Ομιλία Κυριακή της Ορθοδοξίας  (β΄ μέρος) 17 Μαΐου 2017

Υπό Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Πέτρας κ. Δαβίδ

Ένας ακόμη παράγοντας της κρατούσης «Εκκλησίας», που έχει τη φήμη μεγάλου και θαρραλέου αγωνιστού, είναι ο μητροπολίτης Πειραιώς Σεραφείμ. Ο οποίος έχει επιτεθεί κατά καιρούς με θαυμαστή παρρησία κατά του Οικουμενικού Πατριάρχου, την ίδια στιγμή που ο ραδιοφωνικός σταθμός της μητροπόλεώς του, φιλοξενεί εκπομπές, οι οποίες εγκωμιάζουν τον πατριάρχη από πρωΐας μέχρι νυκτός. Και ενώ το 2014, απέστειλε καταγγελτική επιστολή-καταπέλτη 72 σελίδων κατά του Βαρθολομαίου, στην οποία του καταμαρτυρούσε, μύριες όσες κατηγορίες για τα οικουμενιστικά του ανοίγματα, μη φειδόμενος χαρακτηρισμών μειωτικών για το πρόσωπο του Πατριάρχη, ολίγον χρόνο μετά λησμονώντας τα πάντα, ωσάν να επρόκειτο για άλλο πρόσωπο, εκθείασε υπερβαλλόντως μέχρι τρίτου ουρανού τον Βαρθολομαίο, στην πανήγυρη της Ι. Μονής Φιλοθέου του Αγίου Όρους, την ημέρα του Ευαγγελισμού με το πάτριον εορτολόγιον.

Είναι αλήθεια ότι στις τάξεις ημών των γνησίων Ορθοδόξων, κυκλοφορεί ευρέως η άποψη ότι οι «παραδοσιακοί» και «συντηρητικοί» νεοημερολογίτες, μας προέκυψαν όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά για να κρατούν εγκλωβισμένους, όσους από τους πιστούς τους προβληματίζονται, για το πού βαδίζουν οι ταγοί τους, όσους αφυπνίζονται και αρχίζουν σταδιακά να βλέπουν την αλήθεια για το πού τους οδηγούν οι επίσκοποί τους. Είναι αυτοί που απορροφούν τους κραδασμούς από τις αντιδράσεις του ποιμνίου και προλαμβάνουν τις διαρροές προς τον χώρο του πατρίου εορτολογίου, την αληθή Εκκλησία του Χριστού.

Από την άλλη θα μπορούσαν ίσως να ισχυρισθούν ορισμένοι ότι για κάποιο λόγο επιτρέπει ο Θεός να υπάρχουν και αυτές οι φωνές, κάτι καλό μπορεί να εξάγει και από αυτές. Για εμάς όμως τους γνησίους ορθοδόξους που δυνάμεθα συν Θεώ, να έχουμε μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα για τη δράση και τα κίνητρά τους, το να φωνάζουν και να παραμένουν εν τέλει στον χώρο του νέου ημερολογίου, το οποίο γεννήθηκε στη μήτρα του οικουμενισμού, αυτό δεν είναι αρκετό. Ο αγώνας τους παραμένει ημιτελής. Στη θεωρία γνωρίζουν την Ορθοδοξία πολύ καλά. Ωστόσο «χάσμα μέγα εστήρικται» μεταξύ θεωρίας και πράξεως. «Έχοντες μόρφωσιν ευσεβείας, την δε δύναμιν αυτής ηρνημένοι» (Β΄ Τιμ. γ΄, 5), λέγει ο Απ. Παύλος, για εκείνους που είναι μορφωμένοι θεολογικά, έχουν το εξωτερικό σχήμα της ευσεβείας, αρνούνται όμως στην πράξη την εσωτερική της δύναμη και χάρη.

Οι παραδοσιακοί του νέου, θα μπορούσαν πάντως υπό προϋποθέσεις να αποτελέσουν το προγύμνασμα, το πρώτο στάδιο και την πρώτη βαθμίδα, για εκείνους που δεν γνωρίζουν σχεδόν τίποτα και ερευνώντας, ακούγοντας, μαθαίνουν από αυτούς, αρκετές αλήθειες περί Οικουμενισμού, με την προοπτική όμως οι τοιούτοι να καταλήξουν εν τέλει στο πάτριο εορτολόγιο και να μην παραμείνουν εσαεί στον νεοημερολογιτισμό, προκειμένου να μάθουν όλη την αλήθεια.

Εκ προοιμίου επισημαίνουμε πως γνωρίζουμε καλώς, ότι ορισμένα από τα πρόσωπα που θα φέρουμε εις το μέσον, αποτελούν αξίες και σημεία αναφοράς, καθώς και μεγάλα κεφάλαια της ιστορίας του νέου ημερολογίου, καταξιωμένες προσωπικότητες που τυγχάνουν του σεβασμού, ακόμη και εις τον δικό μας χώρο. Η επίδραση των παραδοσιακών του νέου ημερολογίου, σε ορισμένες των περιπτώσεων, εξαπλώνεται και σε μερίδα των μελών της Εκκλησίας μας. Πρέπει όμως να εξετάσουμε – απροκαταλήπτως κατά το δυνατόν – χωρίς να εξαντλήσουμε το θέμα, την ορθότητα ή μη της συντηρητικής στάσεως των ως άνω παραγόντων ή έστω να λάβωμε μία γεύση, μία ιδέα αυτής.

Έχω υπόψιν μου, ότι πολλοί αδελφοί μας δεν είναι ανυποψίαστοι. Γνωρίζουν πολλά και δια τούτο το πιθανότερο είναι ότι γι’ αυτούς θα «κομίσω γλαύκας εις Αθήνας». Ωστόσο, υπάρχουν και εκείνοι που επηρεάζονται λιγότερο ή περισσότερο και δεν έχουν ίσως αναπτύξει την ικανότητα να διακρίνουν πράγματα, που ούτως ή άλλως είναι πολλές φορές δυσδιάκριτα και νεφελώδη. Επιδίωξή μας είναι να βοηθήσουμε αυτούς τους αδελφούς να πάνε λίγο παραπέρα στον τρόπο θέασης των προσώπων και των πραγμάτων.

Ο π. Θεόδωρος εδήλωσε προσφάτως, πως έχει μάθει να λειτουργεί με μαθηματικό τρόπο και ό,τι λέγει να στηρίζεται σε κείμενα και όχι σε λόγια του αέρος. Θέλοντας να ακολουθήσω την μέθοδο του πολύπειρου καθηγητού μου, θα βασισθώ δια την παρούσα μου ομιλία, κατά παρόμοιον τρόπον σε κείμενα και ομιλίες, γραφόμενα και λεγόμενα τρίτων. Απλώς όπου μπορώ και όπου χρειάζεται θα προσθέτω τα δικά μου σχόλια. Θα δώσω τον λόγο κυρίως στους παραδοσιακούς του νέου. Ας ακουσθούν αυτοί. Θα βασισθούμε κυρίως σε δικά τους λόγια. Για να δείτε, ότι λένε, αλλά δεν πράττουν. Για να διαπιστώσετε την ασυνέπεια, ανάμεσα στα λόγια και τα έργα τους. Τις αντιφάσεις στις οποίες περιπίπτουν, λέγοντες και αναιρούντες ή ανακαλούντες.

«Εκ του λόγου σου κρίνω σε», λέγει ο Κύριος «Εκ γαρ των λόγων σου δικαιωθήση και εκ των λόγων σου καταδικασθήση» (Μτθ. ιβ΄,37). Ας ακουσθεί ιδιαιτέρως ο π. Θεόδωρος Ζήσης, ο οποίος έχοντας αναλάβει ηγετικό ρόλο στην αντι-οικουμενιστική μερίδα των νεοημερολογιτών, θα έχει σήμερα εδώ την τιμητική του. Ένας επιπρόσθετος λόγος για τον οποίον θα επικαλούμασθε πολλάκις τα λεγόμενα και γραφόμενα υπό των αντι-οικουμενιστών της κρατούσης «Εκκλησίας», είναι διότι όταν οι ίδιοι στιγματίζουν με τα μελανότερα χρώματα την πνευματική κατάπτωση και αποστασία της νεοημερολογιτικής παρασυναγωγής, «τι έτι χρείαν έχομεν μαρτύρων;» (Μτθ. κστ΄, 65). Έχει ιδιαίτερη αξία τούτο, διότι δεν τα λέμε εμείς οι «φανατικοί» - κατ’ αυτούς – «παλαιοημερολογίται», αλλά τα πιο επίσημα και προβεβλημένα στελέχη τους.

Ξεκινώντας, με την αναφορά μας εις την σύνοδον της Κρήτης, λέγεται ότι αυτή προκάλεσε σεισμόν, δια του οποίου διεδονήθησαν τα θεμέλια της οικουμενιστικής εν Ελλάδι Ορθοδοξωνύμου «Εκκλησίας». Ή τουλάχιστον, αυτό αφήνουν να εννοηθεί, οι συντηρητικοί της κύκλοι . Ξαφνικά άρχισαν να συζητούν το ενδεχόμενο της διακοπής μνημοσύνου. Πολύ νωρίς το θυμήθηκαν! Εάν αντιδρούσαν δυναμικά όλα τα προηγούμενα χρόνια, δεν θα είχαμε καν φθάσει

στην σύνοδο της Κρήτης. Τώρα βοά το διαδίκτυον για την περίφημη διακοπή μνημοσύνου.

Φέρουν δε, εις το μέσον τον ιε΄ κανόνα της Α΄Β΄ (πρωτοδευτέρας) Συνόδου, που διαλαμβάνει τα περί της διακοπής μνημοσύνου και τον ερμηνεύει ο καθένας κατά το δοκούν. Ορισμένοι μάλιστα συγχέουν τον κανόνα αυτόν, με τους δύο προηγουμένους της ιδίας Συνόδου και εξάγουν το συμπέρασμα, ότι δεν επιτρέπεται η διακοπή μνημοσύνου του αιρετικού επισκόπου, πριν από τη συνοδική του καταδίκη. Οι κανόνες όμως είναι σαφείς. Ο ιγ΄ και ο ιδ΄ της Α΄Β΄ Συνόδου, μαζί με την πρώτη παράγραφο του ιε΄ κανόνος, ομιλούν για ηθικά και άλλα προσωπικά αμαρτήματα του Επισκόπου. Ουδείς κληρικός επιτρέπεται πριν από συνοδική απόφαση-καταδίκη να διακόψει το μνημόσυνο του επισκόπου του για εγκλήματα, όπως η πορνεία, η ιεροσυλία, η σιμωνία κ.ά., έστω κι αν αυτά είναι αληθή, διότι στην περίπτωση αυτή προκαλεί σχίσμα στην Εκκλησία. Εξαίρεση αποτελεί η κατεγνωσμένη αίρεση που κηρύττουν οι ψευδεπίσκοποι. Όταν ο επίσκοπος «γυμνή τη κεφαλή», τουτέστιν παρρησία, δημοσίως και αναισχύντως κηρύττει επ’ εκκλησίας αίρεσιν, η οποία έχει καταδικασθεί από Συνόδους και Πατέρες της Εκκλησίας. Η διακοπή μνημοσύνου τότε, δεν δημιουργεί σχίσμα στην Εκκλησία. Αντιθέτως ελευθερώνει την Εκκλησία από τα σχίσματα και την αίρεση του ψευδεπισκόπου.

Η παρ. 2 του ιε΄ καν. της Α΄Β΄ Συνόδου, μας λέγει ρητώς, ότι δεν οφείλουμε υπακοή στους κακοδόξους επισκόπους, αντιθέτως έχουμε δικαίωμα και καθήκον να απομακρυνόμεθα της κοινωνίας αυτών και να τους αποκηρύσσουμε, εάν θέλουμε να είμασθε ορθόδοξοι χριστιανοί και όχι αιρετικοί, ως «αιρετικόν περιποιούμενοι», κατά τον Δοσίθεον Ιεροσολύμων. Εκείνοι που αποκόπτονται από τον αιρετικό επίσκοπο, όχι μόνο δεν πρέπει να τιμωρούνται, «ουχ υπόκεινται τη κανονική επιτιμήσει», αλλά «και της πρεπούσης τιμής τοις ορθοδόξοις αξιωθήσονται». Θα πρέπει να τιμώνται και να επαινούνται ως γνήσιοι αγωνιστές της Ορθοδοξίας. Και δικαιολογεί ο κανόνας, γιατί πρέπει να συμβαίνει τούτο. «Ου γαρ Επισκόπων, αλλά ψευδεπισκόπων και ψευδοδιδασκάλων κατέγνωσαν». Διότι δεν κατεδίκασαν επισκόπους αληθινούς, καθώς εκείνος που κηρύσσει αίρεσιν δεν είναι επίσκοπος, αλλά ψευδεπίσκοπος και ψευδοδιδάσκαλος. «… και ου σχίσματι την ένωσιν της Εκκλησίας κατέτεμον, αλλά σχισμάτων και μερισμών, την Εκκλησίαν εσπούδασαν ρύσασθαι». Δεν έκαναν σχίσμα, αλλά φρόντισαν να γλιτώσουν την Εκκλησία από τα σχίσματα, τα οποία προκαλούν εκείνοι που κηρύσσουν αίρεση, καθώς η αποτείχιση, είναι αποτείχιση από την αίρεση και όχι από την εκκλησία, από τους ψευδεπισκόπους και όχι από τους αληθινούς επισκόπους. Γι’ αυτό και οι γνήσιοι Ορθόδοξοι, όταν αποτειχίσθηκαν από τους Οικουμενιστές Επισκόπους το 1924, φρόντισαν να καλύψουν το κενό που άφησε η εκπεσούσα Ιεραρχία του νέου ημερολογίου, χειροτονώντας δικούς τους Επισκόπους.

Έτσι ερμηνεύουν τον κανόνα όλοι οι άγιοι και οι μεγάλοι κανονολόγοι της Εκκλησίας (Ζωναράς, Βασλαμών, Αριστηνός), καθώς και ο άγιος Νικόδημος. Ο ιε΄ κανόνας της Α΄Β΄ Συνόδου, είναι κατά πάντα σύμφωνος με την προ αυτού Αποστολική και Πατερική Παράδοση, που εφαρμοζόταν άνευ κανόνος, μέχρι το έτος 861 μ.Χ., όταν συνεκλήθη η Α΄Β΄ Σύνοδος επί Μ. Φωτίου. Βεβαίως, προ αυτής της Συνόδου υπήρχε ο λα΄ Αποστολικός κανόνας που έχει παραπλήσιο περιεχόμενο. Σε αυτόν όμως θα αναφερθούμε κατωτέρω.

Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημάνουμε ότι υπάρχουν και οι παρερμηνείες του ιε΄ κανόνος, οι οποίες προτείνονται – όπως ευκόλως αντιλαμβάνεται κανείς – από τους υπηρέτες του οικουμενισμού, είτε φανερούς, είτε κρυπτοοικουμενιστές, εργαζομένους για την διάδοση της συγκρητιστικής πανθρησκείας του Αντιχρίστου.Σύμφωνα με την πρώτη παρερμηνεία, απαγορεύεται η αποτείχιση από τον κηρύσσοντα αίρεση κατεγνωσμένη επίσκοπο, προ συνοδικής καταδίκης του, κάτι που βεβαίως, έρχεται σε ευθεία αντίθεση και σύγκρουση με τον επίμαχο κανόνα, ο οποίος επιβάλλει σε κλήρο και λαό την αποτείχιση της κοινωνίας «προς τον καλούμενον επίσκοπον» - προς αυτόν που καλείται, αλλά δεν είναι εν τοις πράγμασι επίσκοπος – «προ συνοδικής διαγνώσεως.».

Η δεύτερη – πιο ύπουλη από την πρώτη – είναι η λεγoμένη δυνητική ερμηνεία. Κατ΄ αυτήν ο ιερός κανόνας είναι δυνητικός και ουχί υποχρεωτικός. Δεν απαιτεί δηλαδή απαραιτήτως από τους κληρικούς να παύσουνε το μνημόσυνο του αιρετικού επισκόπου προ της καταδίκης αυτού, αλλά απλώς παρέχει σε αυτούς την δυνατότητα. Όποιος θέλει, μπορεί προ συνοδικής διαγνώσεως να διακόψει το μνημόσυνο. Αυτός όχι μόνο δεν παρανομεί, αλλά μάλλον είναι και άξιος επαίνου. Αν όμως έτερος κληρικός, χωρίς να ασπάζεται τις αιρετικές διδασκαλίες του επισκόπου του, συνεχίζει το μνημόσυνο αυτού, αναμένοντας συνοδική διάγνωση, ουδαμώς κατακρίνεται υπό του κανόνος.

Δεινός υπέρμαχος της δυνητικής ερμηνείας του κανόνος, ήταν ο π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος, ο οποίος με σφοδρότητα υπεραμύνετο – τουλάχιστον αρχικώς - της κοινωνίας και του μνημοσύνου, του Αθηναγόρα. Και παρά την δυνητικότητα της ερμηνείας του, ήταν ευεπίφορος σε οργή προς τους πάσης φύσεως αντιφρονούντες. Τόσοι άγιοι και σοφοί κανονολόγοι έζησαν μετά την θέσπιση του κανόνος, το 861 μ.Χ. και κανείς δεν φαντάσθηκε, ούτε και υιοθέτησε ποτέ μία τέτοια ερμηνεία. Αν υπήρχε έστω και μία πατερική μαρτυρία, οι οικουμενιστές θα την είχαν κάνει λάβαρο και σημαία τους.

Ο π. Αυγουστίνος Αγιοβασιλειάτης, λογιώτατος αγιορείτης μοναχός, ο οποίος έχει εκπονήσει εξαιρετικά συγγράμματα, επισημαίνει πολύ ορθώς ότι η δυνητική ερμηνεία του π. Επιφανίου και των ομοίων του, είναι αγενεαλόγητος, διότι όταν την επικαλούνται δεν αναφέρουν – ως οφείλουν να πράξουν – τον πατέρα αυτής. Γιατί; Την απάντηση στο ερώτημα δίδει ο π. Αυγουστίνος με τα εξής χαρακτηριστικά: «Ο π. Επιφάνιος εγνώριζεν ότι εις την αναζήτησιν του πατρός της, θα συναντούσε ή έναν λατινίσαντα Βέκκον, ή άλλον εξωμότην, πνευματικόν εκείνου υιόν Βησσαρίωνα, ή τέλος, κανέναν επίσημον καρδινάλιον… και το σκευώρημα θα ανετρέπετο! …» (ΠΕΡΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΚΑΙ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΑΥΤΟΙΣ ΙΕ΄ ΙΕΡΟΥ ΚΑΝΟΝΟΣ ΤΗΣ Α΄ ΚΑΙ Β΄ ΑΓΙΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ. ΕΚΔΟΣΙΣ: ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΑΓΙΟΣ ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΣ ΕΣΦΙΓΜΕΝΙΤΗΣ» ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ, 1993, σελ. 48-49). (Συνεχίζεται…)


Joomla SEF URLs by Artio