ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Η΄   ΛΟΥΚΑ

Η παραβολή τοῦ καλού Σαμαρείτη

Εἴπαν ὅτι ἐάν ὅλα τά Εὐαγγέλια εἴχαν χαθεί καί σώζονταν οἵ δύο παραβολές που ἀναφέρονται μόνον στό Εὐαγγέλιο του Λουκά, --τοῦ καλοῦ Σαμαρείτη καί τοῦ ἀσώτου υἱοῦ -- νά σημειώσουμε ὅτι τό κατά Λουκάν Εὐαγγέλίο εἶναι τό κατά Παῦλο Εὐαγγέλιο -- τά δύο αὐτά πολύεδρα διαμάντια, θά γινόταν φανερό ὅτι ὅ Θεός εἶναι Πατέρας μας, εἶναι Ἀγάπη, ἠ φύσις τοῦ εἶναι Ἀγάπη καί ὅτι ὅ πατέρας μας ἀπό τό ξεχείλισμα τῆς ἀγάπης τοῦ ἔγινε ἄνθρωπος καί ἧρθε νά σώσῃ τά παιδιά τοῦ καί νά ἀποδώσῃ τήν κληρονομιά πού τούς πρέπει.

Κατά τήν παραβολή ἕνας νομικός πού τήν ἐποχή ἐκείνη οἱ νομικοί εἶχαν τήν βεβαιώτητα τής ὑπεροχῆς τούς ἀπέναντι στούς φτωχούς και ἀγράμματους συμπατριώτες τους. Αὐτός λοιπόν ὁ νομικός ἀπευθύνει ἐρώτηση στόν Κύριο ‘’ εκπειράζων αὐτόν καί λέγων ‘’ διδάσκαλε τί ποιήσας ζωήν αἰώνιον κληρονομήσω? Τό ἐρώτημα τού ὅμως εἶναι ἐπίκαιρο σέ ὅλους τούς αἰῶνες.

Ὁ ἄνθρωπος δέν ἐξαντλεῖται μόνο μέ τήν παρουσία του πάνω στή γῆ ἀλλά ἔχει συνέχεια. Εἴναι γιός τοῦ Θεοῦ, Αὐτός εἶναι ὁ Πατέρας μας, ὁ δημιουργός μας καί εἶναι ἀδύνατο νά δεχθοῦμε ὅτι ὁ Δημιουργός κάνει δημιουργήματα ποῦ πεθαίνουν, πού χάνονται, πού ἔχουν χρόνο λήξεως. Ὁ Χριστός κατέβηκε ἐπί τῆς γῆς γιά νά ἀνεβοῦμαι ἐμείς, πτώχευσε για νά πλουτίσουμε, μπῆκε στό χωροχρόνο γιά νά γίνουμε αἰώνιοι . Αὐτή την αἰωνιότητα πρέπει μέ ἀγωνία νά ἀναζητοῦμαι καί ὄχι νομικά.

Ὁ Ἰησοῦς παίρνει τήν εύκαιρία ἀπό τό ἐρώτημα του νομικού καί διδάσκει τήν ὡραιότατη τῶν παραβολῶν Του. Ὁ νομικός νομίζει πώς θά παγιδεύσῃ τόν Κύριο, θά τόνπαρασύρῃ, νά πῃ πράγματα ποῦ θά ἧταν ἐνάντια στόν νόμο, γιά αὐτό κάνει τήν ἐρώτηση.

Ὁ Δεσπότης γνωρίζει τήν πονηρία τοῦ νομικού καί τόν ὑποχρεώνει νά δώσῃ ὁ ἵδιος τήν ἀπάντηση καί τόν ἐλέγχει ὅτι δέν τήν ἐφαρμόζει ἄν καί εἴναι ὑποχρέωση τοῦ νόμου.

Ἡ ἀπάντηση εἶναι ἡ ἀναφορά δύο βασικῶν ἐντολῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ποῦ ἀναφέρονται στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί τοῦ πλησίον, τό γνωστό ‘’ ἄκουε Ἰσραήλ’’ .Μιά προσευχή πού ἀπήγγειλε καθημερινά ὁ Ἱουδαῖος δύο φορές τήν ἡμέρα, τό πρωί καί τό ἀπόγευμα.

Ὁ νομικός προσβεβλημένος θέλει νά δικαιωθῃ γιά τήν ὑποβολή μιας τέτοιας κοινότατης ἐρώτησης τήν ἀπάντηση τῆς ὁποίας ὅλοι γνωρίζαν ἀφοῦ εἶναι θέμα καθημερινής τούς προσευχῆς. Ἔτσι ρωτά ‘’ καί τίς ἐστί μού πλησίον’’. Τήν ἐποχή ἐκείνη ὑπήρχαν πολλές ἀπόψεις γιά τό ποιός εἵναι ὁ πλησίον.

Οἱ νομικοί θεωρούσαν ὡς πλησίον μόνο τους ὁμοίους τούς στην μόρφωση καί τήν ἀρετή.

Οἱ φαρισαίοι δέν θεωροῦσαν πλησίον τόν φτωχό καί ἀγράμματο λαό, παρά μόνον τοῦς ἀνθρώπους τῆς τάξεώς τους. Οι Ἔσσαῖοι θεωροῦσαν ἀδελφούς καί πλησίον μόνον αύτούς πού ἦταν ἐντός τῆς κοινότητός τους καί κήρυτταν τό μίσος ἐναντίον κάθε ἄλλου ἀνθρώπου.  

Κατά τήν διήγηση τῆς παραβολῆς κάποιος ταξίδευε ἀπό τήν Ἰερουσαλήμ πρός τήν Ἰεριχώ, στό δρόμο ἔπεσε θύμα ληστῶν οἱ ὁποῖοι ἀφοῦ τόν κακοποίησαν ἀλύπητα καί τόν ἄφησαν μισοπεθαμένο.

Κατά συγκυρία ἕνας Ἱερέας διερχόμενος ἀπό τόν ἴδιο δρόμο τόν εἶδε καί τόν προσπέρασε. Μετά ἀπό λίγο ἕνας Λευίτης πού περνοῦσε καί αὐτός ἀπό ἐκεί ἦλθε τόν εἶδε καί τόν προσπέρασε και αὐτός.

Βέβαια γεννάται τό ἐρώτημα γιατί ὁ Ἰησοῦς παρουσιάζει τούς Ἰερείς καί τούς Λευίτες τόσο ἀδιάφορους καί σχεδόν ἄσπλαχνους μπροστά σέ ἕνα καταπληγωμένο καί μισοπεθαμένο ἄνθρωπο. Ἀπό τήν διήγηση δέν δίνεται κάποια ἐξήγηση.

Μήπως φοβήθηκαν ἐνδεχομένως ὅτι μποροῦσαν καί αὐτοί νά πάθουν τά ἴδια ἀπό τούς ἐλλοχεύοντες ληστές? Μήπως ἡ ἐρημιά τοῦ χώρου δέν ἦταν ὁ κατάλληλος τόπος γιά ἔνα θρησκευτικό ἡγέτη τῶν ἑβραίων νά ἐλεήσῃ ἀφοῦ κανείς δέν θά ἔβλεπε τήν πράξη του καί νά τόν θαυμάσῃ.

Το τρίτο πρόσωπο πού ἔρχεται στή σκηνή τῆς διήγησης δέν ἦταν Ἰουδαῖος, ἀλλά ἦταν Σαμαρείτης. Φυσικά στό άκουσμα καί μόνο Σαμαρείτης οἱ ἀκροατές τού ὡς Ἐβραῖοι θα είχαν ἀγανακτήσῃ καθῶς γνωρίζουμε ὅτι ‘’ δέν συγχρῶντε Ἰουδαῖοι Σαμαρεῖτες’’. Αὐτός πλησιάζει τόν μισοπεθαμένο καί δυστυχισμένο ἄνθρωπο καί μόλις τόν βλέπει τόν ‘’εὐσπλαχνίστηκε’’.

Εἶναι ἕνα ρῆμα πού χρησιμοποιοῦν οἱ Εὐαγγελιστές γιά νά περιγράψουν τά αἰσθήματα τοῦ Ἰησοῦ ἐνώπιον τῶν διαφόρων ἀσθενῶν τούς ὁποίους ἐπρόκειτο στή συνέχεια νά θεραπεύσῃ.

Ὁ Σαμαρείτης περιποιείται τά τραύματα τοῦ ἀνθρώπου ἐπί τόπου ‘’ἐπιχέων ἔλαιον καί οἶνον ‘’ Τό λάδι καί τό κρασί ἦταν ἀπαραίτητα ἐφόδια καί φάρμακα κάθε ὁδοιπόρου σέ περίπτωση τραυματισμοῦ του κατά την διάρκεια τοῦ ταξιδιοῦ του. Τό κάνει αὐτό χωρίς νά λογαριάζῃ τόν κίνδυνο πού διέτρεχε ἀπό τούς ληστές πού μπορεί νά καραδοκοῦσαν κρυμμένοι.

Βάζει τόν πληγωμένο στό ὑποζύγιό του καί τον μεταφέρει μέ πολλή προσοχή σέ ἕνα πανδοχεῖο ένῶ αὐτός πεζοπορεί. Ἐκεί προσωπικά φροντίζει τόν μισοπεθαμένο καί τήν ἐπόμενη μέρα δίνει χρήματα στόν πανδοχέα γιά νά φροντίσῃ ὅτι τό   περισσότερο χρειαστεί ὁ τραυματίας.

Μετά ἀκουλουθεί το ἐρώτημα τοῦ Ἰησοῦ πρός τόν νομικό. Ποιός ἀπό αὐτούς τούς τρείς θεωρείς ἐσύ ὅτι ἔγινε πλησίον σέ αὐτόν πού ἔπεσε στούς ληστές. Ὁ Κύριος ἀλλάζει τό ἐρώτημα ρωτᾶ ποιος ἀπό τούς τρείς ἐνήργησε ως πλαισίον.

Ἐνώ ὁ νομικός ρωτούσε ποιος εἶναι ὁ πλησίον ἀπάντηση στό ἐρώτημά του δέν πῆρε, ἀναγκάστηκε ὅμως νά ὁμολογήσῃ κατόπιν τῆς ἐρωτήσεως τοῦ Ἰησοῦ ὅτι ὁ πραγματικός πλησίον εἶναι ‘’ ὁ ποιήσας τό ἔλαιος μετ’ αὐτού ‘’ ἀποφεύγοντας νά ἀναφέρῃ τό ὅνομα Σαμαρείτης πού ἦταν γιά τούς Ἰουδαίους βδελικτό. Ο Ἰησοῦς τοῦ κάνει καί τίς ἀποστομωτικές ὑποδείξεις.

‘’ πορεύου καί σύ ποίει ὁμοίως’’ ,’’ τούτο ποίει καί ζήσει’’.

Ὁ Κύριος ἐδῶ θέλει νά μας διδάξῃ ὅτι ὁ πλησίον πάντα εἶναι πρόσωπο πού ἔρχετε μπροστά μας. Ὅχι γιά τήν ἀνθρωπότητα γενικά καί ἀόρηστα, διότι ἡ ἀγάπη σέ συγκεκριμένο πρόσωπο ἔχει κόστος καί θυσία .

Ὅ Σαμαρείτης ἐπιμελήθηκε αύτοπροσώπως τόν δυστυχισμένο δέν τόν ἀναθέτει σέ κάποιο φιλόπτωχο σωματεῖο ή σέ μία ὁργανωμένη πρόνοια. Τόν φροντίζει σάν πρόσωπο καί συνάνθρωπο. Αὐτό ἔχει συνέπεια, ὅτι καθυστέρησε μία ή δύο ἡμέρες τό ταξίδι του, ὅτι διαθέτει τό δικό τού μεταφορικό μέσο για τόν τραυματισμένο βαδίζοντας αὐτός μέ τά πόδια ἀλλά καί ἀργά διότι γίνεται μεταφορά πολυτραυματία.

Ἀλλά καί στό πανδοχείο προσωπικά τόν περιποιεῖται τόν ἀλλάζει, τόν φροντίζει, τον καθαρίζει. Ἡ ἀγάπη πού δείχνει εἶναι ἱσχυρότερη καί τοῦ θανάτου, ὁ Σαμαρείτης ἀψιφᾶ μέ τήν ἀγάπη του τόν φόβου τοῦ θανάτου ἐξαιτίας τοὺ κινδύνου πού διατρέχει καί ὁ ἵδιος ἀπό τούς ληστές ἀλλά καί τοῦ θανάτου που μπορούσε νά συμβῃ στό δυστυχισμένο καί μισοπεθαμένο ἄνθρωπο.

Οἱ Πατέρες ὅμως δίνουν καί τήν ἀλληγορική ἐρμηνεία τῆς παραβολής. Ὁ ἄνθρωπος, ἡ ἀνθρώπινη φύση μετά τήν πτώση του Ἀδάμ κατέβαινε τά σκαλοπάτια τῆς ἐμπάθειας καί τῆς κτηνώδους ζωῆς χωρίς Θεό στον ὀπτικό τοῦ ὁρίζοντα ἔπεσε στά χέρια τῶν ληστῶν δαιμόνων.

Στά χέρια τούς ὁ ἄνθρωπος κακοπάθησε φρικτά ἀπό τα θανατηφόρα κτυπήματα τῆς ἁμαρτίας καί ἔγινε ὅλος ἔνα τραύμα. Τόν ξεγύμνωσαν ἀπό τά πάντα καί θεωρώντας σίγουρο τόν ἐπερχόμενο θάνατό του τόν ἄφησαν ἔρημο ἀπό βοήθεια καί ἀρωγή. Μέσα στήν δυστυχία του καί τήν ἀνημποριά του ὁ ἄνθρωπος θά πέθαινε. Ὁ Κύριος ἒδωσε τόν νόμο καί τους προφήτες τόν Ἱερέα καί τόν Λευίτη οἱ ὁποῖοι ἥθελαν νά βοηθήσουν τόν ἄνθρωπο ἀλλά δέν εὔχανε δύναμη σωτηρίας.

Οἱ πληγές ἥταν ἀνίατες και ἀνίκητες γιά τήν ἄνθρώπινη δύναμη. Ὁ Ἀπόστολος το διευκρινίζει λέγοντας. ‘’ Τό αἵμα τῶν ταύρων καί τράγων δεν μποροῦσε νά συγχωρέσῃ ἁμαρτίες ‘’ Ὁ σοφός Δημιουργός, ὁ Κύριος τῆς δόξης πού οἱ Ἰουδαῖοι κοροϊδευτικά τόν ἔλεγαν Σαμαρείτη ἦλθε ὁ Ἰδιος δέν    ἔστειλε οὖτε ἄγγελο οὖτε ἀρχάγγελο γιά νά σώσῃ τόν μισοπεθαμένο. Ἦλθε ὁ Ἱσχυρός καί πῆρε στά χέρια του τήν σωτηρία μας.

Πῆρε ἐπάνω τού τήν φύση μας γιά νά μήν μπορεί πλέον ὁ ἐχθρός ὁ παμπόνηρος νά τήν πειράξῃ. Μέ τό λάδι τῆς εὐσπλαχνίας του καί τό κρασί τῆς συνχωρητικότητας ἔδεσε τά τραύματά καί ζωντάνεψε τόν ἄνθρωπο. Τόν μεταφέρει μέ ἀσφάλεια στό πανδοχεῖο πού εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Στά πανδοχεῖα πήγαιναν οἱ ἄνθρωποι μέ τά ζώα τους, στήν Ἐκκλησία ἔρχονται οἱ ἄνθρωποι μέ τά πάθη τους καί ἐκεί θεραπεύονται καί ἀποκτούν τήν υἱοθεσία.

Ἐκεί μεταλαμβάνουν τό σῶμα καί το αἵμα Του. Ἐκεί ἀπολαμβάνουν τήν εὐσπλαχνία καί τήν ἀγάπη Του. Αὐτός ἔπηξε τήν Ἐκκλησία, Αὐτός ἐπιμελεῖτε προσωπικά ὅλα τά τραύματά μας. Τά πῆρε στό σῶμα Του, τραυματίστηκε ὁ ἵδιος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ σταυρού και παραμένει ἐπί του σταυρού μέ ἀνοικτά τά χέρια του περιμένοντας κάθε πονεμένο, τραυματισμένο, δυστυχισμένο.

ΠΡΟΣΟΧΗ διότι ‘’ ἐν τῶ ἐπανέρχεσθέ με’’ ΘΑ ΞΑΝΑΡΘΗ.

Ἀθανάσιος Κατσίκης ἀρχιτέκτων

ὑπό τοῦ Θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου Κυκλάδων κ. Σάββα

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

      Όταν η χριστιανική πίστη εξήλθε από τις υπόγειες κατακόμβες, όταν οι χριστιανοί απόλαυσαν το δικαίωμα να λατρεύουν ακωλύτως τον αληθινό Τριαδικό Θεό, ήρθε η ώρα να οικοδομήσουν έργα ανάλογα της πίστεως και ευλαβείας των, στα οποία θα δοξαζόταν ο Αληθινός Θεός. Σε περικαλέστατους ναούς, κάθε λειτουργική τέχνη (έστω και σε σπαργανώδη μορφή), κλήθηκε να συνεισφέρει στην διαμόρφωση της ορθόδοξης λειτουργικής ζωής. Μέσα από την ζεστή απλότητα του πρωτοχριστιανικού μεγαλείου, οι ιεροί ναοί φάνταζαν ουρανομήκης και τα ιερά τους απηχούσαν το πόθο και την κατάνυξη της μαρτυρικής ιερατικής καρδίας των πρώτων ποιμένων. Στους πρωτοχριστιανικούς ναούς ενεφανίσθησαν και τα πρώτα σύνθρονα, σαν μικρά αρχαία θέατρα με σκηνή την αγία τράπεζα και δρώμενο το Θείο Δράμα του εσφαγμένου αρνίου. Στις βαθμίδες αυτών, οι Πατέρες μας τοποθέτησαν περίοπτα τον επισκοπικό θρόνο, επιχειρώντας να προσδώσουν συμβολιστικά και πραγματιστικά τον ρόλο που έμελλε ο επίσκοπος να επωμιστεί στην Εκκλησία.

Περισσότερα...

Κυριακή Σταυροπροσκυνήσεως

Το χάλκινο φίδι επι Μωϋσέως τύπος του Εσταυρωμένου Χριστού

Υπο του Θεοφιλεστάτου Πέτρας κ. Δαβίδ

Σήμερα συμπληρώνεται η Τρίτη εβδομάδα της Μ.Τεσσαρακοστής. Η Κυριακή της προσκυνήσεως του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, ο οποίος ως άλλη πνευματική όασις, παρέχει άνεση και αναψυχή εις τους πιστούς από τον κόπο της νηστείας και τους ενδυναμώνει για να φθάσουν αισίως και εις τα πάθη του Σωτήρος Χριστού.

Ο Σταυρός του Χριστού όμως, δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο της εποχής της χάριτος. Ήδη στην Παλαιά Διαθήκη εκτός από τις ρήσεις των προφητών, υπάρχουν πολλά γεγονότα τα οποία προτυπώνουν το μυστήριο του Σταυρού. Η δύναμις του Σταυρού ενεργούσε και στα προφητικά χρόνια, πολύ πριν από την Σταύρωση του Κυρίου. Στο παρόν άρθρο θα μας απασχολήσει μια ιστορία από το βιβλίο των Αριθμών, η οποία περιέχεται παράλληλα και στο κατά Ιωάννην ευαγγέλιο. Εκεί ο Κύριος μας, λέγει την εξής φράσιν εις τον μυστικόν του μαθητήν Νικόδημον «Καθώς Μωϋσῆς ὕψωσε τόν ὄφιν ἐν τᾖ ἐρήμῳ οὕτως ὑψωθῆναι δεῖ τόν Υἱόν τοῦ ἀνθρώπου, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀπόληται, ἀλλ΄ἔχῃ ζωήν αἰώνιον» (Ιω.γ΄,14-15).

Διανύουμε το τελευταίο και τεσσαρακοστό έτος της περιπλανήσεως των εβραίων εις την έρημον του Σινά. Ό Μωϋσής μέσα σε διάστημα τεσσάρων μηνών, έχει χάσει πρώτα την αδελφή του Μαριάμ και ύστερα τον αδελφό του Ααρών που ήταν ο αρχιερέας του λαού. Ενώ οι εβραίοι έχουνε φθάσει έξω από την χώρα των Ιδουμαίων αναγκάζονται να ακολουθήσουν μεγάλη κυκλική πορεία, διότι οι τελευταίοι τους έχουν απαγορεύσει τη διέλευση μέσα από την χώρα τους.

Και τότε, γεμάτοι πικρία και απογοήτευση οι Ισραηλίτες λυγίζουν. Χάνουν το θάρρος και την εμπιστοσύνη τους εις τον Θεόν. Και κακολογούν τον Μωϋσή. «Γιατί το έκανες αυτό;-του λένε; Γιατί μας έβγαλες από την Αίγυπτο; Γιατί να πεθάνουμε εις την έρημο;». Τά λόγια τους πικρά και σκληρά, θλίβουν κατάβαθα τον Μωϋσή. Αναλαμβάνει όμως να την υπερασπιστεί και να απαντήσει ο ίδιος ο Θεός. Και είναι η πρώτη φορά που ο Θεός δεν απαντά στην πάνδημη αχαριστία με ευεργεσίες, αλλά με τιμωρία και μάλιστα πολύ σκληρή.

Αποστέλει στον καταυλισμό αμέτρητα πλήθη από δηλητηριώδη και θανατηφόρα φίδια, οι Ισραηλίτες άρχισαν να πέφτουν νεκροί από τα τσιμπήματά τους σαν τα στάχυα. Όταν λοιπόν διαπίστωσαν το μέγεθος του κινδύνου που τους απειλούσε, συγκλονίστηκαν μονομιάς και μετενόησαν. Ζήτησαν από τον Μωϋσή να προσευχηθεί εις τον Θεόν για να απαλλαγούν από τα φίδια. Ο Μωϋσής πράγματι ανταποκρίθηκε στην έκκληση για βοήθεια των συμπατριωτών του. Ύστερα από παραγγελία του Θεού κατασκεύασε ένα χάλκινο φίδι, το οποίο κρέμασε σε έναν μεγάλο πάσσαλο, σε τόπο υψηλό, ώστε να φαίνεται σε όλη την κατασκήνωση.

Όσους από τους Εβραίους, δάγκωναν τα φίδια, αρκούσε να ατενίσουν μόνον, το χάλκινο φίδι και αμέσως εθεραπεύοντο. Το φίδι αυτό το διεφύλαξαν οι Ισραηλίτες εις τον ναόν του Σολομώντα ως ιερόν κειμήλιον που τους υπενθύμιζε την ευεργεσία του Θεού. Δυστυχώς όμως με το πέρασμα των χρόνων, θεοποίησαν το φίδι και του απέδωσαν τιμές και λατρεία. Γι’ αυτό και ο βασιλιάς Εζεκίας όταν ανέβηκε στον θρόνο, το κατέστρεψε και το ονόμασε ΄΄Νεεσθάν΄΄. Δηλαδή ένα κομμάτι συνηθισμένο χαλκού και τίποτα περισσότερο. Από το Νεεθάν προήλθε η ονομασία Νάας με την οποίαν ονόμασαν τους οφίτας (Ναασηνούς), μία αίρεσις σατανική και δυσεβεστάτη.

Πάντως το γεγονός της θεραπείας των Ισραηλιτών από το χάλκινο φίδι έχει αρκετούς συμβολισμούς. Ο Κύριος στα Ευαγγέλια, αρκετές φορές χαρακτηρίζει τους Ιουδαίους όφεις και γεννήματα εχιδνών. Και αυτό γιατί οι Εβραίοι έφεραν μέσα τους τα νοητά φίδια των παθών τους δαίμονες, που ήσαν οι υπηρέτες του αρχεκάκου εχθρού, του παλαιού δράκοντος Εωσφόρου, ο οποίος είχε ρίξει τους πρωτοπλάστες εις την αμαρτίαν.

Όσοι λοιπόν από τους Εβραίους έβλεπαν τον χάλκινον όφιν, ουσιαστικά έδειχναν την μετάνοιά τους, εξέφραζαν την πίστη τους, ζητούσαν συγνώμη από τον Θεόν και γι’αυτό κιόλας εθεραπεύοντο. Όχι γιατί το φίδι είχε μαγικές ιδιότητες, αλλά διότι ο Θεός τους γιάτρευε με την χάριν του. Αυτό γινόταν διότι το χάλκινο φίδι ήταν προφητικός τύπος του Εσταυρωμένου κι έτσι ενεργούσε σε αυτό η άκτιστος θεία χάρη και θεία ενέργεια του Τιμίου Σταυρού.

Το χάλκινο φίδι ήταν ομοίωμα φιδιού, τουτέστιν φίδι χωρίς δηλητήριο. Ο Χριστός από την άλλη είχε ως σώμα αθρώπινο, χωρίς όμως το δηλητήριο της αμαρτίας. Ήταν Αναμάρτητος. Όσους δάγκωσαν τα φίδια εσώζοντο, εφόσον ατένιζαν το χάλκινο φίδι. Παρομοίως όσοι προσβάλλονται από την αμαρτία και δαγκώνονται από τον δαίμονα, εφ’όσον πιστεύουν ακράδαντα στο πάθος του Σωτήρος θεραπεύονται από τα χτυπήματα του Σατανά και απολαμβάνουν την αιώνιον ζωήν.

Όπως ο χαλκός είναι σκληρός και αδιεπέραστος στο δηλητήριο που είναι αδύνατον να τον διαποτίσει, έτσι αδύνατον ήταν να εισβάλει η αμαρτία στην ανθρώπινη φύση του Χριστού. Ο Χριστός εμφανίστηκε ΄΄εν ομοιώματι σαρκός αμαρτίας΄΄. (Ρωμ.η,3). Τουτέστιν με την σάρκα την ανθρωπίνην, την σάρκα ημών των αμαρτωλών ανθρώπων. Όσοι άνθρωποι πέθαναν πρίν από τον Χριστόν, πέθαναν εξ’αιτίας της αμαρτίας τους και άρα δικαίως, διότι ήσαν αμαρτωλοί. Τότε όχι δικαίως αλλά αδίκως πήρε η αμαρτία τη ζωή του Χριστού και γι’αυτό κατεκρίθη. Επιστρέφοντας στήν Παλαιά Διαθήκη το φίδι που δεν φταίει σε τίποτα (το χάλκινο), γιατί δεν είχε βλάψει κανένα, προσηλώνεται στο ξύλο, υψώνεται επί του πασσάλου, εξαιτίας των θανατηφόρων φιδιών.

Το ίδιο και ο Κύριος πάσχει και υποφέρει επι του Σταυρού για όλους του άλλους που πέφτουνε εις την αμαρτία, και με τον θάνατό του, καταργεί το κράτος του θανάτου και της αμαρτίας, επουλώνει τα ψυχικά τραύματα των ανθρώπων και τους χαρίζει αθανασία, λυτρώνοτας τους από την απώλεια. Επιπροσθέτως όπως το χάλκινο φίδι ήταν νεκρό και όμως ωφέλησε τους Ισραηλίτας, έτσι και ο Χριστός νενεκρωμένος, με την νεκρή του σάρκα επι του Σταυρού ζωογονεί όλους τους δηλητηριασμένους από τον αρχέκακον όφιν. Είναι όμως δυνατόν να προκαλεί κατάπληξη, να ξενίζει ή ακόμη και να σκανδαλίζει το γεγονός ότι ο Χριστός παρομοιάζεται με φίδι. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος που είναι μια από τις ευαίσθητες υπάρξεις της Εκκλησίας, δεν επιτρέπει εις τον εαυτό του να θεωρήσει τον Κύριον ως φίδι, έστω και κατά τον τύπο. Σύμφωνα με τον Άγιο, το χάλκινο φίδι προτυπώνει όχι τον Χριστό αλλά τον Σατανά.(Γρηγορίου Θεολόγου 45,22 PG 36,653BC ΕΠΕ 5,20)

Δηλαδή όπως ο Μωϋσής ύψωσε το άψυχο και ακίνδυνο φίδι, ομοίως και ο Κύριος επρόκειτο να θριαμβεύσει και να διαπομπεύσει τον νικημένο Σατανά. Έμμελε να τον υψώσει ως νικητής και να τον επιδείξει ανίσχυρο σ’εκείνους που μέχρι τότε τυραννούσε. Παρά τα λεγόμενα όμως υπό του Αγίου Γρηγορίου, η αλήθεια είναι πως εάν αυτό το χάλκινο κατασκεύασμα δεν ήτο προτύπωσις του Χριστού και δεν έσωζε όσους έβλεπαν προς αυτό, δεν υπήρχε κανένας λόγος να κατασκευασθεί.

Βεβαίως ο Θεός δίδει την εξής εντολή : «Οὐ ποιήσεις γλυπτόν οὐδέ χωνευτόν» (Δευτ. κζ’15), αλλά όπως λέει ο Σεβηριανός Γαβάλων με την κατασκευή του χάλκινου όφεως, ανοίγει ο δρόμος της Θεολογίας για το υψηλό δόγμα της σταυρικής Θυσίας.( Σεβηριανός Γαβάλων Λόγος περί τού κατά Μωϋσέως όφεος 2 PG 56,502) Πάντως στην εποχή του Χριστού όπως και σήμερα ο Θάνατος που από βία και όχι από φυσικά αίτια, εθεωρείτο επονείδιστος και υβριστικός. Κακός θάνατος. Ιδιαιτέρως αυτό ἰσχυε για τον σταυρικό θάνατο. Ο Μωσαϊκός νόμος τονίζει ότι « Κεκατηραμένος ὑπό Θεοῦ πᾶς κρεμάμενος ἐπί τοῦ ξύλου»(Δευτ.κα΄23).Καταραμένος όποιος σταυρώνεται.

Το ξύλο του Σταυρού ήταν όργανο ατιμωτικού θανάτου και γι’αυτό συμβόλιζε την κατάρα. Ο Θεάνθρωπος λοιπόν Ιησούς ταπεινώθηκε τόσο πολύ, ώστε καταδέχτηκε να σταυρωθεί και να υποστεί πάθη ατιμωτικά και απαίσια. Φαντάζει πολύ αποκρουστικό και εξευτελιστικό, ίσως δε και βλάσφημο το γεγονός ότι ο άκακος Νυμφίος παριστάνεται ως ένα παγερό φίδι, του οποίου η θέα και μόνον προκαλεί αηδία.Πολύ όμως βαρύτερο ήταν το ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος.

Ο αναμάρτητος Θεός έλαβε την μορφή του ανθρώπου, του τόσο αμαρτωλού και ενόχου και σταυρώθηκε σαν να ήταν ο μεγαλήτερος αμαρτωλός. «Οὔτως ὑψωθῆναι δεῖ τόν Υἱόν τοῦ ἀνθρώπου» (Ιω.γ΄,14).Υψώθηκε, δηλαδή σταυρώθηκε σε μέρος επίσημο και υψηλό, ώστε να τον βλέπουν πολλά πλήθη ανθρώπων.Με την σταυρική του θυσία εξύψωσε την ανθρώπινη φύση στο ύψος της θεώσεως.

Το « ὑψωθῆναι» όμως κυρίως σημαίνει «δοξασθῆναι». Ο Σταυρός έγινε ύψος και δόξα του Χριστού. Δοξάσθηκε καθώς οι απόστολοί του, κήρυξαν την σταύρωση και την ανάστασή του σε όλη την οικουμένη. Για να κερδίσει λοιπόν ο πιστός την βασιλεία των ουρανών, δεν αρκεί να λέει ότι πιστεύει στον Εσταυρωμένο. Πρέπει να το αποδεικνύει εμπράκτως μετέχοντας κατά την δύναμίν του και βιώνοντας τα Πάθη του Χριστού.

Ο μεγάλος Εσταυρωμένος θέλει να έχει επι της γής μικρούς εσταυρωμένους και δια τούτο, όπως αποφαίνεται ο Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης, για να προσβλέπει κάποιος στο Σταυρό, πρέπει να είναι εσταυρωμένος και νεκρός για τον κόσμο,(Γρηγορίου Νύσσης περί του βίου Μωσέως PG44,413D ΕΠΕ 9,308) « ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀπόληται, ἀλλ’ἔχῃ ζωήν αἰώνιον» (Ιω.γ’,15)και ατελεύτητον. Γένοιτο . Αμήν.

Ὑπό τοῦ Θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου Πέτρας κ. Δαβίδ

    Ἰδοῦ λοιπὸν ποὺ φθάσαμεν εἰς τὴν σημερινὴν κατάστασιν. Ἡ δύστυχη καὶ ταλαίπωρη πατρίδα μας, εὐρίσκεται πρὸ οἰκονομικοῦ καὶ κοινωνικοῦ ἀδιεξόδου πρωτοφανοὺς ἐντάσεως καὶ κλίμακας. Οἱ Εὐρωπαίοι ἐταίροι μας, περισφίγγουν ὀλοένα καὶ πιο πολύ τὴ θηλιά γύρω ἀπὸ τὸν τράχηλό μας. Μὲ μαθηματικὴ ἀκρίβεια ὀδηγούν τὰ πράγματα εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἐξόντωσιν τοῦ λαοῦ μας.
    Εἶναι ὅμως μόνο οἰκονομικός ὁ πόλεμος ποὺ ἔχουν κηρύξει οἱ δανεισταί κατὰ τῆς πατρίδος μας; Ὁπωσδήποτε ἕνας τρόπος διὰ νὰ ἐξοντώσεις ἢ τουλάχιστον νὰ καταπιέσεις ἕναν λαόν καὶ νὰ τὸν κάνεις νὰ φθάσει στὰ ὄριά του, εἶναι νὰ τοῦ ἐπιβάλλεις δυσβάστακτα καὶ ἐπαχθὴ οἰκονομικὰ μέτρα.
Προκαλεῖ τουλάχιστον τὴν ἀπορία στὸν νηφάλιο καὶ ἀμερόληπτο παρατηρητή, τὸ γεγονός ὅτι ἐνόσω οἱ Ἕλληνες καλούνται νὰ κάνουν αἱματηρές θυσίες, νὰ ἐπιδίδουν βαρύτατην φορολογίαν (μόνον τὸν ἀέρα ποὺ ἀναπνέομεν δὲν ἔχουν φορολογήσει ἀκόμη) καὶ νὰ «πληρώνουν τὰ σπασμένα» τοῦ συνεχούς ὑπὸ τῶν πολιτικῶν τῆς χώρας μας δανεισμοῦ, τὴν ἴδια στιγμή ἀρκετοί ἀλλοδαποί ποὺ ζουν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀπολαμβάνουν φορολογικές ἐλαφρύνσεις καὶ ἄλλα εὐεργετήματα ποὺ κάνουν τὴν διαβίωσή τους εἰς τὴν πατρίδα μας ἄνετη καὶ ἐπιθυμητή. Γιὰ τὸν ἑλληνικό λαό ἡ ζωή στὴν Ἑλλάδα, ἔχει μετραπεῖ σὲ μία καθημερινή κόλαση, ἐνῶ οἱ ξένοι ποὺ ἀρκετοί πολιτικοί μας, θέλουν νὰ τοὺς θεωροὺν ἰσότιμους μὲ τοὺς Ἕλληνες πολίτες, φαίνεται νὰ ἔχουν μόνο δικαιώματα καὶ διεκδικήσεις, χωρὶς τις ἀντίστοιχες ὑποχρεώσεις τοῦ Ἕλληνος πολίτη.
Ὁρισμένοι συμπατριώτες μας ἐκφράζουν τὸν φόβο, ὅτι στὸ τέλος οἱ Ἕλληνες δὲν θὰ ἀντέξουν καὶ θὰ ἀρχίσουν νὰ ἐγκαταλείπουν μαζικά τὴν πατρίδα τους (ὅσοι ἀπὸ αὐτοὺς μποροῦν), βάζοντας πλώρη γιὰ μια καλύτερη ζωή στὸ ἐξωτερικό. Καθώς καὶ ὅτι τὴν θέση τους θὰ λάβουν ἐπιτήδειοι ἀλλοεθνείς, ποὺ θὰ ἀγοράζουν σὲ τιμή εὐκαιρίας τὰ σπίτια καὶ τις περιουσίες τῶν Ἑλλήνων.

Περισσότερα...

Ὑπό τοῦ Θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου Πέτρας κ. Δαβίδ

῾Η εὐπρεπὴς καὶ κόσμια περιβολὴ καὶ ἐνδυμασία εἶναι κάτι ποὺ θὰ πρέπει πάντοτε νὰ χαρακτηρίζῃ τοὺς χριστιανούς· πολλῷ δὲ μᾶλλον ὅταν πρόκειται νὰ εἰσέλθουν ἐντὸς τοῦ ἱεροῦ ναοῦ διὰ νὰ προσευχηθοῦν. Στὴ σημερινὴ ἐποχή, ὅμως, ἰδιαίτερα γιὰ τὶς γυναῖκες, εἶναι κάτι τὸ ζητούμενον. Οἱ ἐπιταγές τῆς μόδας, ἀλλὰ καὶ ἡ ταυτόχρονη ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸν Θεόν, ἔχουν ἐπιβάλλει ἄλλα ἤθη στὸν τρόπο ἔνδυσης τῶν γυναικῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀνδρῶν, ἤθη ξένα πρὸς τὴν ᾿Ορθοδοξίαν καὶ τὴ διδασκαλία της. Βλέπουμε πολλὲς φορὲς οἱ ἄνθρωποι τῆς ἐποχῆς μας νὰ ἐνδύονται κατὰ τέτοιον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ξεχωρίζουν οἱ ἄνδρες ἀπὸ τὶς γυναῖκες. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἔξω ἀπὸ πολλοὺς ναοὺς ὑπάρχει ἐπιγραφὴ μὲ τὴν προτροπὴ νὰ εἰσέρχονται οἱ χριστιανοὶ ἐντὸς αὐτῶν εὐπρεπῶς ἐνδεδυμένοι.

Εἰς τὸ παρὸν ἄρθρον ἐπιλέξαμε νὰ ἀσχοληθοῦμε μὲ κάτι ποὺ στὶς ἡμέρες ἔχει γενικότερα σχεδὸν ξεχασθεῖ καὶ τείνει νὰ ἐκλείψῃ. Δὲν ἐννοοῦμε ἄλλο τι ἀπὸ τὸ ἐπιβεβλημένο εἰς τὴν Χριστιανὴ γυναῖκα κάλυμμα τῆς κεφαλῆς ὅταν προσεύχεται, ἢ ἄλλως, τὴν λεγομένην μανδήλαν.

Τὸ ἄρθρον τοῦτο, πιθανῶς, ἐὰν ἔπεφτε στὰ χέρια ὁρισμένων «διανοουμένων» καὶ ἀνθρώπων ποὺ ἐμφοροῦνται ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ προοδευτισμοῦ, θὰ μὲ χαρακτήριζαν ἀναχρονιστὴν καὶ ὀπισθοδρομικόν. Τὰ δὲ φεμινιστικὰ κινήματα τῆς ἐποχῆς θὰ διεμαρτύροντο ἐντόνως διὰ τὶς «παλαιωμένες» ἰδέες μου, οἱ ὁποῖες «ὑποβαθμίζουν» τὸν ρόλον καὶ τὴν θέσιν τῆς γυναικὸς στὴν κοινωνία μας.

᾿Εμεῖς ὅμως, παρὰ τὶς ὅποιες ἀντιδράσεις, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀκολουθοῦμε πάντοτε τὸν νόμον τοῦ Εὐαγγελίου, καὶ αὐτὸν νὰ κηρύττουμε καὶ νὰ διδάσκουμε. Εἶναι ὡστόσον θλιβερὸν νὰ ἀκοῦς ἀντιρρήσεις καὶ ἐνστάσεις γιὰ τὴν χρήση τῆς μανδήλας, ἀκόμα καὶ ἀπὸ χείλη κληρικῶν. ᾿Ακοῦμε πολλὲς φορές, κυρίως ἀπὸ κληρικοὺς τῆς κρατούσης ἐκκλησίας, νὰ ἰσχυρίζονται ὅτι ἡ μανδήλα ἦταν κάτι ποὺ ἴσχυε μόνον εἰς τοὺς χρόνους τοῦ ᾿Αποστόλου Παύλου. ῾Ο ᾿Απόστολος, λένε, εἶχε κατὰ νοῦν τὶς γυναῖκες τῆς ἐποχῆς του καὶ δὲν ἀναφερόταν στὶς ἑπόμενες γενεές. Λησμονοῦν ὅμως οἱ τοιοῦτοι, πὼς ὅ,τι λέγουν οἱ ᾿Απόστολοι, ὁ,τιδήποτε θεσπίζεται ὡς νόμος τῆς ᾿Εκκλησίας, ἔχει παντοτινὴ ἰσχὺν καὶ διαχρονικὸν κῦρος.

Προσφάτως, εἷς ἐκ τῶν ἐν λόγῳ κληρικῶν, ἀναφερόμενος στὴν καθολικὴν χρήση τῆς μανδήλας ὑπὸ τῶν Ρωσσίδων Χριστιανῶν, δικαιολόγησε τὸ γεγονός λέγων ὅτι αὐτὸ εἶναι κάτι ποὺ ἀνεπτύχθη καὶ ἐπικράτησε ἐντὸς τῶν κόλπων τῆς ἐκκλησίας τῆς Ρωσσίας, ὡς ἰδιαίτερο στοιχεῖο ποὺ ταιριάζει στὴν κουλτούρα καὶ τὴν φιλοσοφία τῶν Ρώσσων, ἀποκρύπτων τὴν ἀλήθειαν, ὅτι δηλαδὴ ἡ χρήση τῆς μανδήλας εἶναι γενικὸ παράγγελμα πρὸς ὅλες τὶς Χριστιανές, ὅλων τῶν ἐθνῶν καὶ ὅλων τῶν ἐποχῶν. ῎Ηθελε, προφανῶς, νὰ δικαιολογήσῃ τὰ ἀδικαιολόγητα, τὸ διατὶ —ἐνῶ ἕνα ὁλόκληρο ἔθνος ἐγνώρισε τὴν πίστην τοῦ Χριστοῦ ἐπὸ ἐμᾶς τοὺς ῞Ελληνες—ἐφαρμόζει τὸ παράγγελμα τοῦτο, καθ᾿ ἧν στιγμὴν ἡ κρατοῦσα ἐκκλησία ἀφήνει ἀκατήχητον τὸν ἑλληνικὸν λαὸν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅπως καὶ ἐπὶ πολλῶν ἄλλων θεμάτων. ῾Η χρήση, ὅμως, τοῦ καλύμματος τῆς κεφαλῆς, τουλάχιστον ἐντὸς τοῦ χώρου λατρείας, δὲν εἶναι κάτι ποὺ ἀνεφάνη ἔξαφνα στὴν ᾿Εκκλησία, ἀλλ᾿ ἔχει τὶς ρίζες του στὴν ἀρχαιότητα.

Τὸ ζήτημα τῆς περιβολῆς στὴν λατρεία εἰς ὁλόκληρον τὸν ἀρχαῖον κόσμον, δὲν ἦτο ἁπλὸ ζήτημα στολισμοῦ, ἀλλ᾿ ἀνταποκρινόταν στὸ βαθὺ θρησκευτικὸ συναίσθημα τῶν διαφόρων λαῶν. ῾Ο ῞Ελλην προσηύχετο μὲ ἀκάλυπτον τὴν κεφαλή. Τουναντίον, ὁ Ρωμαῖος καὶ ὁ ᾿Ιουδαῖος εἶχαν καλυμμένη τὴν κεφαλήν. Στὶς χῶρες τῆς ᾿Ανατολῆς, τὸ νὰ ἔχει κανεὶς καλυμμένη τὴν κεφαλήν, ἐθεωρεῖτο ὡς δεῖγμα αἰδοῦς ἢ ὑποταγῆς. Μάλιστα, ἐν γένει στὴν ἀρχαιότητα, ἀκόμη ἴσως καὶ στὰ χρόνια τοῦ ᾿Αποστόλου Παύλου, συμφώνως πρὸς τὸ ἔθιμο ποὺ ἐπεκράτει τότε, οἱ γυναῖκες ἔπρεπε πάντοτε νὰ φοροῦν πέπλο ἢ κάλυμμα τῆς κεφαλῆς ὅταν εὑρίσκοντο σὲ δημόσιο χῶρο. Μόνον οἱ γυναῖκες «χαλαρῶν» ἠθῶν κυκλοφοροῦσαν χωρὶς πέπλο καὶ ἀκάλυπτες.

᾿Αξιοσημείωτον εἶναι ὅτι ἀπὸ τὰ πρωτοχριστιανικὰ ἀκόμη χρόνια, οἱ παραστάσεις στὶς κατακόμβες παρουσίαζαν τοὺς μὲν ἄνδρας ἄνευ κόμης μὲ κοντά μαλλιά, τὶς δὲ γυναῖκες προσευχόμενες μὲ καλύπτρας. Στὴν ῾Αγία Γραφή, μὲ τὸ ζήτημα τοῦ καλύμματος τῆς κεφαλῆς τῶν γυναικῶν ἀσχολεῖται ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος στὴν Α´ πρὸς Κορινθίους ᾿Επιστολήν του. ῾Ως γνωστόν, ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος ἐδίδασκεν ὅτι· «οὐκ ἔνι ἄρσεν και θῆλυ... δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος...» (Γαλ. γ´, 28). Οἱ Κορίνθιοι, ὅμως, μὲ τὸ πνεῦμα τῆς ἐλευθερίας ποὺ ἐπεκράτει ἀνάμεσά τους, εὐκόλως θὰ μποροῦσαν νὰ καταλήξουν στὸ συμπέρασμα ὅτι· ἀφοῦ ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος τονίζει ὅτι δὲν διαφέρει σὲ τίποτα ὁ ἄνδρας ἀπὸ τὴν γυναῖκα, ἆρα δὲν ὑπάρχει καὶ στὴν λατρεία διαφορά, ὡς πρὸς τὴν περιβολή, μεταξὺ ἀνδρὸς καὶ γυναικός. ῾Οπότε, πιθανῶς, κάπως ἔτσι νὰ προῆλθεν τὸ ζήτημα μὲ τὸ ὁποῖον ἠσχολήθη ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος. Λέγει, λοιπόν, στὸ 11ο κεφάλαιον τῆς Α´ Πρὸς Κορινθίους ᾿Επιστολῆς· «πᾶσα δὲ γυνὴ προσευχομένη ἢ προφητεύουσα ἀκατακαλύπτῳ τῇ κεφαλῇ καταισχύνει τὴν κεφαλὴν ἑαυτῆς» (Α´ Κορ. ια´, 5). Κάθε γυναῖκα ἡ ὁποία προσεύχεται ἢ προφητεύει χωρὶς κάλυμμα στὴν κεφαλή, κατεντροπιάζει τὴν ἰδίαν της τὴν κεφαλήν. Εἶναι, δηλαδή, ντροπιαστικὸ γιὰ μία γυναῖκα νὰ προσεύχεται μὲ ἀκάλυπτη τὴν κεφαλή της. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὄχι μόνον στὴν ᾿Εκκλησία, ἀλλὰ καὶ ὁπουδήποτε ἢ ὁποτεδήποτε προσεύχεται, θὰ πρέπει νὰ τὸ κάνει μὲ κάλυμμα στὴν κεφαλή.

Γιατί ὅμως θὰ πρέπει ἡ γυναῖκα νὰ σκεπάζει τὴν κεφαλή της; Γιατί θὰ πρέπει νὰ φορᾷ μανδήλα τουλάχιστον ὅταν προσεύχεται;

Διότι, ὅπως λέγει ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος καὶ ἑρμηνεύουν οἱ πατέρες, μὲ τὸν τρόπον αὐτὸ δείχνει τὴν ὑποταγήν της στὸν Θεόν, ἀλλὰ καὶ στὸν ἄνδρα της. ῞Οπως κεφαλὴ τῆς ᾿Εκκλησίας εἶναι ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος ἄρχει τοῦ σώματος τῶν πιστῶν μελῶν της —καὶ εἶναι μάλιστα ὁ Χριστός, ὅπως τονίζει ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος, κεφαλὴ τοῦ ἀνδρός— ἔτσι, κεφαλὴ τῆς οἰκογενείας —κεφαλὴ τοῦ ζεύγους— εἶναι ὁ ἄνδρας, γιὰ νὰ μὴν εἶναι ἀκέφαλο καὶ ἄναρχο καὶ κάνει ὁ καθένας ὅ,τι θέλει. ῾Ο ἄνδρας ἄρχει τῆς οἰκογενείας καὶ τῆς γυναικός, εἶναι κεφαλὴ τῆς γυναικός, δίχως νὰ καταργῇται ἡ ἰσότητα τῶν δύο φύλων, ποὺ ἀπορρέει ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι καὶ οἱ δύο, ὁ ἄνδρας καὶ ἡ γυναῖκα, εἶναι πλάσματα τοῦ ἰδίου Πλάστου καὶ Δημιουργοῦ· μετέχουν τῆς αὐτῆς φύσεως. ῾Η δὲ γυναῖκα ἐπλάσθη ἀπὸ τὴν πλευρὰν τοῦ ᾿Αδάμ διὰ νὰ δηλωθῇ αὐτὴ ἡ ἰσότητα· δὲν ἐπλάσθη οὔτε ἀπὸ τὸ κεφάλι του, διὰ νὰ εἶναι ἀνωτέρα αὐτοῦ, οὔτε ἀπὸ τὰ πόδια του, διὰ νὰ εἶναι κατωτέρα αὐτοῦ. ῾Ο ἄνδρας, ὅμως, ὁ σύζυγος παρομοιάζεται μὲ τὸν Χριστόν, ὁπότε εἶναι ἡ κεφαλή. Εἶναι ὅμως κεφαλὴ κατὰ τρόπον ὅμοιον μὲ τὸν Χριστόν. ῎Εχει δηλαδὴ ἐξουσία, ἡ ὁποία ὅμως ἀγαπᾷ, διακονεῖ καὶ ὑπηρετεῖ τὴν γυναῖκα, διότι καὶ ὁ Κύριός μας ἦλθε ὡς διάκονος καὶ ὑπηρέτης, νὰ διακονήσῃ καὶ ὄχι νὰ διακονηθῇ. Μὲ τὴν ἐξουσία, λοιπόν, ποὺ ἔχει ὁ ἄνδρας δὲν τυραννᾷ τὴν γυναῖκα, οὔτε κυριαρχεῖ και ἐπιβάλλει τὴν δύναμή του κατὰ τρόπον αὐταρχικόν. ῾Ο ἄνδρας ὡς κεφαλὴ τῆς γυναικὸς ὀφείλει νὰ αὐτοπροσφέρεται καὶ νὰ ἐγκαταλείπῃ κάθε δικό του θέλημα. Τὸ ἀντίθετο, δηλαδή, τῆς φαλλοκρατίας.

Τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ γυναῖκα ὀφείλει νὰ ὑποτάσσεται στὸν ἄνδρα εἶναι ἐντολὴ ποὺ δίδεται ἀπὸ τὸν Θεὸν στὸ βιβλίο τῆς Γενέσεως, πρὸς τὴν Εὔα, λίγο πρὶν ἀπὸ τὴν ἔξωση τῶν πρωτοπλάστων ἀπὸ τὸν παράδεισο· «... ἐν λύπαις τέξῃ τέκνα· καὶ πρὸς τὸν ἄνδρα σου ἡ ἀποστροφή σου, καὶ αὐτός σου κυριεύσει» (Γεν. γ´, 16). «Σὲ ἔκαμα ὁμότιμον μὲ τὸν ἄνδρα διὰ νὰ ἀπολαμβάνῃς τὴν ἰδίαν τιμὴν μὲ αὐτόν, εἶπεν ὁ Θεὸς εἰς τὴν Εὔαν, ἀλλὰ σὺ παρεσύρθης ἀπὸ τὸν διάβολον, παρέσυρες δὲ καὶ τὸν ἄνδρα σου· διὰ τοῦτο ἀπὸ τώρα θὰ ὑποτάσσεσε καὶ θὰ ἐξαρτᾶσαι ἀπὸ τὸ σύζυγό σου· αὐτὸς θὰ εἶναι ὁ Κύριος καὶ ἐξουσιαστής σου· ὄχι ὁ καταπιεστής σου, ὄχι ὁ δυνάστης καὶ τύραννός σου, ἀλλὰ ὁ κηδεμόνας, ἡ καταφυγή, ἡ προστασία καὶ ἡ ἀσφάλειά σου εἰς τὰ βάσανα, ποὺ θὰ σὲ συναντοῦν». Μεταξύ, λοιπόν, ἀνδρὸς καὶ γυναικὸς σχηματίζεται δεσμὸς κοινῆς ζωῆς, ἐντὸς τῆς ὁποίας ὁ ἄνδρας εἶναι τὸ ἰσχυρὸν καὶ διευθύνον στοιχεῖον, ἡ δὲ γυναῖκα τὸ στοιχεῖον τὸ ἐξαρτώμενον καὶ δεχόμενον.

Μέσα εἰς αὐτὴν τὴν κοινὴν ζωήν, ὅπως εἶναι θέλημα Θεοῦ ἡ γυναῖκα νὰ γνωρίζῃ τὴν θέση της, ἔτσι εἶναι θέλημα Θεοῦ καὶ ὁ ἄνδρας νὰ μὴν καταχρᾶται τὴν ἐξουσία του ἐπὶ τῆς γυναικός. Αὐτὴ ἡ ἐξουσία τοῦ ἀνδρὸς ἐπὶ τῆς γυναικὸς καὶ ἡ ὑποταγὴ τῆς γυναικὸς πρὸς τὸν ἄνδρα, δὲν πρέπει νὰ εἶναι μεγαλυτέρα ἀπὸ αὐτὴν ποὺ πρέπει σὲ δύο ἄτομα, τὰ ὁποῖα διατελοῦν σὲ τόσο στενὴ σχέση καὶ σὲ ἀδιάσπαστην ἕνωση μετ᾿ ἀλλήλων. ῾Ο ἄνδρας ἄλλωστε δὲν ἐξουσιάζει τὴν γυναῖκα στὸν αὐτὸ βαθμό, στὸν ὁποῖο ὁ Χριστὸς κατεξουσιάζει πάντων· οὔτε ἔχει ἐπὶ τῆς γυναικὸς τὰ δικαιώματα ποὺ ἔχει ὁ Χριστὸς ἐπὶ πάντων. (Οὔτε δημιουργὸς τῆς γυναικὸς εἶναι ὁ ἄνδρας, οὔτε κατέχει αὐτὴν ὡς ἰδικόν του κτῆμα, ὅπως ὁ Χριστὸς τὴν ᾿Εκκλησίαν, τὴν ὁποίαν ὁ Κύριός μας ἐξηγόρασε διὰ τοῦ Τιμίου Αὐτοῦ Αἵματος). ῾Απλῶς καὶ μόνον πρωτεῖα ὑπεροχῆς καὶ ἀρχηγίας καὶ πρεσβεῖα τιμῆς ἔχει ὁ ἄνδρας στὸν οἶκον του καὶ τὴν οἰκογένειά του.

Διατί, ὅμως, ὑπερέχει ὁ ἄνδρας τῆς γυναικός; ῾Ο λόγος καὶ πάλι καταγράφεται ἀπὸ τὸν ᾿Απόστολο τῶν ᾿Εθνῶν· «οὐ γάρ ἐστιν ἀνὴρ ἐκ γυναικός, ἀλλὰ γυνὴ ἐξ ἀνδρός· καὶ γὰρ οὐκ ἐκτίσθη ἀνὴρ διὰ τὴν γυναῖκα, ἀλλὰ γυνὴ διὰ τὸν ἄνδρα» (Α´ Κορ. ια´, 8-9). Τὰ αἴτια, λοιπόν, γιὰ τὰ ὁποῖα ὑπερέχει ὁ ἄνδρας ἀπὸ τὴν γυναῖκα εἶναι· α) ὅτι ἡ γυναῖκα ἐκτίσθη ἀπὸ τὴν πλευρὰν τοῦ ἀνδρὸς καὶ ὄχι ὁ ἄνδρας ἀπὸ τὴν πλευρὰν τῆς γυναικός. ῾Ο ἄνδρας ἐδημιουργήθη πρῶτος καὶ ἐγένετο κεφαλὴ τῆς ὑλικῆς δημιουργίας, πρὶν δημιουργηθεῖ ἡ γυναῖκα. ῎Ενεκα τούτου ὁ ἄνδρας ὑπάρχει εἰκὼν τῆς θείας κυριαρχίας καὶ ἡγεμονίας στὴν κτίση. ῞Οταν δημιουργήθηκε ἡ γυναῖκα, βρῆκε αὐτὸν ἡγεμονεύοντα. ᾿Εκ τοῦ ἀνδρός, λοιπόν, ἀπορρέει ἡ δόξα καὶ ἡ τιμὴ τῆς γυναικός. Μετὰ τοὺς πρωτοπλάστους βεβαίως, οὔτε ἄνδρας γεννᾶται χωρὶς γυναικός, δίχως μητέρα δηλαδή, οὔτε γυναῖκα χωρὶς ἀνδρός, δίχως πατέρα· καὶ β) ὅτι δὲν ἐκτίσθη ὁ ἄνδρας γιὰ τὴν γυναῖκα, ἀλλὰ ἡ γυναῖκα ἐκτίσθη γιὰ τὸν ἄνδρα. «Οὐ καλὸν εἶναι τὸν ἄνθρωπον μόνον· ποιήσωμεν αὐτῷ βοηθὸν κατ᾿ αὐτόν» (Γεν. β´, 18). «Δὲν εἶναι καλὸν νὰ ἀφήσουμε τὸν ᾿Αδάμ μόνο του· ἂς κάνουμε ἄνθρωπον, ὅμοιον μὲ τὸν ᾿Αδάμ, ποὺ θὰ τὸν βοηθᾷ καὶ θὰ τὸν συντροφεύῃ».

Συμφώνως, λοιπόν, πρὸς τὰ ἀνωτέρω· ὁ ἄνδρας πρέπει νὰ προσεύχεται ἀσκέπαστος, ἐνῶ ἡ γυναῖκα μὲ καλυμμένη τὴν κεφαλή. Διότι ὅταν κάποιος ἔχει σκεπασμένη τὴν κεφαλήν, αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἀναγνωρίζει πὼς εἶναι ὑποτεταγμένος σὲ κάποιον ἄλλον· ὅτι αὐτὸς ὁ ἄλλος ἔχει ἐξουσία πάνω του. Τὸ σκέπασμα τῆς κεφαλῆς σημαίνει τὴν ὑποταγή. Πῶς, λοιπόν, ὁ ἄνδρας θὰ σκεπάσῃ τὸ κεφάλι του, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἔχει τεθεῖ ἄρχων καὶ κεφαλὴ τῆς γυναικός; Τὸ λέγει, ἄλλωστε, καθαρὰ ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος· «πᾶς ἀνὴρ προσευχόμενος ἢ προφητεύων κατὰ κεφαλῆς ἔχων, καταισχύνει τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ» (Α´ Κορ. ια´, 4). Κάθε ἄνδρας ποὺ προσεύχεται ἢ προφητεύει μὲ κάλυμμα στὴν κεφαλήν, ντροπιάζει τὴν κεφαλή του· δείχνει δηλαδὴ ἔλλειψη σεβασμοῦ στὸν ᾿Ιησοῦν Χριστόν ποὺ εἶναι ἡ κεφαλή του. Διότι ἔρχεται νὰ λατρεύσῃ ἢ νὰ ὑπηρετήσῃ τὸν Χριστόν, ἀρνούμενος —μὲ τὸ κάλυμμα τῆς ὑποτελείας ποὺ φορᾷ— τὸ ἀξίωμα καὶ τὴν κυριαρχίαν, τὴν ὁποίαν τοὺ ἔδωκε ὁ Χριστός. ῞Οπως ὁ ἄρχοντας ποὺ πλησιάζει τὸν βασιλέα, ἔχοντας ξυλώσει τὸ παράσημο τῆς ἀρχῆς ποὺ τοῦ ἔχει δωθεῖ, κατ᾿ οὐσίαν ὑβρίζει τὸν βασιλέα, ἔτσι καὶ ὁ ἄνδρας ποὺ προσεύχεται μὲ καλυμμένη τὴν κεφαλήν, ὑβρίζει τὸν Βασιλέα Χριστόν. ᾿Απὸ τὴν ἄλλην πῶς ἡ γυναῖκα θὰ μείνῃ μὲ ἀκάλυπτον τὴν κεφαλὴν καὶ δὲν θὰ θεωρηθῇ ἀντάρτισσα, ἀτίθαση καὶ ἀνυπότακτη, ὅταν δὲν ὑπακούει στὸ θεῖο πρόσταγμα καὶ δὲν δείχνει τὴν ὑποταγή της στὸν ἄνδρα, ἀπαιτώντας τὴν ἀπόλυτη χειραφέτηση καὶ ἀνεξαρτησία της ἀπὸ αὐτόν, λησμονώντας ὅτι εἶναι σᾶρξ ἐκ τῆς σαρκός του καὶ ὀστοῦν ἐκ τῶν ὀστέων του; Διὰ τοῦτο ἡ γυναῖκα ποὺ ἔχει ἀκάλυπτον τὴν κεφαλή, ὑβρίζει καὶ κατεντροπιάζει τὴν κεφαλή της, δηλαδὴ τὸν ἄνδρα της, ἐπειδὴ ἁρπάζει τὸ ἀξίωμά του καὶ διεκδικεῖ ἀπὸ αὐτὸν τὴν ὑπεροχήν. Τοῦτο, ἀκόμη καὶ ἂν δὲν τὸ ἀντιλαμβάνονται πολλὲς γυναῖκες, βγάζει τὴν γυναῖκα ἀπὸ τὴν οἰκείαν της θέση καὶ τάξη, καὶ (ἔστω ἂν φανεῖ ὑπερβολικό τὸ γραφόμενον) εἶναι ὡς νὰ διακηρύττει δημοσίως καὶ ἐπισήμως (ἡ γυναῖκα), ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ μεταλλάξῃ τὸ φύλον της. Γι᾿ αὐτὸ λοιπόν, ἑκάτερον τῶν φύλων πρέπει νὰ μένῃ στὴν θέση τὴν ὁποία ὥρισεν εἰς αὐτὸ ὁ Δημιουργός.

Σύμφωνα μὲ τὸν ᾿Απόστολο Παῦλο, ἡ γυναῖκα ποὺ εἶναι ἀσκέπαστος, ἀκάλυπτος στὴν κεφαλή, εἶναι τὸ ἴδιο καὶ τὸ αὐτὸ μὲ τὴν «ἐξυρισμένη». Διότι παρουσιάζει τὴν αὐτὴν ἀκοσμίαν, ἀκαλαισθησίαν καὶ ἀνυποταξίαν τὴν ὁποίαν καὶ ἐκείνη ποὺ ξύρισε τὸ κεφάλι της. ῞Οπως δὲν εἶναι κόσμιον νὰ ξυρίσῃ μία γυναῖκα τὸ κεφάλι της, ἔτσι δὲν εἶναι κόσμιον καὶ νὰ μὴν φορᾷ μανδήλα. ῞Οπως δὲν εἶναι ὡραῖο, συμπληρώνει ὁ ῞Αγιος Νικόδημος ὁ ῾Αγιορείτης, νὰ βλέπῃς μία γυναῖκα νὰ ἔχῃ ξυρίσει τὰ μαλλιά της ποὺ εἶναι τὸ φυσικό της σκέπασμα καὶ νὰ μὴν ἔχῃ τρίχα στὸ κεφάλι της, ἔτσι δὲν εἶναι ὡραῖο καὶ τὸ νὰ βλέπῃς μία γυναῖκα χωρὶς κάλυμμα στὴν κεφαλή. Ξυρισμένα κεφάλια στὴν ἀρχαιότητα εἶχαν οἱ δοῦλες καὶ ὅσες συλλαμβάνοντο νὰ πορνεύουν ἢ νὰ μοιχεύουν.

Στὴν Κόρινθο τῆς ἐποχῆς τοῦ ᾿Αποστόλου Παύλου, ὑπῆρχαν ἱέρειες στοὺς εἰδωλολατρικοὺς ναούς, ποὺ ἐπιδίδοντο σὲ κάθε λογῆς ὄργια. Γιὰ νὰ ἀναγνωρίζονται οἱ ἱέρειες αὐτές, εἶχαν τὸ κεφάλι τους ξυρισμένο. ῞Οταν, λοιπόν, ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος ὁμιλεῖ στοὺς Κορινθίους γιὰ τὶς ξυρισμένες γυναῖκες, μὲ ἔμμεσο τρόπο τοὺς ὑπενθυμίζει τὶς ἱέρειες αὐτές· καὶ εἶναι σὰν νὰ τοὺς λέγει, ὅτι οἱ γυναῖκες δίχως μανδήλα ὁμοιάζουν καὶ εἶναι τὸ ἴδιο καὶ τὸ αὐτὸ μὲ τὶς πόρνες αὐτὲς τῶν εἰδωλολατρικῶν ναῶν. «Εἰ γὰρ οὐ κατακαλύπτεται γυνή, καὶ κειράσθω· εἰ δὲ αἰσχρὸν γυναικὶ τὸ κείρασθαι ἢ ξυρᾶσθαι, κατακαλυπτέσθω» (Α´ Κορ. ια´, 6). «Διότι ἐὰν δὲν εἶναι σεμνὰ καλυμμένη μία γυναῖκα, συνεχίζει ὁ ᾿Απόστολος, ἂς κουρεύει λοιπὸν τὰ μαλλιά της, ὅπως τὰ κουρεύει ὁ ἄνδρας. ᾿Εὰν δέ εἶναι ἄσχημον καὶ ἀπρεπὲς στὴν γυναῖκα τὸ νὰ κουρεύῃ ἢ νὰ ξυρίζῃ τὰ μαλλιά της, ἂς καλύπτεται καλά. Καὶ ἂς μὴ θέλει νὰ ἀνδροφέρνῃ· νὰ μιμεῖται δηλαδὴ τὸν ἄνδρα». ᾿Εάν, δηλαδή, ἐσεῖς οἱ γυναῖκες ἔχετε τὴν ἀναίδεια νὰ κάμετε τὸ πρῶτο βῆμα, ἐμφανιζόμενες ἀκάλυπτες στὶς συναθροίσεις ὡς οἱ ἄνδρες, κάμετε λοιπόν καὶ τὸ δεύτερον, κειρόμεναι ὡς ἐκεῖνοι. Κουρευθεῖτε ὅπως οἱ ἄνδρες! «Εἰ τὸ ἀπὸ τοῦ νόμου τοῦ θεοῦ κάλυμμα τεθέν ρίπτεις, καὶ τὸ ἀπὸ τῆς φύσεως ρίψον», ὅπως τονίζει καὶ ὁ ῾Ιερὸς Χρυσόστομος. Τὸ «ἀπὸ τοῦ νόμου τοῦ θεοῦ κάλυμμα» εἶναι ἡ μανδήλα· τὸ «ἀπὸ τῆς φύσεως» εἶναι τὰ μακριὰ μαλλιά.

῾Ο Θεὸς ἔδωσε τὰ μακριὰ μαλλιὰ καὶ τὴν πλούσια κόμη στὶς γυναῖκες, ἐνῶ στοὺς ἄνδρες ἔδωσε λιγότερα μαλλιὰ καὶ πολλὲς φορὲς καὶ φαλάκρα. Γι᾿ αὐτὸ ἐνῶ στοὺς ἄνδρες εἶναι συνηθισμένο τὸ φαινόμενο τῆς φαλάκρας, δὲν εἶναι καθόλου ὡραῖο νὰ βλέπῃς μία γυναῖκα μὲ φαλάκρα. Αὐτὴ ἡ φύση, ἡ ὁποία δίδει στὴν γυναῖκα μακριὰ μαλλιὰ καὶ περισσότερα μαλλιά, μᾶς διδάσκει ὅτι ὁ ἄνδρας ἐὰν τρέφει μαλλιὰ σὰν τὴ γυναῖκα, εἶναι τοῦτο ἐντροπὴ δι᾿ αὐτόν, διότι γυναικοφέρνει («...οὐδὲ αὐτὴ ἡ φύσις διδάσκει ἡμᾶς ὅτι ἀνὴρ μὲν ἐὰν κομᾷ, ἀτιμία αὐτῷ ἐστί;» [Κορ. ια´, 14]). ᾿Ενῶ ἡ γυναῖκα ἐὰν τρέφει μαλλιά, εἶναι τοῦτο εἰς αὐτὴν στολισμός («γυνὴ δὲ ἐὰν κομᾷ, δόξα αὐτῇ ἐστιν· ὅτι ἡ κόμη ἀντὶ περιβολαίου δέδοται αὐτῇ» [Κορ. ια´, 15]), διότι τὰ μακριὰ μαλλιά ἔχουν δοθεῖ στὴν γυναῖκα σὰν ἕνα φυσικὸ πέπλο. Τὸ (ἐπὶ πλέον) κάλυμμα ποὺ ζητᾷ ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν γυναῖκα, εἶναι γιὰ νὰ ὑπάρχῃ περιβόλαιον ἐπὶ τῆς κεφαλῆς της, ὄχι μόνον ἀπὸ τὴν φύση, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν προαίρεση τῆς γυναικός. ῾Ο Θεὸς εἶναι Θεὸς προαιρέσεως, Θεὸς τῆς καρδιᾶς καὶ θέλει κάτι νὰ τὸ κάνουμε, ὄχι στανικῶς, ἀλλὰ συνειδητὰ καὶ μὲ τὴν καρδιά μας. Τὰ μακριὰ μαλλιὰ στὴν γυναῖκα ἀποτελοῦν ἀπόδειξη καὶ συνεχὴ ὑπενθύμηση ἀπὸ τὸν Θεὸ ὅτι αὐτὴ ὑπόκειται ἐκ φύσεως στὸν ἄνδρα. Θέλει, ὅμως, ὁ Θεὸς νὰ ὁμολογῇ ἡ γυναῖκα τὴν ὑποταγήν της καὶ νὰ τὴν ἐπισφραγίζῃ μὲ τὴν προαίρεσή της.

Στὴ σημερινὴ ἐποχή, ὅμως, βλέπουμε ἄνδρες μὲ μακριὰ μαλλιὰ καὶ γυναῖκες κοντοκουρεμένες σὰν τοὺς ἄνδρες. ῾Η ἐνδυμασία, ἡ κόμμωση καὶ τὰ πάντα ἔχουν διαστραφεῖ καὶ ἀλλάξει, ἔτσι ὥστε νὰ μὴν ξεχωρίζῃ πλέον ὁ ἄνδρας ἀπὸ τὴν γυναῖκα. Σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ τί γίνεται σήμερα, στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἔχουμε πλεῖστα ὅσα παραδείγματα γυναικῶν, οἱ ὁποῖες ὅταν ἔβγαιναν ἀπὸ τὸ σπίτι τους εἶχαν σκεπασμένην ὄχι μόνον τὴν κεφαλήν, ἀλλὰ καὶ τὸ πρόσωπό τους ἀκόμα. ῾Η Θάμαρ, ἡ νύμφη τοῦ ᾿Ιούδα, ἑνὸς ἐκ τῶν δώδεκα υἱῶν τοῦ Πατριάρχου ᾿Ιακώβ, ἐμφανίσθηκε στὸν πεθερό της μὲ σκεπασμένο τὸ πρόσωπο.

Τὸ πρῶτο κάλυμμα κεφαλῆς, τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται στὴν ῾Αγία Γραφή, εἶναι ἡ μανδήλα ποὺ φόρεσε ἡ Ρεββέκα ὅταν συνάντησε τὸν ᾿Ισαάκ. ῞Οταν ἡ Ρεββέκα ἄκουσε ἀπὸ τὸν ᾿Ελιέζερ, τὸν πιστὸν δοῦλον τοῦ ᾿Αβραάμ, ὅτι ὁ νέος ποὺ ἔβλεπε μπροστά της γιὰ πρώτη φορὰ ἦταν ὁ κύριός του (δηλαδὴ ὁ ᾿Ισαάκ), τότε ἀμέσως «λαβοῦσα τὸ θέριστρον περιεβάλλετο» (Γεν. κδ´, 65). ῎Ελαβε τὸ κάλυμμα καὶ ἐσκέπασε τὸ πρόσωπό της καὶ τὴν κεφαλήν της. Τοῦτο ἦταν ἔνδειξη τιμῆς, σεβασμοῦ καὶ ὑπακοῆς πρὸς τὸν μέλλοντα σύζυγό της. ῞Εως τὴν ὥραν ἐκείνην ἦταν «ξέσκεπη». Τώρα ὅμως ἡ φρονιμάδα τῆς ἔλεγεν ὅτι ἔπρεπε νὰ σκεπάσῃ τὴν κεφαλήν της, ἐνώπιον τοῦ μελλοντικοῦ συζύγου της, γιὰ νὰ τοῦ δείξῃ τὴν ὑποταγή της καὶ γιὰ νὰ εἶναι σεμνὴ καὶ κόσμια ἀπέναντί του. Ποῦ σήμερα ἡ τιμὴ καὶ ὁ σεβασμὸς τῆς συζύγου πρὸς τὸν ἄνδρα της, ἀλλὰ καὶ τὸ ἀντίστροφο; Τὰ πάντα ἰσοπεδώθηκαν ἀπὸ τὸν ὁδοστρωτῆρα τῆς ἀποστασία καὶ τῆς νέας ἐποχῆς. Καὶ μετὰ ἀποροῦμε γιατὶ δὲν στεριώνουν οἱ οἰκογένειες στὴν ἐποχή μας καὶ διαλύονται ἡ μία μετὰ τὴν ἄλλη, σὰν πύργος ἀπὸ τραπουλόχαρτα, ὀλίγον καιρὸν μετὰ τὴν σύστασή τους.

῎Αλλο παράδειγμα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἶναι ἡ δικαία Σωσάννα. ῾Η Σωσάννα, ποὺ ὅσον ὡραία ἦταν στὴν ψυχή, ἄλλο τόσον ὡραία ἦταν καὶ στὸ σῶμα, συκοφαντήθη ἐπὶ μοιχείᾳ —τὴν διέβαλλαν ὅτι ἐμοίχευσεν μὲ κάποιον νεαρόν— ἀπὸ κάποιους ἐρωτολάγνους ἡλικιωμένους δικαστές, ἐπειδὴ δὲν δέχθηκε νὰ τελέσῃ τὴν ἁμαρτία μαζί τους. ῞Οταν τὴν ἔφεραν, λοιπόν, στὸ δικαστήριον, οἱ παράνομοι καὶ ἀχρεῖοι δικαστὲς διέταξαν νὰ ἀφαιρεθῇ τὸ πέπλο της καὶ ἡ καλύπτρα τῆς κεφαλῆς μὲ τὴν ὁποίαν ἦτο σκεπασμένη, διὰ νὰ χορτάσουν βλέποντες ἐμπαθῶς τὸ ἐξαίρετον κάλλος της. ᾿Αναμφίβολα οἱ προφήτισσες τῆς ἀρχαιότητος, ὅπως ἡ Δεββώρα (Κρ. δ´, 4) καὶ ἡ ῎Αννα (Λκ β´, 36-38) χρησιμοποιούσαν τέτοιο κάλυμμα τῆς κεφαλῆς ὅταν προφήτευαν. ῾Η Σαμαρείτιδα, μετέπειτα ῾Αγία Φωτεινή, ἐπίσης φοροῦσε μανδήλα ὅταν διελέγετο μὲ τὸν Χριστόν στὸ φρέαρ τοῦ ᾿Ιακώβ· καὶ αὐτό, ἂν καὶ ἡ ἰδία ἦτο ἀρχικῶς γυναίκα χαλαρῶν ἠθῶν.

Ὡσαύτως, ἱστορεῖται στὸν βίο τῆς Ὁσίας Μελάνης τῆς Ρωμαίας, ὅτι κάποτε τὴν ἐκάλεσε ἡ Βασίλισσα, παρακαλώντας την νὰ τὴν ἐπισκεφθῇ στὸ παλάτι. Ὑπῆρχε ὅμως νόμος ἐκεῖνον τὸν καιρὸν νὰ μὴν τολμήσῃ καμία γυναίκα νὰ εἰσέλθῃ στὰ ἀνάκτορα ἔχουσα τὴν κεφαλὴν σκεπασμένην. Ἡ Ὁσία Μελάνη ὅμως προτίμησε νὰ καταφρονήσῃ τὸν αὐτοκρατορικὸν νόμον καὶ νὰ διαφυλάξῃ τὴν ἐντολὴν τοῦ μακαρίου Παύλου, καὶ ἔτσι πῆγε στὸ παλάτι μὲ καλυμμένη τὴν κεφαλήν, ἀλλὰ καὶ μὲ εὐτελὴ καὶ πενιχρὴ ἐνδυμασία. Καὶ αὐτὸ τὸ ἔπραξε ἡ Ὁσία, διότι ἐλάμβανε πολὺ σοβαρὰ τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ, ποὺ θέλει τὴν γυναίκα μετρημένη καὶ συνεσταλμένη στὴ συμπεριφορά, διαγωγή, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐνδυμασία της. Αὐτὸ εἶχε σὰν ἀποτέλεσμα νὰ εὐλαβηθῇ ἀκόμη περισσότερον ἡ Βασίλισσα τὴν Ὁσία καὶ νὰ τὴν ἐπαινέσῃ γιὰ τὴν κατὰ Θεὸν στάση της.

Δεῖτε ἐπίσης τὸ παράδειγμα τῶν Μουσουλμάνων γυναικῶν, ποὺ μὲ τὸν «φερετζέ» καλύπτουν ὄχι μόνον τὸ κεφάλι, ἀλλὰ καὶ ὅλον τους τὸ πρόσωπον· συνήθεια ποὺ ἔλαβαν ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς καὶ τὴν ῾Αγία Γραφή. Καὶ ἐπειδὴ πολλοὶ ἔχουν συνδέσει-συνδυάσει τὴν μανδήλα μὲ τὶς Μουσουλμάνες καὶ νομίζουν ὅτι ἡ χρήση της εἶναι στοιχεῖο καὶ ἀποκλειστικὴ διδασκαλία τοῦ ᾿Ισλαμισμοῦ, τονίζουμε στὸ σημεῖο αὐτό, ὅτι ὁ Μωαμεθανισμὸς ἐξ ἀρχῆς τῆς δημιουργίας του προσέλαβε πολλὰ στοιχεῖα ἀπὸ τὴν διδασκαλία τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ τοῦ ᾿Ιουδαϊσμοῦ. ῞Ενα ἀπὸ τὰ στοιχεῖα αὐτὰ εἶναι καὶ ἡ χρήση τῆς μανδήλας. Τὸ ᾿Ισλάμ, δηλαδή, δὲν ἐπενόησε τὸ κάλυμμα τῆς κεφαλῆς, ἀλλ᾿ ὅμως τὸ ἐπιδοκίμασε καὶ τὸ οἰκειοποιήθηκε-ἀσπάσθηκε. ᾿Επειδὴ οἱ Μουσουλμάνοι εἶναι πολὺ αὐστηροὶ τηρηταὶ τῶν ὅσων γράφει τὸ Κοράνι, τὸ «ἱερό» τους βιβλίο, καθὼς καὶ πολλῶν ὅσων γράφει ἡ Παλαιὰ Διαθήκη, τὴν ὁποίαν ἀποδέχονται ὡς νόμο τοῦ Θεοῦ, διὰ τοῦτο τηροῦν ἀπαρεγκλίτως τὸ κάλυμμα στὴν γυναίκα μὲ ἕναν τρόπον ποὺ φαντάζει ὑπερβολικὸς διὰ τὸν σύγχρονον δυτικὸν ἄνθρωπον τῆς τεχνολογικῆς προόδου, τῆς ὑλικῆς εὐδαιμονίας καὶ τῆς ἐλευθερίας εἰς τὰ ἤθη. ᾿Ακόμη καὶ στὸ ποδόσφαιρο πλέον, οἱ Μουσουλμάνες παίχτριες φοροῦν μανδήλα.

Ἡ FIFA, ἡ Παγκόσμιος Ποδοσφαιρικὴ ῾Ομοσπονδία, ἔδωσε τὴν σχετικὴν ἄδεια σὲ ὅσες γυναῖκες ποδοσφαιρίστριες τὸ ἐπιθυμοῦν, νὰ φοροῦν μανδήλα ἡ ὁποία θὰ εἶναι ταιριαστὴ μὲ τὴν φανέλα τῆς ὁμάδος τους.

Σὲ μουσουλμανικὲς χῶρες, ὅπως στὴ Σαουδικὴ ᾿Αραβία, ὅπου τὰ πράγματα εἶναι πολὺ αὐστηρά, ἀκόμη καὶ οἱ παρουσιάστριες τῆς τηλεοράσεως ἐμφανίζονται μπροστὰ ἀπὸ τὶς κάμερες πάντοτε μὲ μανδήλα. Σάλος ξέσπασε ὅταν γιὰ πρώτη φορά, παρουσιάστρια ποὺ ἀνῆκε σὲ τηλεοπτικὸ κανάλι τῆς ἐν λόγῳ χώρας ἐμφανίσθηκε χωρὶς μανδήλα, μὲ ἀκάλυπτη τὴν κεφαλή, παρουσιάζοντας δελτίο εἰδήσεων ἀπὸ τὰ στούντιο τοῦ καναλιοῦ εἰς τὸ Λονδῖνο.

Καὶ ἐν ὅσῳ ἔχουμε τόσα παραδείγματα ἀπὸ τὴν ῾Αγία Γραφή, καὶ ἐν ὅσῳ οἱ Μουσουλμάνες γυναῖκες περιπατοῦν ὅπου καὶ ἐὰν εὑρίσκονται μὲ σκεπασμένο τὸ πρόσωπο καὶ τὴν κεφαλή, διὰ νὰ μὴ τύχῃ νὰ σκανδαλίσουν κανέναν μὲ τὸ κάλλος τους, παρατηρεῖται δυστυχῶς τὸ φαινόμενον οἱ γυναῖκες —καὶ δὴ τῶν ᾿Ορθοδόξων Χριστιανῶν— ὄχι τὸ πρόσωπό τους, ἀλλ᾿ οὔτε καὶ τὴν κεφαλή τους νὰ μὴν σκεπάζουν. Αὐτὸ συμβαίνει, ὄχι μόνο σὲ κάθε ἄλλο χῶρο, ἀλλὰ καὶ στὸν ἱερὸ χῶρο τῆς λατρείας τοῦ Θεοῦ, μέσα δηλαδὴ στὴν ᾿Εκκλησίαν.

Τὸ πλέον θλιβερὸ ἀπ᾿ ὅλα εἶναι ὅτι ἡ κατάσταση ποὺ περιγράφεται, δυστυχῶς διαπιστώνεται ὄχι μόνο στοὺς κόλπους τῆς κρατούσης «ἐκκλησίας» τοῦ νέου ἡμερολογίου, ἡ ὁποία ἔχει ἐν πολλοῖς ἐκμοντερνιστεῖ καὶ δὲν θὰ περίμενε κανεὶς κάτι καλύτερον, ἀλλὰ καὶ στὴν συντηρητικὴ μερίδα τῶν χριστιανῶν, στοὺς παραδοσιακοὺς —ὑποτίθεται— «παλαιοημερολογίτας». ῞Οταν αὐτὸς ὁ ἐκμοντερνισμὸς ἔχει εἰσχωρήσει στοὺς χώρους λατρείας, ὅπου βλέπουμε —κυρίως στὸ νέον ἡμερολόγιον— γυναῖκες μὲ ξώπλατα, μίνι καὶ παντελόνια, καταλαβαίνει καὶ βλέπει κανεὶς τί γίνεται καθημερινὰ στὶς πλατεῖες καὶ τὶς ἀγορές, ὅπου ἡ ἀδιαντροπία καὶ ἡ ἀναισχυντία «δίνει καὶ παίρνει».

᾿Εὰν δὲν διορθώσουμε τὰ κακῶς κείμενα, ἔχουν νὰ μᾶς κρίνουν καὶ νὰ μᾶς κατακρίνουν τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως, οἱ μουσουλμάνες αὐτές, οἱ ὁποῖες θὰ μᾶς ποῦν ὅτι· «᾿Εμεῖς ποὺ δὲν γνωρίσαμε τὸν ἀληθινὸν Θεόν, ποὺ δὲν μάθαμε γιὰ τὴν ὁδὸ τῆς μετανοίας καὶ τῆς σωτηρίας καὶ εὑρισκόμασταν στὴν ἁμαρτία, τὴν πλάνη καὶ τὸ πνευματικὸ σκοτάδι, εἴμασταν παντοῦ καὶ πάντοτε κόσμια καὶ σεμνὰ ντυμένες καὶ μὲ καλυμμένη τὴν κεφαλή· καὶ ἐσεῖς ποὺ πιστεύατε στὸν Χριστόν, γνωρίσατε τὴν ἀλήθεια καὶ εἴχατε τὴν διδασκαλία καὶ ἐντολὴ τῆς ᾿Εκκλησίας ποὺ σᾶς τὸ ζητοῦσε, δὲν καλύπτατε τὴν κεφαλή σας, οὔτε μέσα στὸν οἶκο τοῦ Θεοῦ. Τόσο δύσκολο σᾶς ἐρχόταν νὰ κάνετε αὐτὸ τὸ πολὺ ἁπλὸ πρᾶγμα; Τόσο βαρὺ σᾶς ἦταν;».

᾿Επίσης, ὑπάρχουν μαρτυρίες ἀπὸ ἀρχαίους συγγραφεῖς, ὅτι ἀκόμη καὶ οἱ γυναῖκες τῶν εἰδωλολατρῶν ἑλλήνων εἶχαν σκεπασμένη τὴν κεφαλήν τους, καθὼς βεβαίως καὶ οἱ γυναῖκες τῶν παλαιῶν Χριστιανῶν. ῾Ο δὲ Κλήμης, πατὴρ τῆς ᾿Εκκλησίας, δι᾿ ἐπιταγῆς τοῦ ᾿Αποστόλου Πέτρου, ἐδίδαξε στὴν Ρώμη νὰ μὴν εἰσέρχεται καμία γυναίκα ἀσκεπὴς στὴν ἐκκλησίαν.

᾿Αλλὰ διὰ τί νὰ κουραζώμεθα, ἀδελφοί μου, ψάχνοντας παραδείγματα. Αὐτὴ ἡ ῾Υπεραγία Θεοτόκος, ἡ ὁποία εἶναι —ἢ ὀφείλει νὰ γίνῃ— τὸ πρότυπο κάθε γυναικός, ἀποδεικνύουσα τὸ σεμνὸν καὶ συνεσταλμένον τοῦ χαρακτῆρος της, δὲν φοροῦσε πάντοτε μανδήλα στὴν κεφαλή της; Γιὰ νὰ τὸ ἔκανε αὐτὸ ἡ Παναγία, κάτι περισσότερον ἀπὸ ἐμᾶς θὰ ἐγνώριζε.

Μπορεῖτε νὰ φαντασθῇτε τὴν Παναγία χωρὶς κάλυμμα στὴν κεφαλήν; ῎Εχετε δεῖ ποτὲ εἰκόνα της, ὅπου νὰ μὴν φορᾷ μανδήλα; Δὲν θὰ ἀποτελοῦσε κάτι τέτοιο ἀνευλάβεια καὶ ἀσέβεια τοῦ ἁγιογράφου πρὸς τὸ Θεομητορικὸν πρόσωπον τῆς Παναγίας μας; Δὲν θὰ ἄγγιζε κάτι τέτοιο τὰ ὅρια τῆς βλασφημίας;

᾿Εμεῖς, λοιπόν, δὲν θέλουμε νὰ μοιάσουμε στὴν Παρθένον Θεοτόκον; Θέλουμε νὰ κάνουμε ἐκεῖνα ποὺ ἡ ἴδια θεωροῦσε ἀπρεπῆ καὶ ἀνάρμοστα;

῞Ομως, ὄχι μόνον ἡ Παναγία, ἀλλὰ καὶ ὅλες οἱ ἁγίες τῆς ᾿Εκκλησίας μας, διαπιστώνουμε ὅτι εἰκονίζονται πάντοτε μὲ κάλυμμα στὴ κεφαλή. ᾿Επὶ πλέον, ἂς παραδειγματισθοῦμε ἀπὸ τὶς γιαγιάδες ἐκεῖνες, οἱ ὁποῖες φοροῦν πάντοτε μανδήλα καὶ δὲν τὴν ἀποχωρίζονται ποτέ. Καὶ ἐὰν δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε τὴν μανδήλα μόνιμη σύντροφό μας, τουλάχιστον ἂς τὴν φοροῦμε ὅταν πηγαίνομε στὴν ᾿Εκκλησία. Οἱ ἡλικιωμένες γυναῖκες, μάλιστα, πρέπει νὰ δίνουν τὸ παράδειγμα καὶ στὶς νεότερες· καὶ ὄχι νὰ βλέπουμε νέες γυναῖκες νὰ φοροῦν μανδήλα καὶ οἱ γηραιότερες νὰ εἶναι ἀμανδήλωτες. Αὐτὸ δὲν εἶναι ὡραῖο σὰν εἰκόνα.

Θὰ ἔχετε ἴσως προσέξει, κυρίως ὅσοι ταξιδέψατε στὸ ἐξωτερικό, ἢ ἔστω ἀπὸ τὴν τηλεόραση, γυναῖκες νὰ περιπατοῦν στὸν δρόμο, ἢ νὰ ὁδηγοῦν τὸ αὐτοκίνητό τους, ἔχοντας κάλυμμα στὴν κεφαλή, ἐπειδὴ ἔτσι τὸ ὑπαγορεύει ἡ μόδα. Εἶναι λοιπὸν δυνατόν νὰ φοροῦν μανδήλα στὸν περίπατό τους οἱ γυναῖκες, ἐπειδὴ τοὺς τὸ ἐπιβάλλει ἡ μόδα, καὶ σ᾿ ἐμᾶς ποὺ τὸ λέγει ὁ Θεός, νὰ δυσανασχετοῦμε καὶ νὰ μὴν τὸ πράττουμε, οὔτε στὸν οἶκο τοῦ Θεοῦ; Εἶναι ἀνεκτὸ νὰ μὴν κάνουμε ὑπακοὴ στὸν Θεό, ἴση τουλάχιστον μὲ τὴν ὑπακοὴ ποὺ ἄλλοι κάνουν στὴ μόδα; Καὶ ἐὰν δὲν ἀρκοῦν αὐτά, ἔχουμε καὶ ἕτερον παράδειγμα, πάλι ἀπὸ τὸ ἐξωτερικό. Παρατηρεῖται στὶς κηδεῖες τὸ φαινόμενο, κάποιες κυρίες νὰ καλύπτουν τὸ πρόσωπό τους μὲ σκοῦρο πέπλο, στὸ ὁποῖο καταλήγει τὸ καπέλο ποὺ φοροῦν. Εἶναι τὸ λεγόμενο «βέλο». Αὐτό, βεβαίως, εἶναι κατ᾿ ἐπίδρασιν τῆς χριστιανικῆς θρησκείας καὶ τῶν ὅσων λέγει ἡ ῾Αγία Γραφή. Τὸ σκεπτικὸν εἶναι ὅτι εὑρίσκονται σὲ κηδεία, πενθοῦν καὶ δὲν θέλουν νὰ σκανδαλίσουν κανέναν μὲ τὴν θέα τοῦ προσώπου τους, τὸ ὁποῖον καλύπτουν μὲ τὸ βέλο. Βεβαίως, μπορεῖ πολὺ περισσότερο νὰ τὸ κάνουν αὐτὸ οἱ ἐν λόγῳ κυρίες, γιατὶ καὶ πάλι τὸ ἐπιτάσσει ἡ μόδα καὶ νὰ φοροῦν τὸ καπέλο μὲ τὸ βέλο ὡς ἀπαραίτητο «ἀξεσουάρ» στὴν κηδεία καὶ τὴν ᾿Εκκλησία γενικότερα· καὶ διότι μπορεῖ νὰ πιστεύουν ὅτι τὸ καπέλο αὐτὸ τοὺς δίδει «στύλ», ἢ καὶ ἀποκρύπτει τὸ πένθος καὶ τὰ δακρύοντα μάτια τους. Σημασία ὅμως ἔχει, ὅτι ἔστω καὶ ἔτσι τὸ πράττουν οἱ ξένες, οἱ ὁποῖες μάλιστα δὲν εἶναι κἂν ᾿Ορθόδοξες.

᾿Εὰν ὅμως αὐτὰ τὰ παραδείγματα δὲν στάθηκαν ἱκανὰ διὰ νὰ πείσουν τὸν ἀναγνώστη —καὶ δὴ τὴν ἀναγνώστρια— ἀκοῦστε καὶ τὴν κατωτέρῳ ἱστορία ἀπὸ τὸ «Γεροντικό». Κάποτε μία ἁγία γυναίκα θέλησε νὰ μονάσῃ. ᾿Επειδὴ ὅμως ἦταν πολὺ ὡραία στὴν ὄψη καὶ προέβλεπε ὅτι ἐξ αἰτίας τῆς ὀμορφιᾶς της θὰ εἶχε πολλὲς ἐνοχλήσεις ἀπὸ τὸν πειρασμὸ καὶ τὰ ὄργανά του, διὰ τοῦτο ἔκρινε συμφερότερο νὰ καταφύγει σὲ ἀνδρικὸ μοναστήρι. Πῆγε λοιπὸν ἐκεῖ ποὺ τὴν φώτισε ὁ Θεός, μεταμφιεσμένη σὲ ἄνδρα, καὶ ἔγινε σὲ σύντομο χρονικὸ διάστημα πρότυπο ἀρετῆς καὶ ἀσκήσεως γιὰ τοὺς ὑπολοίπους μοναχούς. ῞Οταν κάποια στιγμή ὕστερα ἀπὸ χρόνια, ἦλθε ἡ ὥρα νὰ ἀναχωρήσῃ ἀπὸ τὸν μάταιο τοῦτο κόσμο, ἐκάλεσε τὸν πνευματικὸ τῆς μονῆς καὶ τοῦ ἐξομολογήθηκε τὰ πάντα. Τότε ἐκεῖνος τὴν κοίταξε μὲ αὐστηρὸ ὗφος καὶ τῆς εἶπε τὸν ἑξῆς λόγον· «Καλά βρέ ἀθεόφοβη καὶ ὅταν ἐρχόταν ἡ ὥρα νὰ μεταλάβῃς, πῶς κοινωνοῦσες, οὗσα γυναίκα, μὲ ἀκάλυπτον τὴν κεφαλή;». (Διότι οἱ μοναχοὶ κοινωνοῦν πάντοτε ἀσκεπεῖς σὲ ἀντίθεση μὲ τὶς μοναχές). ῾Η ἀπάντηση τῆς ἁγίας ἦταν ὅτι· «Πάντοτε ἐφρόντιζα καὶ προφασιζόμουν ἀσθένεια, ὅταν ἦταν νὰ κοινωνήσω καὶ ἔτσι ἐκάλυπτα τὴν κεφαλή μου τὴν στιγμὴν τῆς θείας Μεταλήψεως».

Αὐτὴ ἡ ἱστορία, ὡς ἠθικὸ δίδαγμα, μᾶς τονίζει τὸ πόσο σημαντικὸ εἶναι γιὰ τὴν γυναίκα νὰ μὴν ἔχει ἀκάλυπτον τὴν κεφαλὴ ὅταν ἀσχολεῖται μὲ τὰ ἅγια, καὶ ἰδιαιτέρως ὅταν πρόκειται νὰ μεταλάβῃ τῶν ᾿Αχράντων Μυστηρίων. ᾿Εὰν ὅμως οἱ χριστιανὲς δὲν φοροῦν τὴν μανδήλα καθ᾿ ὅλην τὴν διάρκεια τῆς θείας Λειτουργίας καὶ τῆς ὅποιας προσευχῆς κάνουν, καὶ τὴν φοροῦν μόνον —στανικῶς— ὅταν εἶναι νὰ μεταλάβουν, αὐτὸ στὰ μάτια τοῦ Χριστοῦ δὲν ἔχει καμία ἀξία, διότι ἀποδεικνύουν μὲ τὴν στάση τους αὐτή, ὅτι δὲν ἐπιθυμοῦν νὰ τὴν φοροῦν καθόλου καὶ ὅτι ἂν ἐξαρτᾶτο ἀπὸ αὐτές, οὔτε κατὰ τὴν διάρκεια τῆς θείας Μεταλήψεως θὰ τὴν φοροῦσαν. ᾿Εξ ἄλλου, ὅλη ἡ θεία Λειτουργία εἶναι μία ὀργανικὴ ἑνότητα καὶ ἡ στιγμὴ τῆς θείας Μεταλήψεως δὲν εἶναι ἀποκομμένη ἀπὸ τὴν ὑπόλοιπη θεία Λειτουργία, ἀλλ᾿ εἶναι μέρος αὐτῆς. Σὲ ὅλη τὴ θεία Λειτουργία προετοιμαζόμασθε γιὰ τὴν στιγμὴ τῆς θείας Μεταλήψεως. Πρέπει καθ᾿ ὅλη τὴ διάρκεια της προετοιμασίας μας καὶ ἡ καρδιά μας νὰ εἶναι δοσμένη στὸν Θεό, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐξωτερική μας στάση, τὸ ἐξωτερικὸ σχῆμα νὰ εἶναι ἁρμόζον. Εὑρισκόμεθα ἐντὸς τῆς ᾿Εκκλησίας, παραστεκόμεθα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ πρέπει ἀκόμα καὶ οἱ κινήσεις μας, ἡ στάση μας, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐνδυμασία μας νὰ εἶναι κατάλληλη καὶ νὰ ἀποπνέῃ σεμνότητα καὶ εὐλάβεια. ῍Ας μὴν λησμονοῦμε, ἄλλωστε, πὼς ὅ,τι ἔχουμε μέσα μας, αὐτὸ θὰ βγάλουμε καὶ πρὸς τὰ ἔξω. Γιὰ τὴν ὁποιαδήποτε κίνησή μας, γιὰ τὸ πῶς θὰ σταθοῦμε ἢ πῶς θὰ εἴμεθα ἐνδεδυμένοι ἐντὸς τοῦ ναοῦ, θὰ συμβουλευθοῦμε τὴν σκέψη μας· ὅλη αὐτὴ ἡ συμπεριφορά μας θὰ εἶναι ἀπαύγασμα τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς μας. ῞Ο,τι μᾶς ὑπαγορεύει ἡ καρδιά μας, ἐκεῖνο καὶ θὰ πράξουμε. Πόσο πιὸ ὡραῖο θέαμα, ποὺ ἀναπαύει τὸν Θεό, εἶναι νὰ βλέπῃς τουλάχιστον στὴν ᾿Εκκλησία μία γυναίκα μὲ μανδήλα, συνεσταλμένη, μετρημένη, κόσμια, νὰ νεύῃ κάτω τὴν κεφαλὴν καὶ τὰ μάτια, ἀπὸ τὸ νὰ βλέπῃς μία ἄλλην, χωρὶς μανδήλα, ντυμένη ἀπρόσεκτα, νὰ κοιτᾷ δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ καὶ νὰ μὴν προσέχῃ στὴν προσευχή!

Ποία εἶναι ἡ εὐθύνη τῆς γυναικὸς, ἐὰν διὰ τῆς ἀσέμνου περιβολῆς της, καθίσταται σκάνδαλο στοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ πλησίον της ἐντὸς τοῦ ἱεροῦ χώρου τῆς ᾿Εκκλησίας; Παρίσταται ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ! Καὶ ἀντὶ ἡ περιβολή της νὰ εἶναι εὐπρεπὴς ἐνώπιον ᾿Εκείνου, ὁ ῾Οποῖος δεσπόζει τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς (καὶ νὰ βοηθήσῃ ἔτσι μὲ τὴν σεμνότητα καὶ τὴν εὐκοσμία τοῦ ἤθους της καὶ τὸν πλησίον της, νὰ ἀναχθῇ πρὸς τὸν οὐρανὸν καὶ νὰ ἑνωθῇ μὲ τὸν Θέον), ἐκεῖνη ἀντ᾿ αὐτοῦ μεταβάλλει τὴν περιβολὴν καὶ τὴν ἐμφάνισή της εἰς ἄγκιστρον καὶ δέλεαρ, διὰ τῶν ὁποίων ὁ Σατανᾶς ἀποσπᾷ εἰς ἑαυτὸν τὰ πρόβατα τοῦ Χριστοῦ, ἐκ μέσου αὐτῆς τῆς ἰδίας τῆς μάνδρας Του. Καὶ ἐάν, ἐπὶ τέλους, ὅπως λέγει ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος, δὲν ἐντρέπεται τοὺς ἀνθρώπους, ἂς ντραπῇ τουλάχιστον τοὺς ἀγγέλους, ποὺ παρίστανται ἀοράτως στὴν ᾿Εκκλησίαν.

Τὸ ἐρώτημα, ὅμως, ποὺ ἐγείρεται ἐδῶ εἶναι· πῶς θὰ ντραπῇ τοὺς ἀγγέλους ποὺ δὲν βλέπει, ὅταν δὲν ντρέπεται τοὺς ἀνθρώπους ποὺ βλέπει; ᾿Εὰν ὅμως ἡ γυναίκα ποὺ προσεύχεται καλύπτει τὴν κεφαλήν της καὶ ἔχει σεμνὴ περιβολήν, τότε ὁμοιάζει μὲ τοὺς ἀγγέλους. Διότι ὅπως οἱ ἄγγελοι κατακαλύπτουν τὸ πρόσωπό τους μὲ τὶς πτέρυγές τους, ὅταν πρόκειται νὰ ἀτενίσουν μὲ δέος καὶ φόβο πρὸς τὸν θρόνον τῆς Τρισηλίου Θεότητος, ἔτσι καὶ ἡ γυναίκα ποὺ ἔχει φόβον Θεοῦ, παρίσταται ἐνώπιόν Του μὲ καλυμμένη τὴν κεφαλή.

Σ᾿ ἐκείνους, λοιπόν, ποὺ ἔχουν ἀντιρρήσεις γιὰ τὴν χρήση τῆς μανδήλας, θεωρώντας αὐτὴν ἀπαρχαιωμένη καὶ ἀναχρονιστική, φθάνοντας στὸ σημεῖο νὰ ὑποστηρίζουν ὅτι ἀκόμα καὶ οἱ Μοναχὲς θὰ πρέπει νὰ παύσουν νὰ φοροῦν μανδήλα, ἀπαντᾷ ὁ ᾿Απόστολος τῶν ἐθνῶν Παῦλος ὡς ἑξῆς· «Εἰ δέ τις δοκεῖ φιλόνεικος εἶναι, ἡμεῖς τοιαύτην συνήθειαν οὐκ ἔχομεν, οὐδὲ αἱ ἐκκλησίαι τοῦ Θεοῦ» (Α´ Κορ. ια´, 16). ᾿Εὰν ὅμως, λέγει ὁ ᾿Απόστολος, ὕστερα ἀπὸ ὅσα εἴπαμε, ὑπάρχουν καὶ κάποιοι ποὺ θέλουν νὰ δημιουργοῦν ζητήματα, ἐπειδὴ εἶναι φιλόνεικοι καὶ συνεχίζουν νὰ ἐνίστανται, ἂς γνωρίζουν οἱ τοιοῦτοι ὅτι ἐμεῖς δὲν ἔχομεν τέτοια συνήθεια, νὰ εἶναι δηλαδὴ κατὰ τὴν ὥραν τῆς λατρείας δίχως κάλυμμα ἡ γυναίκα.

᾿Αλλ᾿ οὔτε καὶ οἱ ᾿Εκκλησίες τοῦ Θεοῦ ἔχουν τέτοια συνήθεια. Διότι τὸ κάλυμμα τῆς γυναικὸς εἶναι παλαιοτάτη ἀποστολικὴ παράδοση καὶ ἐπικρατεῖ εἰς πάσας τὰς ἐκκλησίας, μαρτυρουμένη παλαιόθεν καὶ ἐξ ἀρχῆς ὑπὸ τῆς καθολικῆς πράξεως αὐτῶν· ὡς ἐκ τούτου εἶναι ἀπολύτως σεβαστὴ καὶ οἱ πάντες ἀναντιρρήτως ὀφείλουν νὰ συμμορφώνονται πρὸς αὐτήν.

Τελειώνοντας, καὶ ὕστερα ἀπὸ ὅσα παραθέσαμε, θὰ ἤθελα νὰ ἀπευθύνω στὴν ἀγάπη σας, τοὺς λόγους τοῦ ᾿Αποστόλου Παύλου πρὸς τοὺς Κορινθίους· «᾿Εν ὑμῖν αὐτοῖς κρίνατε· πρέπον ἐστὶ γυναῖκαι ἀκατακάλυπτον τῷ Θεῷ προσεύχεσθαι;». Δηλαδή· «κάνω κριτὰς τοῦ ζητήματος ἐσᾶς τοὺς ἰδίους καὶ σᾶς καθιστῶ ὑπευθύνους. ῍Ας κάμῃ μόνος του καθένας ἀπὸ σᾶς ὀρθὴν καὶ δικαίαν κρίσιν. Εἶναι πρέπον καὶ ἁρμόζον ἡ γυναίκα νὰ προσεύχεται εἰς τὸν Θεὸν μὲ ἀκάλυπτον τὴν κεφαλήν;».

᾿Αμήν.

 

Οἱ Προφῆται ὡς εἶδον, οἱ Ἀπόστολοι ὡς ἐδίδαξαν, ἡ Ἐκκλησία ὡς παρέλαβεν, οἱ Διδάσκαλοι ὡς ἐδογμάτισαν, ἡ Οἰκουμένη ὡς συμπεφώνηκεν, ἡ χάρις ὡς ἔλαμψεν, ἡ ἀλήθεια ὡς ἀποδέδεικται, τὸ ψεῦδος ὡς ἀπελήλαται, ἡ σοφία ὡς ἐπαρρησιάσατο, ὁ Χριστὸς ὡς ἑβράβευσεν, οὕτω φρονοῦμεν, οὕτω λαλοῦμεν, οὕτω κηρύσσομεν Χριστόν τὸν ἀληθινὸν Θεὸν ἡμῶν,Αὕτη ἡ πίστις τῶν Ἀποστόλων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Πατέρων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Ὀρθοδόξων, αὕτη ἡ πίστις τὴν Οἰκουμένην ἐστήριξεν.

Joomla SEF URLs by Artio