ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΜΑΓΟΙ

Υπό Θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου

Πέτρας κ. Δαβίδ

          Χριστούγεννα! Ἡ μητρόπολις τῶν ἑορτῶν κατὰ τὸν ἱερὸν Χρυσόστομον· ἡ ἀφετερία τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ἀπὸ ὅλα τὰ πρόσωπα ποὺ συνθέτουν τὴν εἰκόνα τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, εἰς τὸ ἀπολυτίκιον τῆς ἑορτῆς, ἰδιαιτέρως ἐξαίρονται οἱ ἐξ ἀνατολῶν Μάγοι. «… ἐν αὐτῇ γὰρ οἱ τοῖς ἄστροις λατρεύοντες, ὑπὸ ἀστέρος ἐδιδάσκοντο, Σὲ προσκυνεῖν τὸν Ἥλιον τῆς δικαιοσύνης». Θεωρώντας, λοιπόν, ὅτι αὐτὴ ἡ προτίμησις τοῦ ὑμνογράφου δὲν εἶναι τυχαία, θὰ ἀσχοληθοῦμε εἰς τὸ παρὸν ἄρθρο μὲ τὰ πρόσωπα τῶν τριῶν μάγων.

          Συμφώνως μὲ τὸν Ἡρόδοτο, οἱ Μάγοι ἦσαν ἀρχικῶς ἱερατικὴ τάξις μεταξὺ τῶν Περσῶν. Δι’ αὐτὸ καὶ ἡ ὁμόφωνος παράδοσις τῶν πατέρων ἀποφαίνεται ὅτι οἱ προσκυνητὲς τοῦ Χριστοῦ – τρεῖς Μάγοι – ἦσαν ἀπὸ τὰ μέρη τῆς Περσίας. Μάγοι ὅμως ἐκαλοῦντο μὲ τὸν καιρὸν εἰς τὴν ἀνατολήν, ὅλοι οἱ σοφοὶ διδάσκαλοι, οἱ ἱερεῖς, οἱ μάντεις, οἱ ἰατροί, οἱ ἑρμηνευτές τῶν ὀνείρων καὶ οἱ ἔμπειροι τῶν μαγικῶν τεχνῶν. Οἱ συγκεκριμένοι, ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρουν, ἦσαν ἀστρονόμοι. Καὶ αὐτὸ γίνεται εὔκολα ἀποδεκτό, ἐὰν λάβῃ κανεὶς ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ ἐπιστήμη τῆς ἀστρονομίας, ἦταν ἰδιαιτέρως ἀνεπτυγμένη εἰς τὴν Ἀνατολήν.

Οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖ εἶχαν ἔντονο ἐνδιαφέρον γιὰ τὰ ἐπουράνια φαινόμενα· μάλιστα δὲ ἡ ἀστρονομία ἦταν ἀναμεμιγμένη καὶ μὲ τὴν ἀστρολογίαν, ἀλλὰ καὶ τὴν λατρείαν τοῦ ἡλίου καὶ τῶν ἀστέρων. Μὲ ἕναν λόγον, ὁ νοῦς των ἐθέλγετο ἀπὸ τὰ οὐράνια σώματα, τὸ ἡλιακὸ φῶς, καθὼς καὶ τὴν λαμπρότητα τοῦ πυρός. Ὑπήρχε δηλαδὴ καὶ τὸ στοιχεῖο τῆς πυρολατρείας, δι’ αὐτὸ φαίνεται εἰς τοὺς Χαιρετισμοὺς τῆς Παναγίας μας, νὰ λέγουν οἱ Μάγοι ὅταν ἀντικρύζουν τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον τὸ : «Χαίρε πυρὸς προσκύνησιν παύσασα». Δηλαδή, «χαίρε ἐσύ, Μητέρα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ μὲ τὴν γέννησιν τοῦ Υἱοῦ σου, ἔπαυσες τὴν προσκύνησιν τοῦ πυρός».

Αὐτοί, λοιπόν, οἱ τρεῖς ἄνθρωποι ποὺ ἦσαν εἰδωλολάτρες, ἔκαναν ἕνα πολὺ μακρινὸ ταξίδι, χωρὶς νὰ ὑπολογίζουν κόπους καὶ κινδύνους, διὰ νὰ φθάσουν εἰς ἕναν ἄγνωστον εἰς αὐτοὺς βασιλέα, ἔχοντας ὡς μοναδικὸν ὁδηγόν των τὴν αἴγλη, τὴν λαμπρότητα καὶ φωτεινότητα τοῦ θεοδρόμου ἀστέρος. Ἔχουν κατὰ καιροὺς διατυπωθεῖ πολλὲς γνώμες διὰ τὸν ἀστέρα αὐτόν. Κάποιοι εἶπαν ὅτι ἦταν ἕνας συνηθισμένος ἀστέρας, ἐνῶ ἄλλοι ὅτι ἐπρόκειτο γιὰ ἕνα ἐξαιρετικὸ οὐράνιο φαινόμενο. Οἱ πατέρες ὅμως συγκλίνουν εἰς τὴν ἄποψιν ὅτι ἐπρόκειτο διὰ ἄγγελον Κυρίου, ὁ ὁποῖος ἐφώτιζε τὸν δρόμον τῶν Μάγων καὶ φαινόταν σὰν ἄστρο τοῦ οὐρανοῦ.

Τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ἦταν ἕνα συνηθισμένο ἀστέρι ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ τὰ ἑξῆς : Ὁ ἀστέρας δὲν ἐκκινεῖτο ἀπὸ τὴν ἀνατολὴν πρὸς τὴν δύσιν, ὅπως συμβαίνει κανονικὰ μὲ τὰ ἄστρα, ἀλλὰ ἀπὸ βορρὰ πρὸς νότον, καθὼς ἡ Παλαιστίνη εἶναι νοτίως τῆς Περσίας. Τὸ ἀκόμη πιὸ θαυμαστό εἶναι, ὅτι ἐφαίνετο καὶ τὴν νύκτα καὶ τὴν ἡμέρα, κάτι ποὺ δὲν γίνεται οὔτε μὲ τὴν ὑπέρφωτον σελήνην. Ἔλαμπε, δηλαδή, κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἡμέρας, περισσότερον καὶ ἀπὸ τὸν ἥλιον. Ἐπίσης, ἄλλοτε ἐφαίνετο καὶ ἄλλοτε ἐκρύπτετο.

Ὅταν, ἐπὶ παραδείγματι, οἱ Μάγοι ἔφθασαν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, τότε ἐκεῖ – κατὰ παραχώρησιν Θεοῦ – τὸ ἀστέρι ἐκρύβη ἀπὸ τὰ μάτια των, διὰ νὰ μάθουν οἱ πάντες εἰς τὴν Παλαιστίνην διὰ τὴν γέννησιν τοῦ Θεανθρώπου. Νὰ μὴν περάσῃ ἀπαρατήρητος ἡ ἔλευσις τοῦ Χριστοῦ εἰς τὸν κόσμον. Νὰ ἀναγκασθοῦν δηλαδὴ οἱ Μάγοι νὰ καταφύγουν εἰς τὸν βασιλέα Ἡρώδη, εἰς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ πρεσβυτέρους τῶν Ἰουδαίων, καὶ νὰ συζητήσουν μαζί τους τὰ πάντα γύρω ἀπὸ τὴν γέννησιν τοῦ Μεσσία. Ὅταν μάλιστα οἱ Μάγοι ἔφθασαν εἰς τὴν Βηθλεέμ, ἐκεῖ τὸ ἀστέρι ἔκανε καὶ πάλι τὴν ἐμφάνισίν του, καὶ «… ἰδόντες δὲ τὸν ἀστέρα, ἐχάρησαν χαρὰν μεγάλην σφόδρα» (Ματθ. β΄, 10-11).

Ἄλλο χαρακτηριστικὸ τοῦ ἀστέρος αὐτοῦ, εἶναι ὅτι ἐκινεῖτο ὅταν ἐβάδιζαν οἱ Μάγοι καὶ κατέπαυε τὴν πορείαν του, ὅταν ἐκεῖνοι ἐστάθμευαν. Καὶ τὸ πλέον ἐντυπωσιακὸ ἀπὸ ὅλα εἶναι ὅτι, ὅταν ἔφθασαν εἰς τὴν Βηθλεέμ, χαμήλωσε τόσον πολὺ καὶ πῆγε καὶ στάθηκε πάνω ἀπὸ τὴν οἰκίαν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο ὁ Κύριος. Καὶ αὐτό, διότι ἑὰν παρέμενε εἰς τὸ ἄπειρον ὕψος τῶν ἄλλων ἀστέρων, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ὑποδείξῃ εἰς τοὺς Μάγους τὸ ἀκριβὲς σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον ἦτο ὁ Χριστός.

Ἴσως, ὅμως, να ὑπάρχει εἰς ὁρισμένους ἡ ἀπορία· διατὶ ὁ Θεὸς ἐπέλεξε αὐτὸν τὸν τρόπον – μέσῳ ἑνὸς ἀστέρος – διὰ νὰ φέρῃ τοὺς Μάγους κοντὰ εἰς τὸν Χριστόν; Ἡ ἀπάντησις εἶναι ἁπλὴ. Γνώρισμα τοῦ Θεοῦ εἶναι νὰ συγκαταβαίνῃ εἰς τὴν ἀνθρωπίνην ἀδυναμίαν καὶ νὰ καλῇ τὸν καθένα μὲ μέσα οἰκεῖα διὰ τὸν ἴδιον. Οἱ Μάγοι δὲν διέθεταν παιδεία Θεοῦ, δὲν ἦσαν ἐξοικειωμένοι μὲ θεοφάνειες καὶ ἀγγελικὲς ὀπτασίες, οὔτε μὲ τὶς προφητεῖες περὶ τοῦ Μεσσία, ἀλλὰ μόνον ἠσχολοῦντο μὲ τὴν μελέτη τοῦ οὐρανίου στερεώματος.

Ἑπομένως, δὲ θὰ πρόσεχαν τοὺς προφῆτες ποὺ τυχὸν θὰ τοὺς ἔστελνε ὁ Θεός, οὔτε θὰ ἄκουγαν τὴν φωνήν του ἐξ οὐρανοῦ, οὔτε ἐπίσης ἄγγελον θὰ ἐπίστευαν. Δι’ αὐτὸ τοὺς προσκαλεῖ λοιπὸν διὰ μέσου γνωστῶν εἰς αὐτοὺς πραγμάτων. Τοὺς παρουσιάζει ἕνα ἀστέρα μεγάλο, παράξενο, ὥστε νὰ τοὺς καταπλήξῃ μὲ τὸ μέγεθος, τὴν λαμπρότητα καὶ τὸν τρόπο τῆς πορείας του. Τὴν ἴδια ἀκριβῶς τακτικὴν ἀκολουθεῖ ὁ Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν Παῦλος ὅταν ὁμιλῇ εἰς τοὺς Ἀθηναίους ἀπὸ τὸν Ἄρειο Πάγο, μὲ ἀφορμὴν τὸ βωμὸ τοῦ ἀγνώστου θεοῦ, ἐνῶ ἀπευθυνόμενος εἰς τοὺς Ἰουδαίους, μνημονεύει τὴν περιτομὴν καὶ τὸν νόμον τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.

Οἱ Μάγοι, βεβαίως, δὲν ἀκολουθοῦν τὸν φανέντα ἐν τῇ ἀνατολῇ ἀστέρα, ἁπλὰ καὶ μόνον ἐπειδὴ ἀντυπωσιάσθηκαν ἀπὸ αὐτόν. Ἐγνώριζαν καλὰ καὶ εἶχαν κατὰ νοῦν τὴν παλαιὰ προφητείαν τοῦ Βαλαάμ. Ὁ Βαλαὰμ ἦτο ἕνας εἰδωλολάτρης μάντης ποὺ κατοικοῦσε εἰς τὴν εὐρυτέραν περιοχὴν τῆς Μεσοποταμίας, ἐκεῖ περίπου ὅπου εὑρίσκεται ἡ Περσία. Αὐτός, λοιπόν, ὁ Βαλαάμ ἦτο ἰδιαίτερα ξακουστὸς καὶ ὀνομαστὸς διὰ τὶς μαγικὲς καὶ χρησμολογικὲς ἰκανότητές του. Ἡ φήμη του ἔφθασε μέχρι τὰ αὐτιὰ τοῦ βασιλέως τῶν Μωαβιτῶν Βαλάκ. Μάλιστα, ὁ Βαλὰκ ἄκουσε ὅτι ὅποιους εὐλογοῦσε ὁ Βαλαὰμ ἦσαν εὐλογημένοι, ἐνῶ ἐκείνους ποὺ κατηρᾶτο ἦσαν κατηραμένοι. Κάλεσε, λοιπόν, τὸν Βαλαὰμ νὰ καταρασθῇ τοὺς Ἑβραίους διὰ νὰ σταματήσῃ ἡ προέλασή τους εἰς τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας καὶ νὰ νικήσῃ αὐτούς.

Ὁ Βαλαάμ, ὅμως, κατὰ θείαν ἔμπνευσιν, ὄχι μόνον δὲν τοὺς κατηράσθη, ἀλλὰ τοὺς εὐλόγησε ἐπανειλλημένως· καὶ μάλιστα, φωτισμένος ἔστω καὶ στιγμιαίως ἀπὸ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ, ἔκανε ἐκπληκτικὲς προφητεῖες σχετικὰ μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Εἶπε, μεταξὺ ἄλλων, ὅτι θὰ ἀνατείλῃ λαμπερὸ ἀστέρι ἀπὸ τὴν γενεὰ τοῦ Πατριάρχου Ἰακώβ, θὰ γεννηθῇ ἄνθρωπος ποὺ θὰ συντρίψῃ ὅλες τὶς βασιλεῖες τῆς γῆς ποὺ δὲν θὰ τὸν προσκυνοῦν. Θὰ εἶναι μάλιστα ὡσὰν τὸν λέοντα ποὺ θὰ πέσῃ νὰ κοιμηθῇ. Τὸ ὅτι παρομοιάζεται ὁ Χριστὸς μὲ τὸ λιοντάρι, βοήθησε τοὺς Μάγους νὰ καταλάβουν ὅτι ἐπρόκειτο διὰ βασιλέα καὶ Θεό. Διὰ ἔνδοξο καὶ θεῖον πρόσωπον, ἐνῷ τὸ ὅτι θα πέσῃ νὰ κοιμηθῇ ἦταν ξεκάθαρο ὅτι ὑπαινίσσεται τὸν θάνατον καὶ τὴν ταφὴν τοῦ Κυρίου. «Ἀνατελεῖ ἄστρον ἐξ Ἰακὼβ, ἀναστήσεται ἄνθρωπος ἐξ Ἰσραήλ» (Ἀριθμ. κδ΄,17).

Τὸ ἄστρον βεβαίως αὐτὸ δὲν εἶναι ἄλλο τί, ἀπὸ τὸν Κύριό μας Ἰησοῦν Χριστόν, ποὺ προῆλθε κατὰ σάρκα ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους τοῦ πατριάρχου Ἰακώβ, ποὺ λέγεται ἀλλιῶς καὶ Ἰσραήλ. Παράλληλα ὅμως, τὸ ἄστρο εἰς τὸ ὁποῖον ἀνεφέρθη ὁ μάντης Βαλαάμ, μπορεῖ νὰ ὑποδεικνύῃ καὶ τὸν ἀστέρα ποὺ ὡδήγησε τοὺς μάγους εἰς τὴν Βηθλεέμ. Ὑπήρχε ἄλλωστε εἰς τοὺς λαοὺς τῆς ἀνατολῆς ἡ παράδοσις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἕνα ξεχωριστὸν ἄστρο ἐμφανίζεται ὡς ἰδιαίτερος οἰωνός, ὅταν γεννᾶται ἕνας διακεκριμένος ἄνθρωπος ἢ ἕνας σπουδαῖος βασιλεύς. Ἀπὸ τότε λοιπόν, ποὺ ὁ Βαλαὰμ ἔκανε τὴν Χριστολογικὴν προφητείαν, ὅσοι μάντεις ὑπήρξαν εἰς τὴν Περσίαν εἶχαν τὸν νοῦν τους καὶ περίμεναν νὰ ἰδοῦν τὸ ἄστρον αὐτὸ διὰ νὰ ἐννοήσουν τὴν γέννησιν τοῦ Θεανθρώπου.

Οἱ τρεῖς μάγοι 1800 χρόνια μετὰ ἐπεσήμαναν τὴν ἐμφάνισιν τοῦ ἄστρου αὐτοῦ καὶ συμπέραναν ὅτι ἐκπληρώθησαν οἱ προφητεῖες τοῦ Βαλαάμ. Εἶχαν τὴν συνείδησιν ὅτι τὸ ἀστέρι αὐτὸ θὰ τοὺς ὁδηγοῦσε εἰς τὸν Χριστόν, καθὼς λέγει καὶ τὸ Εὐαγγέλιον: «…εἰδομεν γὰρ αὐτοῦ τὸν ἀστέρα ἐν τῇ ἀνατολῇ καὶ ἤλθομεν προσκυνῆσαι αὐτῷ» (Ματθ. β΄, 2). Ὑπάρχουν δὲ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, οἱ οποῖοι συγκρίνουν τὴν πίστιν καὶ τὴν προθυμίαν τῶν τριῶν μάγων μὲ τὴν πίστιν τοῦ πατριάρχου Ἀβραάμ καὶ τὴν θεωροῦν ἐφάμιλλή της. Καὶ αὐτὸ διότι ὁ Ἀβραὰμ εἶχε προσωπικὴν ἐπαφὴν καὶ ἐπικοινωνίαν μὲ τὸν Θεόν, συνομιλοῦσε μαζί του, ἄκουγε τὴν φωνή του, ἐνῷ οἱ Μάγοι ἐκλήθησαν ὑπὸ τοῦ Θεοῦ, μέσῳ τοῦ φαινομένου ἀστέρος.

Ἐπὶ πλέον, οἱ Μάγοι μὲ τὰ ἡμιτελῆ μέσα ποὺ τοὺς παρεῖχε ὁ Θεός, ἐδείχθησαν ἀνώτεροι καὶ ὑπέρτεροι ἀπὸ τοὺς συγχρόνους τους Ἰουδαίους. Οἱ τελευταίοι εἶχαν εἰς τὰ πόδια τους τὸν Χριστόν, συγκάτοικον εἰς τὴν ἰδίαν πόλιν, καὶ ὅμως τοὺς πρόλαβαν οἱ εἰδολωλάτραι μάγοι, ἐρχόμενοι ἀπὸ πολὺ μακριά. Μόλις μάλιστα ἔφθασαν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, ἀναστατώθηκε ὅλη ἡ πόλις μὲ τὴν ἔλευσίν τους. Ὅταν δὲ τους ἄκουσαν νὰ ἀναζητοῦν τὸν τεχθέντα βασιλέα τῶν Ἰουδαίων, εκεῖ πραγματικὰ ἐπεκράτησε πανικός. «… ποῦ ἐστὶν ὁ τεχθεὶς βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων… Ἀκούσας δὲ Ἡρώδης ὁ βασιλεὺς ἐταράχθη, καὶ πᾶσα Ἱεροσόλυμα μετ’ αὐτοῦ» (Ματθ. β΄, 3-4). Ἐφοβήθησαν τὸ μένος τοῦ Ἡρώδου, ὁ ὁποῖος ἐβασίλευε ἐκεῖνον τὸν καιρὸν εἰς τὴν Ἰουδαίαν, ἀντὶ νὰ χαροῦν, ὡς ὤφειλαν, διὰ τὴν ἐκπλήρωση τῶν προφητειῶν. Ἔδειξαν ἀπροθυμίαν καὶ ἀδιαφορίαν διὰ τὸ θεῖον βρέφος. Ἦλθε μήνυμα ὅτι γεννήθηκε ὅ Μεσσίας, ὅτι ἔφθασε ἡ ὑπέρτατη καὶ πολυπόθητος στιγμὴ ποὺ αἰῶνες προσδοκοῦσαν, καὶ ποὺ θὰ ἄλλαζε τὸν κόσμον. Στιγμὴ διὰ τὴν ὁποίαν ζοῦσε καὶ ἀνέπνεε ἀπὸ καταβολῆς του ὁ λαὸς τοῦ Ἰσραήλ· καὶ ὅμως «φύλλο δὲν κουνήθηκε»· κανεὶς δὲν ἔσπευσε νὰ πληροφορηθῇ ἑὰν τοῦτο εἶναι ἀληθὲς ἢ ὄχι.

Μάλιστα, αὐτοὶ ποὺ πρωτίστως εἶχαν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ φροντίσουν νὰ διαπιστώσουν τί συμβαίνει, ἦσαν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι τοῦ λαοῦ, οἱ ὁποῖοι ξημεροβραδιάζονταν μελετώντας τὴν Πεντάτευχον καὶ τοὺς προφήτας. Αὐτοὶ ἂν καὶ εἶχαν δίπλα τους ὅλα τὰ γεγονότα, τὰ σχετικὰ μὲ τοὺς μάγους, τοὺς ποιμένας καὶ τοὺς ἀγγέλους, καὶ σεβάσμια πρόσωπα ὅπως τὴν προφήτιδα Ἄννα, τὸν γέροντα Συμεὼν καὶ τὸν Ἱερέα Ζαχαρία, δὲν θέλησαν νὰ ἐρευνήσουν καὶ νὰ ἀνακαλύψουν τὸ γεγονὸς τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ. Ἦσαν δυστυχῶς, δύσπιστοι, ἀμελεῖς καὶ φθονεροί, ἐν ὅσῳ θὰ ἔπρεπε νὰ αἰσθάνονται ὑπερήφανοι καὶ νὰ καμαρώνουν, ὅτι ὅλα τα ἔθνη προσκυνοῦν τὸν βασιλέα τῶν Ἰουδαίων καὶ ἔτσι ἡ δική τους βασιλεία καθίσταται ἀνωτέρα ἀπὸ ὅλες τὶς βασιλεῖες τῆς γῆς. Εἰς ἀντίθεσιν μὲ αὐτούς, οἱ Μάγοι δείχνουν ἐνδιαφέρον, πηγαίνουν καὶ ἐρωτοῦν τοὺς διδασκάλους, ἐρωτοῦν ἀκόμη καὶ αὐτὸν τὸν αἱμοβόρον Ἡρώδην, ποῦ εὐρίσκεται ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον ἀναζητοῦν.

Διὰ νὰ γίνῃ ὅμως ἀντιληπτὸ τὸ μέγεθος τῆς ὑποκρισίας τῶν πρεσβυτέρων τοῦ λαοῦ, ἂς θυμηθοῦμε τὰ ὅσα σχετικὰ λέγει τὸ Εὐαγγελικὸ κείμενο. Ὅταν λοιπὸν ἄκουσε ὁ Ἡρώδης ἀπὸ τοὺς μάγους ὅτι ἐτέχθη ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων, συνεκάλεσε ἀμέσως συνέδριον τῶν ἀρχιερέων καὶ γραμματέων καὶ τοὺς ἐρώτησε ποῦ γεννᾶται σύμφωνα μὲ τὰς γραφὰς ὁ Χριστός. Αὐτοὶ τότε χωρὶς κανένα ψεῦδος τοῦ κατέθεσαν τὶς προφητικὲς μαρτυρίες, σύμφωνα μὲ τὶς ὁποῖες ὁ Χριστὸς θὰ ἐγεννᾶτο εἰς τὴν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας. Εἰς τὴν ἀρχήν, δηλαδή, διεκήρυσσαν τὴν ἀλήθειαν τῶν Γραφῶν διὰ τὸ πρόσωπον τοῦ Μεσσία, ὅταν ὅμως ἀντελήφθησαν τὴν δόξαν καὶ τὴν ἀπήχησιν ποὺ εἶχε εἰς τὸν λαὸν ὁ Χριστός, τότε πλέον πρόδωσαν τὴν ἀλήθειαν καὶ ἐπεχείρησαν νὰ βγάλουν ψεύτικες τὶς προφητεῖες, παρερμηνεύοντας αὐτές.

Οἱ Μάγοι ἀπὸ τὴν πλευρά τους ἐπέδειξαν μεγαλεῖο πίστεως καὶ εἰλικρινοῦς ἀναζητήσεως τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, χωρὶς νὰ φοβηθοῦν τὴν θηριωδία τοῦ ἀπανθρώπου – ὅπως ἀπεδείχθη – Ἡρώδου. Ὁ τελευταῖος ἀνακάλυψε τὴν γέννησιν τοῦ Χριστοῦ, χάρις εἰς τοὺς Μάγους. Καὶ ὅπως λέγει ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος· «ὁ Ἡρώδης ἐταράχθη ὡς ἀλλόφυλος περὶ τῆς βασιλείας δεδοικῶς». Ἐπειδὴ ὁ ἴδιος ἦταν Ἰδουμαῖος, φοβήθηκε ὅτι ἕνας γνήσιος Ἰσραηλίτης, ὁ Χριστός ἐν προκειμένῳ, θὰ τοῦ ἔπαιρνε τὴν βασιλεία. Ἂν καὶ ἦταν μεγάλος εἰς ἡλικίαν, κοντὰ εἰς τὰ ἑβδομήντα, φοβήθηκε ἕνα ἀνήμπορο βρέφος.

Ἄκουγε χρόνια πρὶν τὶς προφητεῖες, ἔβλεπε ἀνθρώπους εἰδωλολάτρες ἀπὸ πολὺ μακριὰ νὰ ἀκολουθοῦν τὸν θεοδρόμον ἀστέρα· καὶ ὅμως μαινόταν ἀδιάκοπα. Δεχόταν ὡς δυνατὴ τὴν ἀντίληψη τῶν μάγων, ἀλλὰ δὲν ἦταν ἀπόλυτα σίγουρος. Δι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος τὸν χαρακτηρίζει ἀνόητον· διότι ἐὰν δὲν ἐπίστευε στὴν ἐκπλήρωση τῶν προφητειῶν, δὲν εἶχε λόγο νὰ ταραχθῇ καὶ νὰ διατάξῃ τὴν σφαγὴ τῶν νηπίων, ἐνῷ ἐὰν πάλι ἐπίστευε εἰς τὴν ἐπαλήθευσή τους, ἔπρεπε νὰ εἶχε συνειδητοποιήσει ὅτι εἶναι ἀδύνατον «νὰ τὰ βάλῃ» μὲ τὸν Θεόν.

Ὅπως ἔλεγε ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος· «Τότε Ἡρώδης λάθρα καλέσας τοὺς μάγους, ἠκρίβωσε παρ’ αὐτῶν τὸν χρόνον τοῦ φαινομένου ἀστέρος» (Ματθ. β΄,7). Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ Ἡρώδης ἀκούγοντας ἀπὸ τὴν μία τὶς διάφορες προφητεῖες διὰ τὸν Μεσσία καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην τὰ ὅσα τοῦ ἐμαρτύρησαν οἱ Μάγοι, συνδύασε εἰς τὴν σκέψιν του τὴν γέννησιν τοῦ Χριστοῦ μὲ τὴν ἐμφάνισιν «τοῦ φαινομένου ἀστέρος», καὶ δι’ αὐτὸ ἐρώτησε καὶ ἐξακρίβωσε τὸ πότε ἀκριβῶς ἐμφανίστηκε ὁ ἀστέρας, διὰ νὰ συμπεράνῃ καὶ τὸ τί ἡλικία θὰ εἶχε τότε ὁ Χριστός.

Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς Μάγους, ἂν καὶ ἀπηλλοτριωμένοι τοῦ Θεοῦ καὶ ὄντες ξένοι τῶν διαθηκῶν καὶ θείων ἐπαγγελιῶν, ὁδηγοῦνται πρῶτοι εἰς τὴν θεογνωσίαν. Ἔχοντας ἐγκαταλείψει πατρίδα, οἰκία καὶ συγγενεῖς, κάνουν μίαν μακρὰν ὁδοιπορίαν δύο σχεδὸν ἐτῶν, μὲ πολλὲς κακουχίες καὶ βάσανα· γιὰ ἕνα τέλος ποὺ ἔμοιαζε ἀμφίβολο καὶ ἀβέβαιο. Παρὰ τοὺς κινδύνους, τὸ μῆκος τοῦ ταξιδίου καὶ τὴν ἀπουσία τοῦ ἀστέρος εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, παρὰ τὴν ταραχὴν τῆς πόλεως καὶ τὸν θυμὸ τοῦ Ἡρώδου, παρὰ τὴν δοκιμασία τῆς ὑπομονῆς καὶ τῆς ἀνδρείας τους ὅταν ἐκρύβη ὁ ἀστήρ, γίνονται οἱ ἀπαρχὲς τῶν ἐθνῶν εἰς τὸν χριστιανισμόν. Καὶ αὐτὸ συνέβη κατὰ παραχώρησιν Θεοῦ, διότι σύμφωνα μὲ τοὺς Πατέρες, εἶναι πιὸ ἀξιόπιστες οἱ μαρτυρίες τῶν πρώην εἰδωλολατρῶν καὶ ἐχθρῶν γιὰ τὴν γέννησιν τοῦ Χριστοῦ, καθὼς εἰς τὴν μαρτυρία τῶν Ἰουδαίων θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ ἀντιπαραθέσῃ ὅτι ἐπαινοῦν τὸν συγγενή τους καὶ ἐξυμνοῦν τὸν βασιλέα τους.

Ἐπίσης, ἔτσι καθίστανται περισσότερον ἀναπολόγητοι οἱ Ἰουδαῖοι. Αὐτὸ ἄλλωστε ἔχει προφητευθεῖ καὶ εἰς τὴν Ἁγίαν Γραφὴν ἀπὸ τὸν προφήτη Ἡσαΐα ὡς ἑξῆς· «Ἔσται ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ Ἰσραὴλ τρίτος ἐν τοῖς Ἀσσυρίοις καὶ ἐν τοῖς Αἰγυπτίοις, εὐλογημένος ἔσται ὁ λαός μου ἐν τῇ γῇ ἧν εὐλόγησε Κύριος Σαββαὼθ λέγων· Εὐλογημένος ἔσται ὁ λαός μου ὁ ἐν Αἰγύπτῳ καὶ ὁ ἐν τοῖς Ἀσσυρίοις καὶ ἡ κληρονομία μου Ἰσραήλ» (Ἡσ. ιθ΄, 24-25). Ἑπομένως, πρῶτοι εἰς τὴν θεογνωσίαν θὰ εἶναι οἱ Ἀσσύριοι, διὰ μέσου τῶν ἀπογόνων τους τριῶν Μάγων· δεύτεροι οἱ Αἰγύπτιοι, εἰς τοὺς ὁποίους κατέφυγε ὁ Κύριος γιὰ νὰ γλιτώσῃ ἀπὸ τὴν μανία τοῦ Ἡρώδου· καὶ ἔλαμψε ἐκεῖ φωτισμὸν ἀληθείας, κατακρημνίζοντας τὶς εἰδωλικὲς θεότητες τῆς Αἰγύπτου· ἐνῷ τρίτοι καὶ «καταϊδρωμένοι» μένουν οἱ Ἰσραηλίτες, ὁ περιούσιος λαὸς τοῦ Κυρίου.

Καθὼς, λοιπόν, οἱ Μάγοι πλησίαζαν τὸ θεῖον βρέφος, ὁδηγούμενοι ὑπὸ τοῦ ἀστέρος, σταδιακὰ ἐφωτίζοντο ὑπὸ τοῦ Θεοῦ ὁλοένα καὶ περισσότερον. Ὅταν ἔφθασαν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Χριστοῦ, εἶδαν μόνον πτωχεία καὶ ταπείνωση, μία ἀσήμαντη μητέρα νὰ βαστάζῃ εἰς τὴν ἀγκαλιά της ἕνα ἀνήμπορο μωρὸ, καὶ ὅμως εἶχαν τὴν ψυχικὴ δύναμιν, τὴν φώτισιν ἀπὸ Θεοῦ, τὴν διάκρισιν τοῦ νοῦ, νὰ ἀναγνωρίσουν ἀμέσως τὸν Βασιλέα τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, τὸν Λυτρωτὴν τοῦ σύμπαντος κόσμου. «Ἴδον παῖδες χαλδαίων ἐν χερσὶ τῆς Παρθένου τὸν πλάσαντα χειρὶ τοὺς ἀνθρώπους· καὶ Δεσπότην νοοῦντες Αὐτὸν εἰ καὶ δούλου ἔλαβε μορφήν, ἔσπευσαν τοῖς δώροις θεραπεῦσαι». Εἶδαν οἱ παῖδες τῶν Χαλδαίων εἰς τὰ χέρια τῆς Παρθένου Ἐκεῖνον ποὺ ἔπλασε μὲ τὰ χέρια του τοὺς ἀνθρώπους· καὶ ἐννοήσαντες ὅτι εἶναι ὁ Δεσπότης καὶ Θεὸς ἀληθινὸς τῆς κτίσεως, ἂν καὶ ἔλαβε μορφὴν δούλου καὶ ἔγινε ἄνθρωπος, ἔσπευσαν νὰ τὸν προσκυνήσουν καὶ νὰ τοῦ προσφέρουν τὰ δῶρα.

Βλέπουμε, δηλαδή, ὅτι ἡ πτωχεία τοῦ Ἰησοῦ δὲν συνίστατο τόσον εἰς τὸ ὅτι ἦταν πτωχὸ τὸ σπήλαιο εἰς τὸ ὁποῖο γεννήθηκε, ταπεινὴ ἡ φάτνη εἰς τὴν ὁποίαν ἀνεκλίθη, ἄσημη ἡ οἰκία εἰς τὴν ὁποία διέμενε ἐν Βηθλεέμ· ἀλλὰ κυρίως καὶ κατ’ ἐξοχήν εἰς τὸ ὅτι ὁ Χριστός, ἂν καὶ ἦταν Δεσπότης Θεός, κατεδέχθη διὰ τὴν σωτηρίαν μας νὰ λάβῃ δούλου μορφήν, νὰ γίνῃ ἄνθρωπος. Καὶ ἂν καὶ οἱ Μάγοι ἦσαν βασιλικὰ πρόσωπα, ἄνθρωποι σημαντικοὶ εἰς τὸν τόπον τους, ἐν τούτοις ταπεινώθηκαν καὶ καταδέχθηκαν νὰ ἀποδώσουν βασιλικὲς τιμὲς εἰς ἕνα πρόσωπον τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε γεννηθεῖ μέσα εἰς πολυτελῆ ἀνάκτορα καὶ παλάτια. Διότι ἐὰν - ὑποθετικά - ὁ Χριστὸς ἦταν γόνος μίας πλουσίας βασιλικῆς οἰκογενείας, που εγεννήθη μέσα σὲ ἀνάκτορα καὶ παρευρίσκετο ἐκεῖ ὁ πατέρας του, θὰ μποροῦσε ἴσως νὰ πῇ κανεὶς ὅτι οἱ Μάγοι προσκύνησαν τὸ παιδὶ διὰ νὰ κολακεύσουν τὸν πατέρα καὶ νὰ ἔχουν τὴν εὔνοιά του. Τώρα ὅμως προσκυνούσαν ἕνα σπαργανωμένο βρέφος δίχως πατέρα καὶ ὄχι ἕναν ἄνδρα ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ τοὺς προσφέρῃ τὴν ὁποιαδήποτε βοήθεια.

Ἀγκάλιασαν, λοιπόν, τὸν Δεσπότην Χριστόν, ἀξιώθηκαν νὰ πιάσουν εἰς τὰ χοϊκά τους χέρια τὸ θεῖον βρέφος, καὶ ἀντιλαμβάνεται κανεὶς τὸ μεγαλεῖο τῆς στιγμῆς, τὸ δέος καὶ τὴν συγκίνησιν ποὺ ἔνοιωσαν. Ἔπεσαν ταπεινά εἰς τὰ γόνατα καὶ τοῦ ἀπένειμαν λατρευτικὴ προσκύνησιν προσκομίζοντάς του τὰ δῶρα τους· διότι ἦταν ἔθιμο εἰς τοὺς λαοὺς τῆς Ἀνατολῆς, ὅταν πήγαιναν νὰ συναντήσουν ἕνα βασιλικὸ πρόσωπο, ποτὲ νὰ μὴν τὸ κάνουν αὐτὸ μὲ ἄδεια χέρια. Τοῦ προσέφεραν χρυσὸν καὶ λίβανον καὶ σμύρναν, προϊόντα τῆς Ἀραβίας, διὰ νὰ ἐκπληρώσουν τὴν Γραφὴν ποὺ λέγει· «…καὶ ζήσεται καὶ δοθήσεται αὐτῷ ἐκ τοῦ χρυσίου τῆς Ἀραβίας». Τοῦ ἀπέδωσαν ἔτσι βασιλικὲς τιμές. Τὰ δῶρα, μάλιστα, τῶν τριῶν Μάγων ἔχουν ἕναν ἰδιαίτερο συμβολισμό.

Τοῦ προσέφεραν χρυσό, ἐπειδὴ ἦταν ὁ Βασιλεὺς τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς· λίβανον, διότι ἀνεγνώριζαν τὴν Θεότητά του· καὶ σμύρναν, διότι ἦταν ἄνθρωπος θνητὸς καὶ ἤθελαν νὰ ὑπαινιχθοῦν τὸν θάνατο καὶ τὴν ταφήν του, καθὼς μὲ τὴν σμύρναν καὶ ἄλλα ἀρωματικὰ βότανα ἄλειφαν τοὺς νεκρούς, ὅπως ἦταν τότε ἡ συνήθεια. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἄλλος συμβολισμὸς τῶν δώρων. Εἰκονίζουν τὴν ἐπίγνωσιν, τὴν ὑπακοὴν καὶ τὴν ἀγάπην τῶν τριῶν Μάγων. Ἐπίγνωσις ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ μόνος ἀληθινὸς Θεός, ὑπακοὴν εἰς τὸ θεῖον Του θέλημα καὶ ἀγάπη ἐξ ὅλης ψυχῆς καὶ καρδίας εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Θεανθρώπου. Μάλιστα, οἱ Μάγοι ἐγκαινιάζουν μὲ τὰ δῶρα τους μίαν πνευματικοτέρα τῆς Ἰουδαϊκῆς λατρείαν· καταργοῦν τὶς Ἰουδαϊκὲς παχυλὲς θυσίες, κατὰ τοὺς ὁποῖες οἱ Ἰουδαίοι προσέφεραν εἰς τὸν Θεὸν μόσχους καὶ πρόβατα κατ’ ἀπομίμησιν τῶν εἰδωλολατρῶν.

Ἀφοῦ ἀξιώθηκαν νὰ δοῦν μὲ τὰ μάτια τους «τὴν αὐγὴ τῆς μυστικῆς ἡμέρας» τοῦ Χριστοῦ καὶ συνομίλησαν μὲ τὴν Παναγία Μητέρα «τοῦ ἀδύτου ἀστέρος», οἱ Μάγοι κατὰ παραγγελίαν ἀγγέλου, ἀπεσταλμένου ἀπὸ Θεοῦ, ἐπέστρεψαν κρυφὰ ἀπὸ τὸν Ἡρώδη εἰς τὴν πατρίδα τους ἀπὸ ἄλλο δρόμο. Καὶ αὐτὸ ἂν καὶ τοὺς εἶχε ζητήσει ὁ πονηρὸς Ἡρώδης, ὅταν ἐπέστρεφαν νὰ τοῦ ὑποδείξουν τὴν οἰκίαν τοῦ Χριστοῦ, διὰ νὰ σπεύσῃ δῆθεν καὶ αὐτὸς νὰ τὸν προσκυνήσῃ. Ἐὰν ἦταν κάποιος ἄλλος εἰς τὴν θέση τους, ἴσως νὰ σκανδαλιζόταν καὶ νὰ ἀντέλεγε εἰς τὸν ἄγγελον Κυρίου : «Τὸ παιδὶ ποὺ μόλις προσκυνήσαμε εἶναι Θεός ἀληθινός, παντοδύναμος ἐξουσιαστὴς τῶν πάντων. Τί ἔχουμε λοιπὸν νὰ φοβηθοῦμε ἀπὸ τὸν Ἡρώδη; Διατί θα πρέπει νὰ φύγουμε κρυφά;» Οἱ Μάγοι ὅμως κάνοντας ὑπακοήν, ἐπέστρεψαν εἰς τὴν πατρίδα τους καὶ ἔγιναν κήρυκες θεοφόροι, φλογεροὶ διδάσκαλοι καὶ Χριστοῦ Ἀπόστολοι πρὸ τῶν Ἀποστόλων εἰς ὅλην τὴν βασιλείαν τῶν Περσῶν.

Ὑπάρχει ὅμως ἕνα ἐρώτημα ποὺ δὲν ἀπαντήθηκε εἰς σχέσιν μὲ τὸν χρόνον ποὺ ἔλαβε χώρα ἡ προσκύνησις τῶν Μάγων. Ἔγινε αὐτὴ λίγο μετὰ τὴν γέννησιν τοῦ Θεανθρώπου εἰς τὴν φάτνην ποὺ εὑρίσκετο τὸ θεῖον βρέφος, ἢ ἀρκετοὺς μῆνες ἀργότερα σὲ κάποιο ἄλλο μέρος ; Ἐὰν οἱ Μάγοι βρῆκαν εἰς τὴν φάτνην τὸ ἀρτιγέννητον βρέφος, τότε διατί ὁ Ἡρώδης διέταξε τὴν σφαγὴν τῶν νηπίων ἀπὸ διετοῦς καὶ κατωτέρω ; Διατί ἐσφάγησαν τὰ νήπια τῶν δύο ἐτῶν, ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ ὁ Χριστὸς ἦταν μόλις μερικῶν ὡρῶν ἢ ἡμερῶν ; Ἐπίσης, ἐὰν συνάντησαν τὸ θεῖον βρέφος εἰς τὸ σπήλαιον, διατί ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος λέγει ὅτι· «ἐλθόντες εἰς τὴν οἰκίαν, εἶδον τὸ παιδίον»; (Ματθ. β΄ ,11).

Ἆρα λοιπόν, ὅπως γίνεται εὐκόλως ἀπὸ τὰ ὡς ἄνω ἀντιληπτόν, οἱ Μάγοι δὲν βρῆκαν τὸν Χριστὸν τὴν ἡμέραν τῆς γεννήσεώς Του εἰς τὸ σπήλαιον καὶ τὴν φάτνην, ἀλλὰ εἰς μίαν οἰκίαν τῆς Βηθλεέμ, μετὰ τὴν παρέλευσιν δύο σχεδὸν ἐτῶν. Ὁ δὲ ἀστὴρ δὲν φάνηκε στὴν Περσία πρὶν ἀπὸ τὴν γέννησιν τοῦ Κυρίου, ὅπως ἰσχυρίζονται κάποιοι, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς γεννήσεώς Του. Αὐτὸ τὸ βεβαιώνει καὶ πάλιν ἡ εὐαγγελικὴ μαρτυρία· «Ἰδοὺ Μάγοι ἀπὸ ἀνατολῶν παρεγένοντο εἰς Ἱεροσόλυμα, λέγοντες· ποῦ ἐστὶν ὁ τεχθεὶς βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων;» (Ματθ. β΄,1-2). Τουτέστιν, αὐτὸς ποὺ γεννήθηκε πρὶν ἀπὸ καιρὸν καὶ ὄχι αὐτὸς ποὺ πρόκειται νὰ τεχθῇ τὶς ἐπόμενες ἡμέρες.

Οἱ Μάγοι λοιπόν, βρῆκαν τὸν Χριστὸν εἰς τὴν οἰκίαν. Εἶδαν τὴν ἀνατολή, τὴν ἀρχὴ τοῦ φαινομένου ἀστέρος εἰς τὴν Περσίαν τὴν ἡμέρα τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ· καὶ χρειάσθηκε νὰ μεσολαβήσῃ πορεία πολλῶν μηνῶν μέχρι νὰ φθάσουν εἰς τὴν Βηθλεέμ. Ἔτσι ἐξηγεῖται διατί ὁ Ἡρώδης ἔσφαξε τὰ νήπια «ἀπὸ διετοῦς καὶ κατωτέρω, κατὰ τὸν χρόνον ὅν ἠκρίβωσε παρὰ τῶν μάγων»· ἀπὸ τὴν στιγμὴ δηλαδὴ ποὺ ἐφάνη ὁ ἀστήρ.

Εἰς αὐτό, ἄλλωστε, συνηγορεῖ καὶ ἡ φυγὴ εἰς τὴν Αἴγυπτο τοῦ Χριστοῦ μὲ τὴν Παναγία καὶ τὸν Ἰωσήφ, διὰ νὰ γλιτώσῃ τὸ «παιδίον Ἰησοῦς» ἀπὸ τὴν μανίαν τοῦ Ἡρώδου. Ἐὰν ἡ φυγὴ ἔγινε λίγες στιγμὲς μετὰ τὴν γέννησιν, τότε πῶς ὁ Κύριός μας ὀλίγας ἡμέρας μετὰ, ὑπέμεινε «σαρκὸς τὴν περιτομήν, ὁ ὀκταήμερος κατὰ τὴν Μητέραν» ; Πῶς ἔγινε ἡ Ὑπαπαντὴ ὅταν «… ὡς βρέφος τεσσαρακονθήμερον, Μητρὸς ἐκὼν προσφέρεται…», ἐὰν τὴν περίοδον ἐκείνην ὅταν ἦταν ὀκτὼ καὶ σαράντα ἡμερῶν ἀντίστοιχα, ἔλειπε εἰς τὴν Αἴγυπτον ; (Βεβαίως μετὰ τὴν ἐπάνοδο τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν γονέων του εἰς τὴν Παλαιστίνην, ἐπειδὴ φοβήθηκε ὁ Ἰωσὴφ τὸν Ἀρχέλαο ποὺ διεδέχθη εἰς τὴν Ἰουδαίαν τὸν ἀποθανόντα πατέρα τοῦ Ἡρώδην, ἦλθε καὶ κατῷκησε μὲ τὴν Παναγίαν καὶ τὸν μικρόν Ἰησοῦν εἰς τὴν Ναζαρέτ). Τὸν μήνα Μάρτιον ὅμως ποὺ ἑορταζόταν τὸ Ἰουδαϊκὸ Πάσχα, ἡ Παναγία καὶ ὁ Ἰωσὴφ εἶχαν τὴν συνήθειαν μαζὶ μὲ ἄλλους εὐσεβεῖς, νὰ ἀνεβαίνουν ἀπὸ τὴν Ναζαρὲτ εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ νὰ διαμένουν εἰς τὴν Βηθλεέμ. Ἐκεῖ λοιπόν, συνάντησαν τὸ παιδίον Ἰησοῦν οἱ μάγοι, ὅταν ὁ Κύριός μας ἦταν περίπου δεκαπέντε μηνῶν κατὰ τὸ ἀνθρώπινον.

Θὰ θέλαμε, κλείνοντας τὸ παρὸν ἄρθρο, νὰ παραθέσουμε μία πατερικὴ μαρτυρία ποὺ ἀντλήσαμε ἀπὸ τὰ «Πνευματικὰ Γυμνάσματα» τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, διὰ τὸ πῶς ἔγινε ἡ ἀρχὴ τοῦ θεοδρόμου ἀστέρος ποὺ ὁδήγησε τοὺς τρεῖς Μάγους εἰς τὸν Χριστόν. Εἶναι μία ἱστορία ποὺ μαρτυρεῖται ὡς ἀληθινὴ καὶ ὑπὸ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ἀλλὰ καὶ ἄλλων πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας. Σύμφωνα μὲ αὐτήν, ὑπῆρχε εἰς τὴν Περσίαν ἕνας περίφημος ναὸς τῆς Θεᾶς Ἥρας, ὁ ὁποῖος εἶχε πολλὰ εἴδωλα, χρυσὰ καὶ ἀργυρὰ καὶ εὑρίσκετο πλησίον τῶν βασιλικῶν ἀνακτόρων. Μία ἡμέρα λοιπόν έπῆγε εἰς τὸν ναὸν ὁ βασιλεὺς τῆς Περσίας μὲ τὸν ἱερέαν τῶν εἰδώλων καὶ ἔμειναν ἄναυδοι μπροστὰ εἰς ἕνα ἐκπληκτικὸ θέαμα. Ὅλα τὰ εἴδωλα εἶχαν ἀρχίσει νὰ χορεύουν καὶ νὰ παίζουν μουσικὴ εὑρισκόμενα μέσα σὲ ἐκστατικὴ χαρά.

Μάλιστα, γυρίζοντας πρὸς τὸ μέρος τοῦ βασιλέως, τοῦ εἶπαν ὅλα μαζὶ τὰ ἑξῆς: «Σήμερα ἀπὸ τὴν Δέσποινα Πηγή, ποὺ τὸ ὄνομά της εἶναι Μαρία, θὰ ἀναβλύσῃ τὸ ἀθάνατο ὕδωρ. Θὰ γεννήσῃ παιδίον, τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός, καὶ ἀπὸ τὴν σάρκα του θὰ τρέφονται ὅλοι οἱ ἄνθρωποι. Αὐτὴ ἡ οὐράνιος Παρθένος ποὺ θὰ ἀναδειχθῇ εἰς Βασίλισσαν τοῦ κόσμου ἔχει τέκτονα ἀρραβωνιαστικό, ἀλλὰ δὲ γεννᾷ ἀπὸ μίξη ἀνδρός. Καὶ ἐμεῖς τὰ εἴδωλα πλέον εἴμαστε ἄτιμοι καὶ ἄδοξοι θεοί, χωρὶς δύναμιν καὶ χάριν. Τὸ θεῖον βρέφος γεννᾶται εἰς τὴν Βηθλεέμ, ἀπὸ ὅπου πηγάζει ἡ σωτηρία δι’ ὅλα τὰ ἔθνη. Ἀνέστη Βασιλεία ἀπὸ τὴν φυλὴν τοῦ Ἰούδα, ἡ ὁποία θὰ καταργήσῃ τὰ μνημόσυνα καὶ θὰ ἀφανίσῃ ὅλες τὶς ἐνθυμήσεις τῶν Ἰουδαίων».

Ξαφνικά, καὶ ἐνῶ τὰ εἴδωλα ἔλεγαν ὅλα τὰ ὡς ἄνω, ἄνοιξε ἡ ὀροφὴ τοῦ ναοῦ καὶ ἕνας περίλαμπρος καὶ θαυμαστὸς ἀστέρας κατέβηκε ἀπὸ τὸν οὐρανὸν καὶ ἐστάθη χαμηλὰ ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ναοῦ. Ἀμέσως ὅλα τὰ εἴδωλα ἔπεσαν κατὰ γῆς καὶ κατεκρημνίσθησαν. Τότε κατὰ παράκλησιν τοῦ βασιλέως, οἱ σοφοί του ἑρμηνεύοντας ὅλα τὰ ὡς ἄνω, τοῦ ἀνήγγειλαν τὴν γέννησιν τοῦ Θεανθρώπου καὶ τὸ τέλος, τὴν κατάργηση τῆς θρησκείας τῶν εἰδώλων. Ἀμέσως τότε ὁ βασιλεὺς ἔστειλε τοὺς τρεῖς Μάγους μὲ τὰ δῶρα, νὰ προσκυνήσουν ἐκ μέρους ὅλου τοῦ ἔθνους τῶν Περσῶν τὸν Χριστόν, τὸν βασιλέαν ποὺ προῆλθε ἀπὸ μία τόσον παράδοξον γέννησιν, καὶ σύμφωνα μὲ τὴν ὁμολογία τῶν εἰδώλων, ἡ δύναμίς του ἦταν ἀνωτέρα ἀπὸ αὐτὴν τῶν θεῶν τῆς Περσίας.

Ὅταν δὲ οἱ Μάγοι ἔφθασαν στὰ Ἱεροσόλυμα, καὶ συνήντησαν τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ πρεσβυτέρους τῶν Ἰουδαίων, διεπίστωσαν τὴν ἀναστάτωσιν ποὺ προεκλήθη εἰς τὸν κύκλον τους, ἀπὸ τὴν ἀναγγελία τῆς γεννήσεως τοῦ Ἰησοῦ. Εἰς τὴν συζήτηση λοιπὸν ποὺ εἶχαν μαζί τους, ἀποστώμωσαν τοὺς ἀρχιερεῖς, λέγοντάς τους τὰ ἑξῆς: «Ἐσεῖς πληγώνεστε ἀντὶ νὰ χαίρεστε ἀκούγοντας ὅτι γεννήθηκε ὁ Χριστός, διότι ἦλθε γιὰ νὰ καταλύσῃ τὸν νόμον σας καὶ τὶς συναγωγές σας». Τότε οἱ ἀρχιερεῖς θέλησαν νὰ δωροδοκήσουν τοὺς Μάγους, διὰ νὰ μὴν ποῦν σὲ κανέναν εἰς τὴν Παλαιστίνην διὰ τὸ θεῖο τοῦτο μυστήριο, γιατὶ τοὺς ἐνδιέφερε νὰ μὴν χάσουν τὴν ἐπιρροὴ ποὺ εἶχαν εἰς τὸν λαόν. Ἡ ἀπάντησις τῶν Μάγων ἦταν καταπέλτης: «Ἐμεῖς ὄντες Μάγοι εἰδωλολάτρες, ἤλθαμε ἀπὸ τὴν Περσία, μία μακρυνὴ χώρα, τῆς ὁποίας ὅλοι οἱ θεοὶ ἐμακάρισαν τὸν Χριστὸν ποὺ εἶναι βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων, δικός σας βασιλεύς, καὶ ἐσεῖς μᾶς δίνετε δῶρα διὰ νὰ ἀποκρύψουμε τὰ θαυμαστὰ μεγαλεῖα τῆς γέννησής του;».

Εὔκολα μπορεῖ νὰ διαπιστώσῃ κανεὶς ἀπὸ τὴν ὡς ἄνω ἱστορία, τὴν πνευματικὴν τύφλωσιν καὶ κατάντια τῶν Ἰουδαίων, ποὺ ἀκόμα καὶ οἱ δαίμονες ἀνεδείχθησαν ὑπέρτεροί τους, καθὼς μέσῳ τῶν εἰδώλων ἐξύμνησαν, ἐμακάρισαν καὶ ἐπαίνεσαν τὸν Χριστὸν καὶ τὴν Παναγίαν, ἐνῷ οἱ ἴδιοι θέλησαν νὰ ἀποκρύψουν τὴν γέννησιν τοῦ Χριστοῦ. Ἀπὸ τὴν πλευρά τους οἱ πρώην εἰδωλολάτρες μάγοι, διέφεραν τόσο πολὺ ἀπὸ τοὺς Ἑβραίους, ὥστε ζωγράφισαν ἀκόμα καὶ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Παναγίας, διὰ νὰ τὴν πάρουν εἰς τὴν χώραν τους, μὲ τὴν ἑξῆς ἐπιγραφήν: «Ἡ βασιλεία τῶν Περσῶν ἀφιέρωσε τὴν εἰκόνα ταύτην τῷ ἡλίῳ καὶ μεγάλῳ Θεῷ καὶ βασιλεῖ Ἰησοῦ».

Συνοψίζοντας, εἴδαμε ὅτι ἂν καὶ ζοῦσαν εἰς τὸ πνευματικὸ σκοτάδι τῆς εἰδωλολατρείας καὶ δὲν εἶχαν κανέναν νὰ τοὺς διδάξῃ τὴν ἀλήθειαν, οἱ τρεῖς μάγοι ἀμέσως μόλις τοὺς δόθηκε ἡ εὐκαιρία, βρέθηκαν κοντὰ εἰς τὸν Χριστὸν καὶ τὸν ἀγάπησαν μὲ ὅλην τους τὴν καρδιάν. Καταλαβαίνουμε ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, ποὺ γεννιόμαστε καὶ ζοῦμε μέσα εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, συμμετέχουμε εἰς τὰ ἄχραντα μυστήρια, μεταλαμβάνουμε τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἔχουμε τὴν Χάριν τοῦ Θεοῦ νὰ μᾶς ἐπισκιάζῃ, πόσον ἀναπολόγητοι θὰ εἴμεθα, ἐὰν φανοῦμε κατώτεροι τῶν μάγων καὶ πολὺ λίγοι σὲ σύγκριση μὲ τὸν φλογερὸ καὶ κατὰ Θεὸν ζῆλον καὶ ἐνθουσιασμό τους. Καλούμεθα λοιπὸν νὰ βαδίσουμε εἰς τὸν δρόμον ποὺ χάραξαν οἱ Χριστολάτρες Μάγοι, κομίζοντας ὡς δῶρα εἰς τὸν Χριστόν, πίστιν, ἐλπίδα καὶ ἀγάπη, διὰ νὰ βιώσουμε τὴν γέννησίν του εἰς τὴν φάτνην τῆς καρδιᾶς μας, ἔχοντας μείνει ὅσο πιὸ μακριὰ γίνεται ἀπὸ τὴν ὑποκρισίαν καὶ σκληροκαρδίαν τῶν Ἰουδαίων, ἀπὸ τὴν ὁποίαν, εἴθε πάντοτε νὰ μᾶς σκεπάζῃ ὁ Θεός. Ἀμήν.


Joomla SEF URLs by Artio