ὑπό τοῦ Θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου Κυκλάδων κ. Σάββα

Μέρος δ΄

Γίνεται, λοιπόν, εμφανές και σε ένα άλλο ακόμα σημείο η ενότητα του σώματος της εκκλησίας. Είμαστε όλοι ίσοι (κλήρος και λαός) ενώπιον των Θείων Δώρων και ο σύνδεσμος αγάπης και της συμφωνίας των ιδεών μας καθιστά ένα έμπροσθεν της τριαδικής ενότητας. Στην συνέχεια ο ιερεύς διαβάζει την ευχή της ευχαριστίας:

«Ἄξιον καὶ δίκαιον Σὲ ὑμνεῖν, Σὲ εὐλογεῖν, Σὲ αἰνεῖν, Σοὶ εὐχαριστεῖν, Σὲ προσκυνεῖν ἐν παντί τόπῳ τῆς δεσποτείας Σου. Σὺ γάρ εἶ Θεός ἀνέκφραστος, ἀπερινόητος, ἀόρατος, ἀκατάληπτος, ἀεὶ ὤν, ὡσαύτως ὤν^ Σὺ καὶ ὁ μονογενής Σου Υἱός καὶ τὸ Πνεῦμά Σου τὸ Ἅγιον. Σὺ ἐκ τοῦ μὴ ὅντως εἰς τὸ εἶναι ἡμᾶς παρήγαγες καὶ παραπεσόντας ἀνέστησας πάλιν καὶ οὐκ ἀπέστης πάντα ποιῶν, ἕως ἡμᾶς εἰς τὸν οὐρανόν ἀνήγαγες καὶ τὴν βασιλείαν σου ἐχαρίσω τὴν μέλλουσαν. Ὑπέρ τούτων ἀπάντων εὐχαριστοῦμέν σοι και τῷ μονογενεῖ σου Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίω, ὑπέρ πάντων ὧν ἴσμέν καὶ ὧν οὐκ ἴσμέν, τῶν φανερῶν καὶ ἀφανῶν εὐεργεσιῶν, τῶν εἰς ἡμᾶς γεγενημένων. Εὐχαριστοῦμεν σοι καὶ ὑπέρ τῆς Λειτουργίας ταύτης, ἥν ἐκ τῶν χειρῶν ἡμῶν δέξασθαι κατηξίωσας, καίτοι σοι παρεστήκασι χιλιάδες Ἀρχαγγέλων καὶ μυριάδες Ἀγγέλων, τὰ Χερουβείμ καὶ τὰ Σεραφείμ, ἐξαπτέρυγα, πολυόμματα, μετάρσια, πτερωτά».

Τι μας λέει εδώ η ευχή; Ποιο μυαλό μπορεί να συλλάβει αυτό; Ποιος πεπερασμένος νους μπορεί να καταλάβει τον Θεό, που με ένα λόγο έπλασε τα σύμπαντα; Κανείς.. και η συνέχεια της ευχής δίνει την απάντηση..

«Συ γαρ εἶ Θεός ἀνέκφραστος, ἀπερινόητος, ἀόρατος, ἀκατάληπτος, αεἰ ὤν, ὡσαύτως ὤν..» Που σημαίνει ότι είσαι Θεός:

«Ανέκφραστος»: δεν μπορούμε να σε περιγράψουμε

«Απερινόητος»: που δεν σε χωράει το μυαλό μας

«Αόρατος»: εσύ, ο Θεός, είσαι Πνεύμα, το απόλυτον Πνεύμα

«Αεί ὤν, ὡσαύτως ὤν»: είσαι ο πάντοτε υπάρχων, ο Αιώνιος Τριαδικός Θεός.

Αλλά για εκείνο που ιδιαιτέρως τον ευχαριστούμε, είναι για την Θ. Λειτουργία που τελούμε. Γιατί η Θ. Λειτουργία είναι η ανακεφαλαίωση των όσων έκανε ο Θεός και κάνει για τον άνθρωπο.

«Ευχαριστοῦμε Σοι καὶ τῷ μονογενεῖ Σου Υἱῷ καὶ τῷ Πνεύματί Σου τῷ Ἁγίῳ, ὑπέρ πάντων ὧν ἴσμεν καὶ ὧν οὐκ ἴσμεν, τῶν φανερῶν καὶ ἀφανῶν εὐεργεσιῶν, τῶν εἰς ἡμᾶς γεγενημένων...»

Και όντως εμείς οι άνθρωποι στεκόμαστε μόνο σε όσες ευεργεσίες βλέπουμε και είναι συμφέροντες προς ημάς. Όμως ο Θεός ευεργετεί και με θλίψεις και δοκιμασίες και αόρατα χωρίς να γνωρίζουμε άλλα κατόπιν της ευεργεσίας το καταλαβαίνουμε, μετά από χρόνια ίσως, ίσως και ποτέ.. Ευχαριστούμε όμως τον Θεόν και για έναν άλλο λόγο. Για το ότι δέχεται την ευχαριστία της Θ. Λειτουργίας να τελείται από τα δικά μας χοϊκά χέρια...

«Καίτοι Σοι παρεστήκασι χιλιάδες Ἀρχαγγέλων καὶ μυριάδες Ἀγγέλων, τὰ Χερουβείμ καὶ τὰ Σεραφείμ, Ἐξαπτέρυγα, πολυόμματα, μετάρσια, πτερωτά...». Ο Θεός θα μπορούσε να ορίσει την Ευχαριστία, να την τελούν οι πεντακάθαρες Αγγελικές Δυνάμεις. Τι φυσικότερο απ αυτό; Ωστόσο αξιώνει εμάς τους ανθρώπους να το κάνουμε αυτό και καταδέχεται τη Θυσία από τα λερωμένα χέρια μας. Μα σκοπός είναι ο άνθρωπος να ανέβει στον ουρανό. Να βαδίζει στην γη και συγχρόνως να ζει την μελλοντική κατάσταση των σωζωμένων πιστών. Να ζει από εδώ την αιωνιότητα και με τα παραπάνω βιώματα να εναρμονίζει κα την πορεία του σ’ αυτό τον κόσμο. Ναι! Στην Θ. Λειτουργία ακολουθούμε μια πορεία. Μία πορεία μαζί με τον Χριστό! Μία πορεία Θείας Ενώσεως! Μία πορεία μυστικής προσευχής. Μία πορεία αληθινής προσευχής, αληθινής Ενώσεως!

«Δύο ρώσοι ασκήτευαν στην Σκήτη του Τιμίου Προδρόμου, ο πατήρ Αρσένιος, που ήταν Γέροντας και συγχρόνως ιερεύς, και ο πατήρ Νικόλαος, υποτακτικός και ψάλτης. Τις δακρύβρεκτες και συνάμα μεγαλοπρεπείς Θείες Λειτουργίες τους, μας περιέσωσε και περιέγραψε ο μοναχός Παρθένιος. Οι δύο αυτοί ασκητές ήταν μοναχοί της νηστείας, της αγρυπνίας, της αδιαλείπτου προσευχής και των πολλών δακρύων.

Μισό χρόνο πριν από την κοίμησή του ο πατήρ Νικόλαος τυφλώθηκε. Συγχρόνως πολλές φορές αρρώστιες τον βασάνιζαν και τον τυραννούσαν. Δεν μπορούμε πλέον να πηγαίνει στην Εκκλησία, αλλά θρηνούμε καθιστός ή ξαπλωμένος στο κελάκι του, βασανιζόμενος από φρικτούς πόνους. Έτσι λιγόστεψαν οι Λειτουργίες. Γινόταν μία την βδομάδα. Ψάλτης και αναγνώστης ήταν ο άρρωστος και τυφλός υποτακτικός, για τον οποίο δεν υπήρχε η έννοια της απραξίας.

Το Σάββατο των Απόκρεω λειτούργησαν. Μετά την Θεία Λειτουργία ο πατήρ Νικόλαος επισκέφτηκε στο κελί τον Γέροντά του κι όλος δάκρυα άρχισε να του λέει:

- Άγιε Γέροντά μου, όταν μετά την Λειτουργία πήγα στο κελί μου και κάθισα στο κρεβάτι, άνοιξαν ξαφνικά τα τυφλά μου μάτια και είδα αμέσως ολοκάθαρα τα πάντα γύρω μου.

Κατόπιν άνοιξε η πόρτα του κελιού μου και όλο το κελί γέμισε από φως. Μπήκαν τρεις άνθρωποι· δύο νέοι με λαμπάδες και στο μέσον τους ένας άλλος, με αστραφτερή ενδυμασία, η οποία εξέπεμπε ανέκφραστο φως. Με πλησίασαν. Ο άνθρωπος εκείνος που ήταν στη μέση, με ρώτησε:

  • Με γνωρίζεις;

  • Βέβαια σε γνωρίζω. Είσαι ο Ανίκητος, ο φίλος και συνοδοιπόρος μας εκεί, στα Ιεροσόλυμα, που ήθελες να γίνεις ερημίτης και ασκητής στο Σινά. Πληροφορήθηκα μάλιστα ότι εδώ και τρία χρόνια πέθανες.

Εκείνος τότε μου είπε:

  • Μάλιστα, πάτερ Νικόλαε! Εγώ είμαι, ο Ανίκητος! Είδες με ποια δόξα και λαμπρότητα με αντάμειψε ο Βασιλεύς των Ουρανών, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο Σωτήρας μας, για την λίγη μετάνοια και την ελαχιστότατη άσκηση που έκανα; Ε, έτσι κι εσένα θα σε ανταμείψει. Αλλά «και μείζω τούτων ὄψει»! Σε τέσσερις ημέρες θα ελευθερωθείς από όλες τις θλίψεις, τα βάσανα και τις ασθένειες. Με έστειλε ο Κύριος να σε παρηγορήσω.

Αμέσως βγήκαν από το κελί κι εγώ έμεινα μόνος. Τότε έκλεισαν πάλι τα μάτια μου, όμως η καρδιά μου γέμισε από ανείπωτη χαρά.

Αφού τα άκουσε όλα αυτά ο Πνευματικός και Γέροντας, του είπε:

  • Πρόσεχε, πάτερ Νικόλαε, μην πλανηθείς. Μην πιστεύεις σ όλα αυτά, αλλά ατένιζε μόνο προς το Θεό και ζήτα το έλεός Του, την Χάρη Του, την άφεση των αμαρτιών σου και την «καλήν ἀπολογίαν» ενώπιον του φοβερού Βήματος του Φιλανθρώπου αλλά και Δικαίου Κριτού!

Αυτά τα είπε προς ταπείνωση και φυλακή της ψυχής, γιατί δεν παύουν τα πεπυρωμένα βέλη του πονηρού να ρίπτονται ακόμα και λίγο προ του θανάτου μας.

Την Πέμπτη της Τυροφάγου έγινε η τελευταία Θεία Λειτουργία για τον μοναχό Νικόλαο. Κοινώνησε και παίρνοντας το Αντίδωρο είπε στον Γέροντά του:

  • Σε παρακαλώ, έλα, Γέροντά μου, στο κελάκι μου.

Ο Γέροντας πήγε μαζί του. Ο πατήρ Νικόλαος κάθισε στο κρεβάτι. Το πρόσωπό του άρχισε να αλλοιώνεται, να αστράφτει. Σηκώνοντας τα μάτια του στον ουρανό ήρθε σε κάποια μορφή εκστάσεως. Ο τόπος γέμισε ανέκφραστη ευωδία. Κατόπιν συνήλθε και άρχισε να λέγει:

- Σ ευχαριστώ, πάτερ άγιε, που έκανες υπομονή στις αδυναμίες μου μέχρι το τέλος μου και με τις οδηγίες σου με οδήγησες στη Βασιλεία των Ουρανών.

Ο Πνευματικός τον ρώτησε:

  • Βλέπεις, πάτερ Νικόλαε, τίποτε;

  • Βλέπω, Γέροντα, ότι ήρθαν για μένα και έσχισαν το χειρόγραφο των αμαρτιών μου. Και τώρα, Γέροντά μου, ευλόγησον!

Και έσκυψε το κεφάλι. Τότε ο Πνευματικός τον ευλόγησε με το χέρι του. Εκείνος πήρε το χεράκι του Γέροντός του, το κατεφίλησε θερμά, και, πριν ακόμα το αφήσει, σήκωσε τα μάτια στον ουρανό και ήρεμα πρόφερε:

  • Κύριε, δέξαι το πνεύμα μου...

Την ίδια στιγμή παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο, τον Οποίο εκ νεότητος δούλευσε και υπηρέτησε με πίστη, αυταπάρνηση, υπακοή και αγάπη. Πέρασε μέσα από μία πορεία ασκητικών αγώνων μαζί με το Χριστό, μία πορεία θείων αποκαλύψεων και θείας ενώσεως, μία πορεία μυστικής προσευχής και πολλών δακρύων και έζησε μέσα από τις ατελείωτες Θείες Λειτουργίες της ασκητικής του ζωής τη λειτουργική μεταμόρφωση».

«ΤΟΝ ΕΠΙΝΙΚΙΟΝ ΥΜΝΟΝ ΑΔΟΝΤΑ, ΒΟΩΝΤΑ, ΚΕΚΡΑΓΟΤΑ ΚΑΙ ΛΕΓΟΝΤΑ...»

Ο λειτουργικός Επινίκιος Ύμνος είναι συνένωση του Τρισάγιου Αγγελικού Ύμνου του οποίου άκουσε ο προφήτης Ησαίας, την στιγμή κατά την οποία προσεκλήθει από τον Θεό στο προφητικό αξίωμα και τον ύμνο με τον οποίο υποδέχθηκε ο λαός στην αγία πόλη τον Θεάνθρωπο, ερχόμενον επί το Εκούσιο πάθος. Εμείς όλοι ψάλλοντας τον Ύμνο αυτόν μέσα στην Θ. Λ. μιμούμαστε τους αγγέλους αλλά και τον λαό των Ιεροσολύμων. Υποδεχόμαστε την τρισήλιο Κυριαρχία, του Βασιλέα των Βασιλευόντων, ο Οποίος προσέρχεται σφαγιασθῆναι και δοθῆναι εἰς βρῶσιν τοῖς πιστοίς.

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος κάνει μία σύγκριση ανάμεσα στον επινίκιο Ύμνο και στην επινίκιο ωδή, που έψαλλαν οι Εβραίοι όταν ελευθερώθηκαν από τους Αιγυπτίους. Η σύγκριση ασφαλώς δείχνει ότι στην Θ. Λ. η ωδή «εἶναι πολύ λαμπρότερη. Διότι δεν καταποντίσθηκαν οἱ Αἰγύπτιοι, ἀλλά δαίμονες. Δεν νικήθηκαν ὁ Φαραώ, ἀλλά ὁ διάβολος. Δὲν κυριεύθηκαν ὅπλα αἱσθητά, ἀλλά καταργήθηκε ἡ κακιά... Δὲν ἐξερχόμαστε γιὰ τὴν γῆ τῆς ἐπαγγελίας, ἀλλά μεταναστεύουμε γιὰ τὸν οὐρανό. Δὲν τρῶμε μάννα, ἀλλά τρεφόμαστε ὰπό τὸ δεσποτικό Σώμα. Δὲν πίνουμε νερό ἀπό τὴν πέτρα, ἀλλά Αἷμα ἀπό τὴν πλευρά τοῦ Χριστοῦ». Ο ουρανός και γη έχουν τώρα ενωθεί. Άγγελοι και άνθρωποι συνδοξολογούν τον Κύριο. Γι’ αυτό και πάλι ο Άγιος Ιεράρχης μας ερωτά... Άραγε αναγνωρίσατε την φωνή αυτή; Άραγε δική μας είναι ή των Σεραφείμ; Και η δική μας και των Σεραφείμ χάρη στον Χριστό, που εκρήμνισε το μεσότοιχο του φραγμού και έφερε ειρήνη στον ουρανό και στη γη... Πριν βέβαια ψαλλόταν μόνο στους ουρανούς ο ύμνος αυτός. Όταν όμως ο Κύριος καταδέχθηκε να κατέβει στην γη, μετέφερε και την μελωδία αυτή. Αυτός είναι ο λόγος που ο Αρχιερεύς, όταν ἵσταται ἐνώπιον τῆς ἁγίας Τραπέζης, προσφέροντας την λογικήν λατρεία... δεν μας καλεί απλώς και μόνο στον ύμνο αυτό, αλλά πρώτα αναφέρει τα Χερουβίμ και τα Σεραφείμ και έπειτα προτρέπει όλους να υψώσουν την γεμάτη φρίκη φωνή, αποσπώντας την σκέψη μας από την γη με την ενθύμηση των συγχορευτών. Και είναι σαν να φωνάζει ο λειτουργός και να λέγει στον καθένα από μας: «Μαζί με τα Σεραφείμ ψάλεις. Στάσου μαζί με τα Σεραφείμ, άνοιξε τα φτερά σου μαζί τους, πέταξε μαζί μ αυτά γύρω από τον βασιλικό θρόνο».

Με την εκφώνηση αυτή θα πρέπει να υπογραμμίσουμε και κάτι που είναι πρακτικό και χρησιμεύει στη Θ. Λειτουργία. «Αἴρει ὁ ἱερεύς», βγάζει δηλαδή τον Αστερίσκο πάνω από τον Άγιο Δίσκο (χτυπώντας τον ελαφρά σταυροειδώς σε κάθε λέξη, ή μία φορά ή δύο, συμβολικά πρβλ.) γιατί θα πρέπει να είναι τα Τιμ. Δώρα ακάλυπτα και έτοιμα για τον καθαγιασμό.

Έτσι ο ιερεύς στέκεται «ένώπιος ἐνωπίῳ» και αναλαμβάνει το υπεράνθρωπο έργο να τελέσει την φρικώδη και αναίμακτο θυσία. Το βλέμμα του ταπεινού λειτουργού στρέφεται προς τον Εσταυρωμένο Κύριο και εκλιπαρεί το έλεος Του, τρέμοντας θυμάται τις θείες του προσταγές: «οἱ ἱερεῖς οἱ ἐγγίζοντες Κυρίῳ τῷ Θεῷ, ἀγιασθήτωσαν, μὴ ποτέ ἀπαλλάξη ἀπ αὐτῶν Κύριος»

ξοδος). Τρέμοντας επίσης για τα παραπτώματά του γιατί μπροστά Του έχει την «Θέα τοῦ Ἀμνοῦ τοῦ Θεοῦ». Αυτή η «Θέα του Θείου Αμνού» είναι η μεγαλύτερη αμοιβή του ιερέως, αυτό που του δίνει δύναμη, ενέργεια και υπομονή στο βαρύ σταυρό του. Όπως ακριβώς λέει η ευχή του Αγ. Ελαίου: «Ὁ καὶ ἐμε τὸν ταπεινόν καὶ ἁμαρτωλόν καὶ ἀνάξιον... καλέσας εἰς τὸ ἅγιον καὶ ὑπερμέγιστον βαθμόν τῆς ἱερωσύνης... καὶ θεάσασθαι αὐτοψεί τὸ πρόσωπο τῆς Ἁγίας Ἀναφορᾶς καὶ ἀπολαύσαι τῆς Θεῖας καὶ ἱερᾶς Λειτουργίας...».

Μια αγία και ολόφωτη νεφέλη απλώνεται πρώτα στους ιερείς λειτουργούς και σιγά – σιγά προς το εκκλησίασμα καθώς πλησιάζουμε όλο και προς το κέντρο της αναιμάκτου θυσίας. Ο ιερεύς λέγει μυστικά την ευχή:

«Ὁ ἱερεύς: Μετά τούτων καὶ ἡμεῖς τῶν μακαρίων δυνάμεων, Δέσποτα φιλάνθρωπε, βοῶμεν καὶ λέγομεν^ Ἅγιος εἶ καὶ πανάγιος Σὺ καὶ ὁ μονογενής σου Υἱός καὶ τὸ Πνεῦμά σου τὸ Ἅγιον. Ἅγιος εἶ καὶ πανάγιος καὶ μεγαλοπρεπής ἡ δόξα σου. Ὅς τὸν κόσμον σου οὕτως ἠγάπησας, ὥστε τὸν Υἱόν σου τὸν Μονογενῆ δοῦναι, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτον μὴ ἀπόληται, ἀλλ ἔχῃ ζωήν αἰώνιον. Ὅς ἐλθών καὶ πᾶσαν τὴν ὑπέρ ἡμῶν οἰκονομίαν πληρώσας, τῇ νυκτί ᾗ παρεδίδοτο, μᾶλλον δὲ ἑαυτόν παρεδίδου ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς, λαβών ἄρτον ἐν ταῖς ἁγίαις αὐτοῦ καὶ ἀχράντοις καὶ ἀμωμήτοις χερσί, εὐχαριστήσας καὶ εὐλογήσας, ἁγιάσας, κλάσας, ἔδωκε τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ Μαθηταῖς καὶ Ἀποστόλοις, εἰπών». «Ὅς τὸν κόσμον σου οὕτως ἠγάπησας, ὥστε τὸν Υἱόν σου τὸν Μονογενῆ δοῦναι...».

Κάθε λέξη έχει βαθύτατο νόημα, γιατί δείχνουν το μέγεθος και την ένταση της Θείας Αγάπης. Η απόσταση ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο είναι άπειρος. Αθάνατος και άναρχος ο Θεός, απέραντη η μεγαλοσύνη Του, αγάπησε εκείνους που πλάσθηκαν από γη και σποδό, που ήταν φορτωμένοι από μύριες αμαρτίες, που διαρκώς πήγαιναν ενάντια στο θέλημά Του, που ήταν αχάριστοι. Έτσι στην Θ. Λ. βιώνουμε το μυστήριο της σταυρικής θυσίας του Χριστού. Κατά την Θ. Λ. «είναι παρών ο Κύριος και επιτελείται ο θάνατος Του και η φρικτή Του θυσία». «Εὐλαβηθεῖτε τὴν ἱερή αὐτη Τράπεζα, τονίζει ὁ ἅγιος Ἰωάννης, τὸν δι ἡμᾶς σφαγέντα Χριστόν, το θῦμα το ἐπ αὐτῆς κείμενον». Ζούμε, λοιπόν, το μυστήριο του Σταυρικού Θανάτου. Γράφει ο ιερός Δαμασκηνός: «ὁ θάνατος κατήργηται... ἡ ἀνάστασις δεδώρηται... πύλαι παραδείσου ἠνοίχθησαν... τέκνα Θεού και κληρονόμοι γεγόναμεν».

«Τῇ νυκτί ᾗ παρεδίδετο». Η Θεία Λειτουργία είναι μυστηριακή επέκταση του Μυστικού Δείπνου. Δεν είναι η τυπική επανάληψή του, αλλά το ίδιο το μυστικό Δείπνο, διότι είναι ο Ίδιος ο Χριστός, ο οποίος προσφέρει και προσφέρεται. «Πιστέψατε, μας λέγει ο ιερός Χρυσόστομος, ότι και τώρα είναι εκείνο το Δείπνο στο οποίο παρακαθόταν Αυτός. Σε τίποτα δεν διαφέρει εκείνο το μυστικό Δείπνο από τούτο το Μυστήριο. Επειδή δεν το κάμνει αυτό ο άνθρωπος και εκείνο ο Χριστός. Αλλά και τούτο και εκείνο Αυτός το προσφέρει. Ὁ τότε ταῦτα ποιήσας ἐν ἐκείνῳ τῷ δείπνῳ, οὗτος καὶ νῦν αὐτά ἑργάζεται... Αὕτη ἐκείνη ἐστίν ἡ τράπεζα καὶ οὐδεν ἔλαττον ἔχει».

Η συμμετοχή μας στο Δείπνο του Χριστού είναι Θέα και γεύση της αγάπης Του: «Γεύσασθε καὶ ἴδετε ὅτι χρηστός ὁ Κύριος». Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης αρχίζει την διήγηση του μυστικού Δείπνου υπογραμμίζοντας ότι αυτό ήταν η έκφραση της αγάπης του Χριστού για μας. Και αφού παρέδωσε στους Δώδεκα τον εαυτό Του ως τροφή αθανασίας, τους παρέδωσε και την εντολή της αγάπης: Ἐντολήν καινήν δίδωμι ἡμίν ἵνα ἀγαπάτε ἀλλήλους, καθώς ἠγάπησα ἡμᾶς. Εν συνεχεία αποκαλύπτει τις διαστάσεις και το ήθος της αγάπης Του για μας. Εξηγεί το πρώτο καθώς, με ένα δεύτερο. Καθώς ἠγάπησέ με ὁ Πατήρ, καγώ ἠγάπησα ἡμᾶς^ μείνατε ἐν τῇ ἀγάπῃ τῇ ἐμῇ. Μετέχοντας στο δείπνο της Ευχαριστίας, μετέχουμε στο δείπνο της Θείας Αγάπης και καλούμαστε να μείνουμε μέσα σ’ αυτήν. Εδώ σ’ αυτό το μυστικό τραπέζι ακούμε τα ιδρυτικά λόγια της Θείας Λειτουργίας.

«Λάβετε, φάγετε... Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες».

Τα λόγια αυτά του Κυρίου ονομάζονται «ἱδρυτικοί λόγοι», διότι δι’ αυτών ιδρύθηκε, παραδόθηκε και συστήθηκε το Μυστήριο της σωτηρίας μας ή πιο σωστά «ἰδρύθηκε, παρεδόθηκε καὶ συνεστήθη τὸ μέγα Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας». Όταν αναφερόταν ο Κύριος στο Σώμα του, είπε «κλώμενον»^ και όταν αναφερόταν Αίμα του, είπε «ἐκχυνόμενον». Και οι δύο μετοχές είναι σε χρόνο ενεστώτα. Άρα όχι μία φορά αλλά ΠΑΝΤΟΤΕ, εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια! Τώρα... σήμερα... γίνεται το θαύμα των θαυμάτων.

Ο Κύριος μας ονομάζει το Αίμα Του αίμα «τῆς καῖνης διαθήκης» της νέας συμφωνίας μεταξύ Θεού και ανθρώπων. Διότι η Παλαιά συμφωνία επικυρώθηκε με τις θυσίες και το αίμα των ζώων.

Τι φοβερό μυστήριο! Τι άρρητη οικονομία! Τι ακατάληπτη συγκατάβαση του Θεού! Τι ανεξιχνίαστη ευσπλαχνία! Ο πλαστουργός παραθέτει τον Εαυτό Του στο πλάσμα, για να τον απολαύσει. Η «Αὐτοζωή», «ἐγώ εἰμί ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή», χαρίζει στους θνητούς τον εαυτό Της ως βρῶσι και πόσι. Ελάτε να φάτε τον Ἄρτο μου καὶ νὰ πιῆτε τὸ Κρασί μου, που ἔχω ἑτοιμάσει για σᾶς πάνω σ’ αὐτήν τὴν Ἁγία Τράπεζα. «Γεύσασθε καὶ ἴδετε ὅτι χρηστός ὁ Κύριος».

Στο μυστικό δείπνο της Μεγ. Πέμπτης ο Κύριος μας παραδίδει δύο πράγματα: Το Σώμα και το Αίμα Του, την καινή εντολή της Αγάπης: «ἐντολήν καινήν δίδωμι ἡμῖν ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλληλους, καθώς ἠγάπησα ἡμᾶς». Αυτό σημαίνει πως κάθε φορά που μετέχουμε των Αχράντων Μυστηρίων δεν κοινωνούμε μόνο του Δεσποτικού Σώματος και Αίματος του Κυρίου αλλά και της Θείας Αυτού αγάπης...

Στην συνέχεια ο ιερεύς σκύβει ενώπιον της Αγίας Τράπεζας και λέει χαμηλόφωνα: «Μεμνημένοι τοίνυν τῆς σωτηρίου ταύτης ἐντολῆς καὶ πάντων τῶν ὑπέρ ἡμῶν γεγενημένων, τοῦ Σταυροῦ, τοῦ Τάφου, τῆς τριημέρου Ἀναστάσεως, τῆς εἰς οὐρανούς ἀναβάσεως, τῆς ἐκ δεξιῶν κανθέδρας, τῆς δευτέρας καὶ ἐνδόξου πάλιν παρουσίας...».

Αφού ο Κύριος παρέδωσε στο Μυστικό Δείπνο τα Άγια Μυστήρια έδωσε συγχρόνως και την εξής εντολή; «Τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμην ἀνάμνησιν». Άρα μας διδάσκει ότι η πραγματική «ἀνάμνησίς Του» δεν είναι μία απλή σκέψη, αλλά μια πράξη: η τέλεση του Μυστηρίου του Δείπνου του. Η Θεία Λειτουργία δηλαδή είναι ο μόνος τρόπος να «θυμηθούμε» στο ανθρώπινο μυαλό το μυστήριο της οικονομία του, και το μέγεθος της θυσίας του Θεού. Με τον παραπάνω λόγο δηλαδή είναι σαν να λέει ο Κύριος: Να συναθροίζεσθε συνεχώς γύρω από μένα. Και παρόλο που δεν θα με βλέπετε με τα σωματικά σας μάτια, εγώ θα είμαι Παρών. «Σεις θα βλέπετε ψωμί και κρασί... σεις θα βλέπετε έναν αμαρτωλό ιερέα. Αλλά αυτός είναι μόνο το όργανό μου. Δανείζουμε τα χέρια Του, την φωνή του. Ο ιερεύς υπάρχει, για να γίνεται πιο αισθητή η αόρατη Παρουσία μου και η ακατάληπτη Ενέργειά Μου! Και το Άγιο Πνεύμα, ο Παράκλητος, «ὅν ἐγώ πέμψω ἡμῖν παρά του Πατρός μου» θα κάνει την Θεία Μεταβολή. Το ψωμί Σώμα μου και το κρασί Αίμα μου.

Να υπογραμμίσουμε ότι ως Ορθόδοξοι Χριστιανοί μεταλαμβάνουμε – ακολουθόντας την εντολή του ΚυρίουΣώμα και Αίμα. Και τα δύο στοιχεία που συνθέτουν την Θεία Ευχαριστία. Οι παπικοί όμως δεν δίνουν το Αίμα του Χριστού σε όλους, έτσι καινοτομούν και αιρεσιαρχούν και στο θέμα αυτό. Το ίδιο κάνουν και με το Τίμιο Άρτο. Στην ορθοδοξία ένας είναι ο Άρτος και συμβολίζει την ενότητα του χριστιανικού σώματος. Οι παπικοί όμως με τις άζυμες όστιες καταργούν και αυτή την ενότητα, διαστρεβλώνοντας την σύσταση του Θεϊκού Μυστηρίου, αφού η όστια δεν «μελίζεται», δεν τεμαχίζεται^ άρα τα λαϊκά τους μέλη δεν μετέχουν κοινά αυτού του οποίου παράγουν.

Ας τα βλέπουμε αυτά όσοι εκ των νεοημερολογιτών επιθυμούν με οποιοδήποτε τρόπο (στα πλαίσια του Π.Σ.Ε.) ένωση με αιρετικούς και τις παραφιάδες τους, προδίδοντας τον θησαυρό της Ορθοδοξίας στα στόματα των λύκων και τους πιστούς στην πανώλη της ανόμου επικοινωνίας...

«Τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν, σοι προσφέρομεν κατά πάντα καὶ διά πάντα», ὁ λαός: «Σὲ ὑμνοῦμεν, σὲ εὐλογοῦμεν, σοὶ εὐχαριστοῦμεν, Κύριε, καὶ δεόμεθά σου, ὁ Θεός «ἡμῶν».

Ο άνθρωπος πήρε τον κόσμο από τα χέρια του Θεού ως δώρο γεμάτο από Θείες ευλογίες. Θέλει, λοιπόν, να του εκφράσει την ευγνωμοσύνη του και μη έχοντας τι να του προσφέρει, του επιστρέφει το ίδιο του το δώρο. Προσφέρουμε στον Θεό από αυτά που μας χάρισε, βάζοντας πάνω σ’ αυτό την σφραγίδα της ευγνωμοσύνη μας. Το όργωμα της γης, η σπορά, το θέρισμα, το ζύμωμα, το πάτημα των σταφυλιών είναι η σφραγίδα του ανθρώπου πάνω στο κόσμο του Θεού. Προϊόντα κοινής χρήσεως (κρασί-ψωμί) καθίσταται (δια της ευλογίας του ιερέως) κεχωρισμένα σύμβολα της Θείας Λατρείας. Το σταρένιο ψωμί, το αγνό νάμα, το ανόθευτο έλαιο, είναι ο κόσμος που επιστρέφει στον Θεό φορτωμένος με τους κόπους, τις αγωνίες, τις χαρές και τις ελπίδες του ανθρώπου.

«Κατά πάντα» : δηλαδή σύμφωνα προς εκείνα, τα οποία είναι διατεταγμένα από Σένα και σύμφωνα προς τις Αποστολικές Διαταγές.

«Και δια πάντα» : δηλαδή για όσα έχεις πράξει για μας.

Όλο αυτό το υπερφυές γεγονός, το ζωντανό και πραγματικό, ταιριάζει απόλυτα με τα όσα μας λέγει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς : « Μεταχειριζόμενος ὁ Λειτουργός Ἱερεύς τὰ Τίμια Δῶρα ὡς τὸ ἀΐδιον Φῶς, ἀνεβαίνει νοητά τὸν δρόμο, που ὁδηγεῖ στὸν Πατέρα τῶν Φώτων. Ἀνεβαίνει ἀληθινά, πραγματικά...καὶ ἀκούει τὰ ἄρρητα ρήματα καὶ βλέπει τὰ ἀθέατα θεάματα καὶ τὸν Δεσπότην Χριστο... Καὶ γεμίζει ὁλόκληρος ἀπό θαυμασμό, ἀπό Θεία ἔκσταση... καὶ συναγωνίζεται τοὺς ἀκούραστους ὑμνωδούς - Ἀγγέλους καὶ Ἀρχαγγέλους - ἔχοντας γίνει καὶ ὁ ἴδιος ἄλλος ἄγγελος τοῦ Θεοῦ πάνω στὴ γῆ καὶ μπροστά στὴν Ἁγία Τράπεζα. Ἔτσι μαζί μὲ ὁλόκληρη τὴν κτίσι ὁ λειτουργός, στὸ «τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν» ὀδηγεῖ καὶ τὸν ἑαυτό του στὸν Τριαδικό Θεό!».

Ο σκοπός που συνέστησε ο Κύριος το Μυστήριο είναι ακριβώς η ιερουργία της αναμνήσεώς Του, επειδή η ανάμνησή Του μας οδηγεί στην Ευχαριστία: «Εἰς τὴν ἐμην ἀνάμνησην ποιεῖτε τοῦτο, ἔφη (ὁ Χριστός), τὴν αἰτίαν ἐκκαλύπτων ἡμῖν τῆς του μυστηρίου δόσεως... «Ὅταν γὰρ ἐννοήσης τὶ πέπονθεν ὁ Δεσπότης σου διὰ σὲ, φιλοσοφώτερος ἔσῃ», λέγει ο ιερός Χρυσόστομος.

Και όντως η ανάμνηση της ευεργεσίας, μας κάνει φιλοσοφότερος, δηλαδή φίλους του Χριστού, που είναι η Σοφία του Θεού. Και εμείς ευχαριστούμε «πάντοτε ὑπέρ πάντων ἐν ὀνόματι τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ τῷ Θεῷ καὶ πατρί». (Εφ. 5,20)

«ΣΕ ΥΜΝΟΥΜΕΝ, ΣΕ ΕΥΛΟΓΟΥΜΕΝ, ΣΟΙ ΕΥΧΑΡΙ-ΣΤΟΥΜΕΝ ΚΥΡΙΕ, ΚΑΙ ΔΕΟΜΕΘΑ ΣΟΥ, Ο ΘΕΟΣ ΗΜΩΝ».

Ο ιερότατος αυτός ύμνος του λαού στο πιο κεντρικό σημείο της Θ. Λειτουργίας, είναι ύμνος προς την Αγ. Τριάδα. «Σὲ ὑμνοῦμεν στὸν Θεό-Πατέρα, σὲ Εὐλογούμεν στὸ Υἱό καὶ Λόγο, σοι εὐχαριστοῦμεν, τῷ Ἁγίω Πνεύματι». Ο Θεός-Πατέρας είναι Εκείνος, προς τον Οποίον γίνεται η αναφορά, ο Υιός και Λόγος είναι Εκείνος, που θυσιάζεται «ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς καὶ σωτηρίας»^ το Άγιο Πνεύμα είναι εκείνο, που τελετουργεί τη θυσία της Εκκλησίας. Τα πάντα, και τη Θεία Λειτουργία, ενεργεί «ὁ Πατήρ δι Υἱόν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι».

Ο ΚΑΘΑΓΙΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΤΙΜΙΩΝ ΔΩΡΩΝ

Ο ΙΕΡΕΥΣ: Ἔτι προσφέρομεν σοι τὴν λογική ταύτην καὶ ἀναίμακτον λατρείαν, καὶ παρακαλοῦμεν σε καὶ δεόμεθα και ἰκετεύομεν^ κατάπεμψον τὸ Πνεῦμα σου τὸ Ἅγιον ἐφ ἡμᾶς, καὶ ἐπί τὰ προκείμενα δῶρα ταῦτα.

Ο ΔΙΑΚΟΝΟΣ: Εὐλόγησον, δέσποτα, τὸν ἅγιον Ἄρτον.

Ο ΙΕΡΕΣ: Και ποίησον τὸν μεν Ἄρτον τοῦτο, τίμιον Σῶμα τοῦ Χριστοῦ σου.

Ο ΔΙΑΚΟΝΟΣ: Ἀμήν. Εὐλόγησον, δέσποτα, τὸ ἅγιον Ποτήριον.

Ο ΙΕΡΕΥΣ: Τὸ δὲ ἐν τῷ Ποτηρίῳ τοῦτῳ, τίμιον Αἷμα τοῦ Χριστοῦ σου.

Ο ΔΙΑΚΟΝΟΣ: Ἀμήν. Εὐλόγησον, δέσποτα, ἀμφότερα τὰ Ἅγια.

Ο ΙΕΡΕΥΣ: Μετεβαλών τῷ Πνεύματι σου τῷ Ἁγίῳ.

Ο ΔΙΑΚΟΝΟΣ: Ἀμήν, Ἀμήν, Ἀμήν.

Ἡ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐπισκιάζουσα δύναμις

Στην Θ. Λειτουργία του Αγ. Ιακώβου, πριν αρχίζει η Αγ. Αναφορά γίνεται ο εξής διάλογος ανάμεσα στον λειτουργό και τον λαό. Ο ιερεύς λέγει: Μεγαλύνατε τον Κύριον σὺν ἐμοί καὶ ὑψώσωμεν τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐπί τὸ αὐτό. Και απαντά ο λαός: Πνεῦμα Ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπί σὲ καὶ δύναμις Ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι.

Και ο διάλογος αυτός μας θυμίζει τα λόγια που ειπώθηκαν από τον αρχάγγελο Γαβριήλ την ημέρα του ευαγγελισμού προς την Πανάχραντο μητέρα του Ιησού.

Κάθε Θεία Λειτουργία είναι ένας καινούριος Ευαγγελισμός. Στην θέση της Θεοτόκου είναι η αγία εκκλησία. Λέγοντας ο λειτουργός Κατάπεμψον τὸ Πνεύμα σου τὸ Ἅγιον ἐφ ἡμᾶς, κατά κάποιον τρόπο επαναλαμβάνει τα λόγια της Αειπαρθένου: Ἰδού ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά τὸ ρῆμα σου. Και ιερουργείται ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου Εκκλησίας.

Με το μυστήριο της Θ. Ευχαριστίας η αγία μας εκκλησία γίνεται Θεοτόκος Μητέρα. Ο Παράκλητος κατέρχεται σ’ Αυτήν και στα τίμια δώρα της. Μυστηριακά συλλαμβάνεται ο Λόγος του Θεού, γεννάται ο Άχρονος και προσφέρεται υπέρ της του κόσμου ζωής. Η Εκκλησία δέχεται την τελείωση τοῖς λελαλημένοις αὐτῇ παρά Κυρίου: Τοῦτο ἐστί τὸ σῶμα μου... τοῦτο ἐστί τὸ αἷμα μου.

Ο Κύριος έδωσε την εντολή στους μαθητές του να ιερουργούν το Δείπνο εις ανάμνησίν Του επειδή «ἐπρόκειτο νὰ τους προσφέρει τὴν δύναμιν, ὥστε να μπορούν να το πράττουν», δηλαδή το Άγιο Πνεύμα. «Αὐτό τὸ μυστήριο εἶναι ἔργο τῆς καθόδου τοῦ Ἁγ. Πνεύματος, διότι το Ἅγιο Πνεῦμα δὲν κατέβηκε μόνο μία φορά καὶ ἔπειτα μᾶς ἐγκατέλειψε, ἀλλά εἶναι καὶ θὰ εἶναι μαζί μας για πάντα... Αὐτό τελεσιουργεῖ τὰ μυστήρια μὲ τὸ χέρι καὶ τὴν γλώσσα τῶν ἱερέων» «Καὶ γίνεται ὑετός (βροχή) τῇ καινῇ ταύτῃ γεωργίᾳ, διά τῆς ἐπικλήσεως, ἡ τοῦ Ἁγ. Πνεύματος ἐπισκιάζουσα δύναμις», γράφει ο άγ. Ιωάννης ο Δαμασκηνός.

Ο Θεός απαντάει στο αίτημα των δούλων Του και είναι η κάθοδος του Αγ. Πνεύματος ἐφ ἡμᾶς καὶ ἐπί τὰ προκείμενα Δῶρα. Και είναι η βεβαίωση ότι ο Θεός μας θεωρεί παιδιά Του και ότι τα δώρα μας έγιναν δεκτά από την αγάπη Του. «Ὅταν ἰδεῖς ὅτι μὲ ἀφθονία κατεβαίνει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, μὴν ἔχεις πιά καμία ἀμφιβολία γιὰ τὴν συμφιλίωσή μας μὲ τὸν Θεόν» (Ι. Χρ.)

Με την Θ. Λειτουργία μπορούμε πάντοτε να βιώνουμε την Αγ. Πεντηκοστή. Η στιγμή της καθόδου του Αγ. Πνεύματος είναι η Ευχαριστιακή Πεντηκοστή. Η παρουσία του Παρακλήτου συνάγει τον λαό του Θεού γύρω από την Αγ. Τράπεζα. Συγκροτεί τον θεσμό της Ευχαριστούσης Εκκλησίας: «Ἄν δὲν ἦταν παρόν τὸ Ἅγιο Πνεύμα, δὲν θὰ συνίστατο ἡ Ἐκκλησία^ ἐφ ὅσον ὅμως η Ἐκκλησία ὑπάρχει, εἶναι φανερόν ὅτι τὸ Ἅγιον Πνεύμα εἶναι παρόν» (Ι.Χρυσ.)

«Ἔλεγεν ὁ Θεοφόρος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος, ὡσάν διά ἄλλα τινά, θέλοντας νὰ κρύπτῃ τὸν ἑαυτόν του, ὅτι ἤκουσα ἕναν ἱερομόναχον ὁποῦ μοῦ ἐμπιστεύθη ὅτι δὲν ἐλειτούργησα ποτέ ὁποῦ νὰ μὴν ἰδῶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, καθώς τὸ εἶδον ὁποῦ ἦλθε εἰς ἐμέ^ ὅταν μὲ ἐχειροτονοῦσεν ἱερέα ὁ ἀρχιερεύς, καὶ ἔλεγε τὴν εὐχήν ἔχοντας τὸ εὐχολόγιον ἐπάνω εἰς τὴν ἀθλίαν μου κεφαλήν^ τὸν ὁποίον ἐρώτησα ἐγώ, πῶς τὸ εἶδε τότε εἰς τὴν χειροτονίαν του καὶ μὲ ποίαν μορφήν, πλήν ὠς φῶς. Καὶ καθώς ἐθαύμαζαν... ἐκεῖνο (τὸ Ἅγ. Πνεύμα) μοῦ ἔλεγε μυστικῶς: Ἐγώ τοιουτοτρόπως ἔρχομαι εἰς ὅλους τους προφήτας καὶ Ἀποστόλους καὶ Ἁγίους καὶ εἰς τους ἐκλεκτούς τοῦ Θεοῦ ὅπου εὐρίσκονται τὴν σήμερον ἡμέραν. Διότι ἐγώ εἶμαι τὸ Ἅγ. Πνεύμα τοῦ Θεοῦ. Αὐτῷ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰώνας. Ἀμην».

ΕΞΑΙΡΕΤΩΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΑΧΡΑΝΤΟΥ

Προσφέρουμε την Θ. Λειτουργία «ὑπέρ» ὅλων τῶν Ἁγίων καὶ κυρίως τῆς Παναγίας. Δηλαδή την προσφέρουμε, πρώτον για να τους τιμήσουμε. Και δεύτερον, για να ευχαριστήσουμε τον Θεον που μας τους χάρισε να μεσιτεύουν για μας. Οι ίδιοι οι Άγιοι αποτελούν ευχαριστία από πλευράς του ανθρωπίνου γένους για τις Θείες ευεργεσίες. Και ιδιαιτέρως η Παναγία. Γι’ αυτό με τρόπο εξαίρετο την τιμούμε.

Η Κυρία Θεοτόκος είναι το κορυφαίο Δημιούργημα της αγάπης του Θεού, «ἡ ἐξαιρετική καὶ ἐξαίσια καὶ τελείως Θεοειδής δημιουργία ποὺ ἐπετέλεσε ἡ δημιουργική σοφία τοῦ Θεοῦ καὶ Θεοποιός Χάρις. Τὸ ἐξαίρετον καὶ ἐξαίσιον τῆς δημιουργικῆς τοῦ Θεοῦ σοφίας και Θεοποιοῦ Χάριτος θεοειδέστατον ἀποτέλεσμα». Η Κυρία Θεοτόκος είναι «τὸ συνόρο τῆς κτιστῆς καὶ ἀκτίστου φύσεως».

Η πανάμωμος Δέσποινα έγινε «γῆ ζωοδότις», η οποία εβλάστησε τον Χριστον. Η γη η οποία καρποφόρησε τον άρτο της αθανάτου ζωής. Από τα πανάχραντα σπλάχνα της πλάστηκε το πανάγιο Σώμα του Δεσπότου. Έγινε έτσι η Αειπάρθενος «Θεία Τράπεζα, προσφέρουσα... τὴν σάρκα καὶ τὸ αἷμα τοῦ ἐξ αὐτῆς ἀρρήτως ἀναβλαστήσαντος». Σε κάθε Θεία Λειτουργία η Κυρία Θεοτόκος είναι «ὁ φροντιστής καὶ ὁ γενναιόδωρος ἐστιάτωρ τῆς Θείας καὶ Θεοποιοῦ τροφῆς... καὶ ὅλων τῶν ἀκτίστων δωρεῶν τοῦ Θείου Πνεύματος».

Με την υποταγή της στην προαιώνιο βουλή του Θεού, η Αειπάρθενος αξιώθηκε να γίνει τροφός του Κτίστου Της. Και ο Υιός Της – ανταποδίδοντας το χρέος – Της έδωσε την χάρη να γίνει «τροφός... πάσης νοερᾶς καὶ λογικής φύσεως, ἀφθόνως παρέχουσα εἰς τροφήν καὶ πάσιν καὶ παντοίαν ἀπόλαυσιν καὶ εὐφροσύνην ἀπόρρητον τὰς ἀκορέστους τοῦ Θείου Πνεύματος δωρεάς».

Στην Θ. Λειτουργία ο Βαπτιστής του Χριστού είναι «δειπνοκλήτωρ... και νυμφαγωγός». Ο Χριστός είναι «νυμφίος και πανηγυριάρχης». Και η ανύμφευτος Νύμφη είναι ἑστιάτωρ καὶ τροφός των καλεσμένων.

ΔΙΠΤΥΧΑ ΚΑΙ ΔΕΗΣΕΙΣ

Πολλοί ενάρετοι ιερείς κατά τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων εδέχοντο «Θείᾳ εὐδοκίᾳ» υπερουράνιες αποκαλύψεις μέσα στις καρδίες τους. Και επειδή η Θ. Λειτουργία είναι η ανάμνηση της ζωής του Χριστού γι’ αυτό είναι και ταυτόχρονα ανάμνηση της ζωής εκείνων που μέσα τους ζούσε ο Χριστός.

Έβλεπαν, λοιπόν οι ενάρετοι ιερείς πλήθος αγίων Μαρτύρων, Προφητών, Πατριαρχών, Ομολογητών, Δίκαιων, Οσίων, να δοξολογούν το Εσφαγμένο Αρνίον. Κάθε ημέρα είναι αφιερωμένη στην μνήμη Αγίων που ανεπαύθησαν εν Χριστώ. Γι’ αυτό και κάθε τι μέσα στην Εκκλησία διαπλέκεται με την ζωή των Αγίων. Διαβάζουμε τους ύμνους που έγραψαν γι’ αυτούς, τα δοξαστικά τους, στις Άγ. Τράπεζες των ναών υπάρχουν αποτεθυσαυρισμένα τα λείψανά τους, και ακούμε και διαβάζουμε τα θαυμάσια της πίστεώς μας δια μέσου της αγιασμένης ζωής τους. Μένουμε έκθαμβοι από τα μαρτύριά τους και επειδή είμαστε όλοι ενωμένοι σαν ένα σώμα, όταν δοξάζεται ένα μέλος συγχαίρουν και τα υπόλοιπα.

Η ζωή των αγίων της Εκκλησίας μας είναι πρόσκληση στην ευχαριστιακή κοινωνία. Μαγνήτης πνευματικής η παρουσία τους, συνέχει τους πιστούς. Συγκροτούν την λειτουργική μας εορτή, μας συγ-καλούν σ’ αυτήν και δι’ αυτής συν-άγουν επί το αυτό, γύρω από την τράπεζα του Κυρίου. Το γεγονός ότι οι άγιοι γίνονται αιτία να δοξάζεται από εμάς το πανάγιο όνομα του Θεού, είναι η πιο ευχάριστη προσφορά στους ίδιους τους Αγίους. Όταν ζούσαν οι Άγιοι, προσπαθούσαν να τα κάμουν όλα για την δόξα του Χριστού. Τώρα από τον ουρανό, χαίρονται όταν εξαιτίας τους δοξάζεται ο Θεός.

Επίσης εύχεται ο ιερέας για νεκρούς και ζώντας που γνωρίζει και έχουν ανάγκη και έχει εντολή να το κάνει από συγγενείς ή από τους ίδιους. Γι’ αυτό και στην Θ. Λειτουργία του Μεγ. Βασιλείου καλείται να πει τα εξής, μετά τον Καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων: «Καὶ ὧν ἡμεῖς οὐκ ἐμνημονεύσσαμεν, δι ἄγνοια ἤ λήθη ἤ πλῆθος ὁνομάτων, Αὐτός μνημόνευσον, ὁ Θεός, ὁ εἰδώς ἐκάστου τὴν ἡλικίαν καὶ τὴν προσηγορίαν, ὁ εἰδώς ἕκαστον ἐκ κοιλίας μητρός αὐτοῦ». Εμείς η τους ξεχάσαμε, ή δεν τους ξέρουμε καθόλου ή είναι χιλιάδες και εκατομμύρια αυτοί που έχουν κοιμηθεί (πεθάνει) και έτσι είναι ανθρωπίνως αδύνατο να τους θυμηθούμε και να τους ονομάσουμε. Κι όμως γι’ αυτούς προσφέρεται η Θ. Λειτουργία. Τους ξέρει ο Θεός και θυσιάστηκε και γι’ αυτούς ο μονογενής Του Υιός.

ΕΠΙΣΚΕΨΑΙ ΗΜΑΣ Ο ΘΕΟΣ

Η σάρκωση του λόγου είναι η επίσκεψη που έκανε εξ ύψους ο Σωτήρ ημών. Ζητώντας τώρα από τον Θεό να μας επισκεφθεί, ζητούμε να επεκτείνει την πρώτη Του επίσκεψη και να ζήσουμε δια της Θ. Λειτουργίας, το Μυστήριο της επισκέψεώς Του πάνω στη γη. Να μείνει μαζί μας όχι ως επισκέπτης αλλά ως οικοδεσπότης δικός μας και του κόσμου.

Ανάμεσα στην πρώτη επίσκεψη του Λόγου και στην δεύτερη Παρουσία Του είναι ο παρών αιών. Οι πιστοί αγωνιζόμαστε να αγαπήσουμε τον Κύριο, διότι η αγάπη μας βοηθάει να ζήσουμε το Μυστήριο της Επισκέψεώς Του:

Ἐαν τὶς ἀγαπᾶ μὲ, τὸν λόγον μου τηρήσει καὶ ὁ Πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν καὶ πρὸς αὐτόν ἐλευσόμεθα καὶ μονήν παρ αὐτῷ ποιήσομεν.

Ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί καὶ ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει καὶ ὁ Θεός ἐν αὐτῷ.

Ὁ τρώγων μου τὴν σάρκαν καὶ πίνων μου τὸ αἶμα ἐν ἐμοί μένει, καγώ ἐν αὐτῷ, εἶπε ὁ Χριστός.

Έτσι ο Κύριος μένει στην ζωή και την ύπαρξή μας με την Θ. Λειτουργία.

ΜΝΗΣΘΗΤΙ, ΚΥΡΙΕ

Καὶ δὸς ἡμῖν, ἐν ἐνί στόματι καὶ μιᾷ καρδίᾳ, δοξάζειν καῖ ἀνυμνεῖν τὸ πάντιμο καὶ μεγαλοπρεπές ὄνομά σου, τοῦ Πατρός καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεί καὶ εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμην.

Για να δοξολογήσουμε ως λειτουργική κοινότητα, τον Τριαδικό Θεό, πρέπει να έχει μία φωνή και μία καρδία. Στην ευχαριστιακή δοξολογία λαλούν ομόηχα τα στόματα και οι καρδιές των πιστών. Με την χάρη του Αγ. Πνεύματος οι πιστοί πρέπει να έχουμε γίνει ένα στόμα, μία καρδία. «Σύμψυχοι, τὸ ἕν φρονούντες».

Μέσα σ’ αυτήν την ατμόσφαιρα της ενοποιού αγάπης, το πλήθος των πιστών είναι: «Όπως οι χορδές της λύρας. Είναι μεν πολλές αλλά, συγκλίνοντας σε μία συμφωνία, ψάλλουν άσμα χαροποιό». Γινόμαστε ένα στόμα που υμνεί την Αγάπη, μια καρδιά που χτυπά για την Αγάπη.

«Ὅπως ὁ φιλάνθρωπος Θεός ἡμῶν, ὁ προσδεξάμενος αὐτά εἰς τὸ ἅγιον καὶ ὑπερουράνιον καὶ νοερόν αὐτοῦ Θυσιαστήριον, εἰς ὀσμήν εὐωδίας πνευματικῆς, ἀντικαταπέμψῃ ἡμῖν τὴν Θείαν Χάριν καὶ τὴν δωρεάν τοὺ Ἁγ. Πνεύματος, δεηθῶμεν».

Τι έχουμε μπροστά στα μάτια μας και πάνω στην Αγ. Τράπεζα; Την απολυτρωτική αναίμακτη θυσία του Εσφαγμένου αρνίου, του Αμνού του Θεού. Η θυσία αυτή γίνεται «εἰς ἄφεσιν ἀμαρτιών, εἰς ζωήν αἰώνιον, καὶ εἰς ὀσμήν εὐωδίας πνευματικής». Όλες οι δικές μας προσευχές και οι πρεσβείες των Αγίων είναι το «εὔοσμο θυμίαμα», «ἡ πνευματική εὐωδία» του ουράνιου Θυσιαστηρίου, που κατέρχεται και πάλι σε μας ως Θεία Δωρεά και χάρις του Αγ. Πνεύματος.

Ο Άγιος Ιωάν. ο Χρυσόστομος μας λέγει ότι «καὶ μια φορά νὰ πῆς τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ μὲ ὅλη σου τὴν καρδιά, «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», ευθύς αμέσως γεμίζεις με ευωδία. Πόσο μάλλον, όταν αξιωθείς να λειτουργείσαι και να κοινωνείς του Σώματός και το Αίματός Του!

Στην λέξη «ἀντικαταπέμψῃ» κρύβεται η υψηλή αξία του Χριστού, το Άγιον Μύρον, και ευωδιάζει ο κόσμος εν Θεοπνεύστους οσμαίς. Ευωδιάζει η Ευχαριστιακή Σύναξη των πιστών. Ευωδιάζει ο άνθρωπος. Η δοξολογία του Δημιουργού ευωδιάζει την καρδιά που δοξολογεί: «Ὀσμή εὐωδίας τῷ Κυρίῷ καρδία δοξάζουσα τον πεπλακότα αυτήν». Η Θ. Λειτουργία είναι το Μυστήριο της κενώσεως του Μύρου της ζωής. Όσοι κάθονται στην Τράπεζα ελκύονται από την ευωδία Του: «Ὀπίσω σου εἰς ὀσμήν μύρων Σου δραμοῦμεν», κοινωνούν τον Χριστόν και φεύγουν από την Θ. Λειτουργία ψυχές μυροφόρες. Ευωδία Χριστού.

Τὴν ἐνότητα τῆς πίστεως καὶ τὴν κοινωνίαν, τοῦ Ἁγ. Πνεύματος αἰτησάμενοι, ἑαυτοῦς καὶ ἀλλήλους καὶ πᾶσαν τὴν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθᾳ.

Η ενότητα της Πίστεως είναι προϋπόθεση για να γίνουμε δεκτοί στην ενότητα της Θ. Ευχαριστίας. Γι’ αυτό πριν προχωρήσουμε προς το ποτήριον της ζωής ζητούμε από τον Κύριο να μας χαρίσει ενότητα Πίστεως.

Η μία πίστη μας δίνει την δυνατότητα να τράφουμε με τον Ένα Άρτο της Ζωής. Ο Άγ. Ιγνάτιος ο Θεοφόρος θα μας πει: «Ἀδελφοί νὰ συνέρχεσθε ἐν μιᾷ πίστει καὶ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ... ἕνα ἄρτον κλῶντες, ὅς ἐστίν φάρμακον ἀθανασίας». Αυτήν την μία αγίαν Αποστολικήν Πίστη που παρέλαβε η εκκλησία είναι σπουδαία και πρέπει να την φυλάσσει με επιμέλεια γιατί είναι διδασκαλία του ουρανού. «Τοῦτο γὰρ ἐστίν ἐνότης πίστεως, ὅταν πάντες ἐν ὦμεν, ὅταν πάντες ομοίως τὸν σύνδεσμον ἐπιγινώσκωμεν».

Σ’ εκείνους που την αρνήθηκαν (αυτή την διδασκαλία) ή την διέστρεψαν είναι αυστηρή. Διότι με την Θ. Λειτουργία, Εκείνον που πιστεύουμε ως ομοούσιον τω Πατρί, τον κοινωνούμε όπως τον πιστεύουμε. Πῶς λοιπόν θὰ ἦταν δυνατόν νὰ κοινωνοῦμεν τὸν Χριστό μαζί μὲ ἀνθρώπους ποὺ πιστεύουν διαφορετικά γιὰ τὸν Χριστό; Δὲν θὰ ἤμασταν τότε ἔνοχοι τοῦ ἁγίου Σώματος καὶ Αἴματος τοῦ Κυρίου;

Αρνείται η αγία μας εκκλησία να δεχθεί αιρετικούς στην Θ. Κοινωνία. Αρνείται επίσης την «κοινωνία» των αιρετικών. Οι άνθρωποι που ζουν έξω από την εκκλησία διακρίνουν σ αυτό κάποια σκληρότητα. Εκείνοι όμως που ζουν μέσα στην ενότητα της πίστεως, νιώθουν την φιλανθρωπία της Μητρός Εκκλησίας. Ακούν την μητρική της καρδιά που χτυπά με πόνο για τον κάθε άνθρωπο, την βλέπουν να φλέγεται από αγάπη για όλους τους ανθρώπους: τους απίστους και τους κατηχούμενους, τους μακράν της πίστεως και τους εγγύς.

Εἰς πνεῦματος Ἁγίου κοινωνία

Καταξίωσον ἡμᾶς μεταλαβεῖν... εἰς Πνεύματος Ἁγίου κοινωνίαν, παρακαλεί ο λειτουργός: Η κοινωνία του Χριστού είναι κοινωνία του Αγ. Πνεύματος. Πρώτος «ὁ Χριστός», λέγει ο Ιερ. Χρυσόστομος, «ἐπότισε το ἐαυτοῦ ποτήριον...ἐπότισέ σε Πνεύμα Ἅγιον». Πράγματι, στην πρώτη ιερουργία του Μυστηρίου ο Χριστός λαβών ποτήριον και κεράσας ἐξ οἴνου και ὕδατος, ἀτενίσας εἰς τὸν οὐρανόν καὶ ἀναδείξας τῷ Θεῷ καὶ Πατρί, εὐχαριστήσας, εὐλογήσας, ἁγιάσας, πλήσας Πνεύματος Ἁγιον, μετέδωσε τοῖς ἁγίοις καὶ μακαρίοις μαθηταῖς τὸ ἅγιο αἷμα Του.

Στο Δείπνο της Εκκλησίας, λέγει ο Θείος Χρυσόστομος, στην θέση του Χριστού στέκεται ο Ιερεύς «τὰς χεῖρας ἀνατείνων εἰς τὸν οὐρανόν, καλῶν τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον του παραγενέσθαι καὶ ἅψασθαι τῶν προκειμένων. Ὁ ἄρτος διά τὸ ἐπιφοιτῶν αὐτῷ Πνεῦμα ἄρτος οὐράνιος γίνεται». Και οι κοινωνούντες «οἰκητήριον γίνονται τοῦ Πνεύματος».

Δια της Θείας Λειτουργίας δεχόμαστε τα χαρίσματα του Αγ. Πνεύματος. Δεχόμαστε το ίδιο τον Παράκλητο στην σύναξή μας και στις ψυχές μας.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Το «Πάτερ ἡμῶν» είναι πέλαγος Θείων νοημάτων. Μικρή προσευχή, ανώτερη από όλες που έχουν ακουστεί πάνω στη γη. Γιατί σύμφωνα με το Άγιο Ευαγγέλιο είναι εκείνη που μας άφησε υπόδειγμα ο Χριστός για να προσεύχονται όλοι οι πιστοί δια μέσου των αιώνων. Η εκκλησιαστική ακολουθία στην Θ. Λειτουργία τοποθέτησε το «Πάτερ ἡμῶν» πριν από την Θ. Κοινωνία για την σπουδαιότητά της αλλά και να μας διδάξουν οι Πατέρες ότι όλα τα δώρα λαμβάνονται με προσευχή, πόσο μάλλον το Δώρο των Δώρων και αν το παρατηρήσουμε σωστά (το Πάτερ ἡμῶν) χωρίζεται ως εξής:

ΠΡΟΛΟΓΟΣ: Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς^

ΑΙΤΗΜΑΤΑ: (1) ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά Σου^

(2) ἐλθέτω ἡ Βασιλεία Σου^

(3) γενηθήτω τὸ θέλημά Σου ὡς ἐν οὐρανῷ, καὶ ἐπί τῆς γῆς^

(4) τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον^

(5) καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν^

(6) καὶ μὴ εἰσενέγκῃν ἡμᾶς εἰς πειρασμόν,

(7) ἀλλά ρῦσαι ἡμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ: Ὅτι Σοῦ ἐστίν ἡ Βασιλεία καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ δόξα, τοῦ Πατρός και τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεί καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. ΑΜΗΝ

Ας τα δούμε λοιπόν όσο γίνεται αναλυτικά.

«Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς»

Ο Πρόλογος αυτός μας λέγει ότι ο Θεός είναι κοινός Πατέρας όλων των ανθρώπων, κοινός Πατέρας όλων των πιστών Χριστιανών και η κατοικία του είναι στον Ουρανό.

Πατήρ «κατά φύσιν» είναι του Ιησού Χριστού διότι γεννάται αϊδίως εκ του Πατρός άρα είναι ο Υιός και Λόγος του Πατρός. Εμείς είμαστε τέκνα Θεού «κατά χάριν» γιατί μας υιοθέτησε ο Θεός Πατήρ δια του Υιού Του (Ιησού Χριστού) μέσα από το άγιο Βάπτισμα.

Λέγοντας αυτή τη φράση «Πάτερ ἡμῶν» πιστεύω και ομολογώ ότι δεν είμαι μόνος, αλλά υπάρχουν και άλλα παιδιά του Θεού, που είναι και αυτά αδέλφια μου. Είμαστε δηλαδή όλη μία μεγάλη οικογένεια.

Ο Θεός μας δίνει άδεια να τον λέμε Πατέρα και αυτό δείχνει την μεγάλη αγάπη του για μας όπου μας συγχώρησε (τις αμαρτίες) και μας υιοθέτησε. Όμως αυτή η δωρεά του Θεού προς εμάς δημιουργεί και μεγάλες υποχρεώσεις.

Ο Άγ. Γρηγόριος Νύσσης μας λέγει καθαρά: «Τι ψυχή πρέπει να έχει αυτός ο Χριστιανός που θα προφέρει αυτά τα λόγια... πόση αγάπη... πόση παρρησία...

Το «ἐν τοῖς οὐρανοῖς» δεν σημαίνει απόσταση από τον Θεό αλλά τονίζει μ’ αυτό την υπερβατικότητα του Θεού που δεν συγκρίνεται αυτό με κανένα υλικό μέγεθος, ούτε και με αυτό το σύμπαν.

Γι’ αυτό και όσα λέμε έρχονται σε αντίθεση με τα όσα πίστευαν οι Αρχαίοι Έλληνες και γενικά η ειδωλολατρική άποψη ότι κατοικία των Θεών είναι τα υψηλά Βουνά. Γενικεύοντάς το θα πρέπει να πούμε ότι με την φράση αυτή τονίζεται το Άπειρον του Θεού και η Απανταχού Παρουσία Του.

«ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά Σου»

Ας δούμε λοιπόν το πρώτο αίτημα. Το «ἀγιασθήτω» κατά τον ιερό Χρυσόστομο σημαίνει το «δοξασθήτω». Εμείς, λοιπόν, οφείλουμε να τον δοξάζουμε με τα έργα μας. «οὔτω λαμψάτω τὸ φώς ἡμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ἡμῶν τὰ καλά ἔργα καὶ δοξάσωσιν τὸν Πατέρα ἡμῶν τῶν ἐν τοῖς οὐρανοῖς». βλέπουμε ότι από εμάς τους ταπεινούς δοξάζεται αλλά και κατηγορείται (εάν δεν προσέχουμε) ο Θεός και Πατέρας μας. Αυτό σημαίνει ότι το όνομα του Θεού αγιάζεται και δοξολογείται όταν με τα έργα της μετανοίας μας αποφεύγουμε την παντός είδους αμαρτία.

«ἐλθέτω ἡ Βασιλεία Σου»

Αυτό είναι το αίτημα του ευγνώμονος παιδιού. Μ’ αυτό ζητούμε από τον Θεό να μην κολλάει η καρδιά μας στις γήινες, υλικές και μάταιες απολαύσεις αλλά να στρέφεται αποκλειστικά και μόνο στα μέλλοντα αγαθά. Το «ἐλθέτω» δεν είναι προστακτικό αλλά παρακλητικό. Να έλθει μέσα μας η Βασιλεία της ειρήνης και της αγάπης, να φύγει ο φόβος του θανάτου, να έλθει η λύτρωση εκ των Παθών και της κακίας και τέλος να μας λυτρώσει από την αιχμαλωσία της αμαρτίας.

Εδώ υπάρχει και άλλη μία εκδοχή, ίσως να εννοείται και η Δευτέρα Παρουσία. Η μέλλουσα μακαριότητα για τους πιστούς εκείνους που ποθούν να λυτρωθούν από την κακία και την πονηρία του Διαβόλου και να καταταγούν σε μία αιώνια και παραδεισένια ζωή.

Βλέπουμε ότι όλα αυτά τα σημεία έχουν πολλές Θεολογικές ερμηνείες, εμείς όμως λόγω και του χρόνου προσπαθούμε να είμαστε όσο το δυνατόν απλοί στο λόγο και στα νοήματα για να γίνουμε το κατά δύναμιν κατανοητοί από εσάς.

«Γενηθήτω τὸ θέλημά Σου ὡς ἐν οὐρανῷ, καὶ ἐπί τῆς γῆς»

Ποιο είναι το θέλημα του Θεού; Είναι η σωτηρία του ανθρώπου, διότι ο Θεός «πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι». Ας δούμε όμως και μερικές ερμηνείες που δίνουν οι Πατέρες πάνω σ’ αυτό το σημείο...

Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης μας λέγει ότι πρέπει να θεραπευθεί πρώτα ο αρρωστημένος νους, που είναι σκοτισμένος από την αμαρτία, να δυναμώσει η θέληση και να καθαρισθεί το «κατ’ εικόνα». Άρα το θέλημα του Θεού αποβλέπει στην υγεία της ψυχής, που είναι η σωτηρία της.

Ο όσιος Νείλος ο Ασκητής μας λέγει πως το θέλημα του Θεού είναι το συμφέρον της ψυχής: «Μην προσεύχεσαι να γίνουν τα θελήματά σου, γιατί οπωσδήποτε δεν συμφωνούν με το θέλημα του Θεού». Πολλές φορές συνεχίζει ο άγιος με την προσευχή μου ζήτησα από το Θεό να μου γίνουν πράγματα που τα θεωρούσα καλό, αλλά όταν έγιναν, βιάζοντας το θέλημα του Θεού, μου συνέβησαν πολλοί πειρασμοί απ’ όλα αυτά.

Ο Άγιος Αμβρόσιος Μεδιολάνων αναφέρει πως το θέλημα του Θεού είναι να επικρατήσει ειρήνη στη γη: «Με το αίμα του Χριστού όλα ειρήνευσαν και στον ουρανό και στη γη».

Ενδεικτικά αναφέραμε τις απόψεις των πατέρων. Αν θελήσουμε να τα συνοψίσουμε θα πρέπει να πούμε ότι θέλημα Θεού είναι εκείνο που ο Χριστός έπραξε και δίδαξε. Δηλαδή:

  • Ταπείνωση στον τρόπο της ζωής

  • Σεμνότητα στα λόγια

  • Δικαιοσύνη στα έργα

  • Ακρίβεια στις εντολές του Ουρανίου Πατρός

  • Έλεος στις ανάγκες του πλησίον

  • Άσκηση στα ήθη

Το θέλημα του Θεού εκφράζεται πρώτα-πρώτα μέσα από τον έμφυτο ηθικό νόμο. Εκεί βασιλεύει η συνείδηση, εάν δεν έχει εξαχρειωθεί και καταπατηθεί. Διαφορετικά η ύπαρξη μας σέρνεται «από την μύτη» στα διάφορα πάθη και μακριά από τον νόμο του Θεού.

«Ἐν οὐρανῷ, καὶ ἐπί τῆς γῆς» και εδώ ασφαλώς εννοείται να γίνεται το θέλημα του Θεού στη γη όπως ακριβώς κάνουν και στον ουρανό οι άγιοι άγγελοι, οι ουράνιες ταξιαρχίες στην χαρά της Βασιλείας Σου! Έτσι να γίνεται και αυτό και σε μένα. Σε καθετί που πραγματοποιώ να φανερώνεται το άγιο θέλημά Σου.

«Τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον»

Ποιος είναι, λοιπόν, αυτός ο «ἄρτος»; Είναι το ψωμί που τρώμε; Είναι οι ποικίλες τροφές που παίρνουμε για τις ανάγκες του σώματος; Ή μήπως πρόκειται για άρτο πνευματικό, για κάτι άλλο υπερφυές και υπερούσιο; Ας ακούσουμε και πάλι τους Πατέρες...

«Τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον» ... αυτό σημαίνει ότι ο πιστός χριστιανός αναθέτει τις φροντίδες του στον Θεό Πατέρα για την τροφή, για το ψωμί και το νερό, μόνο για μία μέρα!

Ο δε Άγ. Γρηγόριος Νύσσης μας λέει ότι σ’ αυτή την προσευχή μιλάμε μόνο για το σήμερα για να χτυπήσουμε την πλεονεξία και να καλλιεργήσουμε την ολιγάρκεια. Επίσης δεν λέμε ο «άρτος μου» αλλά τον «ἄρτον ἡμῶν» που σημαίνει όχι μόνο για μένα αλλά και για τους αδελφούς μου, τους συνανθρώπους μου. Η αφθονία του «ἄρτου» θα είναι ευλογία Θεού και ελεημοσύνη και για άλλους.

Όμως και πάλι τονίζω η ερμηνεία των Πατέρων διαφοροποιείται κατά πολύ.

  1. Ο Άγ. Μάξιμος ο Ομολογητής: μας λέγει ότι «ἄρτος» είναι ο ίδιος ο Χριστός, «ὁ ἐκ του οὐρανοῦ καταβάς» γι’ αυτό και αν είμαστε σωστοί ως προς τις ευαγγελικές αρετές θα δεχθούμε Αυτόν ως ζωοποιό και επιούσιον άρτο για την διατροφή των ψυχών μας. Γι’ αυτό και ο Υιός και Λόγος του Θεού διακήρυξε πεντακάθαρα: «ἐγώ ειμί ὁ ἄρτος, ὁ καταβαίνων ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καὶ ζωή διδούς τῷ κόσμῳ».

  2. Ο Άγ. Κύριλλος Ιεροσολύμων: μας λέγει ότι «ἄρτος» είναι ο άρτος της Θ. Κοινωνίας που ως Σώμα Χριστού είναι πάνω από κάθε ουσία, δεν πηγαίνει στην κοιλιά και εις «αφεδρώνα οὐκ ἐκβάλλεται» αλλά μοιράζεται σ’ όλη μας την ύπαρξη, για την ωφέλεια ψυχής και σώματος.

  3. Ο Άγ. Δίδυμος ο Αλεξανδρεύς και άλλοι πατέρες λέγουν ότι εδώ εννοείτε ο «λόγος τοῦ Θεοῦ», ο λόγος που τρέφει και δυναμώνει τις ψυχές μας, τις συντηρεί. Να θεωρείς «ἄρτον» τις στερεές ευαγγελικές αρετές και «οἶνον» την κατά χάρη γνώση του Θεού. Εξάλλου ο Προφήτης Αμώς προαναγγέλλει ότι κάποτε θα υπάρχει «πνευματικός λοιμός» εξαιτίας της «πείνας» του Θείου Λόγου.

  4. Η τέταρτη ερμηνεία μας παραπέμπει στην ερμηνεία του ευαγγελικού χωρίου σχετικά με το Μέγα Δείπνο. Το εσχατολογικό Δείπνο της Βασιλείας του Θεού, στο οποίο θα καθίσουν όλοι οι εκλεκτοί. Το θέμα είναι να απαντήσουμε θετικά σ’ αυτήν την πρόσκληση. «Άριστον» εδώ σημαίνει τον «Ἄρτον τοῦ Θεοῦ», το συμπόσιο της Βασιλείας Του. Ζητάμε δηλαδή με την Κυριακή προσευχή μετά τον Θάνατό μας να παρακαθίσουμε σ’ αυτό το Δείπνο από σήμερα, από τώρα.

  5. O «ἄρτον ἡμῶν» ως καρδιακή προσευχή! Αυτό σημαίνει ότι ο νους μα εισέρχεται στην καρδιά δια της νοεράς προσευχής, γίνεται αγεύστως (δηλαδή όχι από την γλώσσα) και τρέφεται υπερφυώς από τον νοητό Άρτο της Θείας Ζωής, τον Ιησού Χριστό. «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με». Αυτή είναι η δύναμη και η γλυκύτητα και παρηγοριά της νοεράς προσευχής. Γι’ αυτό και οι Πατέρες πάντοτε μας προέτρεπαν στο «προσεύχεσθαι ἀδιαλείπτως». Πραγματικά τι νοήματα και προεκτάσεις κρύβονται σ’ αυτήν την προσευχή. Η «Κυριακή Προσευχή» δεν είναι μια απλή προσευχή, περιέχει ποικίλες επικλήσεις, πλούσιες δωρεές, απεριόριστες πνευματικές δυνάμεις και ακατάληπτα νοήματα. Είθε να γίνουν αυτά βιώματα στην ζωή μας.

«Καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν , ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν^»

ΔΗΛΑΔΗ: Συγχώρησε μας, Θεέ μου, όπως και εμείς έχουμε συγχωρήσει αυτούς που μας έφταιξαν.

«Οφειλήματα» είναι οι οφειλές, τα χρέη. Δηλαδή οι αμαρτίες μας, που σαν ακάλυπτες επιταγές χρωστάμε, σαν χρέη που δεν ξοφλήσαμε. Παίρνει ο Θεός τα χειρόγραφά μας και τα καρφώνει πάνω στο σταυρό και με το Αίμα Του, το Πανάγιο και το Τίμιο, τα ξεχρεώνει μέχρι δεκάρας

Και τι ζητά από εμάς; Τις χρεωστικές αποδείξεις, όσα μας χρωστάνε οι άλλοι, με την κακή τους συμπεριφορά και τα μίση, εμείς να τις σχίσουμε. Να ξεχάσουμε το χρέος κα να συγχωρήσουμε… Το κάνουμε; Αν όχι… τότε γιατί λέμε το «Πάτερ ἡμῶν»; Έτσι λοιπόν ο Κύριος μας φωνάζει: Συγχωρείτε, αν θέλετε να συγχωρηθείτε, μιμηθείτε Εμένα, που πάνω στο Σταυρό, αγκάλιασα όλη την ανθρωπότητα, και για τους σταυρωτές μου είπα:

«ἄφες αὐτοῖς Πάτερ, οὐ γαρ οἴδουσι τὶ ποιοὐσι». Την πορεία αυτήν ακολούθησαν και όλοι οι άγιοι και ενάρετοι χριστιανοί και αυτοί καλούμεθα και εμείς να μιμηθούμε κατά την δύναμή μας έκαστος.

«καὶ μὴ εἰσενέγκῃν ἡμᾶς εἰς πειρασμόν»

Πειρασμός, κατά τον Άγ. Γρηγόριο Νύσσης είναι η ενέργεια του διαβόλου. Γι’ αυτό σε σχετικό του σύγγραμμα μας λέει ότι ο Κύριος αποδίδει στον Κακό ονομασίες με πολλούς και διάφορους τρόπους, ανάλογα με τις ενέργειες που προκαλεί. Έτσι συναντούμε πολλές ονομασίες όπως: διάβολο (επειδή διαβάλλει), Βεελζεβούλ, Μαμμωνά (επειδή κυριαρχεί δια της φιλαργυρίας), ανθρωποκτόνο (επειδή είναι κυρίαρχος του κόσμου-δολοφόνος ανθρώπων), πονηρό πατέρα ψεύδους, Σατανά και άλλα παρόμοια. Ένα από αυτά είναι και το «πειρασμός».

Γι’ αυτό και στην Κυριακή προσευχή λέγοντας ο Κύριός μας «μη μας οδηγήσεις στον πειρασμό» και προσθέτει «γλίτωσέ μας από τον πονηρό» σημαίνει ότι όποιος οδηγήθηκε σε «πειρασμό» είναι αναγκαστικά στον «πονηρό». Οι δύο έννοιες εδώ δηλαδή ταυτίζονται.

Η διδασκαλία της προσευχής, παρατηρεί ο ίδιος Άγιος, μας προτρέπει να απομακρυνόμαστε απ’ όσα θεωρούνται σπουδαία με τα κοσμικά κριτήρια. Γιατί ο Κύριος μας διαβεβαιώνει ότι όλος ο κόσμος βρίσκεται στον πονηρό. «ἐν τῷ πονηρῷ κεῖται». Συνεπώς όποιος επιθυμεί να απομακρυνθεί από τον πειρασμό αναγκαστικά πρέπει τροπικά τουλάχιστον να απομακρυνθεί από τον κόσμο. Και καταλήγει: «Μη μας οδηγήσεις, Θεέ μου, μέσα σε πειρασμό, δηλαδή στις συμφορές τις ζωής, αλλά λύτρωσέ μας, από τον πονηρό, που έχει μεγάλη δύναμη στον παρόντα κόσμο».

Ο Άγιος Βαρσανούφιος μας λέγει ότι υπάρχουν δύο είδη πειρασμών:

α) αυτός που προκαλείται από εμάς (από τα πάθη μας, τις έξεις, τις ροπές, την κληρονομικότητα) και

β) αυτός που συμβαίνει κατ ευδοκία Θεού. Τούτος αποβλέπει στην ωφέλεια της ψυχής, διότι γίνεται για δοκιμασία του ανθρώπου και η δοκιμασία οδηγεί τον άνθρωπο σε ελπίδα, η δε ελπίδα δεν ντροπιάζει, σύμφωνα με την Αγία Γραφή «ἡ δοκιμή κατεργάζεται ἐλπίδα, ἡ δε ἐλπίς οὐ καταισχύνει».

«ἀλλά ρῦσαι ἡμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ»

Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης αποκαλεί τον διάβολο πονηρό. «Πονηρός κατεξοχήν, αδελφοί μου, είναι ο ίδιος ο Διάβολος, διότι είναι αίτιος και πατέρας κάθε αμαρτίας και ο δημιουργός κάθε πειρασμού, από του οποίου τις ενέργειες και επιβουλές διδασκόμεθα να παρακαλούμε τον Θεό να μας ελευθερώσει, πιστεύοντας ότι δεν θα μας αφήσει να πειρασθούμε περισσότερο από τη δύναμή μας.

Ο ιερός Χρυσόστομος διαπιστώνει ότι η πονηρία δεν είναι ουσιαστικό της φύσεώς μας γι’ αυτό παρακαλούμε τον Θεό να μας απαλλάξει απ’ αυτήν. Αποκαλεί «πονηρό» τον Διάβολο και ζητάει να κρατάμε εναντίον του ανειρήνευτο πόλεμο. Αποκαλείται έτσι εξαιτίας της υπερβολικής του κακίας, επειδή χωρίς να τον έχουμε αδικήσει μας κυνηγάει θέλοντας έτσι να εκδικηθεί τον Θεό που τόσο πολύ μας αγαπάει.

Ο Άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης κάπου γράφει: «Λύτρωσέ μας από τον πονηρό, από τον διάβολο, ο οποίος είναι σ’ εμάς θανάσιμος και ακούραστος εχθρός και κυριευόμενος από μανία και εμείς χωρίς την χάρη Σου είμεθα αδύναμοι μπροστά σου, καθόσον ως άϋλος είναι μιας λεπτότερης πανούργου φύσεως, και μύρια κακά εφευρίσκει και περιπλέκει και τεχνάζεται κάθε μέρα εναντίον μας».

Ένα από τα κυριότερα όπλα του Διαβόλου είναι να πείσει ότι δεν υπάρχει! Και αυτό το έχει καταφέρει ιδιαιτέρως στον μορφωμένο κόσμο αλλά και στους τεχνοκράτες.

Για μας όμως τους Χριστιανούς η πραγματικότητα είναι σκληρή. Υπάρχει και δοκιμαζόμαστε. Η πάλη αυτή μπορεί να γίνει αφορμή για μας τους Χριστιανούς για μία ευλογημένη άσκηση και πνευματική μάχη προς τον αντίδικο. Παλεύοντας τον πονηρό και τα τεχνάσματά του, μπορεί να προκόψει ο χριστιανός σε αρετή και αγιότητα.

Οι Πατέρες της εκκλησίας μας μιλούν ακόμη και για την ανάγκη υπάρξεων των πειρασμών στην ζωή μας. «Ἔκβαλον τὸν πειρασμόν καὶ οὐδείς ὁ σωζόμενος». Αυτό σημαίνει πως ο πειρασμός είναι απαραίτητος ως μέσον σωτηρίας και ως δρόμος προς την τελειότητα και την θέωση. Θέλεις να σωθείς; Υπόμενε τους πειρασμούς και τις θλίψεις, τις στεναχώριες, τις αδικίες, την εχθρότητα, ότι άλλο παρουσιάζει αυτός εδώ ο κόσμος, αλλά και ότι προέρχεται από το σώμα μας.

Ο Διάβολος μας βάζει επίσης σε ένα πνευματικό συναγερμό και νηστεύουμε, αγρυπνούμε, εγκρατευόμαστε, προσευχόμαστε, εξομολογούμαστε, κοινωνούμε, δηλαδή οι πειρασμοί μας καθιστού λαμπροφόρους όταν ξέρουμε να τους υπομείνουμε αγογγύστως.

Κάνοντας μία ακόμα προέκταση στην ανωτέρω φράση που αναλύουμε θα πρέπει να πούμε ότι υπάρχει και μία εσχατολογική ερμηνεία αυτών των δύο αιτημάτων: «Μην μας βάλεις Θεέ μου, μέσα στον έσχατο πειρασμό της κολάσεως, κατά την Δευτέρα Σου φρικτή παρουσία, αλλά λύτρωσέ μας από την αιώνια Θέα των πονηρών και ακαθάρτων πνευμάτων».

Ο επίλογος της «Κυριακής προσευχής» είναι το γνωστό:

«Ὅτι Σοῦ έστιν ἡ Βασιλεία καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ δόξα, τοῦ Πατρός καὶ τοῦ Υἱοῦ και τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεί καὶ εἰς τους αἰώνας τῶν αἰώνων. ΑΜΗΝ».

Εύστοχα ο Άγ. Συμεών θα παρατηρήσει: «Και ποιος θα μπορέσει να μας πειράξει και να μας θλίψει, αφού βασιλευόμεθα από εσένα, που είσαι εξουσιαστής και αυτών των Αγγέλων; Ή ποιος θα αντισταθεί στην δύναμή Σου; Κανένας, επειδή Εσύ μας έπλασες και Εσύ μας διαφυλάττεις όλους. Ή ποιος θα πει εναντίον της δόξας Σου ή θα τολμήσει γενικά κάτι εναντίον σου; Η Δόξα Σου κρατάει τα πέρατα και είναι πλήρης από αυτήν ο ουρανός και η γη, αφού είναι αρχαιότερη και από τους Ουρανούς και από τους Αγγέλους, επειδή Εσύ μόνο ήσουν πάντοτε και είσαι Αιώνιος».

Η ΚΕΦΑΛΟΚΛΙΣΙΑ ΠΡΟ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ

Εἰρήνη πᾶσι.

Καὶ τῷ πνεύματί σου.

Κάθε Θ. Λειτουργία είναι και μία καινούρια εμφάνιση του Αναστάντος Χριστού. Οι πρώτες εμφανίσεις του Χριστού μετά την Ανάσταση περιγράφονται από τον Ευαγγελιστή Ιωάννη: «Οὔσης ὀψίας τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τῇ μιᾷ τῶν σαββάτον καὶ τῶν κεκλεισμένων ὅπου ἦσαν οἱ μαθηταί συνηγμένοι διά τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων, ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον και λέγει αὐτοῖς· εἰρήνη ἡμίν. Καὶ τοῦτο εἰπών ἔδειξεν αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τὴν πλευράν αὐτοῦ. Ἐχάρησαν οὐν οἱ μαθηταί ἰδόντες τὸν Κύριον. Εἶπεν οὐν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς πᾶλιν. Εἰρήνη ἡμῖν. Καθώς ἀπέσταλκέ με ὁ Πατήρ, καγώ πέμπω ἡμᾶς. Καὶ τοῦτο εἰπών ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· λάβετε πνεῦμα ἅγιον· ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἀμαρτίας, ἀφιένται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται Καὶ μεθ ἡμέρας ὀκτώ πάλιν ἦσαν ἔσω οἱ μαθηταί αὐτοῦ καῖ Θωμᾶς μετ αὐτῶν. Ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς τῶν Θηρῶν κεκλεισμένων καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον και εἶπεν εἰρήνη ἡμῖν».

Ο Ευαγγελιστής υπογραμμίζει, πως και στις δύο του εμφανίσεις ο Κύριος στάθηκε εις το μέσο των Δώδεκα. Έτσι γίνεται και στην Θ. Λειτουργία. Ο Κύριος ἴσταται εἰς τὸ μέσον τῆς Συνάξεως μας και μας προσφέρει την ειρήνη Του. Διότι όσο προχωρούμε προς «τὴν τῆς εἰρήνης τράπεζαν», τόσο μεγαλύτερη είναι η ανάγκη της ειρήνης. «Βασιλέα γὰρ ὑποδέχεσθαι μέλλεις διὰ τῆς κοινωνίας· βασιλέως δὲ ἐπιβαίνοντος τῇ ψυχῇ πολλήν εἶναι δεῖ τὴν γαλήνην, πολλήν τὴν ἠσυχίαν, βαθεῖαν τῶν λογισμῶν τὴν εἰρήνην» (Ιερός Χρυσόστομος).

Η ΚΕΦΑΛΟΚΛΙΣΙΑ (Τὰς κεφαλάς...)

Ύστερα από την «Κυριακή Προσευχή», ο λειτουργός προτρέπει τους πιστούς να κλίνουν το κεφάλι τους στον Κύριο αναγνωρίζοντας έτσι τον Θεό ως Δεσπότη.

Ο Όσιος Νικόλαος Καβάσιλας, «κλίνουν την κεφαλήν», μας λέγει, οι πιστοί στον Θεό «όχι μόνον ως προς τον εκ Φύσεως Δεσπότη και Δημιουργό τους, αλλά και ως δούλοι αγορασμένοι, προς Αυτόν που τους αγόρασε με το ίδιο του το αίμα του Μονογενούς Του Υιού».

Με την σταυρική θυσία του Χριστού, μας χαρίστηκε η ελευθερία και αναδειχθήκαμε φίλοι και υιοί του Θεού: «Μείζονος ταύτης ἀγάπης οὐδεῖς ἔχει, ἵνα τὶς τὴν ψυχήν αὐτοῦ θῆ ὑπέρ τῶν φίλων αὐτοῦ. Ὑμεῖς φίλοι μοὺ ἐστε οὐκέτι ὑμᾶς λέγω δούλους».

Η κεφαλοκλισία είναι εκδήλωση ευγνωμοσύνης υιικής προς τον Πατέρα μας. Όλοι έχουμε τον ίδιο Πατέρα. Και κάθε ένας έχει το δικό του αγώνα. Η μοναδικότητα του ανθρώπου δεν συνθλίβεται μέσα στην Κοινωνία της Εκκλησίας· εικόνα φωτεινή του Θεού ο άνθρωπος, σε ποικιλία αποχρώσεων Κοινός ο Δεσπότης, ποικίλα τα χαρίσματα: «Ἑκάστῳ ποικίλος ὁ Σωτήρ γίνεται πρὸς τὸ συμφέρον. Τοῖς μὲν γὰρ εὐφροσύνης χρείαν ἔχουσιν, ἄμπελος γίνεται· τοῖς δὲ χρείαν ἔχουσιν εἰσελθεῖν, ἔστηκε θύρα καὶ τοῖς χρείαν ἔχουσι προσενέγκαι τὰς εὐχάς, ἕστηκε μεσίτης Ἀρχιερεύς· Πάλιν τοῖς ἔχουσιν ἁμαρτίας γίνεται πρόβατον, ἵνα ὑπέρ αὐτῶν σφαγιασθῆ. Τοῖς πᾶσι γίνεται πάντα, μένων αὐτός κατά φύσιν ὅπερ ἐστι». (Κύριλλος Ιεροσολύμων).

Όλοι κοινωνούμε τον ίδιο Άρτο της Ζωής. Και καθένας δέχεται Εκείνον που χρειάζεται στην προσωπική του ζωή: Οἱ ἐν νόσοις τὸν Ἰατρόν, οἱ ἐν κινδύνοις τὸν Ρύστην· οἱ ἁμαρτωλοί τὸν Προστάτην· οἱ πένητες τὸν Θησαυρόν· οἱ ἐν θλίψεσιν τὴν Παραμυθίαν· τὸν Συνοδίτην οἱ ὁδοιπόροι· οἱ ἐν θαλάσσῃ τὸν Κυβερνήτην· οἱ πάντες τὸν πανταχοῦ θερμῶς προφθάνοντα· (Μηνιαίον 6ης Δεκεμβρίου).

Μέσα από τα προκείμενα Δώρα ο Χριστός γίνεται στο δρόμο της ζωής μας πέτρα υπομονής, παρακλήσεως αφορμή, ευτονίας χορηγός, ευψυχίας πορισμός, ανδρείας συναγωνιστής. Διότι Εκείνος είναι: «ἡ ἀγαθὴ ὄντως ὁδός, ἀπαρεξόδευτος (που δεν παραστρατίζει τον οδοιπόρο) καὶ ἀπλανής πρὸς τὸ ὄντως ἀγαθόν, τὸν Πατέρα, φέρων». Πράγματι έτσι ακριβώς και θυμόμαστε τον λόγο του Κυρίου: «προτοῦ κάτι να ζητήσετε ο Πατέρας μας ο Ουράνιος γνωρίζει τι ανάγκη έχετε». Γι’ αυτό και σε όσους με πίστη μεταλαμβάνουν ο Χριστός γίνεται «τὰ πάντα ἐν πάσι».

ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ο ιερεύς χαμηλοφώνως: Πρόσχες Κύριε Ἰησού Χριστέ, ὁ Θεός ἡμῶν, ἐξ ἁγίου κατοικητηρίου σου καὶ ἀπό θρόνον δόξης τῆς Βασιλείας σου καὶ ἐλθέ εἰς τὸ ἁγιάσαι ἡμᾶς, ὁ ἄνω τῷ Πατρί συγκαθήμενος καὶ ὧδε ἡμῖν ἀοράτως συνών· καὶ καταξίωσον τῇ κραταιᾷ σον χειρί μεταδοῦναι ἡμῖν τοῦ ἀχράντου Σώματος σου καὶ τοῦ τιμίου Αἵματος καὶ δι ἡμῶν παντί τῷ λαῷ.

Μετά την ενανθρώπησή Του ο Χριστός ήρθε κοντά στον άνθρωπο χωρίς να αφήσει τον Πατρικό Θρόνο: Συγκατάβασις γὰρ θεϊκή, οὐ μετάβασις τοπική γέγονε «Καὶ τὸ θαυμαστόν τοῦτο ἦν, ὅτι ὡς ἄνθρωπος ἐπολιτεύετο καὶ ὡς Λόγος τὰ πάντα ἐζωογόνει καὶ ὡς Υἱός τῷ Πατρί συνῆν» (Μεγ. Αθανάσιος). Μετά την Ανάληψή του ο Θεάνθρωπος, αφού ιερούργησε το μυστήριο της Θείας Οικονομίας, ανέρχεται στον Πατρικό Θρόνο. Συγκάθεται ο Κύριος μας μετά του Πατρός στους ουρανούς αλλά και παρευρίσκεται με τους πιστούς στην Θ. Λειτουργία. Η παρουσία Του πληρή γη και ουρανό. Και μαζί με τον Χριστό ο άνθρωπος βρίσκεται ταυτοχρόνως στη γη και στον ουρανό: «Καὶ ἄνω σὲ ἔχω καὶ κάτω συμπλέκομαί σοι» (Ιερ. Χρυσόστομος).

Ο Κύριος μας είχε πει την νύκτα του μυστικού Δείπνου στους Δώδεκα:

«Ἐγώ πρὸς τὸν Πατέρα μου πορεύομαι Ἔτι μικρόν καὶ ὁ κόσμος μὲ οὐκέτι θεωρεῖ, ἡμεῖς δὲ θεωρεῖται με, ὅτι ἐγώ ζῶ καὶ ἡμεῖς ζήσεσθαι». Κόσμος είναι ο άνθρωπος που ζει έξω από την Θεία Λειτουργία. Αυτός δεν βλέπει τον Χριστό. Ζει στο σκοτάδι. «Ἀόρατος καὶ ἀφανής ὁλωσδιόλου, λέγει ὁ Χριστός ὅτι θὰ εἶναι, γι΄ αὐτούς ποὺ ἔχουν φρόνημα κοσμικό, ὕστερα ἀπό τὴν ἀναχώρησή Του ἀπό τὴν γῆ, ὕστερα δηλαδή ἀπό τὴν ἄνοδο στοὺς οὐρανούς. Θὰ εἶναι ὄμως ὅρατός στοὺς Ἀγίους» (Κύριλλος Αλεξανδρείας). Όπως και κατά την σάρκωση του Λόγου το σώμα εκάλυψε την Θεότητα, έτσι και στην Θ. Λειτουργία «Ὁ γὰρ ἄρτος οὖτος, οἷον τι καταπέτασμα ἐστιν ἔνδον κρύπτον τὴν Θεότητα» (Γρηγ. Παλαμᾶς).

Ο τόπος και ο χρόνος της Θ. Λειτουργίας αγιάζονται από τον «υπεράνω τόπου και χρόνου και ονόματος και νοήσεως». Ο Χριστός που είναι στους ουρανούς είναι και μαζί μας στην Θ. Λειτουργία. Και όχι μόνο μαζί μας αλλά έρχεται να κατοικήσει και μέσα μας. Πραγματικά ο Κύριος μας με τα πανάγια χέρια Του μεταδίδει τον εαυτό Του στον Λειτουργό και δι αὐτοῦ παντί τῷ λαῷ. Και γίνεται ο Χριστός «χαρά μεγάλη παντί τῷ λαῷ».

Ο Διάκονος: Πρόσχωμεν

Ο ιερεύς: Τὰ ἅγια τοῖς ἁγίοις

Ο λαός: Εἱς Ἅγιος, εἱς Κύριος, Ἰησούς Χριστός, εἱς δόξαν Θεοῦ Πατρός. Ἀμήν.

Το άγιο Σώμα και το Τίμιο Αίμα του Χριστού είναι τα Άγια τα οποία πρέπει να δοθούν προς κοινωνίαν τοις αγίοις. Ο Χριστός είναι ο Ένας και μόνος Άγιος. Ο Ένας και μόνος Κύριος. Εμείς μπορούμε να ονομαζόμαστε άγιοι μόνο επειδή είμαστε οι αποδέκτες της αγιότητος Του:

«Ἅγιοι καλοῦνται οἱ πιστοί ἐξ αἰτίας τοῦ Ἁγίου, τοῦ Ὁποίου κοινωνοῦν τὸ ἅγιο Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα» (Νικόλαος Καβάσιλας).

Ο Χριστός μόνο είναι «αὐτοπηγή καὶ αὐτόρριζα πάντων τῶν καλῶν, αὐτοζωή καὶ αὐτοφώς καὶ αὐτοαλήθεια». Σκορπάει παντού την αγιότητα. Στην εκκλησία αλλά και στην ύπαρξή μας όσο είμαστε ενωμένοι με το άγιο Σώμα Του, δεχόμαστε το πλήρωμα της αγιότητός Του.

Στην φράση «τὰ ἅγια τοῖς ἁγίοις» ο Ιερός Χρυσόστομος θα πει: «Ὁ ἱερεύς μὲ μεγάλη φωνή, μὲ φρικτή κραυγή, σὰν κάποιος κήρυκας σηκώνοντας τὸ χέρι ψηλά, στέκεται ὅρθιος καὶ ἀφού γίνει Θεατός ἀπό ὅλους, κραυγάζοντας δυνατά μέσα σ ἐκείνην τὴν ἠσυχία, ἄλλους τοὺς καλεί νὰ κοινωνήσουν καὶ ἄλλους ἐμποδίζει. Καὶ δὲν κάνει τοῦτο μὲ τὸ χέρι ἀλλά μὲ τὴν γλώσσα γιατί ἡ φράση αὐτή ἐννοεί: Ὅποιος δὲν εἶναι ἅγιος, ἄς μὴν πλησιάσει. Δὲν λέγει ἁπλῶς νὰ εἶναι καθαρός ἀπό ἁμαρτίες, ἀλλά ἅγιος. Διότι τὸν ἅγιο δὲν τὸν κάνει μόνο ἡ ἀπουσία τῆς ἁμαρτίας ἀλλά καὶ ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ὁ πλοῦτος τῶν ἀγαθῶν ἔργων. Δὲν θέλω μόνο νὰ εἴστε ἀπαλλαγμένοι ἀπό τὸν βόρβορο, ἀλλά νὰ εἴστε λευκοί καὶ ὡραῖοι».

Εδώ, λοιπόν, ο Χριστός μας δεν καλεί τους τέλειους αλλά αυτούς που βαδίζουν την οδό της αγιότητος, έχουν μπει στον δρόμο και αγωνίζονται να φθάσουν αλλά δεν την έχουν φθάσει ακόμα.

«Εἷς Ἅγιος, εἷς Κύριος Ἰησοῦς Χριστός»

Αυτό απαντούν ο λαός στην εκφώνηση του ιερέως. Ένας είναι ο Άγιος και μία η πηγή της αγιότητος. Ομολογούμε τούτο καθώς πλησιάζει η στιγμή της Θείας Κοινωνίας. Αναγνωρίζοντας το ύψος και το πέλαγος και την πληρότητα των Χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος συγχρόνως βλέπουμε και την δική μας απόσταση από τούτα τα χαρίσματα. Ποιος να συγκριθεί με το καθαρό και αμόλυντο, ποιος να σκεφτεί αρετή ενώπιον του Πανάγιου Θεού;

Ο Διάκονος: Μέλισον, δέσποτα τὸν ἅγιον Ἄρτον.

Ο ιερεύς: Μελίζεται και διαμερίζεται ὁ Ἁμνός τοῦ Θεοῦ, ὁ μελιζόμενος καὶ μὴ διαιρούμενος· ὁ πάντοτε ἐσθιόμενος καὶ μηδέποε δαπανώμενος ἀλλά τοὺς μετέχοντας ἁγιάζων.

Στην πρώτη Θ. Λειτουργία που τελέσθηκε στη γη, ο Χριστός τεμάχισε τον Άρτο και τον έδωσε στους Δώδεκα λέγοντας: Λάβετε, φάγετε· τοῦτό μοὺ ἐστι τὸ σῶμα τὸ ὑπέρ ἡμῶν κλώμενον.

Σε κάθε Θεία Λειτουργία επαναλαμβάνεται η πράξη αυτή του Κυρίου: ο λειτουργός τεμαχίζει τον Αμνό του Θεού και προσφέρει στους πιστούς το κλώμενον ἅγιο Σώμα.

Και παρόλο που στον Σταυρό ο Κύριος μας δεν υπέστη συντριβή μελῶν όπως των συσταυρωθέντων ληστών (ἵνα ἡ Γραφή πληρωθῇ, ὀστοῦν οὐ συντριβήσεται αὐτοῦ) τούτο γίνεται στην λειτουργική θυσία. Τεμαχίζεται και προσφέρεται στους πιστούς.

Ο Χριστός είναι το ὄντως Ὄν, το οποίο όλοι κοινωνούν και όμως αυτό δεν ελαττώνεται κατά την μετάληψη των κοινωνούντων: «Τὸ παρά παντός μετεχόμενων καὶ ἑν τῇ μετουσίᾳ τῶν μετεχόντων οὐκ ἐλαττούμενον». Και ο Ιερός Χρυσόστομος απλά και παραστατικά θα μας πει: «Έστω ότι υπάρχει μια πηγή πυρός. Έπειτα από την πηγή αυτή ανάβονται δέκα χιλιάδες λυχνάρια και δύο φορές τόσα και τρεις φορές και πολλές φορές. Άραγε το πυρ και αφού έχει μεταδοθεί σε τόσα λυχνάρια, δεν μένει στην ίδια πληρότητα;»

Πηγή πυρός ο Χριστός «ἐν οὐδενί ἐλαττούμενος ἐκ τῆς εἰς ἑτέρας χορηγίας, ἀλλά ἀεί πηγάζων καὶ πᾶσι τούτων μεταδιδούς τῶν καλῶν, ἐπί τῆς αὐτῆς μένει τελειότητος» (Γρηγόριος Νύσσης).

Τεμαχίζεται ο Χριστός αλλά δεν διαιρείται. Μετά τον μελισμό, κάθε μέρος του αγίου Άρτου είναι ολόκληρος ο Χριστός. «Καὶ ἄν τεμαχίζεται, ὅμως παραμένει ἀμέριστος καὶ ἀτεμάχιστος καὶ βρίσκεται καὶ ἀναγνωρίζεται ὁλόκληρος στὸ κάθε ἕνα χωριστό μέρος που κόβεται» (Γερμανός Κων/λεως). Ολόκληρος ο Χριστός βρίσκεται σ’ ολόκληρη την Αγία Εκκλησία μας, σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης και σ’ όλους τους αιώνες, και στον καθένας μας ξεχωριστά.

Ἐκ τοῦ πληρώματος αὐτοῦ ἡμεῖς πάντες ἐλάβομεν. Δεχόμαστε το πλήρωμα της ζωής και συγκροτούμε την αγία Εκκλησία. Οι υλικές τροφές πάντοτε τελειώνουν, ο αμνός του Θεού είναι πάντοτε εσθιόμενος και μηδέποτε δαπανώμενος. Η θυσία του δεν ξοδεύεται, διότι προέρχεται απ’ Αυτόν ο οποίος δεν εξαντλείται δεν δαπανάται, διότι είναι η αδαπάνητη τροφή της ατελευτήτου Ζωής και Αγάπης Του.

Ο Διάκονος: Πλήρωσον, δέσποτα, το ἅγιον Ποτήριον.

Ο Ιερεύς: Πλήρωμα Πνεύματος ἁγίου, ἀμήν.

Ο λειτουργός από την στιγμή που είπε τα «ἅγια τοὶς ἁγίοις» μέχρι τώρα ετέλεσε διαδοχικά τρεις πράξεις: την Ύψωση του αγίου Σώματος, τον τεμαχισμό Του, και την Ένωση μετά του Αγίου Αίματος Του.

  • Η ύψωση του αγίου Σώματος γίνεται ταυτόχρονα με την εκφώνηση «τὰ ἅγια τοὶς ἁγίοις». Ο Άγιος Γερμανός θα μας πει: «ἡ ὕψωσις τοῦ Τιμίου Σώματος εἰκονίζει τὴν ἐπί τοῦ Σταυροῦ ὕψωσιν καὶ τὸν ἐν αὐτῶ θάνατον καὶ αὐτήν τὴν ἀνάστασιν». Αλλά και ο ιερός Δαμασκηνός το αυτό ομολογεί: «ὑψοῦται ἐν ταῖς χερσί τοῦ ἱερέως ὡς ἐπί Σταυροῦ».

  • Ο τεμαχισμός του αγίου Σώματος του Χριστού γίνεται καθώς ο ιερέας λέγει: «Μελίζεταί καὶ διαμελίζετα ὁ Ἁμνός τοῦ Θεοῦ…». Εκεί διαιρεί το Σώμα του Χριστού σε τέσσερα τεμάχια και τοποθετείτε σταυροειδώς επάνω στο άγιο Δισκάριο. Ο Άγιος Ευτύχιος Κων/πολεως γράφει, ότι «ἡ κλάση τοῦ ἄρτου τοῦ τιμίου (Χριστοῦ) τὴν σφαγή δηλοῖ». Ο τεμαχισμός αυτός είναι η πράξη που κατεξοχήν φανερώνει τον Χριστό. «Ἐν τῇ κλάσει τοῦ ἅρτου τὸν ἐγνώρισαν οἱ Μαθητές στὴν Ἐμμαούς».

  • Την στιγμή όμως αυτή που εξετάζουμε επιτελείται η ένωση του αγίου Σώματος με το άγιο Αίμα του Χριστού. Η πράξη αυτή σημαίνει: «ὅτι εἶς ἐστίν ὁ Χριστός, εἰ καὶ ἐν ποτηρίῳ καὶ ἄρτῳ καθορᾶται· ὁ Αὐτός στηριγμός τε διά τοῦ ἄρτου καὶ εὐφροσύνη διά τοῦ ποτηρίου». Με την ένωση κηρύττεται η ενότητα της φύσεως του Χριστού.

Πλήρωμα Πνεύματος Αγίου: Ο Χριστός μας γεμίζει με Πνεύμα Άγιο. «Τὶ γὰρ τὸ ἔργον καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν τοῦ Χριστοῦ παθῶν καὶ λόγων καὶ ἔργων;…Οὐδέν ἕτερον ἤ τοὺ ἁγίου Πνεύματος εἰς τὴν ἐκκλησίαν ἐπιδημίαν» (Νικόλαος Καβάσιλας).

Ο Διάκονος: Εὐλόγησον, δέσποτα, το ζέον.

Ο Ιερεύς: Εὐλογημένη ἡ ζέσις

Ο Διάκονος: Ζέσις Πνεύματος Ἁγίου. Ἀμήν.

Αφού γίνει η αγία ένωση λαμβάνει ο λειτουργός ζεστό ύδωρ (ονομαζόμενον ζέον) και το ρίπτει στο Άγιο Ποτήριον. Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης θα πει συνοπτικά μέσα από τις γνώμες των Πατέρων:

«Διπλούν ἐστάθη τὸ Θαῦμα τῆς ἀκηράτου πλευρᾶς τοῦ Κυρίου, ὄχι μόνο διατί ἐξέβλυσεν αἷμα καὶ ὕδωρ ἀλλά καὶ διατί ἐξέβλυσαν αὐτά ζεστά καὶ ζωντανά, ὡσάν ὁποῦ ἦτον ἡ πλευρά ἐκείνη ζῶσα καὶ ζωοποιός, διά τὴν καθ ὐπόστασιν ἕνωσιν τῆς ζωοποιοῦ Θεότητος. Ὅθεν διά νὰ παρασταίνεται μὲν τὸ πρῶτο θαῦμα ἐνομοθετείθη νὰ βάλλεται αἷμα καὶ ὕδωρ εἰς τὸ ἅγιον Ποτήριον. Διὰ νὰ παρασταίνεται δὲ καὶ τὸ δεύτερον, διετάχθη ἄνωθεν καὶ ἑξ ἀρχῆς, ὠς λέγει ὁ Βαλσαμών, καὶ ὁ Κων/πόλεως Γερμανός, νὰ βάλλεται τὸ ὕδωρ τοῦτο ζεστόν καὶ κοχλάζον ἐν τῷ καιρῷ του Κοινωνικοῦ, ὄχι ψυχρόν ἤ χλιαρόν, ἵνα καὶ αὐτός ὁ ἱερεύς καὶ οἱ λοιποί μεταλαμβάνοντες αὐτά οὕτω ζεστά, διατεθῶσιν ὅτι μεταλαμβάνουν καθώς τότε ἐξῆλθον ἀπό τὴν ζωοποιόν τοῦ Σωτήρος πλευράν»

«Ζέσις πνεύματος ἁγίου». Τα πάντα υπογραμμίζουν την επιδημία του Παρακλήτου. «Αυτό το θερμό ύδωρ γράφει ο όσιος Νικόλαος Καβάσιλας, επειδή και ύδωρ είναι και περιέχει το πυρ (λόγω του βρασμού), φανερώνει το Άγιο Πνεύμα, το οποίο και ύδωρ λέγεται και ως πυρ εμφανίστηκε να κατέρχεται στους Μαθητές του Χριστού».

ΕΥΧΕΣ ΘΕΙΑΣ ΜΕΤΑΛΗΨΕΩΣ

Οι ευχές αυτές τις οποίες λέγει τώρα ο Λειτουργός και που πρέπει να λέγει επίσης κάθε πιστός που ετοιμάζεται να κοινωνήσει, είναι οι τελευταίες από μια σειρά ευχών που όλες μαζί ονομάζονται ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΜΕΤΑΛΗΨΕΩΣ. Διαβάζεται σε τρία τμήματα.

Το πρώτο: το οποίο έχει ένα κανόνα κατ’ αλφάβητο διαβάζεται με το απόδειπνο το βράδυ που προηγείται της Θείας Κοινωνίας.

Το δεύτερο: την επόμενη το πρωί και αποτελείται από 3 ψαλμούς, οι οποίοι σχετίζονται με τα άγια μυστήρια, τρία σχετικά τροπάρια και εννέα ευχές διαφόρων Αγίων Πατέρων.

Το τρίτο μέρος: είναι οι ευχές που λέει μυστικά ο ιερεύς λίγο πριν κοινωνήσει.

Η πρώτη ευχή που διαβάζει ο ιερεύς είναι μία ομολογία πίστεως και ελπίδος στην αγάπη που Χριστού: Πιστεύω Κύριε και ομολογώ ότι συ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του ζώντος Θεού, που ήλθες στον κόσμο να σώσεις τους αμαρτωλούς από τους οποίους είμαι πρώτος εγώ.

Η φράση αυτή στηρίζεται στους λόγους του Αποστόλου Παύλου: Πιστός ὁ Λόγος καὶ πάσης ἀποδοχής ἅξιος, ὅτι Χριστός Ἰησούς ἦλθεν εἰς τὸν κόσμο ἀμαρτωλούς σώσαι, ὧν πρώτος εἰμί ἐγώ· ἀλλά διά τοῦτο ἠλεήθην, ἵνα ἐν ἐμοί πρώτῳ ἐνδείξηται Ἰησοῦς Χριστός τὴν πᾶσαν μακροθυμίαν, πρὸς ὑποτύπωσιν τῶν μελλόντων πιστεύσιν ἐπ αὐτῷ εἰς ζωήν αἰώνιον. Με βεβαιότητα, ότι ο Ιησούς Χριστός θα δείξει και σε μας τους αμαρτωλούς την πάσαν μακροθυμίαν, τον παρακαλούμε να μας αξιώσει να πλησιάσουμε ακατακρίτως το ποτήριον της αγάπης του.

ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Αφού ο Λειτουργός κοινωνήσει μετά φόβου και τρόμου το πανάγιο Σώμα και πανάχραντο Αίμα του Κυρίου, ασπάζεται το Άγιο Ποτήριο και λέγει: Τοῦτο ἥψατο τῶν χειλέων μου καὶ ἀφελεῖ τὰς ἀνομίας μου καὶ τὰς ἁμαρτίας μου περικαθαριεῖ. Τον λόγο αυτό είπε στον Προφήτη Ησαΐα άγγελος Σεραφείμ, όταν απεστάλη προς αυτόν και ἐν τὴ χειρί εἶχεν ἄνθρακα, ὅν τῇ λαβίδι ἄλαβεν ἀπό τοῦ θυσιαστηρίου καὶ ἤψατο τοῦ στόματός του. Τον άνθρακα, ο οποίος συμβολίζει τον Χριστό, δεν ετόλμησε ο Άγγελος να εγγίσει με το χέρι του ενώ εμείς στην Θ. Λειτουργία εγγίζουμε τον ίδιο τον Χριστό. Ο ιερός Χρυσόστομος θα μας πει: «Ταῦτα ἐννοῶν, ἄνθρωπε, καὶ τὸ μέγεθος τῆς δωρεᾶς λογιζόμενος, ἀνάστηθι ποτέ καὶ τῆς γῆς ἀποστάς πρὸς τὸν οὐρανόν ἀνάβηθι».

Η προσκόλλησή μας στα γήινα γίνεται εμπόδιο στην καρποφορία της Θείας Κοινωνίας. «Ὅτι οὗτος ὁ Ἅρτος, λέγει ὁ ἅγιος Συμεών, ὁ Νέος Θεολόγος, εἰς ἐκείνους ὄπου δὲν ἔγιναν ἀνώτεροι τῶν αἱσθήσεων, φαίνεται αἰσθητῶς ἄρτος, ὅμως νοερῶς εἶναι φῶς ἀχώρητον και ἀπρόσιτον Λοιπόν ὅταν τρώγῃς τὸν Θεῖον Ἄρτον καὶ ὅταν πίνῃς τὸν οἶνον τῆς εὐφροσύνης, ἀνίσως δὲν γνωρίζεις πὼς ἔζησες ζωήν ἀθάνατον καὶ πὼς ἐδέχθης μέσα σου αὐτόν τὸν Ἄρτον φωτεινόν καὶ πύρινον, ὡσάν τὸν προφήτην Ἡσαΐαν ὄπου ἐδέχθη τὸν ἀναμμένον ἄνθρακα τὶ λογῆς νομίζεις πὼς ἐκοινώνησες τὴν αἰώνιον ζωήν; Καὶ πὼς ἐπλησίασες εἰς τὸ ἀπρόσιτον πῦρ τῆς Θεότητος; Ὄχι άδελφέ, ὄχι. Τοῦτο δὲν ἔγινεν εἰς ἐσένα, διατί εὐρίσκεσαι εἰς αὐτά τελείως ἀναίσθητος Ἀλλά τὸ φῶς ἐκεῖνο σὲ φωτίζει, ὅμως ἐσύ εἶσαι τυφλός καὶ δὲν φωτίζεσαι. Καὶ τὸ πῦρ σὲ θερμαίνει, ὄμως ἐσύ μένεις ψυχρός. Ἡ ζωή ἦλθε εἰς ἐσένα, ὅμως ἐσύ δὲν ἀνασταίνεσαι ἀλλά μένεις νεκρός».

Για να δεχθούμε την αιώνια ζωή, ας πλησιάσουμε στην Θ. Κοινωνία καθαροί στην ψυχή και στο σώμα. Ας πλησιάσουμε τον Κύριο «πόθῳ διακαεῖ. Καὶ σταυρωειδῶς τὰς παλάμας τυπώσαντες τοῦ ἐσταυρωμένου τὸ σῶμα ὐποδε-ξώμεθα. Καὶ ἐπιθέντες ὁφθαλμούς καὶ χείλη καὶ μέτωπα τοῦ Θείου ἄνθρακος μεταλάβωμεν, ἵνα τὸ πῦρ τοῦ ἐν ἡμῖν πόθου προσλαβόν τὴν ἐκ τοῦ ἄνθρακος πύρωση, καταφλέξη ἡμῶν τὰς ἁμαρτίας καὶ φωτίσῃ ἡμῶν τὰς καρδίας καὶ τῇ μετουσίᾳ τοῦ Θείου πυρός πυρωθῶμεν και θεωθῶμεν».

Ἀεί πάσχα δυνάμεθα ἑπιτελεῖν

Μετά την μετάληψη ο ιερεύς ή ο διάκονος συστέλλει τα τίμια Δώρα και λέγει τροπάρια Αναστάσιμα (Ἁνάστασιν Χριστοῦ Θεασάμενοι, Φωτίζου, Ω θείας, Ω Πάσχα) και μας δίνει την δυνατότητα να μιλήσουμε πάλι για την Αναστάσιμη ευλογία της Θ. Λειτουργίας.

Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας γράφει ότι η συμμετοχή μας στη Θ. Κοινωνία είναι «ὁμολογία ἀληθής καὶ ἀνάμνησις τοῦ τεθνᾶναι καὶ ἀναβιῶναι δι ἠμᾶς καὶ ὑπέρ ἡμῶν τὸν Κύριον». Τον λόγο αυτόν του Αγίου Πατρός επιβεβαιώνει τώρα ο λειτουργός, ο οποίος αφού κοινώνησε, απαγγέλει τα τέσσερα αναστάσιμα τροπάρια καθώς τοποθετεί το Άγιο Σώμα του Χριστού μέσα στο Άγιο Ποτήριο.

Στην Θ. Λειτουργία είδαμε την Ανάσταση του Χριστού! Την είδαμε να ιερουργείτε μέσα στην ευχαριστιακή μας Σύναξη. Την ζούμε τώρα – με την Θ. Κοινωνία – να ιερουργείτε στην ύπαρξή μας, «καθώς ανασταίνεται μέσα μας ο Δεσπότης Χριστός, λαμπροφορώντας και αστράπτοντας τις αστραπές της αφθαρσίας και της θεότητας» (Συμεών νέος Θεολόγος).

Αφού με την Θεία Λειτουργία μπορούμε συνεχώς να κηρύττουμε τον θάνατο του Κυρίου, μπορούμε επομένως να εορτάζουμε το Πάσχα του Κυρίου πάντοτε «Ἀεί Πάσχα δυνάμεθα ἐπιτελεῖν». Κάθε λειτουργική Σύναξη είναι η Ανάσταση του Χριστού και κάθε Θεία Κοινωνία είναι η ανάσταση του ανθρώπου που μετέχει σ’ αυτην. «Ἀνάστασις ψυχῆς ἡ ἕνωσις ἐστί τῆς ζωῆς· ὥσπερ γὰρ τὸ νεκρό σῶμα, εἰ μὴ δέξεται ἐν ἑαυτῷ τὴν ζῶσαν ψυχήν καὶ ἀμίκτως ταύτῃ μιγή ζῆν οὐ λέγεται οὐδέ δύναται, οὕτως οὐδέ ψυχή μόνη ζῆν αὐτή καθ ἑαυτήν δύναται, εἰ μὴ ἀρτίως καὶ ἀσυγχύτως ἐνωθῇ Θεῷ τῇ ὄντως αἰωνίᾳ ζωῇ» (Συμεών νέος Θεολόγος).

Αυτή πρέπει να είναι όλη η ζωή του πιστού Χριστιανού, που συνειδητά προσευχομένου και μετέχοντος στην λατρεία του Κυρίου, ο Οποίος δίνει ζωή και χάρη.

ΜΕΤΑ ΦΟΒΟΥ ΘΕΟΥ

Η μετάνοια, η εξομολόγηση, η προσευχή και η νηστεία αποτελούν την πνευματική προετοιμασία για την συμμετοχή μας στην Θεία Κοινωνία. Ο φόβος του Θεού, η πίστη και η αγάπη συνιστούν τον τρόπο, με τον οποίο προσερχόμαστε να κοινωνήσουμε. Την ψυχική και σωματική στάση μας απέναντι στον Χριστό που μας καλεί στο δείπνο Του. «Όταν, λέγει ο ιερός Χρυσόστομος, πρόκειται να προσέλθετε στην Θεία αυτή και φρικτή Τράπεζα, στην ιερή αυτή μυσταγωγία, να προσέρχεσθε με φόβο και τρόμο, με συνείδηση καθαρή, με νηστεία και προσευχή. Χωρίς να θορυβείτε, χωρίς να ποδοπατάτε και να σπρώχνετε τους διπλανούς σας. Διότι αυτή η αταξία είναι δείγμα της πιο μεγάλης παραφροσύνης και περιφρονήσεως των αγίων Μυστηρίων. Πες μου, άνθρωπε, λέγει ο Άγιος Ιωάννης, γιατί κάνεις θόρυβο; Γιατί βιάζεσαι; Σε πιέζει τάχα η ανάγκη να κάνεις τις εργασίες σου; Και σου περνά μήπως εκείνη την ώρα η σκέψη ότι έχεις εργασίες; Έχεις μήπως την αίσθηση ότι είσαι επάνω στη γη; Νομίζεις ότι είσαι μαζί με ανθρώπους;».

Η προετοιμασία είναι μέσα μας να καλλιεργούμε το φόβο του Θεού, την πίστη και την αγάπη. «Ο φόβος του Θεού γράφει ο αββάς Ισαάκ, ἀρχή ἐστί τῆς ἀρετῆς. Λέγεται δὲ ὅτι εἶναι γέννημα τῆς πίστεως και σπείρεται ἐν τῇ καρδίᾳ, ὅταν ἀποχωρισθῇ ἡ διάνοια ἀπό τοῦ περισπασμοῦ τοῦ κόσμου».

Αλλά και ο άγιος Μάξιμος γράφει, ότι ο φόβος του Θεού είναι δύο ειδών.

«Ὁ πρῶτος γεννᾶται μέσα στην ψυχή μας ἀπό τῖς ἀπειλές τῆς κολάσεωςδεύτερος φόβος εἶναι συνδεδεμένος μὲ τὴν ἴδια την ἀγάπη Ὁ φόβος αὐτός γεννᾶ στὴν ψυχή τὴν εὑλάβεια, ὥστε ἠ ψυχή νὰ μὴν καταφρονήσει τὸν Θεό ἐξ΄ αἰτίας τῆς παρρησίας που δημιουργεῖ ἡ ἀγάπη».

Ο άνθρωπος δεν φοβάται πλέον τίποτα άλλα παρά να μην πέσει από το ύψος της αγάπης. Γι’ αυτό αφού κοινωνήσουμε την Αγάπη, ζητούμε από τον Κύριο: Στήριξον ἡμᾶς ἐν τῷ φόβῳ σου.

Η πίστη είναι η αρχή της οδού που οδηγεί στην Θ. Κοινωνία. Η αγάπη είναι το τέλος: «Ἀρχή ζωῆς καὶ τέλος· ἀρχή μὲν πίστις, τέλος δε ἀγάπη. Τὰ δὲ δύο, ἐν ἐνότητι γένομενα, Θεός ἐστιν» (Ιγνάτιος Αντιοχείας).

Η στιγμή που ο άνθρωπος δέχεται μέσα του τον Κύριο είναι η στιγμή της Θείας Αγάπης που προσφέρεται και της ανθρώπινης αγάπης που προσέρχεται και δέχεται την προσφορά. Ο αββάς Ισαάκ γράφει: «Παράδεισος ἐστί ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ Ὅταν εὕρωμεν τὴν ἀγάπην, ἄρτον οὐράνιο τρεφόμεθα Ὁ εὐρών τὴν ἀγάπην, τον Χριστό ἐσθίει καθ ἐκάστην ἡμέραν καὶ ὥραν καὶ ἀθάνατος γίνεται ἐκ τούτου Μακάριος ἐστίν ὁ ἐσθίων ἐκ τοῦ ἄρτου τῆς ἀγάπης, ὅς ἐστίν ὀ Ἰησοῦς Τὸν ἐσθίετε καὶ πίνετε ἐν τῇ τραπέζῃ τῆς βασιλείας μου τὶ ἐστίν εἰ μὴ ἀγάπη; Ἰκανή γὰρ θρέψαι τὸν ἄνθρωπον ἠ ἀγάπη, ἀντί βρώσεως καὶ πόσεως. Οὗτος ἐστίν ὁ οἶνος, ὁ εὐφραίνων καρδίαν ἀνθρώπου· Μακάριος ὁ πιών ἐκ τοῦ οἴνου τούτου».

Η Θεία Λειτουργία είναι η Βασιλεία του Θεού. Και η τροφή στο Δείπνο της Βασιλείας είναι η αγάπη. Με την μετάνοια και τον φόβο του Θεού διαπλέουμε την επικίνδυνη θάλασσα τῆς ζωῆς αὐτῆς καὶ φθάνουμε στὴν ἀγάπη. «Ἡ μετάνοια ἐστί τὸ πλοῖον, ὁ φόβος δὲ ὁ κυβερνήτης αὐτοῦ, ἡ ἀγάπη ὁ λιμήν ὁ Θεϊκός καὶ ὅτε φθάσομεν τὴν ἀγάπη, ἐφθάσαμεν εἰς τὸν Θεόν. Καὶ ἡ ὁδός ἠμῶν ἐτελειώθη καὶ διέβημεν πρὸς τὴν νῆσον, τὴν ἐκεῖθεν τοῦ κόσμου οὖσαν· ὁ Πατήρ, ὁ Υἱός καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, αὐτῷ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος· καὶ ἡμᾶς ἀξίους ποιήσοι τῆς δόξης αὐτοῦ καὶ τῆς ἀγάπης τῆς διὰ τοῦ φόβου αὐτοῦ. Ἀμήν».

ΚΑΤ ΟΝΟΜΑ

Ο Ιερεύς: Ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ (δεῖνα) μεταλαμβάνει τοῦ ἁγίου Σώματος καὶ Αἵματος τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ εἰς ζωήν αἰώνιον. Ἀμήν.

Ο λειτουργός μεταδίδοντας το πανάγιο Σώμα και Αίμα του Κυρίου στον πιστό, τον ονομάζει με το όνομά του. Με το όνομα που του δόθηκε όταν έγινε υιός του Θεού, όταν βαπτίστηκε στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγ. Πνεύματος.

Η στιγμή της Θ. Κοινωνίας είναι η στιγμή της προσωπικής μας συναντήσεως με τον Κύριο. Με το στόμα του λειτουργού ο καλός Ποιμένας, ο Χριστός, τα ίδια πρόβατα καλεί κατ όνομα. Τα πρόβατα Τον πλησιάζουν και δέχονται από τα πανάγια χέρια Του την αφθαρτίζουσα τροφή. «Ὅταν λοιπόν βλέπεις τὸν λειτουργό νὰ σοῦ δίνει τὰ ἅγια Μυστήρια, μὴ νομίσεις πὼς εἶναι ὁ Ἱερεύς ποὺ τὸ κάνει αὐτό ἀλλά τὸ ἅγιο χέρι τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἀπλώνεται πρὸς ἐσένα». Ο ποιμένας γίνεται έτσι η θύρα των προβάτων, η ωραία πύλη της Ζωής. Και τα πρόβατα εισέρχονται και εξέρχονται δι’ Αυτού και βρίσκουν βοσκή. «Ποιος ποιμένας τρέφει τα πρόβατα με τα ιδικά του μέλη; Και γιατί λέγω ποιμένας; Υπάρχουν πολλές φορές μητέρες οι οποίες μετά τον τοκετό δίνουν τα παιδιά τους σε παραμάνες. Ο Χριστός όμως αυτό δεν το ανέχθηκε αλλά μας τρέφει ο ίδιος με το δικό του Αίμα και με κάθε τρόπο μας συμπλέκει με τον Εαυτό Του… Με τον καθένα από τους πιστούς αναμιγνύει τον εαυτό Του διά των μυστηρίων. Και εκείνους που γέννησε τους τρέφει με τον εαυτό Του και δεν τους δίνει σε άλλον» (Ιερός Χρυσόστομος).

Ἡμεῖς καὶ ὁ Χριστός ἕν ἐσμέν

Με την Θεία Κοινωνία γινόμαστε ένα κράμα με το πανάγιο Αίμα του Χρι- στού, γινόμαστε ένα φύραμα με το πανάγιο Σώμα Του: «Δέχεσαι μέσα σου τον Χριστό, αναμιγνύεσαι με το Άγιο Σώμα Του, αναφύρεσαι με το Σώμα του Κυρίου που βρίσκεται στον ουρανό» (Ιερός Χρυσόστομος) και συνεχίζει:

«Τοῦτο τὸ Αἷμα, ζωντανεύει τὴν εἰκόνα τὴν βασιλική (κατ’ εἰκόνα), τοῦτο τὸ Αἷμα γεννᾶ τὸ ἀπερίγραπτο κάλλος, τοῦτο τὸ Αἷμα δὲν ἀφήνει τὴν εὐγένεια τῆς ψυχῆς νὰ μαραθεῖ, διότι συνεχῶς τὴν ποτίζει καὶ τὴν τρέφει… Αὐτό τὸ Αἷμα εἶναι ἡ σωτηρία τῶν ψυχῶν μας, μὲ αὐτό λούζετα ἡ ψυχή καὶ στολίζεται, μὲ αὐτό φλέγεται ἡ ψυχή. Αὐτό τὸ Αἷμα κάνει τὴν ψυχή μας λαμπρότερη ἀπ τὸ χρυσάφι.

Ο Χριστός που έρχεται μέσα μας δεν αγιάζει μόνο την ψυχή μας αλλά ολόκληρο τον άνθρωπο. Διότι με την Θ. Κοινωνία «ἀναμειγνύετα ἡ ψυχή μὲ ψυχή, σῶμα μὲ σῶμα, αἷμα μὲ αἷμα… Πόσο μεγαλειώδη μυστήρια! Τὶ θαῦμα εἶναι νὰ ἀναμίξουμε τὸν νοῦ μας μὲ τὸν νοῦ τοῦ Χριστοῦ! Νὰ γίνει ἕνα κράμα ἡ θέλησή μας μὲ τὴν θέληση Του, τὸ σῶμα Του μὲ τὸ σῶμα μας καὶ τὸ αἷμα Του μὲ τὸ αἷμα μας! Πῶς γίνεται ὁ νοῦς μας ὅταν ὑπερισχύσει ὁ Θεῖος νοῦς, τὶ θὰ εἶναι ἠ θέλησή μας ὅταν ὑπερτερήσει ἡ θεία θέληση καὶ τὶ θὰ εἶναι τὸ χῶμα ὅταν τὸ ὑπερνικήσει τὸ πυρ!». Ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, ύστερα από την Θεία Κοινωνία υμνεί τον Κύριο:

«Τὶς ἡ ἄμετρος εὐσπλαγχνία σοῦ, Σῶτερ;

Πὼς ἡξίωσας μέλος σὸν με γενέσθαι,

Τὸν ἀκάθαρτον, τὸν ἄσωτον, τὸν πόρνον;

Πὼς ἐνέδυσας στολήν μὲ λαμπροτάτην

ἀπαστράπτουσαν αἴγλην ἀθανασίας

καὶ φῶς ποιοῦσαν ἅπαντά μου τὰ μέλη;

Σῶμα γάρ τὸ σον, τὸ ἄχραντο καὶ θεῖον

ἀπαστράπτει ὅλον πυρί θεότητός σου

ἀναφυραθέν καὶ συμμιγέν ἀρρήτως…

ἡνώθην, οἶδα, καὶ τὴν θεότητί σου

καὶ γέγονα σον καθαρώτατον σῶμα

μέλος ἐκλάμπον, μέλος ἅγιον ὄντως,

μέλος τηλαυγές καὶ διαυγές καὶ λαμπρόν».

Αυτό το μυστήριο της ενώσεως του Θεού με τον άνθρωπο ο ιερός Χρυσόστομος το εκφράζει με μία φράση: «Ἡμεῖς καὶ ὁ Χριστός ἔν ἐσμέν».

ΕΙΔΟΜΕ ΤΟ ΦΩΣ ΤΟ ΑΛΗΘΙΝΟ

Με την Θ. Κοινωνία ο πιστός δέχθηκε μέσα του το φως το αληθινό. Η ψυχή του ενώθηκε με τον Χριστό, τον Ήλιο της δικαιοσύνης. Ο νους του «πρὸς τὸν Θεόν ὅλος ἀναμιγνύεται καὶ τῷ φωτί περιλάμπεται». Ο Χριστός που κοινώνησε ο πιστός, έγινε γι αυτόν,

Φῶς καὶ εἰρήνη καὶ χαρά, ζωή, τροφή καὶ πόσις,

ἔνζυμα, περιβόλαιον, σκηνή καὶ θεῖος οἶκος…

ἥλιος ὄντως ἄδυτος, ἄστρον ἀειλαμπές τε

λαμπάς ἐντός ἐκλάμπουσα τῆς ψυχικής οἰκίας» (Συμ. Νέος Θεολόγος)

Δεχθήκαμε στις ψυχές μας όχι απλώς «ἀκτίνα τινά καὶ φὼς ἀλλά τὸν δίσκον αὐτόν (τοῦ Ἡλίου)». Γίναμε, κατά Χάρη, ήλιοι που δορυφορούμε τον μοναδικό Ήλιο. Επειδή ο Χριστός, «ἀφοῦ τὰ ἀγκαλιάσει ὅλα μὲ τὴν φωτιστική Του δύναμη, προσφέρει στοὺς ἀξίους συνεχές καὶ ἀδιάκοπτο τὸ φῶς καὶ τοὺς κάνει ἄλλους ἠλίους». Ο όσιος Νικήτας ο Στηθάτος γράφει ότι η παρουσία του Θείου Φωτός οδηγεί τον άνθρωπο στην Θέα των Μυστηρίων του Θεού.

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, αποκαλύπτοντας τις εμπειρίες της αγίας ζωής του, ομιλεί για την είσοδο του ανθρώπου στον χώρο του αληθινού φωτός: Ο Χριστός «ἐνώνεται μὲ τις ἀνθρώπινες ὑποστάσεις ἀναμιγνύοντας τὸν ἐαυτό του μὲ τὸν κάθε πιστό διὰ τῆς μεταλήψεως τουῦ Ἁγίου Σώματός Του. Γίνεται ἕνα σῶμα μὲ ἐμᾶς καὶ μᾶς μεταμορφώνει σὲ ναό ὁλόκληρο τῆς Θεότητος σωματικῶς. Πῶς λοιπόν δὲν θὰ φωτίσει μὲ τὴν θεϊκή ἀκτινοβολία τοῦ Σώματός Του, ποὺ εἶναι μέσα μας, τὶς ψυχές ἐκείνων ποὺ κοινωνοῦν ἀξίως, ὅπως κάποτε ἐφώτισε τὰ σώματα τῶν μαθητῶν στο Θαβώρ;»

Το ευχαριστιακό Μυστήριο –το μυστήριο του Χριστού, του Ήλιου της δικαιοσύνης – ανέτειλε στον κόσμο μας το Φως εκ του Πατρός! Είναι, λοιπόν, επόμενο οι πιστοί, ύστερα από την Θεία Κοινωνία, να κηρύττουμε «ἐκ φωτός τοῦ Πατρός, φῶς καταλαμβάνοντες τὸν Υἱόν, ἐν φωτί τῷ Πνεύματι, σύντομον καὶ ἀπέριττον τῆς Τριάδος Θεολογίαν» (Γρηγ. Θεολόγος). Και εμείς μαζί με τον Άγιο Συμεών υμνούμε αυτό το φως:

«Πάλιν ἐκλάμπει μοι τὸ Φῶς, πάλιν τρανῶς ὁρᾶται,

πάλιν ἀνοίγει οὐρανούς, πάλιν τέμνει τὴν νύχτα,

πάλιν παράγει ἅπαντα, πάλι ὀρᾶται μόνον,

πάλιν ἀπάντων ἔξω με ποιεῖ τῶν ὀρομένων.

Και μέσον πάντων ὄντων με, ἔξω ποιεῖ τῶν πάντων».

Το φως του κόσμου, ο Χριστός διαλύει τα σκοτάδια. Ανοίγει τους ουρανούς, φανερώνει την Βασιλεία Του. Εκεί μέσα στην Βασιλεία «νυξ οὐκ ἔσται ἔτι ός καὶ οὐ χρεία λύχνον καὶ φωτός ἡλίου. Ἐκεῖ ἐπισκοπεῖ τὸ φῶς τοῦ προσώπου τοῦ Χριστού» (Γρηγόριος Παλαμάς).

«Ὑψώθητι ἐπί τοὺς οὐρανούς ὁ Θεός»

Ο ιερεύς, αφού απέθεσε τα Άγια στην αγία Τράπεζα θυμιάζει τρεις φορές και λέγει: «Ὑψώθητι ἐπί τοὺς οὐρανούς ὁ Θεός καὶ ἐπί πάσαν τὴν γῆν ἡ δόξα Σου». Ο Άγιος Αθανάσιος εξηγεί τον ψαλμικό αυτόν λόγο: Είναι σαν να λέμε στον Χριστό «Αφού για την δική μας σωτηρία κατέβασες τον εαυτό Σου εκούσια στην κένωση της σαρκώσεως και έγινες υπήκοος μέχρι θανάτου, ανέβα Κύριε, πάλι στους ουρανούς· διότι και μετά την άνοδό Σου, θα γεμίσεις ολόκληρη την γη με την δόξα Σου».

Κάθε φορά που τελείται η Θεία Λειτουργία ο Χριστός κατέρχεται από τους ουρανούς για την δική μας σωτηρία. Στο τέλος της Θείας Λειτουργίας ανέρχεται πάλις στους ουρανούς, αλλά το Φως της δόξης και της αγάπης Του παραμένει και επί της γης και καταυγάζει την οικουμένη.

ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΡΙΟΝ ΕΥΧΗΝ

Ο ιερεύς: «Εὐχαριστούμεν σοι, Δέσποτα, φιλάνθρωπε, εὐεργέτα τῶν ψυχῶν ἡμῶν, ὅτι καὶ τῇ παρούσῃ ἡμέρᾳ κατηξίωσας ἡμᾶς τῶν ἐπουρανίων σου καὶ ἀθανάτων Μυστηρίων. Ὀρθοτόμησον ἡμῶν τὴν ὁδόν, στήριξον ἡμᾶς ἐν τῷ φόβῳ σου τοὺς πάντας, φρούρησον ἡμῶν τὴν ζωήν, ἀσφάλισαι ἡμῶν τὰ διαβήματα· εὐχαῖς καὶ ἱκεσίαις τῆς ἐνδόξου Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας καὶ πάντων τῶν Ἁγίων σου».

Η ευχαριστήριος αυτή ευχή φέρνει στο νου μας την αντίστοιχη ευχαριστία των Μαθητών του Χριστού στο τέλος του μυστικού Δείπνου: «Καὶ ἡμνήσαντες ἐξῆλθον εἰς τὸ ὄρος τῶν ἑλαιῶν». Ο ιερός Χρυσόστομος θα μας πει: «Αὐτή ἡ εὐχή εἶναι σύμβολο ἐκείνης τῆς προσευχής. Ὁ Κύριος εὐχαρίστησε πρὶν νὰ δώσει τὸ ἅγιον σῶμα Του στοὺς Μαθητάς γιὰ νὰ εὐχαριστοῦμε καὶ ἐμεῖς. Καὶ ἀφού τοὺς τὸ ἔδωσε πάλι εὐχαρίστησε καὶ ὕμνησε, γιὰ νὰ κάνουμε καὶ ἐμεῖς τὸ ἴδιο».

ΕΝ ΕΙΡΗΝῌ ΠΡΟΕΛΘΩΜΕΝ

Η Θ. Λειτουργία είναι μία πορεία. Μία πορεία της οποίας ο σκοπός και το τέλος είναι η συνάντηση του Θεού και η ένωση του ανθρώπου με τον Θεό. Αυτός ο σκοπός ήδη πραγματοποιήθηκε. Φθάσαμε στο τέλος της πορείας μας. Είδαμε το Φως το αληθινό. Είδαμε τον Κύριο μεταμορφωμένο επάνω στο Θαβώρ. Κοινωνήσαμε το άγιο Σώμα Του και το πανάχραντο Αίμα Του. Και ενώ αποτολμούμε να ψελλίσουμε στον υψηλό Επισκέπτη μας: «Κύριε, καλόν ἐστίν ἡμᾶς ὧδε εἶναι», η μητέρα Εκκλησία μας θυμίζει, ότι το τέλος της λειτουργική μας πορείας πρέπει να γίνει αφετηρία της μαρτυρικής μας πορείας.

ΕΝ ΕΙΡΗΝῌ ΠΡΟΕΛΘΩΜΕΝ: Ας αναχωρήσουμε με ειρήνη.

Στην διάρκεια της Λειτουργίας δεχθήκαμε μέσα μας τον Χριστό. Τώρα καλούμαστε να τον μεταφέρουμε στον κόσμο. Να γίνουμε οι μάρτυρες της ζωής του Χριστού στον κόσμο: «Πρέπει να εξερχόμαστε από την Ιερή Σύναξη σαν να έχουμε κατέβει από τους ίδιους τους ουρανούς». Καθώς η Κυρία Θεοτόκος, από την στιγμή που δέχθηκε μέσα Της τον Χριστό, ανεδείχθη «οὐρανός τοῦ τὴν γῆν οὐρανώσαντος», έτσι κάθε πιστός, από την στιγμή που κοινώνησε τον Χριστό, γίνεται ουρανός έμψυχος. Μάρτυς της παρουσίας του ουράνιου Βασιλέως μέσα στο κόσμο.

Μετά την Θεία Κοινωνία πρέπει να βγαίνουμε μέσα στον κόσμο χριστοφόροι και πνευματοφόροι. Εν συνεχεία πρέπει να αγωνιστούμε να φυλάξουμε άσβεστο το Φως που δεχθήκαμε. Να κρατήσουμε αμόλυντα τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος που μας χαρίστηκαν. Και η φύλαξη αυτή αρκεί για να δρουν σωτήρια τα χαρίσματα αυτά στις ψυχές των αδελφών μας που ακόμα δεν λειτουργήθηκαν. Διότι ο χριστοφόρος πιστός είναι η γη που αὐτομάτῃ καρποφορεῖ (Μάρκος 4,28):

« οὕτως ἐστίν ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὡς ἐάν ἄνθρωπος βάλῃ τὸν σπόρον ἐπί τῆς γῆς· καὶ καθεύδῃ καὶ ἐγείρηται νύκτα καὶ ἡμέρα καὶ ὁ σπόρος βλαστάνῃ, καὶ μηκύνηται, ὡς οὐκ οἶδεν αὐτός.

Αὐτομάτη γὰρ ἡ γῆ καρποφορεῖ, πρῶτον χόρτου, εἶτα στάχυν, εἶτα πληρή σῖτον ἐν τῶ στάχυϊ.

Ὅταν δὲ παραδῷ ὁ καρπός, εὐθέως ἀποστέλλει τὸ δρέπανον, ὅτι παρέστεικεν ὁ θερισμός».

Η Θ. Λειτουργία άρχισε ἐν εἰρήνη. Και στην διάρκειά της πολλές φορές μας δόθηκε η ειρήνη του Θεού. Τώρα καλούμαστε και εμείς να προσφέρουμε με αγάπη την ειρήνη αυτήν στον κόσμο. Η ειρήνη και η αγάπη είναι η ΡΙΖΑ και ταυτόχρονα ο ΚΑΡΠΟΣ της Θ. Λειτουργίας: «Αὕτή ἠ εἰρήνη καὶ ἡ ἀγάπη, οὐ μόνον εὐπρόσδεκτον ποιοῦσι τὴν εὐχήν ἀλλά καὶ ἐξ αὐτῆς πάλιν τῆς εὐχῆς γεννῶνται καὶ ἀνατέλλουσι, δίκην διδύμων ἐνθέων ἀκτίνων, καὶ αὔξονται καὶ τελειοῦνται» (Κάλλιστος και Ιγνάτιος Ξανθόπουλοι).

ΟΠΙΣΘΑΜΒΩΝΟΣ ΕΥΧΗ

Η οπισθάμβωνος ευχή ονομάζει τους πιστούς πλήρωμα της εκκλησίας του Χριστού. Η εκκλησία είναι το πλοίο του Χριστού που ταξιδεύει στον κόσμο αυτό. «Θάλασσα εστί ο κόσμος, γράφει ο άγιος Ιππόλυτος, ἐνᾧ ἡ ἐκκλησία ὡς ναῦς ἐν πελάγει χειμάζεται μεν, ἀλλ’ οὐκ ἀπολλύται. Ἔχει γὰρ μεθ’ ἑαυτῆς τὸν ἔμπειρον κυβερνήτην Χριστόν. Φέρει δὲ ἐν μέσῳ καὶ τὸ τρόπαιον τὸ κατά τοῦ θανάτου, ὡς τὸν σταυρόν τοῦ Κυρίου μεθ’ ἑαυτῆς βαστάζουσα… Οἴακες (πηδάλια) δύο αἱ δύο διαθήκαι, σχοινία δὲ περιτεταμένα (τεντωμένα ολόγυρα) ὡς ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ σφίγγουσα τὴν Ἐκκλησίαν… Ὀθόνη (πανί) δὲ ταύτη λαμπρά πάρεστι ὡς τὸ Πνεῦμα τὸ ἀπ’ οὐρανῶν, δι’ οὖ σφραγίζονται οἱ πιστεύοντες τῷ Θεῷ… Ἔχει δὲ καὶ ναύτας δεξιᾷ καὶ εὐωνύμῳ ὡς ἁγίους ἀγγέλους παρέδρους, δι’ ὧν ἀεί κρατεῖται καὶ φρουρεῖται ἡ ἐκκλησία».

Ο Χριστός μας ελευθερώνει από την αμαρτία και τον θάνατο και μας αναγεννά διά του αγίου Βαπτίσματος. Είναι εκείνος ο οποίος συγκεντρώνει σε ένα πλήρωμα και συνάγει σε μία σύναξη εκείνους που έχουν παραπλανηθεί με διάφορους τρόπους και ποικίλες απάτες.

Μας αναδεικνύει μέλη του ευλογημένου λαού του, της κληρονομίας Του.

ΕΙΗ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΚΥΡΙΟΥ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟΝ

Η τελική αυτή δοξολογία του ονόματος του Θεού βρίσκεται στον 112 ψαλμό. Ο ψαλμός αυτός είναι ο πρώτος μίας σειράς ψαλμών (112-117) που έψαλαν οι Εβραίοι την εσπέραν του Πάσχα. Έτσι είναι σχεδόν σίγουρο ότι ο στίχος αυτός ψάλθηκε από τον Κύριο και τους μαθητές Του στο τέλος του Μυστικού Δείπνου.

Οι πιστοί –μαθητές σημερινοί του Χριστού –πριν φύγουν από τον υπερώο – δοξολογούν μαζί με τον τον Χριστό το πανάγιο όνομα του ουράνιου Πατέρα. Διά του ονόματος του Κυρίου «κατορθώθηκαν τὰ ἀμέτρητα κατορθώματα καὶ μυσταγωγούμεθα στὴν ἱερή μυσταγωγία. Ἀναλογιζόμενος λοιπόν ὁ Ψαλμωδός, τὰ ὅσα ἀξιοθαύμαστα κατορθώνονται διὰ τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου… λέγει: Ἅγιον καὶ Φοβερόν τὸ ὄνομα Αὐτοῦ. Ἐάν δὲ εἶναι ἅγιον, χρειάζεται στόματα ἅγια διὰ νὰ τὸ ὑμνοῦν». Γι’ αυτό και η εκκλησία όρισε να υμνούμε το πανάγιο όνομα του Κυρίου αφού τα στόματά μας αγιάσθηκαν με την κοινωνία του Ενός και Μοναδικού Αγίου : του Χριστού.

Πλήρωσον χαρᾶς τὰς καρδῖας ἡμῶν. «Ποιὰ χαρά ἄραγε ἐννοεῖται μὲ τοὺς λόγους αὐτούς; Μήπως ἡ κοσμική; Μὴ γένοιτο… Αὐτοί που λέγουν τὴν εὐχή αὐτή, ἐννοοῦν ἐκείνη τὴν χαρά ποὺ δὲν ἔχει τίποτε τὸ κοινό μὲ τὴν παρούσα ζωή. Ἐννοοῦν τὴν χαράν τῶν Ἀγγέλων, τὴν οὐράνια. Καὶ δὲν τὴν ζητοῦν ἀπλώς αὐτή τὴν χαράν ἀλλά τὴν ζητοῦν μὲ τρόπο ὑπερβολικό. Διότι δὲν λέγουν δῶσε ἤ γέμισε καὶ δὲν λέγουν ἑμᾶς ἀλλά «τὶς καρδίες μας» ἐπειδή αὐτή ἡ χαρά προπάντων εἶναι χαρά τῆς καρδιάς» (Ιερός Χρυσόστομος).

ΕΥΛΟΓΙΑ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΕΛΕΟΣ

Ο Άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης γράφει για την τελευταία αυτή ευλογία του ιερέως: «Τέλος τὸν λαόν σφραγίσας καὶ εὐλογίαν παρά Κυρίου ἐπευξάμενος ὁ ἀρχιερεύς, ἀπολύει Κηρύττων ἅμα καὶ μαρτυρῶν, ὅτι διὰ τῆς τοῦ Σωτήρος οἰκονομίας καὶ τῆς ἱερουργίας σεσώσμεθα τε καὶ σωθησόμεθα, συνεργούσις, ταῖς εὐχαῖς τοῦ ὑπηρέτου τοῦ μεγίστου μυστηρίου, τῆς Θεοτόκου, καὶ πάντων τῶν ἠγιασμένων ἐκ τούτου (του Μυστηρίου)».

Αλλά και ο ιερός Καβάσιλας σχολιάζοντας γράφει τα εξής: «Ὁ ἱερεύς εὔχεται νὰ μὰς ἐλεήσει ὁ Θεός καὶ νὰ σωθούμε, διότι τίποτε δὲν ἔχουμε παρουσιάσει δικό μας ἄξιο σωτηρίας, ἀλλά ἀποβλέπουμε μόνο στὴν φιλανθρωπία Ἐκείνου που μπορεί νὰ μὰς σώσει. Γι αὐτό μνημονεύει πολλούς πρέσβεις, ποὺ θὰ μὰς βοηθήσουν σ αὐτό και προπαντῶς ἡ Παναγία Μητέρα τοῦ Θεοῦ, διὰ τῆς ὁποίας ἦρθε τὸ ἔλεος σὲ μᾶς εξ ἀρχῆς».

Τέλος ο λειτουργός μοιράζει το αντίδωρο. Όπως λέγει και η λέξη, προσφέρεται αντί του μοναδικού Δώρου για όσους δεν κοινώνησαν το Δώρο αυτό: «Ἀντί τῶν Δώρων, τῶν φρικτῶν δηλαδή Μυστηρίων, τοῖς μὴ μετασχοῦσι, τούτων παρέχεται». Οι πιστοί το δέχονται με ευλάβεια και καταφιλούν το δεξιό χέρι του ιερέως που πριν από λίγο άγγιξε το Πανάγιο Σώμα του Σωτήρος Χριστού. Το χέρι που μεταδίδει τον Αγιασμό Εκείνου που πριν λίγο άγγιξε


Joomla SEF URLs by Artio

Τελευταίες αναρτήσεις