπὰ καὶ ἀλλοδαπὰ νομικὰ πρόσωπα, η) τὰ τῶν πόρων του καὶ τῆς προελεύσεως τούτων, θ) τὰ τῆς σχέσεώς των μὲ ἄλλας θρησκευτικὰς κοινότητας, ι) τὰ τῆς διαλύσεως τοῦ νομικοῦ προσώπου. Τέλος, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, προβλέπεται ὅτι εἰς τὸν Κανονισμὸν περιλαμβάνονται ὑποχρεωτικῶς τὰ τῆς διδασκαλίας καὶ τῶν λατρευτικῶν ἐκδηλώσεων τῆς θρησκευτικῆς κοινότητος ὡς καὶ τὰ κείμενα καὶ οἱ κανόνες ποὺ τὴν διέπουν, πρᾶγμα ἀδύνατον νὰ συμβῇ ἀφοῦ τὰ κείμενα ταῦτα ἀνέρχονται εἰς ἑκατοντάδας, ἢ καὶ χιλιάδας, σελίδων κατὰ περίπτωσιν.

Θεώδωρος Σαρ. Θεοδωρόπουλος,

Δικηγόρος παρά τω Αρείω Πάγω, ε.τ.


Joomla SEF URLs by Artio