ὑπό τοῦ Θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου Κυκλάδων κ. Σάββα

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

      Όταν η χριστιανική πίστη εξήλθε από τις υπόγειες κατακόμβες, όταν οι χριστιανοί απόλαυσαν το δικαίωμα να λατρεύουν ακωλύτως τον αληθινό Τριαδικό Θεό, ήρθε η ώρα να οικοδομήσουν έργα ανάλογα της πίστεως και ευλαβείας των, στα οποία θα δοξαζόταν ο Αληθινός Θεός. Σε περικαλέστατους ναούς, κάθε λειτουργική τέχνη (έστω και σε σπαργανώδη μορφή), κλήθηκε να συνεισφέρει στην διαμόρφωση της ορθόδοξης λειτουργικής ζωής. Μέσα από την ζεστή απλότητα του πρωτοχριστιανικού μεγαλείου, οι ιεροί ναοί φάνταζαν ουρανομήκης και τα ιερά τους απηχούσαν το πόθο και την κατάνυξη της μαρτυρικής ιερατικής καρδίας των πρώτων ποιμένων. Στους πρωτοχριστιανικούς ναούς ενεφανίσθησαν και τα πρώτα σύνθρονα, σαν μικρά αρχαία θέατρα με σκηνή την αγία τράπεζα και δρώμενο το Θείο Δράμα του εσφαγμένου αρνίου. Στις βαθμίδες αυτών, οι Πατέρες μας τοποθέτησαν περίοπτα τον επισκοπικό θρόνο, επιχειρώντας να προσδώσουν συμβολιστικά και πραγματιστικά τον ρόλο που έμελλε ο επίσκοπος να επωμιστεί στην Εκκλησία.

      Δεσπόζοντας ως σύμβολο ενότητας, ο επίσκοπος, έβλεπε «κύκλω της τραπέζης»[1] τους πρεσβυτέρους να μοχθούν μαζί του στην καλλιέργεια του μυστικού αμπελώνος. Καθώς κλήρος και λαός γευόταν την ζείδωρο αύρα του Αγ. Πνεύματος, συγχρόνως απέδιδαν καρπούς πλήρεις χάριτος και αγιότητος. Κάθε φορά που η Εκκλησία προσκαλεί σε εόρτια ευχαριστιακή σύναξη τα μέλη της, επιθυμώντας να τιμήσει κάποιο από τα σωτηριολογικά γεγονότα της ζωής του Κυρίου μας η της Θεοτόκου, την μνήμη ενός αγίου, τα ονομαστήρια ενός εκκλησιαστικού προσώπου, ακόμα και του απλού πιστού, η ψυχή μου απολαμβάνει ανάλογα αυτή την αγία ένωση και πολλάκις συμπλέει νοηματικά με το διασωζόμενο κείμενο των Αποστολικών Διαταγών: « Ώσπερ ην τούτο το κλάσμα (ο σπόρος του σταριού) διεσκορπισμένο επάνω των ορέων και συναχθέν εγένετο έν (Άρτος θυσιαζόμενος), ούτω συναχθήτω σου η Εκκλησία από των περάτων της γης εις την συν βασιλείαν».[2] Δράττομαι λοιπόν, αγαπητοί μου αδελφοί, της ευκαιρίας να παρουσιάσω την ταπεινή μου προσπάθεια που πραγματεύεται τα «περί του επισκοπικού αξιώματος στην Ορθόδοξη Παράδοση».   

ΚΥΡΙΟ ΘΕΜΑ

      Η πρόσφατη ανάδειξή μου  στόν επισκοπικό βαθμό δημιούργησε επιπρόσθετα ενδομύχως την ανάγκη να ερευνήσω «όσον ένεστι» - έστω και σε επίπεδο θεωρητικό, αφού το βίωμα είναι μακρινός και δυσκολοκατόρθωτος στόχος - την επισκοπική ιδιότητα, όχι μόνο ως υπεροχή και προνόμιο πνευματικής εξουσίας, αλλά και ως μείζονα ευθύνη ενώπιον Θεού και ανθρώπων για την ορθή αξιοποίηση της. Τα γραφόμενα μου στο κείμενο αυτό επιθυμώ να τα μοιραστώ φιλαδέλφως μαζί σας, κοινωνώντας στην σώζουσα αλήθεια, ενθαρρυμένος από το ευαγγελικό λόγιο: «γνώσεσθε την αλήθεια, και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς».[3] 

Το πνευματικό μέγεθος του επισκοπικού αξιώματος υπό το φως της πατερικής και εκκλησιαστικής διδασκαλίας.

Είναι γνωστό πως η ιερωσύνη - αν και χωρίζεται σε βαθμίδες – υπάρχει ως μια και γενική. Είναι εκείνη την οποία ενεδύθη ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο πρώτος και Μέγας Αρχιερεύς, καθώς ο Ίδιος μέσα στο πλαίσιο της θείας, σωτηριώδους Οικονομίας Του για τον άνθρωπο, έγινε «εθελουσίως» θύμα και θύτης επί του Σταυρού, αίροντας τις αμαρτίες όλου του πτωτικού κόσμου. Στη πορεία της Εκκλησίας, οι διάδοχοι του Κυρίου Απόστολοι, αλλά και όσοι δέχθηκαν και δέχονται το αξίωμα αυτό, δεν έχουν δική τους ιερωσύνη αλλά αυτήν την του Κυρίου Ιησού Χριστού. Είναι η μόνη και Αιώνια Ιερωσύνη του Μεγάλου και Μόνου  Αρχιερέως, και ως αρχέγονο δέντρο αυτή προσφέρει καρπούς πνευματικούς τόσο στον τελούντα εν ονόματι του Χριστού τα ενεργήματά της, όσο και στον αποδέκτη των αγιαστικών, ουρανίων δωρεών. Από τα πρώτα κιόλας χριστιανικά χρόνια, άνθρωποι κεκοσμημένοι με τον θεοπαράδοτο λευϊτικό χιτώνα, αντιλήφθηκαν βιωματικά στην ύπαρξή τους το πνευματικό μέγεθος του αξιώματος και θέλησαν να καταγράψουν τις σκέψεις και τις «έν Αγίω Πνεύματι» λειτουργικές εμπειρίες τους, μεταφέροντας αυτές ασφαλείς στο πέρασμα του χρόνου.

Από τα βάθη των αιώνων ο εκ των πρώτων Αποστολικών Πατέρων της Εκκλησίας μας, Ιγνάτιος ο Θεοφόρος, χαρακτηρίζει τον επίσκοπο ως «θύραν του Πατρός»[4], επιθυμώντας να εξάρει την μοναδικότητα του λειτουργήματός του, ως «τύπου» και «εικόνος» Χριστού, καθώς οι οδηγούμενοι από αυτόν εισέρχονται στην γνώση του αληθινού Θεού και βέβαια στη Βασιλεία Του. Σε άλλο δε σημείο της επιστολής του ο αυτός Πατήρ θα προβεί σε μια φοβερή διατύπωση: «Πάντες τω Επισκόπω ακολουθείτε, ως ο Ιησούς Χριστός τω Πατρί, και τω πρεσβυτερίω ως τοις Αποστόλοις»,[5] προβαίνοντας έτσι σε ένα παραλληλισμό της σχέσεως και περιχωρήσεως των προσώπων της Αγίας Τριάδος (ανθρωποπρεπώς φυσικά) με αυτήν του επισκόπου- πρεσβυτερίου-ποιμνίου.

Στο ίδιο πνευματικό μήκος θα κινηθεί  και ο άριστος Θεολόγος της Ναζιανζού, Γρηγόριος, ο οποίος θα αποκαλέσει τον Επίσκοπο «κεφαλήν Χριστού πληρώματος»[6], αφού δεν υπάρχει καθ’ εαυτόν επίσκοπος εκτός Εκκλησίας, αλλά ούτε και Εκκλησία άνευ επισκόπου.

Στοιχούμενος στα ανωτέρω ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Δοσίθεος, πολύ αργότερα κατά τον 17ον αι. θα γράψει: «Το επισκοπικό αξίωμα τόσο είναι αναγκαίο στην Εκκλησία, ώστε χωρίς αυτό να μην μπορεί ούτε Εκκλησία να υπάρχει, ούτε χριστιανός να ονομάζεται η να είναι κανείς. Γιατί εκείνος που αξιώθηκε να είναι Επίσκοπος, ως αποστολικός διάδοχος… είναι ζώσα εικών του Θεού πάνω στην γη… και τόσο πολύ τον θεωρούμε αναγκαίο στην Εκκλησία, όσο για τον άνθρωπο την αναπνοή και για τον αισθητό κόσμο τον ήλιον…».[7] Ακούγοντας τις γνώμες των Πατέρων της Εκκλησίας (σταχυολογήσαμε μερικές κατά περίσταση) μπορούμε να αναφερθούμε και στην μνημόνευση του ονόματος του Επισκόπου κατά την θεία λατρεία και κυρίως κατά την θεία Ευχαριστία. Έτσι ο λόγος μας αποδρά από το θεωρητικό και προχωρά στην λειτουργική πράξη, στα «ορώμενα και τελούμενα» εντός του ιερού Ναού.

Η αναφορά του ονόματος του Επισκόπου δεν είναι απλά μια προσευχή του κλήρου και του λαού «υπέρ υγείας και μακροημερεύσεώς» του. Το σημείο, στο οποίο γίνεται η «διάτορος μνημόνευσις» (μετά τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων), υποδηλώνει μια ομολογία ενότητος με αυτόν, αφού κατ’ αυτόν τον τρόπο ομολογούμε πως ανήκουμε στην Εκκλησία και κατ’ επέκταση στο Θεό-Πατέρα. Και όταν ο ιερός κλήρος ολοκληρώσει τα προβλεπόμενα, ακολουθεί εύστοχα η εκφώνηση: « Και δός ημίν εν ενί στόματι και μια καρδία δοξάζειν και ανυμνείν το πάντιμον και μεγαλοπρεπές όνομα σου, του Πατρός και του Υιού και του αγίου Πνεύματος, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων».[8] Δηλαδή, ας καταστούμε όσο το δυνατόν σαφείς: δεν μπορούμε να απολαύσουμε του Δεσποτικού Σώματος και Αίματος ζώντας βιωματικά την αγία Ενότητα, εάν δεν συμβαίνει αυτό και στο ανθρώπινο επίπεδο. Κάνοντας αυτή την ομολογία, κατά την θεία λατρεία, η ψυχή μας ετοιμάζεται «εν αγάπη και ομονοία»  να υποδεχθεί αυτόν που είναι η Αγάπη και η Ενότητα στα ουράνια και τα επίγεια.

Η μείζονα πνευματική ευθύνη των φερόντων το αξίωμα του επισκόπου κατά την διδασκαλία των Πατέρων και της Εκκλησίας.

Δεν επιθυμώ όμως αδελφοί μου να σταθώ μέχρις εδώ, δηλαδή εκθειάζοντας μόνο και κατά κόρον το επισκοπικό αξίωμα, έστω και με λόγια όχι δικά μου αλλά των Αγίων Πατέρων. Δεν είμαι σε αυτή την θέση «να ευλογήσω τα γένια μου» κατά το κοινώς λεγόμενο. Το σπουδαιότερο τμήμα της προσπάθειας μου τώρα αρχίζει και παρακαλώ να δώσετε ιδιαίτερη προσοχή σ᾿ αυτό απ᾿ ότι στην αρχή. Όσο ψηλότερα ανεβαίνεις τόσο η πτώση εμφανίζεται απειλητικότερη. Όσα περισσότερα λαμβάνεις τόσο πολλά θα σου ζητηθούν να αποδώσεις παραγωγικά. Και ο Επίσκοπος λαμβάνει τόσα πολλά από το Πανάγιο και τελεταρχικό Πνεύμα αλλά και οι προσδοκίες προς το πρόσωπο του είναι τεράστιες και ανεξάντλητες. Ίσως κάποιοι βιαστούν να πουν ότι το αξίωμα έχει πέσει κατά τις ημέρες μας στις συνειδήσεις των ανθρώπων. Θα απαντήσω σε αυτούς: ό,τι είναι θεϊκό παραμένει αδιάπτωτο χωρίς να χάνει την αξία του. Αυτό που πέφτει στην ανθρώπινη συνείδηση είναι το πρόσωπο που φέρει το επισκοπικό αξίωμα ελλιπώς, λυπώντας τον Θεόν και σκανδαλίζοντας τους πιστούς. Ας δούμε όμως και σε αυτό το σκέλος του λόγου μου τις συμβουλές-προτροπές των Πατέρων της Εκκλησίας μας.

Ο Άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος συμβουλεύει τον Αγ. Πολύκαρπο και κατ’ επέκταση τον κάθε επίσκοπο: «Μηδέν άνευ γνώμης σου γινέσθω, μηδέ συ άνευ γνώμης του Θεού τι πράσσε».[9] Τίποτα να μην γίνεται χωρίς την γνώμη σου, αλλά και τίποτα να μην πράττεις χωρίς το θέλημα του Θεού. Το να γνωρίζεις το θέλημα του Θεού υποδηλώνει μια βαθειά πνευματική κατάσταση η οποία σχετίζεται με την κάθαρση εκ των παθών και την έλλαμψη του νοός από τις φωτοειδής  ακτίνες του Αγ. Πνεύματος. Η διάκριση ως επιστέγασμα όλων των αρετών θα πρέπει να κυριαρχεί στην ύπαρξη του επισκόπου. Πόσο σπάνιο και όντως «ακριβοθώρητο» για το ανθρώπινο φύραμα των χρόνων που διάγουμε… Αλλά και τι μεγάλη ευλογία να κατοικεί τέτοιος ορμαθός χαρισμάτων σε χοϊκό σώμα! Τότε ο εκκλησιαστικός άνδρας γίνεται θεοειδής και βαδίζει σύμφωνα με τους νόμους της θεοίδρυτης Εκκλησίας και συντάσσεται πεφωτισμένα με την Ορθόδοξη Παράδοση. Ο όρος «Ορθόδοξη Παράδοση», όπως αρκετές φορές έχει τονισθεί, δεν εμπεριέχει την έννοια ενός συνόλου παραδεδομένων εθιμικών κανόνων. Εκφράζει τον ίδιο τον Χριστό που μεταδίδεται στους αιώνες, την αδιάλειπτη ενέργεια του Αγ. Πνεύματος. «Εμόν μεν ουδέν ερώ παντελώς, ο δε παρά των Πατέρων εδιδάχθηκα φημί»,[10] θα διατρανώσει ο Αγ. Μάξιμος ο Ομολογητής.

Καλείται επομένως ο επίσκοπος να «ορθοτομεί» και όχι να «καινοτομεί» χωρίς να ιδιοποιείται τον αμπελώνα Του καταβιβάζοντας τον στα στενά και πεπερασμένα όρια του ανθρώπινου οργανισμού. Οι κακοί ποιμένες θα διωχθούν και σε άλλους θα δοθεί η επιμέλεια της Εκκλησίας, οι οποίοι θα αποδώσουν τους καρπούς στο ιδιοκτήτη Της.[11] Η αρμοδιότητα του επισκόπου δεν περιορίζεται μόνο στην σύμπλευση με την Ορθόδοξη Παράδοση αλλά και στην προστασία και διατήρηση της. Από τα ομηρικά έργα η λέξη επίσκοπος ερμηνεύεται ως ο επιβλέπων, ο φρουρός, ο επιθεωρητής. Όντως για χάρη των μελών της Εκκλησίας ο επίσκοπος είναι ο κατεξοχήν φύλακας και υπερασπιστής της πίστεως. Διαφυλάττει τα όσια και ιερά με ακρίβεια, πολεμά την αίρεση, ελέγχει την κακοδοξία αλλά και τους φιλοαιρετικούς, όπως είναι οι οικουμενιστές της εποχής με τις ανορθόδοξες διδασκαλίες τους. Αρκετά χωρία της Αποκάλυψης προειδοποιούν τον επίσκοπο για την στάση που πρέπει να κρατά σε μείζονα εκκλησιαστικά ζητήματα: «Οίδα σου τα έργα, ότι ούτε ψυχρός ει ούτε ζεστός. Όφελον ψυχρός ης η ζεστός. Ούτως, ότι χλιαρός ει, και ούτε ζεστός ούτε ψυχρός, μέλλω σε εμέσαι εκ του στόματος μου»[12] , και αλλαχού «γίνου πιστός άχρι θανάτου»[13]. Χωρία ειπωμένα από επισκόπους πολλές φορές για χάρη εντυπωσιασμού και επίδειξη γνώσεων, αλλά σπάνια εφαρμόσιμα!

Σήμερα ο λαός του Θεού περιμένει από τους επισκόπους του ένα μήνυμα ζωής. Το πρότυπο της χριστιανικής ζωής να ταυτίζεται με την «επι γής» βιωτή του. Το παράδειγμα του να οικοδομεί μια στάση ζωής, το οποίο να αποπνέει τις ευαγγελικές αρετές, την αδιάκοπη και ανύσταχτη φροντίδα για τους ελάχιστους αδελφούς του Κυρίου. Είμαστε δούλοι των δούλων του Θεού. « Αξιούμεν σε, Δέσποτα, βοηθόν γενέσθαι και αντιλήπτορα ημών. Τους εν θλίψει ημών σώσον, τους ταπεινούς ελέησον, τους πεπτωκότας έγειρον, τους  δεομένους επιφάνηθι, τους ασθενείς ίασαι, τους πλανωμένους του λαού σου επίστρεψον. Χόρτασον τους πεινώντας, λύτρωσαι τους δεσμίους ημών, εξανάστησον τους ασθενούντας, παρακάλεσον τους ολιγοπιστούντας. Γνώτωσαν σε πάντα τα έθνη, ότι συ ει ο Θεός μόνος και Ιησούς ο παις σου και ημείς λαός σου και πρόβατα νομής σου….».[14] Σκέψεις ενδόμυχες, του Αγ. Κλήμεντος Πάπα Ρώμης, οι οποίες καταγράφονται στο χαρτί με το μελάνι της ανυπόκριτης αγάπης προς τον πλησίον.

Για να μπορέσει ο επίσκοπος να υπερβεί τόσο τα ανθρώπινα όσο και τα πνευματικά προσκόμματα τα οποία αποπειρώνται να αλλοιώσουν η ακόμα και να ακυρώσουν την αποστολή του, θα πρέπει συχνά-πυκνά να υποβάλλει τον εαυτό του σε αυτοκριτική. Η τελευταία θα καθίσταται ικανή (σε τρία στάδια θα την αναλύσουμε) να τον επαναφέρει από τυχόν σκέψεις και πράξεις, οι οποίες ενδεχομένως εργάζονται με σκοπό να τον εκτροχιάσουν.  Για να το κατανοήσουμε αυτό θα δανειστούμε το παράδειγμα του μακαρίου Παύλου. Θα τον δούμε να επικαλείται τον Θεό ως μάρτυρα της αυτοσυνειδησίας του: «Ουκ ειμί απόστολος; Ουκ ειμί ελεύθερος; ουχί Ιησούν Χριστόν τον Κύριο ημών εώρακα; ου το έργον μου υμείς εστέ εν Κυρίω; Ει άλλοις ουκ ειμί απόστολος, αλλά γε υμίν ειμί… Η εμή απολογία τοις εμέ ανακρίνουσιν αυτή εστί, μη έχουμε εξουσίαν φαγείν και πιείν;».[15] Προς κάθε αμφισβητία επικαλείται την ιδιότητα  του ως Απόστολος και το έργο του φανερώνει την αξία του. Ανάλογα και ο επίσκοπος με αποστολική αυτοσυνειδησία να ακολουθεί τα βήματα των κηρύκων της πίστεως και να επανέρχεται στην σίγουρη και βασιλική οδό.

Συνεχίζοντας το παράδειγμα του θειοτάτου Παύλου θα σταθούμε σε ένα δεύτερο παράγοντα αυτοκριτικής της λεγομένης επισκοπικής αυτοσυνειδησίας. Ακόμα και αν ασκούσαμε ποιμαντικό έργο ανάλογο του Παύλου (Θεέ μου τι ιλιγγιώδης συλλογισμός!) πάλι κατώτεροι από εκείνον θα φαινόμασταν. Που είναι οι θεοπτίες μας και οι επισκέψεις των αγγέλων, που η καρτερία μας και οι διώξεις για τον Εσταυρωμένο Ναζωραίο… μήπως συστήσαμε εκ του μηδενός η εξ’ απίστων εκκλησία εκεί που «εν Χριστώ» ταχθήκαμε; Νομίζω για μας ισχύει το ευαγγελικό: «Άλλοι κεκοπιάκασι και ημείς εις τον κόπο αυτών εισεληλύθαμεν».[16] Μπροστά στο τεράστιο αποστολικό έργο ας προσμετρά καθένας από μας τις φτωχές-ασθενικές του δυνάμεις.

Τέλος, ως εκκλησιαστικές προσωπικότητες, θα πρέπει πλέον να συνειδητοποιήσουμε ότι η ιστορία ακολουθώντας την διαιώνια πορεία της, καταγράφει αμείλικτα με λεπτομέρεια κάθε θετική η αρνητική ενέργεια μας. Αυτές είτε ως όφελος η ζημία για τον αμπελώνα του Κυρίου, «θέτουν εαυτούς» σε κρίση και εξέταση. Και αν ανάμεσα στους ανθρώπους η αιδώς λειτουργεί ως ανασταλτικός παράγοντας προς την κακία, μπροστά στον Θεό νομίζω πως το λιγότερο που σκέφτεται ο χειροτονούμενος είναι η ευθύνη που θα του ζητηθεί. Δεν μιλάμε για μια ψιλή αίσθηση υπευθυνότητος, αλλά για τον συγκλονισμό της ψυχής μπροστά στον ζώντα και κρυφιογνώστη Θεό, αφού τα πάντα «γυμνά και τετραχειλισμένα»[17] θα παρουσιαστούν  ενώπιον μας «ως λόγον αποδώσαντες»[18]. Αν όλα αυτά «κεντρίζουν» την συνείδηση μας μέρα και νύχτα, τότε θα είμαστε έτοιμοι να υπομείνουμε κάθε θλίψη και δοκιμασία, να πιούμε ίσως και το πικρό ποτήρι της συκοφαντίας,  να γίνουμε δέκτες ποικίλων κακοηθειών μόνο και μόνο για να ακολουθήσουμε το σταυροαναστάσιμο μονοπάτι του Γολγοθά.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Θα επιθυμούσα, κλείνοντας, να απευθυνθώ αόριστα σε ένα υποψήφιο ιεράρχη η σε κάποιο νεοχειροτόνητο η συγκεκριμένα σε κάποιον εορτάζοντα επίσκοπο (όπως συμβαίνει κατά την παρούσα ημέρα) με αυτά τα λόγια που αντιστοιχούν σε ποικίλες ευχές: Αδελφέ και συλλειτουργέ εν Κυρίω, ίσως η χορεία των ιεραρχών σε εξέλεξε επίσκοπο, ίσως ετοιμάζεσαι να γίνεις, ίσως ήδη είσαι Αρχιερεύς και αροτριάς πλέον εργωδώς στο χωράφι του Μεγάλου Γεωργού. Πρέπει να γνωρίζεις πως η Αγάπη του Θεού σε κατέστησε κάτι υψηλό, το οποίο, για να επιτύχει ως έργο και θεία αποστολή, χρειάζεται απαραίτητα την Χριστομίμητη ταπείνωση εκ μέρους σου. Μια ταπείνωση που δεν συνοδεύεται από άρνηση η μη αποδοχή του αξιώματος. Οι καιροί πάντα ήταν δύσκολοι, οι άνθρωποι ανέκαθεν με ροπή προς την αμαρτία, η πνευματική δύναμη χωρίς την συνδρομή του Κυρίου ασθενική… Παράλληλα, ο άνθρωπος πάντοτε πλανιόταν στα σκοτάδια η σε κάτι που έμοιαζε με φώς, αρεσκόταν να ξεδιψά στα λασπόνερα, αγνοώντας το καθάριο και κρυστάλλινο νερό.

Δες τα χωράφια, είναι έτοιμα ήδη προς θερισμό[19]! Έλα να εργαστείς για τον αγαθό Δεσπότη! Ενωτίζου την φωνή του χρυσορρήμωνος ιεράρχου Ιωάννου την λέγουσαν, οτι «ο Θεός σε εξελέξατο, αυτός σοι ενεπίστευσεν… μη υβρίσης, μηδέ καταισχύνης του Θεού την ψήφον»[20]… Φιλοσόφησε τα προκείμενα, καθώς «ο διακρουόμενος και αποπηδών, εστίν υπεύθυνος εγκλημάτων παρακοής και απειθείας».[21]

Η ζωή μας είναι ένα δώρο του Θεού προς εμάς. Ο τρόπος που ζούμε την ζωή μας είναι το δικό μας δώρο προς τον Θεό. Ας κάνουμε αυτό το δώρο όσο καλύτερο μπορούμε, με το να ζούμε όπως Εκείνος θέλει….. Αυτό να βιώσεις ως Επίσκοπος, αυτό να εμπνεύσεις ως Επίσκοπος, αυτό να κηρύξεις ως Επίσκοπος, προτού η ύπαρξη σου καταπλεύσει κοντά Του…



[1] Όγδοος Αναβαθμός , Γ΄ ήχου.

[2] «Διδαχαί  Αποστόλων»,  9,4 ,  ΕΠΕ, 1994.

[3] Λκ. 18,8.

[4] «Φιλαδελφεύσιν, Ιγνάτιος»,  9,6 , ΕΠΕ

[5] «Σμυρναίοις, Ιγνάτιος»,  8,1 , ΕΠΕ

[6] Γρηγορίου Θεολόγου, PG. , 35, 501.

[7] Δοσιθέου Ιεροσολ., «Ορθόδοξος Ομολογία».

[8] «Ιερατικόν», Έκδοση Αποστολικής Διακονίας της Ελλάδος, Αθήνα 2007.

[9] Πρός Πολύκαρπον, Ιγνατίου Αντ.  4,1 , ΕΠΕ.

[10] Μαξίμου Ομολογητού, επ. 15, PG. 91, c. 544D.

[11] Ματθ. 21,41.

[12] Αποκ.  γ, 15-19.

[13] Ό.π., β, 10.

[14] Πρός Κορινθίους Α΄, Κλήμεντος Πάπα Ρώμης, LIX, EΠΕ.

[15] Α΄ Κορ. 9,1.

[16] Ιωάνν. 4,38.

[17] Παρ. 19,5.

[18] Εβρ. 13,17.

[19] Ιωαν. 4,35.

[20] Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ΕΠΕ, 23, 200.

[21] οπ.π. σ. 120.

Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

υπό επισκόπου Κυκλάδων κ. Σάββα

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

       Όταν η χριστιανική πίστη εξήλθε από τις υπόγειες κατακόμβες, όταν οι χριστιανοί απόλαυσαν το δικαίωμα να λατρεύουν ακωλύτως τον αληθινό Τριαδικό Θεό, ήρθε η ώρα να οικοδομήσουν έργα ανάλογα της πίστεως και ευλαβείας των, στα οποία θα δοξαζόταν ο Αληθινός Θεός. Σε περικαλέστατους ναούς, κάθε λειτουργική τέχνη (έστω και σε σπαργανώδη μορφή), κλήθηκε να συνεισφέρει στην διαμόρφωση της ορθόδοξης λειτουργικής ζωής. Μέσα από την ζεστή απλότητα του πρωτοχριστιανικού μεγαλείου, οι ιεροί ναοί φάνταζαν ουρανομήκης και τα ιερά τους απηχούσαν το πόθο και την κατάνυξη της μαρτυρικής ιερατικής καρδίας των πρώτων ποιμένων. Στους πρωτοχριστιανικούς ναούς ενεφανίσθησαν και τα πρώτα σύνθρονα, σαν μικρά αρχαία θέατρα με σκηνή την αγία τράπεζα και δρώμενο το Θείο Δράμα του εσφαγμένου αρνίου. Στις βαθμίδες αυτών, οι Πατέρες μας τοποθέτησαν περίοπτα τον επισκοπικό θρόνο, επιχειρώντας να προσδώσουν συμβολιστικά και πραγματιστικά τον ρόλο που έμελλε ο επίσκοπος να επωμιστεί στην Εκκλησία.

       Δεσπόζοντας ως σύμβολο ενότητας, ο επίσκοπος, έβλεπε «κύκλω της τραπέζης»[1] τους πρεσβυτέρους να μοχθούν μαζί του στην καλλιέργεια του μυστικού αμπελώνος. Καθώς κλήρος και λαός γευόταν την ζείδωρο αύρα του Αγ. Πνεύματος, συγχρόνως απέδιδαν καρπούς πλήρεις χάριτος και αγιότητος. Κάθε φορά που η Εκκλησία προσκαλεί σε εόρτια ευχαριστιακή σύναξη τα μέλη της, επιθυμώντας να τιμήσει κάποιο από τα σωτηριολογικά γεγονότα της ζωής του Κυρίου μας η της Θεοτόκου, την μνήμη ενός αγίου, τα ονομαστήρια ενός εκκλησιαστικού προσώπου, ακόμα και του απλού πιστού, η ψυχή μου απολαμβάνει ανάλογα αυτή την αγία ένωση και πολλάκις συμπλέει νοηματικά με το διασωζόμενο κείμενο των Αποστολικών Διαταγών: « Ώσπερ ην τούτο το κλάσμα (ο σπόρος του σταριού) διεσκορπισμένο επάνω των ορέων και συναχθέν εγένετο έν (Άρτος θυσιαζόμενος), ούτω συναχθήτω σου η Εκκλησία από των περάτων της γης εις την συν βασιλείαν».[2] Δράττομαι λοιπόν, αγαπητοί μου αδελφοί, της ευκαιρίας να παρουσιάσω την ταπεινή μου προσπάθεια που πραγματεύεται τα «περί του επισκοπικού αξιώματος στην Ορθόδοξη Παράδοση».   

ΚΥΡΙΟ ΘΕΜΑ

       Η πρόσφατη ανάδειξή μου  στόν επισκοπικό βαθμό δημιούργησε επιπρόσθετα ενδομύχως την ανάγκη να ερευνήσω «όσον ένεστι» - έστω και σε επίπεδο θεωρητικό, αφού το βίωμα είναι μακρινός και δυσκολοκατόρθωτος στόχος - την επισκοπική ιδιότητα, όχι μόνο ως υπεροχή και προνόμιο πνευματικής εξουσίας, αλλά και ως μείζονα ευθύνη ενώπιον Θεού και ανθρώπων για την ορθή αξιοποίηση της. Τα γραφόμενα μου στο κείμενο αυτό επιθυμώ να τα μοιραστώ φιλαδέλφως μαζί σας, κοινωνώντας στην σώζουσα αλήθεια, ενθαρρυμένος από το ευαγγελικό λόγιο: «γνώσεσθε την αλήθεια, και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς».[3] 

Το πνευματικό μέγεθος του επισκοπικού αξιώματος υπό το φως της πατερικής και εκκλησιαστικής διδασκαλίας.

Είναι γνωστό πως η ιερωσύνη - αν και χωρίζεται σε βαθμίδες – υπάρχει ως μια και γενική. Είναι εκείνη την οποία ενεδύθη ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο πρώτος και Μέγας Αρχιερεύς, καθώς ο Ίδιος μέσα στο πλαίσιο της θείας, σωτηριώδους Οικονομίας Του για τον άνθρωπο, έγινε «εθελουσίως» θύμα και θύτης επί του Σταυρού, αίροντας τις αμαρτίες όλου του πτωτικού κόσμου. Στη πορεία της Εκκλησίας, οι διάδοχοι του Κυρίου Απόστολοι, αλλά και όσοι δέχθηκαν και δέχονται το αξίωμα αυτό, δεν έχουν δική τους ιερωσύνη αλλά αυτήν την του Κυρίου Ιησού Χριστού. Είναι η μόνη και Αιώνια Ιερωσύνη του Μεγάλου και Μόνου  Αρχιερέως, και ως αρχέγονο δέντρο αυτή προσφέρει καρπούς πνευματικούς τόσο στον τελούντα εν ονόματι του Χριστού τα ενεργήματά της, όσο και στον αποδέκτη των αγιαστικών, ουρανίων δωρεών. Από τα πρώτα κιόλας χριστιανικά χρόνια, άνθρωποι κεκοσμημένοι με τον θεοπαράδοτο λευϊτικό χιτώνα, αντιλήφθηκαν βιωματικά στην ύπαρξή τους το πνευματικό μέγεθος του αξιώματος και θέλησαν να καταγράψουν τις σκέψεις και τις «έν Αγίω Πνεύματι» λειτουργικές εμπειρίες τους, μεταφέροντας αυτές ασφαλείς στο πέρασμα του χρόνου.

Από τα βάθη των αιώνων ο εκ των πρώτων Αποστολικών Πατέρων της Εκκλησίας μας, Ιγνάτιος ο Θεοφόρος, χαρακτηρίζει τον επίσκοπο ως «θύραν του Πατρός»[4], επιθυμώντας να εξάρει την μοναδικότητα του λειτουργήματός του, ως «τύπου» και «εικόνος» Χριστού, καθώς οι οδηγούμενοι από αυτόν εισέρχονται στην γνώση του αληθινού Θεού και βέβαια στη Βασιλεία Του. Σε άλλο δε σημείο της επιστολής του ο αυτός Πατήρ θα προβεί σε μια φοβερή διατύπωση: «Πάντες τω Επισκόπω ακολουθείτε, ως ο Ιησούς Χριστός τω Πατρί, και τω πρεσβυτερίω ως τοις Αποστόλοις»,[5] προβαίνοντας έτσι σε ένα παραλληλισμό της σχέσεως και περιχωρήσεως των προσώπων της Αγίας Τριάδος (ανθρωποπρεπώς φυσικά) με αυτήν του επισκόπου- πρεσβυτερίου-ποιμνίου.

Στο ίδιο πνευματικό μήκος θα κινηθεί  και ο άριστος Θεολόγος της Ναζιανζού, Γρηγόριος, ο οποίος θα αποκαλέσει τον Επίσκοπο «κεφαλήν Χριστού πληρώματος»[6], αφού δεν υπάρχει καθ’ εαυτόν επίσκοπος εκτός Εκκλησίας, αλλά ούτε και Εκκλησία άνευ επισκόπου.

Στοιχούμενος στα ανωτέρω ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Δοσίθεος, πολύ αργότερα κατά τον 17ον αι. θα γράψει: «Το επισκοπικό αξίωμα τόσο είναι αναγκαίο στην Εκκλησία, ώστε χωρίς αυτό να μην μπορεί ούτε Εκκλησία να υπάρχει, ούτε χριστιανός να ονομάζεται η να είναι κανείς. Γιατί εκείνος που αξιώθηκε να είναι Επίσκοπος, ως αποστολικός διάδοχος… είναι ζώσα εικών του Θεού πάνω στην γη… και τόσο πολύ τον θεωρούμε αναγκαίο στην Εκκλησία, όσο για τον άνθρωπο την αναπνοή και για τον αισθητό κόσμο τον ήλιον…».[7] Ακούγοντας τις γνώμες των Πατέρων της Εκκλησίας (σταχυολογήσαμε μερικές κατά περίσταση) μπορούμε να αναφερθούμε και στην μνημόνευση του ονόματος του Επισκόπου κατά την θεία λατρεία και κυρίως κατά την θεία Ευχαριστία. Έτσι ο λόγος μας αποδρά από το θεωρητικό και προχωρά στην λειτουργική πράξη, στα «ορώμενα και τελούμενα» εντός του ιερού Ναού.

Η αναφορά του ονόματος του Επισκόπου δεν είναι απλά μια προσευχή του κλήρου και του λαού «υπέρ υγείας και μακροημερεύσεώς» του. Το σημείο, στο οποίο γίνεται η «διάτορος μνημόνευσις» (μετά τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων), υποδηλώνει μια ομολογία ενότητος με αυτόν, αφού κατ’ αυτόν τον τρόπο ομολογούμε πως ανήκουμε στην Εκκλησία και κατ’ επέκταση στο Θεό-Πατέρα. Και όταν ο ιερός κλήρος ολοκληρώσει τα προβλεπόμενα, ακολουθεί εύστοχα η εκφώνηση: « Και δός ημίν εν ενί στόματι και μια καρδία δοξάζειν και ανυμνείν το πάντιμον και μεγαλοπρεπές όνομα σου, του Πατρός και του Υιού και του αγίου Πνεύματος, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων».[8] Δηλαδή, ας καταστούμε όσο το δυνατόν σαφείς: δεν μπορούμε να απολαύσουμε του Δεσποτικού Σώματος και Αίματος ζώντας βιωματικά την αγία Ενότητα, εάν δεν συμβαίνει αυτό και στο ανθρώπινο επίπεδο. Κάνοντας αυτή την ομολογία, κατά την θεία λατρεία, η ψυχή μας ετοιμάζεται «εν αγάπη και ομονοία»  να υποδεχθεί αυτόν που είναι η Αγάπη και η Ενότητα στα ουράνια και τα επίγεια.

Η μείζονα πνευματική ευθύνη των φερόντων το αξίωμα του επισκόπου κατά την διδασκαλία των Πατέρων και της Εκκλησίας.

Δεν επιθυμώ όμως αδελφοί μου να σταθώ μέχρις εδώ, δηλαδή εκθειάζοντας μόνο και κατά κόρον το επισκοπικό αξίωμα, έστω και με λόγια όχι δικά μου αλλά των Αγίων Πατέρων. Δεν είμαι σε αυτή την θέση «να ευλογήσω τα γένια μου» κατά το κοινώς λεγόμενο. Το σπουδαιότερο τμήμα της προσπάθειας μου τώρα αρχίζει και παρακαλώ να δώσετε ιδιαίτερη προσοχή σ᾿ αυτό απ᾿ ότι στην αρχή. Όσο ψηλότερα ανεβαίνεις τόσο η πτώση εμφανίζεται απειλητικότερη. Όσα περισσότερα λαμβάνεις τόσο πολλά θα σου ζητηθούν να αποδώσεις παραγωγικά. Και ο Επίσκοπος λαμβάνει τόσα πολλά από το Πανάγιο και τελεταρχικό Πνεύμα αλλά και οι προσδοκίες προς το πρόσωπο του είναι τεράστιες και ανεξάντλητες. Ίσως κάποιοι βιαστούν να πουν ότι το αξίωμα έχει πέσει κατά τις ημέρες μας στις συνειδήσεις των ανθρώπων. Θα απαντήσω σε αυτούς: ό,τι είναι θεϊκό παραμένει αδιάπτωτο χωρίς να χάνει την αξία του. Αυτό που πέφτει στην ανθρώπινη συνείδηση είναι το πρόσωπο που φέρει το επισκοπικό αξίωμα ελλιπώς, λυπώντας τον Θεόν και σκανδαλίζοντας τους πιστούς. Ας δούμε όμως και σε αυτό το σκέλος του λόγου μου τις συμβουλές-προτροπές των Πατέρων της Εκκλησίας μας.

Ο Άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος συμβουλεύει τον Αγ. Πολύκαρπο και κατ’ επέκταση τον κάθε επίσκοπο: «Μηδέν άνευ γνώμης σου γινέσθω, μηδέ συ άνευ γνώμης του Θεού τι πράσσε».[9] Τίποτα να μην γίνεται χωρίς την γνώμη σου, αλλά και τίποτα να μην πράττεις χωρίς το θέλημα του Θεού. Το να γνωρίζεις το θέλημα του Θεού υποδηλώνει μια βαθειά πνευματική κατάσταση η οποία σχετίζεται με την κάθαρση εκ των παθών και την έλλαμψη του νοός από τις φωτοειδής  ακτίνες του Αγ. Πνεύματος. Η διάκριση ως επιστέγασμα όλων των αρετών θα πρέπει να κυριαρχεί στην ύπαρξη του επισκόπου. Πόσο σπάνιο και όντως «ακριβοθώρητο» για το ανθρώπινο φύραμα των χρόνων που διάγουμε… Αλλά και τι μεγάλη ευλογία να κατοικεί τέτοιος ορμαθός χαρισμάτων σε χοϊκό σώμα! Τότε ο εκκλησιαστικός άνδρας γίνεται θεοειδής και βαδίζει σύμφωνα με τους νόμους της θεοίδρυτης Εκκλησίας και συντάσσεται πεφωτισμένα με την Ορθόδοξη Παράδοση. Ο όρος «Ορθόδοξη Παράδοση», όπως αρκετές φορές έχει τονισθεί, δεν εμπεριέχει την έννοια ενός συνόλου παραδεδομένων εθιμικών κανόνων. Εκφράζει τον ίδιο τον Χριστό που μεταδίδεται στους αιώνες, την αδιάλειπτη ενέργεια του Αγ. Πνεύματος. «Εμόν μεν ουδέν ερώ παντελώς, ο δε παρά των Πατέρων εδιδάχθηκα φημί»,[10] θα διατρανώσει ο Αγ. Μάξιμος ο Ομολογητής.

Καλείται επομένως ο επίσκοπος να «ορθοτομεί» και όχι να «καινοτομεί» χωρίς να ιδιοποιείται τον αμπελώνα Του καταβιβάζοντας τον στα στενά και πεπερασμένα όρια του ανθρώπινου οργανισμού. Οι κακοί ποιμένες θα διωχθούν και σε άλλους θα δοθεί η επιμέλεια της Εκκλησίας, οι οποίοι θα αποδώσουν τους καρπούς στο ιδιοκτήτη Της.[11] Η αρμοδιότητα του επισκόπου δεν περιορίζεται μόνο στην σύμπλευση με την Ορθόδοξη Παράδοση αλλά και στην προστασία και διατήρηση της. Από τα ομηρικά έργα η λέξη επίσκοπος ερμηνεύεται ως ο επιβλέπων, ο φρουρός, ο επιθεωρητής. Όντως για χάρη των μελών της Εκκλησίας ο επίσκοπος είναι ο κατεξοχήν φύλακας και υπερασπιστής της πίστεως. Διαφυλάττει τα όσια και ιερά με ακρίβεια, πολεμά την αίρεση, ελέγχει την κακοδοξία αλλά και τους φιλοαιρετικούς, όπως είναι οι οικουμενιστές της εποχής με τις ανορθόδοξες διδασκαλίες τους. Αρκετά χωρία της Αποκάλυψης προειδοποιούν τον επίσκοπο για την στάση που πρέπει να κρατά σε μείζονα εκκλησιαστικά ζητήματα: «Οίδα σου τα έργα, ότι ούτε ψυχρός ει ούτε ζεστός. Όφελον ψυχρός ης η ζεστός. Ούτως, ότι χλιαρός ει, και ούτε ζεστός ούτε ψυχρός, μέλλω σε εμέσαι εκ του στόματος μου»[12] , και αλλαχού «γίνου πιστός άχρι θανάτου»[13]. Χωρία ειπωμένα από επισκόπους πολλές φορές για χάρη εντυπωσιασμού και επίδειξη γνώσεων, αλλά σπάνια εφαρμόσιμα!

Σήμερα ο λαός του Θεού περιμένει από τους επισκόπους του ένα μήνυμα ζωής. Το πρότυπο της χριστιανικής ζωής να ταυτίζεται με την «επι γής» βιωτή του. Το παράδειγμα του να οικοδομεί μια στάση ζωής, το οποίο να αποπνέει τις ευαγγελικές αρετές, την αδιάκοπη και ανύσταχτη φροντίδα για τους ελάχιστους αδελφούς του Κυρίου. Είμαστε δούλοι των δούλων του Θεού. « Αξιούμεν σε, Δέσποτα, βοηθόν γενέσθαι και αντιλήπτορα ημών. Τους εν θλίψει ημών σώσον, τους ταπεινούς ελέησον, τους πεπτωκότας έγειρον, τους  δεομένους επιφάνηθι, τους ασθενείς ίασαι, τους πλανωμένους του λαού σου επίστρεψον. Χόρτασον τους πεινώντας, λύτρωσαι τους δεσμίους ημών, εξανάστησον τους ασθενούντας, παρακάλεσον τους ολιγοπιστούντας. Γνώτωσαν σε πάντα τα έθνη, ότι συ ει ο Θεός μόνος και Ιησούς ο παις σου και ημείς λαός σου και πρόβατα νομής σου….».[14] Σκέψεις ενδόμυχες, του Αγ. Κλήμεντος Πάπα Ρώμης, οι οποίες καταγράφονται στο χαρτί με το μελάνι της ανυπόκριτης αγάπης προς τον πλησίον.

Για να μπορέσει ο επίσκοπος να υπερβεί τόσο τα ανθρώπινα όσο και τα πνευματικά προσκόμματα τα οποία αποπειρώνται να αλλοιώσουν η ακόμα και να ακυρώσουν την αποστολή του, θα πρέπει συχνά-πυκνά να υποβάλλει τον εαυτό του σε αυτοκριτική. Η τελευταία θα καθίσταται ικανή (σε τρία στάδια θα την αναλύσουμε) να τον επαναφέρει από τυχόν σκέψεις και πράξεις, οι οποίες ενδεχομένως εργάζονται με σκοπό να τον εκτροχιάσουν.  Για να το κατανοήσουμε αυτό θα δανειστούμε το παράδειγμα του μακαρίου Παύλου. Θα τον δούμε να επικαλείται τον Θεό ως μάρτυρα της αυτοσυνειδησίας του: «Ουκ ειμί απόστολος; Ουκ ειμί ελεύθερος; ουχί Ιησούν Χριστόν τον Κύριο ημών εώρακα; ου το έργον μου υμείς εστέ εν Κυρίω; Ει άλλοις ουκ ειμί απόστολος, αλλά γε υμίν ειμί… Η εμή απολογία τοις εμέ ανακρίνουσιν αυτή εστί, μη έχουμε εξουσίαν φαγείν και πιείν;».[15] Προς κάθε αμφισβητία επικαλείται την ιδιότητα  του ως Απόστολος και το έργο του φανερώνει την αξία του. Ανάλογα και ο επίσκοπος με αποστολική αυτοσυνειδησία να ακολουθεί τα βήματα των κηρύκων της πίστεως και να επανέρχεται στην σίγουρη και βασιλική οδό.

Συνεχίζοντας το παράδειγμα του θειοτάτου Παύλου θα σταθούμε σε ένα δεύτερο παράγοντα αυτοκριτικής της λεγομένης επισκοπικής αυτοσυνειδησίας. Ακόμα και αν ασκούσαμε ποιμαντικό έργο ανάλογο του Παύλου (Θεέ μου τι ιλιγγιώδης συλλογισμός!) πάλι κατώτεροι από εκείνον θα φαινόμασταν. Που είναι οι θεοπτίες μας και οι επισκέψεις των αγγέλων, που η καρτερία μας και οι διώξεις για τον Εσταυρωμένο Ναζωραίο… μήπως συστήσαμε εκ του μηδενός η εξ’ απίστων εκκλησία εκεί που «εν Χριστώ» ταχθήκαμε; Νομίζω για μας ισχύει το ευαγγελικό: «Άλλοι κεκοπιάκασι και ημείς εις τον κόπο αυτών εισεληλύθαμεν».[16] Μπροστά στο τεράστιο αποστολικό έργο ας προσμετρά καθένας από μας τις φτωχές-ασθενικές του δυνάμεις.

Τέλος, ως εκκλησιαστικές προσωπικότητες, θα πρέπει πλέον να συνειδητοποιήσουμε ότι η ιστορία ακολουθώντας την διαιώνια πορεία της, καταγράφει αμείλικτα με λεπτομέρεια κάθε θετική η αρνητική ενέργεια μας. Αυτές είτε ως όφελος η ζημία για τον αμπελώνα του Κυρίου, «θέτουν εαυτούς» σε κρίση και εξέταση. Και αν ανάμεσα στους ανθρώπους η αιδώς λειτουργεί ως ανασταλτικός παράγοντας προς την κακία, μπροστά στον Θεό νομίζω πως το λιγότερο που σκέφτεται ο χειροτονούμενος είναι η ευθύνη που θα του ζητηθεί. Δεν μιλάμε για μια ψιλή αίσθηση υπευθυνότητος, αλλά για τον συγκλονισμό της ψυχής μπροστά στον ζώντα και κρυφιογνώστη Θεό, αφού τα πάντα «γυμνά και τετραχειλισμένα»[17] θα παρουσιαστούν  ενώπιον μας «ως λόγον αποδώσαντες»[18]. Αν όλα αυτά «κεντρίζουν» την συνείδηση μας μέρα και νύχτα, τότε θα είμαστε έτοιμοι να υπομείνουμε κάθε θλίψη και δοκιμασία, να πιούμε ίσως και το πικρό ποτήρι της συκοφαντίας,  να γίνουμε δέκτες ποικίλων κακοηθειών μόνο και μόνο για να ακολουθήσουμε το σταυροαναστάσιμο μονοπάτι του Γολγοθά.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Θα επιθυμούσα, κλείνοντας, να απευθυνθώ αόριστα σε ένα υποψήφιο ιεράρχη η σε κάποιο νεοχειροτόνητο η συγκεκριμένα σε κάποιον εορτάζοντα επίσκοπο (όπως συμβαίνει κατά την παρούσα ημέρα) με αυτά τα λόγια που αντιστοιχούν σε ποικίλες ευχές: Αδελφέ και συλλειτουργέ εν Κυρίω, ίσως η χορεία των ιεραρχών σε εξέλεξε επίσκοπο, ίσως ετοιμάζεσαι να γίνεις, ίσως ήδη είσαι Αρχιερεύς και αροτριάς πλέον εργωδώς στο χωράφι του Μεγάλου Γεωργού. Πρέπει να γνωρίζεις πως η Αγάπη του Θεού σε κατέστησε κάτι υψηλό, το οποίο, για να επιτύχει ως έργο και θεία αποστολή, χρειάζεται απαραίτητα την Χριστομίμητη ταπείνωση εκ μέρους σου. Μια ταπείνωση που δεν συνοδεύεται από άρνηση η μη αποδοχή του αξιώματος. Οι καιροί πάντα ήταν δύσκολοι, οι άνθρωποι ανέκαθεν με ροπή προς την αμαρτία, η πνευματική δύναμη χωρίς την συνδρομή του Κυρίου ασθενική… Παράλληλα, ο άνθρωπος πάντοτε πλανιόταν στα σκοτάδια η σε κάτι που έμοιαζε με φώς, αρεσκόταν να ξεδιψά στα λασπόνερα, αγνοώντας το καθάριο και κρυστάλλινο νερό.

Δες τα χωράφια, είναι έτοιμα ήδη προς θερισμό[19]! Έλα να εργαστείς για τον αγαθό Δεσπότη! Ενωτίζου την φωνή του χρυσορρήμωνος ιεράρχου Ιωάννου την λέγουσαν, οτι «ο Θεός σε εξελέξατο, αυτός σοι ενεπίστευσεν… μη υβρίσης, μηδέ καταισχύνης του Θεού την ψήφον»[20]… Φιλοσόφησε τα προκείμενα, καθώς «ο διακρουόμενος και αποπηδών, εστίν υπεύθυνος εγκλημάτων παρακοής και απειθείας».[21]

Η ζωή μας είναι ένα δώρο του Θεού προς εμάς. Ο τρόπος που ζούμε την ζωή μας είναι το δικό μας δώρο προς τον Θεό. Ας κάνουμε αυτό το δώρο όσο καλύτερο μπορούμε, με το να ζούμε όπως Εκείνος θέλει….. Αυτό να βιώσεις ως Επίσκοπος, αυτό να εμπνεύσεις ως Επίσκοπος, αυτό να κηρύξεις ως Επίσκοπος, προτού η ύπαρξη σου καταπλεύσει κοντά Του…

     



[1] Όγδοος Αναβαθμός , Γ΄ ήχου.

[2] «Διδαχαί  Αποστόλων»,  9,4 , ΕΠΕ, 1994.

[3] Λκ. 18,8.

[4] «Φιλαδελφεύσιν, Ιγνάτιος»,  9,6 , ΕΠΕ

[5] «Σμυρναίοις, Ιγνάτιος»,  8,1 , ΕΠΕ

[6] Γρηγορίου Θεολόγου, PG. , 35, 501.

[7] Δοσιθέου Ιεροσολ., «Ορθόδοξος Ομολογία».

[8] «Ιερατικόν», Έκδοση Αποστολικής Διακονίας της Ελλάδος, Αθήνα 2007.

[9] Πρός Πολύκαρπον, Ιγνατίου Αντ.  4,1 , ΕΠΕ.

[10] Μαξίμου Ομολογητού, επ. 15, PG. 91, c. 544D.

[11] Ματθ. 21,41.

[12] Αποκ.  γ, 15-19.

[13] Ό.π., β, 10.

[14] Πρός Κορινθίους Α΄, Κλήμεντος Πάπα Ρώμης, LIX, EΠΕ.

[15] Α΄ Κορ. 9,1.

[16] Ιωάνν. 4,38.

[17] Παρ. 19,5.

[18] Εβρ. 13,17.

[19] Ιωαν. 4,35.

[20] Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ΕΠΕ, 23, 200.

[21] οπ.π. σ. 120.


Joomla SEF URLs by Artio

Τελευταίες αναρτήσεις