Η αναχειροτονία κατά τους ιερούς κανόνες και την διδασκαλία των Αγίων Πατέρων

 

Υπό του Οσιολογ. Ιερομ. Μακαρίου Παλαιολόγου

 Εισήγηση στο Συνέδριο της Εκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ελλάδος προς τιμήν των Αγίων Τριών Στύλων της Ορθοδοξίας Φωτίου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Παλαμά και Μάρκου του Ευγενικού 2022

 

Με την χάρη του Θεού αγαπητοί μου και με την ευλογία του Μακαριωτάτου προκαθημένου ημών, Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Μακαρίου, ανέλαβα την ευθύνη για την εκπόνηση της παρούσης εργασίας η οποία έλαβε αφορμή από τις βλάσφημες αναχειροτονίες που εφαρμόζουν τόσο η καινοτόμος νεοημερολογήτικη εκκλησία, με αρκετές εξαιρέσεις όσο και η γνωστή παράταξη Πατρίου εορτολογίου υπό τον «αρχιεπίσκοπο» Καλλίνικο Σαραντόπουλο, με μεγαλύτερο ζήλο και συνέπεια. Μεταξύ των αναχειροτονουμένων κληρικών, και των τριών βαθμών, είναι και οι κληρικοί οι οποίοι προέρχονται και από την δική μας, Κανονική Εκκλησία των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών της Ελλάδος υπό τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών κ. Μακάριο.

Οι αναχειροτονίες των κληρικών μας από την παράταξη του κ. Σαραντόπουλου, που θα μας απασχολήσουν περισσότερο στην εισήγησή μου, άρχισαν να εφαρμόζονται από το έτος 2003 και έγιναν γνωστές από τη δημοσίευση αντιστοίχων δημοσιευμάτων και φωτογραφιών στο περιοδικό «Φωνή της Ορθοδοξίας». Συγκεκριμένα στο τεύχος 921 στην σελίδα 12 δημοσίευσαν την αναχειροτονία του Ιερομονάχου π. Αθανασίου Τζενή, ο οποίος είχε προχειρισθεί από τον ημέτερο Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης κ. Ευθύμιο πρεσβύτερος, την δε βλάσφημη αναχειροτονία ενήργησε ο «Αττικής» Χρυσόστομος. Στο τεύχος 925 του ιδίου περιοδικού στην σελίδα 10 δημοσιεύεται η αναχειροτονία του ιερομονάχου π. Ιακώβου Λάμπρου ο οποίος είχε χειροτονηθεί από τον ημέτερο Αρχιερέα μακαριστό πλέον Μητροπολίτη Φθιώτιδος κυρό Καλλίνικο. Την βλάσφημη αυτή αναχειροτονία ενήργησε ο «Πειραιώς» Γερόντιος. Μετά από μερικές ακόμη δημοσιεύσεις βλασφήμων αναχειροτονιών, σταμάτησαν να δημοσιεύουν σχετικές ειδήσεις, όχι γιατί έπαψαν να τις ενεργούν, (π.χ. Επίσκοπο Φιλίππων κ. Αμβρόσιο, την μερίδα Επισκόπων της Αμερικής, οι οποίοι είχαν κανονική χειροτονία από τούς υπό τον μακαριστόν Αρχιεπίσκοπο κυρό Αυξέντιο χειροτονηθέντας), αλλά γιατί τους φόβισε η δημόσια κατακραυγή και ο γενικός σκανδαλισμός κλήρου και λαού!

Εκ’ πηγών προερχομένων από την παράταξη του κ. Καλλινίκου μαθαίνουμε ότι έχουν πάρει  «συνοδική» απόφαση η οποία φυσικά όμως δεν έχει δημοσιευθεί πουθενά για προφανείς λόγους.  Ο φερόμενος ως αρχιγραμματεύς της συνόδου της παρατάξεως του κ. Καλλινίκου, κ. Φώτιος, σε ερώτηση που του απηύθυνε  ο Αγιορείτης Ιερομόναχος π. Γαβριήλ από το Κελί Άξιον Εστί των Κατουνακίων ‘’αν αναχειροτονούν από την Σύνοδο του κ. Μακαρίου’’, εκείνος απάντησε «όχι πάτερ δεν τους αναχειροτονούμε αλλά τους χειροτονούμε εξ’  αρχής»![1]. Όταν βέβαια κάποιος θέλει να προσχωρήσει στην παράταξή τους, του λένε ψευδώς «δεν είναι τίποτα αυτά που σας διαβάζουμε. Είναι μία χειροθεσία απλή». Και έτσι διαβάζουν τις ευχές της χειροτονίας για τον κάθε βαθμό σε ιερείς αφελείς και επίορκους από τις «Αποστολικές Διαταγές» με τις οποίες χειροτονούνταν οι κληρικοί της εκκλησίας σύμφωνα με το κείμενο που έχει το όνομα του Αγίου Κλήμεντος.

Ας ρίξουμε όμως μία σύντομη ματιά στα ιερά αυτά κείμενα, για να διαπιστώσουμε, είναι τα πράγματα έτσι όπως τα παρουσιάζουν ; Είναι μία απλή χειροθεσία ή είναι κανονική χειροτονία;

Οι χειροτονίες ως γνωστόν, γίνονται πάντοτε κατά τη διάρκεια της θείας Λειτουργίας  και σε θέσεις δηλωτικές του έργου που αναλαμβάνει καθένας από τους τρείς βαθμούς. Οι χειροθεσίες διακρίνονται από τις χειροτονίες στα εξής: α)τελούνται πρό ή εκτός της λειτουργίας, β)εκτός του βήματος και γ)με μία ευχή. Οι χειροτονίες τελούνται κατά τη θεία Λειτουργία, εντός του βήματος και απαρτίζονται από δύο ευχές[2] σχεδόν παντού. Ας διαβάσουμε τώρα το κείμενο της χειροτονίας και όχι της «χειροθεσίας» των αποστολικών διαταγών που διαβάζουν οι «Καλλινικοί» για τον Επίσκοπο όταν προσέλθει στην παράταξή τους.

(Διαβάζω το κείμενο μεταφρασμένο για καλύτερη κατανόηση)

«Ὅταν γίνει ἡσυχία ἕνας ἀπό τούς πρώτους ἐπισκόπους μαζί με δύο ἄλλους ὄρθιος κοντά στό θυσιαστήριο, ἐνῶ οἱ ὑπόλοιποι ἐπίσκοποι καί πρεσβύτεροι προσεύχονται σιωπηρά, καί οἱ διάκονοι κρατοῦν τά θεῖα Εὐαγγέλια πάνω στό κεφάλι τοῦ χειροτονουμένου ἀνοιχτά, νά λέει στό Θεό· 

Σύ ὁ ὑπάρχων, Δέσποτα Κύριε καί Θεέ Παντοκράτορα, πού εἶσαι ὁ μόνος ἀγέννητος και δέν ἐξουσιάζεσαι ἀπό βασιλιά, σύ πού πάντοτε ὑπῆρχες καί ὑπῆρχες πρίν ἀπό τή δημιουργία, ὁ τελείως ἀνενδεής καί ἀνώτερος ἀπό κάθε αἰτία καί ὕπαρξη, ὁ μόνος ἀληθινός, ὁ μόνος σοφός καί ὁ μόνος ὕψιστος πού ὑπάρχει, ὁ μόνος κατά φύση ἀόρατος, τοῦ ὁποίου ἡ γνώση εἶναι χωρίς ἀρχή, ὁ μόνος ἀγαθός καί ἀσύγκριτος, «ὁ ὁποῖος γνωρίζει τά πάντα πρίν νά γίνουν, καί εἶναι γνώστης ὅλων τῶν κρυφῶν»[3], ὁ ἀπλησίαστος καί χωρίς δεσπότη. Ο Θεός καί Πατέρας τοῦ μονογενοῦς σου Υἱοῦ, τοῦ Θεοῦ καί Σωτήρα μας, ὁ δημιουργός ὅλων μέσω αὐτοῦ, σύ ὁ ὁποῖος προνοεῖς καί φροντίζεις, «ὁ Πατέρας τῆς εὐσπλαχνίας καί κάθε παρηγοριᾶς, σύ πού κατοικεῖς στά ὕψη καί ἐπιβλέπεις τά χαμηλά»[4]. Σύ πού ἔθεσες τούς νόμους τῆς Ἐκκλησίας μέ τήν ἔνσαρκη παρουσία τοῦ Χριστοῦ σου καί μάρτυρα τόν Παράκλητο μέσω τῶν ἀποστόλων σου, πρῶτα καί ἡμῶν τῶν ἐπισκόπων πού μέ τή δική σου χάρη εἴμαστε παρόντες, σύ πού ἀπό τήν ἀρχή ὅρισες ἱερεῖς γιά νά ἐπιστατοῦν τόν λαό σου, πρῶτα Ἄβελ, τόν Σήθ καί τόν Ἐνώς καί τόν Ἐνώχ καί τόν Νῶε καί τόν Μελχισεδέκ καί τόν Ἰώβ. Σύ πού ἀνέδειξες τόν Ἀβραάμ καί τούς ὑπόλοιπους πατριάρχες, μαζί με τούς πιστούς ὑπηρέτες σου, τόν Μωυσῆ, τόν Ἀαρῶν, τόν Ἐλεαζαρο καί τόν Φινεές, σύ πού ἀπό αὐτούς ἐγκατέστησες ἄρχοντες καί ἱερεῖς στή σκηνή τοῦ Μαρτυρίου, σύ πού ἐξέλεξες τόν Σαμουήλ ὡς ἱερέα καί προφήτη, σύ πού δέν ἄφησες ἀλειτούργητο τόν τόπο τοῦ ἁγιάσματός σου καί εὐδόκησες νά δοξάζεσαι μέ αὐτούς πού διάλεξες. Σύ καί τώρα μέ τή μεσολάβηση τοῦ Χριστοῦ σου, μέσω ἡμῶν, σκόρπισε τή δύναμη τοῦ «καθοδηγητικοῦ σου Πνεύματος», τό ὁποῖο ὑπηρετεῖται μέ τόν ἀγαπητό σου Υἱό  Ἰησοῦ Χριστό, πού το δώρισε μέ τήν συγκατάθεσή σου στούς ἁγίους ἀποστόλους σοῦ τοῦ αἰωνίου Θεοῦ.

Δῶσε, καρδιογνώστη Θεέ, στό δοῦλο σου αὐτόν, τόν ὁποῖο διάλεξες γιά ἐπίσκοπο, τή δύναμη νά ποιμαίνει στό ὄνομά σου τό ἅγιο ποίμνιό σου καί νά σέ ὑπηρετεῖ ὡς ἀρχιερέας, λειτουργώντας ἄψογα νύχτα καί μέρα, καί ἐξευμενίζοντας τό πρόσωπό σου, νά συναθροίσει τό πλῆθος τῶν πιστῶν καί νά σοῦ προσφέρει τά δῶρα τῆς ἁγίας σου Ἐκκλησίας. Δῶσε σ’ αὐτόν, Δέσποτα Παντοκράτορα, μέσω τοῦ Χριστοῦ σου τή συμμετοχή τοῦ ἁγίου Πνεύματος, γιά νά ἔχει ἐξουσία «να συγχωρεῖ ἁμαρτίες»[5],  σύμφωνα μέ τήν ἐντολή σου, νά μεταδίδει τήν ἱεροσύνη, ὅπως πρόσταξες, νά «συγχωρεῖ κάθε σύνδεσμο μέ τήν ἀμαρτία»[6], σύμφωνα μέ τήν ἐξουσία πού ἔδωσες στούς ἀποστόλους, νά εἶναι ἀρεστός σέ σένα μέ πραότητα καί καθαρή καρδιά, προσφέροντάς σου ἀμεταμέλητα, ἄμεμπτα καί ἄψογα «καθαρή»[7] καί ἀνέμακτη «θυσία», τήν ὁποία ὅρισες μέσω τοῦ Χριστοῦ, τό μυστήριο τῆς Καινῆς Διαθήκης, «ὡς προσφορά εὐωδίας μέσω τοῦ ἁγίου Υἱοῦ σου Ἰησοῦ»[8] Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ καί Σωτήρα μας, διά τοῦ ὁποίου σοῦ ἀπονέμουμε δόξα, τιμή καί σεβασμό μαζί με τό ἅγιο Πνεῦμα, τώρα καί πάντοτε καί στούς ἀπεράντους αἰῶνες»[9].

 Οι επίσκοποι λοιπόν της παρατάξεως του Καλλινίκου με συνέπεια προς την ανωτέρω διάταξη των Αποστολικών Διαταγών, όταν προσλαμβάνουν έναν αρχιερέα από άλλη παράταξη τελούν την θεία Λειτουργία και την «χειροτονία» με παρουσία έστω τριών επισκόπων σύμφωνα με την τυπική διάταξη των Αποστολικών Διαταγών. Στην περίπτωση μάλιστα της προσλήψεως των δύο εξ’ Αμερικής επισκόπων Μωϋσέως και Σεργίου εφήρμοσαν τις βλάσφημες αναχειροτονίες μεμονωμένα, την μεν του πρώτου στην λειτουργία της 1ης Μαΐου στην μονή του Αγ. Νικολάου Παιανίας, ενώ του δευτέρου την επομένη στο ναό του Αγ. Αθανασίου Ν. Φιλαδέλφειας πράγμα το οποίο αποδεικνύει περίτρανα ότι δεν πρόκειται περί απλής χειροθεσίας αλλά για υπ’ αρχής χειροτονία! Όποιος διαβάσει την παραπάνω ευχή δεν μπορεί να ισχυρισθεί ότι δεν είναι χειροτονία, εφόσον ζητείται η «μετουσία» του Αγίου Πνεύματος, ώστε ο χειροτονούμενος  να τελεί την θεία Λειτουργία, να συγχωρεί αμαρτίες και να χειροτονεί. Άραγε μέχρι τότε δεν τα είχε αυτά τα προσόντα ο Επίσκοπος; Πραγματικά δεν καταλαβαίνω γιατί προβαίνουν στην τρομερή αυτή ιεροσυλία  αφού οι αρχιερείς μας έχουν κανονική αποστολική διαδοχή από τον Μακαριστό Αρχιεπίσκοπο κυρό Αυξέντιο και την υπ’ αυτόν Ιερά Σύνοδο. Υπάρχει καμία δικαιολογία που να ευσταθεί γι’  αυτές τους τις επαναλήψεις των μυστηρίων με βάση πάντα τη Δογματική διδασκαλία και το Κανονικό δίκαιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας αλλά  και της ιστορικής παραδόσεως;  Σίγουρα ΟΧΙ. Τι ζητάνε από εμάς; Είναι προφανές!!! να βγάλουμε το δέρμα μας, να συναινέσουμε σε αυτά τα οποία έχουμε με συνέπεια αντιπαλέψει και να καταδικάσουμε τους εαυτούς μας; Η αναχειροτονία συνιστά κατάλυση της Δογματικής της Εκκλησίας, κατάλυση του Κανονικού της Δικαίου, κατάλυση της συνοδικής λειτουργίας και πραξικόπημα αφού είναι μια πράξη βλάσφημη, βέβηλη, συνωμοτική και ιδιοτελής για να αλλάξει κάτι προς όφελος μιας άλλης ομάδας και μόνον. Πιστεύω πως θέλουν διά αυτού του τρόπου να κλονίσουν την συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας για το έγκυρο της χειροτονίας μας και της αδιαμφισβήτητης αποστολικής διαδοχής μας, προσλαμβάνοντας έναν έναν, από εμάς, αφού προηγουμένως αποκηρύξουμε όλα εκείνα τα οποία πιστεύουμε και για τα οποία αγωνιζόμαστε. Θέλουν να μας εξευτελίσουν σε βαθμό του να μην αναγνωρίζουμε τους εαυτούς μας. Θεωρώ ότι αυτό το ανοσιούργημα πρέπει να καταδικασθεί από την συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας ώστε να μην επαναληφθεί ξανά. Δεν μπορεί εκείνοι που κατέστρεψαν τον τόπο να επιστρέφουν ως δικαιωμένοι και να μας κουνούν το δάχτυλο ενώ θα έπρεπε να απολογούνται στην Ιστορία και την Εκκλησία. Αποτελεί οξύμωρο γεγονός ότι ο σημερινός «αρχιεπίσκοπός» τους κ. Καλλίνικος  δεν έχει λάβει κανέναν από τους βαθμούς της ιεροσύνης (διακόνου, ιερέως, αρχιερέως) από την εκκλησία της οποίας ηγείται. Ότι έχει λάβει το έχει λάβει από σχίσματα και παρασυναγωγές. Ας μην ψευδολογούν και ας μην παραπληροφορούν τους απλούς πιστούς περί κανονικότητος. Όλοι γνωρίζουμε ότι το μυστήριο της ιεροσύνης ανήκει στα μη επαναλαμβανόμενα μυστήρια αφού τηρούνται τα κριτήρια της αποστολικής διαδοχής και της ορθοδόξου πίστεως. Περί ενδεχομένης αφαιρέσεως της ιεροσύνης από κληρικούς, δεν δόθηκε κάτι ως τεκμήριο από τον Θείο και Αποστολικό Λόγο[10]. Το μυστήριο της ιεροσύνης παραμένει αμετάβλητο στον ιερωθέντα και εκείνος που το έλαβε, πείρε σφραγίδα ανεξάλειπτη - ακατάλυτη. Ακλόνητος στείλος σ’ αυτό είναι ο 68ος Αποστολικός κανόνας ο οποίος ορίζει: «εἰ τις Ἐπίσκοπος ἤ Πρεσβύτερος, ἤ Διάκονος δευτέραν χειροτονίαν δέξηται παρά τινός, καθαιρείσθω και αὐτός καί ὁ χειροτονήσας, εἰ μή γε ἄρα συσταίη, ὅτι παρά Αἱρετικῶν ἔχει τήν χειροτονίαν. Τούς γάρ παρά τῶν τοιούτων βαπτισθέντας, ἤ χειροτονηθέντας, οὔτε πιστούς, οὔτε κληρικούς εἶναι δυνατόν». Σχολιάζοντας δε ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης τον κανόνα αυτό στο «Πηδάλιο»  λέει: «δέν χειροτονοῦνται ἐκ δευτέρου (οἱ ἱερεῖς) ἐπειδή «ἐκτυποῦσι  τόν πρῶτον καί μέγαν ἱερέα, ὅς εἰσῆλθεν ἐφάπαξ εἰς τά ἅγια, αἰωνίαν λύτρωσιν εὑράμενος, κατά τόν Παῦλον, καί μένει εἰς τό διηνεκές ἀδιάπτωτον ἔχων τήν ἱεροσύνη».

Για το ανεξάλειπτο της ιεροσύνης μιλάνε και οι βυζαντινοί ερμηνευτές των ιερών κανόνων. Ο Ζωναράς στον ίδιο κανόνα τον 68ο  Αποστολικό λέει: ο «δίς χειροτονηθείς, καί ὁ χειροτονήσας αὐτόν, καθαιρέσει ὑπόκεινται· εἰ μή που ἡ προτέρα χειροτονία παρά αἱρετικῶν ἐγένετο·»[11].

Ο Ματθαίος Βλάσταρης στο Κεφάλαιο 24 του Συντάγματος κατά στοιχείον λέει ότι ἀναχειροτονήσεις οὐ δεῖ γίνεσθαι, ενώ χαρακτηρίζει «ἄθεσμον» την δεύτερη χειροτονία[12].

Οι διαστάσεις και η ξ’ αυτών οδυνηρή διακοπή της κοινωνίας που παρατηρείται  στον χώρο του Πατρίου εορτολογίου είναι κατά βάσιν ενδοεκκλησιαστικοί χωρισμοί. Η παράταξη του κ. Καλλίνικου Σαραντόπουλου δημοσίευσε στην ιστοσελίδα της στο ίντερνετ ένα βιβλίο  με τίτλο «Σύντομη Ἱστορία τῆς Μαρτυρικῆς Ἐκκλησίας τῶν Γνησιων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν Ἑλλάδος καί περί τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς Αὐτῆς».  Σε αυτό το βιβλίο που δεν έχει καμία παραπομπή και αποτελεί έναν ανιαρό μονόλογο δεν υπεισέρχεται σε κανένα από τα καθοριστικά της σημερινής καταστάσεως γεγονότα, όπως το πως χειροτονήθηκαν κάποιοι από αυτούς επίσκοποι, πώς εισήλθαν στους κόλπους της κανονικής εκκλησίας, πώς έγιναν δεκτοί αλλά και σε άλλα επιμέρους ιστορικά γεγονότα. Σε αυτό λοιπόν το βιβλίο, αποκαλεί τους αρχιερείς μας που χειροτονήθηκαν από τον μακαριστό Μητροπολίτη Φθιώτιδος κυρό Καλλίνικο το 1996«δήθεν ἐπισκόπους»[13]. Να σημειώσω ότι προφανώς δεν τους ένοιαζε ότι δέχθηκαν ένα επίσκοπο από εκείνες τις χειροτονίες, τις οποίες απεκάλεσαν «δήθεν επισκόπων», ενώ και ο περί ού λόγος δεν έχει αντιδράσει σε αυτό μέχρι σήμερα.

Προλαβαίνοντας κάποια ανταπάντηση περί δήθεν καθαιρέσεων, θα τους απαντήσω ότι αυτές οι καθαιρέσεις που επέβαλαν 4 αρχιερείς προς έξι  ημετέρους αρχιερείς, ήταν εξόφθαλμα παράνομες και αντικανονικές.  Πάρα πολλοί δε από την παράταξη των «Καλλινικών» σε στιγμές συνειδησιακής αφυπνίσεως (προσωρινές), εδήλωναν κατά καιρούς ότι διαφωνούν με αυτές τις καθαιρέσεις και ότι ωχριούνε να τις καταγράψουνε στον αριθμό[14].

Ενώ λοιπόν θα ταίριαζε να πούνε ότι έχουμε μία διάσταση ενδοεκκλησιαστική, αυτοί, από την μεριά τους, μας χαρακτηρίζουν σχισματικούς και γι’ αυτό επαναλαμβάνουν τα μυστήρια της ιεροσύνης. Είναι ολοφάνερο ότι αυτό διαιωνίζεται μόνο για λόγους σκοπιμότητος, και από δόλο.  Αλλά αγαπητοί μου όπως είδαμε μέχρι τώρα και θα δούμε παρακάτω περισσότερο, για τους ενδοεκκλησιαστικούς χωρισμούς δεν επαναλαμβάνονται τα μυστήρια. Ούτε και σ’ αυτά τα σχίσματα επαναλαμβάνονται τα μυστήρια.

Υπήρξαν ενδοεκκλησιαστικοί χωρισμοί-σχίσματα στην εκκλησιαστική πορεία και ιστορία; Πάμπολλα.

Ενδοεκκλησιαστικό σχίσμα υπήρξε, μεταξύ των Αγίων Ιγνατίου και Φωτίου πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως (858-877) καθώς υπήρχαν δύο διηρημένες Ορθόδοξες μερίδες στην Κωνσταντινούπολη. Έτσι λοιπόν στην Θ’ ερώτηση που του έκαναν αν υπήρχαν στην ιστορία κληρικοί που καθαιρέθηκαν και μετά αναδείχθηκαν κανονικοί, ο Άγιος Φώτιος θα αναφέρει: «Σέ διάφορες συνόδους καί ἀπό διαφόρους αὐτό ἔγινε πολλές φορές, ὅπως ἔγινε καί μέ τόν ἅγιο Ἀθανάσιο καί τόν Μάρκελλο τόν ἐπίσκοπο τῆς Ἄγκυρας, τόν Μακάριο καί ἄλλους πολλούς, ὅπως εἴπαμε. Μέ τήν παράκληση ὅμως τοῦ λαοῦ πού ζητοῦσε τόν ποιμένα του ἔγινε καί ἐπί Ἡρακλᾶ τοῦ ἁγιωτάτου πατριάρχη Ἀλεξανδρείας, τοῦ ὁποίου διάδοχος ἦταν ὁ Διονύσιος, καί ἔπειτα στή σειρά ὁ Μάξιμος, ὁ Θεωνᾶς καί ὁ ἅγιος ἱεομάρτυρας Πέτρος, καί ἔγινε ὡς ἑξῆς Στίς μέρες τοῦ ἁγιωτάτου Ἡρακλᾶ ζοῦσε ὁ Ὠριγένης, ὁ ἐπικαλούμενος Ἀδαμάντινος, πού ἐξηγοῦσε τήν αἴρεσή του φανερά, Τετάρτη καί Παρασκευή. Αὐτόν λοιπόν, ἐπειδή παραποιοῦσε τήν ὀρθή διδασκαλία καί παραχάρασσε τήν ὀρθόδοξη πίστη, τόν ἀποχώρισε ὁ ἴδιος ἅγιος ἐπίσκοπος Ἡρακλᾶς ἀπό τήν Ἐκκλησία καί τόν ἐξεδίωξε ἀπό τήν Ἀλεξάνδρεια. Ὁ ἀποκηρυγμένος αὐτός Ὠριγένης φεύγοντας πρός τίς πόλεις τῆς Συρίας ἔφτασε σέ μιά πόλη πού ὀνομαζόταν Θμούη καί εἶχε ἐπίσκοπο ὀρθόδοξο λεγόμενο Ἀμμώνιο, ὁ ὁποῖος ἐπέτρεψε σ’ αὐτόν τόν Ὠριγένη νά ἐκφωνήσει λόγο διδακτικό στήν ἐκκλησία του. Ὅταν τό ἄκουσε αὐτό ὁ πᾶπας Ἡρακλᾶς πού ἀναφέραμε, πῆγε στή Θμούη καί γι’ αὐτή του τήν πράξη καθαίρεσε τόν Ἀμμώνιο καί στούς δύο, στόν Ἀμμώνιο δηλαδή καί Φίλιππο, τήν ἐπισκοπή τῆς Θμούης. Ὅταν ὅμως ἔφυγε ἀπό ἐκεῖ ὁ ἅγιος Ἡρακλᾶς, ὁ θαυμαστός Φίλιππος δέν κάθισε καθόλου στό σύνθρονο ἀλλ’ ὅταν στεκόταν, δηλαδή ὅταν λειτουργοῦσε ὁ Ἀμμώνιος, αὐτός στεκόταν πίσω ἀπό τόν Ἀμμώνιο ὅλο τό διάστημα πού ζοῦσε ὁ Ἀμμώνιος. Ὅταν κοιμήθηκε ὁ Ἀμμώνιος τότε κάθισε στό θρόνο ὁ Φίλιππος καί ἔγινε ἕνας ἀπό τούς ἐπισκόπους πού διακρίθηκαν καί θαυμάζονταν γιά τήν ἀρετή τους. Τόν Ἄρειο ὅταν ἦταν διάκονος τόν καθαίρεσε ὁ ἅγιος ὁσιομάρτυρας Πέτρος ὁ Ἀλεξανδρείας καί τόν ἐξοστράκισε τελείως ἀπό τήν Ἐκκλησία. Ὁ Ἀχιλλᾶς ὅμως, ὁ ἅγιος διάδοχος τοῦ ὁσιομάρτυρα Πέτρου Ἀλεξανδρείας, ὄχι μόνο τόν δέχθηκε, ἀλλά τόν χειροτόνησε καί ἐπίσκοπο καί τόν ἔβαλε ἐπιμελητή τοῦ διδασκαλίου τῆς Ἀλεξάνδρειας. Τόν Εὐτυχῆ, πού καθαιρέθηκε ἀπό τόν ἅγιο Φλαβιανό, τόν δέχθηκαν μετά τό θάνατο τοῦ Φλαβιανοῦ ὁ Ἀλεξανδρείας, ὁ Ἀντιοχείας καί ὁ Ἱεροσολύμων. Τόν ἥλιο καί τό ἄστρο τῶν ἀνθρώπινων ψυχῶν , τόν ἁγιώτατο Χρυσόστομο πού καθαιρέθηκε (πῶς τό δέχθηκε ἡ δικαιοσύνη;) ἀπό τόν Θεόφιλο, ὁμόδοξο ἐπίσκοπο, ἐκτός ἀπό τούς ἄλλους πατριάρχες τόν δέχθηκαν καί τόν ἀποδέχθηκαν ὅλοι οἱ πιστοί. Τόν Πέτρο τῆς Μιλήτου, πού καθαιρέθηκε ἀπό τόν ἅγιο Μεθόδιο, ὄχι μόνο ἐμεῖς τοῦ ἀποδώσαμε δίκαιο, ἀλλά τόν κάναμε καί μητροπολίτη Σάρδεων. Καί πολλούς ἄλλους πού καθαιρέθηκαν γιά ἐγκλήματα ἀπό τόν ἅγιο Ἰγνάτιο, ἐμεῖς τούς δεχθήκαμε, ἀλλά κι αὐτούς πού καθαιρέθηκαν ἀπό ἐμᾶς τούς δέχθηκε ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος.    

«καί ἑτέρους πλείστους καθαιρεθέντας ἐπί ἐγγκλήμασι παρά τοῦ ἁγιωτάτου Ἰγνατίου ἡμεῖς ἐδεξάμεθα, καί τούς ὑφ’ ἡμῶν καθαιρεθέντας ὁ ἐν ἁγίοις Ἰγνάτιος ἐδέξατο»[15].

Άλλο ενδοεκκλησιαστικό σχίσμα ήταν και το «Ιωάννειο» σχίσμα. Η καθαίρεσή του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου από την παρά την Δρύν Σύνοδο, εξαιτίας της πολεμικής του Θεοφίλου Αλεξανδρείας, και των πλουσίων της Κωνσταντινουπόλεως έκαναν τον Άγιο να ζητάει την σύγκλιση Μείζονος Συνόδου για να τον δικαιώσει. Περί τους σαράντα επισκόπους και πολλοί άλλοι κληρικοί ήσαν αποκόπηκαν από τους υπολοίπους και λειτουργούσαν σε άλλους ναούς μέχρι να αποκατασταθεί η αδικία εις βάρος του αγίου Ιωάννου. Η Ρώμη προσπάθησε να οδηγήσει στην σύγκλιση τέτοιας συνόδου αλλά δεν το πέτυχε. Αλλά ωστόσο δικαίωσε τον Χρυσόστομο. Και επειδή οι άλλες εκκλησίες, της Ανατολής, δεν ανέγραφαν στα δίπτυχά τους τον Αγ. Ιωάννη τον Χρυσόστομο, η Ρώμη διέκοψε την κοινωνία με αυτές. Έτσι το πρώτο σχίσμα Ανατολής Δύσεως ήταν γεγονός. Μετά την κοίμηση του Αγίου πρώτος ανέγραψε, το όνομα του Χρυσοστόμου στα Δίπτυχα ο Αντιοχείας Αλέξανδρος το 413 μ.Χ και λίγο πρίν από το 418 πιεζόμενος από τον λαό ο Κωνσταντινοπόλεως Αττικός. Αυτός έγραψε στον Κύριλλο Αλεξανδρείας και τον προέτρεψε να πράξει το ίδιο χάριν της ειρήνης.(P.G. 77, 348- 349). Έτσι το 418 υποχώρησε και εκείνος. Τέλος ο Πρόκλος Κων/πόλεως αποκατέστησε οριστικά και θριαμβευτικά τον Χρυσόστομο, με την ανακομιδή των λειψάνων του αγίου στην Κων/πολη στις 27 Ιανουαρίου του έτους 438[16].

Υπάρχει άλλο ένα σπουδαίο, μάλλον σπουδαιότατο κεφάλαιο από την ζωή του Αγίου Ιωάννου του Χυσοστόμου που αποσιωπάται και σχεδόν εξαφανίζεται και καταχωνιάζεται χίλια μέτρα κάτω από το έδαφος. Οι λόγοι προφανείς και ευκολονόητοι. Να μην γίνει παράδειγμα επανάληψης.

Η εξορία του Αγίου διήρκησε 3 χρόνια και τρείς μήνες. Το περισσότερο διάστημα της εξορίας του, τον εγκατέλειψαν- αλλά συνεχώς και αδιαλείπτως παρακολουθούμενο- οι διώκτες του στην Κουκουσό και στην Αραβησό της Αρμενίας.

Οι ειδωλολάτρες της περιοχής, όταν πληροφορήθηκαν ότι κατέφθασε εκεί κρατούμενος ο πασίγνωστος άγιος πατριάρχης, έσπευσαν στον τόπο που διέμενε και του ζητήσαν να γιατρέψει κάποιον παράλυτο της περιοχής «επί κλίνης βεβλημένον» και του δήλωσαν ότι αν θα τον γιατρέψει θα πιστεύσουν «άπαντες ομοθυμαδόν».

Ο σφόδρα καταπονημένος αλλά θαλερός Χρυσόστομος, αφού κάλεσε τον παραλυτικό και τον ρώτησε και του επιβεβαίωσε ότι θέλει να θεραπευθεί «ευθέως ιάθη ο άνθρωπος από της νόσου αυτού και έστη υγιής». Η θεραπεία του παραλυτικού εθεωρήθη μέγα γεγονός και «επίστευσαν πάντες ομοθυμαδόν εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν και εβαπτίσθησαν πάντες και πλήθος αναρίθμητον».

Και μετά τί έκανε ο ιερός πατήρ;

«Τοῦτο τό θαῦμα πιστεῦσαι τούς τῆς χώρας ταύτης ποιεῖ, καί τῷ βαπτίσματι προσελθεῖν ἀριθμοῦ κρείττονας. Ἐπτά τοίνυν ἐπισκόπους σύν ἅμα πρεσβυτέροις καί διακόνοις ἱκανοῖς τῷ πλήθει τῶν πιστευσάντων ἐπί τούτοις χειροτονήσας… παραδίδωσι μέν τόν τύπον τῆς ἀναιμάκτου θυσίας, ἐδιδάσκει δέ καί τά τῆς Καινῆς Διαθῆκης. Εἶτα καί κανόνας αὐτοῖς εἰσηγεῖται ψαλμωδίας καί προσευχῶν…»[17].

Υπάρχουν και άλλα ενδοεκκλησιαστικά σχίσματα όπως το «Αντιοχειανό» το οποίο διήρκησε 50 χρόνια και που κατέλειξε  πάλι στην ένωση, με τις δύο ομάδες των Ευσταθιανών και των Μελετιανών.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία  αγαπητοί μου αδελφοί, δέχθηκε και ακόμη πολλών σχισματικών τις χειροτονίες και δεν τις επανέλαβε.

Ο 8ος κανόνας της Α’ Οικουμενικής Συνόδου λέει για τους Ναυατιανούς (καθαρούς) ότι οι ευρισκόμενοι στον κλήρο να είναι σε αυτό το σχήμα που έχουν. (Στον ίδιο δηλαδή βαθμό που κατέχουν).

Ο Βαλσαμών ερμηνεύοντας αυτόν τον κανόνα γράφει: «Καί εἰ μέν εἰσί κληρικοί ἕξουσι πάντας τούς οἰκείους βαθμούς»[18].

Και ο Αριστηνός «οἱ εὑρισκόμενοι κεχειροτονημένοι εἶεν ἐν αὐτῷ τάγματι»[19].

O 1ος κανόνας του Μ. Βασιλείου[20] ορίζει πως πρέπει να προσλαμβάνονται οι αιρετικοί, οι σχισματικοί και οι παρασυνάγωγοι. Πρέπει βεβαίως να αναφέρουμε ότι ο κανόνας αυτός ορίζει την ακρίβεια όχι την οικονομία και στο τέλος δεν παραλείπει να αναφερθεί και στο έθος της οικονομίας.

Επίσης ο ΞΗ’ (ΟΖ) κανόνας της εν Καρθαγένη Συνόδου δέχεται τους Δονατιστές στους οικείους βαθμούς της ιεροσύνης των σε αντίθεση με την περαματική Σύνοδο της Ρώμης. Και αυτό για να έλθουν όλοι στην αλήθεια, την Ορθόδοξη πίστη την καθολική Εκκλησία και στην ενότητά της[21].

Ο Στύλος της Ορθοδοξίας Αγ. Φώτιος βάσει του ΞΗ’ Αποστολικού κανόνα και ΜΗ’ της εν Καρθαγένη Συνόδου τάσσεται κατά των αναχειροτονήσεων. Έτσι στον Νομοκάνονα του γράφει: «περί τοῦ μή γίγνεσθαι ἀναχειροτονήσεις»[22].

Σε 10 ερωτήματα που του έθεσαν, στην «Ἐρώτησι Δ΄:

Τίνων κατακριθέντων οἱ ὑπ’ αὐτῶν χειροτονηθέντες οὐδέν ἐβλάβησαν; (Ποιοί καταδικάσθηκαν/ αλλ’  όσοι χειροτονήθηκαν απ’  αυτούς δεν έπαθαν τίποτα;) Μέσα σε πάρα πολλά παραδείγματα αναφέρει και το ακόλουθο. Κανείς από τους του Παύλου του Σαμοσατέως χειροτονηθέντων αναχειροτονήθηκε: « Ὁ Παῦλος ἀπό τά Σαμόσατα, ἐνῶ καταδικάσθηκε, κανένας ἀπό τούς δικούς του δέν καθαιρέθηκε, παρόλο πού κι αὐτοί συνέπραξαν σ’ αὐτά γιά τά ὁποῖα ἐκεῖνος εἶχε καθαιρεθεῖ. Ὁ Νεστόριος καθαιρέθηκε, ἀλλά δέν καθαιρέθηκε κανένας ἀπό ἐκείνους πού χειροτονήθηκαν ἀπό αὐτόν. Ὁ Πέτρος ὁ Μογγός, ἐνῶ ῆταν ἀκόμα πρεσβύτερος καί καθαιρέθηκε ἀπό τόν ἅγιο Προτέριο, ἔπειτα συνεργώντας στόν ἴδιο του τον θάνατο μέ τόν Τιμόθεο  τόν Τιμόθεο τόν δολοφόνο, κι ἔπειτα ἀπό αὐτά μετά τό θάνατο ἐκείνου ἐνῶ ἅρπαξε τό θρόνο τῆς Ἀλεξάνδρειας καί καθημερινά ἀναθεμάτιζε τή σύνοδο τῆς Χαλκηδόνος, ὅσοι χειροτονήθηκαν ἀπό αὐτόν πού ἦταν καθηρημένος καί δολοφόνος καί αἱρετικός, κι ἐκεῖνοι ἐξακολουθοῦσαν νά εἶναι αἱρετικοί, ὅταν μετενόησαν ἔγιναν ἀποδεκτοί. Καί ὁ Φῆλιξ Ρώμης, γράφοντας στόν βασιλιά Ζήνωνα, χαρακτηρίζει θεῖο τύπο τή διάταξή του πού ἀπέβαλε τόν Πέτρο ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἐνῶ ἐκείνους ὅταν μετενόησαν τούς δέχθηκε, καί μέ ὅσα ἔγραψε τόν κατηγορεῖ, γιά ποιό λόγο, ἐνῶ ἀπέβαλε τόν Πέτρο ἀπό τήν Ἐκκλησία, τόν ἐπανέφερε πάλι καί ἐξεδίωξε τόν Ἰωάννη. Ὁ Μελέτιος ἀπό τήν Ἀντιόχεια πού χειροτονήθηκε ἀπό αἰρετικούς στή θέση τοῦ Εὐσταθίου, ἐπισκόπου Σεβαστείας, κι ἀπό κεῖ μετατέθηκε στή Βέρροια, κι ἔπειτα πάλι ἀφοῦ ἀπό αὐτούς ἔγινε ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας, ἄν καί ἐκεῖνοι κατηγοροῦνται ὡς αἱρετικοί, αὐτός ἔγινε δεκτός ἀπό τήν Ἐκκλησία. Ἐκεῖνοι πού χειροτονήθηκαν ἀπό τόν Σέργιο καί τόν Πύρρο καί τόν Μακάριο, αὐτοί, ἐνῶ ἐκδιώχθηκαν ἀπό τήν Ἐκκλησία, ὅταν μετενόησαν ἔγιναν δεκτοί. Τό ἴδιο καί ὅσοι χειροτονήθηκαν ἀπό τόν πνευματομάχο Μακεδόνιο. Οἱ Ρωμαῖοι τόν Ἀκάκιο ὅσο ἀκόμα ζοῦσε τόν καθαίρεσαν καί τόν ἀναθεμάτισαν, μετά τόν θάνατό του ὅμως ὅταν ἔγινε βασιλιάς ὁ Ἰουστίνος μετά τόν Ἀναστάσιο, στέλνοντας πρεσβεία σ’ αὐτόν καί διαγράφοντάς τον ἀπό τά δίπτυχα, τότε πού τον θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως τόν εἶχε ὁ Ἰωάννης, αὐτούς πού εἶχε χειροτονήσει τούς εἶχαν συλλειτουργούς τους καί εἶχαν κοινωνία μαζί τους. Ἐκεῖνοι πού χειροτονήθηκαν ἀπό τόν Ἀναστάσιο καί τόν Νικήτα, τούς αἰρετικούς, ἔγιναν δεκτοί ἀπό τήν ἕβδομη σύνοδο. Ὁ Μελέτιος ἐπίσης ἔγινε ἔνοχος μύριων κακῶν, ἀνέβηκε παράνομα σέ θρόνους ἄλλων, προκάλεσε λύπη σέ μάρτυρες, ἐπαναστάτησε κατά τοῦ πατριάρχη του καί πῆρε τό θρόνο του, πῆγε μέ τό μέρος τοῦ Ἀρείου, κι ὅπως λέει καί ὁ Σωκράτης καί θυσίασε κατά τόν διωγμό, καί ἐξαιτίας αὐτῶν καθαιρέθηκε ἀπό τόν Πέτρο. Ἀλλ’ ὅμως, ἄν καί καθαιρέθηκε πολλές φορές, ἔπειτα, ἄν καί ὄχι τήν ἱερωσύνη, ὅμως ἔλαβε τό ὄνομα τοῦ ἐπισκόπου [23].

Ο Ευγένιος Βούλγαρις Διδάσκαλος της Εκκλησίας μας γράφει: «Ἡ ἱεροσύνη ἀνεξάλειπτος οὗσα οὐκ ἀναιρεῖται διά τῆς καθαιρέσεως»[24].Ο Ιωσήφ Βρυέννιος στην προς Νικήτα επιστολή λέει ότι είναι άγια και τέλεια τα παρά των καθηρημένων τολμηθέντα[25].

Αξίζει να αναφέρουμε και ότι επιτροπή που ορίσθηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο κατά το 1873 από τον Φιλόθεο Βρυέννιο και άλλους αρχιερείς και επιστήμονες θεολόγους γνωματεύσαν ότι «Οἱ ἐκ τῶν σχισματικῶν προερχόμενοι δεν αναχειροτονοῦνται». Άλλη επιτροπή του έτους 1876 από των Χαλκηδόνος Καλλίνικο, τον Αρχιμανδρίτη Γερμανού Γρηγορά και άλλους, απεφάνθη ότι δύναται η Εκκλησία να δέχηται τους επιστρέφοντας σχισματικούς με τον βαθμό τους χωρίς νέα χειροτονία[26].

Είναι ντροπή με βάση τις προαναφερθείσες αποφάσεις να υποστηρίζουν σήμερα νεοημερολογήτες επίσκοποι και μή, την ιεροσύνη των παλαιοημερολογιτών και να έχουν κάνει δεκτούς στο νέο ημερολόγιο κληρικούς δικούς μας χωρίς αναχειροτονία  και οι «Καλλινικοί» να αμφισβητούν κληρικούς που μέχρι πρόσφατα συλλειτουργούσαν κοινωνούντες όλοι από το ίδιο σώμα και αίμα του Χριστού μας.

Ο Άγιος Πρωθιεράρχης Χρυσόστομος Καβουρίδης ήταν και αυτός κατά των αναχειροτονήσεων.  Δυστυχώς την βλάσφημη επανάληψη των μυστηρίων της βαπτίσεως και της ιεροσύνης την πραγματοποιούσαν και στην εποχή του μερικοί νεοημερολογήτες, επικαλούμενοι τις παράνομες καθαιρέσεις που επέβαλε η διοικούσα εκκλησία στους αρχιερείς μας.

Έτσι ο Άγιος Χρυσόστομος ο νέος, ο Ομολογητής, λέει ότι οι καθαιρέσεις που έπραξαν οι νεοημερολογήτες στους Γνησίους Ορθοδόξους είναι άκυρες, καθώς αυτές επιβλήθηκαν αντικανονικά επειδή φρονούσαν ορθά οι Παλαιοημερολογίτες. Δεν είναι οι Παλαιοημερολογίτες που επαναστάτησαν, φατρίασαν και ξεσηκώθηκαν και γι’ αυτό τους καθαιρέσαν, αλλά οι νεοημερολογήτες οι οποίοι ύψωσαν το λάβαρο της επαναστάσεως. «Οἱ Παλαιοημερολογίτες εἶναι ἀμύντορες καί στυλοβάτες τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Δέν εἴμαστε ἀντάρτες, οὕτε δειλιάσαμε, περιφρουρούμε τούς κανόνες καί τούς ἱερούς θεσμούς τῆς Ὀρθοδοξίας. Γι’ αὐτό καί ὑπέστημεν καί τά δεινά τῆς ἐξορίας καί μάλιστα περί τάς δυσμάς τῆς τριακονταπενταετοῦς  Ἀρχιερατικῆς ἡμῶν σταδιοδρομίας»[27].

«Ὅθεν, αἰρομένου τοῦ λόγου τῆς ἀνταρσίας, ἐφ’ οὗ ἐστηρίχθη ἡ ἀπόφασις τῆς καθ’ ἡμῶν καθαιρέσεως, ἀποβάλλει αὕτη τό μοναδικόν βάθρον καί ἔρεισμα καί πίπτει ἀφ’ ἑαυτῆς, στερουμένης παντός κύρους καί πάσης νομιμότητος»[28].

«Ποιοι εἶναι ἄξιοι καθαιρέσεως, ἡμεῖς οἱ σεβόμενοι τάς παραδόσεις καί τούς θεσμούς τῆς Ὀρθοδοξίας καί συμμορφούμενοι ὡς ἐκ περισσοῦ, καί εἰς τάς συνοδικάς καί Πατριαρχικάς γνωμοδοτήσεις, ἤ ἐκεῖνοι οἵτινες θέτοντες ἐν μοίρα Καρός καί Κανόνας, καί Συνοδικάς ἀποφάσεις…;»[29]

«Έχοντας λοιπόν το πλήρες δικαίωμα της διακοπής του μνημοσύνου  ( βάσει του 15ου της Πρωτοδευτέρας 861 μ. Χ) κόψαμε την κοινωνία μέχρι της εγκύρου και τελεσιδίκου λύσεως του ημερολογιακού ζητήματος»[30].

Και ο Ομολογητής ιεράρχης συνεχίζει γράφοντας για την καθαίρεση, ότι : «Ο κληρικός και καθαιρούμενος δεν αποβάλει την ιεροσύνη, διότι αυτή είναι ανεξάλειπτη. Την ιεροσύνη απονέμει στον κληρικό, όχι ο αρχιερέας που χειροτονεί, ο οποίος είναι όργανο, αλλά η Θεία Χάρις που επιφοιτά επί της κεφαλής του χειροτονουμένου με την επίκληση του Παναγίου Πνεύματος, υπό του χειροτονούντος Αρχιερέως λέγοντας : ἡ θεία χάρις, ἡ τά ἀσθενῆ θεραπεύουσα, καί τά ἐλλείποντα ἀναπληροῦσα, προχειρίζεται Σε τόν Διάκονον εἰς Πρεσβύτερον ἤ Ἔπίσκοπον κ.λ.π. Συνεπώς ο Αρχιερεύς μη δίδων τον βαθμόν της ιεροσύνης, δεν δύναται και να αφαιρέση τούτον από τον καθαιρούμενον δια της καθαιρέσεως, διότι τα χαρίσματα του Θεού και η κλήσις του Παναγίου Πνεύματος είναι ανεξάλειπτα και αμεταμέλητα»[31]. Και ως παραδείγματα φέρνει ο ομολογητής ιεράρχης 1)την αποκατάσταση των καθηρεμένων  που επανέρχονται χωρίς καμία πράξη και 2)την αποκατάσταση των σχισματικών όπως π.χ. το Βουλγαρικό Σχίσμα. Σχετικά με το τελευταίο, το 1876 η Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου με την γνωμοδότηση σχετικής επιτροπής (όπου αναφέρω παραπάνω) αποφάσισε ότι «τούς ὑπό καθηρημένων ἐπισκόπων κεχειροτονημένους καί ἀπό σχισματικῶν, ὡς ἔτι ἐκ τῆς ἐκκλησίας ὄντας, δεκτέον εἰς τήν κοινωνίαν κατά τήν διαγόρευσιν τοῦ ὀγδόου κανόνος τῆς πρώτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἕκαστον δηλαδή μετά τοῦ οἰκείου βαθμοῦ καί σχήματος». Την απόφαση αυτή έκαναν δεκτή όλες σχεδόν οι αυτοκέφαλες Εκκλησίες[32]. Έτσι όταν ήρθη το Βουλγαρικό σχίσμα το 1945 αναγνωρίσθηκαν ως κανονικές οι χειροτονίες, όχι μόνο των καθηρημένων σχισματικών επισκόπων, αλλά και των υπ’ αυτών χειροτονηθέντων από της κηρύξεως μέχρι της άρσεως του σχίσματος.

Ο νεοημερολογίτης μητροπολίτης Δωρόθεος Κοτταράς παραδέχεται ότι οι Παλαιοημερολίτες έχουν χειροτονίες πλήρεις ως προς το κύρος και οι Εκκλησιαστικές τους πράξεις είναι έγκυρες[33]. Ενώ ο Χρυσόστομος Φλωρίνης παραθέτοντας τα λόγια αυτά  του Δωροθέου συμπεραίνει ότι οι αναχειροτονίες που κάνουν οι νεοημερολογήτες εμπίπτουν στις κυρώσεις του 68ου Αποστολικού κανόνος, δηλαδή οι αναχειροτονούντες είναι υπόδικοι καθαιρέσεως[34].

 Στην σύγχρονη εκκλησιαστική ιστορία, το 1924 η Εκκλησία της Ελλάδος εφαρμόζει την αλλαγή του εορτολογίου και υιοθετεί το γρηγοριανό ημερολόγιο. Αυτή τη μεταρρύθμιση, την καινοτομία, δεν την ακολούθησε μια μεγάλη μερίδα του ελληνικού λαού. Το έτος 1935, του παλαιού ημερολογίου ηγήθηκαν οι μητροπολίτες Δημητριάδος Γερμανός, πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος και Ζακύνθου Χρυσόστομος αφού αποκήρυξαν για λόγους πίστεως τη νεοημερολογήτικη εκκλησία και αφού πρίν προσπάθησαν να κάνουν τα πάντα για να επαναφέρουν το Ιουλιανό ημερολόγιο και το Ορθόδοξο εορτολόγιο. Έτσι οι Επίσκοποι αυτοί θέλοντας να επανδρώσουν τη νόμιμη Εκκλησία με επισκόπους, αλλά και να πιέσουν τους νεοημερολογήτες να γυρίσουν στο παλαιό ημερολόγιο, εξέλεξαν και χειροτόνησαν σύμφωνα με τους τύπους της Ορθόδοξης Εκκλησίας τους αρχιμανδρίτες: α)Γερμανό Βαρυκόπουλο, σε Επίσκοπο Κυκλάδων, β) τον Χριστοφόρο Χατζή, σε Επίσκοπο Μεγαρίδος, αργότερα κατασταθέντος σε Επίσκοπο Χριστιανουπόλεως, γ)τον Πολύκαρπο Λιώση, σε Επίσκοπο Διαυλείας και δ) τον Ματθαίο Καρπαθάκη, σε τιτουλάριο Επίσκοπο Βρεσθένης. Αμέσως μετά από τις χειροτονίες αυτές ο «Αρχιεπίσκοπος» Χρυσόστομος Παπαδόπουλος καλεί εκτάκτως την σύνοδο του, και επιβάλει την ποινή της καθαίρεσης, εξορίας και εγκλεισμού τους σε μοναστήρια. Αμέσως μετά την απόφαση αυτή, τρεις Αρχιερείς, ο Ζακύνθου Χρυσόστομος, ο Μεγαρίδος Χριστοφόρος και ο Διαυλείας Πολύκαρπος δηλώνουν μετάνοια στους νεοημερολογήτες, και έτσι η καθαίρεση του Ζακύνθου μετριάζεται στην ποινή της εξάμηνης αργίας, μετά το τέλος της οποίας ανέλαβε τα αρχιερατικά του καθήκοντα στην Μητρόπολη Ζακύνθου, από την οποία μετά από καιρό μετατέθηκε στην Μητρόπολη Τριφυλίας και Ολυμπίας, οι δε δύο άλλοι, με απόφαση του «Αρχιεπισκόπου» Χρυσοστόμου υποβιβάστηκαν στον βαθμό του πρεσβυτέρου την οποία δεν αποδέχθηκαν οι τελευταίοι.

Αλλά οι ποινές που επιβάλλαν οι νεοημερολογήτες στους Παλαιοημερολογίτες ήταν νόμιμες; Ήταν έγκυρες; Ήταν σύμφωνες με τη διδασκαλία της Δογματικής  και του Κανονικού Δικαίου που στην περίπτωση αυτή κάνει λόγο για ιεροσυλία; ΟΧΙ. Γι’  αυτό και σοφοί μελετητές του Εκκλησιαστικού Δικαίου, άριστοι νομομαθείς, στηλίτευσαν με τα μελανώτερα χρώματα την ιεροσυλία αυτή. Έτσι ο μεγάλος καθηγητής του Κανονικού Δικαίου Κωνσταντίνος Ράλλης σε γνωμάτευσή του με ημερομηνία 30 Απριλίου 1936 γράφει: «Περί ὦν ὁ λόγος εἰς ἐπισκόπους χειροτονηθέντες ἀρχιμανδρίται, οὐδεμιᾶς ὡς εἰκός, θά τύχωσι νέας χειροτονίας εἰς τόν ἱερατικόν βαθμόν τοῦ ἐπισκόπου, διότι, παρά τά ἀνωμάλως καί ἀτάκτως γενόμενα, μυστηριακῶς μετεδόθη εἰς αὐτούς ἡ ἀρχιερωσύνη, δι’ ὅ καί θά δύνανται νά τελῶσι τά τοῖς ἀρχιερεῦσι προσήκοντα, ἄν ἡ Ἱερά Σύνοδος θά θελήσῃ νά χρησιμοποιήσῃ εἰς τήν ὑπηρεσίαν τῆς Ἐκκλησίας αὐτούς, καθ’ ὅν νομίσει αὕτη τρόπον προσφορώτερον».

Ο δε μελετητής του όλου θέματος κ. Παναγιώτης Σμαΐλης, Τμηματάρχης του Υπουργείου Δικαιοσύνης, στο περίφημο σύγγραμά του «Τό κῦρος τῶν Γάμων τῶν Παλαιοημερολογιτῶν καί ἡ θέσις τῆς θρησκευτικῆς κοινωνίας τούτων»(Αθήνα 1956), αναφερόμενος στο θέμα των καθαιρέσεων των παλαιοημερολογιτών λέει ότι οι καθαιρέσεις είναι ανίσχυρες και ανενεργείς, άρα και ανύπαρκτες εξηγώντας τους λόγους γι’ αυτό.

Αλλά πιο πάνω είδαμε ότι οι Παλαιοημερολογίτες νεοχειροτονηθέντες Αρχιερείς Μεγαρίδος Χριστοφόρος Χατζής και Διαυλείας Πολύκαρπος Λιώσης, επέστρεψαν στη νεοημερολογήτικη εκκλησία, όπου και παρέμειναν δέκα ολόκληρα χρόνια, χωρίς όμως ποτέ να τολμήσουν να ιερουργήσουν ως ιερείς, σύμφωνα με την παράνομη απόφαση της διοικούσης εκκλησίας.

Είναι  χαρακτηριστική η επιστολή του Μητροπολίτου Καρυστίας και Σκύρου Παντελεήμωνος την 31η Ιουλίου του 1942 προς την Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, στην οποία γράφει ότι η συνείδησή του τον ελέγχει γιατί δεν θέλει να έχει υπό τους ώμους του το βάρος της ιεροσυλίας κατά τον 29ο κανόνα της Δ’ Οικουμενικής. Αισθανόταν ότι τον έχει καταδικάσει μία ολόκληρη Οικουμενική Σύνοδος. Έτσι ζητάει να αποκατασταθούν στον επισκοπικό βαθμό οι δύο Επίσκοποι Χριστοφόρος Χατζής και Πολύκαρπος Λιώσης.

Η κρατική εκκλησία κωφεύει στις εκκλήσεις τόσο του μητροπολίτη Καρυστίας όσο και άλλων αρχιερέων και έτσι το έτος 1945 επανέρχονται στην Εκκλησία Γ.Ο.Χ. Ελλάδος. Τότε δέχονται για δεύτερη φορά απ’ τους νεοημερολογήτες «καθαίρεση» για «παλαιοημερολογιτισμό».Τέλος θα φύγουν πάλι το έτος 1953 στην καινοτόμο εκκλησία. Τότε η νεοημερολογήτικη εκκλησία τους δέχτηκε πανηγυρικά και με τυμπανοκρουσίες, ανακαλώντας όχι μόνο τις καθαιρέσεις αλλά  αναγνωρίζοντας και τον Επισκοπικό βαθμό που είχαν λάβει από την Εκκλησία του Πατρίου Εορτολογίου. Έτσι, σύμφωνα με απόφαση των νεωτεριστών, ο πρώην Παλαιοημερολογίτης Επίσκοπος Χριστιανουπόλεως Χριστοφόρος Χατζής λαμβάνει τον τίτλο του Επισκόπου Καρυουπόλεως, ο δε Διαυλείας Πολύκαρπος Λιώσης τον τίτλο του Επισκόπου Σταυρουπόλεως. Μετά από λίγο καιρό προήχθησαν και οι δύο σε εν ενεργεία Μητροπολίτες της νεοημερολογήτικης εκκλησίας, λαμβάνοντας ο μεν πρώτος την διαποίμανση της Μητροπόλεως Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανῆς και Κονίτσης, ο δε δεύτερος την διαποίμανση της Μητροπόλεως Σισανίου και Σιατίστης.

Η Ιεροσύνη των Επισκόπων στο Παλαιό ημερολόγιο:

Μετά την προδοσία των δύο επισκόπων, η Εκκλησία των Γ.Ο.Χ. Ελλάδος έμεινε με έναν μόνο Επίσκοπο, τον Αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο Καβουρίδη, τον Ομολογητή, τον από Φλωρίνης. Ο Άγιος Φλωρίνης μή θέλοντας να διαπράξει το ανοσιούργημα τού Ματθαίου Καρπαθάκη, χειροτονώντας μόνος του επισκόπους, αναζητεί, ιδιαίτερα στην αλλοδαπή, ορθόδοξο επίσκοπο προκειμένου να συμπράξει μαζί του χειροτονώντας νέους επισκόπους εις τον Ιερόν ημών αγώνα. Όμως δυστυχώς τό έτος 1955 με ευθύνη των προπατόρων τής παρατάξεως τού κ. Καλλινίκου εκδημεί προς Κύριον αιφνιδίως. Επίσκοποι πλέον δεν υπάρχουν στον ιερό ημών αγώνα. Έτσι μετά από απόφαση τής μεγάλης πανελληνίου κληρικολαϊκής συνάξεως τού έτους 1958, τον Δεκέμβριο του 1960 στον Ρωσικό Καθεδρικό Ναό του Αγίου Νικολάου Σικάγου, χειροτονείται Επίσκοπος Ταλαντίου ο ψηφισθείς από τον κλήρο και τον λαό των Γ.Ο.Χ. Ελλάδος, Αρχιμανδρίτης Ακάκιος Παππάς. Την χειροτονία τέλεσαν δύο έγκυροι, νόμιμοι, κανονικοί και κατά πάντα Ορθόδοξοι Επίσκοποι, ο Αρχιεπίσκοπος Σικάγου και Ντητρόϊτ Σεραφείμ και ο Ρουμάνος Επίσκοπος Θεόφιλος, μέλη της υπό τον Μητροπολίτη Αναστάσιο τότε, Ιεράς Συνόδου της Λευκορωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας της Διασποράς. Ακολούθως το έτος 1962 ο Επίσκοπος Ταλαντίου Ακάκιος μαζί μέ τόν Επίσκοπο Χιλής Λεόντιο χειροτονούν στην Αττική 5 νέους Επισκόπους, τους Κυκλάδων Παρθένιο, Γαρδικίου Αυξέντιο,(μετέπειτα αρχιεπίσκοπο Αθηνών) Μαγνησίας Χρυσόστομο, Διαυλείας Ακάκιο και Σαλαμίνος Γερόντιο. Οι διαδικασίες έγιναν σύμφωνα με το Κανονικό Δίκαιο και τους εκκλησιαστικούς τύπους. Επόμενες αρχιερατικές χειροτονίες τελέστηκαν από τούς ανωτέρω αρχιερείς τό έτος 1971. Συνεχιστές αυτών των αρχιερέων, είναι η Σύνοδος του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Μακαρίου.

Με βάση τα όσα αναφέρθηκαν η επανάληψη των μυστηρίων είτε προέρχονται από τους Καλλινικούς είτε από τους νεοημερολογίτες δεν έχουν κανένα κανονικό έρεισμα.

Άγιοι Αρχιερείς και σεβαστοί πατέρες, είδαμε μερικά παραδείγματα από τούς ιερούς κανόνες και από τους αγίους Πατέρες, τα οποία διαφωνούν παντελώς με την πρακτική τόσο της κρατικής εκκλησίας όσο και της γνωστής. Παλαιοημερολογητικής παρατάξεως. Η Εκκλησία και οι ιεροί κανόνες αργά ή γρήγορα εκδικούνται αν δεν τους τηρούμε.  Γι’ αυτό και ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Μακάριος μας έχει τονίσει σε πολλές περιπτώσεις  τον λόγο του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου ο οποίος λέει περί ιεροσύνης μάχου ως περί πίστεως. Με την χάρη λοιπόν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού να παραμείνουμε σταθεροί στον αγώνα τον καλόν, κρατώντας τον θηραυρό της πίστεως και την ακεραιότητα της ιεροσύνης μας.

[1] Φωνή εξ’  Αγίου Όρους, Ἐκδοσις Ζηλωτῶν Πατέρων τῆς Ἐρήμου τοῦ Ἁγίου Ὄρους,  Ἅγιον Ὄρος 2010.

[2] Άπαντα Αγίου Συμεών Θεσσαλονίκης. Βλ. και Λειτουργική Φουντούλη, τόμος Α’ Θεσσαλονίκη 1993.

[3] Δαν. 1, 42.

[4] Β’ Κορ. 1, 3. Ψαλμ. 122, 5-6.

[5] Ιω. 20, 23.

[6] Ἠσ. 58, 6.

[7] Μαλ. 1, 1.

[8] Ἐφ. 5, 2. Πράξ. 4, 30.

[9] Αποστολικοί Πατέρες Άπαντα τά έργα, Διαταγαί Αποστόλων εκδ. «Τό Βυζάντιον» Θεσσαλονίκη 1993 σσ. 401-403. P.G. 1 βιβλίο 8 κεφάλαιο 5ο  στήλη 1074 .

[10] Κατά τον Απ. Παύλο Ρωμαίους ΙΑ’. 29 «ἀμεταμέλητα γάρ τά χαρίσματα καί ἡ κλῆσις τοῦ Θεοῦ».

[11]Γ. Ράλλη καί Μ. Ποτλή, Σύνταγμα Θείων καί Ἱερῶν Κανόνων, τόμος 2ος Αθήνα 1852 σελ. 87.

[12] Ματθαίου Βλαστάρεως, Σύνταγμα κατά Στοιχείον, υπό Γ. Ράλλη και Μ. Ποτλή, τόμος 6ος σελ. 507, Αθήνα 1859.

[13] Σύντομη Ἱστορία τῆς Μαρτυρικῆς Ἐκκλησίας τῶν Γνησιων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν Ἑλλάδος καί περί τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς Αὐτῆς Σελ. 110.

[14] ΦΩΝΗ ΕΞ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ, Εκδ. ΖΗΛΩΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ, ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ 2010. Όταν αποδέχθηκαν τους Χίου Στέφανο και Ευρίπου Ιουστίνο δήλωσαν ότι οι καθαιρέσεις ήταν αντικανονικές κ.α.

[15] Φωτίου του Πατριάρχου απόκριση Θ’ P.G. 104 σσ. 1229-1932. Επίσης Φωτίου Σύνταγμα Κανόνων Ε.Π.Ε. 11 σσ. 579-581.

[16] Σωκράτους, Ἐκκλης. ἱστορία, Ζ’ 25. P.G. 67, σσ. 1572-1592. Βλ. επίσης και Στυλιανού Παπαδόπουλου Πατρολογία Γ’ εκδ. Γρηγόρη 2010 σσ. 116-134. Επίσης βλ. Διομήδους Κυριακού Εκκλησιαστική Ιστορία Α’, Αθήνα, 1881, σ. 233.

[17] Αγίου Συμεών Λογοθέτου και Μεταφραστού J. P. MIGNE, Patrologiae Graeca, Αθήναι 1994, τόμος 114, Βίος τοῦ Αγίου Ιάννου του Χρυσοστόμου, στήλη. 1193. Επίσης και ο Άγιος Φώτιος παραθέτει στην Μυριόβιβλο τον βίο του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου από το Βιβλίο του Γεωργίου Επισκόπου Αλεξανδρείας που υπάρχει πάλι στην P.G. στον τόμο 103 στήλη 357.   Το ίδιο γεγονός αναφέρει και στα συγγράμματά του ο Άγιος Νεόφυτος ο Έγκλειστος.

[18] Γ. Ράλλη καί Μ. Ποτλή, Σύνταγμα Θείων καί Ἱερῶν Κανόνων, τόμος 2ος Αθήνα 1852 σελ. 135.

[19] Το ίδιο όπ. παρ, τόμος 2ος, σελ. 136.

[20] Γ. Ράλλη καί Μ. Ποτλή, Σύνταγμα Θείων καί Ἱερῶν Κανόνων, τόμος 4ος Αθήνα 1854 σελ. 89.

[21] Γ. Ράλλη καί Μ. Ποτλή, Σύνταγμα Θείων καί Ἱερῶν Κανόνων, τόμος 3ος Αθήνα 1853 σσ. 478-479.

[22] Γ. Ράλλη καί Μ. Ποτλή, Σύνταγμα Θείων καί Ἱερῶν Κανόνων, τόμος 1ος  Τίτλ. Α’ κεφ. ΚΕ’ Αθήνα 1852 σελ. 63.

[23] Φωτίου του Πατριάρχου απόκριση Δ’ P.G. 104 σ. 1224.  Φωτίου Κωνσταντινουπόλεως Ε.Π.Ε. τόμος 11 σσ. 569-571.

[24] Κριτικαί Επιστάσεις, Βιένη, σ. 278.

[25] Ιωσήφ μοναχού του Βρυεννίου, Τα Ευρεθέντα, τόμος Γ΄, σελ. 137.

[26] Αρχεῖον τοῦ Κανονικοῦ καί Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου, Δεκέμβριος 1947.

[27] Άπαντα Χρυσοστόμου πρώην Φλωρίνης, εκδ. Ι.Μ. Αγίου Νικοδήμου  Γορτυνίας, 1997 τόμος 2ος  σελ.87.

[28] Το ίδιο όπου παρ.

[29] Το ίδιο όπ παρ, σελ 89

[30] Το ίδιο, όπου παρ. σελ. 91.

[31] Το ίδιο όπ. παρ,  σσ. 91-92.

[32] Κ. Δυοβουνιώτη, Τά μυστήρια τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, σελ. 165.

[33] Αρχεῖον τοῦ Κανονικοῦ καί Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου, Δεκέμβριος 1947.

[34] Το ίδιο όπ. παρ, σ. 374.

ΙΕΡΑΤΙΚΗ ΣΥΝΑΞΗ 2022

Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΠΑΤΡΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

ΥΠΟ ΤΟΥ ΘΕΟΦΙΛΕΣΤΑΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΠΕΤΡΑΣ ΔΑΒΙΔ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Οι τρεις μεγάλοι άγιοι τους οποίους εορτάζουμε στην παρούσα ιερατική σύναξη, Μέγας Φώτιος, Γρηγόριος ο Παλαμάς και Μάρκος ο Ευγενικός υπήρξαν πνευματικοί πατέρες και θεραπευτές ψυχών. Εμείς εδώ θα ασχοληθούμε με την πνευματική πατρότητα, χωρίς βεβαίως να μπορέσουμε να εξαντλήσουμε έστω και μία πτυχή του τεράστιου και πολύ σημαντικού αυτού θέματος. Απλά ευελπιστούμε η παρούσα ομιλία να αποτελέσει την αφορμή για περαιτέρω συζήτηση και προβληματισμό.

 Η Εκκλησία είναι ένα πνευματικό νοσοκομείο-θεραπευτήριο, όπου ο άνθρωπος-που μετά την πτώση των πρωτοπλάστων, νοσεί την νόσο της αμαρτίας- δια των μυστηρίων και της ασκήσεως θεραπεύεται και οι Επίσκοποι με τους κληρικούς είναι οι θεραπευτές. Ασφαλώς ο κατ’ έξοχήν θεραπευτής του ανθρώπου είναι ο Ιατρός των ψυχών και των σωμάτων Ιησούς Χριστός. Αυτός εθέωσε την ανθρώπινη φύση. Αυτός είναι το ισχυρότερο φάρμακο ή μάλλον για να ακριβολογούμε το μοναδικό φάρμακο, που θεραπεύει τις πνευματικές ασθένειες των ανθρώπων, καθώς όλα όσα έκανε ο Χριστός τα έκανε για την θεραπεία των ανθρώπων.

 Οι επίσκοποι και οι ιερείς συνεχίζουν το θεραπευτικό έργο του Χριστού, γίνονται συνεργοί του Θεού στη σωτηρία των ανθρώπων. Οι πρεσβύτεροι είναι οι πνευματικοί ιατροί, οι οποίοι τελούν τα Μυστήρια με την άδεια του Επισκόπου, και οι διάκονοι και μοναχοί είναι οι πνευματικοί νοσηλευτές. Βέβαια τα όρια μεταξύ ασθενείας και θεραπείας δεν είναι τελείως ξεχωριστά μεταξύ τους, γιατί, όπως στο νοσοκομείο, μπορεί και ο ιατρός που θεραπεύει τους άλλους να είναι και ο ίδιος ασθενής, το ίδιο κατ’ αναλογία συμβαίνει και στην Εκκλησία. Ο πνευματικός παράλληλα με την πνευματική καθοδήγηση των τέκνων του, έχει να ασχοληθεί με τα δικά του αρρωστήματα και τις δικές του ασθένειες, να παλέψει κατά των προσωπικών του παθών και ελαττωμάτων και να επουλώσει τα τραύματα της ψυχής και τις αδυναμίες του χαρακτήρος του. Όμως όπως και στο νοσοκομείο, έτσι και στο πνευματικό νοσοκομείο, την Εκκλησία, τουλάχιστον πρέπει ο Επίσκοπος και οι κληρικοί να γνωρίζουν την μέθοδο θεραπείας.

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ

Ο όρος πνευματικός αναφέρεται στον άνθρωπο, ο οποίος έχει γίνει φορέας της χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Είναι εκείνος του οποίου η ψυχή είναι αναμεμιγμένη με το Άγιο Πνεύμα και ο οποίος δεν ζει σαρκικά, δηλαδή δεν έχει σαρκικό φρόνημα, και επειδή δεν εμπιστεύεται το θέλημά του, ακολουθεί το θέλημα του Αγίου Πνεύματος. Είναι εκείνος, ο οποίος έχει αναγεννηθεί «άνωθεν» και βρίσκεται στην κατάσταση, που ο Χριστός ζήτησε από τον μαθητή του Νικόδημο κατά την συνομιλία τους: «εάν μη τις γεννηθεί άνωθεν, ου δύναται εισελθείν εις την Βασιλείαν του Θεού…Το γεγεννημένον εκ της σαρκός σαρξ εστί, και το γεγεννημένον εκ του Πνεύματος πνεύμα εστί. Μη θαυμάσης ότι είπον σοι, δει υμάς γεννηθήναι άνωθεν…, ούτως εστί πας ο γεγεννημένος εκ του Πνεύματος» (Ιωάν. γ΄, 3-8). Ο Χριστός εδώ μας ομιλεί για μία ουράνια, άνωθεν γέννηση, την πνευματική αναγέννηση του ανθρώπου, την οποία ξεχωρίζει και διακρίνει από την σαρκική γέννηση, την είσοδο δηλαδή του καθενός από εμάς στον κόσμο τούτο. Η σχέση ανάμεσα στον πνευματικό πατέρα και τα τέκνα του, είναι πνευματική, καθώς το Άγιο Πνεύμα αποτελεί την γέφυρα, που ενώνει τον πνευματικό και τα παιδιά του, αφού ανάμεσά τους βρίσκεται ο αγαπώμενος και ποθούμενος Χριστός, που αγαπάται και ποθείται, τόσο από τον πνευματικό, όσο και από τα τέκνα του.

 Αυτό το οποίο οφείλουμε απέναντι στον πνευματικό μας είναι να τον αφήνουμε ελεύθερο να μας καθοδηγεί και να μας φανερώνει το θέλημα του Θεού, παρά την άρνηση του παλαιού μας εαυτού, των παθών και των αμαρτωλών μας ορέξεων. Το θέλημα του πνευματικού, του πατέρα μας, ταυτίζεται με το θέλημα του Θεού και γι’ αυτό εμείς οφείλουμε να συμμορφωνόμασθε με αυτό και να κάνουμε υπακοή στον πνευματικό μας πατέρα. Ο πνευματικός εμπνέει την υπακοή για να μεταδώσει την Ορθόδοξη Παράδοση στα τέκνα του, δηλαδή να θεραπεύσει τον άνθρωπο, και ο πιστός, το πνευματικό τέκνο κάνει υπακοή για να παραλάβει την Παράδοση, δηλαδή να θεραπευθεί και να αναγεννηθεί. Επομένως ο πυρήνας της Παραδόσεως είναι θεραπευτικός. Η υπακοή στον πνευματικό πατέρα είναι η περίληψη του Ευαγγελίου, η περίληψη των εντολών του Χριστού. Όταν έτσι αντιμετωπίζεται η υπακοή, για την οποία θα κάνουμε λόγο και παρακάτω, τότε αποφεύγονται πολλά λάθη.

ΤΙ ΖΗΤΑΕΙ Ο ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Ο σύγχρονος άνθρωπος στενάζει και καταπλακώνεται από τα προβλήματα της καθημερινότητας, τα οποία μεγιστοποιούνται με τη βίωση των ενοχικών καταστάσεων, που τον βασανίζουν εξ’ αιτίας της απομάκρυνσής του από τον Θεό. Η απογοήτευση που εισπράττει από τις εκτός της Εκκλησίας δυνάμεις, τον φέρνει τελικά στην αναγεννητική μήτρα της Εκκλησίας, όπου αναζητεί απελπισμένα βοήθεια. Μπορούμε να παρομοιάσουμε τον προβληματισμένο από την αμαρτία άνθρωπο με την γυναίκα του ευαγγελίου, η οποία «όλον τον βίον αναλώσασα ιατροίς, αλλά μάλλον εις το χείρον ελθούσα», (Μαρκ. ε΄, 26), πλησίασε τον Ιατρό των ιατρών και τον Κύριον των δυνάμεων για να τύχει του ποθουμένου.

 Είναι αλήθεια, πως πολλοί από τους χριστιανούς μας σήμερα, αφού για τα προβλήματά τους συμβουλευθούν τους φίλους, τους γείτονες, τους ψυχιάτρους ή κάποιο μέντιουμ ίσως, έρχονται τελικά και στον πνευματικό, με την αίσθηση μάλιστα, ότι η επίσκεψή τους αυτή, θα είναι εκείνη, που θα δώσει την αυτόματη λύση, που δεν βρήκαν σε όλους τους άλλους. Εδώ ο πνευματικός έχει ευθύνη να τους βοηθήσει να συνειδητοποιήσουν, ότι η πνευματική ζωή είναι υπόθεση σοβαρή. Προϋποθέτει πίστη αληθινή στον Θεό και συνεπάγεται αγώνα και άσκηση. Πρέπει να δώσεις αίμα για να λάβεις Πνεύμα, να αγωνιστείς με συνέπεια, υπευθυνότητα και σοβαρότητα και όχι να περιμένεις με μαγικές επικλήσεις να τακτοποιηθούν τα ζητήματά σου.

Στις σύγχρονες απρόσωπες και σκληρές κοινωνίες ο άνθρωπος βιώνει την ψυχολογική και πνευματική ορφάνεια. Διότι πέρα από την βιολογική, υπάρχει και η ψυχολογική και πνευματική ορφάνεια, η οποία είναι οδυνηρότερη. Οι νέοι κυρίως, αλλά και άλλοι άνθρωποι αναζητούν πατέρα και μητέρα, διότι η έλλειψή τους είναι σοβαρή. Και εάν αυτό συμβαίνει σε βιολογικό επίπεδο, πολύ περισσότερο παρατηρείται στο πνευματικό επίπεδο. Οι άνθρωποι σήμερα αναζητούν πνευματικό πατέρα, πνευματικό οδηγό, ακόμη και εκτός Εκκλησίας, πλησίον του οποίου θα βρίσκουν θεραπεία, παρηγοριά, δύναμη έμπνευση και νόημα στην ζωή τους.

Δυστυχώς όμως ο πολύς λαός έχει παρεξηγήσει την έννοια και την αποστολή της Εκκλησίας. Θέλει να βλέπει από την Εκκλησία κοινωνικό έργο, προσφορά στην κοινωνία, στις οικογενειακές ανάγκες, θέλει τους ιερείς να αγωνίζονται για την δικαιοσύνη, για την ειρήνη κ.λ.π. και όχι για την θεραπεία των παθών. Το βασικό όμως έργο του ιερέως δεν είναι το κοινωνικό, αλλά η θεραπεία της καρδιάς, η θεραπεία του κρυπτού ανθρώπου, ώστε να προετοιμάζει τον άνθρωπο, να φθάσει στον Θεό θεραπευμένος και αυτή η θέα του Θεού, να γίνει Παράδεισος και όχι Κόλαση. Και βεβαίως έτσι προσφέρει άριστο έργο και στην κοινωνία, καθώς ετοιμάζει υπεύθυνους και ευσυνείδητους πολίτες.

Όταν όμως ψάχνουμε να βρούμε έναν καλό πνευματικό για να αναπαυθούμε σε αυτόν, θα πρέπει, σύμφωνα με τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο, να αγωνιζόμαστε με αγαθές πράξεις και ελεημοσύνη, με νηστεία και προσευχή και με δέησιν αδιάκοπον, προκειμένου ο Θεός να μας γίνει συνεργός εις τούτην την αναζήτηση και βοηθός. Βεβαίως και ο ίδιος ο πνευματικός, έχει ανάγκη προσωπικής μετανοίας και αφέσεως για τις προσωπικές του αμαρτίες, και χρειάζεται πνευματική καθοδήγηση, γι’ αυτό και πρέπει να έχει τον δικό του πνευματικό.

Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΚΑΘΟΔΗΓΗΣΗ

 Με τον τρόπο αυτό αποκτά εμπειρία δράσεως, διότι φέρει τον εαυτό του στη θέση του μετανοούντος πιστού και έτσι γνωρίζει τα συναισθήματα και τους φόβους και τις δυσκολίες που προκύπτουν κατά την εξομολόγηση. Επίσης αποκτά ο πνευματικός με τον τρόπο αυτό έναν πνευματικό σύμβουλο, ο οποίος έχει εμπειρία και γνώση για να τον οδηγήσει σε ανώτερη πνευματική ζωή, αλλά και να τον διδάξει, πως να χειρίζεται τις διάφορες υποθέσεις των δικών του πνευματικών τέκνων. Ο πνευματικός είναι απαραίτητο να υπόκειται στη διαδικασία ελέγχου για τη σωστή ή μη πορεία του.

Για να γίνει όμως αληθινός και πεπειραμένος πατέρας και διδάσκαλος, ικανός να αναγεννήσει πνευματικά παιδιά, θα πρέπει πρώτα ο πνευματικός να έχει διατελέσει μαθητής. Υιός του ουρανίου Πατρός, κατά το υπόδειγμα του Ιησού Χριστού. Ο Χριστός πρώτα υπήρξε Υιός του Πατρός και μάλιστα Υιός αγαπητός, που υπήκουσε τον Πατέρα μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού και στη συνέχεια με την υπακοή και την θυσία του, αναγέννησε τους ανθρώπους και έγινε Πατέρας όλων των χριστιανών. Εάν ο κληρικός δεν έχει αισθανθεί, δεν έχει βιώσει την πνευματική υιότητα, δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί μέσα του και η πνευματική πατρότητα.

Η μη αποδοχή πνευματικού πατρός συνδέεται με την μη αναγέννηση του ανθρώπου. Ο άγιος Νικήτας ο Στηθάτος, μαθητής του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, λέγει τα εξής: «το μη υποταγήναι πατρί πνευματικώ κατά μίμησιν του μέχρι θανάτου και σταυρού υποταγέντος Υιού τω Πατρί, το μη γεννηθήναι άνωθεν εστίν». Εάν κάποιος δεν υποταγεί σε πνευματικό πατέρα κατά μίμησιν του Ιησού Χριστού, αυτός δεν μπορεί να γεννηθεί άνωθεν.  Αυτός που δεν είναι «υιός αγαπητός πατρός αγαθού, πως πατήρ άρα…;». Πως μπορεί να γίνει κάποιος πνευματικός πατέρας, αν προηγουμένως δεν έχει αποδειχθεί αγαπητός υιός καλού πνευματικού πατρός; Η επιστήμη της πνευματικής ζωής δεν μπορεί να μαθευθεί από εξωτερικές διδασκαλίες, αλλά από υπακοή σε πνευματικούς πατέρες και από την αποβολή του θελήματος. Μία γνώση της πνευματικής ζωής μόνον από μελέτες και θεωρητική πείρα, είναι δυνατόν να έχει μέσα της οίηση, που δεν συνιστά πνευματική υγεία (άγ. Γρηγόριος Σιναϊτης).

ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΠΟΙΜΕΝΟΣ

Σύμφωνα με τον άγιο Ιωάννη της κλίμακος, ο καλός ποιμένας πρέπει να είναι ενδεδυμένος την άνω σοφία, να είναι ανυπόκριτος, ελεγκτικός, ακριβής, νηφάλιος, συγκαταβατικός, χαρούμενος στην ψυχή. Το βασικότερο είναι ότι θα πρέπει να παιδαγωγεί με περισσότερη ακρίβεια, όσους βλέπει, ότι επιθυμούν την σωτηρία τους. Όσους πάλι βλέπει να έχουν ίδιον θέλημα ή προσπάθεια, θα είναι καλό να τους στερεί με τέτοιον τρόπο αυτό που επιθυμούν, ώστε του λοιπού να προσέχουν όλοι να μην δείχνουν καθόλου, ότι έχουν ίδιον θέλημα ή ιδιαίτερες συμπάθειες. Θα πρέπει να μην υπάρχει προσπάθεια, δηλαδή εμπαθής προσκόλληση σε πρόσωπα, πράγματα ή καταστάσεις.

Ο Παύλος ως απόστολος, αναδεικνύεται υπέροχος ποιμήν, ποιμαίνοντας τις εκκλησίες με ικανότητα και σύνεση κατά το πρότυπο του Χριστού. Αυτός είναι ο πρώτος που διατύπωσε γενικά την πολιτεία των ποιμένων, ποιοι πρέπει να είναι οι ποιμένες της Εκκλησίας, στην προς Τίτον και στις δύο προς Τιμόθεον επιστολές του, οι οποίες ονομάστηκαν γι’ αυτόν τον λόγο, «ποιμαντικές». Μάλιστα ο απόστολος των εθνών, προσδιορίζει στην προς Κορινθίους την μοναδικότητα της πατρότητος στη σχέση πνευματικού πατέρα και τέκνων, με τα εξής λόγια: «εάν γαρ μυρίους παιδαγωγούς έχητε εν Χριστώ, αλλ’ ου πολλούς πατέρας. Εν γαρ Χριστώ Ιησού δια του ευαγγελίου εγώ υμάς εγέννησα» (Α΄Κορ. δ΄, 15).

 Μπορεί να έχουμε πολλούς συμβούλους και παιδαγωγούς, αλλά έναν μόνο και μοναδικό πνευματικό πατέρα, ο οποίος μας γεννά, όχι με λόγους ανθρώπινους και σοφία κοσμική, αλλά με την δύναμη του Ευαγγελίου. Αυτή την πνευματική γέννηση υπονοεί ο Απόστολος Παύλος, όταν λέγει: «τεκνία μου ους πάλιν ωδίνω, άχρις ού μορφωθή Χριστός εν υμίν!». (Γαλ. δ΄, 19). Οι πνευματικοί πατέρες αγωνίζονται-κοιλοπονώντας τρόπον τινά-να μορφώσουν τον Χριστό μέσα στην καρδιά μας. Μορφώνεται ο Χριστός μέσα μας, όπως λέγει ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας «δια πίστεως ανεγκλήτου(αψόγου και αμέμπτου) και πολιτείας ευαγγελικής». Αυτή η μόρφωση του Χριστού στις καρδιές των πνευματικών παιδιών, είναι ο σκοπός και το έργο της πνευματικής πατρότητος και μητρότητος.

Πρέπει μάλιστα να σεβόμαστε τον πνευματικό μας πατέρα, σαν να έχουμε απέναντί μας τον ίδιο τον Χριστό, εις τύπον δηλαδή Χριστού. Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος μας λέγει τα εξής: «ο πίστιν κτησάμενος εναργή προς τον κατά Θεόν Πατέρα αυτού, βλέπων αυτόν, αυτόν βλέπειν λογίζεται τον Χριστόν». Και ενώ ακολουθεί αυτόν, πιστεύει ότι ακολουθεί τον Χριστό. Μάλιστα λέγει ο άγιος Συμεών: «Και ως αυτόν τον Χριστόν και ορών και λαλών, ούτω σεβάσθητι αυτόν και ούτω διδάχθητι παρ’αυτού τα συμφέροντα». Οι χριστιανοί πρέπει να συμπεριφέρονται προς τον πνευματικό τους πατέρα, όπως ακριβώς οι Μαθητές συμπεριφέρονταν στον Χριστό.

Ο πνευματικός πρέπει να είναι κανονικά και αληθής θεολόγος ή τουλάχιστον να ακολουθεί τους αληθείς θεολόγους. Πρέπει ο ίδιος να έχει βιώσει την καθαρτική, φωτιστική και θεοποιό ενέργεια του Θεού, έτσι ώστε να μπορεί να υποδείξει και στους άλλους τον δρόμο της θεραπείας, του αγιασμού και της θεώσεως και δεν χρειάζεται απαραίτητα να είναι ακαδημαϊκά μορφωμένος. Ισχύει και εδώ ο λόγος του Χριστού: «Ιατρέ, θεράπευσον σεαυτόν» (Λουκ. δ΄, 23).

Έτσι, ο θεολόγος είναι και Πνευματικός πατέρας και ο Πνευματικός πατέρας είναι και θεολόγος. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης συνιστά στην καθολική του επιστολή προς τους χριστιανούς: «αγαπητοί, μη παντί πνεύματι πιστεύετε, αλλά δοκιμάζετε τα πνεύματα ει εκ του Θεού εστίν» (Α΄Ιωάν. δ΄, 1). Τα διάφορα πνεύματα πρέπει να δοκιμάζονται, εάν προέρχονται εκ του διαβόλου ή εκ των αγγέλων, εάν είναι διαβολικά ή θεϊκά. Αυτό σημαίνει, ότι ο αληθής θεολόγος κάνει την διάκριση μεταξύ θεϊκών και σατανικών ή ανθρωπίνων ενεργειών, μεταξύ κτιστών και ακτίστων ενεργειών, λόγω της προσωπικής του εμπειρίας, γνωρίζει τι είναι ασθένεια, τι είναι θεραπεία και πως επιτυγχάνεται η θεραπεία, γνωρίζει εκ πείρας τις μεθοδείες του διαβόλου και την ενέργεια της θείας χάριτος, και γι’ αυτό μπορεί να καθοδηγήσει τα πνευματικά του παιδιά στην πορεία της θεώσεως.

   Ιδιαίτερα για τον πνευματικό, το χάρισμα της διακρίσεως είναι πολύ σημαντικό, διότι εκτός των άλλων, από την μια μεριά έχει την ικανότητα να διακρίνει το ειλικρινές ή μη της μετανοίας των εξομολογουμένων και από την άλλη γνωρίζει ποια παιδαγωγικά μέτρα πρέπει να λάβει, ώστε η μετάνοια να είναι μόνιμη και αποτελεσματική και ποιες συμβουλές να δώσει. Πρέπει να έχει κατά νουν, ότι κάθε περίπτωση, η οποία παρουσιάζεται ενώπιόν του είναι μία και μοναδική, όπως και το πρόσωπο είναι ένα και μοναδικό, και χρήζει ιδιαίτερης αντιμετώπισης. Ο Χριστός ανέβηκε στον Σταυρό και έχυσε το Αίμα του, για κάθε ψυχή, της οποίας η αξία υπερβαίνει κατά πολύ την αξία όλου του κόσμου. Οι παρεμβάσεις λοιπόν του διακριτικού πνευματικού με την αρμόζουσα επιμέλεια και αγάπη, φέρνουν πάντοτε αγαθά αποτελέσματα.

Μάλιστα τα επιτίμια των κανόνων είναι θεραπευτικά και όχι τιμωρητικά. Είναι φάρμακα τα οποία θεραπεύουν τις πληγές και όχι μέσα τιμωρίας και επιβολής και για τα οποία ο 102ο (ρβ΄) Κανόνας της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου, λέει στην αρχή του τα εξής χαρακτηριστικά: «Αυτοί που πήραν από τον Θεό την εξουσία του ‘λύειν και δεσμείν’, πρέπει να εξετάζουν το είδος και την φύση της αμαρτίας και την προθυμία της επιστροφής αυτού που έχει αμαρτήσει και έτσι να προσφέρουν στην αρρώστια την κατάλληλη θεραπεία, για να μην κάνουν λάθος σε σχέση με την σωτηρία του αμαρτωλού, χρησιμοποιώντας μέσο δυσανάλογο στον καθένα». Μπορεί για παράδειγμα για το ίδιο αμάρτημα να χρειασθούν διαφορετικά επιτίμια για δύο διαφορετικά πρόσωπα. Και ενόσω η καλή χρήση των ιερών κανόνων σώζει και θεραπεύει, οι πνευματικά «χασάπηδες» σκοτώνουν τους ανθρώπους, χρησιμοποιώντας τους ιερούς κανόνες.

 Γι’ αυτό και ένας αδιάκριτος πνευματικός μπορεί να προξενήσει μεγάλη πνευματική ζημία στους χριστιανούς, πολλές φορές μάλιστα με ανεπανόρθωτα αποτελέσματα. Βεβαίως εκεί που υπάρχει φόβος Θεού και προσευχή, τόσο από τον πνευματικό, όσο και από τον υποτακτικό, εκεί αναπληρώνει τα ελλείποντα ο ίδιος ο Θεός, που καλύπτει και σκεπάζει την έλλειψη διακρίσεως από την μεριά του πνευματικού. Επίσης ο πνευματικός δεν πρέπει να συμβουλεύει το πνευματικό του παιδί, με υψηλές διδασκαλίες και προτροπές, ενώ εκείνο βρίσκεται σε χαμηλή πνευματική κατάσταση. Ούτε να του προτείνει ένα τρόπο ζωής, τον οποίο δεν αντέχει. Ακόμη θα πρέπει να διακρίνει, μεταξύ του πνευματικού έργου που επιτελεί και των προσωπικών του επιθυμιών και επιδιώξεων. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να περιορίζεται, στην πνευματική βοήθεια που θα προσφέρει στους εξομολογουμένους και να μην τους εμπλέκει στα δικά του πάθη και τις δικές του επιδιώξεις. Να μην χρησιμοποιεί τα πνευματικά του τέκνα για να αποκτά οπαδούς, για να πλουτίζει και να έχει κοινωνική δύναμη.

Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης επισημαίνει, ότι δύο είδη κυβερνήσεως και διορθώσεως φυλλάττονται στην Εκκλησία του Χριστού. Στο κείμενό του αυτό οι Πνευματικοί λέγονται οικονόμοι του Πνεύματος, οι οποίοι κυβερνούν την σωτηρία των ψυχών, χρησιμοποιώντας άλλοτε την ακρίβεια και άλλοτε την οικονομία. Μάλιστα ο άγιος Νικόδημος παρατηρεί, ότι: «η οικονομία έχει μέτρα και όρια, και δεν είναι παντοτινή και αόριστος». Η οικονομία πρέπει να χρησιμοποιείται μέχρι του σημείου, που δεν καταλήγει σε παρανομία. Όπως λέγει και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Οικονομητέον γαρ ένθα μη παρανομητέον».

Κάτι που ζητείται από τον κάθε ιερέα και πνευματικό, είναι το να είναι καταρτισμένος, τουλάχιστον στο επίπεδο των ενοριτών του. Σε αυτόν προσέρχονται άνθρωποι ποικίλου μορφωτικού επιπέδου και καλείται να έχει την δυνατότητα, να είναι έτοιμος προς απολογίαν, σε κάθε έναν που θα τον ρωτήσει το ο,τιδήποτε. «παντί τω αιτούντι αυτώ λόγον (Α΄Πέτρ. γ΄, 15). Είτε είναι εγγράμματος, είτε αγράμματος, θα πρέπει να μελετά τουλάχιστον εκκλησιαστικά κείμενα και θρησκευτικά βιβλία και όχι απαραίτητα να είναι πανεπιστήμων και να έχει γνώσεις επί παντός επιστητού. Μάλιστα η μορφωτική υπόθεση του πνευματικού, είναι υπόθεση δια βίου. Πρέπει να ισχύει και γι’ αυτόν το «γηράσκω αεί διδασκόμενος». Εκείνο που έχει μεγάλη σημασία και καρποφορεί ως προς την κατάρτιση του πνευματικού, είναι το πνεύμα μαθητείας, το οποίο θα πρέπει να τον διακατέχει, όταν ερευνά και μελετά την παράδοση, η οποία προσφέρει πλείστα όσα παραδείγματα για την διακονία του πνευματικού.

 Η εργασία του πνευματικού θα πρέπει να γίνεται, όσο είναι δυνατόν με ανιδιοτέλεια και αυτοθυσία. Οφείλει να εκδαπανάται και να αναλώνει τον εαυτόν του στο έργο της καθοδηγήσεως του ποιμνίου του και σίγουρα εάν ο ίδιος δεν είναι αρκετά ανιδιοτελής, δεν θα καταφέρει να μεταμορφώσει τα πνευματικά του τέκνα από την κατάσταση της ιδιοτέλειας, στην ανιδιοτέλεια των αγίων. Πρέπει λοιπόν και ο ίδιος να αγωνίζεται καθημερινά, να απαλλαγεί από τα προσωπικά του πάθη και ελαττώματα. Ο ποιμήν ο καλός με αυταπάρνηση «την ψυχήν αυτού τίθησιν υπέρ των προβάτων» (Ιωάν. ι΄, 11). Η συμπεριφορά του πρέπει να είναι συμπεριφορά πατέρα και όχι δικαστή και η προσέγγιση των αμαρτωλών να γίνεται με αγάπη και κατανόηση, χωρίς να συμβιβάζεται βεβαίως με την αμαρτία, αλλά να συγκαταβαίνει στην ανθρώπινη ασθένεια, έχοντας σαν γνώμονα το αποστολικό χωρίο: «το επιεικές υμών γνωσθήτω πάσιν ανθρώποις» (Φιλιππ. δ΄, 5). Ο πνευματικός πατέρας δεν είναι ούτε ανακριτής, ούτε δικηγόρος, ούτε δικαστής. Πρέπει να διακατέχεται κατ’ εξοχήν από τις αρετές της μακροθυμίας, της ανοχής και της επιείκειας. Κάποιες φορές όμως ο πνευματικός με την υπομονή του, την μακροθυμία, την επιείκεια και την χρηστότητά του, σκάβει τον τάφο του παιδιού του, όταν του λέει συνέχεια ναι, στα πάθη του, στις αδυναμίες του, στις απαιτήσεις του, στις ερωτήσεις του και  στις παρακλήσεις του.

Σύμφωνα με την ποιμαντική αρχή των Πατέρων της Εκκλησίας, δεν νομιμοποιείται κανείς από τους πνευματικούς και τους διδασκάλους, να ζητάει από τους μαθητές του, αυτά που ο ίδιος δεν τα έχει εφαρμόσει στην δική του ζωή. Άλλωστε ο απόστολος Παύλος γράφει «μήπως άλλοις κηρύξας αυτός αδόκιμος γένωμαι» (Α΄Κορ. θ΄, 27), δηλώνοντας έτσι την αρμονία λόγων και πράξεων, όπως πρέπει αυτή να παρουσιάζεται στη ζωή του πνευματικού.

Ο κίνδυνος όμως στην παρέμβαση του πνευματικού είναι μήπως, ενώ οι άνθρωποι έρχονται να ζητήσουν από αυτόν να τους αποκαλύψει το θέλημα του Θεού για την ζωή τους, εκείνος αντ’ αυτού τους προσφέρει απαντήσεις, που προέρχονται από την λογική του, η οποία είναι δυνατόν να μην είναι ευάρεστος εις τον Θεόν. Και φυσικά αντί να τους ωφελήσει, τους βλάπτει και οδηγούνται εις αβεβαίαν οδόν, με αποτέλεσμα να προκαλείται σε αυτούς ζημία. Η προσπάθειά του πρέπει να αποβλέπει προς κάθε μετανοούντα, να τον βοηθήσει με τον θείο φωτισμό, να εισέλθει στον χώρο της ειρήνης του Χριστού, όπου ούτε δειλία και φόβος υπάρχει, ούτε ταραχή και άγχος, ούτε προσκόλληση στα παρόντα.

Ο πνευματικός κατά την διακονία του, αναγκάζεται να προσεύχεται πάντοτε για τους ανθρώπους και ιδιαίτερα για τα πνευματικά του παιδιά. Προσευχόμενος για αυτά, κάθετί που τα αφορά, βιώνεται σαν δικό του πρόβλημα. Έτσι βαστάζει «τα ασθενήματα των αδυνάτων» (Ρωμ. ιε΄, 1). Η προσευχή του γίνεται μια πάλη με τον Θεόν, η οποία κάποιες φορές διεκπεραιώνεται με λίγα λόγια καρδιακής αγάπης, κάποιες άλλες όμως, γίνεται μία παρατεταμένη αγωνία, όπως οι στιγμές στον κήπο της Γεθσημανής. «Ωσεί θρόμβοι αίματος» τα δάκρυα του πνευματικού εκχύνονται ενώπιον της εσταυρωμένης αγάπης, την οποία προσπαθεί να ελκύσει στα πνευματικά του τέκνα, για να γίνει η κινητήρια δύναμη της αναγεννήσεώς τους. Εάν δεν προσεύχεται για τα πνευματικά του τέκνα, δεν θα μπορέσει να πονέσει για αυτά και να βιώσει τα προβλήματά τους ως δικά τους.

Χωρίς την εντατική αυτή καρδιακή προσευχή, προκειμένου ο Θεός να κατευθύνει τον νουν του πνευματικού σε σωστή έκφραση λόγου και βίου, η πνευματική διακονία του δεν θα έχει καρποφορία. Χωρίς την τροφοδοσία εξ ύψους, θα μετατρέπετο και η Εκκλησία σε μία από τις τυφλές δυνάμεις του κόσμου τούτου, που βαδίζουν στο σκοτάδι και συγκρούονται μεταξύ τους, εισάγοντας την καταστροφή στην ζωή της οικουμένης.

Ασφαλώς οι πνευματικοί θα πρέπει να είναι ιδιαιτέρως συνετοί και προσγειωμένοι και να προσέχουν πολλοί, ώστε να μην εκμεταλλεύονται την θέση τους και κάνουν κατάχρηση εξουσίας, μεταβάλλοντας την διακονία σε εξουσία. Διότι έτσι δεσμεύουν παραλόγως και κατεξουσιάζουν αναιδώς, ασεβώντας προς τον Αρχιποίμενα Χριστόν και επιχειρώντας να ελέγχουν δυναστικά και δεσποτικά τα πνευματικά τους τέκνα, ακόμη και με φοβερές αρές και επιτίμια, προκειμένου να εκφοβίσουν και να συμμορφώσουν κατά το δοκούν. Και δυστυχώς υπάρχουν τέτοια παραδείγματα, ακόμη και στον χώρο του πατρίου εορτολογίου.

ΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΦΕΡΟΜΑΣΤΕ ΣΤΟΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΜΑΣ

Ο πνετματικός μας πατέρας ή ο Γέροντάς μας αλλοιώς, επέχει θέση Χριστού για εμάς. Αυτός θα μας δώσει τον Θεό. Αυτό ισχύει πάνω κάτω, τόσο για τους μοναχούς, όσο και για τους κοσμικούς. Οπουδήποτε κι αν ζητήσουμε τον Θεό, δεν θα τον βρούμε, παρά μόνον στον πνευματικό μας πατέρα. Εάν λοιπόν παρακούμε στον πνευματικό μας, δείχνουμε έλλειψη εμπιστοσύνης στον Χριστό και ενεργούμε σύμφωνα με τις επιθυμίες και τις απαιτήσεις του δικού μας λογισμού. Ο Μέγας Βασίλειος μας προτρέπει να εκδώσουμε τον εαυτό μας στον πνευματικό μας πατέρα. «Έκδος σεαυτόν αυτώ»(Ασκητικός Λόγος 2,PG 31, 632B). Να νιώθουμε τον εαυτό μας σαν κάτι πουλημένο, σαν κάτι σκλαβωμένο, που δεν έχουμε το δικαίωμα να το εξουσιάζουμε. Πρέπει ιδίως οι μοναχοί, να γίνουμε ανύπαρκτοι για τον εαυτό μας, για να είμαστε εν τω Γέροντι υπαρκτοί εις τον Θεόν.

 Στη σχέση του  πνευματικού με τον πιστό, υπάρχει μια αδυναμία, την οποία ο πνευματικός πατέρας δεν μπορεί να ξεπεράσει. Δεν μπορεί ο πνευματικός να αναιρεί την θέληση και την γνώμη του εξομολογουμένου. Αφ’ ης στιγμής το πνευματικό τέκνο είναι ισχυρογνώμων, ο πνευματικός πατέρας δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Εκείνος ο οποίος δεν έχει πλήρη εμπιστοσύνη, αγάπη και σεβασμό στον πνευματικό του, μπορεί να είναι υιός, αλλά θα είναι υιός χωρίς να χαίρεται την πατρική αγάπη και ζεστασιά. Η χαρά και η ομορφιά της υιότητος δεν θα υπάρχει στην καρδιά του. Θα υπάρχει αντ’ αυτού η ψύχρα και ο πόνος του ορφανού παιδιού, ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι είχε όχι έναν, αλλά πολλούς πνευματικούς.

Στον πνευματικό μας πατέρα ασφαλώς και θα πρέπει να αποκαλύπτουμε τα μύχια της καρδιάς μας και τους λογισμούς, για να μας θεραπεύσει. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς συνιστά: « Σπεύσεις δε δια παντός του βίου, πνευματικόν έχειν και εξαγγέλειν αυτώ παν αμάρτημα και πάντα λογισμόν και λαμβάνειν παρ’ αυτού την ιατρείαν και την άφεσιν». Και αυτό πρέπει να γίνεται, γιατί οι πνευματικοί «ταύτην την χάριν και την δύναμιν έλαβον παρά Χριστού». Οφείλουμε λοιπόν, όπως τονίζει ο άγιος, να έχουμε πνευματικό μέχρι το τέλος της ζωής μας και να εξαγγέλλουμε τους λογισμούς μας. Οι λογισμοί φανερώνουν και την υπάρχουσα μέσα μας πνευματική κατάσταση, αλλά και τον πόλεμο του διαβόλου. Άλλωστε, από τους λογισμούς που συνεχώς εξακοντίζει εναντίον μας ο διάβολος, καταλαβαίνουμε τα υπάρχοντα πάθη. Έτσι σκοπός της υπάρξεως του πνευματικού πατέρα, δεν είναι απλά και μόνον να αναπαύσει την ένοχη συνείδηση, αλλά να μας θεραπεύσει. Και θεραπεία είναι η μεταμόρφωση της αγάπης, από ιδιοτελή σε ανιδιοτελή.

Όταν αγωνιζόμαστε να εφαρμόσουμε αυτό που μας υπέδειξε, τότε αποκτούμε κοινωνία με τον πνευματικό πατέρα, βιώνουμε την υποστατική αρχή, την αλληλοπεριχώρηση των αγαπωμένων προσώπων. Και τελικά αυτό είναι και λέγεται αληθινή υπακοή. Εάν δεν υπάρχει αυτή η υπακοή, όσο κοντά και αν είμαστε στον πνευματικό μας και τον Γέροντά μας, όσο χρόνο κι αν περνάμε μαζί του, απέχουμε από αυτόν, όσο ο ουρανός από την γη. Δεν πρόκειται για μια λατρεία και στάση εξωτερική, αλλά άνοιγμα της δικής μας υποστάσεως για να δεχθούμε μια άλλη υπόσταση, και προσπάθεια να εισέλθουμε με πνεύμα αγάπης και ελευθερίας στην υπόσταση του άλλου. Δυστυχώς πολλοί από εμάς κατά την διάρκεια της εξομολογήσεως και όχι μόνον, διαπληκτιζόμαστε και αντιμαχόμαστε με τον πνευματικό πατέρα. Αυτό όμως που θα πρέπει να προσέξουμε, είναι, ότι δεν πρέπει να του προξενούμε στενοχώρια, ούτε και να κρίνουμε τις ενέργειες του, γιατί αυτό έχει φοβερές συνέπειες στην ζωή μας.

 Ο άγιος Ιωάννης ο Σιναϊτης λέγει έναν φοβερό λόγο: «Είναι συμφερότερο και προτιμότερο, να αμαρτήσουμε στον Θεό, παρά στον πνευματικό μας πατέρα. Διότι εάν παροργίσουμε τον Θεόν, τότε υπάρχει ο πνευματικός μας, που έχει την δύναμη να μας συμφιλιώσει με αυτόν. Εάν όμως ταράξουμε τον πνευματικό μας οδηγό, τότε πλέον δεν θα έχουμε κανέναν, προκειμένου να μας εξιλεώσει με τον Θεόν και να μεσιτεύσει σε αυτόν προς χάριν μας, αφού ο πνευματικός πατέρας μας, είναι αντιπρόσωπος του Θεού για εμάς. Και αυτό το λέγει ο άγιος Ιωάννης, διότι έχει υπ’ όψιν του τον Μωϋσή, που πάντοτε προσευχόταν για τους Ισραηλίτες στον Θεό για να τους συγχωρήση.

Ακόμη ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος μας υπογραμμίζει, πως «όσοι θέλουν να τρέφουν πάντοτε αδίστακτη εμπιστοσύνη στους πνευματικούς πατέρες, επιβάλλεται να διατηρούν αλησμόνητα και ανεξάλειπτα στην καρδιά τους τα πνευματικά τους κατορθώματα. Ώστε όταν οι δαίμονες προσπαθούν να ενσπείρουν μέσα τους αμφιβολία, να τα ενθυμούνται και να τους αποστομώνουν». (Κλίμαξ, Περί Υπακοής, 8, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ ΩΡΟΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 1991, σ. 65). Από τον λογισμό που μας υποβάλλει να εξετάζουμε ή να κατακρίνουμε τον πνευματικό μας, ο άγιος μας ζητάει να τιναχτούμε μακρυά σαν από πορνεία και να μην δώσουμε καθόλου άδεια στο φίδι αυτό, ούτε τόπο, ούτε είσοδο, ούτε αρχή. Και μάλιστα μας προτρέπει να απαντούμε στον δράκοντα: «Ω απατεώνα, δεν ανέλαβα εγώ να κρίνω τον Γέροντα, αλλά εκείνος να κρίνει εμένα. Δεν διορίσθηκα εγώ κριτής του, αλλά αυτός ιδικός μου».(Ο.π. Περί Υπακοής, σ.66).

Ο Θεόδωρος Εδέσσης γράφει τα εξής χαρακτηριστικά: «μη κρίνης αυτόν εν τινι, μη κακολογήσης ελεγχόμενος ή τυπτόμενος, μη δως ακοήν σου τινι καταλαλούντι, μη συνδυάσης (μην συμφωνήσεις) τω λοιδορούντι τούτον, ίνα μη οργισθή Κύριος επί σου, και εξαλείψει σε εκ βίβλου γης ζώντων». Το λέγει αυτό, γιατί υπάρχει ένας συνεχής πειρασμός εκ μέρους του διαβόλου προς τον υποτακτικό να στρέφεται εναντίον του πνευματικού του καθοδηγού. Επειδή ο διάβολος γνωρίζει, ότι δια του πνευματικού πατρός επιτυγχάνεται η σωτηρία, γι’ αυτό κάνει τα πάντα για να διασπάσει αυτή την σχέση, για να κλονίσει την εμπιστοσύνη και για να μεγαλοποιεί τυχόν ανθρώπινες αδυναμίες του πνευματικού πατρός.

 Την ίδια συμβουλή δίνει και ο μέγας Πατήρ της Εκκλησίας, ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής: «Μη καταδέχου κατά του Πατρός σου λοιδορίαν, μηδέ προθυμοποιήσης(μην ενθαρρύνεις) τον ατιμάζοντα αυτόν», γιατί αυτό θα έχει αιώνιες συνέπειες. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς θα πει ότι, εάν κατά τον νόμον οι αντιλέγοντες στους γονείς τους, υφίσταντο στην Παλαιά Διαθήκη κυρώσεις, πολύ περισσότερο αυτό ισχύει για τους αντιλέγοντας στους πνευματικούς πατέρες. Ουσιαστικά με την πράξη τους αυτήν, οδηγούν την ψυχή σε πνευματικό θάνατο. Και παρακάτω λέγει  ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς τα εξής χαρακτηριστικά: «Αν πρέπει έτσι να τιμάς τους κατά σάρκα γονείς σου, πόσο περισσότερο θα τιμήσεις και θα αγαπήσεις τους πνευματικούς σου πατέρες; Αυτοί σε μετέφεραν από την απλή ζωή στη ζωή της αρετής(από το ζην στο ευ ζην), σου μετέδωσαν τον φωτισμό της γνώσεως, σου δίδαξαν την αλήθεια…έβαλαν μέσα σου την ελπίδα της αναστάσεως και της αθανασίας και της αδιάδοχης βασιλείας και κληρονομίας, και από ανάξιο, σε έκαναν άξιο των αιωνίων αγαθών…» (Φιλοκ. 4, 275-276).

Επομένως ένα βασικό χαρακτηριστικό του πνευματικού τέκνου και ιδίως του μοναχού, πρέπει να είναι η ακρισία του πνευματικού του πατέρα. Το να μην κρίνει δηλαδή τον πνευματικό του πατέρα. Εάν ο εξομολογούμενος κρίνει τον πνευματικό, κλονίζεται η συνείδησή του και η θέση του απέναντι του ιδίου του Θεού. Οπότε η ακρισία θα πρέπει να υπάρχει, όταν ερχόμασθε σε επικοινωνία με τον πνευματικό μας, όταν σκεπτόμασθε τον πνευματικό μας πατέρα ή όταν συζητάμε για αυτόν, διότι η ακρισία δεν αποτελεί απαίτηση του πνευματικού, αλλά του ιδίου του Θεού. Αυτό σημαίνει, ότι και η υπακοή πρέπει να είναι αδιάκριτος, χωρίς καμία διάκριση και χωρίς καν την στοιχειώδη κρίση, σαν ένα βρέφος το οποίο δεν κατανοεί και δεν γνωρίζει, αλλά φθάνει στην νηπιότητα με πολλή σύνεση. Η κρίση είναι του κόσμου τούτου, αλλά η ακρισία είναι του Αγίου Πνεύματος, είναι μια πνευματική αρετή και ένα πνευματικό πλεονέκτημα του ανθρώπου, που πορεύεται προς τον Θεόν.

 Διότι εάν ο πιστός κρίνει και αμφισβητεί τον πνευματικό, τότε πως είναι δυνατόν να τον εμπιστεύεται και να τον ακολουθεί; Κι αν δεν τον θεωρεί ανώτερό του πνευματικά, πως είναι δυνατόν να έχει και την πεποίθηση, ότι συγχωρούνται οι αμαρτίες του; Αν και βέβαια αυτό δεν είναι απολύτως σωστό, διότι οι αμαρτίες συγχωρούνται ανεξάρτητα από την αμαρτωλότητα του πνευματικού. Μάλιστα πολλές φορές και η προκοπή του πιστού, είναι ανεξάρτητη από την αρετή του πνευματικού. Υπάρχουν περιπτώσεις, κατά τις οποίες αμαρτωλοί πνευματικοί καθοδηγούσαν σωστά τα τέκνα τους και μέσω αυτής της διαδικασίας σώθηκαν και οι ίδιοι, διότι η υπακοή των πνευματικών τους τέκνων, τους έφερε σε προσωπική μετάνοια και άλλαξαν ζωή και διόρθωσαν την εσφαλμένη τους πορεία.

 Άλλωστε, όπως τονίζει ο άγιος Ιωάννης ο Σιναϊτης, ο Κύριος πολλές φορές κρύβει από τα μάτια των πνευματικών τέκνων μερικά ελαττώματα του πνευματικού, για να συμβάλλει και αυτό, ώστε σε ολόκληρη την ζωή μας, κανέναν άλλο να μην σεβασθούμε, όπως αυτόν και να μην φύγουμε ποτέ από τα χέρια εκείνου, που μας προσέφερε στον Κύριο. Και πιο κάτω στον λόγο του περί υπακοής, λέγει ο συγγραφέας της Κλίμακος τα εξής χαρακτηριστικά: «Ας είμεθα αμέριμνοι και ας έχουμε εμπιστοσύνη σε εκείνους, οι οποίοι ανέλαβαν εν Κυρίω την φροντίδα των ψυχών μας, έστω κι αν μερικά προστάγματά τους φαίνονται επιζήμια στην ψυχή μας. Τότε ακριβώς δοκιμάζεται η πίστη μας προς αυτούς μέσα στο χωνευτήριο της ταπεινώσεως. Το γνώρισμα της τελείας εμπιστοσύνης είναι αυτό: Ενώ βλέπουμε πράγματα αντίθετα από ό,τι περιμένουμε, υποτασσόμεθα αδίστακτα σε εκείνους που μας προστάζουν». (Ιωάννου του Σιναϊτου, Κλίμακα, ό.π., Περί υπακοής, σ.105).

ΠΡΟΣΩΠΟΛΑΤΡΕΙΑ Η΄ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΠΡΟΣΩΠΩΝ

Και τώρα περνάμε στο τελευταίο κεφάλαιο. Υπάρχουν μερικοί οι οποίοι, είτε λόγω, είτε και έργω, έμπρακτα δηλαδή, αμφισβητούν την παρουσία του πνευματικού. Αμφισβητούν ακόμη και την αγάπη των τέκνων προς τους πνευματικούς τους. Ισχυρίζονται, ότι αυτή η αγάπη είναι ένα ψυχολογικό πρόβλημα, που λέγεται εξάρτηση. Τολμούν ακόμη να μιλούν και για προσωπολατρεία. Βεβαίως υπάρχουν και τέτοιες περιπτώσεις, αλλά αυτές αποτελούν μάλλον ή θα έπρεπε τουλάχιστον να αποτελούν την εξαίρεση του κανόνος. Η αγάπη όμως προς τον πνευματικό δεν είναι προσωπολατρεία, αλλά μυστήριο που δείχνει την εν Θεώ κοινωνία των προσώπων.

Πολλοί χριστιανοί αγαπούν εν Χριστώ τον πνευματικό τους πατέρα, διότι αισθάνονται ότι τους αναγέννησε πνευματικά και οφείλουν έτσι μια ευγνωμοσύνη σε αυτόν. Στενοχωρούνται μάλιστα, όταν βλέπουν ανθρώπους, που τον αδικούν κατάφωρα. Αυτό όμως από πολλούς θεωρείται προσωπολατρεία. Βλέπετε είμαστε εύκολοι και γρήγοροι στο να στιγματίζουμε ανθρώπους και να τους κατατάσσουμε σε κατηγορίες, όταν έτσι εξυπηρετούνται τα εμπαθή συμφέροντά μας. Βλέπουμε ως εμπαθείς και αρρωστημένες τις σχέσεις των άλλων, επειδή εμείς είμαστε εμπαθείς και άρρωστοι.

Εξάλλου στην Ορθόδοξη Εκκλησία έχουμε μάθει να συνδεόμαστε με πρόσωπα και όχι απλώς με θεσμούς. Τα πρόσωπα λαμβάνουν, πρωτίστως την Χάρη του Θεού και όχι οι θεσμοί. Οι θεσμοί και οι εξουσίες ευλογούνται και εξαγιάζονται από τα πρόσωπα. Ο δικός μας Θεός, είναι Θεός συγκεκριμένων προσώπων και η Εκκλησία δεν είναι μια εξουσία, μια αρχή, αλλά ενότητα προσώπων, τα οποία έχουν γίνει κατοικητήρια του Ζώντος Τριαδικού Θεού. Στον Παπισμό τονίζεται περισσότερο η εξουσία, η αυθεντία του θεσμού. Ο Πάπας είναι αλάθητος, κατά τους Λατίνους, όχι γιατί έχει την Χάρη του Θεού, αλλά γιατί κατέχει την θέση αυτή. Στον Προτεσταντισμό ο καθένας ως αυθεντία, μπορεί από μόνος του να ερμηνεύσει την Αποκάλυψη, ωστόσο μακρυά από την Ορθοδοξία, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για πρόσωπα, αλλά για άτομα. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία, επειδή διασώζεται ο ορθός τρόπος θεραπείας, γι’ αυτό υπάρχει το πρόσωπο.

Ο άνθρωπος είναι εικόνα Χριστού. Επομένως το ανθρώπινο πρόσωπο ανάγεται στον Δημιουργό του, στην άκτιστη εικόνα του Θεού, που είναι ο ίδιος ο Χριστός. Αυτό ισχύει και για την τέχνη της αγιογραφίας. Η προσκύνηση των ιερών εικόνων ανάγεται στο πρωτότυπο. Δεν προσκυνούμε το ξύλο ή το υλικό αντικείμενο από το οποίο είναι κατασκευασμένη η εικόνα, αλλά τον άγιο, που εικονίζει η εικόνα και αυτή είναι τιμητική προσκύνηση. Αγαπούμε και τιμούμε τους αγίους, γιατί έγιναν φίλοι Θεού και Θεοί κατά Χάριν.

Έτσι η αγάπη προς τον πνευματικό μας πατέρα, που μεταφέρει το θέλημα του Θεού στην ζωή μας, στηρίζεται στην θέση αυτή. Η αγάπη και η τιμή προς αυτούς ανάγεται στο πρωτότυπο. Έχει οπωσδήποτε αναγωγικό χαρακτήρα. Η αγάπη του ισραηλιτικού λαού στον Μωϋσή υπήρχε, γιατί ο Μωϋσής ήταν δούλος και θεράπων του Χριστού. Ήταν πνευματικός πατέρας του λαού, που τον κατηύθυνε στην γη της επαγγελίας. Και η τιμωρία του Θεού σε αυτούς που τον περιφρονούσαν, ήταν παραδειγματική. Όσοι πολεμούν την αγάπη των τέκνων προς τον πνευματικό τους, στην πραγματικότητα δεν έχουν αισθήσεις πνευματικές, για να διακρίνουν αυτόν τον αναγωγικό χαρακτήρα της πνευματικής πατρότητος και έτσι, είναι εικονομάχοι. Έχουν, δηλαδή, τις ίδιες «θεολογικές» ερμηνείες και τις ίδιες αιρετικές προϋποθέσεις με τους εικονομάχους.

 Ο Χριστός έδωσε την εξουσία του δεσμείν και λύειν στους Αποστόλους. Επίσης τους είπε: «Ο ακούων υμών εμού ακούει, και ο αθετών υμάς εμέ αθετεί. Ο δε εμέ αθετών, αθετεί τον αποστείλαντά με» (Λουκ. ί, 16). Ο Χριστός ομιλεί δια των Αποστόλων. Και ζητάει την υπακοή των πιστών σε αυτούς, καθότι σε αυτούς έδωσε την δυνατότητα της θεραπείας του λαού. Αυτοί και οι διάδοχοί τους είναι οι Ποιμένες του νέου λαού του Θεού. Εάν, όπως λέγει ο Μ. Βασίλειος, βρεις με την χάρη του Θεού, διδάσκαλο έργων αγαθών, τότε δεν πρέπει να κάνεις τίποτα, χωρίς την γνώμη του. Γιατί ό,τι γίνεται χωρίς την γνώμη και την ευλογία του πνευματικού πατρός, έστω κι αν θεωρείται αγαθό και επαινετό πράγμα, και όχι μόνο τα άτοπα, είναι κλοπή και ιεροσυλία, που οδηγεί στον πνευματικό θάνατο.

Ο όσιος Θαλάσσιος βλέπει το πρόβλημα της ανυπακοής ή της μη αποκτήσεως πνευματικού πατρός και της μη συμμορφώσεως προς τις εντολές του, βαθύτερα. Ο άνθρωπος, λέγει, που είναι νεκρωμένος από τα πάθη «συμβουλής ουκ αισθάνεται, και παιδεύσεως πνευματικής, το σύνολον ουκ ανέχεται». Οι εμπαθείς άνθρωποι, όσο είναι νεκροί πνευματικά, δεν έχουν αισθήσεις για να αισθανθούν την αξία των συμβουλών και της πνευματικής παιδεύσεως, διό και αντιδρούν. Συνετός άνθρωπος, κατά τον όσιο Θαλάσσιο, δεν είναι εκείνος, που διαθέτει ισχυρά κρίση και δυνατή λογική, εκείνος που είναι ιδιαίτερα ευφυής, αλλά «ο συμβουλής ανεχόμενος. Και μάλιστα πνευματικού πατρός κατά Θεόν συμβουλεύοντος».

Αλλά υπάρχει και η άλλη πλευρά. Όπως σημειώνει ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, όπως η τιμή και η αγάπη προς τον γνήσιο θεραπευτή των ψυχών μας και πνευματικό μας πατέρα, αναβαίνει προς τον Χριστό, έτσι και η τιμή και η αγάπη σε ψευτοδιδασκάλους, αναβαίνει στον αντίχριστο. Επομένως, περισσότερο πρέπει να μας ενοχλεί και να μας προβληματίζει η προσωπολατρεία σε ψευδοδιδασκάλους, σε πνευματικούς που δεν δέχονται την Παράδοση της Εκκλησίας και που δεν είναι Ναοί του Αγίου Πνεύματος. Γιατί η προσωπολατρεία σε γνήσιο και αληθινό πατέρα μπορεί να διορθωθεί συν τω χρόνω και να οδηγήσει στη σωτηρία, ενώ η όποια αγάπη σε ψευδοδιδάσκαλο δεν θα έχει καλά αποτελέσματα.

Σε ότι αφορά το μέχρι ποιου σημείου, πρέπει να φθάνει η αγάπη μας για τον Γέροντά μας, ο άγιος Συμεών, λέγει, πως αν δεις τον πνευματικό σου να ατιμάζεται, να φθονείται, να ραπίζεται και να σύρεται, τότε δεν πρέπει να σκανδαλισθείς. Και δεν εννοεί να μείνεις ατάραχος και να μην κάνεις τίποτα. «Αλλ΄ως θερμός Πέτρος λάβε την μάχαιραν και την χείρα εκτείνας, μη το ωτίον μόνον, αλλά και την χείρα και την γλώσσαν απόκοψον, του επιχειρούντος λέγειν κατά του σου πατρός ή αυτού άπτεσθαι». Όπως ο Πέτρος πάρε το μαχαίρι και κόψε όχι μόνο το αυτί, αλλά και το χέρι και την γλώσσα κόψε, εκείνου που θα επιχειρήσει να πει ή να κάνει κάτι κατά του πατρός σου. Έστω κι αν τότε επιτιμηθής, όπως επιτιμήθηκε ο Πέτρος, «πάντως και μειζόνως επαινεθήσει της πολλής αγάπης και πίστεως ένεκα». Γι’ αυτό όπως τονίζει ο άγιος Συμεών: «τω τω εαυτού πατρί αντιλέγοντι, συγχαίρουσι δαίμονες, τω δε μέχρι θανάτου ταπεινουμένω, θαυμάζουσιν άγγελοι». Οι δαίμονες χαίρονται με εκείνον, που αντιλέγει στον πατέρα του, ενώ αντιθέτως οι άγγελοι θαυμάζουνε εκείνον, που ταπεινώνεται στον πνευματικό του πατέρα, μέχρι θανάτου.

Μάλιστα ο άγιος φθάνει στο σημείο να πει, ότι η σχέση μεταξύ του πνευματικού πατρός και του πνευματικού τέκνου είναι αδιάλυτη, έστω κι αν παρέμβει ο θάνατος. «Πίστευε δε ότι μετά παρρησίας παρίσταται τω Θεώ καν τω τάφω το σώμα τούτου κατέθεικας και αδιστάκτως επικαλού την πρεσβείαν αυτού». Διότι ο πνευματικός ενδιαφέρεται μετά την κοίμησή του για το τέκνο  του, το βοηθά στις δυσκολίες με την πρεσβεία και την μεσιτεία του, καθώς παρίσταται με παρρησία ενώπιον του Θεού και του ετοιμάζει μονή αιωνία για να το υποδεχθεί, όταν αναχωρήσει από την ζωή αυτή.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αγίας και θεοφιλούς ψυχής, που ετρώθη από αγάπη και θείο έρωτα για τον πνευματικό της πατέρα, αποτελεί η αγία πρωτομάρτυς Θέκλα. Η οποία άφηνε τα πάντα, προκειμένου να ακολουθεί τον απόστολο των εθνών και να ακούει την διδασκαλία του και τόσο πολύ αγαπούσε και ευλαβείτο τον θείο Παύλο, «ώστε κυλινδουμένη επί του τόπου ου ο Παύλος διδάσκων εκάθητο, κατεφίλει το έδαφος, εν ω ίσταντο οι πόδες αυτού».

Ανέκαθεν λοιπόν, όσοι επιζητούσαν την σωτηρία τους, κατέφευγαν σε Γέροντες, Στάρετς και Πνευματικούς για να μάθουν τον δρόμο της σωτηρίας. Η ιστορία της Εκκλησίας και τα συγγράμματα που έχουμε, όπως το Γεροντικό, αυτό μαρτυρούν. Επομένως είναι προτεσταντικής και αιρετικής χροιάς, κάθε άποψη, που καταφέρεται άμεσα ή έμεσα ενάντια στο θεσμό της πνευματικής πατρότητος. Μάλιστα όσοι διακηρύσσουν τέτοιες απόψεις και θεωρίες, στην πραγματικότητα είναι στείροι πνευματικά και πάσχουν από πνευματική ανικανότητα και φθόνο. Δεν έχουν οι ίδιοι την ικανότητα να γεννήσουν πνευματικά παιδιά ή έστω δεν διαθέτουν την ποιότητα της σχέσεως άλλων πνευματικών με τα πνευματικά τους τέκνα.

 Εκείνος ο οποίος δεν έχει γεννηθεί, δεν έχει αναγεννηθεί πνευματικά, δεν μπορεί και να γεννήσει. Άλλωστε ένας νεκρός πνευματικά, πως μπορεί να γεννήσει; Γεννά ένας νεκρός; Ακόμη κι αν αποκτήσει τέκνα πνευματικά, η σχέση του μαζί τους θα είναι προβληματική. Και ίσως εκεί να αναφυεί και το φαινόμενο της προσωπολατρείας, το οποίο καταλογίζει σε εκείνους που φθονεί, λόγω της πνευματικής τους ευτεκνίας.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Εν κατακλείδι, θα θέλαμε να υπογραμμίσουμε, ότι ο πνευματικός μας πατέρας, εκείνος που μας γέννησε κατά Χριστόν και μας καθοδηγεί στην πνευματική μας πορεία, φανερώνοντάς μας την αγάπη του Θεού, είναι αναμφιβόλως αναντικατάστατος. Κανείς δεν μπορεί να τον αντικαταστήσει και να αναπληρώσει το κενό του. Όσο καλός κι αν είναι ο αντικαταστάτης, δεν παύει να είναι αντικαταστάτης. Ο Απόστολος Παύλος το λέγει ξεκάθαρα, εκτός βεβαίως, αν και ο κορυφαίος των Αποστόλων καλλιεργεί και μάλιστα για τον εαυτό του, το φαινόμενο της προσωπολατρείας. Μπορεί να έχουμε μυρίους παιδαγωγούς, αλλά μόνον ένα πατέρα εν Χριστώ.

Οι πνευματικοί πατέρες σήμερα, θα πρέπει να αναλογίζονται τον ερωτηματικόν λόγον του Κυρίου: «πλην ο Υιός του ανθρώπου ελθών, άρα ευρήσει την πίστιν επί της γης;». Όταν θα έλθει ο Χριστός κατά την ημέρα της κρίσεως, θα βρει την πίστη μεταξύ των ανθρώπων; Μεταξύ των χριστιανών και των πνευματικών τους πατέρων; Είναι βέβαιο, ότι μεταξύ των άλλων θα βρει μεγάλες και μικρές μοναστικές κοινότητες, όπου θα συναντήσει υπερφίαλους ηγουμένους και μεγαλοπρεπείς Γερόντισσες, που μαζί με όλα τα άλλα, θα έχουν αυτοπεποίθηση και αυτάρκεια. Θα βρει μοναστήρια και εκκλησίες, όπου θα μιλούν από το πρωί μέχρι το βράδυ, με ατελείωτες αγαπολογίες, για την αγάπη και το έλεος του Θεού, αλλά μακράν θα απέχουν από αυτά. Θα βρει πνευματικούς με πολυποίκιλη εκκλησιαστική δραστηριότητα και γεροντάδες με ησυχαστικό και ασκητικό προφίλ, «πλην όμως ευρήσει την πίστιν επί της γης;»

Μακάρι οι τρεις μεγάλοι ιεράρχες, πατέρες και οικουμενικοί διδάσκαλοι, των οποίων την σύναξη σήμερα εορτάζουμε, να φωτίζουν και να κατευθύνουν τα διαβήματα των πνευματικών οδηγών της Εκκλησίας, έτσι ώστε με πίστη και αγάπη και με όλα τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, να οικοδομούν τις ψυχές των πιστών και να τις οδηγούν εις λιμένα σωτηρίας, εις την Βασιλείαν του Χριστού. Αμήν!         

 

ΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ (8 ΜΑΪΟΥ 2022)

ΥΠΟ ΤΟΥ ΘΕΟΦΙΛΕΣΤΑΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΠΕΤΡΑΣ ΔΑΒΙΔ

«Ύψη ουράνια εκμανθάνειν και θαλάσσης τα βάθη ερευνάν, τολμηρόν υπάρχει και ακατάληπτον. Ώσπερ ουν άστρα εξαριθμήσαι και παράλιον ψάμμον ουκ έστιν όλως, ούτως ούτε τα του Ιωάννου του Θεολόγου ειπείν ικανόν.» (Από τον Οίκο της εορτής).

Το να μαθαίνεις για τα ουράνια ύψη και να ερευνάς τα βάθη της θαλάσσης είναι τολμηρό και ακατάληπτο, λόγω των τεραστίων μεγεθών του ουρανίου στερεώματος και της θαλασσίου αβύσσου. Όπως λοιπόν δεν μπορείς να εξαριθμήσεις καθ’ολοκληρίαν τα άστρα του ουρανού και την άμμο της θαλάσσης, έτσι άλλο τόσο δύσκολο και δυσχερές είναι το να μιλήσεις για το πρόσωπο του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου.

Μεγάλη η σημερινή εορτή και πανήγυρις αδελφοί μου! Διότι σήμερα εορτάζουμε και φέρουμε εις το μέσον, τον ηγαπημένον μαθητήν του Κυρίου, τον κορυφαίον Θεολόγον και παρθένον, τον μαθητήν της αγάπης, τον συγγραφέα της Ιεράς Αποκαλύψεως, τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν Ιωάννην.

Και είναι ιδιαιτέρως θαυμαστή η υπόθεσις της παρούσης εορτής, καθώς αναμιμνησκόμεθα της εκπεμπομένης κατά θείον και παράδοξον τρόπον εκ του τάφου του Αποστόλου αγίας κόνεως, η οποία πολλά θαυμαστά εποίησε, απολυτρώνοντας τους πιστούς από ποικίλα πάθη και χαρίζοντάς τους, ιατρείαν ψυχών και την υγείαν των σωμάτων. Αυτό μας θυμίζει τα θαύματα και τις θεραπείες που επιτελούσε η σκιά του Πέτρου και οι αλυσίδες του, καθώς και τα μανδήλια των Αποστόλων. Τα ενδύματά τους, αλλά ακόμη και η σκόνη από τα πόδια των αγίων ανθρώπων, των ανθρώπων του Θεού, όπως τέτοιος κατ’εξοχήν υπήρξε και ο Απόστολος και Ευαγγελιστής Ιωάννης.

Σε ότι αφορά το πρόσωπο του σήμερον εορταζομένου αγίου. Ο Ιωάννης δεν επρόδωσε τον Χριστό, όπως ο Ιούδας. Δεν αρνήθηκε τον Διδάσκαλο, καθώς ο Πέτρος. Δεν εγκατέλειψε τον Εσταυρωμένο μαζί με τους δέκα. Δεν εδίωξε την Εκκλησία καθώς ο Παύλος. Ο Ιωάννης έμεινε πάντα πιστός, μέχρι της αυλής του αρχιερέως, μέχρι του Γολγοθά και του Σταυρού, πιστός εις τον Χριστόν του.

Ο Κύριος σε αυτόν και τον αδελφόν του Ιάκωβον, έδωσε το όνομα «Βοανεργές», το οποίο σημαίνει υιοί βροντής (Μάρκ. γ΄ 17). Και αυτό, διότι ενώ από χαρακτήρος ήσαν ήρεμοι και πράοι, όταν συνέβαινε να θιγεί από εχθρούς και αντιθέτους ο Διδάσκαλός τους, αυτοί απότομα άναβαν και άστραφταν και σαν βροντή ο ζήλος και ο λόγος τους, ζητούσε την εξουδετέρωση των αντιπάλων. Κανένα συμβιβασμό με τους αντιθέτους δεν έκανε ο Ιωάννης. Καμία υποχώρηση σε απίστους ή αιρετικούς ή αντιπάλους. Κρατούσε ακεραία και ανόθευτον την πίστη και διδαχή του Κυρίου και δεν ήθελε να πλησιάζει, ούτε να χαιρετά εκείνους που ηρνούντο την Θεότητα του Διδασκάλου του. Δεν ήθελε ούτε να τους βλέπει. Η ιστορία του αναφέρει, ότι κάποτε ευρέθη σε ένα λουτρό στην Έφεσο με τον αιρετικό Κήρινθο. Μόλις το αντιλήφθηκε, άρχισε να τρέχει σαν τρελός για να βγει έξω από το λουτρό, φωνάζοντας στους μαθητές του τα εξής: « Ας φύγουμε γρήγορα από το λουτρό, μήπως πέσει το κτίριο και μας πλακώσει, μαζί με τον ασεβή Κήρινθο».

Και μάλιστα, όλα αυτά αγαπητοί μου, δεν ίσχυαν για κάποιον φονταμενταλιστή και φανατικό οπαδό του Χριστού, όπως ίσως θα τον χαρακτήριζαν σήμερα τα παπαγαλάκια του συστήματος, αλλά για τον μαθητή της Αγάπης, τον ηγαπημένον μαθητή του Κυρίου, τον πραότατο και γαλήνιο Ιωάννη. Τόσον ζηλωτής, τέτοιος φλογερός μαθητής του Χριστού, υπήρξε ο Ιωάννης ο Θεολόγος, από της νεανικής μέχρι της γεροντικής του ηλικίας, ώστε ο πύρινος αυτός ζήλος του, να τον καθιστά έτοιμο ανά πάσα στιγμή, να οδηγηθεί αν ποτέ χρειαζόταν και στον μαρτυρικόν για τον Δεσπότη Χριστό θάνατον. Δια τούτο και εις την προαίρεση υπήρξε μεγαλομάρτυς, έστω κι αν τα τέλη του, θεία βουλή, ήσαν ανώδυνα και ειρηνικά.

Εμείς εδώ δι’ολίγων σήμερα, θα ασχοληθούμε με ορισμένα χωρία από την Α΄ Καθολική Επιστολή του Ιωάννου, τα οποία αποδεικνύουν ότι πολλές φορές, πολλοί από εμάς γινόμασθε ψεύτες απέναντι στον εαυτό μας, τον Θεό και τους άλλους και σαν να μην φθάνει αυτό, παρουσιάζουμε ως ψεύτη και τον ίδιο τον Θεό, με τα λόγια μας και την συμπεριφορά μας. Αρχικά μας λέγει ο ευαγγελιστής Ιωάννης, ότι ο Θεός είναι φως, που ακτινοβολεί αγιότητα και αλήθεια και δεν υπάρχει μέσα του ίχνος σκότους, ένεκα αγνοίας, λήθης και αμαρτίας. Και συνεχίζοντας λέγει: «Εάν είπωμεν ότι κοινωνίαν έχομεν μετ’αυτού και εν τω σκότει περιπατώμεν, ψευδόμεθα και ου ποιούμεν την αλήθειαν.» (Ά Ιωαν., α΄, 6). Εάν δηλαδή ισχυριζόμασθε, ότι έχουμε στενή σχέση και κοινωνία με τον Θεό, ενώ ταυτόχρονα η εν γένει συμπεριφορά μας είναι σκοτεινή και αμαρτωλή, τότε ψευδόμασθε και δεν συμμορφωνόμασθε προς την αλήθεια.

 Εάν αυτοπαρουσιαζόμασθε στα λόγια μόνον και με μία επιδερμική πίστη, ότι έχουμε δήθεν κοινωνία και μετοχή με το φως του Χριστού, αλλά στην πραγματικότητα, περιπατούμε στο σκοτάδι, με πολιτεία αμαρτωλή και έργα σκοτεινά, που αναπαύουν τον άρχοντα του σκότους, τότε γινόμασθε ψεύτες, που πρωτίστως λέμε ψέμματα στον ίδιο μας τον εαυτό και βρισκόμασθε μακριά από το έδαφος της αληθείας. Την κοινωνία λοιπόν του φωτός, πρέπει να την επιβεβαιώνουμε με τα φωτεινά μας έργα.

Και επειδή προφανώς υπήρχαν και στην εποχή του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου άνθρωποι, που ισχυρίζονταν και πίστευαν, ότι δεν είχαν αμαρτίες, γι’αυτό και τονίζει κατηγορηματικά ο ηγαπημένος μαθητής, ότι: «Εάν είπωμεν ότι αμαρτίαν ουκ έχομεν, εαυτούς πλανώμεν και η αλήθεια ουκ έστιν εν ημίν.» (Α΄Ιωάν. ά , 8) και «Εάν είπωμεν ότι ουχ ημαρτήκαμεν, ψεύστην ποιούμεν αυτόν, και ο λόγος αυτού ουκ έστιν εν ημίν.» (Α΄ Ιωάν. ά , 10). Εάν δηλαδή πούμε, ότι δεν έχουμε αμαρτία, πλανώμεν τους εαυτούς μας και η αλήθεια δεν υπάρχει μέσα μας. Επειδή κανένας, όσο άγιος και αν είναι και όσο και αν περιπατεί στο φως των εντολών του Χριστού και της αρετής, δεν μπορεί να φυλαχθεί τελείως αναμάρτητος στην παρούσα ζωή, αλλά όλο και σε κάποια αμαρτήματα μικρά η μεγάλα θα έχει πέσει και όλο και κάποια ελαττώματα θα έχει. Και εάν πούμε, ότι δεν έχουμε διαπράξει καμία αμαρτία, διαψεύδουμε αυτόν τον ίδιο τον Θεό και τον παρουσιάζουμε ως ψεύτη, καθώς βεβαιώνει στην Αγία Γραφή, ότι όλοι οι άνθρωποι είναι αμαρτωλοί.

Και έτσι το συμπέρασμα για όσους από εμάς πιστεύουμε πως είμασθε αναμάρτητοι, είναι ότι ο λόγος του Χριστού δεν εφώτισε τις καρδιές μας και δεν επέδρασεν στο εσωτερικό μας. Διπλό λοιπόν το κακό. Και εμείς γινόμασθε ψεύτες και τον Θεόν παρουσιάζουμε ως ψεύτην. Και αυτό διότι ο λόγος του Θεού στην Αγία Γραφή λέγει τα εξής: « έγκειται η διάνοια του ανθρώπου επιμελώς επί τα πονηρά εκ νεότητος αυτού» (Γεν. 8, 21). Και «τις καθαρός έσται από ρύπου; Αλλ’ ουδείς, εάν και μία ημέρα ο βίος αυτού επί της γης» (Ιώβ 14, 4-5). Άρα λοιπόν ένα από τα δύο συμβαίνει. Ή ο Χριστός που είναι η Αλήθεια και ο αψευδής λόγος του, λένε ψέματα, ή όσοι πιστεύουν πως είναι αναμάρτητοι, πλανώνται πλάνην οικτρά.

 Που είναι λοιπόν όλοι εκείνοι, που έρχονται να εξομολογηθούν και μάλιστα ύστερα από πολλά χρόνια, ίσως κάποιοι από αυτούς και για πρώτη φορά στη ζωή τους και ισχυρίζονται πως δεν έχουν κάτι σοβαρό να εξομολογηθούν, δεν έχουν κάποιο αμάρτημα που να χρειάζεται εξαγόρευση; «Δεν έχω διαπράξει-σου λένε- κάποια μεγάλη αμαρτία. Δεν έχω φονεύσει, δεν έχω μοιχεύσει, δεν έχω κλέψει, είμαι καλός άνθρωπος». Ναι άνθρωπέ μου, δεν τα έχεις κάνει όλα αυτά, αλλά αυτό τι σημαίνει, ότι είσαι αναμάρτητος; Η καρδιά σου βρίθει από κακία, κάθε είδους πονηρία, ακαθάρτους λογισμούς και μάταιες ενθυμήσεις και μπορεί στην πράξη να μην έκανες πολλά, αλλά με την προαίρεση και τον λογισμό, τα έχεις διαπράξει και με το παραπάνω. Και χαιρεκακία έχεις επιδείξει και εκδικητικότητα και κατάκριση και ζηλοφθονία και εμπαθή διάθεση και φονικά ένστικτα και θυμώδη συμπεριφορά και πολλά έχεις διαπράξει, μικρά και μεγάλα και πολύ περισσότερα θα διέπραττες, εάν το επέτρεπε ο Κύριος.

 Κατ’ επέκτασιν λοιπόν, όπως συμπληρώνει ο ευαγγελιστής Ιωάννης, εκείνος που ισχυρίζεται, ότι ευρίσκεται σε στενή γνωριμία και οικειότητα με τον Χριστό, που υποστηρίζει ότι τον γνωρίζει βιωματικά πολύ καλά, αλλά συγχρόνως δεν τηρεί τις εντολές του, είναι ψεύτης και δεν υπάρχει μέσα στον άνθρωπο αυτόν η αλήθεια. Ο Χριστός λέγει, πως εκείνος που τον αγαπά, το αποδεικνύει έμπρακτα, τηρώντας τις εντολές του. Δεν θα εισέλθει στη Βασιλεία των ουρανών, ο καθένας που ευκαίρως ή ακαίρως βάζει στο στόμα του το όνομα του Κυρίου, αλλά εκείνος που εφαρμόζει τα θεία προστάγματα. «Ου πας ο λέγων μοι Κύριε Κύριε εισελεύσεται εις την Βασιλεία των ουρανών». Εμείς όμως αποδεικνύουμε, ότι όχι μόνον δεν αγαπούμε τον Κύριο, αλλά ότι δεν τον εμπιστευόμαστε ούτε κατ’ελάχιστον. Δεν πιστεύουμε καν στα λόγια του, δεν πιστεύουμε, ότι ο Χριστός μας λέει την αλήθεια, γιατί αν το πιστεύαμε, θα φροντίζαμε να κάνουμε πράξη, αυτά που μας ζητάει.

 Ο Χριστός μας δίδει την εντολή να μην λέμε ψέμματα, διότι έτσι γινόμασθε εικόνες του διαβόλου και ζούμε καθ’ομοίωσιν του αρχεκάκου όφεως, ο οποίος είναι ο άρχοντας του ψεύδους. Ο εισηγητής και εφευρέτης κάθε πλάνης και απάτης και ψεύδους και βεβαίως κυρίως και κατ’εξοχήν του ψεύδους της αμαρτίας. Μας προειδοποιεί λοιπόν ο Κύριος, ότι μας περιμένουν αιώνιες τιμωρίες, εάν δεν παύσουμε να λέμε ψέμματα, το λέει μεταξύ των άλλων ξεκάθαρα ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος στην Ιερά Αποκάλυψη: «τοις δε δειλοίς και απίστοις και εβδελυγμένοις(εβδελυγμένοι=οι διαπράξαντες τα βδελυρά και συχαμένα παρά φύσιν αμαρτήματα) και φονεύσι και πόρνοις και φαρμακοίς(φαρμακοί=οι μάγοι) και ειδωλολάτραις και ΠΑΣΙ ΤΟΙΣ ΨΕΥΔΕΣΙ το μέρος αυτών εν τη λίμνη τη καιομένη εν πυρί και θείω, ο΄ εστίν ο θάνατος ο δεύτερος.» (Απ. κα΄, 8).

 Εμείς όμως όχι μόνο δεν σταματάμε να λέμε ψέμματα, αλλά διαβάλλουμε και συκοφαντούμε τον συνάνθρωπό μας με περισσή ευκολία, σπιλώνοντας υπολήψεις και δυσφημώντας ονόματα, προκειμένου να χαντακώσουμε τους άλλους και να φανούμε εμείς ανώτεροι και καλύτεροι αυτών, ενώ δεν είμαστε, και εκτελούμε τον πλησίον μας, ως ψυχροί εκτελεστές χωρίς συνείδηση, με ψεύτικες κατηγορίες και ψέμματα, που έχουν γίνει ένα με την φύση μας. Άρα λοιπόν ποιούμε ψεύτη τον Χριστό, που  απειλεί με αιώνια κόλαση, όσους λένε ψέμματα και ψευδομαρτυρούν κατά του πλησίον, διότι εάν πιστεύαμε στα λόγια του Κυρίου και τον αποδεχόμασταν ως πιστό (αξιόπιστο) και αληθινό μάρτυρα, που όσα μαρτυρεί είναι αληθινά, τότε δεν θα συνεχίζαμε τα ψέμματα.

 Ο Χριστός μας ζητάει να μην κρίνουμε τον συνάνθρωπό μας, γιατί θα κριθούμε και εμείς από Εκείνον, τον Δικαιοκρίτη Ιησού, με τον ίδιο τρόπο, που κρίνουμε τους άλλους. «Μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε. Εν’ώ γαρ κρίματι κρίνετε κριθήσεσθε, και εν’ω μέτρω μετρείτε μετρηθήσεται υμίν». (Μτθ. ζ΄, 1-2). Με την ίδια αυστηρότητα που κρίνουμε εμείς τους συνανθρώπους μας, θα μας κρίνει και εμάς ο Κύριος. Εμείς όμως από το πρωί μέχρι το βράδυ δεν σταματούμε στιγμή με ακατάπαυστη φιλοπεριέργεια και αδιακρισία να ανακατευόμαστε σε ξένες υποθέσεις και να ελέγχουμε τις ζωές των άλλων, με λυσσαλέα επικριτική διάθεση, κρίνοντας τους πάντες και τα πάντα, και διορίζοντας τους εαυτούς μας κριτές και τιμητές των πάντων. Άρα λοιπόν δεν πιστεύουμε κατ’ουσίαν, ότι θα έρθει μια ημέρα που ο Κύριος θα κρίνει την οικουμένη και γι’αυτό σπεύδουμε να κρίνουμε εμείς τους πάντες, εκτός από τους εαυτούς μας. Και ασφαλώς δεν πιστεύουμε, ότι θα τιμωρηθούμε για το αμάρτημα της κατακρίσεως και επομένως βγάζουμε ψεύτη τον Θεό, όχι μόνο μια φορά, αλλά πολλές.

Ο λόγος του Θεού μας επισημαίνει, ότι ο εγωισμός και η υπερηφάνεια είναι ίσως τα μεγαλύτερα αμαρτήματα και ανήκουν μάλιστα στα θανάσιμα αμαρτήματα. Εμείς όμως σαν να μην συμβαίνει τίποτα, συνεχίζουμε να φερόμασθε στους γύρω μας, με αλαζονεία, αναίδεια και θράσος και μάλιστα έχουμε πάντοτε έτοιμο το πνεύμα της ανταρσίας, που ενυπάρχει μέσα μας, προκειμένου να το ενεργοποιήσουμε ανα πάσα στιγμή για να επιδείξουμε ασέβεια και περιφρόνηση, αγνωμοσύνη και αχαριστία, προς εκείνους που μας ευεργέτησαν και έπραξαν το αγαθό απέναντί μας.

Ο Χριστός μας προειδοποιεί επανειλλημένως για την αιώνια κόλαση, το άσβεστο πυρ, τον ακοίμητο σκώληκα, το σκότος το εξώτερο, τον κλαυθμό και τον βρυγμό των οδόντων, αλλά εμείς και σε αυτό ακόμη εξακολουθούμε να τον βγάζουμε ψεύτη. «Όχι-λέμε- δεν είναι δυνατόν ο Θεάνθρωπος της Αγάπης, ένας τόσο Φιλάνθρωπος Δεσπότης να κολάσει τον άνθρωπο και μάλιστα σε μια κόλαση δίχως τέλος. Δεν το χωράει η συνείδησή μας και είναι τελείως απαράδεκτο να θεωρούμε, ότι ο Αγαθός Σωτήρας θα παραδώσει σε αιώνια βάσανα τους ανθρώπους. Ακόμα κι αν υπάρχει η κόλαση-λέμε-, κάποια στιγμή θα τελειώσει και όλοι από εκεί και πέρα θα χαίρονται και θα απολαμβάνουν τα αγαθά της Βασιλείας του». Άρα έλεγε ψέμματα ο Χριστός, όταν ετόνιζε, ότι «αναστήσονται οι μεν τα αγαθά ποιήσαντες εις ανάστασιν ζωής, οι δε τα φαύλα πράξαντες εις ανάστασιν κρίσεως», εκείνοι που έπραξαν το αγαθόν στην ζωή αυτή, θα αναστηθούν για να απολαύσουν την αιώνιον ζωή, ενώ όσοι έπραξαν τα φαύλα και σκοτεινά έργα, θα αναστηθούν για να κριθούν και να καταδικασθούν αιωνίως και το «πορεύεσθε απ’εμού οι κατηραμένοι εις το πυρ το αιώνιον το ητοιμασμένο τω διαβόλω και τοις αγγέλοις αυτού». Και που είναι λοιπόν η δικαιοσύνη ενός τέτοιου Θεού, που θα ανταμείψει εξίσου το ίδιο, τον άγιο με τον ασεβή, τον δίκαιο με τον αμαρτωλό, τον αθώο με τον ένοχο, τον φιλόχριστο και όσιο με τον αντίχριστο και διάβολο; Αλλά ακόμα κι εκείνοι, που λένε ότι πιστεύουν στην αιώνια κόλαση, με τις πράξεις τους δείχνουν ότι δεν την φοβούνται καθόλου, δεν φοβούνται τα αιώνια βάσανα, δεν φοβούνται την αιώνιον κόλαση και ότι ελάχιστα ή καθόλου υπολογίζουν στην ύπαρξή της.

Η Αγία Γραφή συν τοις άλλοις στηλιτεύει ξεκάθαρα τα σαρκικά αμαρτήματα. Ο ίδιος ο Κύριος υπογραμμίζει, πως αν κάποιος επιθυμήσει ξένη γυναίκα, είναι σαν να έχει ήδη διαπράξει την μοιχεία με την επιθυμία και τον λογισμό του. Και όταν επιλήψιμα για τον Θεό είναι η πορνεία και η μοιχεία, φαντασθείτε τι ισχύει με τα παρά φύσιν αμαρτήματα. Ο Απόστολος Παύλος το λέει ξεκάθαρα: «ούτε πόρνοι… ούτε μοιχοί ούτε μαλακοί ούτε αρσενοκοίται… βασιλείαν Θεού ου κληρονομήσουσι» (Α΄ Κορ. 9-10, 6). Δυστυχώς οι περισσότεροι άνθρωποι σήμερα θεωρούν κάτι πολύ φυσιολογικό τις προγαμιαίες σχέσεις και τους δεσμούς εκτός γάμου και κάποιοι από αυτούς μάλιστα βλέπουν ως κάτι το αχρείαστο και περιττό, το μυστήριο του γάμου, το οποίο αντιμετωπίζουν ως μία τυπική σύμβαση χωρίς ιδιαίτερο νόημα.

 Υπάρχουν ακόμη και Αρχιερείς του νέου ημερολογίου, που αθωώνουν τις προγαμιαίες σχέσεις και θεωρούν, ότι ο σαρκικός έρωτας ανάμεσα σε έναν νέο και μία νέα, είναι ίσως το πιο ωραίο συναίσθημα και ό,τι πιο ωραίο υπάρχει στον παρόντα κόσμο και στη ζωή αυτή. Και όταν λοιπόν ακόμη και οι άνθρωποι της Εκκλησίας αποενοχοποιούν τα πάθη αυτά και τους παρέχουν πλήρη κάλυψη, κάνοντάς τα σημαία και λάβαρο, για τα οποία όχι μόνο δεν θα έπρεπε να ντρέπεται κανείς, όπως ισχυρίζονται οι ίδιοι, αλλά  αντιθέτως θα έπρεπε να παραδειγματιστεί θετικά και να τα μιμηθεί και να τα έχει ως πρότυπο, τότε πλέον καταλαβαίνουμε, ότι τα πράγματα έχουν προχωρήσει στο μη περαιτέρω και είναι πολύ σοβαρά.

 Πρόσφατα επίσκοπος του νέου ημερολογίου είπε σε συνέντευξη που παραχώρησε, πως την ορμή για το ίδιο φύλο στον άνθρωπο, την έχει βάλει ο Θεός. Και πως δεν μπορεί να υποστηρίξει στα σοβαρά, ότι το πάθος της ομοφυλοφιλίας δεν το θέλει ο Θεός. Και τότε το ερώτημα που ανακύπτει είναι, τι έκανε ο Θεός αγαπητέ ιεράρχα στα Σόδομα και τα Γόμορα; Γιατί κατέστρεψε με πυρ και θείο ολόκληρες πολιτείες; Για να κάνει την πλάκα του; Γιατί ο Απόστολος Παυλος, όπως σας ανέφερα παραπάνω, καταδικάζει εκείνους που καλλιεργούν αυτά τα πάθη; Και γιατί αναφέρει στην προς Ρωμαίους επιστολή, ότι επειδή οι ειδωλολάτρες ελάτρευαν ως θεούς τα στοιχεία της φύσεως, καθώς και αμαρτωλούς ανθρώπους, τους οποίους εθεοποίησαν, δια τούτο επέτρεψε ο Κύριος να σκοτισθεί η ασύνετος καρδία τους και να πέσουν σε πάθη ατιμίας, ορεγόμενοι οι άνδρες τους άνδρες και οι γυναίκες επιθυμούντες παρα φύσιν τις γυναίκες;

Βλέπουμε λοιπόν δυστυχώς, ότι και οι εκπρόσωποι του Θεού, οι άνθρωποι της Εκκλησίας, χωρίς να ντρέπονται και χωρίς να διστάζουν, παρουσιάζουν ως ψεύτη τον Χριστό, καθώς διδάσκουν τα αντίθετα, από εκείνα που εδίδαξε ο Κύριος και θεσμοθετούν, νομοθετούν αλλότριους και ξένους θεσμούς και νόμους, που καταρρίπτουν τον νόμο του Θεού και έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τον Χριστό και το ευαγγέλιο του. Από ότι φαίνεται οι σύγχρονοι ποιμένες είναι πιο φιλάνθρωποι από τον Μέγα Αρχιερέα και Ποιμένα Ιησού, πιο προσαρμοστικοί και προνοητικοί, πιο διακριτικοί από τους Αποστόλους και τους Πατέρες, για να προσαρμόζονται ευκολότερα στις συνθήκες της εποχής και πιο σοφοί και καλόψυχοι από τους συγγραφείς της Καινής Διαθήκης και της Αγίας Γραφής εν γένει!!!

Αν μπορούσαν μάλιστα να μιμηθούν τον Πάπα, θα το είχαν κάνει προ πολλού ή μάλλον ήδη το κάνουν εδώ και χρόνια με το δικό τους τρόπο, διαστρεβλώνοντας τη διδασκαλία της Εκκλησίας και παρουσιάζοντάς την κατά το δοκούν, ως ψευδοδιδάσκαλοι και ψευδεπίσκοποι που είναι. Και για να καταλάβετε λίγο καλύτερα, τι εννοούμε, όταν μνημονεύουμε τον Πάπα, σας αναφέρω ότι σε δύο από τις συνόδους του Βατικανού, μεταξύ των άλλων, ελήφθησαν οι εξής δογματικές συνοδικές αποφάσεις: «Ο Πάπας έχει το δικαίωμα να διορθώνει καθετί, το οποίο θεωρεί αναγκαίο μέσα στην Καινή Διαθήκη. Δύναται να μεταβάλλει και τα ίδια τα μυστήρια, που έχουν οριστεί από τον Ιησού Χριστό. Ο Πάπας είναι πιο ψηλά από όλους τους νόμους. Αν ο Πάπας αποφασίσει ενάντια στην κρίση του Θεού, τότε η κρίση του Θεού πρέπει να διορθωθεί, να μεταβληθεί». Είπατε τίποτα; Τι εωσφορική πραγματικά υπερηφάνεια! «Αλάθητος» ο Πάπας, «αλάθητοι» όμως και οι επίσκοποι της «Ορθοδοξίας», που μπορούν όποτε το κρίνουν απαραίτητο να διορθώνουν την Καινή Διαθήκη, να αλλάζουν και να αλλοιώνουν τα μυστήρια, αλλά και να τα βάζουν με την κρίση του Θεού, εάν αυτή δεν τους αρέσει και δεν τους κάνει.

Όταν λοιπόν η ζωή των χριστιανών, τροφοδοτείται από παρόμοιες διδασκαλίες και κυμαίνεται σε αυτά τα επίπεδα, δεν είναι δύσκολο να κατανοήσουμε, γιατί και μεταξύ των ανθρώπων της Εκκλησίας, των «πιστών», υπάρχουν πολλοί που στην ουσία δεν πιστεύουν, ότι ο Ιησούς είναι ο Υιός του Θεού και ας λένε οι ίδιοι το αντίθετο, ας διαβεβαιώνουν, ότι πιστεύουν στον Χριστό. Η πνευματική στάθμη πολλών χριστιανών, είναι ιδιαιτέρως χαμηλή, με αποτέλεσμα να έχει ξεθωριάσει στην ψυχή τους και την συνείδησή τους, το πρόσωπο του Θεανθρώπου, να έχει ξεφτίσει η μορφή του Κυρίου στα ενδότερα της υπάρξεώς τους, γιατί η καρδιά τους πόρρω απέχει, από του να γευθεί, να βιώσει και να ψηλαφήσει εμπειρικά την παρουσία του Υιού του Θεού μέσα της, μέχρι τα κατάβαθά της. Μια εξωτερική ψιλή πίστη από μόνη της δεν λέει κάτι.

 Γι’αυτό και πολλοί από τους χριστιανούς θα αρνηθούν τον Χριστό και θα προσκυνήσουν τον Αντίχριστο, γιατί δεν ανήκουν στο σιτάρι που θα αποθηκεύσει ο Κύριος στην Βασιλεία του, αλλά στο άχυρο που θα κατακαύσει πυρί ασβέστω, καθώς δεν είναι γνήσιοι πιστοί, αλλά ψεύτες και νόθοι υιοί της Βασιλείας. Όπως τονίζει και ο ευαγγελιστής Ιωάννης: «τις εστίν ο ψεύστης ει μη ο αρνούμενος ότι Ιησούς ουκ έστιν ο Χριστός; Ούτος εστίν ο αντίχριστος, ο αρνούμενος τον Πατέρα και τον Υιόν. Πας ο αρνούμενος τον Υιόν ουδέ τον Πατέρα έχει.» (Α΄ Ιωάν. β΄, 22-23). Όποιος αρνείται να πιστεύσει-με λόγια και με έργα-ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Υιός του Θεού, αυτός είναι ψεύτης και αντίχριστος, που μαζί με τον Υιό, αρνείται και τον Πατέρα, που ο Υιός αποκάλυψε στον κόσμο.

 Και μάλιστα όποιος αρνείται τον Χριστό, αυτός παρουσιάζει ως ψεύτη και αναξιόπιστο, όχι μόνον τον Υιόν, αλλά και τον Θεόν Πατέρα, ο οποίος έδωσε πολλάκις την μαρτυρία για τον Χριστόν, ότι είναι Υιός του, τόσο στην Παλαιά Διαθήκη, δια στόματος των προφητών, όσο και στην Καινή Διαθήκη, στον Ιορδάνη ποταμό, όταν ο Κύριος εβαπτίζετο, καθώς και στο όρος Θαβώρ την ημέρα της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. «Ούτος εστίν ο Υιός μου ο αγαπητός εν’ω ευδόκησα, αυτού ακούετε». Και βεβαίως τον Πατέρα και τον Υιόν τον αρνούνται, όχι μόνον οι κατ’όνομα Ορθόδοξοι, αλλά και όλοι οι αιρετικοί. Και εάν όποιος πιστεύει εις τον Χριστό έχει στην καρδιά του μυστικώς, ένηχον-βοώσα-κραυγάζουσα και ανεξάλειπτον την μαρτυρία του Πατρός περί του Υιού και την εσωτερική πληροφορία του Αγίου Πνεύματος, εκείνος ο οποίος δεν έχει βαθιά μέσα του την πίστη αυτή, ότι ο Ιησούς είναι κατά φύσιν Υιός του Θεού, δείχνει και αποδεικνύει, ότι ούτε αυτός είναι κατά χάριν υιός του ουρανίου Πατρός. Και η μεγαλύτερη μαρτυρία, ότι ο Χριστός προέρχεται από τους Πατρικούς κόλπους, είναι η ζωή, η χάρις, η αθανασία που χαρίζει ο Πατήρ δια του Υιού στις καρδιές των πιστευόντων.

Κατακλείοντας αγαπητοί μου τον λόγον τούτον, θα θέλαμε να υπογραμμίσουμε στην αγάπη σας, ότι το χειρότερο για έναν χριστιανό στις μέρες μας, οπότε πολλά ακούγονται, δεν είναι το να έρθει ο Αντίχριστος, όπως φοβούνται πολλοί, ούτε το να μας διώκει και να μας βασανίζει εκείνος. Το χειρότερο είναι να γίνουμε εμείς οι ίδιοι αντίχριστοι. Αυτό που θα πρέπει να φοβόμαστε δηλαδή, είναι όχι τον ίδιο τον Αντίχριστο, αλλά μήπως πέφτοντας θύματα της απάτης του, της απάτης του Αντιχρίστου και του πνεύματός του, γίνουμε σαν και αυτόν, μήπως γίνουμε κι εμείς αντίχριστοι. Μήπως γίνουμε κι εμείς ψεύτες, ή μήπως είμασθε ήδη και βγάζουμε ψεύτη με την ζωή μας και τα λόγια μας τον Χριστόν και τον Πατέρα του. Αυτός πρέπει να είναι ο εφιάλτης των σημερινών χριστιανών, αλλά και ο διαχρονικός εφιάλτης των Ορθοδόξων. Ο Χριστός ήδη ήρθε και μας προειδοποίησε, ότι πλέον πριν την Ημέρα της Κρίσεως, πρέπει να αναμένουμε τον Αντίχριστο και κανέναν άλλο. Όπως επισημαίνει και ο άγιος Ιωάννης ο θεολόγος: «πολλοί πλάνοι εισήλθον εις τον κόσμον, οι μη ομολογούντες Ιησούν Χριστόν ερχόμενον εν σαρκί. Ούτος εστίν ο πλάνος και ο αντίχριστος.» (Β΄ Ιωάν. 7).

Πολλοί πλάνοι-λέγει ο άγιος-ανεφάνησαν εις τον κόσμον, οι οποίοι εξαπατούν τους πιστούς, διδάσκοντάς τους ψέμματα και ψευδείς διδασκαλίες, καθώς δεν ομολογούν ότι ο Χριστός ήρθε εν σαρκί, εσταυρώθη, ετάφη, ανεστήθη και ανελήφθη εν σαρκί και ότι θα έλθει και πάλι ως Θεάνθρωπος για να κρίνει τον κόσμο. Αυτός που δεν ομολογεί την αλήθεια αυτήν, είναι ο κατ’εξοχήν απατεώνας, πλάνος και αντίχριστος. Ας προσέξουμε λοιπόν αδελφοί μου! Στώμεν καλώς! Μην γίνουμε αντίχριστοι, χειρότεροι από τον αναμενόμενον. Είθε ο Ευαγγελιστής Ιωάννης να είναι μαζί μας μέχρι τέλους των αιώνων και να μας βοηθήσει και αυτός από την μεριά του μαζί με όλους τους αγίους, να εισέλθουμε στην Βασιλεία του Ηγαπημένου του Διδασκάλου Ιησού Χριστού και να απολαμβάνουμε τον Πανάγιο Τριαδικό Θεό εις τους ατελευτήτους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

ΠΕΡΙ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ΥΠΟ ΤΟΥ ΘΕΟΦΙΛΕΣΤΑΤΟΥ ΠΕΤΡΑΣ ΔΑΒΙΔ

Η ενότητα της Εκκλησίας , αποτελεί την ουσιωδεστέρα ιδιότητά της. Γι’αυτό και η Εκκλησία δεν χρήζει καμιάς ενώσεως, καθώς η ενότητα υπάρχει και ανήκει στην φύση της Εκκλησίας ως Σώματος Χριστού και εν Χριστώ κοινωνίας. Το Σώμα του Χριστού δεν είναι κατακερματισμένο, μη γένοιτο να ειπωθεί κάτι τέτοιο, γιατί ο Χριστός που είναι η Εκκλησία, παραμένει ακέραιος και αναλλοίωτος εις τους αιώνας: «Ιησούς Χριστός, χθες και σήμερον ο Αυτός και εις τους αιώνας». (Εβρ., ιγ΄, 8). Επομένως η Αυτή και εις τους αιώνας παραμένει και η Εκκλησία. Πάντοτε ακεραία και αναλλοίωτος.

Άλλωστε το διαβεβαίωσε και το αψευδές στόμα του Κυρίου: «Πύλαι Άδου ου κατισχύσουσιν Αυτής». (Ματθ., ιστ΄, 18). Οι σκοτεινές δυνάμεις, οι δυνάμεις του Άδου, πολεμούν και θα πολεμούν πάντοτε λυσσαλέα την Εκκλησία. Αλλά δεν θα κατισχύσουν Αυτής. Δεν θα μπορέσουν να την καταβάλλουν, διότι Αυτή έχει ως πανοπλίαν την άμαχον και αόρατον προστασία του ιδρυτού της Θεανθρώπου Ιησού. Ως ίδρυμα Θεανθρώπινο, είναι αιωνία και ακατάλυτος. Οι πύλες του Άδου δεν μπορούν να την σκεπάσουν. Μένει αδιάφθορος εις τον αιώνα, όπως και ο αρχηγός της, νικώντας τον θάνατον, μένει άφθορος εις τον αιώνα. Καμία δύναμη δεν μπορεί να καταλύσει την θεοδυναμία της.

Δοκιμάζει μεν ανελέητα την κακουργίαν του κόσμου τούτου και την πλήττει με μανία ο διάβολος. Γι’αυτό και η Εκκλησία διέρχεται δια πυρός και ύδατος, μέσα από πολλές θλίψεις, πειρασμούς και στενοχωρίες, αλλά δεν λυγίζει. Πολεμείται, αλλά δεν νικάται, διότι είναι αδύνατον να ηττηθεί και να καταλυθεί η δύναμή της, καθώς όπως λέει και ο ιερός Χρυσόστομος, πολεμουμένη νικά και πάντοτε εξέρχεται δυνατοτέρα από τις δοκιμασίες και λαμπροτέρα καθίσταται. Γιατί στους αρμούς της υπάρχει η Θεότητα, στα θεμέλιά της ανάβει η φωτιά του Θεού και όλο της το σώμα φλογίζεται από την πίστη στη Θεότητα του ιδρυτού της, στη μακαρία ομολογία του Πέτρου, η οποία αναμόρφωσε την οικουμένη.

Η Εκκλησία λοιπόν είναι προορισμένη να νικά στη δραματική διαπάλη της με τις σκοτεινές αντίχριστες δυνάμεις, που μάταια μάχονται να την εξαφανίσουν. Διότι, όπως τονίζει και ο χρυσορρήμων Ιεράρχης: «Ουδέν Εκκλησίας δυνατότερον. Εκκλησίαν εάν πολεμής, νικήσαι σε αμήχανον… Ο πολεμών εαυτόν καταλύει, την δε Εκκλησίαν ισχυροτέραν δείκνυσιν. Ο πολεμών την εαυτού ισχύν καταβάλλει, ημών δε λαμπρότερον εργάζεται το τρόπαιον». Δεν υπάρχει-λέγει ο άγιος- τίποτα πιο δυνατό από την Εκκλησία, Εάν πολεμάς την Εκκλησία είναι αδύνατον να την νικήσεις. Εκείνος που την πολεμάει, τον εαυτόν του ζημιώνει, ενώ την Εκκλησία αποδεικνύει ακόμα πιο δυνατή.

Η Εκκλησία είναι Μία, Αγία και Αδιαίρετη εις τους αιώνας. Η εσωτερική ενότητα της Εκκλησίας, φαίνεται και εξωτερικά ως ενότητα στην πίστη, την λατρεία με τη συμμετοχή στα ίδια μυστήρια , αλλά και στη διοίκηση με κέντρο τους επισκόπους. Έναν Αρχιεπίσκοπο και έναν Μητροπολίτη σε κάθε μητροπολιτική περιφέρεια. Στη συνείδηση του Σώματος της Εκκλησίας, η ενότητά της είναι δεδομένο οντολογικό, συνυφασμένο δηλαδή με την ύπαρξή της, απολύτως και αμετακλήτως διασφαλισμένο από την κεφαλή της Εκκλησίας, τον Χριστόν δια της συνεχούς παρουσίας του Παρακλήτου Πνεύματος σε αυτήν, ήδη από της Πεντηκοστής.

 Δεν υπάρχει επομένως το παραμικρό περιθώριο και η παραμικρή δυνατότητα να διασπαστεί η ενότητα της Εκκλησίας. Η έκπτωση και η αποκοπή από το Σώμα της Εκκλησίας ενός πρώην μέλους της ή μιας μερίδος ανθρώπων ή ακόμη και μιας χώρας ή ενός ολοκλήρου έθνους, μιας τοπικής εκκλησίας, δεν παραβλάπτει καθόλου την ενότητα της Εκκλησίας, η οποία είναι αυτονόητη. Είναι δηλαδή-η ενότητα- πράγμα δεδομένο και όχι ζητούμενο. Δεν επιζητούμε δηλαδή την ενότητα, η οποία υποτίθεται ότι δεν υπάρχει, διότι η ενότητα στην Εκκλησία είναι υπαρκτή και δεδομένη. Γι’αυτό και η Εκκλησία δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα μία και διηρημένη, διότι τότε θα ήταν πολλές και όχι μία Εκκλησία.

 Η ενότητα και η κατά Θεόν ένωση δεν επιτυγχάνεται με εξωτερικές και τεχνητές συρραφές και με πρόχειρες συγκολλήσεις. Άλλωστε στη Θεία Λειτουργία δεν ευχόμαστε υπέρ της ειρήνης των εκκλησιών, διότι δεν υπάρχουν πολλές εκκλησίες διηρημένες και χωρισμένες από αλλήλων. Απλά ευχόμαστε υπέρ ευσταθείας των αγίων του Θεού εκκλησιών, δηλαδή να διατηρεί ο Θεός σταθερές στην ομολογία της πίστεως τις κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες, για να συνεχίσουν να παραμένουν Ορθόδοξες. Ευχόμαστε επίσης υπέρ της των πάντων ενώσεως, δηλαδή υπέρ της ενώσεως πάντων των ανθρώπων, μέσα εις τον χώρον της Μίας και Αδιαιρέτου Εκκλησίας. Πρόκειται επομένως για ΕΝΩΣΗ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΚΑΙ ΟΧΙ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ. Διότι αλλιώς θα λέγαμε υπέρ της των πασών (των εκκλησιών δηλαδή) ενώσεως και όχι υπέρ της των πάντων. Δια τούτο και είναι λάθος εκκλησιολογικό, αυτό που εν τη αφελεία τους και από τη μεγάλη τους λαχτάρα για την ένωση, διαπράττουν αδελφοί μας γνήσιοι ορθόδοξοι χριστιανοί, όταν ομιλούν για κομματιασμένη εκκλησία εις τον χώρον του πατρίου, η οποία πρέπει οπωσδήποτε να ενώσει τα κομμάτια της για να πάψει να είναι διηρημένη.

Χάρη στο γεγονός, ότι μιλάμε για ένωση προσώπων, η Εκκλησία δεν εύχεται υπέρ της θεραπείας μιας ανυπάρκτου διαιρέσεως της Εκκλησίας, αλλά εύχεται υπέρ επιστροφής των πεπλανημένων. Αιρετικών ή σχισματικών. Και μιας και μιλάμε για αίρεση και σχίσμα, θα ολοκληρώσουμε το μικρό αυτό κείμενο, όχι τυχαία, με τα λόγια του αγίου Ιωάννη του Χρυσόστομου, ο οποίος υπογραμμίζει, πως τα βαθύτερα αίτια μιας αιρέσεως ή ενός σχίσματος, είναι η αλαζονεία και η φιλαρχία, που οδηγούν στο σχίσιμο και τη διαίρεση της Εκκλησίας. Ο έρωτας της φιλοδοξίας και της προεδρίας, η αγάπη για κατάληψη της εξουσίας, γεννά τις αιρέσεις και τις ετεροδιδασκαλίες. Ο Χριστός λοιπόν να μας φυλάει από την αλαζονεία και τη φιλαρχία, την αρχομανία και την άκρατη και άμετρη φιλοδοξία και να μας κρατά ενωμένους μετά των λοιπών πιστών, εντός του Σώματος της Εκκλησίας Του. Αμήν.

ΛΟΓΟΣ ΕΠΙ ΤΗ ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ (2022)

ΥΠΟ ΤΟΥ ΘΕΟΦΙΛΕΣΤΑΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΠΕΤΡΑΣ ΔΑΒΙΔ

«Τελευτήσαντος ανδρός δικαίου, ουκ όλλυται ελπίς. Υιός γαρ δίκαιος γεννάται εις ζωήν» (Σοφίας Σολομώντος).

Ιδού και πάλιν ανατέλλει ημίν το γρήγορον όμμα της χάριτος και πάνσοφον στόμα του Πνεύματος, της θεολογίας η βρύση, των θείων δογμάτων ο αένναος ποταμός. Εκείνος που ελάλησε τα μεγαλεία της κρυφιομύστου Τριάδος και επλούτισε πάντας με την φωτοχυσίαν της ορθοδόξου θεολογίας του. Ο μέγας και οικουμενικός διδάσκαλος, που με το ηδύτατον ρεύμα της διδασκαλίας του και τις αστραπές των λόγων του, απεμείωσε τα σκοτώδη νέφη των αιρέσεων και εστήριξε τους καλοπροαιρέτους εις την αληθή πίστιν των Ορθοδόξων.

Άγιε Γρηγόριε Θεολόγε! Εκ της υψηλής και θεολογικής σοφίας σου, έμπλησόν μου τον νουν, τον πτωχόν και ταλαίπωρον, διότι δεν δύναμαι να αρθρώσω λόγον, εάν εσύ δεν μου παράσχεις γνώσιν και λόγον, ισχύν και σύνεσιν. Έτσι ώστε να προσφέρω εις εσέ και τους ακροατάς μου, τα σα εκ των σων και εκ του πλούτου των αρετών σου να έχω τις αφορμές, για να στεφανώσω την σεπτήν και αγίαν κορυφήν σου.

Αρξάμενος λοιπόν από τον άγιο, ο υψιπέτης αετός της θεολογίας είχε μεγάλη αγάπη για τα γράμματα. Αγαπούσε όμως τουλάχιστον εξίσου την ησυχία και την προσευχή. Ήθελε να αποκτήσει και την θύραθεν παιδεία, την κατά κόσμον σοφία, δεν αρκέστηκε όμως σε αυτήν, διότι εγνώριζε πως η κατά Θεόν σοφία, που είναι ασυγκρίτως ανωτέρα, κατακτάται με την προσευχή και την άσκηση και με κάθε τι που φέρνει τον άνθρωπο πιο κοντά στον Χριστό. Φρόντισε λοιπόν να γίνει εραστής του κάλλους αυτής, να την αγαπήσει και να την εκζητήσει εκ νεότητός του.

 Είναι γεγονός πως οι πιο ευτυχισμένες στιγμές του Γρηγορίου, ήταν αυτές που περνούσε στην ησυχία και την μόνωση. Εκεί απολάμβανε τις ατελείωτες ώρες προσευχής, ζώντας στην έρημό του, μόνος με τον Θεό. Και αυτό ασφαλώς ήταν αρκετό για να αγαπάει και τους ανθρώπους. Άλλοστε για να αγαπήσεις τον πλησίον σου, πρέπει η ύπαρξή σου να έχει γεμίσει από Χριστό. Να είναι πλημμυρισμένη από την παρουσία του Θεανθρώπου. Ήξερε ο Άγιος Γρηγόριος, του το είχε διδάξει εμπειρικά η ησυχία, πως όσο ανοίγεις τον εαυτό σου στον Θεό, τόσο περισσότερο εκείνος κατοικεί μέσα σου. Κι όσο περισσότερο κατοικεί μέσα σου ο Θεός, τόσο περισσότερο τον αγαπάς και τον γνωρίζεις. Ταυτόχρονα έτσι αγαπάς και γνωρίζεις περισσότερο και τους συνανθρώπους σου. Αυτό το μέγα έργο επιτελούσε στο ασκητικό του καλύβι ο Γρηγόριος. Την αγάπη και τη γνώση, για τον Θεό και τον άνθρωπο.

 Όταν όμως κάποια στιγμή του ζητήθηκε να γίνει ιερέας και να αναλάβει ποιμαντικές ευθύνες, άφησε να εκδηλωθεί η δειλία του χαρακτήρος του, μαζί με την αναβλητικότητα και τις τάσεις φυγής, που τον διέκριναν ως ένα βαθμό και τον ταλαιπωρούσαν. Κάνοντας όμως μια δεύτερη σκέψη, αναλογίσθηκε εκείνο που λέγει ο σοφός Σολομών: «Λογισμοί γαρ θνητών πάντες δειλοί, και επισφαλείς αι επίνοιαι αυτών». Οι λογισμοί των θνητών είναι όλοι δειλοί και αβέβαιες ή και επικίνδυνες οι σκέψεις και επινοήσεις αυτών.

 Αποφάσισε λοιπόν-με μεγάλη προσπάθεια η αλήθεια-να μην εμπιστευθεί εξ’ολοκλήρου εκείνο που του έλεγε ο λογισμός του, αλλά να ακούσει τον πατέρα του και τον φίλο του Βασίλειο, καθώς και όλους εκείνους, που τον προέτρεπαν και τον ωθούσαν ασυζητητί να δεχτεί να γίνει ιερέας, για να βοηθήσει την Εκκλησία και τον λαό του Θεού, που τον είχε ανάγκη. Ο Μέγας Βασίλειος μάλιστα, συζήτησε μαζί του και του εξήγησε ότι, εφόσον ο Χριστός θέλησε και έδωσε την ιερωσύνη, ο άνθρωπος έχει καθήκον να σηκώσει το βάρος της. Και αν είναι μεγάλη και υψηλή η ιερωσύνη, είναι μεγαλύτερος και υψηλότερος ο Θεός και κάνει τον άνθρωπο δυνατό και άξιο γι’αυτήν. Αρκεί ο άνθρωπος να παραδώσει άνευ όρων στον Θεό, την καρδιά του και όλο του το είναι. Ο Θεός δίνει την ιερωσύνη, γιατί ο άνθρωπος που αγαπά τον Θεό, μπορεί με τη χάρη του Χριστού να την σηκώσει, διότι αλλιώς εάν δεν μπορούσε, δεν θα την έδινε ο Θεός.

 Στην απολογητική του ομιλία περί της εις Πόντον φυγής, εξηγώντας για ποιους λόγους φάνηκε αρχικά δειλός, όταν εκλήθη στο ιερατικό αξίωμα και δραπέτευσε στο ασκητήριο του Πόντου, λέγει τα εξής χαρακτηριστικά: «Έδειξα δειλία και απέφυγα την κλήση, επειδή ένιωθα ότι δεν ήμουν αντάξιος του Θεού, όπως δεν είναι και κανείς άνθρωπος. Πως θα μπορούσα να τον πλησιάσω-διερωτάται ο άγιος- προτού συνηθίσω τα μάτια μου να βλέπουν καθαρά, και ανοίξω τα αυτιά μου στη διδασκαλία του Κυρίου, προτού ανοίξω το στόμα μου δια να ελκύσω πνεύμα, και πριν να πατήσω και κατευθύνω σταθερά τα βήματά μου επάνω στην πέτρα, τον ακρογωνιαίο λίθο, που είναι ο Χριστός και προτού γίνει το κάθε μέλος μου όπλον δικαιοσύνης και καταφέρω να αποδιώξω από πάνω μου κάθε είδος νεκρώσεως; Εν τέλει ποιος μπορεί να τα καταφέρει ως ιερέας και ηγέτης της Εκκλησίας, εάν δεν απομακρυνθεί από τις βιοτικές μέριμνες και δεν μάθει να κηρύττει την μυστική σοφία του Θεού και βεβαίως εάν δεν μπορεί να σηκώσει το βάρος του Σταυρού του Κυρίου;».

 Έτσι λοιπόν ο Γρηγόριος με τη χάρη του Χριστού έγινε ιερέας και κατόπιν επίσκοπος. Είναι ωστόσο γεγονός, ότι ο υιός της Νόννας είχε μέσα του μίαν ανασταλτικότητα. Αυτό ασφαλώς από την άλλη σήμαινε πως ήξερε να περιμένει, όταν επρόκειτο να δράσει. Δεν βιαζότανε καθόλου να κάνει το ο,τιδήποτε, και προπαντός δεν βιαζότανε καθόλου να κάνει θεολογία. Η μεγάλη του ώρα θα ερχότανε αργότερα, μετά την κοίμηση του καρδιακού του φίλου και ομοψύχου Μεγάλου Βασιλείου. Ξέσπαγε όμως με ποιήματα. Σε αυτά φανέρωνε όλα τα σκιρτήματα της ευγενικής και πολύβαθης ψυχής του.

Μέχρι που έφθασε το πλήρωμα του χρόνου και ο Γρηγόριος έγινε -ποιος το φανταζόταν- πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Ήλθε λοιπόν στη Βασιλεύουσα με σκοπό να πολεμήσει τους Αρειανούς, που είχαν φθάσει πολύ κοντά στο να επικρατήσουν ολοκληρωτικά και να λυτρώσει τους πιστούς, ανατρέποντας άρδην την κατάσταση, που τόσο είχε δυσκολέψει,  ανασταίνοντας την Ορθοδοξία στις καρδιές των καλοπροαιρέτων. Στη διάθεσή του είχε μόνον έναν ναό, μια μικρή εκκλησία, την ίδια στιγμή που οι Αρειανοί είχαν κάνει δικιές τους, όλες τις εκκλησίες και τους ναούς της πρωτεύουσας. Και πράγματι το θαύμα άρχισε σιγά-σιγά να επιτελείται στο ναό της Αναστασίας. Οι πιο θαρρετοί πήγανε πρώτοι στις λειτουργίες που τελούσε ο Γρηγόριος. Πρώτοι αυτοί νιώσανε το πύρωμα του θεόσταλτου άνδρα.

 Βλέπανε ένα αδύνατο ανθρωπάκι-που δεν σου γέμιζε το μάτι-να λειτουργεί κι ένιωθαν να γεμίζει το σύμπαν από την παρουσία του. Στεκότανε να μιλήσει στην Ωραία Πύλη και βουβαίνονταν οι πάντες. Οι εντυπώσεις και τα νέα τρέχανε αστραπή. Στον Ιππόδρομο, στις αγορές και το λιμάνι, στα αρχοντικά και τις γειτονιές. Κι ο κόσμος μαζευότανε όλο και πιο πολύς. Πλημμύριζε ο ναός. Πέφτανε πάνω στο χαμηλό τέμπλο, στο ιερό Βήμα. Πίσω έσπρωχναν να μπούνε κι άλλοι. Τέτοιες λειτουργίες δεν είχανε ξαναζήσει. Ο Γρηγόριος έλεγε τις ευχές και στο πρόσωπό του βλέπανε ότι κοινωνούσε με τον Θεό. Έλαμπε κι έδινε θεία γαλήνη. Βλέπανε μπροστά τους το θαύμα της θείας χάριτος και όλοι, ποιος λίγο ποιος πολύ την γεύονταν και την ψηλαφούσαν. Το κήρυγμά του ήτανε στερεωτικό. Πως έβγαινε από μέσα του; Πως λειτουργούσε ο νους του και η καρδιά του; Λες και ήτανε κιθάρα και την χτυπούσε κατάλληλα το ίδιο το Άγιο Πνεύμα! Η αλήθεια που τους ανέλυε, φυτευότανε βαθιά στο είναι τους. Και τους εξηγούσε ακόμα γιατί ο Άρειος και ο Ευνόμιος, ο Σαβέλλιος και ο Απολλινάριος δεν λέγανε την αλήθεια. Τους εξηγούσε με κάθε λεπτομέρεια το γιατί όλοι αυτοί διδάσκανε πλανεμένα πράματα. Τους τα έλεγε με τέτοιο τρόπο, έτσι ώστε ο κάθε πιστός να μπορεί στις συζητήσεις με τους αιρετικούς να τους ανατρέπει, να τους απογυμνώνει από τα επιχειρήματά τους.

Και αφού η Ορθοδοξία ανέκτησε και πάλι τη θέση που της άξιζε μέσα στην αυτοκρατορία, χάρη στο καύχημα της Καππαδοκίας και της Ναζιανζού, πέρασαν τα χρόνια και ο μέγας θεολόγος έφθασε στη δύση του βίου του και έκανε τον απολογισμό του. Κατά τη διάρκεια της επιγείου βιοτής του, πολέμησε με αιρετικούς και αντιπάλους, έγραψε θεόπνευστους λόγους, εκήρυξε ορθοδόξως την Αγία Τριάδα. Εποίμανε τον λαό του Θεού, τον καταδίωξαν, τον λιθοβόλησαν, ανέβηκε στους ψηλούς θρόνους, μπήκε στα χρυσά παλάτια. Κινδύνεψε να θανατωθεί από τους επίδοξους δολοφόνους του, τον τίμησε ο αυτοκράτορας, έγινε πρόεδρος Οικουμενικής Συνόδου. Τον εμίσησαν, τον εδίωξαν, τον εκθρόνισαν, ασθένησε, εγήρασε και προς το τέλος χωρίς εμπόδια πλέον, παραδόθηκε στην αγαπημένη του ησυχία, για να ασκήσει με όλες του τις δυνάμεις, την πολυπόθητη για τον ίδιο και καρδιοτρόφο προσευχή, που ήταν αυτή που τον ανέπαυε και που όταν εκοιμήθη, εχάρισε στο πνεύμα του την απόλυτον κοινωνίαν και ένωσιν με τον Δεσπότην Χριστόν, τον Πατέρα των Φώτων και Δωρεοδότην και Χορηγόν πάσης χάριτος και δόξας εις τους κεκοιμημένους αγίους του.

Σήμερα όμως αγαπητοί μου, εορτάζει και ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπός μας κ.κ. Μακάριος την δεκάτην ογδόην επέτειον από την ανάρρησίν του εις τον αρχιεπισκοπικόν θρόνον των Αθηνών. Σε έναν θρόνον εις τον οποίον διεδέχθη μεγάλους Ιεράρχες και Αγίους της Εκκλησίας, όπως τον Άγιο Διονύσιο Αρειοπαγίτη, τον Άγιο Ιερόθεο, αλλά και τον μακαρία τη λήξει άμεσο προκάτοχό του κυρό Αυξέντιο. Όπως επισημαίνει κατά παρόμοιον τρόπον ο άγιος Γρηγόριος στο λόγο του εις τον Μέγαν Αθανάσιον, ο Μακαριώτατός μας ανέβηκε στο θρόνο του κλεινού άστεος «όχι κρυφά και τυρρανικά, ούτε εγκληματικά και πραξικοπηματικά, αλλά αποστολικά και πνευματικά, διάδοχος ομοίως της ευσεβείας και του αξιώματος των προκατόχων του. Και εάν και  διαδέχθηκε στο θρόνο τους πρώτους χρονικά Ιεράρχες των Αθηνών, ύστερα από πολλούς άλλους, όμως στη διαδοχή της ευσεβείας και της αρετής, έρχεται πολύ κοντά μετά από εκείνους (αγίους Διονύσιο και Ιερόθεο).

 Αυτή μάλιστα η διαδοχή στην αρετή και την ευσέβεια, πρέπει να θεωρείται η κατεξοχήν διαδοχή. Και σε κάνει πραγματικά-συνεχίζει ο άγιος-κάτοχο του ίδιου θρόνου με κάποιον η κοινή πίστη, ενώ η διαφορά στην πίστη, ουσιαστικά σημαίνει και διαφορά στον θρόνο. Έτσι η ομοφροσύνη του Μακαριωτάτου με τους προκατόχους του, αλλά και το ομότροπόν του με αυτούς εν γένει, εξασφαλίζει την αληθινή διαδοχή στον Μακαριώτατο και την Εκκλησία μας, ενώ σε αντίθετη περίπτωση, θα είχαμε κατ’όνομα μόνο διαδοχή. Διάδοχος δεν είναι αυτός που άσκησε βία για να ανέλθει στον θρόνο και ανάγκασε να τον δεχθούν, αλλά εκείνος που αναγκάσθηκε να δεχθεί. Δεν είναι αυτός που παρανόμησε, αλλά αυτός που προτάθηκε νόμιμα. Ούτε αυτός που φρονεί αντίθετα, αλλά όποιος έχει την ιδίαν πίστιν (και το ήθος των αγίων). Αν δεν εννοεί κανείς έτσι την διαδοχή-συνεχίζει ο άγιος Γρηγόριος-τότε διαδέχεται η ασθένεια την υγεία, το σκοτάδι το φως, η ζάλη την γαλήνη και η παραφροσύνη και έκσταση την σύνεση και τη λογική». (Αγίου Γρηγορίου Θεολόγου, Εις τον Μέγαν Αθανάσιον, Λόγος κά, Ε.Π.Ε., εκδόσεις «Γρηγόριος Παλαμάς», Θεσσαλονίκη 1980, τ. 6, σ. 49-51 και του Αυτού, «Μιλάει ο Γρηγόριος Θεολόγος», Αποστολική Διακονία, Έκδοση Α΄ 1991, σ. 63).          

Αφού όμως η ανάρρησις του Μακαριωτάτου εις τον αρχιεπισκοπικόν  θρόνον έγινε με τον ορθόν τρόπον, ομοίως ασκεί και την αρχιερατικήν εξουσίαν, που εκπηγάζει από το αξίωμά του. Ουχ αρπαγμόν ηγήσατο το να είναι ποιμένας και ηγέτης της Εκκλησίας. Δεν άρπαξε το κορυφαίο εκκλησιαστικό αξίωμα, όπως έκαναν κάποιοι άλλοι. Δεν σφετερίζεται την αρχιερατική εξουσία και δη το να είναι Αρχιεπίσκοπος, αλλά αυτή του εδόθη από την Εκκλησία. Ας ακούσουμε όμως τα πολύ ωραία λόγια του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου που ταιριάζουν απόλυτα στην περίπτωση: «Δεν κάνει τον θρόνο ιδιοκτησία του(ο Μακαριώτατος), ούτε διοικεί τυραννικά την Εκκλησία, όπως αυτοί που αρπάζουν παρ’ελπίδα μια εξουσία ή μίαν απροσδόκητον γι’αυτούς κληρονομιά και γίνονται αμέσως αλαζόνες εξαιτίας της ικανοποιήσεως της φιλαρχίας των. Αυτή-η τυραννική και αυταρχική συμπεριφορά(η σκληρή και απάνθρωπη πολλές φορές)-είναι συμπεριφορά των νόθων και παρανόμων αρχιερέων, των αναξίων για την αποστολή τους.

 Αυτοί δεν έχουν προσφέρει τίποτε από πρωτύτερα στην ιερωσύνη, μήτε έχουν ταλαιπωρηθή από πρωτύτερα για την αρετή, την ίδια ώρα ωστόσο αναδεικνύονται μαθητές και διδάσκαλοι της ευσεβείας και προτού εξαγνισθούν, σπεύδουν να  εξαγνίσουν. Ιερόσυλοι χθες, ιερείς και αρχιερείς σήμερα, μακρυά από τον κύκλο των χριστιανών χθες και μυσταγωγοί της πίστεως σήμερα, παλαιοί στην κακία και ολότελα βρέφη στην ευσέβεια. Αυτό(το να γίνονται δηλαδή αυτοί αρχιερείς) είναι αποτέλεσμα της ανθρώπινης εύνοιας και όχι της χάριτος του Πνεύματος. Αυτοί όταν κακοποιήσουν τα πάντα, κακοποιούν στο τέλος και την ευσέβεια. Σε αυτούς δεν πιστοποιεί ο τρόπος το αξίωμα, αλλά το αξίωμα τον τρόπο,(δηλαδή δεν είναι ως επίσκοποι αυτοί που θα έπρεπε, αλλά πατώντας επί του αξιώματός των, κάνουν κατάχρηση εξουσίας, διοικώντας την Εκκλησία ως στυγνοί και αμείλικτοι δικτάτορες), με ριζικές ανατροπές της φυσικής σειράς». (Αυτόθι, Ε.Π.Ε., τ. 6, σ. 51).

Από την άλλη ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος της Εκκλησίας της Ελλάδος κ.κ. Μακάριος διαποιμαίνει θεαρέστως και με υψηλό αίσθημα ευθύνης τον λαό του Θεού, ως ο νόμιμος διάδοχος του αρχιεπισκοπικού θρόνου και γνήσιος ποιμένας, φορέας και κληρονόμος της επαγγελίας του Χριστού. Ωσάν τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, θεολογεί και κηρύτει την ουράνια διδασκαλία του ευαγγελίου, με φόβο, δέος και σεβασμό για την Αλήθεια και τον Πανάγιο Τριαδικό Θεό, τον Θεό της Ορθοδοξίας και ό,τι του ανήκει.

 Μακαριώτατε! Επί τόσα χρόνια τώρα, διατρέφετε τις ψυχές μας με το ουράνιο μάννα της διδασκαλίας του Χριστού. Η θεολογία σας είναι όντως περιουσία και κτήμα αναφαίρετο της καρδιάς σας και εκπηγάζει από αυτήν ως βιωματική εμπειρία και περιεχόμενο ζωής. Μιας καρδιάς που φλέγεται και πάλλεται από αγάπη για τον Θεό και τον άνθρωπο. Με τον λόγο σας τον γεμάτο δύναμιν και χάριν, γλυκαίνετε τα αισθητήρια του πνεύματος. Χαριτώνετε τον λογισμό των ακουόντων και καταυγάζετε τας φρένας αυτών, ενσταλλάζοντας εις τα σπλάχνα τους το νέκταρ και την αμβροσία της αϊδίου μακαριότητος. Τα λόγια σας Μακαριώτατε Γέροντα, ακριβά υπέρ χρυσίον και αργύριον και τιμιώτερα λίθων πολυτελών, φωτίζουν τους εσκοτισμένους, συνετίζουν τους ασυνέτους, χαρίζουν σοφία και φρόνηση στους μωρούς και άφρονες.

Η καρδιά σας ως θάλασσα υαλίνη, ομοία κρυστάλλω, εντός της οποίας είναι βυθισμένοι, οι ανεξάλειπτοι θησαυροί της Σοφίας. Θησαυρούς που δεν στερείτε από κανέναν, αλλά δίδετε τη δυνατότητα να τους εξερευνήσει και να τους κάνει κτήμα του, ο καθένας που θα το ζητήσει. Ως σοφός οιακοστρόφος και καπετάνιος, προικισμένος με έκτακτα διοικητικά χαρίσματα, κατευθύνετε θεοφωτίστως το πλοίο της Εκκλησίας εις λιμένα σωτηρίας. Ως πύρινος στύλος εν νυκτί οδηγείτε τους πιστούς στην γη της Επαγγελίας, φωτίζοντας τα σκοτάδια του παρόντος βίου. Πεπαρρησιασμένα με αυθεντία και κύρος, θάρρος και ψυχικό σθένος, κηρύσσετε τη Σοφία του Θεού προς πάντας, για να γίνει αυτή φανερή σε όλους. Μία Σοφία που τόσο αγάπησε στη ζωή του ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος και που την κατάκτηση της οποίας προέκρινε ως τον κυρίαρχο στόχο του.

 Χωρίς φόβο και πάθος διδάσκετε την αλήθεια του ευαγγελίου, στεντορεία τη φωνή, επειδή ξέρετε πολύ καλά, ότι η του Χριστού διδαχή και πίστη δεν έχει κάτι να κρύψει, ούτε και χαρακτηρίζεται από  ο,τιδήποτε για το οποίο να πρέπει να ντρέπεται ή να φοβάται. Και καθώς παιδιόθεν, πάντοτε ακούγατε με προθυμία και ανοικτή καρδιά τα λόγια της Αληθείας και διατηρούσατε τα ρήματα ταύτα, βαθιά μέσα στο ταμείον της καρδιάς σας, γι’αυτό και ο Δεσπότης Χριστός σας προίκισε με τα πλούσια χαρίσματά του. Κοπιάσατε για να αποκτήσετε την κατά Θεόν σοφία, δώσατε τα πάντα για να την εγκολπωθείτε, γι’αυτό και εκείνη ως αντάλλαγμα σας χάρισε ισχυράν θέληση εις το να πράττετε το αγαθόν, θείαν γνώση, μένουσα και σταθερά και θεόπνευστη συμβουλή για να συμβουλεύετε θεαρέστως, περίσκεψη και προσοχή, σύνεση και διάκριση του καλού και του κακού, φωτισμένη κρίση και φρόνηση, αλλά και δύναμη εξ’ουρανού, με την οποία φέρετε εις αίσιον πέρας τις αγαθές και συνετές αποφάσεις σας.

 Η κατά Θεόν σοφία σας, είναι πηγή θεϊκής ακτινοβολίας, μεγίστη ευεργεσία στους πιστούς και μόνιμος έλεγχος για τους αμαρτωλούς. Οι νοήμονες συνήσουσιν, αυτοί που έχουν νουν και μάλιστα νουν Χριστού, αυτοί και μόνον θα καταλάβουν. Και πράγματι τον σοφόν κατά Θεόν άνθρωπον μπορούν να τον καταλάβουν, να τον αντιληφθούν και να τον αναγνωρίσουν, μόνον εκείνοι που διαθέτουν και έχουν γευθεί κάτι από τη Σοφία του Θεού και επομένως εσωτερικά, μπορεί να τους πληροφορήσει το Άγιο Πνεύμα. Γι’αυτό και είμαι σίγουρος Μακαριώτατε, πως όσοι σας άκουσαν με ειλικρινή διάθεση και καλή προαίρεση, είπαν μέσα τους αυθόρμητα το ίδιο πράγμα: «Ουδέποτε ελάλησε άνθρωπος, ως ούτος ο άνθρωπος». Και πάντες εξεπλήσσοντο επί τη διδαχή υμών. Η ακρόαση του κηρύγματός σας είναι η απόδειξη, ότι τον νόμον του Θεού κατανοεί και γνωρίζει διάνοια αγαθή και φωτισμένη από τον Χριστό, ωσάν την ιδική σας διάνοια.

 Και πράγματι Μακαριώτατε-όπως έλεγαν για τον σήμερον εορτάζοντα Καππαδόκη Ιεράρχη-θα τολμούσα να πω με απόλυτη επίγνωση και συναίσθηση των λεγομένων μου, πως όποιος έχει την τύχη, αλλά κυρίως τη διάθεση να σας βλέπει και να σας ακούει με εμπιστοσύνη, είναι σε θέση να ξεπεράσει τον εαυτό του, απλά ακούγοντας τον λόγο σας και κοιτάζοντάς σας στα μάτια, τα οποία ενσταλάζουν θεία γλυκύτητα και ιλαρότητα. Μπορεί να γίνει ομολογητής της πίστεως, μάρτυρας του Χριστού, όλα τα μπορεί, χάρη στη θεία δύναμη που εκπέμπετε, χάρη στη θεϊκή δύναμη που εκπέμπει η αδαμάντινη και ασύγκριτη προσωπικότητά σας. Όποιος σας γνωρίζει καλά γεύεται στη ζωή του την αισιοδοξία των αγίων και την ουράνια ελπίδα της Βασιλείας του Αρνίου και κυριαρχείται από το αίσθημα της νίκης, της βεβαίας νίκης, που νικά και θα νικήσει ολοκληρωτικά τον κόσμο, χάρις εις τον αιώνιον Νικητήν του παντός, τον Θεάνθρωπον της αγάπης Ιησούν.

Αλλά για να μην μείνω όμως μόνο στα δικά μου λόγια Μακαριώτατε, θα σας περιγράψω και πάλιν με ακρίβεια, σε αδρές γραμμές, μέσα από την οπτική και τη σκέψη του μεγάλου Ιεράρχου και Οικουμενικού Διδασκάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου. Δανείζομαι τα λόγια του αυτολεξεί, παρμένα από το εγκώμιό του για τον Μέγαν Αθανάσιον. Είστε λοιπόν  Μακαριώτατε « σπουδαίος στα έργα, ταπεινός όμως στο φρόνημα. Έχετε πάντοτε στραμμένους τους νοερούς οφθαλμούς της καρδιάς σας εις τα άνω, γι’αυτό και είστε άφθαστος και απλησίαστος στην αρετή, πολύ προσιτός όμως στο να σας συναντήσει κανείς.

 Γαλήνιος, ατάραχος, συμπονετικός, γλυκύς στο λόγο, γλυκύτερος στους τρόπους, αγγελικός στη μορφή, αγγελικότερος στο λογισμό και την ψυχή. Γαλήνιος και μαλακός, ήπιος όταν επιτιμάτε, παιδαγωγικός στον έπαινο. Και αυτά τα δύο μέσα διορθώσεως και αγωγής, δεν τα κακοποιείτε, ούτε τα καταστρέφετε με την υπερβολή, αλλά και η επίπληξή σας είναι πατρική και ο έπαινός σας συγκρατημένος. Ούτε η ηπιότητα και τρυφερότητά σας καταντάει αδυναμία, ούτε η αυστηρότητά σας σκληρότητα και κακία. Αλλά η πρώτη εκδηλώνει επιείκεια, η δεύτερη σύνεση, ενώ και οι δύο φιλοσοφημένη συμπεριφορά. Δεν καταφεύγετε εύκολα σε βαριές ποινές, επειδή κάνετε μετρημένη χρήση της ράβδου». (Αυτόθι, Ε.Π.Ε., τ. 6, σ.53 και «Μιλάει ο Γρηγόριος Θεολόγος», σ. 63-64).

Αυτά και άλλα πολλά θα μπορούσα να προσθέσω Μακαριώτατε, αλλά επιλήψει με ο χρόνος διηγούμενον. Σε ό,τι αφορά τους δύσκολους καιρούς εις τους οποίους ζούμε, διακηρύσσετε αταλάντευτα την απόλυτη βεβαιότητα και πεποίθησή σας για την επικείμενη έλευση των τελικών εσχάτων, ενθυμούμενος τα σοφά λόγια του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, στον δεύτερο ειρηνικό του λόγο. Λέει εκεί σε κάποιο σημείο ο άγιος τα εξής: «Φοβούμαι μήπως αυτά τα οποία συμβαίνουν σήμερα είναι ο καπνός του πυρός το οποίον αναμένομεν, και μήπως επίσης έλθει μαζί με αυτά ο Αντίχριστος και χρησιμοποιήσει ως ευκαιρία για να επιβάλλει την τυραννία του, τα σφάλματα και τις αδυναμίες μας. Διότι δεν υπάρχει περίπτωση να προσβάλλει τυχόν υγιείς ή ενωμένους στενά με την αγάπη. Αλλά πρέπει πρώτα να διαιρεθεί μεταξύ της η βασιλεία (και ο λαός), εν συνεχεία να έλθει ο πειρασμός και να φιμώσει τον υγιή συλλογισμό μέσα μας (την κριτική σκέψη και την ευθυκρισία μας), και ακολούθως να διαρπαγούν τα σκεύη και να πάθωμεν εκείνα τα οποία βλέπουμε τώρα τον εχθρό να παθαίνει από τον Χριστό». (Γρηγορίου του Θεολόγου, Ειρηνικός δεύτερος, Λόγος κβ΄, Ε.Π.Ε., Εκδόσεις «Γρηγόριος Παλαμάς», Θεσσαλονίκη 1975, τ. 1, σ.343).

Με τις εγκυκλίους σας Μακαριώτατε, περιγράφετε με τον εκκλησιοπρεπή και υπεύθυνο λόγο σας, αλλά και με την εν γένει στάση και συνολική δράση σας υπογραμμίζετε και επισημαίνετε, με ποιο τρόπο ο αρχέκακος εχθρός του ανθρώπου, μέσω των υποτακτικών του, εκμεταλλευόμενος την πανδημία που μαστίζει στις μέρες μας τον πλανήτη και τα μέτρα που σχετίζονται με αυτήν, μετατρέπει τον σύγχρονο άνθρωπο σε άβουλο και ανελεύθερο ον, δίχως αγάπη για τον συνάνθρωπό του (όπως το λέει και ο άγιος Γρηγόριος), τον οποίον αντιμετωπίζει ως μίασμα και απειλή για τη ζωή του, ένα ον που φοβάται υπερβολικά και χωρίς να σκέπτεται καθαρά και λογικά (με φιμωμένο τον υγιή συλλογισμό), χειραγωγείται και κατευθύνεται με βάση τις επιταγές της νέας τάξης του Αντιχρίστου.

 Έτσι λοιπόν Μακαριώτατε μαζί με τα λοιπά μέλη της Ιεράς ημών Συνόδου, φερόμενος υπεύθυνα, δεν έχετε λάβει κάποια γενική απόφαση για το θέμα του εμβολιασμού, γιατί θέλετε τον λαό μας μονοιασμένο και αγαπημένο και όχι διχασμένο και αλληλοσπαρασόμενο (με διηρημένη τη βασιλεία κατά τον άγιο Γρηγόριο). Διαθέτοντας υψηλό αίσθημα ευθύνης, γνωρίζετε καλά πως τέτοιες ώρες χρειάζεται να προτάσσουμε εκείνα που ενώνουν τον λαό μας και όχι να προβάλλουμε διχαστικά διλλήματα, που δεν ωφελούν σε τίποτα και μόνον κακό μπορεί να κάνουν και να προκαλούν περαιτέρω διχασμό, έχθρα και σκανδαλισμό. Άλλωστε όπως ορθά διδάσκετε, ο λόγος της Εκκλησίας πρέπει να θεραπεύει και όχι να πληγώνει. Να επουλώνει τα τραύματα και όχι να ξύνει τις πληγές. Να είναι βάλσαμο στις καρδιές και όχι αιτία σκανδάλου.

Εν τέλει Μακαριώτατε, σε σχέση με άλλους εκκλησιαστικούς χώρους, όπως είναι αυτός του νέου ημερολογίου και όχι μόνον, θα μπορούσαμε να επισημάνουμε εν συνόψει, κάποια από τα χαρακτηριστικά, κάποια από τα στοιχεία, που μας ξεχωρίζουν και μας διαφοροποιούν από εκείνους τους χώρους, χρησιμοποιώντας τα λόγια του αγίου Γρηγορίου, προκειμένου να καταδείξουμε, ποίας Εκκλησίας είστε ηγέτης και ποίας κληρονομιάς και παρακαταθήκης, φορεύς και κληρονόμος. Λέγει λοιπόν ο Καππαδόκης Ιεράρχης τα εξής χαρακτηριστικά, τα οποία διαφοροποιούν την Εκκλησία του Χριστού, την Εκκλησία μας, την Εκκλησία της Ιεράς ημών Συνόδου από τις άλλες, τις λεγόμενες «Εκκλησίες»: « Έχουνε αυτοί τους οίκους, εμείς τον ένοικο(τον Χριστό δηλαδή). Αυτοί τους ναούς, εμείς τον Θεό…αυτοί τους δήμους(πολυπληθή εκκλησιάσματα και πολλές ενορίες), εμείς αγγέλους. Αυτοί θράσος, εμείς πίστιν, αυτοί το να απειλούν, εμείς το να προσευχόμασθε. Αυτοί το να κτυπούν και να επιτίθενται, εμείς το να υπομένουμε και να ανεχόμαστε, αυτοί χρυσόν και άργυρον(πλούτον και οικονομική επιφάνεια), εμείς λόγον κεκαθαρμένον(τον καθαρόν και ανόθευτον λόγο της αληθείας του Χριστού».

Κλείνοντας την ταπεινή μου αυτή ομιλία Μακαριώτατε, σας εύχομαι να παραμείνετε αρχιεπίσκοπος Αθηνών και να συνεχίσετε να είσθε στο τιμόνι της Εκκλησίας άχρι συντελείας των αιώνων, διότι ο λαός του Χριστού σας έχει ανάγκη και σας χρειάζεται, όλοι μας σας έχουμε ανάγκη και σας χρειαζόμαστε, προκειμένου διερχόμενοι δια πυρός και ύδατος, να μας οδηγήσετε ως άλλος Μωϋσής εις την τελείαν αναψυχήν, εις την ουράνια Γη της επαγγελίας, για να ευφραινόμασθε διηνεκώς και ακαταπαύστως, πλησίον του μεγάλου και κορυφαίου Ιεράρχου Γρηγορίου του Θεολόγου και πάντων των αγίων εις τους αιώνας των αιώνων, αμήν! Εις έτη πολλά Μακαριώτατε!!!       

 

Προαγωγή της Ψυχικής Υγείας κατά τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη.

Υπό π. Μακαρίου Παλαιολόγου

 

Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης (1749-1809) κατέθεσε χάριν της ορθοδόξου παιδείας του υποδούλου Ελληνισμού τον θησαυρό των γνώσεών του, ως λύχνο και οδοδείκτη της Αληθείας, στα δύσκολα χρόνια της τουρκικής κατοχής. Οι εξισλαμισμοί και η αμάθεια δεν ήταν οι μοναδικές απειλές που αντιμετώπισε το Γένος στη περίοδο αυτή. Ήδη από τις πρώτες δεκαετίες του 18ου μ. Χ. αιώνα, ο ευρωπαϊκός χριστιανικός κόσμος έπασχε εξαιτίας των συγκρητιστικών στοιχείων, που επέβαλε η εισβολή των διαφόρων φιλοσοφημάτων του Διαφωτισμού στους χώρους του πνεύματος.[1]

Υπό την επιρροή των θετικιστικών νεωτερισμών, στα συγγράμματα των Ελλήνων διανοουμένων άρχισαν να εμφανίζονται- κυρίως κατά το β’ ήμισυ του αιώνα αντιπαραδοσιακές τάσεις[2] γεγονός που έθετε σε κίνδυνο την ενότητα, την ακεραιότητα και την ύπαρξη, καθ’ εαυτήν του ορθοδόξου Γένους.

Ο άγιος Νικόδημος υπήρξε «…άριστος γνώστης των επιστημών της εποχής του[3]. Γνήσιος φορέας της πατερικής παραδόσεως αντιπαρέταξε στη διακηρυσσόμενη ενδοκοσμική σοφία του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού τη θεία σοφία και την εσωτερική βιωματική εμπειρία[4] . Σε αντίθεση με τους περισσοτέρους συγγραφείς του Διαφωτισμού  - οι οποίοι θέλησαν να εισαγάγουν στον χώρο του πνεύματος ιδιόμορφες υποκειμενικές οντολογικές ερμηνείες[5], ο άγιος Νικόδημος παρέμεινε πιστός στο πνεύμα της Εκκλησίας και στην πατερική παράδοση, στην οποία παραπέμπει διαρκώς στηριζόμενος πολλάκις στην «παροιμοιώδη» μνήμη του[6]. Ο τίτλος της εργασίας μας είναι Η «Προαγωγή της ψυχικής Υγείας κατά τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη»  που στηρίζεται σε δύο κυρίως βιβλία του α) Το Συμβουλευτικό Εγχειρίδιο και β) Το Εξομολογητάριο, τα οποία είναι πλούσια σε ανθρωπολογικά ψυχολογικά στοιχεία. Η απαθής αναγωγή του νου από τα αισθητά στα υπεραισθητά ως φυσική του ιδιότητα και κλίση, όπως παρουσιάζεται στο έργο του Αγίου Νικοδήμου, φαίνεται να διαφέρει ριζικά από τις νοησιαρχικές αντιλήψεις των φιλοσόφων της εποχής. Σε αντίθεση προς τις επικρατέστερες αντιλήψεις της εποχής του – κατά τις οποίες οι ηθικές πράξεις έχουν χρησιμοθηρικό και ηδονολατρικό χαρακτήρα και επομένως εκκινούν εξ’  ενός είδους ατομικού συμφέροντος ο Άγιος Νικόδημος θεώρησε ως πρωταρχικό και μοναδικό κίνητρο της ηθικής πράξεως «…τον του Δημιουργού απαθή έρωτα» [7]. Ο άνθρωπος εξετάζεται ως ψυχοσωματικό ον, που πρέπει να οδηγηθεί στο «υπέρ φύσιν», στην τελείωσή του και όχι μόνο στην επιβίωσή του, έτσι μπορούμε να πούμε ότι μιλάει για μια ψυχοσωματική ανθρωπολογία.

 

Ο Βίος του Αγίου Νικοδήμου

O Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης γεννήθηκε στη Νάξο το 1749[8]. Κατά τη βάπτισή του έλαβε το όνομα Νικόλαος. Οι γονείς του, Αντώνιος και Αναστασία Καλιβούρτση, ήταν άνθρωποι «ευσεβείς και φιλόθεοι», όπως αναφέρει ο βιογράφος του ιερομόναχος Ευθύμιος[9]. Η μητέρα του αργότερα θα ακολουθήσει τη μοναχική ζωή και θα λάβει το όνομα Αγάθη.

Την πρώτη περίοδο της πνευματικής του ανάπτυξης την πέρασε μέσα στην οικογενειακή ατμόσφαιρα και κοντά στον εφημέριο της ενορία του, τον οποίο βοηθούσε στις καθημερινές εκκλησιαστικές ακολουθίες, ακόμη και πριν πάει στο σχολείο.

Αργότερα γράφηκε στο σχολείο στοιχειώδους εκπαίδευσης στη Νάξο, όπου είχε δάσκαλο τον Αρχιμανδρίτη Χρύσανθο, αδελφό του αγίου Κοσμά του Αιτωλού.

Με την αποφοίτησή του από το σχολείο, κατόπιν συμβουλής του πατέρα του, ο νεαρός Νικόλαος Καλιβούρτσης πηγαίνει στη Σμύρνη και εγγράφεται στην τότε ονομαστή Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης. Εδώ κάτω από τη φωτισμένη διεύθυνση του διδασκάλου Ιεροθέου Δενδρινού, συνάντησε μια εξαιρετική σπουδαστική ατμόσφαιρα και με την άμεση καθοδήγηση αυτού του διδασκάλου ο μελετηρός νέος Νικόλαος έθεσε τις πρώτες βάσεις της παιδείας του, τόσο βαθιάς και ποικίλης, ώστε να του χρησιμεύσει στη  συγγραφική θεολογική του δραστηριότητα πριν και μετά την είσοδό του στο μοναχικό βίο, με την κοινοβίωσή του στην Ιερά Μονή Διονυσίου του Αγίου Όρους.

Ο βιογράφος του αγίου Νικοδήμου μνημονεύει, εκτός των άλλων, και ορισμένες χαρακτηριστικές λεπτομέρειες από τη ζωή του νεαρού τότε Νικολάου κατά τα έτη των σπουδών του στη Σχολή της Σμύρνης. Οι λεπτομέρειες αυτές διαφωτίζουν το γεγονός ότι ο νεαρός Νικόλαος από τη Νάξο ήταν προικισμένος από το Θεό με ορισμένες ασυνήθιστες διανοητικές ικανότητες. Έτσι, αμέσως διακρίθηκε ανάμεσα στους συμμαθητές του για την ταχεία αφομοιωτική ικανότητα των παραδιδομένων γνώσεων, χάρις σε μια ασυνήθιστη μνήμη, με την οποία θα διακριθεί αργότερα. 

Ο διδάσκαλος και διευθυντής της σχολής της Σμύρνης Ιερόθεος Δενδρινός[10] αγαπούσε και εκτιμούσε βαθύτατα το νεαρό μαθητή του Νικόλαο. Γι’  αυτό, σ’  ένα γράμμα, μετά την αποφοίτησή του από τη σχολή της Σμύρνης, του έγραφε: «ελθέ, υιέ μου, καν τώρα εις το γήρας μου να σε αφήσω μετά θάνατον εις το σχολείον μου διδάσκαλον, ότι δεν έχω άλλον ωσάν σέ όμοιον εις την προκοπήν»[11]. Το 1770, μετά από μια στρατιωτική συμπλοκή μεταξύ Ρώσων και Τούρκων, όταν τα πλοία των τελευταίων πυρπολήθηκαν από τους Ρώσους στον Τσεσμέ και οι Τούρκοι άρχισαν να εκδικούνται τους Έλληνες Χριστιανούς της Σμύρνης και των άλλων μικρασιατικών πόλεων, ο Νικόλαος αναχώρησε για τη γενέτειρά του Νάξο. Εκεί προσλαμβάνεται ως γραμματέας του Μητροπολίτη Ανθίμου Βαρδή. Στη νέα του διακονία ο Νικόλαος είχε την ευκαιρία να γνωρίσει για πρώτη φορά μερικούς αγιορείτες μοναχούς, το Γρηγόριο, το Νήφωνα και τον Αρσένιο, οι οποίοι εκδιώχθηκαν από το Άγιο Όρος, γιατί είχαν ταχθεί με το μέρος αυτών που υποστήριζαν ότι δεν επιτρεπόταν να τελούνται μνημόσυνα την Κυριακή, καθότι είναι η ημέρα της αναστάσεως του Κυρίου και, εξάλλου, είχε ήδη εμπεδωθεί μία τέτοια παράδοση στο Άγιο Όρος. Δια μέσου αυτών των μοναχών ο νεαρός Νικόλαος ανακάλυψε πράγματα πολύ ενδιαφέροντα για την μοναχική ζωή, για την προσευχή της καρδιάς και για όλα τα βαθιά πνευματικά ζητήματα, με τα οποία ενασχολούνταν οι πιο πάνω μοναχοί, και τους οποίους οι αντίπαλοί τους αποκαλούσαν περιφρονητικά «κολλυβάδες». Ο Νικόλαος εντυπωσιάστηκε από αυτούς τους αγιορείτες μοναχούς και τους συμπάθησε. Αυτό φαίνεται και από το γεγονός ότι πήγε στην Ύδρα για να γνωρίσει το Μητροπολίτη Μακάριο και τον ησυχαστή Σύλβεστρο τον Καισαρέα, οι οποίοι τον επηρέασαν πολύ στα πνευματικά ζητήματα. Ο Μητροπολίτης Κορίνθου Μακάριος ήταν ένας μεγάλος θεολόγος, βαθύς γνώστης της πατερικής διδασκαλίας και ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τα φιλοκαλικά κείμενα. Ο ησυχαστής Σύλβεστρος ήταν ένας ασκητής πολύ έμπειρος στη θεωρητική ζωή και μπορούσε να πούμε ότι απέβη ο πρώτος δάσκαλος του αγίου Νικοδήμου στη ζωή της πνευματικής θεωρίας και της αδιάλειπτης προσευχής.

Επηρεασμένος κατά πολύ από αυτούς τους δύο άνδρες, ο άγιος Νικόδημος θα γίνει και ο ίδιος άνθρωπος μεγάλης πνευματικής ασκήσεως, εραστής της θεωρητικής ζωής και μεγάλος συγγραφέας με προτιμήσεις στα ασκητικά πατερικά συγγράμματα. Ο άγιος Νικόδημος συνδύασε τελικά άριστα στο πρόσωπό του τη σοφία του Μητροπολίτη Μακαρίου και την ασκητικότητα του ησυχαστή Σύλβεστρου. Έτσι, ο Νικόλαος αποφάσισε τελεσίδικα να ακολουθήσει το μοναχικό βίο και επεθύμησε να γνωρίσει από κοντά τον αγιορείτικο μοναχισμό.

Επιστρέφοντας από την Ύδρα στη Νάξο προετοιμάστηκε για την αναχώρηση στο Άγιον Όρος. Έτσι και έγινε το 1775 στην ηλικία των 26 ετών. Σύμφωνα με τις οδηγίες του μοναχού Συλβέστρου, πήγε στην στην Ιερά Μονή Διονυσίου όπου εκεί υπήρχαν ασκητικοί μοναχοί. Εκεί έζησε δύο χρόνια. Στο μεταξύ εκάρει μοναχός με το όνομα Νικόδημος. Η ενασχόλησή του ήταν η μελέτη των αναρίθμητων χειρογράφων.  Όταν πληροφορήθηκε ότι έφθασε στο Άγιον Όρος ο γέροντας Αρσένιος, από την Νάξο, για να εγκατασταθεί στη σκήτη της μονής Παντοκράτορος, πήγε κοντά του, με την πρόθεση να μείνει στην υπακοή υπό τον Αρσένιο. Ο άγιος Νικόδημος συνέγραψε από μνήμης, χωρίς κανένα άλλο βοήθημα, ένα θαυμάσιο έργο που το απηύθυνε στον εξάδελφό του Ιερόθεο, επίσκοπο Ευρίπου και έχει τον τίτλο ‘’Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον’’. Το βιβλίο αυτό αποδεικνύει μεταξύ των άλλων τη μεγάλη μόρφωσή του, όχι μόνο τη θεολογική, αλλά και τη φιλοσοφική και ιδιαίτερα την προσωπική του εμπειρία στην πνευματική ζωή πάνω σε θέματα νοεράς προσευχής και νηπτικής θεωρίας. Ακολούθως έλαβε το Μεγάλο Αγγελικό σχήμα. Από δω και πέρα αρχίζει το μεγάλο συγγραφικό του έργο. Κατά το έτος 1809 και ήταν 60 χρονών στις 14 Ιουλίου αναχώρησε από την επίγεια ζωή.

Το συγγραφικό του έργο είναι τεράστιο σε έκταση. Εκτείνεται σε μερικές χιλιάδες σελίδες και σε όλα τα θεολογικά πεδία. Είναι ένας συγγραφέας ο οποίος έφτασε σε εμβαθύνσεις θαυμαστές.

O Άγιος Νικόδημος για να δείξει την σχέση του ψυχοσωματικού οργανισμού του ανθρώπου με τον Θεό γράφει ότι ο άνθρωπος αποτελείτε από την ψυχή που είναι αόρατη και το σώμα που είναι ορατό. Έτσι ο Θεός καθιστά τον άνθρωπο σαν κόσμο όχι μικρό εντός του μεγάλου, όπως είπε ο Δημόκριτος και οι άλλοι φιλόσοφοι, περιορίζοντας την αξία του, μέσα σε αυτόν τον κόσμο, αλλά, σαν ‘’Μέγαν κόσμον’’, για το πλήθος των δυνάμεων που έχει μέσα του, όπως της λογικής, της νόησης και της θελήσεως, τις οποίες δεν τις έχει ο μεγάλος αυτός κόσμος. Αυτό ο άγιος το αναπτύσσει από το χωρίο του Αγ. Γρηγορίου του Θεολόγου ο οποίος λέει «Οἷον τινα κόσμον δεύτερον (τόν ἄνθρωπον) ἐν τῷ μικρῷ μέγαν, ἐπί τῆς γῆς ἵστησι»[12] .

Ποιά είναι τα φυσικά ιδιώματα του νού και του σώματος; Του νού είναι να ασχολείται με τα νοητά, με τα αθάνατα ως αθάνατος και άϋλος που είναι.    Δηλαδή στα αληθινά καλά. Από την αντίθετη μεριά το φυσικό ιδίωμα του σώματος είναι να κλείνει προς τα σωματικά , στα αισθητά στα υλικά[13]. Αλλά ο Θεός γι’  αυτό μας έδωσε τον νου για να κυριαρχούμε στο σώμα μας. Επειδή όμως ο νους κλείνεται μέσα στο σώμα μας, ο Θεός,  κατασκεύασε τις πέντε αισθήσεις του σώματος, τα μάτια, την μύτη, τα αυτιά, το στόμα και την αφή, για να τρέφεται ο ίδιος (ο νούς) από την αισθητή αυτή κτίση η και με την θεία Γραφή και με τον νου, θαυμάζει τις ενέργειες του Θεού στον κόσμο[14] .Με λίγα λόγια ο νους δια μέσου των αισθητηρίων όλα τα κτίσματα και όλα τα κείμενα της γραφής τα μεταχειρίζεται σαν βαθμίδες ανόδου των αισθητών στα νοητά, από τα κτίσματα, στον Κτίστην. Όσοι  όμως δεν μεταχειρίζονται την αίσθηση για την άνοδό τους προς τον Θεό που αυτός έκτισε τα πάντα, και θαυμάζουν τα φθαρτά των ανθρώπων, αυτοί, ενεργούν παρά φύσιν κατά τους πατέρες[15].

Πως ο νους έγινε δούλος στις αισθητές ηδονές; Το πρώτο αίτιο είναι ότι μετά την πτώση του Αδάμ, το σώμα του ανθρώπου παίρνει την ύπαρξή του  από την εμπαθή και άλογη ηδονή. Και το δεύτερο αίτιο είναι ότι αφού ο άνθρωπος γεννηθεί, πάλι με ηδονή μεγαλώνει. Και επειδή οι αισθήσεις από την βρεφική μας κατάσταση τρέχουν πιο πολύ από τον νου, η πρώτη μετά υποδουλώνει τον δεύτερο. Αλλά αυτή η μεταχείριση των αισθητηρίων γράφει ο Αγ. Νικόδημος πόσο πικρά είναι! Πόσο κοπιαστική και οδυνηρή γίνεται, αφού χόρτασε την γεύση της ηδονής, γίνονται σαν άλογα τα παιδιά από την ηλικία των δέκα πέντε, και να πράξουν τα όργανα ότι θέλει ο νους. Όταν τα μάτια βλέπουν εμπαθώς τα κάλλη των σωμάτων, όταν τα τύμπανά μας γλυκαθούν στις ωραίες φωνές, η όσφρηση στα αρώματα, η γλώσσα στην γεύση των λιπαρών και νοστίμων φαγητών και η αφή στα μαλακά φορέματα, ποιος ύστερα αν είναι και ο λογιότερος μπορεί να πείσει τον εαυτό του ότι αυτά δεν είναι λογική και αληθινή απόλαυση; Ποιος θα τα καταπολεμήσει όταν αυτά φωνάζουν ότι είναι η αληθινή ηδονή; Ο νούς; Αλλά αυτός είναι άθλιος αν και αυτός στα πρώτα του βήματα όταν πάλεψε με τις αισθήσεις, από την απλότητα που είχε εξαπατήθηκε, νομίζοντας ότι αυτό είναι καλό, φαίνεται όμως ο νους δεμένος με τις πέντε αισθήσεις σαν δεμένος από πέντε σιδερένια σχοινιά. Πάσχει, πονάει βλέποντας ότι ο βασιλέας του σώματος, έγινε δούλος. Και έτσι θέλοντας και μη θέλοντας παραμένει στην αισθητή ηδονή; Ποιος να τον πείσει, η φαντασία; Αφού είναι σαν ένας χάρτης ζωγραφισμένος από εμπαθείς εικόνες τόσων χρόνων. Και τη προσπαθεί να πείσει τον νου για την αμαρτία. Και όχι μόνο αυτό, αλλά και ο διάβολος, που είναι ο βασιλιάς των ηδονών, γαργαλίζει τον νου και την καρδιά και τις αισθήσεις περισσότερο. Και από αυτά τρέφεται ο διάβολος[16].   

Ο Άγιος ακολούθως θα μας προτείνει πως το μυαλό απελευθερώνεται από τις αισθητές ηδονές αφού πρώτα κάνει την διάκριση των λειτουργιών της ζωής, σε «κατά φύσιν», «υπέρ φύσιν» και «παρά φύσιν».  Στις «κατά φύσιν» λειτουργίες συγκαταλέγονται αφ’ ενός εκείνες που αποσκοπούν στη διατήρηση της ζωής, οι απλές δηλαδή βιολογικές λειτουργίες, οι οποίες έχουν από μόνες τους την εξουσία-δυνατότητα να οδηγήσουν άλλοτε στο «υπέρ φύσιν» και άλλοτε στο παρά φύσιν, ανάλογα με την ποιοτική τους αξιοποίηση[17] . Ως «παρά φύσιν», θεωρούνται οι εμπαθείς λειτουργίες οι οποίες οδηγούν τον οργανισμό, προς τον σαρκικό και πνευματικό θάνατο και ως «υπέρ φύσιν» αυτές που οδηγούν στη σωτηρία[18].

Μετά από την παιδική ηλικία, αφού ολοκληρωθεί η συμπλήρωση του λογικού, και αφού γνωρίσει και μάθει τις θείες γραφές και τους ιερούς πατέρες που μιλούν ότι είναι άλλη η κατά φύσιν ηδονή, η συγγενής τί  κάνει; Ως λογικός και φρόνιμος ο άνθρωπος και ως φιλόκαλος δεν μπορεί να βλέπει αιχμαλωτισμένα τα αισθητήριά του σώματος στις ηδονές, και να εξουσιάζεται από αυτά σαν να είναι δούλος ενώ είναι βασιλιάς και τα οποία θα τον οδηγήσουν τελικώς στην κόλαση. Τι κάνει λοιπόν; Όταν ένας βασιλιάς θέλει να υποτάξει με ευκολία κάποια πόλη, αποστερεί την τροφή από τους πολίτες και έτσι αυτοί παραδίνονται. Αυτήν την ίδια μέθοδο μεταχειρίζεται και ο νούς στα αισθητήρια. Κόβει σιγά, σιγά από κάθε αισθητήριο τις συνηθισμένες στο σώμα απολαυστικές ηδονές, δεν επιτρέπει σε αυτές να απολαύσουν τις ηδονές και έτσι εύκολα και σε λίγο καιρό τις φέρνει υπό την κυριαρχία του. Στο μεταξύ όσο καιρό αγωνίζεται για την εκκοπή , δεν μένει άεργος, αλλά μέσω και της δύναμης που παίρνει από την ελευθερία των σωματικών, στρέφεται και στην φυσική νοερά τροφή, η οποία είναι η ανάγνωση των ιερών Γραφών, την κτήση των αρετών, την εργασία των δεσποτικών εντολών, την ιερά προσευχή, την αιτία των αισθητών και νοητών κτισμάτων, και τα άλλα πνευματικά και θεία νοήματα, που βρίσκονται στα βιβλία των θεοφόρων Πατέρων και μάλιστα των ονομαζομένων νηπτικών, που είναι η φιλοκαλία, ο Ευεργετινός, ο Άγ. Ιωάννης της Κλίμακος,  ο Αγ. Συμεών ο νέος Θεολόγος κ. ά[19]. Όχι μόνο αυτό, αλλά και τις σωματικές αισθήσεις πολεμάει, όσο μπορεί να τις επαναφέρει προς το μυαλό, για να απολαμβάνουν και αυτές, ανάλογα της δικής του ηδονής και σιγά σιγά να συνηθίζουν να γλυκαίνονται.  Και όπως πριν το σώμα με τις αισθήσεις και τις αισθητές ηδονές αγωνίσθηκε να κάνει σάρκα τον νουν και το πνεύμα, έτσι, αντίστροφα, μετά, με τις ηδονές των αΰλων και νοητών, προσπαθεί και το σώμα να αϋλώσει κατά κάποιον τρόπο και να το κάνει πνεύμα. Γι’ αυτό λέει και ο Άγ. Γρηγόριος ότι, γι’ αυτήν την αιτία συνδέθηκε η ψυχή με το σώμα, για να γίνει σε εκείνο αυτό που είναι ο Θεός σε αυτήν. Γίνεται  αλληλενέργεια και αλληλοπάθεια της ψυχής προς το σώμα και αντίστροφα, το σώμα προς την ψυχή[20].

Αυτό είναι το πολυθρύλητο σώμα του προπάτορος Αδάμ, γιατί άφησε την νοερά τροφή και ηδονή, έπεσε δυστυχώς, στην σωματική των αισθητών ηδονή και σύμφωνα με τις γνώμες όλων σχεδόν των πατέρων κληρονομήσαμε διαδοχικά και εμείς αυτήν την ορμή προς τα αισθητά. Γι’ αυτό ήρθε ο νέος Αδάμ, ο Χριστός, για να σηκώσει δηλαδή εμάς από τα αισθητά και να μας σηκώσει στην απόλαυση των νοητών. Αυτό θέλοντας οι άγιοι να κατορθώσουν, άφησαν την οικουμένη, στην οποία πολλές είναι οι προσβολές, και έφυγαν στις ερήμους και στα σπήλαια και εκεί επειδή δεν έβρισκαν τις αιτίες των αισθητών ηδονών, με ευκολία υπέταξαν τις αισθήσεις και σε λίγο καιρό ανέβηκαν στων θείων και νοητών απόλαυσην[21]

  Φυσική ηδονή είναι το να σχολάζεις πάντοτε, στα κάλλη τα νοητά ενώ η αισθητή ηδονή είναι βίαιη, εμπαθής, φθαρτική και ξένη. Η νοητή ηδονή είναι πραγματική ηδονή, κατά, τον Άγιο Κάλλιστο διότι και όταν την απολαμβάνεις και μετά την απόλαυση προξενεί χαρά.  Η δε αισθητή και σαρκική ηδονή προξενεί κατά τον ίδιο άγιο και κατά την απόλαυσή της και μετά, λύπη στην καρδιά[22] Γι’ αυτό ο και ο θείος Χρυσόστομος δημίους του σώματος τις ονομάζει τις σωματικές ηδονές. Και ό άγιος Νικόδημος προσθέτει ότι η ηδονή μοιάζει με λεπίδι, που είναι περασμένο σε λάδι, το οποίο όταν ο γλύφει η γάτα, έγλυφε με αυτό το αίμα της γλώσσας της. Επίσης είναι μύγα μες το γάλα, η οποία πίνει την γλυκύτητα του μελιού μαζί με το μέλι πεθαίνει[23].

Από το τρίτο κεφάλαιο ο Άγιος Νικόδημος στο συμβουλευτικό εγχειρίδιο αρχίζει την πρώτη και κύρια αίσθηση που είναι αυτή της οράσεως.

Η όραση είναι η βασιλικότερη των αισθήσεων κατά τους φυσικούς, που εξαρτάται του ψυχικού πνεύματος και του μυαλού,  κατά τους θεολόγους, που γνωρίζει καλύτερα από τις άλλες και γι’ αυτό πιο πιστευτής, οι δύο φωστήρες του προσώπου, οι δύο πρώτοι κλέφτες της αμαρτίας κατά τους φιλοσόφους. Καλύτερα , κατά τον μέγα Βασίλειο τα δύο ασώματα χέρια, με τα οποία η  ψυχή πιάνει αυτά που βλέπει και αγαπά από μακριά. Και όσα δεν μπορεί να τα πιάσει με τα χέρια, αυτά τα πιάνει με τα μάτια και τα απολαμβάνει. Επειδή και η όραση είναι αφή, πιο λεπτή από την αφή των χεριών, πιο παχιά από την αφή της φαντασίας και του μυαλού. Από αυτά λοιπόν τα μάτια, κόψε από τις οράσεις τα κάλοι των σωμάτων, τα οποία παρακινούν, την ψυχή, σε αισχρούς λογισμούς, και έρωτες. Σε αυτήν την αίσθηση παρακαλώ δώσε όλη την προσοχή σου. Πρώτον επειδή μοιάζει με κάποιον κλέφτη. Συναρπάζει γρήγορα τον νού και πέφτει γρήγορα στον τόπο της αμαρτίας. Το τύπωσε στη στιγμή με την διασπορά των πνευμάτων στον εγκέφαλο, άρεσε το είδωλο, στην ψυχή, έστειλε την όρεξή του και την επιθυμία του στον θάλαμο της καρδιάς και εργάσθηκε την αμαρτία κατά τον Μ. Βασίλειο[24].

Τί πρέπει να κάνει κάποιος όταν σε συνεπάρουν οι οφθαλμοί;

Αγωνίσου να μην αφήσεις την αισχρά επιθυμία να τυπωθεί στην ψυχή σου. Πώς; Να καταφεύγεις δια της προσευχής στον Θεό που είναι και το πιο ασφαλές. Ή να στρέφεις την φαντασία σου σε ότι άλλο πνευματικό νόημα και έτσι με την φαντασία, την φαντασία και είδωλο με είδωλο εξαφανίσεις.  Και έτσι δεν αποτυπώνεται στην φαντασία, ελευθερώνεται ο άνθρωπος από την γνώση, δηλαδή από την συγκατάθεση  ή και από την πράξη της αμαρτίας. Εάν ο διάβολος δεν παύει να σε ενοχλεί με το είδωλο εκείνο το οποίο εντυπώθηκε στην φαντασία σου, να μεταχειρίζεσαι την μέθοδο αυτή για να λυτρωθείς από την προσπάθειά του. Βγάλε τον οφθαλμό σου από τα είδωλα, από τις σάρκες και στοχάσου, ότι αυτό που κρύβεται από κάτω είναι τόσο σιχαμερό, έτσι ο άνθρωπος δεν υποφέρει να βλέπει αυτό χωρίς μίσος και αηδία. Αφού δεν είναι τίποτα άλλο από γυμνό κρανίο, και κόκαλο αηδές, γεμάτο με αίμα και φοβερό στην θεωρία. Δεύτερον φύλαξε καλά την όρασή σου, γιατί αυτή είναι πιο λεπτή, και γνωστικότερη και από τον νου πιο επιθυμητή. Γι’ αυτό και τις φαντασίες της, βαθύτερα ζωγραφίζει στην πυξίδα της φαντασίας και επειδή μπαίνει βαθύτερα, γι’ αυτό και με περισσότερη δυσκολία εξαλείφονται. Είναι βέβαιο από την πείρα μας ότι, αν δίνουμε εικόνες μέσω άλλων αισθητηρίων ευκολότερα τις καταργούμε. Από τα μάτια όμως τις φαντασίες που εντυπώνουμε χρειάζεται πολύς καιρός και πολύς κόπος ή και καθόλου δεν μπορούμε να τις εξαφανίσουμε. Αλλά και όταν εργαζόμαστε και όταν κοιμόμαστε συνήθως δεν σταματάν να μας ενοχλούν[25].  Οι φαντασίες έρχονται και στον ύπνο γι’ αυτό φρόντισε να κοιμάσαι μετρίως.    

Στο τέταρτο κεφάλαιο του συμβουλευτικού εγχειριδίου, μιλάει για την αίσθηση της ακοής.

 Να φροντίσεις με επιμέλεια να κόψεις την ακοή σου από αλλοιωμένες μελωδίες οι οποίες είναι φτιαγμένες για ηδονή. Όπως μου φαίνεται τρείς βλάβες γεννούνται από αυτές. Πρώτον διότι μειώνουν το ανδρείο φρόνημα της ψυχής. Δεύτερον διότι με αυτά τα ηδονικά τραγούδια, ο νους με την φαντασία δεν σταματά να σχηματίζει αυτά που σκέφτεται όταν ακούει τα τραγούδια και έτσι γεμίζει με εμπαθείς εικόνες. Και τρίτον αν τύχει και δεν βλέπουν τα πρόσωπα των τραγουδιστών και κυρίως όταν αυτά είναι γυναικεία και όμως μόνο από την φωνή είναι ικανά να σχηματίσουν στην φαντασία, να οδηγήσουν την επιθυμία στην καρδιά και να τραβήξουν την συγκατάθεση στην ψυχή. Πρέπει ο φρόνιμος να κλείνει την ακοή του από τέτοια τραγούδια και που τέτοιες ακοές είναι ψυχικά θανατηφόρες[26].

Το τρίτο αισθητήριο που είναι η όσφρηση πρέπει να το φυλάς καθαρό από αρώματα. Ρίχνουν το ανδρικό φρόνημα αλλά και οδηγούν περισσότερο από κάθε άλλον αίτιο στην πορνεία. Μεταβάλει την ψυχή. Πρέπει να λογαριάζουμε ότι το σώμα μυρίζει άσχημα και στο τέλος γίνεται φαΐ για τα σκουλήκια[27].

Το τέταρτο αισθητήριο είναι αυτό της γεύσεως. Το στομάχι είναι ακόρεστο και για τον άγιο Νικόδημο είναι πρώτιστο. Έτσι πρέπει να εμποδίσουμε τα διάφορα φαγητά. Μην ζούμε με τρυφή και με σπατάλη. Όλα αυτά επινοήθηκαν για σπατάλη. Για την ηδονή του λαιμού. Τι έχουν σαν συνέπεια αυτά τα φαγητά; Βέβαια τίποτα καλό, παρά μόνο πάθη και κακία της ψυχής και του σώματος. Δημιουργούν λαιμαργία, μέθη, πάχος, ποδάγρα, παραλυσία, αλλά και πορνεία, ή αρσενοκοιτία. Όλα αυτά τα πάθη της σαρκός ενεργούνται από το στομάχι. Αλλά και η τρυφή διώχνει και την ευσέβεια. Αλλά και αν δεν μπορείς να κόψεις τα λιπαρά φαγητά, να περιορίσεις σε μία φορά την ημέρα το φαγητό και σ’ αυτό να μην δημιουργείς κορεσμό. Κατά τους αγίους το φαγητό έχει τρείς τάξεις, την εγκράτεια την αυτάρκεια και τον κόρο. Εγκράτεια είναι όταν θέλει κάποιος να φάει και άλλο, ασκεί εγκράτεια και σηκώνεται από το φαΐ πεινών. Αυτάρκεια όταν φάει αρκετά και κόρον όταν χορτάσει. Λοιπόν αν δεν μπορείς φυλάξεις τα δύο πρώτα, και φτάνεις μέχρι του τρίτου, μη γίνεις υπερκορής όπως εκείνος ο πλούσιος στην παραβολή του Κυρίου. Ο Μ. Βασίλειος δεν επιτρέπει τον χορτασμό, αλλά ούτε και την αυτάρκεια αλλά την εγκράτεια[28]. Μας τονίζει ο Αγ. Νικόδημος, να φυλάττουμε την νηστεία της Τετάρτης και της Παρασκευής εξαιρουμένων των ημερών που έχουν κατάλυση. Και αν κάποιοι καταλύουν το λάδι και τον οίνο, εσύ να μην τους μιμηθείς όποιοι και αν είναι. Πολλοί κανόνες το λένε αυτό. Εκτός βεβαίως από αυτούς που έχουν σωματικά ασθένεια. Τί πρέπει να λέει κάποιος για να εμποδίζει την πολυφαγία; Όταν τρως και όταν πίνεις να θυμάσαι τον ψαλμικό στίχο «τίς ὠφέλεια ἐν τῷ αἵματί μου ἐν τῷ καταβαίνειν με εἰς διαφθοράν; Και συνεχώς να το λες αυτό ώστε να εμποδίζεις με αυτό την πολυφαγία, και την πολυποσία. Στην αίσθηση αυτή αναφέρονται και όλα όσα με τη γλώσσα γίνονται αμαρτήματα, οι κοροϊδίες, οι ύβρεις, οι κατάρες, οι αισχρολογίες μέχρι και  οι μάταιες συζητήσεις. Από αυτά όλα πρέπει να φυλαγόμαστε[29].

Στο έβδομο κεφάλαιο του βιβλίου του ο Άγιος Νικόδημος αναλύει το αισθητήριο της αφής. Η αφή δεν αφορά μόνο τα χέρια αλλά και όλο το σώμα.  Και κάθε αίσθηση γίνεται όργανο της αφής. Να το φυλάττουμε λοιπόν με πολύ προσοχή από απαλά χέρια και η οποία σε οδηγεί στην αμαρτία. Να γνωρίζεις ότι είναι δύσκολο κάποιος να ελευθερωθεί μετά από την ενέργεια της αφής. Είναι η ποιο κοντινή στην αμαρτία και στο χείλος της πράξεως. Γι’ αυτό δεν πρέπει να ακουμπάνε το σώμα των άλλων και ιδίως των νέων[30]. Ας αφήσουμε λέει ο λοιπόν ο Αγ. Νικόδημος, όλη αυτή την ματαιότητα, τα οποία είναι σχήματα κατά τον απόστολο και τα οποία θα περάσουν,. Είναι θάνατος λέει και μετά τον θάνατο έρχεται κρίση και μετά κόλαση ατέλειωτη. Τότε φεύγει η νεότητα και η ματαιότητα, και η πολυτέλεια των ιματίων. Όλοι διανύουμε αυτόν τον δρόμο και οι πριν από εμάς και εμείς τώρα. Αυτά λοιπόν τα παραδείγματα και την ευτέλεια των πραγμάτων αυτών και την μεταβολή τους και την ακαταστασία να σκεφτόμαστε και να απορρίπτουμε την παράλογη επιθυμία. Το ίδιο είναι και τα χρήματα και τα εγκώμια. Ας αγαπήσουμε λοιπόν τον Χριστό μας[31].

Η φαντασία είναι λεπτότερη της αισθήσεως παχύτερη από τον νου, είναι ο χάρτης του νου στον οποίο καταγράφονται από όλες τις αισθήσεις. Αυτή κατά τον Αριστοτέλη είναι η κοινή αίσθηση γιατί περιέχει όλες τις εικόνες, όλες τις προσβολές από τις πέντε αισθήσεις, και γιατί και εκείνη προσβάλει την ψυχή μόνη της. Γι’ αυτό καθώς φυλάττεις τα εξωτερικά αισθητήρια, έτσι παρόμοια πρέπει να φυλάττεις και το εσωτερικό αισθητήριο, δηλαδή την φαντασία, και να μην την αφήνεις να φαντάζεται και να θυμάται τις αισχρές θεωρίες, τα άπρεπα λόγια τις μυρωδιές ή τα φαγητά ή τα απαλά της αφής διότι, ποιο είναι το όφελος τα φυλάττεις τα εξωτερικά αισθητήρια και έπειτα να μην φυλάττεις την φαντασία η οποία περιέχει όλους τους ηδονικούς τύπους των αισθήσεων και προξενεί το ίδιο πάθος των αισθήσεων στην ψυχή;  Πρέπει περισσότερη επιμέλεια να δείχνεις στην φαντασία[32].

Τα εξωτερικά αισθητήρια διαφέρουν από την φαντασία γιατί τα εξωτερικά αισθητήρια λειτουργούν μόνο όταν είναι παρόντα τα πράγματα τα αισθητά. Αλλά η φαντασία και όταν λείπουν τα αισθητά και βρίσκεται ο άνθρωπος μόνος κλεισμένος, τότε αυτή δείχνει τις θεωρίες και όλα τα λοιπά. Και η φαντασία μετά κινεί και τα εξωτερικά αισθητήρια.

Η καρδιά είναι ο θάλαμος του νου το ίδιο με την ψυχή, πρέπει να γνωρίζεις ότι όπως το κέντρο βρίσκεται στον κύκλο και όλες οι γραμμές από το κέντρο ξεκινούν και σε αυτό καταλήγουν έτσι και η καρδιά είναι σαν τον κέντρο του ανθρώπου στο οποίο είναι ενωμένες όλες οι δυνάμεις του σώματος και της ψυχής τριπλώς θεωρούμενη, κέντρο φυσικό, κέντρο υπερφυσικό και κέντρο παραφυσικό. Κέντρο φυσικό διότι η καρδιά πλάθεται από όλα τα μέλη του σώματος. Έτσι πρώτα αυτή πλάθεται και τελευταία απ’ όλα τα μέλη νεκρώνεται. Και αυτή είναι η πηγή όλων των φυσικών δυνάμεων του σώματος, της θρεπτικής, της αυξητικής, της ζωτικής, της αισθητικής, της θυμικής, της επιθυμητικής, και των λοιπών. Ομοίως και όλων των φυσικών δυνάμεων της ψυχής, της νοερής, της λογιστικής, και της θελητικής. Είναι κέντρο υπερφυσικό, γιατί η υπερφυσική χάρη του Θεού, την οποία έλαβε με το άγιο βάπτισμα στην καρδιά βρίσκεται κατά τις αγίες γραφές[33]. Η καρδιά είναι κόμη κέντρο παραφυσικό, διότι όλα τα παρά φύση πάθη και όλοι οι βλάσφημοι και υπερήφανοι και αισχροί λογισμοί, και οι κακές επιθυμίες και συγκαταθέσεις, από την καρδιά γεννιούνται και στην καρδιά βρίσκονται και σκεπάζουν την θεία χάρη που μας δόθηκε από το άγιο βάπτισμα, όπως η σκόνη σκεπάζει την φωτιά. Έτσι πρέπει να φυλάττουμε τον νου, και την καρδιά. Πρέπει να κλίνουν οι αρχάριοι την κεφαλή τους στο στήθος τους. Εκεί εβρισκόμενος ο νους, και εκεί να λέει την μονολόγιστη ευχή Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού ελέησόν με. Και όχι μόνο αυτό αλλά να το λες με όλη την θελητική δύναμη και να σκέφτεται μόνο αυτήν την ευχή[34].  

Τόπος των πνευματικών ηδονών είναι οι λόγοι των θείων γραφών διότι σε αυτές, βρίσκεται η άκρα αλήθεια από την οποία φωτίζεται ο νους. Και γιατί στις γραφές υπάρχει άκρα γλυκύτητα και χάρη με την οποία έλκει την καρδιά σε συγκατάθεση και τους πείθει. Είναι λόγοι του Θεού, δηλαδή αυτοαλήθεια και χάριτος[35]. Βρίσκεις κάθε θεραπεία για τα πάθη. Όλα τα καλά της αναγνώσεως να τα κάνεις όχι μόνο από φιλομάθεια αλλά και από φιλοπονία.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΕΙΑ

Μ. Σ. Βασιλειάδου, Ψυχωσωματική Φυσιολογία και Παθολογία κατά ον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, εκδ. Ιερό Κονόβιο Οσίου Νικοδήμου Πεντάλοφος Παιονίας, 2009.

Πρωτ. Γ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ, Τουρκοκρατία, οι Έλληνες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, εκδ. Ακρίτας Αθήνα, 1982.

Κ. Θ. ΔΗΜΑΡΑ, «Οι φορείς του Διαφωτισμού και οι κύριοι αντίπαλοί του», εις Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, εκδ. Εκδοτική Αθηνών, 1975. Τ. ΙΑ’ .

Μοναχού Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, βίος και τα έργα του, 1749- 1809, Αθήνα 1978 .

Αγγέλου Α. Προς την ακμήν του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, στο περιοδ. «Μικρασιατικά Χρονικά», τομ. 7, 1957.

Άγιος Νικόδημος Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον, εκδ. Σ. Σχοινά Βόλος 1958.

 

[1] Μ. Σ. Βασιλειάδου, Ψυχωσωματική Φυσιολογία και Παθολογία κατά ον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, εκδ. Ιερό Κονόβιο Οσίου Νικοδήμου Πεντάλοφος Παιονίας, 2009 σελ. 23.

[2] Πρωτ. Γ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ, Τουρκοκρατία, οι Έλληνες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, εκδ. Ακρίτας Αθήνα, 1982, σ. 161ε.

[3] Πρωτ. Γ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΣ, το ίδιο σ. 16.

[4] Το ίδιο σ. 163.

[5] Κ. Θ. ΔΗΜΑΡΑ, «Οι φορείς του Διαφωτισμού και οι κύριοι αντίπαλοί του», εις Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, εκδ. Εκδοτική Αθηνών, 1975. Τ. ΙΑ’ , σ.353.

[6] Μοναχού Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, βίος και τα έργα του, 1749- 1809, Αθήνα 1978  σ.164.

[7] ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον, σ. 160.

[8] Τις χρονολογίες του Αγ. Νικοδήμου τις παίρνουμε από τη σύντομη περιγραφή του βίου του Αγ. Νικοδήμου από τον παραδελφό του στη μοναχική ζωή, ιεομόναχο Ευθύμιο με τον τίτλο : Βίος και πολιτείανκαι αγώνες διά δόξαν της ημών Εκκλησίας τελεσθέντες παρά του οσιολογιωτάτου και μακαρίου και αοιδίμου Νικοδήμου μοναχού, συγγραφέντες παρά εν Χριστώ αδελφού, του Ευθυμίου Ιερομονάχου, δημωσιευθείσα από τον Σπυρίδωνα Λαυριώτη, στο περιοδ. «Γρηγόριος Παλαμάς», 4 (1920), σ.σ. 636- 641, 5 (1921), σ.σ.210 – 218. Πρβλ. και Θεοκλήτου μοναχού Διονυσιάτου, ?Αγιος Νικόδημος ο «Αγιορείτης, Αθήνα 1959, σ.24

[9] Ευθυμίου Ιερομονάχου, όπ. Παρ., σ. 638

[10] Αγγέλου Α. Προς την ακμήν του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, στο περιοδ. «Μικρασιατικά Χρονικά», τομ. 7, 1957 σ. 76, στο Χαριλ. Τζώγα, όπ. Παρ., σ.σ. 46-47.

[11] Ευθυμίου Ιερομονάχου, όπ. Παρ., σ.σ. 638- 639.

[12] Άγιος Νικόδημος Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον, εκδ. Σ. Σχοινά Βόλος 1958 σελ. 31.

[13] .  Αφορμάται από το χωρίο του ΑΓ.Γρηγορίου Νύσσης στον Λόγο ι’εις το Άσμα Ασμάτων. Τομ. α’.

[14] Άγιος Νικόδημος, όπ, παρ., σελ. 33.

[15] Άγιος Νικόδημος, όπ, παρ., σσ.  36-37.

[16] Άγιος Νικόδημος, όπ, παρ., σσ. 38-39.

[17] Μ. Σ. Βασιλειάδου, Ψυχωσωματική Φυσιολογία και Παθολογία κατά ον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, εκδ. Ιερό Κονόβιο Οσίου Νικοδήμου Πεντάλοφος Παιονίας, 2009 σελ. 46.

[18] Μαρία. Σ. Βασιλειάδου, όπου παρ. σελ. 47.

[19]  Άγιος Νικόδημος, όπ, παρ., σ. 40.

[20] Το ίδιο, όπ παρ,. σ.. 41.

[21] Το ίδιο σσ. 41-43.

[22] Το ίδιο σελ. 43.

[23] Το ίδιο σσ. 43-44.

[24] Το ίδιο σσ. 45-46.

[25] Το ίδιο σσ.. 46-48

[26] Το ίδιο σσ. 54-55.

[27] Το ίδιο σελ. 58.

[28] Το ίδιο σσ. 63-65.

[29] Το ίδιο σσ. 68-69.

[30] Το ίδιο σσ. 73-74.

[31] Το ίδιο σσ. 79-80.

[32] Το ίδιο σσ. 97-99.

[33] Το ίδιο σσ. 106 και  108.

[34] Το ίδιο σσ. 11-112.

[35] Το ίδιο σσ. 141-142.

 

ΙΑΚΩΒΟΣ Ο ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΙΚΟΣ ΙΕΡΑΡΧΗΣ

 

ΥΠΟ ΤΟΥ ΘΕΟΦΙΛΕΣΤΑΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΠΕΤΡΑΣ ΔΑΒΙΔ

 

«Δίκαιος δε εάν φθάση τελευτήσαι εν αναπαύσει έσται. Γήρας γαρ τίμιον ου το πολυχρόνιον ουδέ αριθμώ ετών μεμέτρηται. Πολιά δε εστί φρόνησις ανθρώποις και ηλικία γήρως βίος ακηλίδωτος. Ευάρεστος τω Θεώ γενόμενος ηγαπήθη και ζων μεταξύ αμαρτωλών μετετέθη.» (Σοφ. Σολ., δ΄,7-10).

Ήτανε πέρυσι τέτοιο περίπου καιρό όταν συνέβη, κατά την εορτή της νύμφης του Χριστού, Αγίας Αικατερίνης. Εκείνο το οποίο κανένας δεν διενοείτο και που  κανενός το μυαλό δεν μπορούσε να χωρέσει και να προβλέψει. Ένας «αόρατος εχθρός», ένας κατά τα φαινόμενα καινούριος και επικίνδυνος ιός, ο «υιός της κορόνας», εθέριζε σαν ώριμο στάχυ, τον υιόν της Βασιλείας και του Βασιλέως Χριστού, τον παιδιόθεν μαθητήν του Φωτός και της Αληθείας, τον πνευματοφόρον Ιάκωβον.

 Κατά τη διάρκεια της πολυήμερης μάχης του με τον κορονοϊό στο νοσοκομείο, προσμέναμε οι πάντες εναγωνίως προσευχόμενοι να γίνει το θαύμα και να μας τον χαρίσει ο Κύριος, αλλά ωστόσο το ποθούμενον δεν ήλθε ποτέ. Σοκ και δέος μας κατέλαβε όλους. Μέσα στον συγκλονισμό της στιγμής, κάποιοι βρήκαν το κουράγιο να ψελλίσουν δύο λόγια: «Ο Κύριος ξέρει τι κάνει, ήταν θέλημα Θεού, ο Θεοφιλέστατος ήταν πιο έτοιμος από τον καθένα για την άλλη ζωή», ενώ κάποιοι άλλοι θυμήθηκαν τα σοφά λόγια του προφήτου Σολομώντος: «Ηρπάγη μη κακία αλλάξη σύνεσιν αυτού ή δόλος απατήση ψυχήν αυτού» (Σοφ. Σολ., δ΄, 11).

 Το πλήρωμα της Εκκλησίας υποδέχθηκε με βαθειά οδύνη και πόνο ψυχής, καθώς και με πένθος άρρητο τον αδόκητον και πρόωρον θάνατον του αγίου Χριστουπόλεως, ο οποίος με τη θεοφιλή διαγωγή του και το χριστοτερπές ήθος του, είχε καταστεί όλα αυτά τα χρόνια ένας από τους πιο αγαπημένους Ιεράρχες των πιστών. Ο ήλιος του μακαριστού Επισκόπου, τελείως ξαφνικά και αναπάντεχα, έδυσε για τον κόσμο τούτο και ανέτειλε πλέον στην ανέσπερη Βασιλεία του Χριστού. Ο πολύ αγαπητός στο λαό του Θεού Ιάκωβος και πνευματικός μας αδελφός, εγκατέλειψε την ματαιότητα του προσκαίρου τούτου βίου και ποτέ πια τα πράγματα δεν θα είναι τα ίδια χωρίς αυτόν.

 Ήδη την χρονιά που πέρασε, η απουσία του κατέστη περισσότερο από αισθητή σε πολλούς τομείς της ζωής της Εκκλησίας. Το κενό που αφήνει πίσω του, είναι όντως δυσαναπλήρωτο. Κι αυτό διότι ως πολυτάλαντος και χαρισματικός που ήταν, έχοντας αναπτύξει πολύπλευρη και πολυσχιδή δράση και επιδεικνύοντας ακαταπόνητη εργατικότητα, ο μακαριστός είχε κατορθώσει πολυτρόπως και πολυειδώς να γίνει απαραίτητος σε όλους μας. Αναγκαίος και χρήσιμος σε πολλούς.

 Ευγενικός με όλους, ήταν άψογος και ανεπίληπτος στη συμπεριφορά του, σε τέτοιο βαθμό που δύσκολα θα μπορούσε να βρει κανείς επάνω του, κάποιο ελάττωμα ή κάποια αδυναμία. Δεν συμμετείχε σχεδόν καθόλου σε διενέξεις και διαμάχες και όταν κάποιος τον προκαλούσε, έδιδε συνήθως τόπο στην οργή και είχε τον τρόπο να μην δίδει συνέχεια στην αντιπαλότητα, επιδεικνύοντας αξιοθαύμαστη ανωτερότητα ήθους και πνεύματος και εκδηλώνοντας πραότητα και αοργησία, είχε ως κανόνα και πρότυπο τον πράο και ταπεινό Ιησού.

 Ακόμα και όταν διαφωνούσε ισχυρώς με κάποιον, διετύπωνε την διαφωνία του με ψυχραιμία και ευγένεια ψυχής και με το μειλίχιο και καλόκαρδο ύφος του, καθώς και με τη σωστή εξήγηση, κατακτούσε συχνά την καρδιά και το μυαλό του διαφωνούντος.  Παράλληλα διέθετε την αρετή της ακατακρισίας, ανεπτυγμένη σε εξαιρετικό βαθμό, δεν κατέκρινε εύκολα και δεν συμμετείχε σε κουτσομπολιά, ενώ δεν υστερούσε και δεν του έλειπε και η   οξυδερκής αίσθηση του χιούμορ, ψυχαγωγώντας με αυτήν όταν ήταν αναγκαίο και χαρίζοντας εύθυμη και ιλαρή διάθεση στους συνομιλητές του, με έξυπνες ατάκες και ωραία ανέκδοτα.

 Ο Χριστός τον είχε προικίσει με εξέχουσα φρόνηση και σπάνια οξύνοια, γι’αυτό και ήταν ιδιαίτερα σοφός και συνετός και είχε πληθώρα από τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος. Φωτόλουστος και φωτοπάροχος, εν ενί λόγω πλημμυρισμένος από την θεία χάρη και στολισμένος, κοσμημένος από τα τέλεια δωρήματά της, προσέγγιζε πάντοτε με αγάπη και χαμόγελο τον πλησίον του και είχε απέραντη υπομονή, εκεί οπού αυτή ήταν απαραίτητη, μεταδίδοντας παράλληλα από το φως των αρετών του και μεταλαμπαδεύοντας λαμπηδόνες εξ αυτού, σε κάθε άνθρωπο με τον οποίον συναναστρεφόταν.

 Αυτό που ιδιαίτερα τον διέκρινε, ήταν το ισχυρό αίσθημα ευθύνης, που τον διακατείχε συνεχώς. Δια τούτο και ήταν τόσο αξιόπιστος και συνεπής σε ό,τι αναλάμβανε και όλοι του είχαν εμπιστοσύνη, όταν του ζητούσαν να φέρει εις πέρας το ο,τιδήποτε. Ο μακαριστός δεν άφηνε για άλλους, εκείνο που μπορούσε να διεκπεραιώσει ο ίδιος και γι’αυτό είχε καταστεί τόσο αναγκαίος και χρήσιμος, τόσο απαραίτητος «εκ των ων ουκ άνευ». Πνεύμα φιλομαθές και ανήσυχο, είχε κατορθώσει με την προσωπική του έρευνα και αναζήτηση να μάθει πολλά και να αποκτήσει πολλές γνώσεις σε όλους τους τομείς του επιστητού, σε θεωρητικό και πρακτικό επίπεδο, τις οποίες έπειτα χρησιμοποιούσε και αξιοποιούσε για το κοινό καλό. Γι’αυτό άλλοστε, πάντοτε είχε έναν λόγο οικοδομής να σου διδάξει.

 Όταν ιερουργούσε, ήταν υποδειγματικός ιερουργός και λειτουργός του Υψίστου, καθώς μελετούσε διαρκώς και εγνώριζε στην εντέλεια το τυπικό της Εκκλησίας και στις θείες του λειτουργίες είχε αρχοντικό παράστημα και βαθειά προσήλωση και προσοχή. Λειτουργούσε πολλές φορές κατά τη διάρκεια του έτους, λατρεύοντας τον Πανάγιο Τριαδικό Θεό μετά φόβου και αγάπης, επιθυμώντας σφόδρα και επιδιώκοντας ακατάπαυστα να καταξιωθεί να εύρει χάριν ενώπιον του Κυρίου Παντοκράτορος.

 Με μία λέξη ο Ιάκωβος ήταν εκκλησιοπρεπής όταν ιερουργούσε και αυτό το έπραττε, γιατί αγαπούσε από καρδίας τον Χριστόν και την Εκκλησίαν του και διότι εγνώριζε άριστα, ότι το να προσκολλάται κανείς εις τον Θεόν και να καταθέτει εις τον Κύριον την ελπίδα της σωτηρίας του, αυτό είναι το όντως αγαθόν, το κατ’εξοχήν ωραίο και το ακρότατον των εφετών. Συν τοις άλλοις αγαπούσε υπερβολικά την ευπρέπεια του οίκου του   Σωτήρος των ψυχών ημών και δαπανούσε πολλή ενέργεια, έτσι ώστε ο ναός του Χριστού, κάθε ναός του Χριστού, να είναι πεντακάθαρος και λαμπρός, όπως πραγματικά του πρέπει και του αξίζει, καθώς ο θεοφιλέστατος ήξερε πολύ καλά, ότι ο Δεσπότης Ιησούς αγιάζει και αντιδοξάζει με τη θεϊκή του δύναμη, εκείνους που ιδιαίτερα μεριμνούν για την ευπρέπεια του οίκου του. Δια τούτο και εφρόντιζε, ώστε τα πάντα μέσα στον ναό να ευρίσκονται και να τελούνται κατά τάξιν και ευσχημόνως.

Ένα μεγάλο προσόν που τον χαρακτήριζε, ήταν η εξαιρετική ευαισθησία που διέθετε στα θέματα της Πίστεως. Ο μακαριστός Ιεράρχης ήταν χωρίς αμφιβολία ένας ακραιφνής ζηλωτής της Ορθοδοξίας και θεοφώτιστος τηρητής των πατρικών μας παραδόσεων. Ήταν τόσο θερμά, ασίγαστα και απαραμείωτα το ενδιαφέρον και ο ζήλος του για τα ζητήματα του πατρίου εορτολογίου και όχι μόνον, ώστε με την διαρκή μάθηση και εντρύφηση να είναι σε θέση να γνωρίζει λεπτομέρειες για πρόσωπα και πράγματα, που σχεδόν όλοι οι άλλοι αγνοούσαν. Προτάσσοντας την αυστηρότητα και την ακρίβεια του ευσεβούς λογισμού και συνδυάζοντας αυτά τα στοιχεία με τη λεπτή οξυδέρκειά του, εξέφραζε ορθές κρίσεις επί δυσκόλων εκκλησιαστικών ζητημάτων και έδιδε σοφές συμβουλές και εύστοχες γνώμες, έχοντας πάντοτε ως γνώμονα την Αλήθεια και την ακεραιότητα της διδασκαλίας του Ευαγγελίου.

 Γενικότερα ο Ιάκωβος παρέμεινε απαρέγκλιτα πορευόμενος στην οδό του Κυρίου, φυλάσσοντας με όλη του την καρδιά τις εντολές του Δεσπότου, καθώς η καθημερινή τέρψη και απόλαυση γι’αυτόν, ήταν η εξερεύνηση, κατανόηση και εφαρμογή των κριμάτων και δικαιωμάτων του Χριστού μέσα από τον πανάγιον νόμον Του. Με αυτόν τον τρόπον ο Θεάνθρωπος της Αγάπης εφώτιζε ολοένα και περισσότερο τον νουν και την καρδιά του εκλιπόντος και αποκάλυπτε εις τους νοερούς του οφθαλμούς τα θαυμάσια εκ των θείων προσταγμάτων, τα οποία ως άλλες ηλιακές λαμπηδόνες, εισέδυαν στο βαθύτερο είναι του και ελάμπρυναν την χριστοκεντρικήν ύπαρξιν του, θερμαίνοντάς την με το θερμουργό, αειλαμπές και φωτιστικό πυρ του Παρακλήτου.

  Στο πολύ καυτό και διαχρονικά επίκαιρο ζήτημα της ενώσεως και ομονοίας των Γ.Ο.Χ., ήταν ξεκάθαρα υπέρ της κατά Θεόν ενότητος των πάντων, εντός της Μίας, Αγίας και Αδιαιρέτου Εκκλησίας του Χριστού, της οποίας μέλος ετύγχανε και ο ίδιος και δεν ενθουσιαζόταν από την προοπτική εξωτερικών συρραφών και πρόχειρων συγκολλήσεων, τις οποίες θα μπορούσαν να επιφέρουν οι σπασμωδικές και επιφανειακές προσεγγίσεις, που θυσιάζουν την Αλήθεια και το πραγματικό κλέος της Εκκλησίας, στον βωμό των κούφιων εντυπώσεων και της κενής δόξας, που κυνηγούν εκείνοι που προτιμούν να αρέσουν στους ανθρώπους και όχι στον Θεάνθρωπο Χριστό. «Ηγάπησαν γαρ την δόξαν των ανθρώπων, ήπερ την δόξαν του Θεού». Εκείνοι που νικώνται από το πάθος της ανθρωπαρέσκειας και της κενοδοξίας, και όχι από το ιερό πάθος του ουρανίου έρωτος και της θείας αγαπήσεως του Αρνίου Ιησού.

 Ανεκτίμητη η προσφορά του στην Εκκλησία, την εν Ελλάδι και όχι μόνον. Την υπηρέτησε πιστά και κατά άριστον τρόπον από διάφορες θέσεις και βοήθησε κατ’επανάληψιν κι όλους εμάς τους αδελφούς του, οσάκις τον χρειασθήκαμε. Δεν μπορώ να μην αναφέρω, ότι προσωπικά με είχε βοηθήσει και διαφωτίσει πάλιν και πολλάκις σε διαφόρους τομείς και ποικίλα ζητήματα, χάρις εις την μεγάλη ικανότητα αντιλήψεως των πραγμάτων, που διέθετε. Σήκωνε στους ώμους του πολλά και μεγάλα βάρη, τόσο στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, την Ιερά ημών Σύνοδο, όσο και εντός της συνοδείας μας, της οποίας ετύγχανε μέλος ενεργητικό και δραστήριο. Δεν ήξερε τι θα πει αδράνεια και απραξία. Συμμετείχε σε πάρα πολλές εορτές και πανηγύρεις της Εκκλησίας, κήρυττε τον θείον λόγον, ερμηνεύοντάς τον με ευφυείς και εύστοχες παρατηρήσεις και εν ενί λόγω δρούσε ακατάπαυστα, παράγοντας λαμπρό και καρποφόρο πνευματικό και εκκλησιαστικό έργο.

 Μάλιστα εγνώριζε με ευχέρεια να ομιλεί τις κυριότερες ευρωπαϊκές γλώσσες και αυτό του χάριζε μια άνεση στην γραπτή και προφορική επικοινωνία με αλλόγλωσσους πιστούς και όχι μόνον, συνδράμοντας και βοηθώντας και με αυτόν τον τρόπο, το έργο της Εκκλησίας στο εξωτερικό. Από την πρώτη στιγμή, όλα αυτά τα χρόνια αποτέλεσε το δεξί χέρι του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Μακαρίου, παρέχοντάς του πολύτιμη στήριξη και συμπαράσταση και υπήρξε κατ’ουσίαν η βακτηρία του, διευκολύνοντας την ακανθώδη πορεία του Μακαριωτάτου μέσα από ανυπέρβλητες δυσκολίες και αξεπέραστα κατ’άνθρωπον εμπόδια και συνδράμοντας τα μέγιστα στο πολυεύθυνο και πολυεπίπεδο έργο του. Δια τούτο και είναι όντως μεγάλη η απώλεια για όλους μας, μεγίστη όμως για τον Μακαριώτατό μας, του οποίου άλλωστε πνευματικό τέκνο πολύκλαυστο και πολυθρήνητο, λίαν αγαπητό και προσφιλές υπήρξε ο θεοφιλέστατος.

 Και για να μην λησμονούμε τα αυτονόητα, ένας επιπλέον λόγος για τον οποίον ο Μακαριώτατος Γέροντάς μας αγαπούσε τόσο πολύ τον εκλιπόντα και αναπαυόταν το πνεύμα του σε αυτόν, ήταν και η υπακοή που έκανε προς αυτόν, τον πνευματικό του πατέρα, ο άγιος Χριστουπόλεως, μέχρι και την τελευταία στιγμή, κάτι που δεν παρέλειψε να τονίσει και ο Μακαριώτατος στον σπαραξικάρδιο και συγκλονιστικό επικήδειο λόγο του, κατά την ημέρα της εξοδίου ακολουθίας και εκφοράς του θεοφιλεστάτου. Ο αγαπητός πνευματικός μας αδελφός Ιάκωβος, καθώς ήταν ευφυής κατά Θεόν, εγνώριζε πως ο σωστός υποτακτικός προοδεύει μόνον, όταν προσπαθεί και αγωνίζεται να ταυτίσει την ζωή του και την ύπαρξή του με την ζωή και την ύπαρξη του Γέροντά του, με την υπακοή δηλαδή σε αυτόν, και έτσι αυτήν φρόντιζε να ασκεί, ακόμη και τα τελευταία χρόνια που είχε γίνει Ιεράρχης, μην πράττοντας σχεδόν τίποτα, εάν πρώτα δεν το συζητούσε με τον Μακαριώτατο.

 Με αυτόν τον τρόπον εξέφραζε την ευγνωμοσύνη του προς τον πνευματικό του πατέρα, αποδείκνυε την ταπεινοφροσύνη του και ταυτόχρονα προέκρινε και εμπιστευόταν περισσότερο το πνευματικό αισθητήριο και κριτήριο του Γέροντα από τον δικό του λογισμό. Δια τούτο κατάφερε να αποκτήσει χρηστότητα, παιδεία και γνώση και είλκυε το Πνεύμα του Κυρίου, όταν άνοιγε το στόμα του, κατορθώνοντας να μεταδίδει ειρήνη Χριστού στους καλοπροαιρέτους και σε όσους αγαπούσαν τον νόμον του Βασιλέως και Δεσπότου Ιησού.

 Ως σκεύος εκλογής ο ίδιος, αναγνώριζε την ιδιαιτέραν εύνοιαν του Θεού προς το πρόσωπό του, καθώς ο Χριστός ως το πολυτιμότερο δώρο και τον πιο ανεκτίμητο μαργαρίτη, του εχάρισε πνευματικό πατέρα, όχι τον τυχαίο, ούτε τον οιονδήποτε, αλλά - από παλαιούς και νέους -  τον μακράν πιο θεοφώτιστο, θεόπνευστο και θεοκίνητον πατέρα και οδηγό, την επιτομή του γνησίου και αληθινού πατρός,  τον κατ’εξοχήν άνθρωπον της καρδιάς και τον όντως άνθρωπον του Θεού, τον Μακαριώτατον Αρχιεπίσκοπόν μας κ.κ. Μακάριον, ο οποίος για τους καλοπροαιρέτους και για εκείνους που αληθινά τον γνωρίζουν, αποτελεί την πιστοτέραν έκφρασιν της πατρικής δια τα φίλτατα αυτού τέκνα στοργής. Ο Ιάκωβος λοιπόν εμπειρικά και βιωματικά εγνώριζε, εσωτερικώς πληροφορηθείς εν τη καρδία του, πως χωρίς τον Γέροντά του, χωρίς τον Γέροντά μας, δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να φθάσει εκεί που έφθασε και να γίνει αυτός που έγινε. Διότι κανείς δεν μπορεί να καταξιωθεί, αυτονομώντας πνευματικά τον εαυτόν του. Άλλοστε την υπακοή στην Εκκλησία και στον πνευματικό, ο εκλιπών Ιεράρχης εδίδασκε έργω τε και λόγω και στα πνευματικά του τέκνα, ως γνησία έκφραση ταπεινώσεως και αληθινά ενθέου ζωής και προκειμένου να ευημερούν και να προοδεύουν κατά Χριστόν.  

 Με έναν λόγο, όπως υπογραμμίζει ο άγιος Γρηγόριος ο θεολόγος στον επιτάφιο του Μ. Αθανασίου, επαινώντας τον Ιάκωβο, επαινώ την ίδια την αρετή. Και μάλιστα όχι την τυχούσα αρετή, αλλά την αρετή των εσχάτων, όταν σύμφωνα με τους λόγους του Κυρίου, ψυγήσεται η αγάπη και πίστη των πολλών, κάτι επομένως δυσεύρετο και καθόλου συνηθισμένο (η αρετή των εσχάτων). Γεγονός που την καθιστά, ακόμα πιο δυσκολοκατόρθωτη, εξέχουσα και ξεχωριστή. Και εάν κάποιος βασανίζεται από το ερώτημα, εάν θα υπάρχει αρετή τις ημέρες των εσχάτων, εάν θα βρίσκεται ενάρετος χριστιανός προς το τέλος της ιστορίας, ας σηκώσει το βλέμμα και ας κοιτάξει τον μακαριστό άγιο Χριστουπόλεως και θα λάβει όλες τις απαντήσεις. Ο Ιάκωβος είναι η απάντηση ή τουλάχιστον μία από τις απαντήσεις στο ερώτημα αυτό. Και μάρτυρες αψευδείς της αρετής και της προσφοράς του ανδρός, είναι το σύνολο των πιστών, το σύνολο του πληρώματος της Εκκλησίας, τα πνευματικά του τέκνα και όχι μόνον, που έχουν να θυμούνται τα καλύτερα από την συναναστροφή και συνύπαρξη μαζί του. Οι πάντες ευφραίνονταν και χαίρονταν με την ακτινοβόλο παρουσία του, την πολυποίκιλη δράση του και θεάρεστη διαγωγή του, την αδαμάντινη προσωπικότητά του.

 Ο κυρός Ιάκωβος λοιπόν, ετελείωσε το έργο του στον παρόντα κόσμο και επλήρωσε το κοινό χρέος των ανθρώπων, τον θάνατο. Αναπαύθηκε από των κόπων αυτού, καθώς κατάφερε σε μικρό σχετικά αριθμό ετών, να περισυλλέξει τις αρετές και να επιδείξει την πνευματική καρποφορία, που άλλοι καταφέρνουν να φθάσουν και να παράγουν, μόνον εφόσον εγγίσουν τα βαθιά γεράματα. Εκείνα άλλοστε που καθιστούν σεβαστό και πολιό έναν άνθρωπο, δεν είναι τα λευκά γένεια και η μεγάλη ηλικία, αλλά η φρόνηση και ο ακηλίδωτος βίος, η αψεγάδιαστη διαγωγή. Και αυτά τα γνωρίσματα, τα διέθετε παιδιόθεν ο εκλιπών Ιάκωβος, τον οποίον γι’αυτόν ακριβώς τον λόγον, πολύ εύστοχα και από πολύ νωρίς, είχε χαρακτηρίσει ο Μακαριώτατός μας  με το προσωνύμιον του παιδαριογέροντα, τουτέστιν του μειρακίου, του παιδιού, το οποίο από πολύ μικρή ηλικία διαθέτει γεροντική σύνεση.

 Ο μακαριστός άγιος Χριστουπόλεως μετά από μία αξιοζήλευτη και αξιοθαύμαστη κατά πάντα βιοτή και πολιτεία, παρέδωκε την θεοτίμητον και θεοφιλή ψυχήν του εις χείρας Θεού Ζώντος. Κατάφερε και έγινε ευάρεστος και αγαπητός στον Χριστό, ο Οποίος δια τούτο έκρινε, ότι ήλθε ο καιρός και ότι έφθασε το πλήρωμα του χρόνου για να τον καλέσει κοντά του. Εμείς οι ταπεινοί του ευχόμαστε καλή ανάπαυση και καλή Ανάσταση κατά την ημέρα της κρίσεως. Να χαίρεται και να ευφραίνεται αιώνια και να περιμένει κι εμάς για να εισέλθουμε όλοι μαζί στην Βασιλεία του Χριστού.

 Προς το παρόν ας δοξολογεί ακατάπαυστα τον Βασιλέα της δόξης Ιησού Χριστό, τον οποίον παιδιόθεν ηγάπησε και από πολύ νωρίς υπηρέτησε και ας προσεύχεται, ας μεσιτεύει για εμάς προς τον Κύριον των Αποστόλων, των Προφητών και των Αγίων, προκειμένου ο Θεάνθρωπος του ελέους και των οικτιρμών να ικανοποιεί πάντα τα προς σωτηρίαν αιτήματά μας. Επιλέγοντας λοιπόν εν κατακλείδι, δεν θα μπορούσα παρά να αναφωνήσω εν όλη ψυχή τε και καρδία: «Χαίρε εν Κυρίω εις αιώνας αιώνων, μετά Αγγέλων και πάντων των Αγίων, Αρχιερεύ του Χριστού Ιάκωβε»!!!        

 

Η ΑΓΙΑ-ΣΟΦΙΑ ΚΑΙ Η ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ ΣΤΟ ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

 ΘΕΟΦΙΛΕΣΤΑΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΠΕΤΡΑΣ ΔΑΒΙΔ

(Το παρόν άρθρο συνετάχθη τον Αύγουστο του 2020, αμέσως μετά την μετατροπή της Αγια-Σοφιάς σε τζαμί υπό του Ερντογάν).

  • Η ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Ο Χριστός είπε κάποτε στους μαθητές του, ότι αυτοί είναι το φως του κόσμου. Τους είπε επίσης, ότι είναι το αλάτι της γης και πως επομένως, πρέπει όπως κάνει το αλάτι με τις τροφές, να νοστιμεύουν τον κόσμο, να του δίνουν νόημα με τη διδασκαλία του ευαγγελίου και να εμποδίζουν την σήψη του. Ο κόσμος αυτός είναι υποκείμενος στον κίνδυνο του σαπίσματος και του σκοτεινιάσματος και οι μαθητές του Χριστού έχουν την αποστολή να εξαπλώνουν το Φως και την Αλήθεια του Κυρίου τους και να κατανικούν το σκοτάδι και το ψεύδος.

Η διαμάχη ανάμεσα στο Φως και το σκότος είναι αένναη. Οι μαθητές του Χριστού αποκαλούνται «θεηγόροι οπλίται παρατάξεως Κυρίου», πράγμα που σημαίνει, ότι στον κόσμο αυτό, έχουμε έναν ακατάπαυστο πόλεμο ανάμεσα στις δυνάμεις του φωτός και τις δυνάμεις του σκότους. Το πνευματικό σκοτάδι πολεμάει ακούραστα το Φως του κόσμου, που είναι ο Χριστός, προκειμένου να Τον κατανικήσει και να επιβληθεί στον κόσμο.

Ωστόσο το Φως και το σκοτάδι δεν είναι απρόσωπες και αόριστες έννοιες. Πηγάζουνε και εκφράζονται μέσα από ιστορικά μεγέθη και ιστορικές πραγματικότητες. Το σκοτάδι ασφαλώς πηγάζει και εκφράζεται από τον Εωσφόρο και τα πειθήνια όργανά του, τα οποία μπορεί ως κοσμοκράτορες να είναι οι κυρίαρχοι του κόσμου και να κατεξουσιάζουν αυτόν , αλλά κατ’ουσίαν είναι τα δουλικά του διαβόλου και οι απόλυτοι λάτρεις και υπηρέτες του.

Από την άλλη οι φωτεινοί υπηρέτες του Χριστού είναι μέλη της μόνης καθαρής και αμόλυντης Πίστης, της Ορθοδοξίας, η οποία ως ιστορικό μέγεθος ταυτίζεται και εκφράζεται με την Ρωμαιοσύνη(Ρωμηοσύνη), τον ελληνορθόδοξο τρόπο ζωής και σκέψης, τον Ρωμαίικο πολιτισμό. Η Ρωμηοσύνη ως η ανωτέρα πνευματική και πολιτιστική δύναμη και ως Ελληνισμός που ορίζεται από την συμπόρευση και ταύτισή του με την Ορθοδοξία, αποτελεί την μοναδική γνήσια και αληθινή πηγή φωτός του κόσμου. Οπότε είναι λογικό, οι σκοταδιστές αυτήν κυρίως να πολεμούν και σε αυτήν κυρίως να στοχεύουν τα πυρά τους, προκειμένου να κατορθώσουν να βασιλεύσει στον κόσμο το απόλυτο σκοτάδι.

 Έτσι η Ρωμηοσύνη, ανεξάρτητα από το τι φαίνεται και βγαίνει προς τα έξω, ευρίσκεται έστω και αθεάτως, κυρίως αθεάτως, στο επίκεντρο της πολεμικής των σατανολατρών κοσμοκρατόρων. Οι πνευματικές και πολιτιστικές διεργασίες και ζυμώσεις που επιφέρουν παντοιοτρόπως στον παγκόσμιο χάρτη με τις παρεμβάσεις και τη συνολική τους δράση οι τελευταίοι, αποσκοπεί κυρίως στην συρρίκνωση και την αλλοίωση του Φωτός, της Αίγλης και της επιρροής-επίδρασης της Ρωμηοσύνης στον κόσμο. Με άλλα λόγια συσκοτίζουν την ανθρωπότητα, έτσι ώστε ποτέ να μην μπορέσει να προσεγγίσει το Φως και την Αλήθεια, ως Πίστη και φιλοθεϊα, ως αγαθότητα και καλοσύνη, ως αρετές και χαρίσματα, ως πολιτισμό και ευγένεια, ως τρόπο ζωής και σκέψης, ως φιλότιμο και φιλανθρωπία.

  • ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ Η ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ

Καρδιά του κόσμου είναι η Ρωμηοσύνη(Ελληνισμός) και καρδιά της Ρωμηοσύνης ο Χριστός που την καθοδηγούσε και την σκέπαζε, ανοίγοντας της δρόμους προς το Φως, την Αγαθότητα και την Αλήθεια και συμπορευόταν μαζί της και στους προ της Ενανθρωπήσεώς Του αιώνες. Ασφαλώς η Ρωμηοσύνη είναι και φυλετικό μέγεθος, αλλά πολύ περισσότερο πνευματικό, καθώς μέλη της είναι τόσο οι Έλληνες(Ρωμηοί) στην καταγωγή, όσο και οι Έλληνες(Ρωμηοί) στο πνεύμα, τον πολιτισμό, τις παραδόσεις και την Πίστη. Αυτοί που γεννιούνται Έλληνες και αυτοί που εξελληνίζονται και γίνονται Έλληνες στην πορεία.  

Η Ρωμηοσύνη έχει παγκόσμιο, οικουμενικό και διαχρονικό χαρακτήρα. Ρωμηοί υπήρχαν και υπάρχουν παντού, σε κάθε γωνιά του πλανήτη, αλλά κυρίως εκεί όπου έλαμψε και βασίλευσε με την Θεανθρώπινη ακτινοβολία της η Μεσαιωνική Ρωμαίικη Αυτοκρατορία της Κωνσταντινουπόλεως, η οποία αποτέλεσε τον πολιτικό φορέα της Ρωμηοσύνης. Έχουμε λοιπόν τους Ιταλώνυμους Ρωμηούς στην Ιταλία(Ιταλώνυμη Ρωμηοσύνη), τους Αραβώνυμους στις Αραβικές χώρες(Αραβώνυμη Ρωμηοσύνη), τους Ελλαδίτες στην Ελλάδα(Ελλαδική Ρωμηοσύνη), τους Βαλκάνιους στα Βαλκάνια(Βαλκανική Ρωμηοσύνη) τους Τουρκώνυμους στην Τουρκία(Τουρκώνυμη Ρωμηοσύνη) κ.ο.κ.

  • ΕΛΛΑΔΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΚΩΝΥΜΗ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ

 Εμείς εδώ λόγω επικαιρότητας θα ασχοληθούμε δι’ ολίγων με την Ελλαδική και κυρίως την Τουρκώνυμη Ρωμηοσύνη. Τουρκώνυμη είναι η  Ρωμηοσύνη που φέρει το όνομα της Τουρκιάς, οι Ρωμηοί που φέρουν το όνομα του Τούρκου. Είναι Τούρκοι κατ’ όνομα, οι οποίοι στην πραγματικότητα έχουν ισχυρές Ρωμαίικες(Ελληνικές) καταβολές. Όπως επισημαίνεται παραπάνω, για να αποκληθεί κανείς Ρωμηός, θα πρέπει απαραιτήτως να είναι Ορθόδοξος χριστιανός.

 Εμείς ,όμως, υπείκοντας, εδώ, στο πνεύμα του νόμου και όχι στο γράμμα, στα μέλη της Τουρκώνυμης Ρωμηοσύνης συμπεριλαμβάνουμε τόσο τους Τούρκους Χριστιανούς(Ορθοδόξους), όσο και τους Τουρκους Μουσουλμάνους για λόγους στους οποίους θα αναφερθούμε κατωτέρω. Απλώς εδώ  συνοψίζουμε τους λόγους εκ προοιμίου. Αυτοί είναι: η φυλετική συγγένεια και πολιτιστική εγγύτητα των Τούρκων προς τους Βυζαντινούς και μεταβυζαντινούς Ρωμηούς προγόνους τους(είχαμε δηλαδή Έλληνες και Τούρκοι κοινούς  προγόνους από κάποιο σημείο και μετά, στην όψιμη μεσαιωνική και μετέπειτα ιστορία μας), καθώς και η αγάπη και ο σεβασμός πολλών Τούρκων για τα ιερά και τα όσια της Ορθοδοξίας. Στον παράγοντα του μογγολικού στοιχείου, που τόσο άκριτα και αβασάνιστα συνδέουν κάποιοι με το σύνολο του τουρκικού λαού αναφέρομαι σύντομα κατωτέρω.

Η αναφορά μας λοιπόν στο παρόν άρθρο θα έχει να κάνει με την Ελλαδική και την Τουρκώνυμη Ρωμηοσύνη ή με άλλα λόγια με τους Έλληνες και τους Τούρκους. Πολλοί από εκείνους που ασχολούνται με το θέμα αυτό, θεωρούν τους δύο λαούς άσπονδους εχθρούς και ασφαλώς κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει την κατάκτηση της Βασιλεύουσας από τον Μωάμεθ τον Πορθητή, καθώς και όλων των άλλων εδαφών του Βυζαντίου που μετατράπηκαν αυτόματα σε Οθωμανική Αυτοκρατορία, αλλά και την γεμάτη δεινά για τους Έλληνες σκλαβιά πέντε αιώνων επί Οθωμανοκρατίας, καθώς και την μοιραία για τον Ελληνισμό καταστροφή και σφαγή των Ελλήνων του Πόντου και της Μικράς Ασίας και εν τέλει τον βίαιο ξεριζωμό τους από τις προαιώνιες πατρογονικές τους εστίες.

4) Η ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΙΚΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ

Όπως έχουν επισημάνει κατά καιρούς έμπειροι συγγραφείς, διεθνολόγοι, ιστορικοί αναλυτές κ.α. οι δύο λαοί διέρχονται σήμερα μια βαθιά υπαρξιακή κρίση, η οποία όπως θα συμπληρώναμε δεν είναι άσχετη με το Ρωμαίικο παρελθόν τους. Ξεκινώντας επί παραδείγματι με την Ελλαδική Ρωμηοσύνη, η κρίση που διέρχεται η χώρα μας τα τελευταία χρόνια, για να μην πούμε τις τελευταίες δεκαετίες δεν είναι τόσο κρίση οικονομική, κοινωνική, επιδημιολογική ή ο,τιδήποτε άλλο, αλλά κρίση πνευματική, πολιτιστική, εθνικοθρησκευτική, κυρίως και κατεξοχήν δηλαδή κρίση ταυτότητας.

Αυτό συμβαίνει, διότι οι ηγέτες της Ελλάδος, στη συντριπτική τους πλειονότητα(πολιτικοί, διανοούμενοι, ίσως και εκκλησιαστικοί), όλα αυτά τα χρόνια από το 1821 και μετά ουσιαστικά, δεν κάνουν τίποτε άλλο, παρά να ροκανίζουν ως άλλα τρωκτικά τις ρίζες του Έθνους και να γκρεμίζουν με επιδέξιο και αφανή πολλές φορές τρόπο τις γέφυρες που ενώνουν τους Έλληνες με τις πηγές και τα πνευματικά, ιστορικά και πολιτιστικά τους αποθέματα. Το γεγονός αυτό, έχει ως αποτέλεσμα, οι Έλληνες τα τελευταία διακόσια χρόνια να απομακρύνονται σταδιακά ολοένα και περισσότερο από την Ορθοδοξία και τις παραδόσεις τους, τα ήθη και τα έθιμά τους, να λησμονούν  τον ελληνικό τρόπο ζωής και σκέψης και να γίνονται σιγά-σιγά τύποις μόνον Ορθόδοξοι και κατ’ όνομα μόνον Έλληνες.

Οι φυτευμένοι από τις Μεγάλες Δυνάμεις Γραικύλοι πολιτικοί της Ελλάδος επιχείρησαν- κατά παραγγελία της Δύσης και με επίσημο πρόγραμμα και σχέδιο- να διαπλάσουν κατ’εικόνα και καθ’ομοίωσιν τους τον ελληνικό λαό, επιδιώκοντας να μετατρέψουν τους υπερήφανους αετούς της Ρωμηοσύνης σε φρόνιμα και ταπεινά παιδάκια των δυτικών, σε υπάκουα σκυλάκια τους και υποτακτικούς τους και εν τέλει σε Γραικύλους οσφυοκάμπτες και δουλοπρεπείς απέναντι στους Ευρωπαίους, των οποίων τα «φώτα» και τον «πολιτισμό», θα έπρεπε να θαυμάζουν και να μιμούνται οι Έλληνες ως δήθεν ανώτερα της Ρωμηοσύνης.

Και μπορεί μεν κάποιοι από τους Έλληνες πολλοί ή λίγοι να επιθυμούν να εξευρωπαϊσθούν, οι Ευρωπαίοι όμως γνωρίζουν πολύ καλά ότι άλλη είναι η πάστα των Ελλήνων και άλλη η δική τους, άλλη η κουλτούρα του ενός και άλλη του άλλου, άλλη η νοοτροπία κ.ο.κ. Το χάσμα δεν γεφυρώνεται με πολιτιστικά παντρέματα, σύγχυση και συγχώνευση πολιτισμών. Δεν μπορεί κανείς να είναι ταυτόχρονα και Έλληνας και Ευρωπαίος. Αν κάποιος γίνει Ευρωπαίος παύει να είναι Έλληνας και αν κανείς γίνει Έλληνας παύει να είναι Ευρωπαίος.

Έτσι λοιπόν η διαφαινόμενη επικράτηση στην Ελλάδα ενός αλλότριου προς τον Ρωμαίικο πολιτισμού(του αμερικανοευρωπαϊκού lifestyle), είναι εκείνο που προκαλεί στους Ελλαδίτες Ρωμηούς βαθιά υπαρξιακή κρίση, μια συνολική εθνική κρίση ταυτότητας και πολιτιστικής φυσιογνωμίας, καθώς φέρνει αντιμέτωπα μέσα τους σε μια αδυσώπητη αναμέτρηση, αυτό που μέχρι τώρα ήταν για αναρίθμητους αιώνες, το βαθύτερο είναι τους, τον πραγματικό τους εαυτό, με εκείνο που τώρα επιθυμούν να γίνουν, κάτι δήθεν πιο εξελιγμένο και προηγμένο, μια καρικατούρα του εαυτού τους και τίποτε περισσότερο.

5) ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΟΦΙΑΣ ΣΕ ΤΖΑΜΙ

Μπορούμε όμως στο σημείο αυτό να περάσουμε και στην Τουρκώνυμη Ρωμηοσύνη. Τις τελευταίες ημέρες γινόμαστε μάρτυρες συγκλονιστικών γεγονότων, των οποίων η συμβολική και όχι μόνον σημασία είναι τεράστια. (Ακόμα πιο μεγάλη είναι η ουσιαστική τους σημασία). Ο ηγέτης της Τουρκίας Ρεντζέπ Ταγίπ Ερντογάν πραγματοποιώντας, όπως ο ίδιος δήλωσε ένα παιδικό του όνειρο, μετέτρεψε σε τζαμί την Αγια-Σοφιά, το ουράνιο στολίδι της κοσμοπόθητης Πόλης, το Οικουμενικό σύμβολο της Ορθοδοξίας και της Ρωμηοσύνης, τον θεϊκό θησαυρό και δώρο του Χριστού στους ανθρώπους, αλλά και το ωραιότερο και ύψιστο πολιτιστικό επίτευγμα της ανθρωπότητας.

Οι εξηγήσεις που δόθηκαν προκειμένου να ερμηνεύσουν την ενέργεια αυτή του Ερντογάν είναι αρκετές. Κάποιοι την είδαν ως επίδειξη ισχύος του Τούρκου ηγέτη, που έγινε προκειμένου να συσπειρώσει γύρω του, τους Τούρκους στο εσωτερικό της χώρας και τους λοιπούς Μουσουλμάνους στο εξωτερικό. Άλλοι την ερμήνευσαν ως πράξη αδυναμίας, καθώς ο Ερντογάν θέλησε με αυτήν να αποπροσανατολίσει την τουρκική κοινή γνώμη από τα καθημερινά προβλήματα και την οικονομική δυσπραγία που υπάρχει στην χώρα, αλλά και να ενισχύσει την δική του θέση, επιτυγχάνοντας την επιβίωση του καθεστώτος του, αφού ο ίδιος φαίνεται πλέον να αντιμετωπίζει προβλήματα δημοφιλίας και να μην έχει στον λαό την απήχηση που είχε παλαιότερα.

Όλες αυτές οι αιτιολογήσεις βεβαίως μπορεί να είναι σωστές. Αποτελούν ωστόσο την βιτρίνα του πράγματος και αφορμώνται από αφετηρίες που έχουν στιγμιαία και παροδική βάση. Υπάρχουν και βαθύτερα αίτια, βαθύτερες και πιο διαχρονικές παράμετροι, εξαιτίας των οποίων ο Ερντογάν μετέτρεψε την Αγια-Σοφιά σε τζαμί. Στην Τουρκία όπως κάποιοι επισημαίνουν, ο λαός της χώρας διέρχεται βαθιά υπαρξιακή κρίση. Αυτό βεβαίως δεν είναι κάτι τωρινό, αλλά ένα πρόβλημα που ταλανίζει, ίσως εδώ και αιώνες τον λαό αυτό και έχει να κάνει με το ιστορικό του παρελθόν.

6) ΦΥΛΕΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΣΥΓΓΕΝΕΙΑ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΚΩΝ

 Οι Τούρκοι, στη συντριπτική τους πλειονότητα, είναι απόγονοι Ρωμηών(Ελλήνων) που εξισλαμίσθηκαν στην πορεία. Είναι λοιπόν φυλετικά συγγενείς με τους Έλληνες. Ξεκίνησαν από τα βάθη της Ασίας πολύ λίγοι, ως τουρκικά φύλα μογγολικής καταγωγής και στη συνέχεια όταν έφτασαν στα βυζαντινά εδάφη, οι πολλές επιγαμίες με Ρωμηούς και Ρωμηές εξαφάνισαν τελικά τον αρχικά μογγολικό χαρακτήρα της φυλής τους. Αυτοί ήταν νομάδες και πολλοί λίγοι, οπότε πληθυσμιακά θα έπρεπε να στηριχθούν στους πολυάριθμους Βυζαντινούς πληθυσμούς που κατακτούσαν. Από εκεί και πέρα ο πληθυσμιακός πυρήνας των Τούρκων αποτελείτο κυρίως από πρώην Βυζαντινούς Ρωμηούς οι οποίοι μάλιστα σε αρκετές περιπτώσεις επάνδρωναν και τις διοικητικές δομές των τουρκικών σουλτανάτων, τα οποία διαμόρφωναν την διοίκηση τους πάνω στις προϋπάρχουσες Βυζαντινές δομές των κατακτημένων εδαφών, καθώς όπως είπαμε τα τουρκικά φύλα ήταν αρχικά νομάδες και δεν είχαν προηγουμένως παρόμοια διοικητική διάρθρωση με αυτή των Βυζαντινών(Ρωμηών).

 Αρχικά μάλιστα στα πρώτα χρόνια(από τον 11ο αιώνα και μετά) οι Τούρκοι σε αρκετές περιπτώσεις δεν απαιτούσαν απαραίτητα τον εξισλαμισμό των Ρωμηών που ενέτασσαν στο κράτος τους. Τους επέτρεπαν να διατηρήσουν την χριστιανική τους πίστη, τους έδιναν φοροαπαλλαγές και άλλες διευκολύνσεις, έτσι ώστε εκείνοι με μεγαλύτερη προθυμία να υπάγονται στα βασίλειά τους και να μπορούν στη συνέχεια οι Τούρκοι με μεγαλύτερη ευκολία να τους αφομοιώσουν. Σταδιακά εξισλαμίζονταν εκούσια ή ακούσια όλο και περισσότεροι Ρωμηοί, οπότε η Τουρκιά γέμισε ουσιαστικά και ταυτίστηκε με Ρωμηούς που άλλαζαν την πίστη τους και το εθνικό τους όνομα.

 Όταν ένας Ρωμηός γινόταν μουσουλμάνος, αυτό σήμαινε, ότι μετέφερε αυτόματα, όσο είχε το περιθώριο, τις συνήθειες της φυλής του  και τον πολιτισμό της Ρωμηοσύνης στο νέο του περιβάλλον και τις ενσωμάτωνε στο τουρκικό πλαίσιο εντός του οποίου πλέον βρισκότανε. Οι συνήθειες, άλλωστε, και ο τρόπος ζωής, είναι κάτι που δεν χάνεται από την μια στιγμή στην άλλη και αποτελούν ασφαλώς και μία έμμεση επίδραση της Πίστης (της Ορθοδοξίας εν προκειμένω) στο νέο περιβάλλον, ακόμα και όταν αυτή (η Πίστη) χάνεται. Οπότε οι Τούρκοι από τον 11ο αιώνα και μετά, ζούσαν δίπλα στους Ρωμηούς, μαζί με τους Ρωμηούς και απαρτίζονταν μάλιστα και οι ίδιοι από Ρωμηούς.

Αυτό σημαίνει εκτός των άλλων πολιτιστική συγγένεια και εγγύτητα των δύο λαών, παρά τις όποιες διαφορές τους σε θρησκευτικό ή άλλο επίπεδο. Οι Βυζαντινοί και οι μεταγενέστεροι Ρωμηοί διοχέτευσαν πολλά στοιχεία του Βυζαντινού- Ρωμαίικου πολιτισμού στην κουλτούρα, τον τρόπο ζωής και τα ήθη και έθιμα των Τούρκων. Μπορεί να λεχθεί ότι η συνύπαρξη των δύο λαών για τόσους αιώνες είχε ως αποτέλεσμα να μεταφέρει ο κάθε λαός δικές του συνήθειες στον άλλο, αλλά ωστόσο εάν έχουν περάσει κάποιες τουρκικές συνήθειες σε εμάς, είναι κατ’ουσίαν δάνειο και αντιδάνειο από την Ρωμηοσύνη και το Βυζάντιο.  Τις δανειστήκαμε δηλαδή από τουρκώνυμους Ρωμηούς ή έστω από πρώην Ρωμηούς και πρώην Έλληνες, με τους οποίους έχουμε κοινή φυλετική και πολιτιστική καταγωγή.

7) ΤΟ ΠΑΙΔΟΜΑΖΩΜΑ

 Ένα άλλο χαρακτηριστικό που συνδιαμόρφωσε τις σχέσεις Ελλήνων και Τούρκων και συνέτεινε με τη σειρά του στην φυλετική συγγένεια των δύο λαών, αλλά και αποτέλεσε μία μεγάλη πληγή στο σώμα της Ρωμηοσύνης, ήταν το λεγόμενο παιδομάζωμα. Με αυτό συγκροτούνταν τα σώματα των Γενιτσάρων, του πιο εκλεκτού, ικανού και φανατισμένου τμήματος του Οθωμανικού στρατού. Ο θεσμός αυτός θεωρήθηκε αναγκαίος, μιας και υπήρχε έντονη δημογραφική αιμορραγία στους Οθωμανούς, λόγω των συνεχών πολέμων. Τα ευφυέστερα, ομορφότερα και πιο γεροδεμένα άρρενα παιδιά των χριστιανών αρπάζονταν σε πολύ μικρή ηλικία από τους γονείς τους και εξισλαμίζονταν μέσα από την παιδεία και την γενικότερη αγωγή που τους έδιναν, μαθαίνοντας και την τουρκική γλώσσα. Ιδιαίτερη φροντίδα καταβάλλονταν από τους παιδαγωγούς των χριστιανοπαίδων, ώστε να ξεχάσουν την προτέρα τους ζωή και την Ρωμαίικη καταβολή τους.

 Οι Γενίτσαροι είχαν σιδερένια πειθαρχία και θρησκευτικό ζήλο και φανατισμό. Συνήθως έχαναν την Ρωμαίικη συνείδησή τους και γινόντουσαν φανατικοί Τούρκοι και μουσουλμάνοι βασιλικότεροι και θερμότεροι των διδασκάλων τους. Ωστόσο παρά την διογκωμένη τουρκική συνείδηση, υπήρχαν μέσα τους ρωμαίικα κατάλοιπα και δεν ξεχνούσαν πάντα την μητρική τους γλώσσα και την χριστιανική τους προέλευση. Γι’αυτό και κάποιοι από αυτούς  βοηθούσαν, όταν και όπως μπορούσαν την οικογένειά τους και τον τόπο τους. Μάλιστα πολλά από τα παιδιά αυτά, προορίζονταν να υπηρετήσουν στην αυλή του Σουλτάνου και αναλάμβαναν συνήθως υψηλά αξιώματα, όπως για παράδειγμα το αξίωμα του Μεγάλου Βεζύρη, ο οποίος ήταν δεύτερος στην οθωμανική ιεραρχία πίσω από τον Σουλτάνο.

Μιας και αναφερόμαστε στο παιδομάζωμα των Οθωμανών, θα θέλαμε να απευθύνουμε μία σύντομη παραβολική διήγηση σε εκείνους από τους  αγαπημένους μας συμπατριώτες, που θεωρούν ότι δεν έχουμε καμία σχέση με τους Τούρκους και ότι οι τελευταίοι ανέκαθεν μας αντιμετώπιζαν πάντα και μόνον εχθρικά. Για την οικονομία του λόγου θα δεχθώ ότι μπορεί να ισχύει αυτό(το δεύτερο σκέλος μόνο) ως ένα βαθμό μικρότερο ή μεγαλύτερο. Η διήγηση λοιπόν είναι η εξής: ας πούμε ότι σε μια οικογένεια είναι δύο αδέλφια. Το ένα προσωποποιεί την  Ελλάδα, τους Έλληνες και το άλλο το μικρότερο την Τουρκία, τους Τούρκους. Τα δύο αυτά αδελφάκια είναι καλά μεταξύ τους, γεμάτα από αδελφική ευτυχία, μεγαλώνουν αγαπημένα και μονοιασμένα. Κάποια στιγμή όμως μπαίνουν βίαια στο σπίτι εχθροί της οικογένειας και αρπάζουν το ένα από τα δύο αδελφάκια,  που εικονίζει την Τουρκία. Το μεγαλώνουν με φανατισμό και αγριότητα και το κάνουν ορκισμένο εχθρό του αδελφού του. Του αλλάζουν την πίστη και το όνομα, καταστρέφουν την παλαιά, την αληθινή και του δίνουν μια τελείως καινούρια, ψεύτικη ταυτότητα. Αυτά τα δύο αδέλφια αθετούν την τελεία αγάπη που υπήρχε μεταξύ τους και γίνονται άσπονδοι εχθροί, με αποτέλεσμα να υποβλέπει το ένα το άλλο.

 Συν τω χρόνω δημιουργείται μεγάλη απόσταση μεταξύ τους και αποξενώνονται το ένα από το άλλο. Δεν παύουν όμως να είναι αδέλφια. Να ρέει  το ίδιο αίμα στις φλέβες τους και κάποτε τις καλές μέρες στο παρελθόν να είναι μία ψυχή σε δύο σώματα. Έρχονται λοιπόν κάποιες φορές που ο μεγάλος αδελφός, η Ελλάδα σκέφτεται με πόνο και αγάπη το μικρό του αδελφάκι και αναπολεί με νοσταλγία τις παλιές καλές ημέρες. Αλλά και ο μικρός αδελφός η Τουρκία, ώρες-ώρες σαν κάτι μέσα του να αναδεύει τον χρόνο και να αναρριπίζει την μνήμη του, ενθυμείται έστω και ασυνείδητα/ασυναίσθητα τις στιγμές αγάπης και μεγαλείου που απολάμβανε στην αγκαλιά του μεγάλου του αδελφού και αναλογίζεται πόσο πολύ θα ήθελε να ξανανιώσει το ίδιο, έστω και αν δεν θυμάται καλά το πως και το πότε. Διότι όταν σου έχουν στερήσει τον αδελφό σου, κατ’ουσίαν έχεις χάσει ένα κομμάτι από τον εαυτό σου, που πάντοτε θα το αναζητάς και πάντοτε θα σου λείπει. Οι Τούρκοι λοιπόν είναι σαν τα παραστρατημένα αδέλφια μας που έχουν χάσει τον δρόμο τους και που ενίοτε(εάν όχι πάντοτε) προσπαθούν να τον ξαναβρούν.

8) ΑΓΑΠΗ ΠΟΛΛΩΝ ΤΟΥΡΚΩΝ ΓΙΑ ΤΑ ΙΕΡΑ ΚΑΙ ΤΑ ΟΣΙΑ ΤΗΣ  ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Όπως προείπαμε ανωτέρω ένα από τα χαρακτηριστικά της Τουρκώνυμης Ρωμηοσύνης που φέρνει πιο κοντά τους δύο λαούς είναι η πηγαία αγάπη και ο σεβασμός πολλών Τούρκων για τα ιερά και τα όσια της Ορθοδοξίας μας και της Ρωμαίικης φυλής μας. Πολλοί Τούρκοι όχι μόνο στις μέρες μας, αλλά και επί Οθωμανοκρατίας και πιο πριν, ακόμη και πασάδες και άλλοι αξιωματούχοι, έδειχναν μια ιδιαίτερη ευλάβεια για πολλούς από τους αγίους της Εκκλησίας μας και μάλιστα πολλές φορές προσεύχονταν με ιδιαίτερη θέρμη σε αυτούς, ζητώντας την θαυματουργική τους επέμβαση, καθώς και άνωθεν βοήθεια και λύση στα προβλήματα που τους ταλάνιζαν.

 Έδειχναν μεγάλο σεβασμό στον Κύριό μας Ιησού και στην Παναγία μητέρα του, ασπάζονταν τις άγιες εικόνες και αρκετοί εξ’αυτών επίστευαν στον Χριστό και εβαπτίζοντο. Το ίδιο δεν αποκλείεται να συμβαίνει και σήμερα σε αρκετές περιπτώσεις. Επί παραδείγματι ακόμη και σήμερα πολλές Τουρκάλες όταν πρόκειται να ζυμώσουν το ψωμί τους, σταυρώνουν το ζυμάρι πριν το βάλουν στο φούρνο για να το ψήσουν. Συνήθεια που είναι κατάλοιπο της ρωμαίικης καταβολής αυτών των γυναικών, έστω κι αν οι ίδιες είναι πλέον μουσουλμάνες.

 Ιδιαίτερη αγάπη τρέφουν οι μουσουλμάνοι, Τούρκοι και όχι μόνον, στον Άγιο Γεώργιο τον Τροπαιοφόρο. Τον φοβούνται και τον ευλαβούνται πολύ και μάλιστα πολλοί εξ’αυτών, τον θεωρούν ακόμη και προστάτη τους. Κάθε χρόνο στη μνήμη του αγίου Γεωργίου συρρέουν χιλιάδες Τούρκοι, μουσουλμάνοι κατά τα φαινόμενα, στα Πριγκηπόννησα στο επανδρωμένο μοναστήρι του αγίου Γεωργίου του Κουδουνά (μία χρονιά ήταν πάνω από 25.000). Εκεί  προσεύχονται στον άγιο να τους χαρίζει υγεία και να στολίζει με τα αγαθά του την ζωή τους, ενώ δεν παραλείπουν να κρεμάνε σε σχοινιά απλωμένα στο προαύλιο του ναού χαρτάκια που έχουν γραμμένα τα ονόματα των συγγενών τους και τα δικά τους, ζητώντας από τον άγιο να εύχεται για αυτά, συνήθεια και έθιμο λατρευτικό καθαρά ορθόδοξο χριστιανικό.

9) ΟΙ ΚΡΥΠΤΟΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ

 Βεβαίως κανείς δεν μπορεί να ξέρει στα σίγουρα, εάν κάποιοι από αυτούς τους Τούρκους είναι κατά βάθος κρυπτοχριστιανοί, Ορθόδοξοι Ρωμηοί που προσποιούνται τους μουσουλμάνους για τον φόβο του Ερντογάν και του καθεστώτος ανελευθερίας που υπάρχει στην Τουρκία. Και κανείς δεν μπορεί εν τέλει να υπολογίσει με ακρίβεια πόσοι ενδέχεται να είναι οι κρυπτοχριστιανοί στην Τουρκία. Κάποιες φωνές ψιθυρίζουν ότι ίσως και να είναι αρκετά εκατομμύρια, περισσότερα από όσα θα ήταν δυνατόν  κανείς να φανταστεί. Η Τουρκία είναι μια χώρα που ακόμα και σήμερα θα μπορούσε να κρύβει για ορισμένους πολλές και μεγάλες εκπλήξεις.

 Οπότε λοιπόν, εάν ότι ψυθιρίζεται για τους κρυπτοχριστιανούς έχει έστω και μικρή δόση αληθείας, αντιλαμβάνεσθε τι αντίκτυπο θα είχε για την σημερινή Τουρκία μία ενδεχόμενη αποκάλυψη, ότι ένα σημαντικό, ίσως και μεγάλο μέρος του πληθυσμού της είναι «γιαλαντζί» μουσουλμάνοι και επομένως και «γιαλαντζί» Τούρκοι. Είναι πολλές και μεγάλες λοιπόν οι τρύπες, που θα πρέπει να μπαλώσει(γιατί να τις επουλώσει δεν μπορεί) η ηγεσία της Τουρκίας στο εσωτερικό της χώρας και αυτό προσπαθεί να το κάνει με τον ποικιλότροπο αποπροσανατολισμό της κοινής γνώμης, χορηγώντας θεάματα με εντυπωσιακά σόου(όπως την μετατροπή της Αγια-Σοφιάς σε τζαμί) και την επιθετική εξωτερική πολιτική.

10) ΒΑΘΙΑ ΥΠΑΡΞΙΑΚΗ ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΤΟΥΡΚΙΚΟΥ ΛΑΟΥ

Ασυνείδητα οι Τούρκοι-μπορεί και συνειδητά κάποιοι από αυτούς-ενδεχομένως και να θέλουν να επιστρέψουν στην αληθινή τους ταυτότητα, την Ορθοδοξία. Ίσως μάλιστα να το έκαναν πολλοί από αυτούς, εάν τους άφηνε στην ησυχία τους η τουρκική ηγεσία εγκαταλείποντας την συστηματική πλύση εγκεφάλου και την καθημερινή τουρκο-ισλαμική προπαγάνδα με τις οποίες προσπαθεί να τους ελέγξει και να τους χειραγωγήσει. Διότι αυτό που έχουν υποστεί οι ίδιοι μέσω των προγόνων τους, το να γίνουν δηλαδή Τούρκοι μουσουλμάνοι, είναι μια διαστροφή της φυλής τους και του πολιτιστικού τους υποβάθρου, που είναι ρωμαίικα. Στην ουσία έχει διαστραφεί ο αληθινός τους εαυτός σε κάτι που δεν τους εκφράζει υπαρξιακά κι ας έχουν περάσει αιώνες, εξ’ου άλλωστε και η βαθιά υπαρξιακή κρίση που υφέρπει πάντοτε μέσα τους και είναι μόνιμος σύντροφός τους. Αυτή η διαστροφή είναι ένα μόνιμο, βαθύ και μακραίωνο τραύμα και μια πληγή χαίνουσα στην καρδιά αυτού του λαού, η οποία έχει επεκταθεί και στα ασυνείδητα βάθη της ψυχής του. Ένα τραύμα που μάταια προσπαθούν ο Ερντογάν και οι όμοιοί του να  καλύψουν και να κρύψουν με θρησκευτικούς φανατισμούς και εθνικιστικά παραλληρήματα.

11) Ο ΑΙΜΑΤΟΒΑΜΜΕΝΟΣ ΞΕΡΙΖΩΜΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΤΟΥ ΚΕΜΑΛ

Η σημερινή Τουρκία-τουλάχιστον μέχρι την προ Ερντογάν εποχή- με φιλοδυτικό μανδύα και κοσμικό χαρακτήρα, άνευ υποτίθεται ισλαμικού προσανατολισμού, είναι δημιούργημα του απάνθρωπου σφαγέα των Ρωμηών και «εθνοκαθαριστή» σε ειδική αποστολή Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ. Ο Κεμάλ κυνήγησε απηνώς και κατέσφαξε τους χριστιανούς, παραδόξως όμως δεν ενόχλησε  καθόλου κάποιες άλλες εθνοτικές ομάδες που δεν αποτελούνταν από μουσουλμάνους, όπως για παράδειγμα τους Εβραίους(λέγεται για τον ίδιο ότι ήταν ντονμές, δηλαδή κατά βάθος Εβραίος  που παρίστανε τον μουσουλμάνο.).

 Το τουρκικό κράτος και το τουρκικό έθνος όπως τα ξέρουμε σήμερα είναι τεχνητά κατασκευάσματα του Κεμάλ. Η σύγχρονη Τουρκία και το έθνος της δημιουργήθηκαν πάνω στο αίμα των σύνοικων με τους Τούρκους  λαών. Στην πραγματικότητα η σύγχρονη Τουρκία ορίζεται από αυτές τις σφαγές, τα όρια του κράτους της(όχι τα γεωγραφικά, αλλά τα εθνικοπολιτικά), η ταυτότητά της δηλαδή καθορίζεται από τις γενοκτονίες Ελλήνων και Αρμενίων. Γενοκτονίες στις οποίες κατά πολύ συνέβαλαν Κούρδοι και άλλοι Ανατολίτες. Έπρεπε να θυσιαστούν Έλληνες και Αρμένιοι της Μικράς Ασίας, έτσι ώστε να χαραχτούν για πάντα στην ψυχή τους ανεξίτηλα οι επώδυνες μνήμες και ο αιματοβαμμένος ξεριζωμός και να εδραιωθεί μέσα τους με δικαιολογημένη αγανάκτηση και οργή, η πεποίθηση ότι οι Τούρκοι είναι κάτι άλλο από αυτούς τελείως διαφορετικό, μία συνεχής εθνική απειλή, κάτι απολύτως εχθρικό και ετερογενές, με το οποίο τελικά δεν θα μπορούσαν ποτέ να συμβιώσουν στο μέλλον. Επίσης έπρεπε να δηλητηριαστούν κατά των χριστιανών οι Τούρκοι, πειθόμενοι ότι οι Έλληνες και οι άλλοι χριστιανικοί λαοί της Μικράς Ασίας ζουν παρασιτικά εισβάρος τους και αποτελούν εμπόδιο για την πρόοδό τους, έτσι ώστε να θελήσουν να τους εκδιώξουν και να πάψουν να συνυπάρχουν μαζί τους, διότι υπήρχε πάντοτε ο κίνδυνος της αφομοίωσης -εθνικής και θρησκευτικής- των μουσουλμάνων από τους χριστιανούς.

12) «Η ΤΟΥΡΚΙΑ ΣΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΥΣ»

 Τις τελευταίες δεκαετίες πριν την Μικρασιατική καταστροφή ακόμη και τα δημογραφικά ποσοστά, οι αριθμοί των γεννήσεων σε ορισμένες περιοχές της Μικράς Ασίας και ιδιαίτερα στα παράλια ήταν υπέρ των χριστιανών, κυρίως των Ελλήνων ή τουλάχιστον ήταν αρκετά ισορροπημένες. Αυτό σημαίνει ότι εάν τα πράγματα έμεναν ως είχαν και δεν επακολουθούσε η καταστροφή και ο ξεριζωμός, μέσα στις επόμενες δεκαετίες, τηρουμένων των αναλογιών θα υπήρχε στην Τουρκία ένας μεγάλος αριθμός Ελλήνων και χριστιανών, κάτι που θα αποτελούσε δυναμίτη στα θεμέλια του Τουρκικού κράτους και θα έθετε εν αμφιβόλω την ταυτότητά του, ακόμη και την ίδια του την ύπαρξη. Αυτό θα είχε ως συνέπεια να μην μπορούσε ποτέ να υλοποιηθεί εξ’ολοκλήρου το σύνθημα και πρόγραμμα του Κεμάλ (η Τουρκία στους Τούρκους). Με άλλα λόγια θα ήταν σήμερα πολλά-αρκετά εκατομμύρια οι Έλληνες που θα ζούσαν στην Τουρκία και αυτό ίσως να είχε ως αποτέλεσμα όχι μόνο να ξεφύγει ενδεχομένως κάποια στιγμή ο έλεγχος της χώρας από τουρκικά χέρια, αλλά και να αλλάξει πιθανώς τελείως όνομα και ταυτότητα η χώρα, να πάψει να υφίσταται ως Τουρκία. Θα είχε δε,  πολύ διαφορετικό προσανατολισμό, ασφαλώς πολύ πιο συμβατό με τα συμφέροντα της Ρωμηοσύνης.

Ο Μουσταφά Κεμάλ ως άξιο όργανο των κοσμοκρατόρων, προχώρησε στην υλοποίηση του σχεδίου τους, οδηγώντας στον θάνατο εκατομμύρια Έλληνες και Αρμενίους, προκειμένου να μην υπάρχουν χριστιανοί στην Τουρκία, αλλά και να μην τολμήσουν ποτέ οι μουσουλμάνοι να θελήσουν να γίνουν χριστιανοί ή να  μην τολμήσουν ποτέ να εκδηλώσουν την κρυφή χριστιανική τους πίστη (οι κρυπτοχριστιανοί). Επομένως ο Κεμάλ με τις σφαγές που εξαπέλυσε κατά των χριστιανών, φάνηκε εξίσου, τόσο κατασταλτικός, όσο και προληπτικός (προνοητικός). Κατασταλτικός διότι κατάφερε να καταστείλει, να εξαφανίσει το χριστιανικό στοιχείο (τουλάχιστον το εμφανές) και προληπτικός διότι έκοψε εκ προοιμίου τη φόρα σε εκείνους τους Τούρκους (που ίσως να ήταν και πολλοί) στους οποίους δυνητικά  θα μπορούσαν κάποια στιγμή να ξυπνήσουν οι Ορθόδοξες και Ρωμαίικες καταβολές  που ήταν θαμμένες στα συνειδητά και ασυνείδητα βάθη της ψυχής τους και να  κινητοποιηθούν, προκειμένου να γίνουν χριστιανοί.

13) ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΗ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΥΣΗ

Με την μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί υπήρξαν φωνές από την Ευρώπη και όχι μόνον, που μιλούν για έμπρακτη απομάκρυνση της Τουρκίας του Ερντογάν από την Δύση και το κοσμικό κράτος του Κεμάλ και για πισωγύρισμα στον ισλαμισμό και την ανατολίτική κουλτούρα. Αυτό βεβαίως το λέγουν για να κερδίσουν τις εντυπώσεις, διότι η ουσία είναι ότι η Τουρκία ποτέ δεν έπαψε να είναι ένα κράτος που εμφορείται από κουλτούρα και τρόπο ζωής, που ταιριάζουν περισσότερο σε μία χώρα της Ανατολής παρά σε χώρα της Δύσεως. Το πολιτιστικό υπόβαθρο της Τουρκίας είναι όπως υπογραμμίσαμε βυζαντινο-ισλαμικό και επάνω σε αυτό κυρίως διαπλέκεται ο τρόπος ζωής των κατοίκων της. Ο καμβάς είναι το Βυζάντιο, οι Βυζαντινές συνήθειες και μνήμες. Υπάρχει βεβαίως και η μουσουλμανική θρησκεία, μαζί με κάποια εξτρεμιστικά ισλαμικά στοιχεία, αν και οι Τούρκοι δεν είναι ιδιαίτερα φανατικοί μουσουλμάνοι. Εάν κάποιος διαπιστώσει στον τουρκικό λαό ευγένεια, πλούσιο συναισθηματικό κόσμο, ζεστή συμπεριφορά, και σεβασμό στους γηραιοτέρους  και τις οικογενειακές παραδόσεις, αυτό οφείλεται εν πολλοίς στον καμβά του τρόπου ζωής του λαού αυτού.

Εμείς ως Έλληνες έχουμε ίσως εξευρωπαϊσθεί περισσότερο από τους Τούρκους. Έχουμε κάνει πιο πολλά βήματα προς την Ευρώπη από εκείνους όλα τα προηγούμενα χρόνια. Ενώ για τους Τούρκους ο τρόπος ζωής και σκέψης τους έμεινε πιο απείραχτος και ανέγγιχτος από ευρωπαϊκές επιδράσεις, ιδιαίτερα σε κάποιες περιοχές της Τουρκίας. Οπότε για αυτόν ακριβώς τον λόγο  σε ορισμένες περιπτώσεις είναι μάλλον πιο έντονη η παρουσία, η οσμή και η γεύση του Βυζαντίου στους Τούρκους παρά σε εμάς. Δεν παύουν όμως να μας ενώνουν πολλά. Ιδιαίτερα σε ότι αφορά την περιοχή της Μικράς Ασίας. Η ίδια μουσική, η ίδια κουζίνα, τα ίδια εδάφη, η ίδια πατρίδα.

Στο διαδίκτυο προσφάτως εντοπίσαμε μία σύγχρονη τραγουδίστρια από τον Πόντο. Έχει τουρκικό όνομα και τραγουδάει ποντιακά τραγούδια  σε τουρκικό και ποντιακό στίχο, με τη συνοδεία ποντιακής λύρας που ξέρουν να παίζουν κάποια παλικάρια από εκείνα τα μέρη. Αυτή λοιπόν η νέα κοπέλα με την ωραία φωνή ζώντας σήμερα στην περιοχή του Πόντου, γνωρίζει άπταιστα την ποντιακή διάλεκτο και τα τραγούδια της πατρίδας της. Επομένως παρά το γεγονός ότι έχει όνομα και ταυτότητα τουρκικά, μπορείς αυτήν την κοπέλα να την πεις Τουρκάλα; Δεν είναι Πόντια; Δεν είναι Ρωμηά και μάλιστα ίσως πιο Ρωμηά από κάποιους Ελλαδίτες απάτριδες, ανέστιους(εθνικά) και άοσμους θρησκευτικά; Στην ουσία λοιπόν σχεδόν πίσω από κάθε Τούρκο κρύβεται και μια ρωμαίικη ιστορία.

Ποιος λοιπόν ύστερα από όλα αυτά θα μπορούσε να μιλήσει για φιλοδυτική Τουρκία ή για απομάκρυνση της Τουρκίας από την Δύση; Πότε η Τουρκία ήταν κοντά στην Δύση (εννοείται πολιτιστικά και όχι σε επίπεδο συμμαχιών) για να προλάβει να απομακρυνθεί από αυτήν; Το εάν επομένως η Τουρκία θα έχει στροφή προς την Δύση ή όχι και εάν θα είναι φιλοδυτική όπως θα ήθελε ο Κεμάλ ή όχι είναι ένα ψευτοδίλλημα που σκοπό έχει να αποπροσανατολίσει και τίποτε περισσότερο. Και τα κοσμικά θεμέλια(κοσμικό κράτος=άθρησκο ή με παραθεώρηση του ισλαμικού στοιχείου) που δήθεν έθεσε ο Ατατούρκ για το κράτος του είναι «παραμύθια της Χαλιμάς» και μόνο σε φαντασιακό επίπεδο μπορούν να γίνουν δεκτά. Διότι ο Κεμάλ όχι μόνο δεν παραγνώρισε το ισλαμικό στοιχείο, αλλά όταν έκανε τις γενικές «εθνοκαθάρσεις» στην ουσία την θρησκεία του Ισλάμ είχε ως κριτήριο. Ποιος είναι μουσουλμάνος και ποιος όχι. Αν ένας χριστιανός άλλαζε την πίστη του και γινόταν μουσουλμάνος γλύτωνε την σφαγή. Τόσο απλά! Το ίδιο πρόσωπο θα μπορούσε είτε να πεθάνει, είτε να ζήσει. Ο ίδιος άνθρωπος υπό προϋποθέσεις είχε ή δεν είχε θέση στην Τουρκία του Κεμάλ.

14) ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΛΛΗΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ

 Ας μην ομιλούν λοιπόν κάποιοι για δήθεν κοσμικότητες και φιλοδυτικισμό(προσοχή διότι πολιτικά η Τουρκία και ο Κεμάλ είναι φιλοδυτικοί, σύμμαχοι με τους Δυτικούς) του Κεμάλ και της Τουρκίας. Το πραγματικό δίλλημα για την Τουρκία ήταν και είναι πάντοτε το ίδιο: Κατά πόσο Ρωμαίικη είναι ή κατά πόσο Ρωμαίικη μπορεί να γίνει; Άλλο Ρωμαίικη- Ελληνική και άλλο φιλοδυτική- ευρωπαϊκή, είναι εκ διαμέτρου αντίθετα μεγέθη. Αυτό είναι διαχρονικά το δίλλημα για την Τουρκία που κάθε φορά πρέπει να απαντάται. Αυτό όμως δεν πρέπει να ακούγεται και να συζητιέται, μεταξύ των εμπλεκομένων λαών, διότι δεν είναι σύμφωνο με τα συμφέροντα και τα σχέδια των κοσμοκρατόρων για την περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και την Ρωμηοσύνη γενικότερα.

 Ασφαλώς δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε στα σίγουρα, εάν θα μπορούσε κάποτε η Τουρκία να αποκτήσει ευρωπαϊκή κουλτούρα και να γίνει μία κατά πάντα ευρωπαϊκή χώρα. (Πράγμα που δεν μας ακούγεται και πολύ πιθανό.) Το σίγουρο είναι ότι εάν αυτό γινόταν, ο βασικός, ίσως και μοναδικός λόγος για τον οποίο θα γινόταν, θα ήταν προκειμένου ο τουρκικός λαός να χάσει κάθε επαφή και γέφυρα με την ρωμαίικη κουλτούρα.

Βεβαίως δεν αντιλέγουμε ότι φιλο-ευρωπαϊκοί κύκλοι μπορεί να υπάρχουν και στην Τουρκία, οι οποίοι επιζητούν να εξευρωπαϊσουν τους Τούρκους. Ασφαλώς υπάρχουν και αρκετοί Τούρκοι (πολλοί ή λίγοι), οι οποίοι θέλουν να μοιάσουν στους Ευρωπαίους, να γίνουν Ευρωπαίοι, να αποκτήσουν ευρωπαϊκή παιδεία, συνήθειες και τρόπο ζωής, διότι θεωρούν ότι έτσι εξελίσσονται και βρίσκουν την λύτρωση από το «αναχρονιστικό» και «οπισθοδρομικό» κλίμα της χώρας τους. Πάνω-κάτω δηλαδή, όπως σκέφτονται και αρκετοί δικοί μας (Έλληνες) για την χώρα μας.

15) ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ Η ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΟΔΟΣ

Πάντως εάν θελήσουμε να ορίσουμε την Ρωμηοσύνη ως την Βασιλική οδό των λαών και των πολιτισμών, ως το πολιτιστικό βαρόμετρο των πάντων, αυτό δηλαδή που στην πραγματικότητα είναι, τότε με βάση αυτό το βαρόμετρο οι Έλληνες και οι Τούρκοι είναι πάνω-κάτω Ρωμηοί αμφότεροι, με την ευρύτερη και τη στενότερη έννοια του όρου. (Οι Έλληνες με την στενότερη και οι Τούρκοι με την ευρύτερη).  Ρωμηοί ωστόσο που έχουν και οι δύο κατά το μάλλον ή ήττον χάσει τον δρόμο τους. Οι Τούρκοι ευρίσκονται πολιτιστικά ανατολικότερα από την βασιλική οδό της Ρωμηοσύνης, όντες μουσουλμάνοι, ενώ οι Έλληνες δυτικότερα από αυτήν, έχοντας μετατραπεί εν μέρει τουλάχιστον σε φραγκευμένους γραικύλους, ξενομανείς και ευρωλιγούρηδες. Οι Έλληνες θέλουνε να πάνε στην Ευρώπη, να γίνουν ευρωπαίοι, να αποκτήσουν τις συνήθειες και την ζωή των ευρωπαίων, ενώ οι Τούρκοι αποτελούν ένα όχι και τόσο καλά κρυμμένο κομμάτι του Ελληνισμού, το οποίο απλά στο διάβα των αιώνων έχασε τον δρόμο του, έχοντας ως όχημα κυρίως τη μουσουλμανική θρησκεία και την κατασκευασμένη τουρκική συνείδηση.

16) ΝΕΑ ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΓΙΑ-ΣΟΦΙΑΣ

Επανερχόμενοι τώρα στην μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί, κύκλοι που πρόσκεινται στον Ερντογάν και ο ίδιος ο πρόεδρος της Τουρκίας την χαρακτήρισαν ως εκ νέου κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης και της Αγια-Σοφιάς. Προκειμένου ο Τούρκος πρόεδρος  να σκορπίσει κύματα θρησκευτικού ενθουσιασμού και εθνικής υπερηφάνειας στον λαό της χώρας και να ανανεώσει την εμπιστοσύνη των Τούρκων προς το πρόσωπό του δεν διστάζει να ομιλήσει για νέα κατάκτηση της Βασιλεύουσας, αλλά και των ιερών και οσίων της Ορθοδοξίας. Στην ουσία έχει σκοπό να αναβαπτίσει την Τουρκία και τον λαό της στα στάσιμα για πολλούς νερά του οθωμανισμού, να την ταξιδέψει πίσω στην ιστορία και να την ξανακάνει και πάλι οθωμανική και με την βούλα. Άλλωστε στον Ερντογάν αρέσει να τον αποκαλούν Σουλτάνο και να τον συγκρίνουν με τον Μωάμεθ τον Πορθητή που τόσο πολύ-όπως λέει ο ίδιος- θαυμάζει από τα γεννοφάσκια του. Στα βήματα εκείνου θεωρεί πως βαδίζει ή ότι πρέπει να βαδίσει.

 Ας μην λησμονούμε άλλωστε, ότι η Τουρκιά ως πολιτικό σύστημα και κρατική οντότητα, δικαιολογεί την ύπαρξή της απέναντι στην Ρωμηοσύνη  με τις κατακτήσεις  και έχει ως μόνιμο όπλο την επιθετικότητα, προκειμένου να ξεπερνά στιγμιαία κάθε φορά την βαθιά υπαρξιακή της κρίση, αποπροσανατολίζοντας τα πλήθη. Είναι δε, τόσο μεγάλη η διαχρονική αξία και η οικουμενική απήχηση που έχει η Αγια-Σοφιά στις καρδιές όλων των λαών και ιδιαιτέρως των Τούρκων και των Ελλήνων, ώστε να θεωρείται τρόπον τινά ότι με την μετατροπή της σε τζαμί επανιδρύεται συμβολικά η Οθωμανική αυτοκρατορία και επανέρχονται έντονα στο προσκήνιο οι αξίες της και ό,τι αυτή αντιπροσωπεύει.

 Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο το γεγονός, ότι η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί έγινε στις 24 Ιουλίου, την ίδια ημέρα δηλαδή που υπογράφηκε η συνθήκη της Λωζάνης το 1923, μια συνθήκη η οποία έβαλε ταφόπλακα στην Οθωμανική αυτοκρατορία και καθόρισε εν πολλοίς τα σύνορα της σύγχρονης Τουρκίας, καθώς και της Ελλάδος. Σύνορα όμως, τα οποία επ’ουδενί δεν δέχεται ο Ερντογάν, ο οποίος επιθυμεί διακαώς να ακυρώσει εμπράκτως την συνθήκη της Λωζάνης, προσαρτώντας στο κράτος του, πολλά από τα νησιά της πατρίδος μας, καθώς και άλλα εδάφη από Ελλάδα και όχι μόνον, προκειμένου να πραγματοποιήσει το μεγάλο του όνειρο, επανασυστήνοντας την πάλαι ποτέ κραταιά Οθωμανική αυτοκρατορία. Την ίδια ημέρα, λοιπόν, που επήλθε και επίσημα ο θάνατός της το 1923, ο Ερντογάν μετά από σχεδόν έναν αιώνα, δίνει το σύνθημα για την νεκρανάστασή της και για μια καινούρια αρχή.  

Γιατί όμως η Τουρκία και ο Ερντογάν έχουν συνέχεια την ανάγκη, να φωνάζουν ότι η Κωνσταντινούπολη και η Αγία Σοφία είναι τουρκική και θεωρούν απαραίτητο να τις κατακτούν ξανά και ξανά; Γιατί νιώθουν ότι θα πρέπει κάθε τόσο να επιβεβαιώνουν την κυριαρχία τους στα εδάφη της Μικράς Ασίας και να την νομιμοποιούν στις συνειδήσεις των λαών; Μήπως αυτό συμβαίνει, διότι και οι πέτρες βοούν πως αυτά τα εδάφη ήταν και είναι ρωμαίικα, και πως κατοικούνταν και συνεχίζουν να κατοικούνται από Ρωμηούς; Και μήπως αυτός είναι τελικά ο λόγος για τον οποίο οι ηγέτες της Τουρκίας συνεχίζουν ακατάπαυστα την προπαγάνδα δίχως όρια; Διότι προσέξτε! Τα λένε στον εαυτό τους, τα λένε στον λαό τους, τα λένε σε εμάς και σε όλους τους υπολοίπους. Τα λένε και τα ξαναλένε, γιατί ακόμα και οι ίδιοι δυσκολεύονται να τα πιστεύσουν.

17) ΑΝΑΓΚΑΙΕΣ ΟΙ ΝΕΕΣ ΚΑΤΑΚΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ

 Εξ’ου και η μεγάλη επιθετικότητα και επεκτατική διάθεση της Τουρκίας στο Αιγαίο και στα νησιά μας. Η Τουρκία μόνο με κατακτήσεις και νεοκατακτήσεις, με επιθετικές βλέψεις και εμπόλεμες συρράξεις μπορεί να δικαιολογεί κάθε φορά στον εαυτό της, σε εμάς και στους άλλους, την ύπαρξη της ως κράτος και ως έθνος. Διότι διαφορετικά τι τον νοιάζει τον Ερντογάν και τους περί αυτόν το, ότι εμείς (οι Έλληνες) ύστερα από τόσους αιώνες από την άλωση, δεν έχουμε ακόμα αποδεχθεί, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, την κατάκτηση της Κωσταντινούπολης και της Μικράς Ασίας από τους Τούρκους και το ότι η Αγια-Σοφιά είναι πλέον σε τουρκικό έδαφος εδώ και μισή σχεδόν χιλιετία;

Τι είναι αυτό που διαχρονικά φοβίζει με αδιόρατο φόβο την Τουρκική ηγεσία, ώστε να αντιδρά κάποιες φορές σπασμωδικά με τρόπο που αν μη τι άλλο προδίδει έντονη ανασφάλεια; Βοούν με όλη τους την δύναμη ότι η Αγια-Σοφιά και η Κωνσταντινούπολη είναι δικές τους, και ότι τα δεδομένα έχουν αλλάξει τα τελευταία πεντακόσια χρόνια και επομένως μπορούν στη χώρα τους να κάνουν ότι θέλουν. Αυτό όμως είναι κάτι που όλοι το γνωρίζουμε πολύ καλά. Δεν υπάρχει λόγος να μας το λένε ξανά και ξανά. Ή μήπως τελικά υπάρχει λόγος; Το σίγουρο είναι ότι αυτά που λένε και κάνουνε έχουν ως αποδέκτες τόσο τους Έλληνες όσο και τους Τούρκους. Στο σημείο αυτό θα θέλαμε να δώσουμε στους αγαπητούς μας αναγνώστες ένα απλό παράδειγμα που προέρχεται από τον χώρο της τηλεόρασης, για την οποία όλοι γνωρίζουνε την δύναμη που διαθέτει ως μέσο προπαγάνδας και την δυνατότητά της να χειραγωγεί την κοινή γνώμη και να διαμορφώνει συνειδήσεις.

18) «Η ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ ΕΙΝΑΙ ΤΟΥΡΚΙΚΗ»

Προέβαλε  λοιπόν κάποτε η τηλεόραση πριν δεκαπέντε περίπου χρόνια μια τουρκική τηλεοπτική σειρά, «Τα σύνορα της αγάπης». Ο κεντρικός της άξονας ήταν η αγάπη ανάμεσα σε έναν πλούσιο νέο από την Ελλάδα και μια φτωχή σχετικά κοπέλα από την Τουρκία, και οι δυσκολίες που αντιμετώπιζαν στη σχέση τους αμφότεροι από τους συγγενείς τους, λόγω εκατέρρωθεν εθνικών προκαταλήψεων. Σε ένα επεισόδιο υπήρχε έντονη λογομαχία ανάμεσα στους συγγενείς των δύο παιδιών με θέμα ποιο άλλο; Την κυριότητα της Κωνσταντινούπολης. Οι μεν, υποστήριζαν ότι ήταν ελληνική, λόγω του Βυζαντινού και Ορθόδοξου παρελθόντος της και ότι αδίκως βρισκόταν στα χέρια των Τούρκων, οι δε, ότι ήταν τουρκική και ότι κατακτήθηκε δικαίως. Κάποια στιγμή η ένταση αυξήθηκε και όταν η μεριά των Τούρκων άρχισε να ξεμένει από επιχειρήματα, ο παππούς της κοπέλας, μαζί με τον πατέρα της μέσα σε κλίμα παροξυσμού άρχισε να κραυγάζει και να επαναλαμβάνει σε κατάσταση αμόκ ότι «η Κωνσταντινούπολη είναι τουρκική, η Κωνσταντινούπολη ανήκει στην Τουρκία».

 Πρέπει να το είπε ίσαμε πέντε-δέκα φορές  και ακουγόταν σαν να ήθελε να πείσει κυρίως τον εαυτό του και όχι τόσο τους παρευρισκομένους, προκειμένου να μην αφήσει καμία αμφιβολία από την λογομαχία που προηγήθηκε, ότι η Κωνσταντινούπολη είναι τουρκική. Εκείνη τη στιγμή ο παππούς και ο πατέρας της κοπέλας μας θύμησαν κάποιους που προκειμένου να πεισθούν οι ίδιοι για κάτι που τους ταλανίζει με έντονες αμφιβολίες, αρχίζουν να επαναλαμβάνουν εμμονικά αυτό για το οποίο αμφιβάλλουν, έτσι ώστε να κάνουν πλύση εγκεφάλου στον εαυτό τους και να τον πείσουν με το έτσι θέλω.

 Περιττό να υπογραμίσουμε βεβαίως ότι η τηλεοπτική σειρά με σπασμωδικό, έντονο και επιμελώς αδέξιο τρόπο πέρασε ως μήνυμα, ότι η Βασιλεύουσα ανήκει στην Τουρκία. Αυτός, βεβαίως, ο τρόπος είχε ως αποδέκτες κυρίως τους θερμοκέφαλους τηλεθεατές. Δεν παρέλειψε όμως να αναδείξει και την ανασφάλεια και σπασμωδική αντίδραση που χαρακτηρίζει πολλούς Τούρκους στο θέμα αυτό. Και είναι σπασμωδική η αντίδρασή τους, διότι κατανοούν πολύ καλά, ότι η Κωνσταντινούπολη και η Αγια-Σοφιά προδίδουν εκ του μακρόθεν το πόσο ρωμαίικες είναι και βοούν δυνατά διαμέσου των αιώνων και της Ιστορίας, μαρτυρώντας την ελληνικότητά τους. Η ανάδειξη αυτής της αντίδρασης απευθυνόταν ίσως στους πιο ανοιχτόμυαλους τηλεθεατές, σε εκείνους δηλαδή που θα μπορούσαν να διακρίνουν πιο καθαρά τα πράγματα.

19) ΤΟ «ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΟΝΕΙΡΟ»

 Ο Ερντογάν λοιπόν από τη μεριά του υπογραμμίζει εμφαντικά, ότι κατακτά εκ νέου την Κωνσταντινούπολη, προκειμένου να μας «κόψει τον βήχα» και να μην ονειρευόμαστε, έστω και ασυνειδήτως ότι θα την ξαναπάρουμε πίσω και να μην ελπίζουμε ότι θα λειτουργήσει και πάλι η Αγια-Σοφιά. Γνωρίζει πολύ καλά, όπως και κάθε Τούρκος, τους θρύλους, τις παραδόσεις και τους ευσεβείς πόθους του Γένους μας, τα λόγια που απευθύνουν αιώνες οι Ρωμηοί στην Παναγιά προσμένοντας «πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικά σου θα’ναι.»  Μάλιστα ο υπουργός εξωτερικών της Τουρκίας Τσαβούσογλου ζητάει από εμάς τους Έλληνες να ξυπνήσουμε όπως λέει από το «Βυζαντινό μας όνειρο» και να απαλλαγούμε από όλα τα συμπλέγματα που το συνοδεύουν. Ως «βυζαντινό όνειρο» ο τούρκος διπλωμάτης εννοεί το όραμα των Ελλήνων για ανασύσταση της Ρωμαίικης αυτοκρατορίας της Βασιλίδος των πόλεων.

 Μα για ποιο βυζαντινό όνειρο μας μιλάει ο κ. Τσαβούσογλου; Πότε άκουσε ό ίδιος κάποιον Έλληνα πολιτικό να μιλάει με πόθο και να πάλλεται η καρδιά του για αυτό το βυζαντινό όνειρο; Πότε καλλιέργησε τις τελευταίες δεκαετίες η ελληνική παιδεία σε όλες τις βαθμίδες συστηματικά, ορθά και όμορφα την αγάπη προς το Βυζάντιο και την ιστορία του; Πότε ένας διάσημος, ηθοποιός, τραγουδιστής , αθλητής κ.α. μίλησε για κάποια βυζαντινή προσωπικότητα παρέχοντας ρωμαίικα πρότυπα στη ζωή μας; Πότε δε, γυρίστηκε έστω και ΜΙΑ ταινία που να έχει θέμα από την βυζαντινή περίοδο; Δεν σας κάνει εντύπωση που επί τόσα χρόνια μέχρι τώρα σε Ελλάδα και εξωτερικό δεν γυρίστηκε-τηλεοπτικά, κινηματογραφικά- σχεδόν τίποτα που να έχει να κάνει με το Βυζάντιο; Σκεφτείτε ότι εάν αντί για κάποιες από τις ανόητες παραγωγές που δημιουργούνται για την τηλεόραση και τον κινηματογράφο, γυρίζονταν ταινίες και σειρές με θέματα από το Βυζάντιο, βίους αγίων κ.λ.π. με την δύναμη που έχουν τα τηλεοπτικά μέσα να διαπλάθουν τα πλήθη με τα προβαλλόμενα πρότυπα και μηνύματα, τι ευεργετική επίδραση θα είχαν όλα αυτά για τον κόσμο και πόσο πιο κοντά θα ήταν στο βυζαντινό όνειρο.

20) ΔΙΑΔΟΧΟΙ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ

Τώρα όμως για ποιο βυζαντινό όνειρο να μιλήσουμε; Οι Τούρκοι αγαπητοί μας αναγνώστες μαθαίνουν στην ιστορία τους τα πάντα για την Οθωμανική αυτοκρατορία, η οποία αντιπροσωπεύει το άμεσο παρελθόν τους. Μαζί με αυτό όμως μαθαίνουν και για το Βυζάντιο, την Βυζαντινή ιστορία γιατί προηγείται της οθωμανικής και μαθαίνουν να συμπλέκουν τις δύο περιόδους και αυτοκρατορίες, διότι  η μία είναι η άμεση προκάτοχος που κληροδοτεί στην διάδοχό της πολλά από τα αγαθά και ευεργετήματα της. Αυτό διδάσκονται στην ιστορία οι Τούρκοι. Τι διδάσκονται δηλαδή; Ότι είναι διάδοχοι του Βυζαντίου.

Ο Μωάμεθ ο πορθητής θεωρούσε τον εαυτό του διάδοχο των βυζαντινών αυτοκρατόρων και ότι εκείνων το έργο συνέχιζε. Μάλιστα ένιωθε μεγάλη τιμή για το θέμα της διαδοχής και επιδίωκε να τον αναγνωρίζουν οι υπήκοοί του, οι Ρωμηοί ιδιαίτερα, ως διάδοχο του Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου. Πίστευε δε, ότι  η δική του εξουσία  θα μπορούσε να νομιμοποιηθεί, μόνον εάν στηριζόταν επάνω στα θεμέλια του Βυζαντινού κράτους.

21) ΛΥΣΣΩΔΗΣ ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΟΥ

        Στην Ελλάδα, στην συντριπτική τους πλειονότητα, οι έχοντες δημόσιο λόγο και συμμετέχοντες σε δημόσιο διάλογο (πολιτικοί, δημοσιογράφοι, διανοούμενοι κ.α. πολλοί) όχι μόνον δεν έχουν να πουν έναν καλό λόγο για το Βυζάντιο, αλλά πολλές φορές από την φαινομενική αδιαφορία περνάνε σε ολομέτωπη επίθεση, χλευάζοντας, υβρίζοντας και κατηγορώντας το Βυζάντιο για όλα τα δεινά του κόσμου. Σήμερα βεβαίως ως επί το πλείστον καλλιεργείται η αδιαφορία για να οδηγήσει σε λήθη και λησμοσύνη της βυζαντινής ιστορίας και σε έλλειψη ενδιαφέροντος για αυτήν. Ενίοτε προκειμένου να στιγματίσουν κάτι πάνω σε μία συζήτηση, εκτοξεύουν τις λέξεις «μεσαίωνας», «σκοταδισμός», «βυζαντινισμός», με τις οποίες έχουν ως σκοπό να ενσπείρουν με έμμεσο και ύπουλο τρόπο απέχθεια και προκατάληψη για την Μεσαιωνική Αυτοκρατορία της Ρωμηοσύνης (το Βυζάντιο) και να την ακυρώσουν/απενεργοποιήσουν ως απόθεμα πνευματικό, πολιτιστικό και ιστορικό στις συνειδήσεις των Ελλήνων.

Η άγνοια και η ημιμάθεια είναι  ασφαλώς κακός σύμβουλος και βοηθάει σε όλα αυτά. Αυτό συμβαίνει, διότι στην πατρίδα μας διδασκόμαστε με μία ενορχηστρωμένη αρχαιομανία και αρχαιοπληξία ο,τιδήποτε αφορά την αρχαιότητα και τους παππούδες μας αρχαίους Έλληνες, ενώ παραθεωρούμε σχεδόν τελείως τους άμεσους προγόνους μας, τους γονείς μας, που είναι οι Βυζαντινοί Ρωμηοί και η ιστορία τους, μια ιστορία που ανέδειξε αναρίθμητους αγίους και ήρωες, κατόχους του Ρωμαίικου φιλότιμου και της ανιδιοτελούς αγάπης.

Από τους ανθρώπους του λαού  που φαίνεται να γνωρίζουν κάποια πράγματα παραπάνω από τους υπόλοιπους για την Ρωμανία-Βυζάντιο, είναι κυρίως όσοι έχουν σχέση με την Εκκλησία. Διότι το Βυζάντιο είναι συνυφασμένο, ενωμένο και ταυτισμένο με την Ορθοδοξία, γεγονός που αποτελεί και τον βασικότερο λόγο για τον οποίο εξαπολύεται συντονισμένα από όλες τις διευθύνσεις ύπουλη, υποχθόνια, τρομακτική και πολυμέτωπη πολεμική εναντίον του. Όπως και να έχει οι πλαστογράφοι της ιστορίας έχουν καταφέρει να βλέπουμε εμείς οι Έλληνες το Βυζάντιο-Ρωμανία με τα γυαλιά των Δυτικών, των μεγαλυτέρων εχθρών της Ρωμηοσύνης και της Μεσαιωνικής μας Αυτοκρατορίας. Η παιδεία  και η επίσημη ιστοριογραφία στη χώρα μας είναι δυστυχώς αιχμάλωτες στους σκοπούς και τα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων της Δύσεως και για αυτό δεν μπορούμε να ερμηνεύσουμε την ιστορία, την δική μας και των ξένων, με τα γνήσια και αληθινά κριτήρια της Ρωμηοσύνης. Το γιατί συμβαίνει αυτό θα το εξηγήσουμε σε κάποιο άλλο άρθρο, απλά εδώ θα θέλαμε να επισημάνουμε, ότι οι εχθροί της Ρωμηοσύνης είναι προαιώνιοι και εργάζονται διαχρονικά με προαιώνια σχέδια και όχι με πρόχειρες αποφάσεις της στιγμής.

22) ΑΝΤΙΚΤΥΠΟ ΤΟΥ «ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ» ΣΤΟΥΣ ΔΥΟ ΛΑΟΥΣ

Το «βυζαντινό όνειρο» που αναφέρει ο ΥΠΕΞ της Τουρκίας, κάποιοι Τούρκοι μπορεί να το φοβούνται, διότι σε περίπτωση εκπλήρωσής του η Μικρά Ασία θα ξαναγίνει Ελληνική, ενώ κάποιοι άλλοι μπορεί και να το προσμένουν, να επιθυμούν την ενσάρκωση και πραγμάτωσή του. Όπως και να έχει, στην Τουρκία μαθαίνουν να σέβονται το Βυζάντιο και να το θαυμάζουν. Απόδειξη ότι το  τιμούν περισσότερο από πολλούς Έλληνες είναι ότι στην Τουρκία υπάρχουν ακόμη και σύλλογοι που διδάσκουν την ιστορία του και οραματίζονται την ανασύστασή του! Τούρκοι που ονειρεύονται την ανασύσταση του Βυζαντίου! Της Ρωμαίικης Αυτοκρατορίας της Κωνσταντινουπόλεως! Κάτι που μετά από όλα όσα είπαμε δεν φαντάζει καθόλου περίεργο.

 Βεβαίως, για να είμαστε ειλικρινείς, οι Έλληνες είχαν(χωρίς να είμαστε απόλυτοι σε αυτό) κατά τη διάρκεια της ιστορίας τους μετά την άλωση, τις ευκαιρίες να ανασυστήσουν τουλάχιστον ένα μέρος από την παλιά δόξα της Ρωμαίικης αυτοκρατορίας του μεσαίωνα, αλλά δεν τα κατάφεραν. Η πρώτη σημαντική ήταν ενδεχομένως στα χρόνια της επαναστάσεως του 1821 (ίσως  να είχαν εξελιχθεί καλύτερα τα πράγματα, εάν περίμεναν λίγο ακόμη πριν επαναστατήσουν) και η δεύτερη κατά τη διάρκεια της μικρασιατικής εκστρατείας από τον ελληνικό στρατό το 1921. Στη δεύτερη περίπτωση θα υπήρχε καλύτερη έκβαση για τον ελληνικό στρατό, εάν δεν εξεστράτευε μέχρι την Άγκυρα και τα βάθη της Ανατολίας. Είχαμε τις ευκαιρίες μας αλλά δεν τις αξιοποιήσαμε, κυρίως διότι γίναμε υποχείρια των Μεγάλων Δυνάμεων και δεν μας επετράπη να πραγματώσουμε τα δικά μας οράματα, πέραν από την υλοποίηση των δικών τους σχεδίων.

23) «ΔΙΧΑΣΤΙΚΗ» ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΟΦΙΑΣ ΣΕ ΤΖΑΜΙ

 Ερχόμαστε τώρα σε μία σημαντική δήλωση από την πλευρά της Δύσεως, ότι είναι «διχαστική» η ενέργεια του Ερντογάν να μετατρέψει σε τζαμί την Αγια-Σοφιά. Η δήλωση αυτή είναι όντως σωστή, για άλλο λόγο όμως και όχι τόσο για αυτούς που μπορεί να εννοούν οι Δυτικοί.(Οι τελευταίοι το δηλώνουν και το ερμηνεύουν, κυρίως, στα πλαίσια της πολυπολιτισμικής και πολυθρησκευτικής παγκοσμιοποίησης). Είναι διχαστική ενέργεια, που εντάσσεται στις διαχρονικά διχαστικές για τη Ρωμηοσύνη ενέργειες της τουρκικής ηγεσίας. Όπως διχαστική ενέργεια ήταν ο Μικρασιατικός ξεριζωμός, διχαστική ενέργεια τα Σεπτεμβριανά στην Πόλη και η απέλαση των Ρωμηών της Πόλης, διχαστική ενέργεια η εισβολή του Αττίλα στην Κύπρο, διχαστική η εισροή λαθρομεταναστών από τα παράλια της Τουρκίας, διχαστική ενέργεια η παρουσία του πλωτού γεωτρυπάνου στην περιοχή του Αιγαίου κ.ο.κ. Η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της Τουρκίας μαζί με τα Μ.Μ.Ε. της χώρας, μας έχουν συνηθίσει σε τέτοιου είδους διχαστικές, εμπρηστικές, προκλητικές και επιθετικές ενέργειες και δηλώσεις.  Είναι διχαστικές ενέργειες που έχουν σκοπό να οδηγήσουν σε πνευματική και εθνική αμνησία αρχικά τους Τούρκους,  και όχι μόνον.

 Η διαρκής επιθετικότητα της Τουρκίας είναι σαν ένα τείχος που υψώνεται μπροστά στον τουρκικό λαό αρχικά, σαν ένα ναρκωτικό που υπνωτίζει την συνείδηση των Τούρκων και δεν της επιτρέπει να αφυπνισθεί και να τους δώσει  να καταλάβουν όσο είναι δυνατόν, ότι οι Έλληνες είναι  το άλλο τους μισό, ο πραγματικός τους εαυτός, η ολοκληρωμένη και ακεραία εκδοχή τους και λέμε ακεραία, διότι οι Τούρκοι δεν είναι πλήρεις και ακέραιοι, αλλά ακρωτηριασμένοι, πληγωμένοι και κολοβωμένοι Ρωμηοί, αφού τους λείπει η κορωνίδα και το στέμμα, αυτή η καρδιά της Ρωμηοσύνης, δηλαδή η Ορθοδοξία.

24) Ο ΔΙΧΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ ΣΥΜΦΕΡΕΙ ΣΤΟΥΣ ΕΧΘΡΟΥΣ ΤΗΣ

 Από την άλλη οι εχθροί της Ρωμηοσύνης θέλουν τους Έλληνες πάντοτε χολωμένους και αγανακτισμένους με τους Τούρκους και τους τελευταίους εχθρικούς απέναντι στους πρώτους, να φανατίζονται και να εχθρεύονται οι μεν τους δε, έτσι ώστε να παραμένουν για πάντα διχασμένοι και να μην ενωθούν ποτέ. Αυτό το κατορθώνουν οι ηγεσίες των δύο λαών(κυρίως η τουρκική), με όλες τις παραπάνω διχαστικές ενέργειες και με ακόμη περισσότερες, προκαλώντας κυρίως την πλευρά των Ελλήνων, οι οποίοι ομολογουμένως είναι-παρά τα περί αντιθέτου διαθρυλούμενα- ο πιο υπομονετικός και καρτερικός λαός του κόσμου και τεκμήρια για αυτό είναι οι συνεχείς προκλήσεις και δοκιμασίες και τα απίστευτα δεινά που έχει αντιμετωπίσει στο διάβα της ιστορίας του.

 Με μύδρους και απειλές κατ’αλλήλων, διαμορφώνεται διαχρονικά ένα έντονα εχθρικό μεταξύ των δύο κρατών κλίμα, το οποίο αποσκοπεί υποχθονίως, να μην επιτρέψει ποτέ στους δύο λαούς να συνειδητοποιήσουν, ότι στην πραγματικότητα, είναι περισσότερα αυτά που τους ενώνουν, παρά αυτά που τους χωρίζουν. Ο σκοπός είναι να μην συναισθανθούν κάποια στιγμή οι δύο λαοί ότι μπορούν να τα βρούν μεταξύ τους, αν τους αφήσουν στην ησυχία τους και ότι στην ουσία αποτελούν δύο κομμάτια του ίδιου παζλ, ψηφίδες του ίδιου ψηφιδωτού, αυτού της Ρωμηοσύνης, η οποία εύχεται και λαχταρά να ενωθούν  για να πάψει και η ίδια να είναι κατακερματισμένη.

25) ΠΙΟ ΑΝΕΚΤΙΚΟΣ Ο ΤΟΥΡΚΙΚΟΣ ΛΑΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΗΓΕΣΙΑ ΤΟΥ

Πριν από λίγες μέρες ένα ελληνικό τηλεοπτικό κανάλι(open) έδειξε εικόνες από την Παναγία Σουμελά στον Πόντο, λόγω του ότι ο Ερντογάν επέτρεψε ύστερα από αρκετά χρόνια να γίνει θεία λειτουργία εκεί το δεκαπενταύγουστο (ν.η.).  . Στην κάμερα φάνηκαν αρκετές μουσουλμάνες (φορούσαν την χαρακτηριστική μανδήλα) να επισκέπτονται την Παναγία Σουμελά, από την ευρύτερη ίσως περιοχή της Τραπεζούντας. Ένας Τούρκος περιηγητής από τον κόσμο που επισκέφτηκε το μοναστήρι, δήλωσε τα εξής χαρακτηριστικά: «Στα χώματα αυτά είναι ανεκτές όλες οι θρησκείες και οι λαοί, χριστιανοί και μουσουλμάνοι, Τούρκοι και Έλληνες, είμαστε πολύ κοντά, είμαστε ένα». Από τα λόγια-που καταγράψαμε κατά προσέγγιση- του απλού αυτού Τούρκου πολίτη διαπιστώνουμε ότι ο Τουρκικός λαός μπορεί να είναι πιο ανεκτικός και ανοικτός απέναντι στον Ελληνικό από ότι η σκληρή και επιθετική τουρκική ηγεσία με εξαίρεση ίσως κάποια φονταμενταλιστικά ισλαμικά στοιχεία και ορισμένους φανατικούς αμετανόητους εθνικιστές.

26) Η ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΚΑΙ ΧΑΡΑ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ 

Όλοι μας αγαπητοί μου αναγνώστες γνωρίζουμε πολύ καλά τι σημαίνει η Αγια-Σοφιά για τον Ελληνισμό και την Ορθοδοξία. Όλοι μας αναπολήσαμε τα περασμένα μεγαλεία στις σελίδες κάποιου ελληνορθόδοξου βιβλίου. Όλοι μας-σαν να είμασταν παρόντες τότε εκεί- νοσταλγικά λαχταρίσαμε την απερίγραπτη ουράνια δόξα και τα αγγελοπόθητα ιερά συναισθήματα που βίωναν οι πολίτες της Βασιλεύουσας και όλης της Ρωμανίας όταν συμμετείχαν στις θεϊκές μυσταγωγίες  που λάμβαναν χώρα μέσα στον ναό της Αγίας Σοφίας, την χαρά και την αγαλλίαση όταν ερχόμενοι στην Πόλη των πόλεων αντίκρυζαν από μακριά την αμίμητη ομορφιά και ξεχωριστή λαμπρότητα του τεμένους της Ορθοδοξίας. Και σίγουρα όλοι μας θα θέλαμε κάποια στιγμή να ηχήσουν και πάλι οι καμπάνες, να γκρεμιστούν οι μιναρέδες και να απολαμβάνουμε μέχρι συντελείας των αιώνων ουράνιες θείες λειτουργίες που θα εκφράζουν το άφθιτο μεγαλείο και την υπερκόσμια δόξα της Ορθοδοξίας και της Ρωμηοσύνης.

27) ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ

Σκεφτείτε όμως λίγο αδελφοί μου. Εάν ο Ερντογάν αντί να την μετατρέψει σε τζαμί παρέδιδε την Αγία Σοφία στους Ορθοδόξους, με ποιες προϋποθέσεις και υπό ποιες συνθήκες θα επαναλειτουργούσε η Αγια-Σοφιά ως Ορθόδοξη εκκλησία; Όπως όλοι γνωρίζουμε καλά το Οικουμενικό Πατριαρχείο είναι αιχμάλωτο  στον Οικουμενισμό. Τι θα αντικρύζαμε λοιπόν ως θέαμα κατά την τέλεση των λατρευτικών τελετών και μυστηρίων εντός της εκκλησίας των εκκλησιών; Τον Βαρθολομαίο, τους Ορθοδόξους δηλαδή και δίπλα τους καρδινάλιους  προτεστάντες, παπαδίνες, μονοφυσίτες, αρχιραβίνους, ιμάμηδες, βουδιστές, ταοϊστές, ινδιάνους, μάγους, πυρολάτρες και αμέτρητους άλλους σατανολάτρες σε ένα απαράμιλλο θρησκευτικό συνονθύλευμα. Με αυτό τον τρόπο θα έφευγε η θεία χάρη-όπως ασφαλώς έφυγε και τώρα που έγινε τζαμί- από την Αγία Σοφία και η κορωνίδα της Ορθοδοξίας θα μετατρεπόταν  όχι μόνο σε τζαμί(με την παρουσία των θρησκευτικών αρχόντων του Ισλάμ),αλλά και σε εβραϊκή συναγωγή, σε παπικό και προτεσταντικό ναό, σε βουδιστικό τέμενος και σε χώρο λατρείας των δαιμόνων και τελέσεως κάθε θρησκευτικής ασχημοσύνης.

          Η Αγία Σοφία των ευσεβών αυτοκρατόρων και βασιλέων, των αγίων και ηρώων της Πίστεως και της Πατρίδας, η Αγία Σοφία εντός της οποίας λειτούργησαν κορυφαίοι Ιεράρχες, κήρυξαν διαπρύσιοι κήρυκες, αναδείχθηκαν θαυμάσιοι υπέρμαχοι και οικουμενικοί διδάσκαλοι της Ορθοδοξίας, γαλουχήθηκαν και θεώθηκαν με την ανιδιοτελή αγάπη του Χριστού φιλότιμοι Ρωμηοί, ασκητές μοναχοί και λαϊκοί που άγγιξαν την τελειότητα, η Αγία Σοφία του Χριστού, της Παναγίας και των αγγέλων, η Αγία Σοφία το μεθόριον ουρανού και γης που εφώτισε την οικουμένη και οδήγησε στην αληθή θεογνωσία τόσους και τόσους λαούς, θα μετατρεπόταν σε άνδρο του Οικουμενισμού, χώρος πλάνης και απωλείας, οίκος ερέβους και πνευματικού σκότους που πηγάζει από τις καρδιές των προβατόσχημων λοικοποιμένων και των πάσης φύσεως συμπροσευχομένων τους αιρετικών και ετεροθρήσκων και θα οδηγούσε στην απώλεια λαούς και έθνη. Και όλα αυτά με τον μανδύα και την αιγίδα της επίσημης «Ορθοδοξίας» και της Αγια-Σοφιάς, του Οικουμενικού συμβόλου της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού. Μόνον εάν παρέδιδαν την Αγια-Σοφιά σε αληθινά Ορθοδόξους θα υπήρχε περίπτωση να μεγαλουργήσει και πάλι η Ελληνορθόδοξη Ρωμηοσύνη. Αυτό όμως με τα τωρινά δεδομένα φαντάζει αδύνατον ή τουλάχιστον εξωπραγματικό και ακόμα και σαν σκέψη είναι πολύ αφελές και ουτοπικό.

28) ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ

Πάντως τα όσα ακολούθησαν αμέσως μετά την μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί από τον Ερντογάν είναι πολύ αποκαλυπτικά και εύγλωττα, καθώς μιλάνε από μόνα τους. Μία μόνον ημέρα μετά το γεγονός ισραηλινή εφημερίδα εισηγήθηκε την ιδέα της αντίπραξης στην βέβηλη ενέργεια του Τούρκου προέδρου. Συγκεκριμένα ο ισραηλινός τύπος επισημαίνει ότι αφού πλέον υπάρχει το προηγούμενο της Τουρκίας με την Αγία Σοφία δίνεται η δυνατότητα στο Ισραήλ να ασκήσει αντίποινα με το τέμενος του Ομάρ και να πληρώσει έτσι η Τουρκία πολύ ακριβό αντίτιμο για την βεβήλωση της Αγια-Σοφιάς με το ίδιο νόμισμα. Το σκεπτικό είναι ότι αφού ο Τούρκος πρόεδρος μετέτρεψε μέσα στην χώρα του, όντας κατακτητής της, χωρίς να ρωτήσει κανέναν σε τζαμί έναν ορθόδοξο ναό που ήταν μουσείο, το ίδιο μπορούν να κάνουν και οι Ισραηλινοί μέσα στην χώρα τους, όντες κατακτητές της Παλαιστίνης χωρίς να ρωτήσουν κανέναν, μετατρέποντας σε συναγωγή το τέμενος του Ομάρ ή καλύτερα γκρεμίζοντας το, προκειμένου να κτίσουν τον ναό του Σολομώντος.

Σύμφωνα με τον ισραηλινό τύπο η Τουρκία οφείλει να είναι πολύ ευχαριστημένη με αυτή τη διευθέτηση των πραγμάτων, διότι η ίδια μετέτρεψε σε δικό της τέμενος την εκκλησία των εκκλησιών, τον εμβληματικό ναό της Ορθοδοξίας, πλήττοντας καίρια την Ορθοδοξία, ενώ από την άλλη οι μουσουλμάνοι απλά θα στερηθούν ένα δύο τζαμιά, που δεν έχουν και τόσο μεγάλη σημασία για τους ίδιους για να κτισθεί στο σημείο εκείνο ο ναός του Σολομώντος , ο οποίος έχει τεράστια σημασία για τους Εβραίους , καθώς σε αυτόν θα στεφθεί βασιλιάς όλου του κόσμου ο δικός τους Μεσσίας.

Το «προηγούμενο» λοιπόν που δημιούργησε ο Ερντογάν, ευνοεί αφάνταστα το Ισραήλ και παράλληλα αφαιρεί επιχειρήματα από τους μουσουλμάνους συγκρίνοντας το τεράστιο εθνικοπολιτικό και πολιτιστικό μέγεθος της Αγια-Σοφιάς με το κατά πολύ υπολειπόμενο σε αξία τέμενος του Ομάρ και αυτό του Αλ-Ακσά. Σε κάθε περίπτωση κερδισμένοι βγαίνουν τόσο οι μουσουλμάνοι, όσο και οι Εβραίοι. Μόνον η Ρωμηοσύνη και η καρδιά της, η Ορθοδοξία πλήττεται για μία ακόμη φορά καίρια. Έτσι ο Ερντογάν ικανοποιώντας τα βαθύτερα σχέδια των κοσμοκρατόρων, κάνει την Αγια-Σοφιά τζαμί και δίνει με αυτό τον τρόπο την δυνατότητα στους Ιουδαίους να απομακρύνουν τα δύο τζαμιά από το όρος Σιών και να κτίσουν τον πολυπόθητο ναό τους, χωρίς τον οποίο  δεν μπορεί να γίνει η έλευση του βασιλιά τους.

Επειδή όμως οι μουσουλμάνοι έχουν  συνηθίσει  μόνον να παίρνουν και όχι να δίνουν είναι πολύ πιθανό να ξεσπάσει πολεμική σύρραξη στη Μέση Ανατολή ανάμεσα στους Εβραίους και τους μουσουλμάνους, από την οποία και πάλι κερδισμένοι θα βγουν εν τέλει οι Εβραίοι, καθώς σε μια μελλοντικώς ισοπεδωμένη Ιερουσαλήμ, που ούτε παραγγελία να την έχουν, θα μπορέσουν να κτίσουν από την αρχή με όλες τους τις δυνάμεις μια υπερσύγχρονη πόλη, έτσι όπως οι ίδιοι την θέλουν και την ονειρεύονται, την καινούρια Ιερουσαλήμ, η οποία θα έχει όλα τα φόντα για να καταστεί παγκόσμια πρωτεύουσα και στο κέντρο αυτής να θεμελιώσουν τον ναό του Σολομώντος, εντός του οποίου θα ενθρονισθεί ο Αντίχριστος και θα ανατείλει η βασιλεία  του υιού της κορώνας, της ψεύτικης κορώνας, του ψεύτικου μεσσία  του διαβόλου.

                             ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Εν κατακλείδι αγαπητοί μου, όντως η Αγία Σοφία είναι ένα σύμβολο με παγκόσμια ακτινοβολία. Διαθέτει την δύναμη και την δυναμική υπό προϋποθέσεις-όπως και σύνολη η Ορθοδοξία και Ρωμηοσύνη- για να επιδράσει και  επηρεάσει τις καρδιές και συνειδήσεις των ανθρώπων, αρκεί παράλληλα να υπάρχουν και τα έμψυχα πρότυπα, τα ζωντανά παραδείγματα των μαθητών του Χριστού και τα πνευματικά αναστήματα, διότι οι τοίχοι ενός ναού από μόνοι τους δεν μπορούν να καταφέρουν και πολλά, ακόμη και αν πρόκειται για τους τοίχους της Αγια-Σοφιάς.

 Ήδη ως τζαμί θεωρούμε ότι με το μεγαλείο που κρύβει και φανερώνει, με την ιστορία της  και με την απαράμιλλη αρχιτεκτονική της που λέει πολλά, θα συνεπάρει και θα υποβάλλει ως ένα βαθμό τουλάχιστον, στα αθέατα και αόρατα μυστήριά της, πολλούς από τους μουσουλμάνους που θα την επισκεφθούν. Εάν ωστόσο η Αγια-Σοφιά αντί για τζαμί λειτουργούσε ως Ορθόδοξη εκκλησία απαλλαγμένη από την λαίλαπα του Οικουμενισμού, αυτό πιστεύουμε ότι θα είχε μεγάλο αντίκτυπο στους λαούς,  ιδιαίτέρως τους γειτονικούς, κυρίως όμως στον τουρκικό και τον ελληνικό. Ενδεχομένως να οδηγούσε σε μετάνοια και συναίσθηση πολλούς από τους συμπατριώτες μας και σε μια γενικότερη εθνικοθρησκευτική αφύπνιση, ενώ παράλληλα θα μπορούσε ίσως να ενδυναμώσει την βαθιά θαμμένη κλίση των Τούρκων προς την Ορθοδοξία και να έχει τέτοια απήχηση και επίδραση στις καρδιές τους, ώστε να αρχίσουν να βαπτίζονται και να γίνονται Ορθόδοξοι κατά κύματα.

 Για όσους θεωρούν ότι όλα αυτά είναι λόγια που λέγονται πολύ εύκολα από τον γράφοντα, αλλά πολύ δύσκολα μπορούν να λάβουν σάρκα και οστά, απλά επαναλαμβάνω ότι αυτά θα ήταν ενδεχομένως εφικτά, εάν δεν υπήρχε ο επάρατος Οικουμενισμός που τόσο πολύ συγχέει και σκοτεινιάζει τις καρδιές των ανθρώπων. Εάν η πνευματική στάθμη της ανθρωπότητας δεν ήταν τόσο χαμηλή, δεν θα υπήρχε  ο Οικουμενισμός και τα πράγματα θα ήταν πιο απλά. Αλλά θα μου πείτε τώρα, ότι εάν δεν υπήρχε Οικουμενισμός και η ανθρωπότητα έστεκε ψηλότερα πνευματικά, ούτε στα έσχατα θα φτάναμε, ούτε ο Αντίχριστος θα ερχόταν.

Πάντως ο Ερντογάν με την ενέργειά του να κάνει τζαμί την Αγια-Σοφιά, έχει εκτός των άλλων τον σκοπό, να ταπεινώσει εμάς τους Έλληνες-και ταυτόχρονα να δώσει θάρρος στους μουσουλμάνους-και να μας διαμηνύσει με αποφασιστικότητα, ότι το «βυζαντινό μας όνειρο» και όραμα, ο ευσεβής πόθος μας να κάνουμε ξανά δική μας την Πόλη και την Αγια-Σοφιά, τελειώνει κάπου εδώ. Έχει την διάθεση να μετατρέψει το όνειρό μας σε εφιάλτη, αλλά ζει Κύριος ο Χριστός! Μόλις λίγες ημέρες μετά την μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί, ένας μουεζίνης με πύρινο ζήλο για την πίστη του, πέθανε από καρδιακή προσβολή, τη στιγμή που καλούσε τους ομοπίστους του Ισλάμ να προσέλθουν στον ναό και έκανε την προσευχή του μέσα στην Αγια-Σοφιά. Ίσως αυτό να  ήταν μια θεόθεν προειδοποίηση, προκειμένου οι μουσουλμάνοι να μην αναθαρρεύουν υπερβολικά. Άλλωστε η Ζωή είναι ο Χριστός! Και όπως πολύ καλά γνωρίζουμε, η Ζωή…είναι αλλού!!!

Είναι καλό λοιπόν εμείς οι Έλληνες να υπερασπιζόμαστε, να θαυμάζουμε, να μαχόμαστε και να συσπειρωνόμαστε γύρω από  την Αγία Σοφία, να την θεωρούμε σύμβολο του Ελληνισμού, όπως και είναι και να την έχουμε μέσα στην καρδιά μας ως κάτι το ιδανικό, το τέλειο, το υψηλό και το ωραίο. Θα πρέπει όμως να πράξουμε πολλά περισσότερα για να προοδεύσουμε πραγματικά ως Έθνος και να επιστρέψουμε στην παλαιά μας δόξα και αίγλη, διότι τίποτα δεν έχει σημασία, εάν με τις πράξεις μας, τη συμπεριφορά μας, τον τρόπο και τη στάση ζωής που έχουμε υιοθετήσει και την ελλιπή και κάτισχνη πίστη μας, θανατώνουμε τον Χριστό και αφήνουμε τον διάβολο και τα όργανά του να ξεθωριάζουν το πρόσωπο του Θεανθρώπου  μέσα στην καρδιά μας, το πρόσωπο εκείνο που είναι ο Υιός και η Σοφία του Θεού για την τιμή, την προσκύνηση και την λατρεία της οποίας οικοδομήθηκε η Αγία Σοφία, το θαυμαστό αυτό αριστούργημα και μνημειώδες αρχιτεκτόνημα. Η Αγια-Σοφιά είναι βαρόμετρο για τον Ελληνισμό. Ένα βαρόμετρο που μετράει και μας δείχνει το που βαδίζει ο Ελληνισμός, η Ρωμηοσύνη, η Ορθοδοξία. Αν κατορθώσουμε να κρατήσουμε μέσα μας ζωντανή την Σοφία του Θεού, τον Ιησού Χριστό και να αντισταθούμε στον επερχόμενο Αντίχριστο, η Αγια-Σοφιά θα έχει πετύχει την αποστολή της σε τούτο τον κόσμο και εμείς θα την έχουμε καταστήσει μέσα στον θρόνο της  καρδιάς μας και πάλι Ρωμαίικη, Ελληνική και για πάντα δική μας, τώρα, πάντοτε και κάθε στιγμή μέχρι την συντέλεια των αιώνων και την ατελεύτητη Βασιλεία του Χριστού εις αιώνας αιώνων αμήν.

 

Γράφει ο π. Μακάριος Παλαιολόγου (Ιερομόναχος)

 ΥΠ. Μεταπτ. Δίπλ. Θεολογίας Ε.Κ.Π.Α – Ειδίκευση Δογματικής

 

Χριστολογική Ετεροδιδασκαλία του ΙΣΤ’ Αιώνος και το δόγμα της εις Άδου κάθοδος του Κυρίου.

 

Μία από των μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως αναφανεισών ετεροδιδασκαλιών στους κόλπους της Ελληνικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, ελάχιστα όμως γνωστή, υπήρξε η του μοναχού Ματθαίου, που αναφερόταν στο περί της εις Άδου καθόδου του Κυρίου δόγμα της Εκκλησίας. Η μόνη περί αυτής μαρτυρία περισωθείσα μέχρις τις ημέρες μας, υπάρχει στην επιστολή του καταπολεμήσαντος αυτήν γνωστού εκκλησιαστικού συγγραφέως της ΙΣΤ’ εκατονταετηρίδος Παχωμίου Ρουσάνου, που έχει τίτλο «Παχώμιος μοναχός τῇ ἐν Κωνσταντινουπόλει ἁγιωτάτῃ μεγάλῃ Ἐκκλησίᾳ». Η παρούσα λοιπόν μελέτη αποσκοπεί στην διαφώτιση των σχετικών με την εν λόγω ετεροδιδασκαλία, και στην σύντομη ιστορικοδογματική επισκόπηση του όλου δόγματος της εις Άδου καθόδου στην Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία και τις δοξασίες των Ρωμαιοκαθολικών και των διαφόρων  Προτεσταντικών ομάδων(Λουθηρανών και Καλβινιστών).

Για τον μοναχό Παχώμιο Ρουσάνο έχουν γραφεί αρκετά[1] ώστε περιοριζόμαστε να παρατηρήσουμε εδώ αυτό μόνο. Ο Ρουσάνος (1508- 1553) καταγόταν από την Ζάκυνθο, νωρίς ασπάσθηκε τον μοναχικό βίο, παρέμεινε μέχρι τέλους του βίου του απλός μοναχός. Μόνασε κυρίως στην μονή του αγ. Γεωργίου των Κρημνών στην Ζάκυνθο και στο άγιο Όρος, γύρισε όμως ολόκληρη την δούλη Ελλάδα ως ιεροκήρυκας, πνευματικός και διδάσκαλος των Ελληνικών γραμμάτων. Η σημασία όμως του Ρουσάνου έγκειται κυρίως στην συγγραφική του δράση. Κάτοχος μεγάλης για την εποχή του, μορφώσεως και υπό ενθέου ζήλου εμφορούμενος επιδόθηκε σε συγγραφικές εργασίες, αφήνωντας μεγάλο σχετικά αριθμό συγγραφών δογματικοπολεμικών, αγιολογικών και λειτουργικών, ασκητικών πρακτικοηθικών, φιλολογικών και επιστολών από τις οποίες κατέλαβε ιδιαίτερη θέση μεταξύ των κατά το πρώτο ήμισυ της ΙΣΤ’ εκατονταετηρίδος Ελλήνων λογίων, εποχή εσχάτη πνευματικής παρακμής για το υπόδουλο Γένος. Κυρίως όμως διακρίθηκε ο Ρουσάνος ως δογματικοπολεμικός συγγραφέας, γράφοντας ικανό αριθμό δογματικών συγγραφών, με τα οποία επιχείρησε να εκθέσει θετικά ολόκληρη την δογματική διδασκαλία της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας για να καταπολεμήσει τις αιρέσεις και προπαγάνδες. Έτσι καταπολεμεί τους Λατίνους, τον Λούθηρο, τους Σαρακηνούς, Ιακωβίτες, Παυλικιανούς, Βογομίλους, Μονοφυσίτες, Μονοθελήτες, Αρμενίους, Ιουδαίους κ.α. και εκτός από αυτές διεξάγει εντονώτερο αγώνα κατά των συγχρόνων αιρετικών Ιωαννικίου Καρτάνου[2]  και του μοναχού Ματθαίου, του οποίου κατωτέρω  δημοσιεύεται επιστολή, επιτυγχάνοντας την διάλυση και των δύο μικρών μεν αυτών, αλλ’ ευρέως διαδοθεισών μεταξύ του αμαθούς και δεισιδαίμονος λαού αιρέσεων ήδη από την γέννησή τους.

Για την ετεροδιδασκαλία του μοναχού Ματθαίου στερούμεθα από αλλού ιστορικής μαρτυρίας. Ο ελληνικός όμως κώδικας της Βιβλιοθήκης του Βερολίνου Philip 1617 ο οποίος γράφτηκε κατά τον ΙΣΤ’ αιώνα, μεταξύ των άλλων έργων του Ρουσάνου περιέσωσε σε εμάς και την επιστολή του Παχωμίου προς το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, με την οποία κατήγγειλε και πολέμησε αυτός την δογματική κακοδοξία του Ματθαίου. Εμείς θα ασχοληθούμε με το δεύτερο μέρος της επιστολής, το και μεγαλύτερο,  το οποίο αναφέρεται στην αιρετική διδασκαλία του Ματθαίου και στην αναίρεση της.

Ο μοναχός Ματθαίος καταγόταν από την κωμόπολη Μελενίκου, και μόναζε στο άγιο Όρος. Χειροτονήθηκε ιεροδιάκονος, αυτός όμως «ἱερέα και πνευματικόν καί διδάσκαλον καί μουσικόν ἑαυτόν ποιῶν» γύριζε «ὥσπερ τις πλανήτης» τις εντός και εκτός αγίου Όρους μονές και την πόλη και διέδιδε μεταξύ των μοναχών και του λαού την κακοδοξία, «ὅτι ὁ Χριστός μετά σώματος ζῶν κατῆλθεν ἐν τῷ Ἅδῃ, ἀνάξων τόν Ἀδάμ καί τούς ἐξ’ αὐτοῦ» επιπλέον και πολλές άλλας «θεολογίας, μᾶλλον δέ τερατολογίας».  Απ’ όσα γράφει ο Ρουσάνος προκύπτει, ότι πλανεμένη αυτή διδασκαλία του Ματθαίου βρήκε μεγάλη εξάπλωση μεταξύ του απλού και ιδίως του Βουλγαρικού. Ο Ρουσάνος έχωντας την συνήθεια να γίνεται δυνατός πολέμιος κάθε πλανεμένης διδασκαλίας και κάθε απόπειρας νοθείας της Ορθοδόξου πίστεως ή καινοτομίας στην εκκλησιαστική πράξη, επιχείρησε κατ’ αρχάς να πείσει τον Ματθαίο ειρηνικά, αλλά μη επιτυγχάνοντάς το σπεύδει να τον καταγγείλει προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο, την δε δογματική αυτή επιστολή την κοινοποίησε, σαν καθολική επιστολή, σε όλους εκείνους, μεταξύ των οποίων είχε διδάξει ο Ματθαίος και στους πιθανώς οπαδούς του όπως του Ιωαννικίου Καρτάνου. Με την γρήγορη και αποτελεσματική αυτή ενέργεια ο Ρουσάνος την αίρεση κατόρθωσε να την διαλύσει αφ’ ότου γεννήθηκε και τον αιρεσιάρχη μοναχό Ματθαίο εξανάγκασε να αποκηρύξει την πλάνη του[3]. Σε αυτήν την επιστολή αναφέρεται και ο ‘’ Αρχιεπίσκοπος Αθηνών’’ Χρυσόστομος Παπαδόπουλος[4]. Εκτός από την επιστολή του Παχωμίου, θα αναλύσουμε το περιεχόμενό της αλλά και όλη την δογματική ανάπτυξη του θέματος από ιστορικοδογματικής κυρίως απόψεως.  

 

Η Επιστολή του Παχωμίου Ρουσάνου

 

Το κείμενο της επιστολής έχει ως εξής:

Ἀλλά καί τοῦτο ὑμᾶς εἰδέναι χρή, ὅτι ἔστι τις μοναχός ἐκ τῆς κωμοπόλεως Μελενίκου Ματθαῖος αὐτῷ ὄνομα, ὅς, διά τήν οἰκείαν δυστροπίαν καί ὑπερηφανίαν, μῆνας δύο ἔξεισι κυκλεύων ἤ καί τρεῖς ποιῶν ἐν ἑκάστῳ μοναστηρίῳ, οὕτως ἔξεισι κυκλεύων τάς τε εντός τοῦ ἁγίου Ὄρους, τάς τε ἐκτός τούτου μονάς, περιοδικῶς ὥπσερ τις πλανήτης ποιῶν ἐν ἑκάστῃ, ὡς εἴρηται, βραχύν τινα καιρόν. Οὗτος ἀναξίως ποτέ καί ματαίως, ὁ τῷ ὄντι μάταιος, ἀναχθείς εἰς τό τῶν λειτουργῶν, εἴτουν διακόνων, ἀξίωμα,… Διό καί πρός ταῖς λοιπαῖς αὐτοῦ θεολογίαις, μᾶλλον δέ τερατολογίαις καί μυθολογίαις, καί τοῦτό φησιν. Ὅτι ὁ Χριστός μετά σώματος ζῶν κατῆλθεν ἐν τῷ Ἅδῃ, ἀνάξων τόν Ἀδάμ καί τούς ἐξ’ αὐτοῦ. Τοῦτο οὖν ἐγώ ἀκηκοώς ἅπαξ παρ’ αὐτοῦ καί ἕτέρα τοιαῦτα ἐπέσκηψα τούτῳ τό σύνολον μή τινι τοῦτο διδάσκειν τό βλάσφημον. Ὁ γάρ Χριστός τῇ ψυχή μόνῃ κατῆλθεν ἐν τῷ Ἅδῃ, ὡς ἐκ τῶν ἱερῶν λογίων μανθάνομεν. ἀλλ’ἔδοξα κατά πετρῶν καί ὑδάτων σπείρων ἤ σίδηρον πλεῖν διδάσκων. … Διό καί αὖθις, πρός τῇ προτέρᾳ παραινέσει, καί τοῖσδ’ ἐχρησάμην πρός αὐτόν.

Ὅτι, εἰ μέν μετά σώματος πρό τῆς ἐγέρσεως κατῆλθεν ὁ Χριστός ἐν τῷ Ἅδῃ, οὐκ ἀπέθανεν ἄρα, οὔτε τριήμερος κατά τάς Γραφάς ἀνέστη. Εἰ δέ μετά τήν ἀνάστασιν , ἤ ὅτι δεύτερον κατῆλθε, πρῶτον μέν τῇ ψυχῇ μόνῃ, εἴτα μετά σώματος, ὅπερ καί περιττόν ἐστι, καί ψεύδεται ὁ εὐαγγελιστής λέγων «ἀναστάς ὁ Ἰησοῦς πρωΐ πρώτῃ σαββάτου ἐφάνη πρῶτον Μαρίᾳ τῇ Μαγδαληνῇ»[5] εἶτα τοῖς λοιποῖς μαθηταῖς, ἤ ὅτι οὐ κατῆλθε πρό τῆς ἐγέρσεως, ἀλλ’ ἅπαξ μετά τήν ἀνάστασιν. Εἶτα εἰ μετά σώματος κατῆλθεν ἡ ψυχή, δῆλον ὅτι καί σώματα μετά τῶν ἰδίων ψυχῶν ὑπῆρχον ἐν τῷ Ἅδῃ. δεῖ γάρ ψυχή ψυχαῖς εὐαγγελίζεσθαι καί κηρύττειν καί σῶμα σώμασιν ἀναλόγως. Ἀλλ’ εἰ μέν ἡνωμένος, οἴκοθεν ὁ μάρτυς. Και γάρ τά σώματα μετά θάνατον ὁρῶμεν τῇ γῇ παραδιδόμενα . Εἰ δέ διηρημένως, ὡσαύτως ἀπίθανον. Εἰ δέ ἀληθές, τάχα γέγονεν ἡ παρ’ ἡμῶν τῶν εὐσεβῶν προσδοκωμένη ἀνάστασις.

Ἵνα δέ πληροφορήσω αὐτόν καί τινας χρήσεις παρῆγον τάς μᾶλλον αὐτῷ γνωριμωτέρας. Ἐξ’ ὧν φησιν ἐν μέλεσιν ὁ Δαμασκηνός Ἰωάννης : «ἡ τεθεωμένη σου Σῶτερ ψυχή Ἅδου θησαυρούς προνομεύσασα τάς ἀπ’ αἰώνος συνανέστησε ψυχάς». Το ζωηφόρον σῶμα δέ πᾶσιν ἀφθαρσίαν ἐπήγασεν». Ἤγουν ἀπαρχή τῆς ἀφθαρίας ἐγένετο. Καί ἐν ἑτέρῳ «Ψυχήν καί σῶμα γάρ ἀναλαβῶν τῷ πάθει ἀπ’ ἀλλήλων διέτεμε τῆς ἀχράντου μέν ψυχής ἐν Ἅδῃ κατελθούσης, ὅν καί ἐσκύλευσε. Τάφῳ δέ διαφθοράν οὐκ οἶδε τό ἅγιον σῶμα». Καί αὖθις. «Καί ἔδειξας φῶς ἐν σκότει πάλαι μοι κατῳκισμένῳ καί φθορᾷ. Διά σταυροῦ γάρ εἰς Ἅδην καταβεβηκώς με συνανέστησας». Διά σταυροῦ δέ εἶπεν, οὐ διά τῆς ἀναστάσεως. ἐπεί οὐκ ἐνεδέχετο ἄλλως κατελθεῖν, ὡς καί ἐν εὐχῇ τῆς θείας ἱερουργίας φέρεται καί πάλιν. «Ἐν τάφῳ σωματικῶς, ἐν Ἅδου δέ μετά ψυχῆς ὡς Θεός». Ὅ δέ λέγει, τοιοῦτον ἐστίν,  ὅτι ὁ Χριστός, ἅτε ἀπερίγραπτος ὤν, ὡς Θεός πανταχοῦ παρῆν, καί ἐν τάφῳ μετά τοῦ ἰδίου σώματος καί ἐν τῷ Ἅδῃ μετά τῆς ψυχῆς, πρό τῆς ἐγέρσεως δηλονότι. Καθά δή καί ὁ τῆς Νύσσης Γρηγόριος, ἐν τῷ εἰς τό ἅγιον Πάσχα λόγῳ μετά πολλά τοιᾶτα φησί «δι’ ἀμφοτέρων τῆς θεότητος τό ἀγαθόν ἐνεργούσης διά δέ τῆς ψυχῆς τῆς πρός τήν ἰδίαν ἑστίαν ἐπειγομένης, τήν πρός τόν παράδεισον τῶν ἀνθρώπων ἐπάνοδον»[6]. Καί ὁ Κύπρου Ἐπιφάνιος ἐν τῷ εἰς τό μέγα Σάββατον σαφῶς παρίστησι λέγων «διό ἀνθρώπους μέν ἐν σαρκί ὄντας διά σαρκός ἐμψύχου ὁ Θεός λόγος ἐπεσκέψατο, ψυχαῖς δέ, σωμάτων ἀπηλλαγμέναις διά τῆς ἐνθέου καί ἀχράντου αὐτοῦ ψυχῆς ἐν Ἅδῃ ἐπέφανε, σώματος, ἀλλ’ οὐ θεότητος ἀπηλλαγμένης»[7]. Ταῦτα, ἔφην, οὐχ ἁπλῶς, οὐδ’ ἀφ’ ἑαυτῶν οἱ μακάριοι οὗτοι διδάσκαλοι φάσκουσι. Φησί γάρ ὁ Ἀπόστολος Πέτρος περί Χριστοῦ, «ὅτι ἡ ψυχή αὐτοῦ οὐκ ἐγκαταλείφθη εἰς Ἅδου», ὡς τῶν ὑπευθύνων τούτῳ δηλονότι, «οὐδέ ἡ σάρξ αὐτοῦ εἶδε διαφθοράν», οἵαν ἡμεῖς δηλαδή ἐν τῷ μνήματι ὑπομένομεν. Εἰ δέ οὖτοι καί οἱ κατ’ αὐτούς θεηγόροι οὐ τολμῶσί τι παρ’ ἑαυτῶν φθέγξασθαι, ἀλλ’ ἅπαντα ἐκ τῆς ἱερᾶς Γραφῆς καί τῶν πρό αὐτῶν ἱεροτελεστῶν, καθά καί Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης φησί «καθόλου τοιγαροῦν οὐ τολμητέον εἰπεῖ οὔτε μήν νοῆσαί τι περί τῆς ὑπερουσίου καί κρυφίας θεότητος παρά τά θειωδῶς ἡμῖν ἐκ τῶν ἱερῶν λογίων ἐκπεφρασμένα», πῶς αὐτός ἤ ἐκ τίνος μεμαθηκώς τοιαῦτα φθέγγῃ;

 Ὁ δέ κατά τήν παροιμίαν ἥλῳ ἧλον ἐκκρούων, παρά τε τοῦ μακαρίτου κυροῦ Μανουήλ καί κυροῦ Ἀντωνίου τοῖν φιλοσόφοιν καί ρητόροιν ταῦτ’ ἔφη ἀκηκοέναι, παρ’ ὧν οὐδέ λόγου ἁπλῶς ποτε ἠξίωται, ἐμέ δέ ληρεῖν καί βλασφημεῖν ἄντικρυς καί μή εἰδότα οἷα θέμις λαλεῖν ἀπεφήνατο. Ὅθεν καί μᾶλλον ἠπείχθην ἀποστεῖλαι τό ἐμοί πονηθέν σύνταγμα καί τήν αὐτοῦ ἐγγράφως βλασφημίαν. Ἵνα γνῶτ’  ἀκριβῶς ἀμφοτέρων τήν δόξαν ὅπως ἔχῃ καλῶς ἤ κακῶς. Ἐγώ τάχα οὐδέν ὅλως περί αὐτοῦ ἀνέφερον ἄν. Ἀλλ’ ἐπεί ἐν μιᾷ μονῇ ἄμφω, τό γε νῦν ἔχον, διατρίβομέν τε καί διαιτώμεθα, τούτου χάριν ἀνέμνησα ὑμῖν. Αὐτοί δέ τά Θεῷ καί ὑμῖν δοκοῦντα ἐκπληρώσατε. Ὅς καί ἅπαντα κατά τήν αὐτοῦ ὑπέρσοφον πρόνοιαν θείη καλῶς. τῇ εὐχῇ καί συνεργίᾳ τῆς ὑμῶν ἁγιότητος».

Εξετάζοντας τώρα το δογματικό περιεχόμενο της επιστολής παρατηρούμε, ότι ο Ρουσάνος για να αναιρέσει την κακοδοξία του μοναχού Ματθαίου αναπτύσσει τα εξής επιχειρήματα. Απορρίπτοντας την Ορθόδοξη διδασκαλία σύμφωνα με την οποία ο Ιησούς Χριστός κατήλθε ως Θεός στον Άδη μόνο με την ψυχή του, του σώματος εναπομείναντος στον τάφο αδιάφθορο, βρίσκει τρείς εκδοχές δυνατές: Ή ότι πριν την έγερση κατήλθε μετά της ψυχής και του σώματος, ή ότι μετά την ανάσταση κατήλθε δεύτερη φορά μαζί με την ψυχή και το σώμα, προηγηθείσης μαζί με αυτήν η πρώτη κάθοδος με μόνο την ψυχή του πριν την ανάσταση ή τέλος ότι μία μόνο φορά κατήλθε μετά την ανάσταση με την ψυχή και το σώμα.

Κατά την πρώτη εκδοχή την απορρίπτει  γιατί αντιτίθεται αυτό στον πραγματικό θάνατο και την ανάσταση του Χριστού, συνεπώς και την στηριζομένη στον θάνατο απολύτρωση του ανθρωπίνου γένους. Επίσης και την δεύτερη εκδοχή κρίνει απορριπτέα διότι προηγηθείσης της πρώτης καθόδου με την ψυχή μόνο, πριν την ανάσταση, είναι όλη περιττή και η δεύτερη με το σώμα κάθοδος μετά την ανάσταση και από την άλλη διότι αυτή η υπόθεση δεν στηρίζεται στις πηγές, αντιθέτως μάλιστα παρουσιάζει ψευδόμενο τον ευαγγελιστή Μάρκο, ο οποίος μαρτυρεί το αντίθετο. Τέλος και η τρίτη υπόθεση  την απορρίπτει για τους ίδιους με τους παραπάνω λόγους απορριπτέα.

Περαιτέρω καταπολεμεί την πλανεμένη διδασκαλία του μοναχού Ματθαίου, υποστηρίζοντας ότι αν αποδεχθούμε κήρυγμα του Κυρίου μετά της ψυχής και του σώματος στον Άδη, πρέπει αναγκαστικά να συναποδεχθούμε στον Άδη συνυπήρχαν μαζί με τις συγκεκριμένες ψυχές και τα σώματα των κεκοιμημένων. Το συμπέρασμα όμως αυτό είναι τελείως απαράδεκτο, διότι τα σώματα των πεθαμένων δεν ακολουθούν τις ψυχές στον Άδη, αλλά αποδίδονται και διαλύονται στον τάφο εις τα εξ’ ων συνετέθησαν, γιατί αν ίσχυε αυτή η περίπτωση θα είμασταν υποχρεωμένοι να παραδεχθούμε, ότι έγινε ήδη η προσδοκώμενη ανάσταση των νεκρών των χριστιανών, οι οποίοι ομολογούν «προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν».

Το τελευταίο επιχείρημα κατά της ετεροδιδασκαλίας του μοναχού Ματθαίου παίρνει ο Ρουσάνος από τις πηγές της θείας Αποκαλύψεως σύμφωνα με τις οποία δεν γίνεται αποδεκτή αυτή η αιρετική θεωρία καθώς η αγία Γραφή και η ιερά παράδοση αντίκειται σε αυτήν την θεωρία. Για να αποδείξει αυτό επικαλείται το Πράξ. 2,31, όπως και τα παραπάνω παρατεθέντα χωρία των Πατέρων της Εκκλησίας Επιφανίου Κύπρου, Γρηγορίου Νύσσης και Ιωάννου Δαμασκηνού, μαζί με λειτουργικές μαρτυρίες, με τις οποίες κατοχυρώνεται η ορθόδοξη της Εκκλησίας διδασκαλία, σύμφωνα με την οποία ο Κύριος κατήλθε με μόνη την ψυχή του ως Θεός στον Άδη στον μεταξύ του θανάτου και της αναστάσεως χρόνο, όταν το πανάγιο σώμα του φυλασσόταν στον τάφο.

Αναμφισβήτητα παραπάνω πλάνη του απλοϊκού και αμαθούς μοναχού Ματθαίου προήλθε από την γενικότητα και την ασάφεια, με τις οποίες φαίνεται η εις Άδου κάθοδος του Κυρίου στην αγία Γραφή και την ιερά παράδοση. Πράγματι ούτε η αγία Γραφή καθορίζει λεπτομερώς και επακριβώς τα της εις Άδου καθόδου, αλλά διδάσκεται και διαπιστώνεται το γεγονός της εις Άδου Καθόδου και του έργου που πραγματοποίησε ο Χριστός για τις ψυχές  γενικές εκφράσεις έχοντας, ούτε η αρχαία Εκκλησία ανέπτυξε επισήμως αυτό που ερειδόταν στην αποστολική παράδοση της πίστεως, αφού δεν είχε δωθεί καμία αφορμή γι’ αυτό. Υπάρχουν κάποιοι νεότεροι Διαμαρτυρόμενοι ‘’θεολόγοι’’ που αρνούνται εξ’ ολοκλήρου αυτό το δόγμα αλλά οι αρχαίοι πατέρες συμφωνούν. Αλλά ας δούμε το θέμα από την ιστορικοδογματική  ματιά.

 

Η Αγία Γραφή για την Εις Άδου Κάθοδο του Χριστού

 

Αρχικά η κάθοδος του Κυρίου στο βασίλειο του θανάτου διδάσκεται από την αγία Γραφή. Τα χωρία που αναφέρονται σε αυτήν είναι τα εξής: 1) Στο Ψαλτήρι, 15,  9-10 «διά τοῦτο εὐφράνθη ἡ καρδία μου καί ἠγαλλιάσατο ἡ γλώσσά μου, ἔτι δέ καί ἡ σάρξ μου κατασκηνώσει ἐπ’ ἐλπίδι, ὅτι οὐκ ἐγκαταλείψεις την ψυχήν μου εἰς ἅδου, οὐδέ δώσεις τόν ὅσιόν σου ἰδεῖν διαφθοράν». 2) Στις Πράξ. 2, 31 στο οποίο ο Απόστολος Πέτρος, στο παραπάνω ψαλμικό χωρίο αναφερόμενος, λέει προς τους Ιουδαίους την ημέρα της Πεντηκοστής «προϊδόν (ὁ Δαβίδ) ἐλάλησε περί τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, ὅτι οὐ κατελείφθη ἡ ψυχή αὐτοῦ εἰς ἅδου, οὐδέ ἡ σάρξ αὐτοῦ εἶδε διαφθοράν». 3) Το Α’ Πέτρ. 3, 18 «Χριστός ἅπαξ περί τῶν ἁμαρτιῶν ἀπέθανε, δίκαιος ὑπέρ ἀδίκων, ἵνα ἡμᾶς προσαγάγῃ τῷ Θεῷ, θανατωθείς μέν σαρκί,ζωοποιηθείς δέ ἐν Πνεύματι, ἐν ὧ καί τοῖς ἐν φυλακῇ πνεύμασι πορευθείς ἐκήρυξεν, ἀπειθήσασι ποτε, ὅτε ἀπεδέχετο ἡ τοῦ Θεοῦ μακροθυμία ἐν ἡμέραις Νῶε». 4) Το Α’ Πέτρ. 4,  6 «εἰς τοῦτο γάρ καί νεκροῖς εὐηγγελίσθη, ἵνα κριθῶσι μέν κατά ἀνθρώπους σαρκί, ζῶσι δε κατά Θεόν πνεύματι». 5) Στο βιβλίο της Αποκαλύψεως  ο Ευαγγελιστής Ιωάννης γράφει τα εξής λόγια του Χριστου: «’Εγώ εἰμι ὁ πρῶτος καί ὁ ἔσχατος καί ὁ ζῶν. καί ἐγενόμην νεκρός, καί ἰδού ζῶν εἰμι εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. καί ἔχω τάς κλεῖς τοῦ θανάτου καί τοῦ ἅδου»[8]

Έπειτα η θριαμβευτική του Κυρίου κάθοδος «εις τα καταχθόνια» ως νικητή του θανάτου και λυτρωτή των απ’ αιώνος κεκοιμημένων αποτελεί αντικείμενο πίστεως των χριστιανών όλων των αιώνων περιφανώς μαρτυρούμενη από την ιερά Παράδοση. Βεβαίως οι ιεροί Πατέρες και κυρίως των πρώτων αιώνων δεν ασχολήθηκαν ειδικά περί της αναπτύξεως του δόγματος αυτού, γενικώς εκφρασθήκαν.

Tα χριστιανικά δόγματα και το προκείμενο που υπάρχουν στην αγία Γραφή είτε πολύ είτε λίγο κατά τους δύο πρώτους αιώνες δεν συζητούνται και δεν ερευνούνται. Οι Αποστολικοί Πατέρες γράφουν περιστασιακά και για πρακτικοηθικούς σκοπούς με επιστολικό κυρίως χαρακτήρα. Το έργο των χριστιανών Απολογητών είναι καθορισμένο. Και στην γέννησή της και στην πρώτη οργάνωσή της η Εκκλησία αγωνίζεται για την ύπαρξή της και οργάνωσή της. Όλα όμως τα δόγματα υπάρχουν ήδη στην Εκκλησία, κηρύσσονται παντού από τους κήρυκες και πιστεύονται. Η Αλεξανδρινή όμως σχολή εγκαινιάζει την θεωρία των συζητήσεων των δογμάτων. Ήδη είχαν εμφανισθεί οι πρώτες αιρέσεις και κυρίως η επικίνδυνη Γνώση, οι οποίες βαθμηδόν πληθύνονται, ενώ από την άλλη η νέα θρησκεία βάλλεται και από τους εθνικούς συγγραφείς με την ελληνική φιλοσοφία.

 

Η Πατερική Διδασκαλία για την εις Άδου Κάθοδο

 

Όλους αυτούς τους αντιμετωπίζουν οι εκκλησιαστικοί αντιαιρετικοί συγγραφείς και απολογητές. Έτσι η Αλεξανδρινή σχολή διαμορφώνει τα δόγματα συστηματικά. Μετά αρχίζουν τον 4ο αιώνα και εξής οι Οικουμενικές Σύνοδοι που θεσπίζουν αλάθητα τα δόγματα, ερμηνεύοντας επίσημα το εξ’ αποκαλύψεως περιεχόμενον της πίστεως. Τις παραπάνω φάσεις περνάει και το δόγμα της εις Άδου καθόδου το οποίο από την αρχή και πάντοτε πιστεύεται από την Εκκλησία, δεν αμφισβητείται από κανέναν ούτε από τους αιρετικούς, γι’ αυτό χωρίς πολλές συζητήσεις και χωρίς Οικουμενική Σύνοδο, ως βασικό και αναπόσπαστο άρθρο της χριστιανικής πίστεως, παίρνει την αρμόζουσα θέση κατά τον Δ’ αιώνα στο αποστολικό σύμβολο. Ωστόσο το δόγμα της εις Άδου Καθόδου θεσπίστηκε το 553 μ.Χ. στην Ε’ Οικουμενική Σύνοδο, όταν με τον 9ο  δογματικό κανόνα αυτής αναθεμάτισε εκείνους που αιρετικώς πρέσβευαν ότι στον Άδη κατήλθε όχι ο σαρκωμένος με σάρκα έμψυχη λογική και νοερά Χριστός , αλλά ο λεγόμενος νους[9]. ; Έπειτα και η Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος της Νικαίας το 787 διδάσκεται «Τοῦτο (τόν Χριστόν) ὁμολογοῦμεν… τόν Ἅδην σκυλεύσαντα καί τούς ἀπ’ αἰῶνος δεσμίους ἐλυθερώσαντας»[10]   Μάρτυρας αυτού είναι η ιερά Παράδοση με τους Ιγνάτιο, Μελίτωνα Σάρδεων, Ερμά, Ιουστίνο, Ειρηναίο, Τερτυλλιανό, Ιππόλυτο, Κλήμη Αλεξανδρέως, Ωριγένη, Μ. Αθανάσιο, Ευσέβιο, Κύριλλο Ιεροσολύμων και των άλλων εκκλησιαστικών συγγραφέων, καθώς  και των λειτουργικών μνημείων της Εκκλησίας.

Στον Άδη ο Κύριος κατήλθε κατά την δική του ψυχή η οποία ήταν ενωμένη με την θεότητα, ενώ ταυτόχρονα, το σώμα ήταν ενωμένο και αυτό με την θεότητα και στον τάφο «μήτε τῆς θεότητος τοῦ σώματος ἐν τῷ τάφῳ ἀπολιμπανομένης, μήτε τῆς ψυχῆς ἐν τῷ Ἅδῃ χωριζομένης»[11]. Και με την ψυχή καταργούσε και έπαυε την δύναμη του Άδου και του θανάτου και του αρχηγού αυτών και ευαγγελιζόταν στις ψυχές την σωτηρία, ενώ με την αφθαρσία του σώματος στον τάφο καταργούσε την σωματική φθορά και έδειχνε την αφθαρσία και την ανάσταση και με την ανάσταση των ανθρώπων, την ένωση των ψυχών με τα σώματα των ανθρώπων και την αποκατάσταση της ανθρώπινης φύσεως. Ο Χριστός που κατέβηκε στον Άδη είναι ο σαρκωμένος Λόγος του Θεού με την υποστατική ένωση μαζί με την ψυχή, ενώ είναι υποστατικώς ενωμένος και με το σώμα και στον τάφο. Κανένας κίνδυνος δεν υπάρχει να γίνουν δύο Χριστοί, δύο πρόσωπα, ένα στον τάφο και ένα στον Άδη, δύο υποστάσεις, γιατί κατά την ορθόδοξη διδασκαλία, «οὐδέποτε οὔτε ἡ ψυχή, οὔτε το σῶμα ἰδίαν ἔσχον ὑπόστασιν παρά τήν τοῦ Λόγου ὑπόστασιν, μία δέ ἀεί τοῦ Λόγου ὑπόστασις καί οὐδέποτε δύο»[12]. Ο Χριστός σύμφωνα με τον όρο της εν Χαλκηδόνι Δ’ Οικουμενικής Συνόδου, είναι εις και ο αυτός, εκ δύο φύσεις, της θείας και της ανθρωπίνης, ασυγχύτως και ατρέπτως και αδιερέτως και αχωρίστως γνωριζόμενος, όχι όμως σε δύο πρόσωπα μεριζόμενος ή διαιρούμενος, διότι οι δύο φύσεις ενώνονται σε ένα πρόσωπο, αυτό του Λόγου του Θεού, έτσι ώστε στον Χριστό να υπάρχει ένα και μόνο πρόσωπο και μία υπόσταση. Σύμφωνα , με αυτά και το ένα και το αυτό πρόσωπο του Χριστού ήταν ταυτοχρόνως και στον Άδη και στον τάφο, εφόσον παρά τον χωρισμό της ψυχής από το σώμα, καθόλου και καμία στιγμή η θεότητα, ο Λόγος του Θεού δεν εγκατέλειψε είτε την ψυχή είτε το σώμα, εξ’ αιτίας της υποστατικής με αυτές ένωση[13]. Την σχετικά με αυτήν Ορθόδοξη διδασκαλία εξέθεσε άριστα ο Άγ. Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέγοντας: «Εἰ καί τέθνηκε τοιγαροῦν ὡς ἄνθρωπος, καί ἡ ἁγία αὐτοῦ ψυχή τοῦ ἀχράντου διηρέθη σώματος, ἀλλ’ ἡ θεότης ἀχώριστος ἀμφοτέρων διέμεινε, τῆς τε ψυχῆς, φημί, καί τοῦ σώματος. Καί οὐδ’ οὕτως ἡ μία ὑπόστασις εἰς δύο ὑποστάσεις διήρηται. τό τε γάρ σῶμα καί ἡ ψυχή κατά ταὐτόν ἐξ’ ἀρχῆς ἐν τῇ τοῦ Λόγου, ὑποστάσει /ςσχον τήν ὕπαρξιν, καί ἐν τῷ θανάτῳ ἀλλήλων διαιρεθέντα, ἕκαστον αὐτῶν ἔμεινε, τήν μίαν τοῦ Λόγου ὑπόστασιν ἔχοντα. Ὥστε ἡ μία τοῦ Λόγου ὑπόστασις, τοῦ τε  Λόγου καί τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος ὑπῆρχεν ὑπόστασις… Εἰ γάρ καί τοπικῶς τοῦ σώματος ἡ ψυχή ἐκχώριστο, ἀλλ’ ὑποστατικῶς διά τοῦ Λόγου ἥνωτο»[14]. Η δε Κατάβαση του Χριστού στον Άδη έγινε γιατί έπρεπε, αφού ο Χριστός ήρθε να σώσει τους ζώντας αλλά και αυτούς που είχαν κοιμηθεί.

Παρακάτω θα παραθέσουμε χωρία των Αγίων Πατέρων που μιλούν για τον θάνατο του Χριστού και την εις Άδου Κάθοδο Του.

Ο Άγιος Ιγνάτιος, στο Μαγνησιείς 9. και Φιλαδελφείς 5. Και Τραλλιανούς 9. μνημονεύει την εις Άδου κάθοδο και εμείς θα παραθέσουμε μόνο το πρώτο: «Πῶς ἡμεῖς δυνησόμεθα ζῆσαι χωρίς αὐτοῦ, οὗ καί οἱ προφῆται μαθηταί ὄντες τῷ πνεύματι ὡς διδάσκαλον αὐτόν προσεδόκων, καί διά τοῦτο, ὅν δικαίως ἀνέμενον, παρών ἤγειρεν αὐτούς ἐκ νεκρῶν». Αν διαβάσει κανείς αυτά τα χωρία, εύκολα θα διαπιστώσει ότι ο Αγ. Ιγνάτιος σε αυτά ότι προϋποθέτει την κοινή όλων των πρώτων χριστιανών πίστη της εις Άδου καθόδου και τα σωτήρια αποτελέσματα αυτής, περιορίζεται γενικά να αναφέρει σύντομα αυτή, λέγοντας ότι ο Σωτήρ κατέβηκε στους εν  Άδη και εκήρυξε και οι οποίοι «πιστεύσαντες ἐσώθησαν» οι προφήτες και οι πατριάρχες και εννοώντας όλους τους δικαίους της Π.Δ. τους οποίους ο Κύριος «παρών ἤγειρεν αὐτούς ἐκ νεκρῶν».

Ο Άγιος Ιουστίνος ο φιλόσοφος και μάρτυς, ένας από τους αρχαίους απολογητές και αντιαιρετικούς συγγραφείς, αναφέρει στον προς Τρύφωνα διάλογο κεφαλ. 72: «Ἐμνήσθη δέ Κύριος ὁ Θεός ἀπό Ἰσραήλ τῶν νεκρῶν αὐτοῦ τῶν κεκοιμημένων εἰς γήν χώματος. και κατέβη πρός αὐτούς εὐαγγελίσασθαι αὐτοῖς τό σωτήριον αὐτοῦ»[15].

Ο Ιππόλυτος αναφέρει την κάθοδο σε πολλά χωρία όπως το Ἀπόδειξης περί Χριστοῦ  καί Ἀντιχρίστου 26 : « καί ἐν νεκροῖς κατελογίσθη, εὐαγγελιζόμενος τάς τῶν ἁγίων ψυχάς, διά θανάτου τόν θάνατον νικῶν»[16]. Και πιο κάτω κεφ. 45 και 46 «κἀκεῖσε (ἐν Ἅδῃ) κατελεύσεσθαι τόν Σωτῆρα λυτρούμενον τάς τῶν ἁγίων ψυχάς  ἐκ χειρός θανάτου»[17]. Αλλά πιο κοντά εξετάζεται η εις Άδου κάθοδος στον «Περί τοῦ ἁγίου Πάσχα» σύγγραμά του γράφοντας «Καί ἰδού ὁ μονογενής εἰσῆλθεν ὡς ψυχή μετά ψυχῶν, Θεός λόγος ἔμψυχος. τό γάρ σῶμα ἔκειτο ἐν μνημείῳ, οὐχί κενωθέν τῆς θεότητος. ἀλλ’ ὥσπερ ἐν τῷ Ἅδῃ ὤν, τῇ οὐσίᾳ ἦν πρός τόν Πατέρα, οὕτως ἦν καί ἐν τῷ σώματι καί ἐν τῷ Ἅδῃ. Ἀχώρητος γάρ ἐστι καί ὁ Υἱός ὡς ὁ Πάτηρ καί πάντα περιέχει. ἀλλά θέλων ἐχωρήθη ἐν σώματι ἐμψύχῳ, ἵνα μετά τῆς ἰδίας ψυχῆς πορευθῇ εἰς τόν Ἅδην καί μή γυμνή τῇ θεότητι».

Ο Ωριγένης στο κατά Κέλσου παρατηρεί 2, 43 : «Κἄν μή βούλεται οὖν, τοῦτο φαμέν, ὅτι καί ἐν σώματι ὤν οὐκ ὀλίγους ἔπεισεν, ἀλλά τοσούτους, ὡς διά τό πλῆθος τῶν πειθομένων ἐπιβουλευθῆναι αὐτόν. και γυμνῇ σώματος γενόμενος ψυχῇ ταῖς γυμναῖς σωμάτων ὡμίλει ψυχαῖς, ἐπιστρέφων κακείνων τάς βουλομένας πρός αὐτόν, ἤ ἅς ἑώρα, δι’ οὕς ἤδει αὐτός λόγους, ἐπιτηδειοτέρας»[18]. Βλέπουμε ότι η σωτηρία επεκτείνεται όχι μόνο στους δικαίους της Π.Δ. αλλά και στους εθνικούς. Το δόγμα αυτό υπάρχει στο σύμβολο της πίστεως με τη λέξη «ταφέντα». Αλλά και στην αρχαιότατη χριστιανική λατρεία περιεχόταν η εις Άδου κάθοδος όπως μας διασώθηκαν από τα λειτουργικά χειρόγραφα. Στην λειτουργία του Ιππολύτου, μία από τις πιο αρχαίες, λέει στην καθαγιαστική ευχή των τιμίων δώρων ευχή: «Ὅς ἐπεί παρεδίδετο ἑκουσίῳ πάθει, ἵνα θάνατον λύσῃ καί δεσμά διαβόλου ρήξῃ καί ἅδην πατήσῃ καί δικαίους φωτίςῃ καί ὅρον πήξῃ καί ἀνάστασιν φανερώσῃ, λαβών ἄρτον εὐχαριστήσας εἶπεν…»[19].

Ο Μ. Βασίλειος στην λειτουργία με το όνομά του, λέει στην ευχή της καθαγιάσεως των αγίων δώρων: «Καί καθαρίσας ἐν ὕδατι καί ἁγιάσας τῷ Πνεύματι τῷ Ἁγίῳ ἔδωκεν ἑαυτόν ἀντάλλαγμα τῷ θανάτῳ, ἐν ᾦ κατειχόμεθα πεπραμένοι ὑπό τήν ἁμαρτίαν. καί κατελθών διά σταυροῦ εἰς τόν Ἅδην, ἵνα πληρώσῃ ἑαυτοῦ τά πάντα, ἔλυσε τάς ὀδύνας τοῦ θανάτου»[20].

Οι παραπάνω λειτουργικές μαρτυρίες αποδεικνύουν  ότι το δόγμα της εις Άδου καθόδου αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα της χριστιανικής λατρείας και άρα πίστη ολόκληρης της Εκκλησίας από τους αρχαίους χρόνους.

Και οι μετά την Αλεξανδρινή  δογματική γραμματεία, υπάρχουν μαρτυρίες για την εις Άδου κάθοδο. Ήδη μάλιστα ο Απολλιναρισμός αρνιόταν την λογική ψυχή στον Χριστό και γι’ αυτό έπρεπε να τονισθεί η κατάβαση του Χριστού με την ψυχή του στον Άδη.

Ο Μ. Αθανάσιος αντιμετωπίζοντας τον αρνητή της λογικής ψυχής του Κυρίου Απολλινάριο και υποστηρίζοντας το δόγμα της καθολικής Εκκλησίας, υποστηρίζει : Φωνῆς δέ γενομένης καί ψυχῆς σημαινομένης, οὐ χωρισμόν θεότητος δηλούσης, ἀλλά νέκρωσιν σώματος σημαινούσης, μήτε τῆς Θεότητος τοῦ σώματος ἐν τῷ τάφῳ ἀπολιμπανομένης, μήτε τῆς ψυχῆς ἐν τῷ Ἅδῃ χωριζομένης. Τοῦτό γάρ ἐστι τό ρηθέν διά τῶν προφητῶν. «οὐκ ἐγκαταλείψεις τήν ψυχήν μου εἰς Ἅδην, οὐδέ δώσεις τόν ὅσιόν σου ἰδεῖν διαφθοράν…»[21]. «Ἀνάγκη γάρ τινα ἐξ’ Ἅδου τήν ἀρχήν τῆς ἀναστάσεως εἰληφέναι, ἵνα τελεία ᾖ ἡ ἀνάστασις καί τοῦ θανάτου ἡ λύσις καί τῶν ἐκεῖσε πνευμάτων ἡ ἀπόλυσις. Εἰ δέ ταῦτα ὁ Λόγος πέπονθε καί ποῦ τό ἄτρεπτον καί ἀναλλοίωτον τοῦ Λόγου; Πῶς δέ καί ἀπαρακαλύπτως ὀφθείς ὁ Λόγος ἐν τῷ Ἅδῃ ἐνομίσθη ἐν τῷ θανάτῳ ὡς ἄνθρωπος;»[22]. «Καί Θεός μέν Λόγος ἐν ἐπιδείξει τῆς ἀθανασίας καί ἀφθαρσίας καί ἀττρπτότητος. ἄνθρωπος δε τῇ προσηλώσει τοῦ σταυροῦ καί αἵματος ρύσει καί ταφῇ σώματος καί καταβάσει εἰς Ἅδου καί ἀναστάσει τῇ ἐκ νεκρῶν.Οὕτως ὁ Χριστός ἐκ νεκρῶν ἐγήγερται καί Θεός ὤν ἐγείρει τούς νεκρούς»[23].

Όμοια λόγια για την εις Άδου κάθοδο του Κυρίου διδάσκει και Κύριλλος Ιεροσολύμων στην Κατήχηση 4, 11. «Κατῆλθεν εἰς τά καταχθόνια, ἵνα κἀκεῖθεν λυτρώσηται τούς δικαίους. Ἐβούλου γάρ, εἰπέ μοι, τούς μέν ζῶντας ἀπολαῦσαι τῆς χάριτος καί ταῦτα τῶν πλείστων οὐχ ὁσίων ὄντων. τούς δέ ἀπό Ἀδάμ πολυχρονίως ἀποκεκλεισμένους μή τυχεῖν τῆς ἐλευθερίας λοιπόν; Ἡσαΐας ὁ προφήτης τοσαῦτα περί αὐτοῦ μεγαλοφώνως ἐκήρυξεν. οὐκ ἤθελες, ἵνα βασιλεύς κατελθῶν λυτρώσηται τόν κήρυκα; Δαυΐδ ἦν ἐκεῖ καί Σαμουήλ καί πάντες οἱ προφῆται καί αὐτός ὁ Ἰωάννης… Οὐκ ἤθελες, ἵνα καταβάς λυτρώσηται τούς τοιούτους;»[24] Και στην Κατήχηση 14, 17-20 αντιπαραβάλλοντας την τριήμερη στον Άδη παραμονή του Χριστού με αυτήν του Ιωνά στην κοιλία του κήτους διδάσκει: «Τύπος γάρ ἦν Χριστοῦ ( δηλαδή ο Ιωνάς), τοῦ μέλλοντος εἰς Ἅδην καταβαίνειν… κακεῖνος μέν ἐβλήθη εἰς κοιλίαν κήτους. οὖτος δέ κατῆλθεν ἐκουσίως, ὅπου τό νοητόν τοῦ θανάτου κῆτος. ἑκουσίως δέ κατῆλθεν, ἵνα ἐξεμέσῃ τούς καταποθέντας ὁ θάνατος… Ἐξεπλάγη ὁ θάνατος θεωρήσας καινόν τινα κατελθόντα εἰς Ἅδην, δεσμοῖς τοῖς αὐτόθι μή κατεχόμενον… Κατῆλθε γάρ εἰς τόν θάνατον καί πολλά σώματα τῶν κεκοιμημένων ἁγίων ἠγέρθη δι’ αὐτοῦ … Ἐλυτροῦντο πάντε οἱ δίκαιοι, οὕς κατέπιεν ὁ θάνατος. ἔδει, γάρ τόν κηρυχθέντα βασιλέα τῶν καλῶν κηρύκων γενέσθαι λυτρωτήν»[25] κλπ.

Επίσης και ο άγιος Επιφάνιος Κύπρου διδάσκει στο λόγο του για την «Εἰς τήν Θεόσωμον ταφήν τοῦ Κυρίου καί τήν ἐν τῷ Ἅδῃ κατάβασιν μετά τό σωτήριο πάθος παραδόξως γεγενημένη»[26].

Η εις Άδου κάθοδος ενέπνευσε και την υμνογραφία-υμνολογία της λατρείας της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Παραδείγματος χάριν τα αναστάσιμα απολυτίκια όπως του β’ήχου, «Ὅτε κατῆλθες πρός τον θάνατον ἡ ζωή ἡ ἀθάνατος, τότε τόν Ἅδην ἐνέκρωσας τῇ ἀστραπῆ τῆς θεότητος…» ή του τροπαρίου «Κατῆλθες ἐν τοῖς κατοτάτοις τῆς γῆς καί συνέτριψας μοχλούς αἰωνίους κατόχους πεπεδημένων Χριστέ…» και πολλών άλλων για τα πάθη και την ανάσταση. Επίσης υπάρχουν αναφορές στις ευχές της γονυκλισίας της Πεντηκοστής και στον Κατηχητικό λόγο του αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου.

Επίσης και ο άγ. Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο κλασικός δογματικός της Ανατολικής Εκκλησίας μιλάει για το δόγμα ως εξής: «Κάτεισιν εἰς Ἅδου ψυχή τεθεωμένη, ἵν’ ὥσπερ τοῖς ἐν γῇ ὁ τῆς δικαιοσύνης ἀνέτειλεν ἥλιος, οὕτω καί τοῖς ὑπό γῆν ἐν σκότει καί σκιᾷ θανάτου καθημένοις ἐπιλάμψῃ τό φῶς. …. καί οὕτω καί τούς ἀπ’ αἰώνων λύσας πεπεδημένους, αὖθις ἐκ νεκρῶν ἀνεφοίτησεν, ὁδοποιήσας ἡμῖν τήν ἀναστασιν»[27]. Περαιτέρω η Κάθοδος του Σωτήρος στο βασίλειο του θανάτου διδάσκεται και από τα συμβολικά βιβλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας του Ιζ’ αιώνα. Έτσι η Ορθόδοξος Ομολογία του Πέτρου Μογίλα, η εγκριθείσα από την εν Ιασίω τοπική Σύνοδο από του ορθοδόξους Πατριάρχες της Ανατολής το 1642 διδάσκει «Ἡ ψυχή τοῦ Χριστοῦ , ἔστωντας καί νά χωρισθῇ ἀπό τό σῶμα, ἧτο πάντοτε ἐσφιγμένη μέ τήν θεότητα, καί μέ τήν θεότητα ἐκατέβηκεν εἰς τόν Ἅδην. καλά καί εἰς τόν τόπον τοῦτον νά μήν ἔχωμεν κἄν μίαν ἐνθύμησιν δι’ αὐτό. Μόνον τό ἔχομεν βέβαιον βέβαιον ἀπό ὅλους τούς ἐκκλησιαστικούς ὕμνους, ὅπου πραγματεύονται δι’ αὐτό. πῶς ὁ Χριστός νά ἐκατέβηκεν εἰς τόν Ἅδην μέ τήν ψυχήν καί μέ τήν θεότητα, καί πλέον χωριστά μέ τό τροπάριον ἐκεῖνο τῆς Ἐκκλησίας, ὅπου λέγει, «ἐν τάφῳ σωματικῶς, ἐν Ἅδου δέ μετά ψυχῆς ὡς Θεός, ἐν παραδείσῳ δέ μετά ληστοῦ, καί ἐν θρόνῳ ἡπῆρχες, Χριστέ, μετά Πατρός καί Πνεύματος, πάντα πληρῶν ὁ ἀπερίγραπτος», Καί ἀπό τόν Ἅδην ἐλύτρωσε τάς ψυχάς τῶν ἁγίων προπατόρων καί τάς ἔβαλεν εἰς τόν παράδεισον, μαζύ μέ τούς ὁποίους συνεισήγαγε καί τόν ληστήν, ὅπου ἐπίστευσεν ἐν τῷ σταυρῷ εἰς αὐτόν»[28]. Επίσης στην Ορθόδοξη Ομολογία του Μητροφάνους Κριτόπουλου αναλυτικότερα εκτίθεται η δογματική διδασκαλία για την εις Άδου κάθοδο. Από την άποψη της σωτηριολογία δεν εκθέσαμε όλη την έκταση αυτής. Ο Μαρκίων ο αιρετικός εφέφρασε την πλανεμένη γνώμη, ότι ο Χριστός κατήλθε στον Άδη χάριν των ασεβών και αμαρτωλών της Π.Δ. Έτσι οι μεν δυτικοί Πατέρες, πειριόριζαν το κήρυγμα του Χριστού στον Άδη και την σωτηρία μόνο στους ευσεβείς και δικαίους της Παλαιάς Διαθήκης, ενώ αντίθετα οι ανατολικοί εδέχονταν την καθολικότητα από την μία του κηρύγματος προς τους Ιουδαίους και τους Εθνικούς, την σωτηρία από την άλλη μόνο σε’ αυτούς που πίστευσαν σε αυτό.

Η Διδακαλία των αιρετικών Δυτικών για την εις Άδου Κάθοδο του Χριστού

Αφού παρακολουθήσαμε την ανάπτυξη του δόγματος της Καθόδου του Χριστού στον Άδη στην παράδοση της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, πρέπει να εκθέσουμε εδώ με συντομία και την περί αυτού διδασκαλία των Ρωμαιοκαθολικών και των Πρωτεσταντών για να γνωρίζουμε τί πιστεύουν οι αιρετικοί αλλά και να γνωρίζουμε τις ομοιότητες και τις διαφορές στην διδασκαλία με αυτούς και γνωρίζοντας την παράδοσή μας, ευκολότερα να συνεχίσουμε την ορθόδοξη παράδοση και γραμμή, προφυλασσόμενοι από κάθε εξωτερική επίδραση και απορρίπτοντας κάθε νεωτερισμόν και πλάνη που αντίκειται στην αρχαιοπαράδοτη ορθόδοξη πίστη μας.

Οι Ρωμαιοκαθολικοί καθ’ όλη την Πατερική περίοδο είχε σχεδόν την ίδια διδασκαλία περί της Καθόδου με την Ανατολική Εκκλησία, με εξαίρεση ότι περιόριζαν το κήρυγμα του Χριστού στον Άδη μόνο στους δικαίους της Παλαιάς Διαθήκης, η οποία γνώμη διαδόθηκε και με την σχολαστική Θεολογία και έγινε επίσημη διδασκαλία των Ρωμαιοκαθολικών, συνδυασμένη με την άλλη ιδιάζουσα διδασκαλία περί τετραμερούς διαιρέσεως του Άδου και της καταβάσεως του Χριστού μόνο στον τόπο των αγίων πατέρων ή αλλιώς λεγόμενο κόλπο του Αβραάμ. Η επίσημη περί αυτού του δόγματος διδασκαλία καταγράφεται στις παπικές αποφάσεις των Παπών Μ. Λέοντος, Συμμάχου, Ορμίσδα και Μ. Γρηγορίου. Στις συνοδικές αποφάσεις των έξι λατινικών Συνόδων, της Δ’του 633 και της Ιστ ’του 693 εν Τολέδω, της Στ’ στην Αρετάλη το 813, της Sens του 1140, της Δ’ στο Λατερανό το 1215 και της Λυώνος το 1274. Και σε διάφορες λατινικές Κατηχήσεις και τη «Ρωμαικῇ Κατηχήσει» της εν Τριδέντω Συνόδου που εγκρίθηκε από διαφόρους πάπες και λατινικές συνόδους και που είναι και διδασκαλία του Θωμά Ακινάτου. Η διδασκαλία να συνοψισθεί στα εξής:

Μετά τον επί του Σταυρού θάνατον ο Χριστός κατήλθε με την ψυχή, ενωμένη με την θεότητα, στον Άδη στον οποίο παρέμεινε τρείς μέρες, και παρέμεινε το σώμα του στον τάφο. Κατέβει όχι δυνάμει και ενεργεία, αλλά παρουσία και πραγματικά, χωρίς η κατάβαση αυτή να μειώσει την θεία αξία και το μεγαλείο του Χριστού. Έτσι κατέβηκε στον Άδη και τον τάφο ο όλος Χριστός, έτσι ώστε το αυτό πρόσωπο του Χριστού κατά τον χρόνο εκείνο ήταν και στον Άδη και στον τάφο, ενώ η θεότητα δεν χωρίσθηκε ούτε της ψυχής ούτε του σώματος[29].   Κατά την λατινική αντίληψη ο Άδης διαιρείται σε τέσσερα μέρη, δηλαδή πρώτο των δικαίων, δεύτερον των αβαπτίστων νηπίων, τρίτον του καθαρτηρίου πυρός και τέταρτο  την γέεναν ή άβυσσο ή Άδη με στενότερη έννοια από την οποία ο Χριστός κατήλθε μόνο στο πρώτο μέρος, προς τους αγίους πατέρες και τους λοιπούς ευσεβείς της Π.Δ. τους οποίους μόνο αυτούς ελευθέρωσε από τους δεσμούς και τους οδήγησε και αυτούς στην ανάληψη μαζί του[30]. Οι δίκαιοι της Π.Δ. απολαμβάνουν πλήρη μακαριότητα όταν ανεβούν στον ουρανό, πράγμα το οποίο αποκλίνει από την ορθόδοξη διδασκαλία, σύμφωνα με την οποία την πλήρη μακαριότητα θα την απολαύσουν μόνο μετά την Δευτέρα παρουσία, ενώ στην μέση κατάσταση απλώς προγεύονται αυτή.  Αυτή η γνώμη είναι συνέπεια της γνωστής διδασκαλίας για πλήρη διαφθορά του μεταπτωτικού ανθρώπου και της μη αναγνώρισης εναρέτων πράξεων.

Οι Διαμαρτυρόμενοι και αρχικά η Λουθηρανοί πιστεύουν ένα λόγο του Λουθήρου ό οποίος λέει ότι ο Χριστός κατήλθε πραγματικά στον Άδη, για να απαλλάξει τους ανθρώπους από την εξουσία του Άδη και του θανάτου και των αιωνίων κολάσεων. Ακόμη περισσότερο δίδαξε με προφανή αντίθεση στην αγία Γραφή και την ιερά παράδοση ότι ο Χριστός κατήλθε στον Άδη όχι μόνο κατά την ψυχή, αλλά και το σώμα! Και αποσιώπησε το κήρυγμα του Χριστού στον Άδη και την απελευθέρωση των ψυχών[31].

Οι Μετερρυθμισμένοι ή Καλβινιστές έχουν απομακρυνθεί περισσότερο από κάθε άλλο κομμάτι της δύσεως με την Ορθόδοξη πίστη μας Διαβλέπει φοβερούς ψυχικούς πόνους διότι εάν η ψυχή του δεν μετείχε της ποινής θα ήταν σωτήρας μόνο των σωμάτων . Δηλαδή ο Χριστός υπέστη τα σωματικά πάθη, ταυτόχρονα όμως υφίστατο και την αόρατη κρίση του Θεού, αισθανόταν την οργή του Θεού και την αυστηρότητα της θείας τιμωρίας, για να γνωρίζουμε εμείς όχι μόνο το σώμα του Χριστού, αλλά και κάτι ανώτερο. Άρα οι Ορθόδοξοι πιστεύουν ότι σώθηκαν και οι Ιουδαίοι και οι εθνικοί (πιστεύσαντες), και ότι δεν υπάρχει το καθαρτύριο πυρ, και ότι υπάρχει μόνο η πρόγευση της μακαριότητος κλπ.

Με την παρούσα εργασία εκθέσαμε την διδασκαλία της Εκκλησίας μας για το δόγμα της εις Άδου καθόδου, αποφεύγοντας τις προσωπικές γνώμες και στηριζόμενοι στην δογματική διδασκαλία που είναι η μόνη αυθεντική πηγή, οριοθετήσαμε την πίστη μας εναντίον όλων αυτών που αμφισβήτησαν το δόγμα της εις Άδου καθόδου.

 

[1] π. Μακάριος Παλαιολόγου, Ο Παχώμιος Ρουσάνος και το συγγραφικό του έργο, https://ec-goc.gr/home/arthra-dimosiefseis/o-paxomios-rousanos-kai-to-syggrafiko-tou-ergo. Α. Μουστοξύδης, Ελληνομήμων 1843-1853, σ. 445, 581 και 511.  Χ. Φιλητά, περί Ιωαννικίου Καρτάνου, Δαμασκηνού Στουδίτου και Παχωμίου Ρουσάνου, Κέρκυρα 1847. Π. Χιώτου, Ιστορικά απομνημονεύματα της νήσου Ζακύνθου, τ. 2, Κέρκυρα 1858. κ.α.

[2] Π. Ρουσάνου, «Περί Καρτανιτῶν» και «Περί τῆς τῶν Καρτανιτῶν αἱρέσεως» Migne, P.G. 98, 1333-1360.

[3]  Ι. Καρμίρης, Ο Παχώμιος Ρουσάνος και τα Ανέκδοτα Δογματικά και άλλα έργα αυτού, «Μανουήλ ο Γαλησιώτης τῷ ὁσιοτάτῳ καί ἐλλογιμωτάτῳ μοναχῷ κυρῷ Παχωμίῳ», Αθήνα 1935 σε. 171.: «Ἰστέον, ὅτι οὗτος ὁ μοναχός μετενόησεν ὕστερον ὑπέρ τοῦ οἰκείου σφάλματος».

[4] Ιστορικά σημειώματα, «Θεολογία» τ. 4(1926) σ. 7.

[5] Μαρκ. 16, 9.

[6] Εἰς τό ἅγιον Πάσχα, λόγος Α’, Migne P.G. 46, 617.

[7] Migne, P.G. 43, 453.

[8] Αποκάλυψη 1, 17-18.

[9] Mansi, τόμος 9 σελ. 397 400.

[10] Mansi IB’ s. 1138.

[11] Μ. Αθανασίου, Περί τῆς σωτηριώδους ἐπιφανείας τοῦ Χριστοῦ. Κατά Ἀπολλιναρίου, Λόγ.β’ Migne P.G. 26, 1156.

[12] Ἔκδοσις ὀρθοδόξου πίστεως 3, 27. Migne P.G. σελ. 1097.

[13] Ιωάννου Δαμασκηνού, Λόγος εἰς τό ἅγ. Σάββατον κθ’, Migne P.G 96, 632.

[14] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ὀρθοδόξου πίστεως, 3 27.  Το ίδιο σ. 1097. ΒΛ. και Γρηγορίου Αντιοχείας, Λόγος εἰς τάς μυροφόρους καί εἰς τήν θεόσωμον ταφήν τοῦ Σωτῆρος, (P.G. 88, 1849).

P.G. 6, 645.

[16] P. G. 10, 748.

[17] Το ίδιο σελ. 764.

[18] P.G. 11, 364.

[19] Hans Lietzmann, Messe und Herrenmahl, 1926 σ. 175.

[20] Ευχολόγιο το μέγα, εκδ. 4, Βενετία 1872.

[21] Κατά Ἀπολλιναρίου λόγος Β’ Migne, P.G. 26, 1156.

[22] Το ίδιο , 1160-1161.

[23] Το ίδιο, 1164.

[24] P.G. 33, 469.

[25] Το ίδιο, 845-849.

[26] P.G. 43, 440-446.

[27] Εκδ. Ορθ. Πίστεως 3, 29. Migne P.G. 94, 1101.

[28] Ιω. Ν. Καρμίρη, Τα δογματικά και συμβολικά Κείμενα  σ. 242.

[29] Summa Theologia III qu. 52 sub. art. 3 conclus. Και  αλλού Φουλγκεντίου, Ad Trasinundum 3, 34. Migne P.L. 65, 299.

[30] Dictionnaire de la Theologie catholique, t. Δ’ σ. 585 εξ.

[31] Kostlin, Luthers Theologie, τ. Β’ σ. 427.

 

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΙΟΚΡΑΤΙΑ

ΟΜΙΛΙΑ ΘΕΟΦΙΛΕΣΤΑΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΠΕΤΡΑΣ Κ. ΔΑΒΙΔ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΙΕΡΑΤΙΚΗ ΣΥΝΑΞΗ ΤΟΝ ΙΟΥΝΙΟ ΤΟΥ 2017

 Οι τρεις μεγάλοι άγιοι της Εκκλησίας μας, άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, Μέγας Φώτιος και άγιος Μάρκος ο Ευγενικός σε κρίσιμες ιστορικά στιγμές για το Γένος μας, απέναντι στην πνευματική λαίλαπα της Δύσεως, αντέταξαν τον ελληνορθόδοξο πολιτισμό, διεφύλαξαν ακεραία την πίστη μας από τον κίνδυνο της εκφραγκεύσεως και διέσωσαν τον ρωμαίικο τρόπο ζωής. Αποδείχθηκαν έτσι πρόμαχοι και γνήσιοι εκφραστές της Ρωμηοσύνης, την οποία παρέδωσαν ανόθευτη από λατινοφραγκικές προσμίξεις στις επόμενες γενιές.

          Οι τρεις μεγάλοι Ιεράρχες ήταν κατ’ εξοχήν παραδοσιακοί. Όπως και όλοι οι άγιοι, εσέβοντο την παράδοση της Εκκλησίας γραπτή και άγραφη, κάτι που αποτελεί την βασική προϋπόθεση για να κατακτήσει κανείς την αγιότητα. Από την άλλη, όπως είδαμε την Κυριακή της Ορθοδοξίας, μέσα από δικά τους κείμενα και δηλώσεις και μέσα από δικές τους ενέργειες, οι παραδοσιακοί του νέου τουλάχιστον ημερολογίου, δεν είναι εν τέλει και τόσο παραδοσιακοί.

          Θα λέγαμε μάλιστα ότι σε πολλές περιπτώσεις ομοιάζουν στους Φαρισαίους, τους θρησκευτικούς άρχοντας της εποχής του Χριστού. Διότι όπως εκείνοι είχαν τη ραβινική παράδοση, το Ταλμούδ, η οποία ήταν ως επί το πλείστον μία ανθρώπινη καθαρά παράδοση, έτσι και οι παραδοσιακοί του νέου παράλληλα με την παράδοση της Εκκλησίας, θέτουν και διδάσκουν την δική τους πολλές φορές παράδοση, διδάσκοντες διδασκαλίες και εντάλματα ανθρώπων, οι οποίες ήκιστα συμφωνούν με το ευαγγέλιο του Χριστού. (Μήπως η δυνητική ερμηνεία του ιέ κανόνος της Πρωτοδευτέρας Συνόδου δεν ανήκει στην κίβδηλη παράδοση των συγχρόνων Φαρισαίων, την διατυπουμένη και βιουμένη, σύμφωνα με ανθρώπινα εντάλματα και διδασκαλίες και όχι με βάση τις εντολές του Θεού;). Και όλα αυτά συμβαίνουν την ίδια στιγμή, που οι πνευματικοί τους αδελφοί εναγκαλίζονται τον Πάπα και τις παπαδίνες, συμπροσεύχονται με τους σατανιστές και τους Εβραίους και δίνουν άφεση αμαρτιών στους πάσης φύσεως αιρετικούς και αλλοθρήσκους.

         Ασφαλώς οφείλουμε να παραδεχθούμε ότι χωλαίνουσα παραδοσιακότητα δεν υπάρχει μόνον εις τον χώρο του νέου, αλλά – σε κάποιες περιπτώσεις (ίσως αρκετές) -  και εις τον χώρο του πατρίου εορτολογίου. Ωστόσο όμως δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το γεγονός, ότι  όταν ο λαός μας, ο λαός του πατρίου αγωνιζόταν από τα πρώτα ακόμη χρόνια μετά το σχίσμα, με άδολη αγάπη για την πίστη και την παράδοση, για να κρατήσει ακραιφνή την ομολογία του απέναντι σε θεούς και δαίμονες, οι παραδοσιακοί του νέου στην πλειονότητά τους αποδείχθηκαν απηνείς και αμείλικτοι διώκτες των γνησίων αγωνιστών της αληθείας.  Ξαφνικά θυμήθηκαν τις τελευταίες τέσσερις – πέντε δεκαετίες την Ορθόδοξη πατερική παράδοση και κάνανε σύνθημά τους το ‶επιστροφή στις ρίζες″.

         Η παρούσα μου εργασία θα είναι μια συνέχεια της ομιλίας που εξεφώνησα την Κυριακή της Ορθοδοξίας. Θα είναι μια ομιλία που ίσως κατά ένα μέρος δεν συνηθίζουμε να ακούμε σε εκκλησιαστικές  συνάξεις. Αφορμή και έμπνευση για το θέμα μου υπήρξε ένα πανεπιστημιακό εγχειρίδιο – θα το δούμε κατωτέρω – του Νορβηγού ανθρωπολόγου Έρικσεν,  το οποίο αναφέρεται σε μία έννοια, που θα μας απασχολήσει εδώ σήμερα. Μια έννοια που ίσως δείχνει ότι η φαινομενική προσκόλληση και εμμονή στην παράδοση, δεν φανερώνει πάντοτε γνήσια παραδοσιακότητα. Αυτή είναι η έννοια της παραδοσιοκρατίας, την οποίαν πολλοί διανοούμενοι διακρίνουν από την έννοια της παράδοσης και την θεωρούν προϊόν του σύγχρονου πολιτισμού. Εάν κατενόησα ορθώς το τι σημαίνει «παραδοσιοκρατία», τότε οι λεγόμενοι παραδοσιακοί του νέου και όχι μόνον, είναι περισσότερο παραδοσιοκρατικοί και λιγότερο ή και καθόλου παραδοσιακοί ή μάλλον καθαρά αντιπαραδοσιακοί, όπως δείξαμε την Κυριακή της Ορθοδοξίας. Ασφαλώς για να ασχοληθεί κανείς με ένα θέμα πρέπει πρώτα να το έχει κατανοήσει επαρκώς. Προσωπικά δεν είμαι βέβαιος για το εάν έχω εμπεδώσει όσο θα έπρεπε την έννοια της παραδοσιοκρατίας – δεν έκανα άλλοστε εκτεταμένη και εξαντλητική μελέτη του θέματος -  αλλά με τη δική σας ανοχή και επιείκεια θα πραγματοποιήσω μία απόπειρα προσέγγισής της.

Ανοίγοντας το λεξικό βλέπουμε τον ορισμό της παραδοσιοκρατίας ή παραδοσιαρχίας: σύστημα πεποιθήσεων βασισμένων αποκλειστικά στην παράδοση ή στην αφοσίωση στα ήθη του παρελθόντος, στάση που διαφοροποιείται ριζικά από την ιστορική κατανόηση της παράδοσης. Αρχικά το λέει και η ίδια η λέξη, «παραδοσιοκρατία» σημαίνει την κυριαρχία της παράδοσης. Η φράση όμως κλειδί είναι η εξής: «στάση που διαφοροποιείται ριζικά από την ιστορική κατανόηση της παράδοσης».

Τί σημαίνει αυτό; Η ιστορική κατανόηση της παράδοσης έχει να κάνει με την εφαρμογή του πνεύματος της παράδοσης σε κάθε εποχή με έναν τρόπο που να είναι συμβατός και αποδεκτός από την εκάστοτε εποχή. Δηλαδή υποθετικά, εάν πάρουμε έναν εκκλησιαστικό κανόνα που γράφτηκε τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες και αναφερόμενος στο πώς πρέπει να είναι ντυμένοι οι χριστιανοί, λέει πως ‶θα πρέπει ο ποδήρης χιτώνας να καλύπτει τον αστράγαλο″. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα τον εφαρμόσουμε κατά γράμμα, φορώντας ποδήρη χιτώνα. Θα ντυθούμε όπως ορίζει ο κανόνας με τα ρούχα όμως της εποχής μας. Αυτό σημαίνει ‶η ιστορική κατανόηση της παράδοσης από την οποία διαφοροποιείται ριζικά η παραδοσιοκρατία″.

Άρα από αυτό συνάγουμε την πρώτη διάσταση, το πρώτο στοιχείο της έννοιας της παραδοσιοκρατίας που είναι η ακαμψία, η έλλειψη προσαρμοστικότητας στις ιστορικές συνθήκες της κάθε εποχής και η προσκόλληση στους τύπους, στο γράμμα και όχι στο πνεύμα της όποιας παράδοσης. Τέτοιου είδους στείρες προσκολλήσεις στους τύπους της παράδοσης διαπιστώνουμε στους πιστούς τόσο του παλαιού, όσο και του νέου ημερολογίου σε θέματα ποικίλης φύσεως. Εσχατολογικά, λατρείας και τυπικής διατάξεως, κανονικού δικαίου κ.ά. Μπορεί να υπάρξει δηλαδή απομόνωση κάποιων στοιχείων της πίστεως και της παραδόσεως μας και εμμονικής προσκόλλησης σε αυτά. Για παράδειγμα κάποιοι επικεντρώνονται στα εσχατολογικά θέματα και φωνασκούν από πρωϊας μέχρι νυκτός για την επικείμενη έλευση του Αντιχρίστου, καθώς και για τα συναφή με αυτήν ζητήματα ηλεκτρονικής διακυβερνήσεως, μ’ έναν μονομερή και μονολιθικό τρόπο, δίχως να φαίνεται να τους ενδιαφέρει η συμμετοχή στα μυστήρια της Εκκλησίας και η καλλιέργεια πνευματικής ζωής. Κάποιοι άλλοι αντιθέτως δίνουν μεγάλη βαρύτητα στην ηθική του χριστιανισμού ή στα θαύματα που γίνονται στον χώρο της Εκκλησίας, χωρίς ωστόσο να τους απασχολεί το γεγονός ότι αγγίζουμε τα έσχατα και ότι έρχεται ο Αντίχριστος – από του οποίου τον αριθμό έχει πλέον κατακλυσθεί ολόκληρη η οικουμένη – ο οποίος θα ποιήσει πληθώρα φοβερών και ανήκουστων θαυμάτων και θα είναι υπόδειγμα αρετής και ηθικής μοναδικό (για τον πολύ κόσμο που δεν έχει σχέση και κοινωνία με τους αγίους θα είναι ανεπανάληπτο) και ακατανίκητα σαγηνευτικό. Μάλιστα σε δικούς μας πιστούς παρατηρείται το φαινόμενο να προσπαθούν να αποδείξουν την ορθότητα του παλαιού ημερολογίου με βάση τις αλλαγές του καιρού και τις μετεωρολογικές συνθήκες.

Είδαμε λοιπόν την πρώτη διάσταση της παραδοσιοκρατίας η οποία βρίσκει πρόσφορο έδαφος και ευνοείται εκτός των άλλων και από την άγνοια και την ελλιπή κατανόηση της παράδοσης. Όταν κάποιος δεν γνωρίζει καλά τα πράγματα μπορεί να κολλήσει στους τύπους και την επιφάνεια. Η άγνοια βεβαίως μπορεί να ευνοήσει και  άλλες διαστάσεις της παραδοσιοκρατίας. Ας δούμε όμως σιγά-σιγά ποιες είναι αυτές.

Το απόσπασμα που θα ακούσετε προέρχεται από το βιβλίο  ‶Μικροί τόποι, μεγάλα ζητήματα″ του Νορβηγού ανθρωπολόγου Έρικσεν, τον οποίον μνημονεύσαμε πιο πάνω. Το παραθέτω για να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε μέσα από το περιβάλλον των λέξεων και τα συμφραζόμενά του, την έννοια της παραδοσιοκρατίας. (Η παράθεση αυτή δεν σημαίνει ότι ακολουθούμε και ασπαζόμαστε τα όσα λέει δίκην ευαγγελίου. Απλά καταθέτουμε μία επιστημονική άποψη με την οποία ο καθένας μπορεί εάν θέλει να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει).

Λέει λοιπόν ο Έρικσεν: «Μια και οι εθνικιστικές ιδεολογίες υποστηρίζουν ότι τα έθνη είναι αρχαία, έχει ευρέως υποστηριχθεί ότι αυτό ισχύει και για την ίδια την ιδεολογία. Αυτό όμως δεν συμβαίνει και ως εκ τούτου, είναι χρήσιμο στο σημείο αυτό να διακρίνουμε την παράδοση από την παραδοσιοκρατία. Παρ’ ότι ο εθνικισμός έχει την τάση να εμφανίζεται ως παραδοσιοκρατική ιδεολογία, εξυμνώντας μία υποτιθέμενη ένδοξη πολιτισμική παράδοση, δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι είναι «παραδοσιακός» ή και «αρχαίος»». (Thomas Hylland Eriksen, Μικροί τόποι, μεγάλα ζητήματα, εκδόσεις ΚΡΙΤΙΚΗ, Αθήνα 2007, σ. 432).

Τι βλέπουμε λοιπόν εδώ; Σύμφωνα με τον Έρικσεν τα έθνη μπορεί να είναι αρχαία, ο εθνικισμός όμως ως ιδεολογία όχι. Τα έθνη, κάποια από αυτά τουλάχιστον υπήρχαν πολύ πριν εμφανιστεί η εθνικιστική έξαρση του 18ου – 19ου αι. εξαιτίας τής οποίας συγκροτήθηκαν τα έθνη-κράτη. Η φράση κλειδί εδώ είναι ότι διακρίνει την παράδοση από την παραδοσιοκρατία ως δύο διαφορετικές έννοιες. Τα έθνη ως αρχαία έχουν ιστορική παράδοση, ανήκουν σ’ αυτήν την παράδοση, ενώ ο εθνικισμός εμφανίσθηκε πρόσφατα είναι παραδοσιοκρατική, σύγχρονη δηλαδή ιδεολογία και δεν είναι κατ’ ανάγκη παραδοσιακός ή αρχαίος. Αλλά εντάσσεται στην παραδοσιοκρατία, φαινόμενο που ξεκίνησε από το εξωτερικό, ήλθε στην Ελλάδα και επεκτάθηκε σε αρκετούς τομείς, μεταξύ αυτών και στον εκκλησιαστικό.  

Σε άλλο σημείο λέει ξεκάθαρα ότι η παραδοσιοκρατία είναι προϊόν της νεωτερικότητας, του σύγχρονου δηλαδή πολιτισμού και ό, τι αυτός εκφράζει με την τεχνολογία, τον καπιταλισμό, τα σύγχρονα κράτη. Ίσως ως ένα βαθμό να προέρχεται (η παραδοσιοκρατία) και από ένα ανακλαστικό των σύγχρονων κοινωνιών, του σύγχρονου ανθρώπου που βλέποντας τον εαυτό του να βυθίζεται σ’ ένα ηθικό τέλμα κατακλυσμένος από το πνεύμα του μοντερνισμού και της πολιτισμικής ισοπέδωσης επιθυμεί τη στροφή στα παλαιά, την επιστροφή στην παράδοση, κάτι όμως που εκφράζεται μέσα από την παραδοσιοκρατία μ’ έναν άκαμπτο μάλλον και κίβδηλο τρόπο, οδηγώντας ως επί το πλείστον σε κακέκτυπα της παράδοσης και όχι σε αυτήν την ίδια την παράδοση.

 Η δεύτερη λοιπόν διάσταση της παραδοσιοκρατίας είναι ότι αποτελεί ένα σύγχρονο φαινόμενο. Ένα ρεύμα που διατρέχει πολλές μορφές και εκδηλώνεται σε πολλές εκφάνσεις της σύγχρονης ζωής, στην πολιτική, την Εκκλησία, την επιστήμη, την μουσική, τα ήθη και τα έθιμα και τον τρόπο ζωής γενικότερα. Έτσι ίσως να εξηγείται και το γεγονός της εμφάνισης στο προσκήνιο των όψιμων ‶παραδοσιακών″ του νέου ημερολογίου. Το ζήτημα είναι εάν και κατά πόσον είναι όντως παραδοσιακοί, όλοι όσοι έχουν ως σύνθημά τους το ‶επιστροφή στις ρίζες και στην παράδοση″.

Υπάρχουν βεβαίως οι γνήσιοι, οι αληθινά παραδοσιακοί, αλλά και οι ψεύτικοι, οι δήθεν, εκείνοι που φαίνονται αλλά δεν είναι, που φορούν το προσωπείο του παραδοσιακού. Οι ακολουθούντες το νέον ημερολόγιον, που καταδικάστηκε και αναθεματίστηκε κατ’ επανάληψη από τη Συνοδική και πατερική παράδοση της Εκκλησίας, μόνο και μόνο γι’ αυτό αποδεικνύουν ότι δεν είναι παραδοσιακοί. Πολλώ δε μάλλον όταν γίνονται τιμητές των ζηλωτών του Θεού, των γνησίων Ορθοδόξων, αποφαινόμενοι γι’ αυτούς ότι έχουν ζήλο χωρίς επίγνωση και ότι ευρίσκονται εκτός Εκκλησίας . Για μένα προσωπικά είναι μέγα κριτήριο παραδοσιακότητος και μέτρο αξιολόγησης αυτής, η θέση που παίρνουν οι του νέου ημερολογίου απέναντι στο πάτριο εορτολόγιο και τους ακολουθούντας αυτό.

Είναι πολύ σοφό αυτό που γράφει ευσεβής κληρικός από την Αμερική στο ‶Ορθόδοξο πατερικό Σάλπισμα″. Παρομοιάζει την Εκκλησία του νέου ημερολογίου με ένα λεωφορείο που πάει για Τρίπολη, δηλαδή κατευθείαν στον Οικουμενισμό. Οι ‶παραδοσιακοί″ νεοημερολογίτες που είναι μέσα στο λεωφορείο ζητάνε να πάνε Θεσσαλονίκη, δηλαδή μακριά από τον Οικουμενισμό. Όμως δεν γίνεται. Ο προορισμός του λεωφορείου είναι για Τρίπολη και εκεί θα πάει τους επιβαίνοντας σ’ αυτό. Το νέο ημερολόγιο φτιάχτηκε ως το μονοπάτι που θα οδηγήσει εκείνους που θα το ακολουθήσουν στον Οικουμενισμό και τον συγκρητισμό. Δεν υπάρχει άλλη επιλογή ή εναλλακτική ως προς την αποστολή και τον προορισμό του. (Βλ. Ορθόδοξο Πατερικό Σάλπισμα, [Ιούλιος-Αύγουστος 2014] αρ. φύλ. 109, Το βάπτισμα και «ο τρελός παλαιοημερολογίτης παπάς», σ. 513). 

Η παραδοσιοκρατία – όπως λέγουν αυτοί που την ορίζουν -  είναι ένα σύστημα αντιλήψεων, θεωριών, κ.λ.π. που στρέφεται προς την παράδοση και λειτουργεί με βάση αυτήν. Άρα εξ’ όψεως κρίνοντας τα πράγματα, θα έλεγε κανείς ότι ευνοεί και ενισχύει την ανάπτυξη της παραδοσιακότητας. Όπως όμως υπαινιχθήκαμε παραπάνω και όπως θα δείξουμε στη συνέχεια, η παραδοσιακότητα που προβάλλει και καλλιεργεί η παραδοσιοκρατία, είναι ως επί το πλείστον χωλαίνουσα παραδοσιακότητα. Ή εάν θέλετε μαζί με την γνήσια – όταν και όπου αυτή υπάρχει – στο σύστημα της παραδοσιοκρατίας, συνυπάρχει και η εσφαλμένη, η κάλπικη παραδοσιακότητα. Επομένως στα λόγια μόνο είναι παραδοσιακότητα.

 Καταλήγουμε λοιπόν σιγά-σιγά στο συμπέρασμα ότι μία τρίτη διάσταση της παραδοσιοκρατίας είναι ότι συνιστά επίφαση παραδοσιακότητας, είναι μία κατ’ όνομα παραδοσιακότητα. Αυτή τουλάχιστον είναι η προσωπική μας εκτίμηση. Με βάση τα παραπάνω, αλλά και με βάση τα όσα θα δούμε κατωτέρω, παραδοσιοκρατία έχουμε σ’ ένα χώρο όπου κυριαρχεί η ιδέα της παραδοσιακότητας, όχι η ίδια η παραδοσιακότητα, χωρίς βαθύτερη επαφή και ενσυνείδητη μετοχή στην έννοια της παράδοσης και στα στοιχεία που την απαρτίζουν.

Στην παραδοσιοκρατία μπορεί να υπάρχει μια επιφανειακή σχέση με την έννοια της παράδοσης χωρίς συνέπεια θεωρίας και πράξης, αλλά με πολλές αντιφάσεις – κάτι που διαπιστώνουμε στους νεοημερολογίτες (λαϊκούς και κληρικούς) – και με την υιοθέτηση πολλές φορές αλλότριων παραδόσεων, ξένων προς τον κορμό της γνήσιας παράδοσης, που το μόνο ‶θετικό″ και δυνατό τους σημείο είναι η ενδεχόμενη παλαιότητά τους. Η παραδοσιοκρατία δηλαδή δεν διακρίνει μεταξύ ορθής και εσφαλμένης, γνησίας και νοθευμένης, παλαιάς και νέας παραδόσεως. Παράδοση νά’ ναι και ό,τι νά’ ναι. Ο βαρόνος Μυνχάουζεν στρατιωτικός του 18ου αιώνα λέει τα εξής σχετικά με την παραδοσιοκρατία: «Πρέπει να θυμάται κανείς, ότι και ο τραντισιοναλισμός (=παραδοσιοκρατία) είναι προϊόν του νεωτερισμού, γιατί θέλει την επιστροφή στην παράδοση ή τη δημιουργία νέας, διότι η παλιά ή μέρος της έχει χαθεί». Το σημείο που θα υπογραμμίσουμε από τους λόγους του Μυνχάουζεν είναι εκεί οπού λέει, ότι η παραδοσιοκρατία «θέλει τη δημιουργία νέας παράδοσης», άρα καινοτόμου και όχι Ορθόδοξης παράδοσης, οσάκις αυτό μεταφέρεται στον εκκλησιαστικό χώρο, «όταν η παλιά ή μέρος της έχει χαθεί» ή όταν θα συμπληρώναμε εμείς, θεωρούν κάποιοι, ότι η παλαιά παράδοση δεν ισχύει και δεν ταιριάζει πλέον στην εποχή μας.  

Ας δούμε όμως τι μπορεί να συμβαίνει και στον δικό μας χώρο. Πολλοί αδελφοί μας θεωρούν ότι είναι παραδοσιακοί μόνο και μόνο επειδή ακολουθούν το πάτριο εορτολόγιο. ‶Είμαστε – σου λένε – με το παλαιό από τους παππούδες μας και τις γιαγιάδες μας και κρατάμε τις παραδόσεις. Το παλαιό είναι το σωστό″. Αν τους ρωτήσεις όμως γιατί το παλαιό είναι το σωστό και ποιες είναι οι διαφορές μας με το νέο, όχι απλά δεν ξέρουν να σου απαντήσουν – η άγνοια όπως είπαμε ευνοεί την παραδοσιοκρατία – , αλλά δυστυχώς τουλάχιστον ορισμένοι από αυτούς θα θεωρούν ότι δεν έχουμε ουσιαστικές διαφορές με την ‶εκκλησία″ του νέου ημερολογίου.

Και τότε λοιπόν γιατί είμαστε με το παλαιό; Για τις δεκατρείς ημέρες; Όταν υπάρχουν πιστοί, που είναι από γεννησιμιού τους με το πάτριο εορτολόγιο, οι οποίοι όμως  απέναντι ακόμη και σε αιρετικούς (πάστορες και καρδινάλιους)  δεν αισθάνονται το μέγα χάσμα, την αβυσσαλέα απόσταση που υπάρχει ανάμεσα στην αλήθεια και την πλάνη και νιώθουν ότι τίποτε δεν τους χωρίζει από αυτούς, τότε ερωτώ ποιο το όφελος οι τοιούτοι να ακολουθούν το πάτριο;

Επειδή έτσι μας το παρέδωσαν οι γονείς μας; Άρα λοιπόν εν προκειμένω υπάρχει μια προσκόλληση στην ιδέα της παραδοσιακότητας, νομίζουμε ή θέλουμε να πιστεύουμε ότι είμαστε παραδοσιακοί, ότι ακολουθούμε την παράδοση, κάτι όμως που δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα. Είμαστε απλά παραδοσιοκρατικοί. Απολαμβάνουμε, βιώνουμε μία επίγευση παραδοσιακότητας και τίποτε περισσότερο.

Βεβαίως δεν πρέπει κανείς να ξαφνιασθεί, εάν μεταξύ αυτών ακριβώς των πιστών του πατρίου εορτολογίου υπάρχουν και ορισμένοι που μπορεί να βλέπουν με θετική ματιά τα οικουμενιστικά ανοίγματα των νεοημερολογιτών ταγών ή και ακόμη γεγονότα όπως η σύνοδος της Κρήτης, θεωρώντας με αρκετή δόση παχυλής άγνοιας – παρασυρμένοι από το ρεύμα των πολλών – ότι κάτι καλό μπορεί να προκύψει από αυτά (κάτι καινούργιο, εκσυγχρονιστικό, προοδευτικό, κάτι που να ευνοεί την προσπάθεια για παγκόσμια ειρήνη και ομόνοια). Άλλοστε μεταξύ των μελών του πατρίου εορτολογίου, είναι και εκείνοι που εκκλησιάζονται σε μία ενορία, επειδή είναι κοντά στην γειτονιά τους ή επειδή τους αναπαύει η περιρρέουσα ατμόσφαιρα του ναού, δίχως ωστόσο να ασπάζονται την πολεμική της Εκκλησίας μας κατά της παναιρέσεως του Οικουμενισμού και δίχως παράλληλα να αποκλείεται ο εκκλησιασμός τους σε ενορίες του νέου ημερολογίου.

Δεν θα μπορούσαμε στο σημείο αυτό να λησμονήσουμε και εκείνους τους ιεράρχας, κληρικούς και λαϊκούς του πατρίου εορτολογίου, που κατά τελείως αντιφατικό τρόπο, από την μία διακηρύττουν πως είναι η «Εκκλησία του Χριστού», η «Εκκλησία των Γνησίων Ορθοδόξων» και από την άλλη, έχουν μεταλλάξει αυτήν την «Εκκλησία», δηλαδή τον ίδιον τους τον εαυτόν σε διαβρωτικό και ψυχόλεθρο σωματειακό και κοινοτικό υποκατάστατο του Θεανθρωπίνου Σώματος του Χριστού, δικαιώνοντας έτσι εκείνους που ομιλούν για καπηλεία του ονόματος των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών από μέρους τους και για μεταλλαγμένους παραδοσιακούς του πατρίου εορτολογίου στους οποίους επικρατεί η ιδέα της παραδοσιακότητος, έχουν δηλαδή απλώς την ταμπέλα του παραδοσιακού, χωρίς βαθύτερη ουσία και πραγματικό περιεχόμενο και χωρίς να δικαιώνεται αυτή η ταμπέλα από τις πράξεις τους.

 Επειδή όμως, όπως θα έχετε αντιληφθεί η παρούσα μου εργασία είναι κάπως  «ελευθεριάζουσα» ως προς τον τρόπο τεκμηρίωσης της, αναφερόμενος στην ιδέα της παραδοσιακότητος που πολλοί έχουμε για τον εαυτό μας, νομίζοντας ότι είμασθε παραδοσιακοί ενώ στην ουσία διατηρούμε μία επιφανειακή μόνον σχέση με την παράδοση, θα παραθέσω ένα απόσπασμα από το πανεπιστημιακό σύγγραμμα με τίτλο «Ο Ελληνιστικός κόσμος» του Άγγλου ιστορικού Frank Walbank. Παρά το γεγονός ότι ο Άγγλος επιστήμονας αναφέρεται στους Έλληνες των ελληνιστικών χρόνων, του Μεγάλου Αλεξάνδρου και των διαδόχων του, οι λόγοι του έχουν καταπληκτική εφαρμογή ακόμη και στην εποχή μας, στους σύγχρονους Ορθόδοξους Έλληνες. Λέει λοιπόν ο Walbank τα εξής: «Οι παλιές βεβαιότητες είχαν εκλείψει και μολονότι οι άνθρωποι εξακολουθούσαν να τελούν με ζήλο τις παλιές τελετουργίες, έχοντας την πεποίθηση πως ό,τι ήταν παραδοσιακό έπρεπε να διατηρείται, πολλοί ήταν κατά βάθος αγνωστικιστές ή ακόμη και άθεοι. Για πολλούς πιστούς η παρακολούθηση των επίσημων τελετουργιών δεν θα πρέπει να σήμαινε και πολλά πράγματα». ( Frank W. Walbank, Ο ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΑΝΙΑΣ, Θεσσαλονίκη 1999, σ. 294).

Ας δούμε τώρα πιο αναλυτικά τα λόγια του για να κάνουμε και κάποια χρήσιμα σχόλια σε αυτά και να αντιπαραβάλλουμε, να συγκρίνουμε το τότε με το τώρα, να δούμε εάν αυτά που ίσχυαν στους ελληνιστικούς χρόνους, ισχύουν και τώρα στην εποχή μας. «Οι παλιές βεβαιότητες είχαν εκλείψει». Πράγματι εάν αυτό το σχόλιο θέλουμε να το μεταφέρουμε στην εποχή μας, η βεβαιότητα για την Ορθόδοξη Πίστη και Παράδοση, η αμετακίνητη και εδραία πίστη, η βεβαιότητα ότι η αγάπη για την Ρωμαίικη Παράδοση είναι ο μόνος ορθός δρόμος για το Γένος μας, όλα αυτά έχουν εκλείψει.

 Παρακάτω λέει ότι «…μολονότι οι άνθρωποι εξακολουθούσαν να τελούν με ζήλο τις παλιές τελετουργίες, έχοντας την πεποίθηση πως ό,τι ήταν παραδοσιακό έπρεπε να διατηρείται…». Το ίδιο ως ένα βαθμό  συμβαίνει και σήμερα, οπότε αρκετοί είναι εκείνοι που μπορεί να δείχνουν ζήλο για τις εκκλησιαστικές τελετουργίες, για τα ήθη και τα έθιμα της Ορθοδοξίας, πιστεύοντας πως πρέπει να διατηρηθεί κάθε τι παραδοσιακό, επειδή έτσι το παρελάβαμε από τους προγόνους μας και από την Ορθόδοξη Ελληνική κοινωνία (τα πατροπαράδοτα ήθη και η πολιτιστική κληρονομιά του Ελληνορθόδοξου Πολιτισμού). Οι περισσότεροι όμως εξ’ αυτών μένουν μόνον στον τύπο χωρίς να προχωρούν παραπέρα.

 Την απάντηση γιατί συμβαίνει αυτό την παίρνουμε από τα όσα λέει αμέσως πιο κάτω ο Άγγλος ιστορικός όπου τονίζει πως «…πολλοί ήταν κατά βάθος αγνωστικιστές ή ακόμη και άθεοι…». Όπως τότε έτσι και τώρα, πολλοί από τους λάτρεις της παράδοσης και από αυτούς που τηρούν τα πατροπαράδοτα ήθη και έθιμα μας, είναι κατά βάθος αγνωστικιστές ή και άθεοι. Τρανταχτό παράδειγμα μεταξύ των άλλων αποτελούν πολλοί από τους πολιτικούς μας, αλλά και απλοί άνθρωποι του λαού, οι οποίοι αν και δεν πιστεύουν κατά βάθος στον Χριστό και την Εκκλησία, τηρούν ωστόσο πολλά από τα έθιμα του Γένους μας (πασχαλινά, χριστουγεννιάτικα κ.α.), εκκλησιάζονται ή μπορεί και να συμμετέχουν ακόμη στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, μεταλαμβάνοντας των Αχράντων Μυστηρίων και όχι μόνον. Δεν έχουν όμως καμία βαθύτερη σχέση και βιωματική προσέγγιση προς την Παράδοση. Και ναι μεν ο αγνωστικισμός και η αναζήτηση άλλων θεών, ξένων προς τους καθιερωμένους (με την αμφισβήτηση των Ολύμπιων θεών που κυριαρχούσαν στο θρησκευτικό καθεστώς της εποχής), μπορεί τότε που βασίλευε η ειδωλολατρεία, να βοήθησε τους Έλληνες στο να ανεύρουν και να ψηλαφίσουν τον Ένα και Αληθινό Θεό, τώρα όμως στην εποχή μας ο αγνωστικισμός και η αθεϊα απομακρύνουν τους σύγχρονους Έλληνες από την αληθή θεογνωσία και τον Ιησού Χριστό και τους οδηγούν σε αποστασία και επαναφορά ενδεχομένως ακόμη και αυτής της ίδιας της ειδωλολατρείας.

Ολοκληρώνοντας με το απόσπασμα από τον F. Walbank, βλέπουμε να υπογραμμίζει ο Άγγλος επιστήμονας ότι: «Για πολλούς πιστούς η παρακολούθηση των επίσημων τελετουργιών δεν θα πρέπει να σήμαινε και πολλά πράγματα». Κάτι που ισχύει και στην εποχή μας, καθώς πολλοί εκκλησιάζονται, παντρεύονται με θρησκευτικό γάμο, βαπτίζουν τα παιδιά τους, κηδεύουν τα δικά τους πρόσωπα στην Εκκλησία, χωρίς ωστόσο όλα αυτά να σημαίνουν πολλά πράγματα για αυτούς. Εάν αύριο το ελληνικό κράτος – αποχρωματισμένο χριστιανικά – θεσπίσει την καύση των νεκρών, αποβάλλει τον θρησκευτικό γάμο και τις βαπτίσεις και με έναν λόγο εξορίσει την Ορθοδοξία από την ζωή και τις εκδηλώσεις της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας, αυτοί οι Έλληνες με περισσή ευκολία θα ακολουθήσουν και θα προσαρμοσθούν πλήρως – ίσως και με μία αίσθηση απελευθέρωσης – στην απορθοδοξοποίηση του ελληνικού κράτους. Θα παύσουν να παντρεύονται θρησκευτικά και να βαπτίζουν τα παιδιά τους, θα αρχίσουν να καίνε τους νεκρούς τους κ.ο.κ.       

Για να μπορέσουμε όμως να κατανοήσουμε λίγο καλύτερα την έννοια της παραδοσιοκρατίας και να λάβουμε την αφορμή για την εξαγωγή χρήσιμων συμπερασμάτων, παραθέτουμε έναν ακόμη ορισμό της λέξεως. Σύμφωνα με αυτόν παραδοσιοκρατία είναι: (φιλοσοφία) θεωρία κατά την οποία είναι ανάγκη να διατηρούνται οι θρησκευτικές, πολιτικές και άλλες παραδόσεις, έστω και αν αυτό αντιτίθεται στις σύγχρονες ανάγκες της κοινωνίας ή την κοινή λογική. Η φράση κλειδί είναι το ‶έστω κι αν αυτό αντιτίθεται στις σύγχρονες ανάγκες της κοινωνίας ή την κοινή λογική″. Η ορθόδοξη παράδοση είναι θρησκευτική παράδοση και υπάρχει πράγματι η ανάγκη να διατηρηθεί. Αλλά η Ορθοδοξία δεν υπαγορεύεται από κανένα σύγχρονο ιδεολογικό ρεύμα και ούτε και μπαίνει στα καλούπια κάποιου φιλοσοφικού συστήματος, αρχαιότερου ή μεταγενέστερου. Η παράδοση της Εκκλησίας είναι ζώσα παράδοση, καθώς διερμηνεύει και διαφυλάσσει τη σχέση του ανθρώπου με τον ζώντα Θεόν και είναι συνομήλικη του πρωτοπλάστου Αδάμ.

Η Ορθοδοξία δεν μπορεί να αντιτίθεται στις σύγχρονες ανάγκες της κοινωνίας, της κάθε κοινωνίας και της κάθε εποχής, γιατί  πολύ απλά είναι κοινωνία εν Χριστώ, κοινωνία του ανθρώπου με τον Χριστό, αλλά και με τους συνανθρώπους του μέσω του Χριστού. Αυτός ο απαράβατος όρος της εν Χριστώ κοινωνίας, καλύπτει τα υπαρξιακά κενά και δίνει απάντηση στις βαθύτερες ανάγκες του ανθρώπου και της κοινωνίας του, όσο σύγχρονες και αν εμφανίζονται αυτές. Γιατί ο Θεός της Ορθοδοξίας έπλασε τον άνθρωπο και γνωρίζει να θεραπεύει τις ανάγκες του. Να τις γιατρεύει, αλλά και να τις υπηρετεί, αρκεί αυτές εις το βάθος τους να έχουνε θεάρεστο προσανατολισμό. Να μην είναι τεχνητές ανάγκες.

Ο Θεός αλλά και ο άνθρωπος παραμένουν οι ίδιοι σε κάθε εποχή. Για τον Θεό βεβαίως που είναι αναλλοίωτος δεν υπάρχει καμία αμφιβολία. Αλλά και η ανθρώπινη φύση παρά την τρεπτότητα και μεταβλητότητά της, παραμένει η ίδια κατά βάθος, με τα ίδια πάθη, τις ίδιες αδυναμίες και τις ίδιες ανάγκες, όσο πολύ κι αν εκσυγχρονιστεί. Γι’ αυτό και η ζώσα ορθόδοξη παράδοση είναι επίκαιρη σε κάθε εποχή.

Όσο για το αν αντιστρατεύεται στην κοινή λογική, το σίγουρο είναι ότι δεν λογοκρατείται. Δεν κυριαρχείται από την λογική. Απλά η ορθόδοξη παράδοση έχει τη δική της λογική. Δεν αντιτίθεται όμως στην κοινή λογική, γιατί ο άνθρωπος μετέχει ολόκληρος στην παράδοση αυτή και την βιώνει με όλα τα  μέρη της ψυχής του, λογικό, θυμικό, επιθυμητικό. Αυτό που ισχύει είναι ότι από κάποιο σημείο και μετά η ορθόδοξη παράδοση και η πίστη που αυτή εκφράζει, υπερβαίνει τη λογική. Είναι υπέρλογη και όχι παράλογη. Είναι πάνω από την λογική, χωρίς ωστόσο να συγκρούεται μαζί της. Ενσωματώνει τη λογική στο δικό της τρόπο σκέψης και ζωής. Γι’ αυτό και όταν θεώνεται ο άνθρωπος, θεώνεται μαζί και η λογική του.

Επομένως από τα παραπάνω εξάγουμε το συμπέρασμα ότι ο ορισμός της παραδοσιοκρατίας δεν μπορεί να περικλείει την Ορθόδοξη παράδοση. Όποτε λοιπόν ο ορισμός αυτός (της έννοιας της παραδοσιοκρατίας) μεταφέρεται στον εκκλησιαστικό χώρο δεν μπορεί να αναφέρεται στη γνήσια και αληθινή παράδοση, αλλά σε ένα κακέκτυπό της, σε μία κίβδηλη και νοθευμένη παράδοση που θα φαίνεται ως ορθόδοξη, αλλά δεν θα είναι. Σε μία παράδοση όχι εκκλησιαστική, αλλά παραεκκλησιαστική. Μπορεί επίσης να αναφέρεται στον κίβδηλο τρόπο με τον οποίο ο παραδοσιοκρατικός θα προσπαθεί να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει την ορθόδοξη παράδοση. Οπότε λοιπόν και πάλι καταλήγουμε στο ότι ο παραδοσιοκρατικός δεν είναι αληθινά παραδοσιακός, αλλά κίβδηλα, δήθεν παραδοσιακός. Έχουμε και εδώ αυτό που  θεωρήσαμε ως τρίτη διάσταση και έννοια της παραδοσιοκρατίας, αυτήν της αντι-παραδοσιακής, κατ’ όνομα μόνον παραδοσιακότητας.

 Εάν θα θέλαμε να δώσουμε ένα παράδειγμα, από το οποίο φαίνεται στην πράξη, ότι η παραδοσιοκρατία πολλές φορές αντιτίθεται στην κοινή λογική, αυτό θα το αντλούσαμε από την στάση ενίων παραδοσιακών του νέου ημερολογίου σε ό,τι αφορά την διακοπή μνημοσύνου αιρετικού επισκόπου. Παρά τα όσα ισχυρίζονται λοιπόν αυτοί οι παραδοσιακοί του νέου περί δήθεν εφαρμογής από μέρους τους της εκκλησιαστικής παραδόσεως, θέτουμε το ερώτημα. Δεν αντιτίθεται στην κοινή λογική η τακτική τους να διακόπτουν το μνημόσυνο του επισκόπου τους αποκαλώντας τον αιρετικό και την ίδια στιγμή να του ζητάνε την άδεια να εξακολουθήσουν να λειτουργούν στον ναό στον οποίον μέχρι πρότινος λειτουργούσαν; Ποιος λογικός άνθρωπος δεν θεωρεί παράλογο να παρατάς την δουλειά σου, να δηλώνεις παραίτηση από τον χώρο στον οποίο εργάζεσαι και από την άλλη να ζητάς χάρες από το πρώην αφεντικό σου ή πολύ περισσότερο να επιθυμείς ουσιαστικά να συνεχίσει στην πράξη να σε αναγνωρίζει ως υπάλληλό του και να εξακολουθήσεις να απολαμβάνεις όλα τα σχετικά προνόμια που απορρέουν από την ιδιότητα αυτή; Δεν αντιτίθεται στην κοινή λογική να παύεις την μνημόνευση του αιρετικού επισκόπου, αλλά να διατηρείς εκκλησιαστική κοινωνία με τους μνημονεύοντας αυτόν; Είναι λοιπόν και αυτό ένα στοιχείο με βάση το οποίο θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει τους «αγωνιστές» του νέου ημερολογίου περισσότερο ως παραδοσιοκρατικούς και πολύ λιγότερο ή και καθόλου ως παραδοσιακούς.    

  Ένα σύγχρονο φαινόμενο ψευδούς παραδοσιακότητας είναι και η εμφάνιση στις μέρες μας πολλών δήθεν αγίων. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι σε μία ‶εκκλησία″ που είναι σε διαρκή κοινωνία με την αίρεση και τον οικουμενισμό δεν είναι δυνατόν να υπάρχει δυνατότητα σωτηρίας και αγιασμού. Δυστυχώς πολλοί και από τους δικούς μας πιστούς που θεωρούν πως -  με εξαίρεση το παλαιό – μπορούν σε όλα τα άλλα να ταυτίζονται με τους νεοημερολογίτες, αποδέχονται αρκετούς από αυτούς τους νεοφανείς ‶αγίους″ του οικουμενισμού.

Δεν συνειδητοποιούν ότι η επιλογή τους να ακολουθούν το πάτριο εορτολόγιο, πρέπει να έχει βαθύτερες συνέπειες στη ζωή τους και τα πιστεύω τους, τα οποία πρέπει να συμφωνούν και να συμβαδίζουν με την Ορθόδοξη παράδοση. Στην πράξη όμως αυτοί μαζί με την παράδοση του πατρίου, μπορεί να εγκολπωθούν και πολλές άλλες παραδόσεις ξένες και αλλότριες προς την Εκκλησία του Χριστού. Μία από αυτές είναι και η παράδοση αγιοποίησης συγχρόνων γερόντων και ασκητών ή ακόμη και κληρικών ή ιεραρχών, οι οποίοι στήριξαν εν ζωή την «εκκλησία» του νέου ημερολογίου και εκοιμήθησαν, όντες σε πλήρη κοινωνία με την αίρεση του Οικουμενισμού και τους Οικουμενιστάς Πατριάρχας και Επισκόπους. (Το ίδιο ισχύει και για δήθεν αγίους που ανήκαν σε επίσημη «Εκκλησία» του πατρίου εορτολογίου).

Οι τοιούτοι πιστοί δεν λαμβάνουν υπόψιν, ότι ο Κύριος χαρακτηρίζει την αποστασία – όπως είναι η αίρεση και ο οικουμενισμός – ως πνευματική πορνεία και μοιχεία. Διότι εγκαταλείπουμε τον αληθινό Θεό, τον νόμιμο σύζυγό μας και ερωτοτροπούμε με αλλότριους Θεούς και αλλότριους Χριστούς, καθώς η αίρεση συνιστά και λατρεύει όχι τον αληθινό Χριστό, αλλά έναν ξένο και αλλότριο της αληθείας ψευδόχριστο.

Κάτι ακόμη που θα θέλαμε να επισημάνουμε, είναι ότι υπάρχουν πιστοί που ακολουθούν το πάτριο γιατί είναι παλαιότερο από το νέο και γενικώς δίδουν μεγάλη βαρύτητα στην παλαιότητα μιας παράδοσης. Το παλαιό όμως δεν σημαίνει πάντοτε ότι είναι και παραδοσιακό, σύμφωνο με την παράδοση. Υπάρχουν παραδόσεις που μετράνε χρόνους, ίσως και αιώνες, δεν είναι όμως εκκλησιαστικές. Ας μη λησμονούμε ότι ο διάβολος είναι πολύ παλαιότερος του ανθρώπου και ότι οι παραδόσεις του και οι διδασκαλίες του είναι συνομήλικές του. Όταν επί παραδείγματι εμφανίσθηκε ο χριστιανισμός, η ειδωλολατρεία ήταν η πάτριος, η παραδοσιακή Θρησκεία των Ελλήνων.

Ένα άλλο παράδειγμα είναι αυτό της Φραγκεμένης Ρωσίας και της Εκκλησίας της, με την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική, ευρωπαϊκή μουσική, ευρωπαϊκή εικονογραφία κ.λ.π. Όλα ευρωπαϊκά! Μέχρι τον 17ο αιώνα επί Μ. Πέτρου όλα στην Εκκλησία της Ρωσίας ήταν Ορθόδοξα. Από κει και πέρα αρχίζει η ευρωπαϊκή παράδοσή της, έτσι ώστε πέντε αιώνες μετά να ομιλούμε για ρωσική μουσική, ρωσική αρχιτεκτονική, ρωσική εικονογραφία, που διακρίνεται και διαφέρει από την αντίστοιχη Ορθόδοξη. Το ότι όμως έχει μια παλαιότητα, ένα παρελθόν πίσω της, δεν σημαίνει ότι είναι και γνήσια εκκλησιαστική. Πολλά θα μπορούσε να πει κανείς και περί εσφαλμένων λειτουργικών παραδόσεων που χρονίζουν στον χώρο της Εκκλησίας, ένα θέμα για το οποίο σας παραπέμπω στην ομιλία του Μακαριωτάτου που έλαβε χώρα πέρυσι στην πρώτη μας Ιερατική Σύναξη. Μπορεί κάποιες από αυτές τις παραδόσεις να είναι αρκετά παλαιές, να μετρούν πίσω τους ιστορία μερικών αιώνων έχοντας καταφέρει να ενσωματωθούν στην Τυπική Διάταξη της Εκκλησίας, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι εκφράζουν το γνήσιο Ορθόδοξο λειτουργικό φρόνημα, διότι προέρχονται από τα λειτουργικά ήθη της Δύσεως, τα οποία είναι γεμάτα από θεατρικότητα και αναπαραστατικότητα (βλ. π.χ. στοιχεία από το Τυπικό της Μεγάλης Εβδομάδος).   

 Επανερχόμενοι λίγο προ του τέλους στους παραδοσιακούς του νέου, θεωρούμε ότι η συζήτηση περί παραδοσιακότητας στον χώρο του νέου ημερολογίου, είναι κάτι το οξύμωρο και θεολογικά παράδοξο. Ακούγεται σαν ένα εύθυμο ανέκδοτο, διότι δεν μπορεί να υπάρχει παραδοσιακότητα, εκεί όπου δεσπόζει η κατ’ εξοχήν αντι – παραδοσιακή καινοτομία της επιβολής του παπικής επινοήσεως Γρηγοριανού ημερολογίου και εκεί όπου κυριαρχεί η σατανική παράδοση και ιδεολογία της παναιρέσεως του Οικουμενισμού. Φρονούμε πως η όποια παραδοσιακότητα μπορεί να υπάρχει στην κρατούσα «εκκλησία», είναι κατασκευασμένη και διατεταγμένη, προκειμένου να αποτελέσει έτσι την αντίρροπη δύναμη και τον αντίποδα στην γνήσια παραδοσιακότητα των πιστών μελών της Εκκλησίας, των ακολουθούντων το πάτριον εορτολόγιον. Επομένως σκοπός και στόχος της διατεταγμένης αυτής παραδοσιακότητας είναι να αποτελέσει το «αντίπαλον δέος» στην θερμή διάθεση και ειλικρινή αγάπη των Γνησίων Ορθοδόξων για την Παράδοση και να σμικρύνει, να περιορίσει την δυναμική και την απήχηση που θα μπορούσε να έχει ο χώρος του πατρίου εορτολογίου στον πολύ λαό.   Αλλά μιας και έγινε αναφορά στην διατεταγμένη παραδοσιακότητα των νεοημερολογιτών, ας ακούσουμε τι λέγει περί αυτού ο πατήρ Αυγουστίνος Αγιοβασιλειάτης, αγιορείτης μοναχός. Τα γραφόμενά του αν και αναφέρονται στην επίσκεψη του Πάπα στην Ελλάδα,το 2001 επί «Αρχιεπισκόπου» Χριστοδούλου, διακρίνονται για την διαχρονική επικαιρότητά τους και έχουν απόλυτη εφαρμογή και στην παρούσα χρονική συγκυρία. Γράφει λοιπόν ο π. Αυγουστίνος στο βιβλιαρίδιό του, «Ο ΠΑΠΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΝΕΟΙ ΠΙΛΑΤΟΙ», τα εξής:   «Εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑπάρχει διατεταγμένον ἄκαρπον κήρυγμα, ἐδίδασκε ὁ καθηγητής Χρ. Ἀνδροῦτσος, ἔρημον Πατερικοῦ πνεύματος καὶ ἀγωνιστικοῦ φρονήματος. Ἡ πρᾶξις ἐπιβεβαιοῖ τὴν κρίσιν τοῦ καθηγητοῦ.

Τὰ προδοτικὰ ἀνοίγματα τοῦ Χριστοδούλου καὶ τῆς Ἱεραρχίας, δύο πρωτοπρεσβύτεροι καθηγηταί Πανεπιστημίου καὶ τινες ἄλλοι  “ἀγωνισταί” νεοημερολογῖται καὶ μνημονευταί Ἁγιορεῖται ἠγωνίσθησαν νὰ ματαιώσουν, καὶ συνεχίζουν ν’ ἀγωνίζονται ὅπως καταστείλουν τὸν ἐκλατινισμόν τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοδούλου, ἀλλὰ μὲ διατεταγμένον κήρυγμα.

Ἐπικαλοῦνται ἁγιοπατερικὰ πρότυπα Ἁγίων Γρηγορίων, Ἀθανασίων, Βασιλείων, Χρυσοστόμων, Θεοδώρων, Δαμασκηνῶν, Μάρκων κ.λ.π. ἀγωνιστῶν, πλήν μέχρι ρημάτων οὐχὶ μέχρι πραγμάτων. Τὰ πράγματα εἰς τοὺς νεοφανεῖς αὐτοὺς “ἀγωνιστάς” εἶναι γνωστά, ἀλλὰ φοβοῦνται τὸ κόστος τῆς στενῆς καὶ τεθλιμμένης ὁδοῦ.

Δὲν εἴμεθα ἀφελεῖς νὰ πιστεύσωμεν πὼς οἱ σπουδαῖοι αὐτοὶ κληρικοί, θεολόγοι καὶ μοναχοί, ἀγνοοῦν, ὅτι οἱ  Ἅγιοι Γρηγόριοι, Θεόδωροι, Μάρκοι καὶ οἱ ἄλλοι ἀγωνισταί τῆς Πίστεως, οἱ ὁποῖοι ἐμάχοντο κατὰ τῶν Ἀρειανῶν, Πνευματομάχων, Εἰκονομάχων, Λατίνων κ. ἄ., ἀπεμακρύνοντο ἐκ τῆς κοινωνίας αὐτῶν τῶν ἀσεβῶν καὶ δὲν ἐμνημόνευον τὰ ὀνόματά των ἀγωνιζόμενοι ὑπὲρ τῆς Ὀρθῆς Πίστεως.

Ὅταν οἱ Ποιμένες ἐνεδύοντο δοράν προβάτου – ὡς οἱ σημερινοί Οἰκουμενισταί – καὶ κατελάβανον τοὺς οἴακας τῶν ἐκκλησιῶν, τὰ λογικά πρόβατα ἀπ’ αὐτῶν διεστέλοντο καὶ διαφωνοῦντα ἐχωρίζοντο.

Αὐτὴ εἶναι ἡ ψυχοσωτήριος δισχιλιετής ἐκκλησιαστικὴ πρᾶξις, διαμετρικὰ ἀντίθετος ἀπὸ τὸ σημερινὸν ἄθεον οἰκουμενιστικὸν πνεῦμα τῆς νέας ἐποχῆς, τὸ ὁποῖον ὑπηρετοῦν οἱ σύγχρονοι “ἀγωνισταί”, ὡς συγκοινωνοί, συλλειτουργοί καὶ συνδειπνησταί τῶν προδοτῶν!

«Ὄχι χωρισμοί, ὄχι σχίσματα» λέγουν. Ὀρθοδοξία, κακοδοξία καὶ αἵρεσις ἑνωμέναι· Ἀλήθεια καὶ ψεῦδος ἀναμεμειγμένα· προδόται καὶ δίκαιοι εἰς τὸν Παράδεισον!..

Ἰδοὺ τὸ θεωρητικόν καὶ πρακτικὸν κήρυγμα τοῦ οἰκουμενισμοῦ, κηρυττόμενον ἐν ὅλῃ τῇ μεγαλοπρεπείᾳ ἀπὸ τοὺς συγχρόνους “ἀγωνιστάς” καὶ “προμάχους” τῆς “πίστεως”.

Φαινόμενον τοῦ ἐξάρνου τούτου αἰῶνος! Καὶ τοῦτο μεγάλη πλάνη τῆς ἐποχῆς μας!

Ἀλήθεια εἶναι, ὅτι ἀπὸ τοὺς δεδηλωμένους οἰκουμενιστὰς εὐκόλως κανεὶς προφυλάσσεται· ἡ προδοσία των εἶναι προφανής. Ἡ παρουσία “ἀγωνιστῶν”, τύπου πρωτοπρεσβυτέρων, εἶναι ἐπικίνδυνος, αὐτόχρημα ψυχοφθόρος καὶ παραπλανητική· ἀφ’ ἑνός μεν, διότι παρουσιάζουν μέρος τῆς ἀληθείας ἀναμεμειγμένον μὲ τὸ ψεῦδος, ἤτοι διακηρύττουν τὴν ὀρθοδοξίαν, στηλιτεύουν τὴν κακοδοξίαν καὶ ἐν ταὐτῳ συνιστοῦν τὴν συνύπαρξιν, τὴν συναναστροφήν, τὸν συνεκκλησιασμὸν ὀρθοδόξων καὶ κακοδόξων, θεωρητικῶς καὶ πρακτικῶς προτρέποντες, «ἵνα ὥσι ἕν»!  Ἀφ’ ἑτέρου δε, διότι ὁ πολὺς κόσμος, ὅστις δὲν ἔχει τὴν διακριτικήν γνῶσιν διαχωρισμοῦ ὁσίου καὶ βεβήλου, ὅταν βλέπῃ καθηγητάς Πανεπιστημίου, θεολόγους, κληρικούς, κ. ἄ., ν’ «ἀγωνίζονται» κατὰ τῆς προδοσίας καὶ συγχρόνως να παραμένουν ἀδιαχώριστοι ἀπὸ τοὺς προδότας, τοὺς ἐχθροὺς τοῦ Χριστοῦ, σχηματίζει τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἡ ἀποτείχισις ἀπὸ τὴν κακοδοξίαν καὶ τὴν αἵρεσιν εἶναι φανατισμός καὶ ἔλλειψις ἀγάπης!!

Νέα δόγματα, νέα Εὐαγγέλια, νέα Πατερικὰ παραγγέλματα διδάσκουν καὶ ἐφαρμόζουν οἱ περίεργοι οὗτοι “πρόμαχοι” τῆς συμβατικῆς πίστεως. Οἱ προδόται χαίρονται εἰς τὴν ὕπαρξιν τοιούτων “ἀγωνιστῶν”, διότι ὅ, τι  δὲν δύνανται αὐτοὶ νὰ ἐπιτελέσουν, τὸ συμπληρώνουν οἱ δῆθεν ἀντίθετοί των». (Αυγουστίνου Μοναχού Αγιοβασιλειάτου, Ο ΠΑΠΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΝΕΟΙ ΠΙΛΑΤΟΙ, ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ 2003, σ. 29-30).

 Πριν ολοκληρώσω θα ήθελα να καταθέσω ολίγα τινά ακόμη, τα οποία θα επεξηγούν έτι περαιτέρω γιατί επέλεξα να ασχοληθώ με το συγκεκριμένο θέμα και πως αυτό μπορεί να συνδέεται με τον χώρο της Εκκλησίας. Σύμφωνα με την προσωπική μου εκτίμηση η παραδοσιοκρατία είναι μια κονσερβοποιημένη και τυποποιημένη πρόταση, έτοιμη και σερβιρισμένη έξωθεν, πρόταση επιστροφής στην παράδοση και τις όποιες επιμέρους παραδόσεις, την οποία μας προσφέρει ο σύγχρονος πολιτισμός. Μπορεί βεβαίως μέσα σε αυτή την πρόταση να υπάρχουν και κάποια στοιχεία γνήσιας παραδοσιακότητας. Επί παραδείγματι εάν θέλουμε σε σχέση με αυτό να κάνουμε αναφορά στο τι συμβαίνει στην δική μας πατρίδα, παρατηρείται τελευταία ως ένα βαθμό  μία στροφή σε κάθε τι παραδοσιακό. Στην παραδοσιακή μουσική, τα δημοτικά τραγούδια, τους παραδοσιακούς χορούς, ιδρύονται πολιτιστικοί σύλλογοι που ασχολούνται με τα κατά τόπους ήθη και έθιμα των Ελλήνων και θέτουν ως σκοπό και αποστολή τους την διαφύλαξη και διατήρηση της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, καθώς και την μεταλαμπάδευσή της στις επόμενες γενιές και αυτό βεβαίως δεν είναι κακό. Άλλοστε όλα αυτά τα στοιχεία αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της Ρωμαίικης Παράδοσης μας. Παράλληλα τις τελευταίες δεκαετίες παρατηρείται μία άνθηση της πατερικής γραμματείας στον χώρο της ακαδημαϊκής θεολογίας της πατρίδος μας, μία θεολογία που μπορεί να ήταν τα προηγούμενα χρόνια περισσότερο εξαρτημένη από πρότυπα και κατηγορίες σκέψης της Δυτικής θεολογίας. Ασφαλώς ούτε και αυτό το γεγονός, η επιστροφή στους Πατέρες είναι κάτι το αρνητικό. Απεναντίας αυτό είναι το ζητούμενο και η βασική προϋπόθεση για κάποιον που θεολογεί. Εμείς αυτό που κάνουμε εδώ, είναι απλά να επισημαίνουμε, ότι όλο αυτό το φαινόμενο της επιστροφής στην παράδοση που – σύμφωνα με Έλληνες και ξένους επιστήμονες – διαπιστώνεται σε παγκόσμια κλίμακα, ίσως και να μην είναι τόσο αυθόρμητο και ειλικρινές, αλλά τουλάχιστον σε ορισμένες περιπτώσεις – περισσότερες από όσες θα μπορούσε να φανταστεί κανείς – θα μπορούσε και να είναι συστηματικά μεθοδευμένο και προπαρασκευασμένο.

 Επί παραδείγματι οι ανθρωπολογικές επιστήμες που μελετούν τις διάφορες κοινωνίες, τους λαούς και τους πολιτισμούς τους, τονίζουν ότι ως αντίβαρο στον επιταχυνόμενο εκδυτικισμό, ακόμη και ιθαγενών ή πρωτόγονων λαών, ινδιάνων, εσκιμώων, αφρικανών κ.α. πραγματοποιείται παράλληλα μία στροφή – από έξωθεν κυρίως παράγοντες υποκινούμενη και κατευθυνόμενη – προς κάθε τι παραδοσιακό. Αυτό κατά την προσωπική μας εκτίμηση συμβαίνει, προκειμένου αυτό (το παραδοσιακό)  να προφυλαχθεί και να διατηρηθεί στον βαθμό που βολεύει τους δημιουργούς της παγκοσμιοποίησης και κατασκευαστές της πολιτιστικής ισοπέδωσης, όχι ως αποτέλεσμα γνήσιας αγάπης για την παράδοση, αλλά περισσότερο ως ένα μουσειακό έκθεμα, ως κάτι το εξωτικό και διαφορετικό από τον σύγχρονο δυτικό πολιτισμό. Έτσι ώστε να έχει ο δυτικός κυρίως άνθρωπος μία επιπλέον εναλλακτική επιλογή όταν κουράζεται στην ζωή του, να κάνει ένα ευχάριστο διάλλειμα από τον σύγχρονο τρόπο ζωής, βιώνοντας και κάποια στοιχεία της παράδοσης άλλων λαών που μπορεί να του φαίνονται περισσότερο ή λιγότερο ελκυστικά και χαριτωμένα και θα τον βοηθούν να αποδράσει από την μονοτονία της καθημερινότητάς του, αλλά και για να έχουν την ψευδαίσθηση οι διάφοροι λαοί, ότι γίνονται σεβαστές οι εθνικές και πολιτιστικές τους ιδιαιτερότητες, στον βαθμό που έχουν ανάγκη για κάτι τέτοιο, ανάγκη για επανεύρεση και διακήρυξη της πολιτιστικής τους ιδιοπροσωπείας και ταυτότητας. Διότι πράγματι έχουν ανάγκη κάποια στιγμή οι λαοί μέσα στον ισοπεδωτικό μύλο της παγκοσμιοποίησης που όλα τα αλέθει, να τονίσουν και να προβάλλουν την δική τους ταυτότητα. Η παραδοσιοκρατία ως παγκόσμιο φαινόμενο, σύστημα αντιλήψεων και θεωρία τους παρέχει αυτή τη δυνατότητα. Εκείνοι οι οποίοι κατευθύνουν τους λαούς και κινούν τα νήματα της ιστορίας, ως άριστοι ψυχολόγοι των λαών γνωρίζουν καλύτερα από τον καθένα πώς να χειραγωγούν τις μάζες και να τις οδηγούν εκεί που αυτοί θέλουν. Παράλληλα λοιπόν με την διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, φροντίζουν να σερβίρουν στους λαούς και λίγη «παράδοση» στον βαθμό που την έχουν ανάγκη, αλλά και στο βαθμό που εξυπηρετεί τα ανομολόγητα σχέδιά τους, προκειμένου οι λαοί να μην αντιδράσουν, ούτε και να αντιληφθούν ποτέ τι παιχνίδια παίζονται πίσω από την πλάτη τους ή να καταλάβουν ποια είναι στην πραγματικότητα το εύρος και οι σκοποί των υποχθόνιων σχεδιασμών των ιθυνόντων νόων. Οι τελευταίοι δεν κάνουν σπασμωδικές και απρόσεκτες κινήσεις, αλλά με αριστοτεχνικό τρόπο και με περίσκεψη και σοφία οδηγούν τα πράγματα εκεί που αυτοί θέλουν.

 Θα πρέπει λοιπόν να προσέξουμε και εμείς, μήπως η με οποιοδήποτε τρόπο προβολή της Ορθοδοξίας και Ρωμαίικης Παράδοσής μας από τους όποιους καλοθελητές δήθεν παραδοσιακούς, γίνεται όχι με αγνά ελατήρια, αλλά προκειμένου να προβληθεί προς τα έξω η Ορθοδοξία και η Ρωμηοσύνη ως κάτι το εξωτικό και διαφορετικό, ένα φολκλορικό στοιχείο που απλά το μελετάς για λόγους ιστορικούς ή από περιέργεια, αλλά και προκειμένου να έχουν την ικανοποίηση οι Ορθόδοξοι Έλληνες – όσοι από αυτούς ενδιαφέρονται ακόμη – ότι η δυτικότροπη παγκοσμιοποίηση δεν έχει ισοπεδώσει ολοτελώς τις παραδόσεις, την πίστη και τα έθιμά τους, καθώς υπάρχουν οι «παραδοσιακοί Ρωμηοί», νεοημερολογίτες και όχι μόνον, που τα προβάλλουν και τα υπερασπίζονται. Βεβαίως επαναλαμβάνουμε ότι αυτή η προβολή της Ορθοδοξίας από μόνη της μπορεί να μην είναι κάτι κακό (εκτός εάν γίνεται για λόγους παραπλάνησης και για τους ανομολόγητους σκοπούς στους οποίους αναφερθήκαμε παραπάνω). Το κακό εντοπίζεται όταν αυτή η Παράδοση νοθεύεται και προσφέρεται αναμεμιγμένη μαζί με άλλες ανθρώπινες και αντορθόδοξες παραδόσεις ως δήθεν Ορθόδοξες και Ρωμαίικες.

         

          

 Αυτή ήταν λοιπόν η ταπεινή μου ομιλία. Κατέληξα στα όποια συμπεράσματά μου με βάση τα δεδομένα που ήντλησα από την πενιχρά μου μελέτη. Ασφαλώς μπορεί να υπάρχουν – δεν το γνωρίζω – διαφορετικές ή και αντίθετες ακόμη απόψεις, όσον αφορά την παραδοσιοκρατία και την λειτουργία της στη σύγχρονη πραγματικότητα. Συνέταξα την εργασία αυτή με μία διάθεση ίσως να φιλοσοφήσω λίγο και σίγουρα δεν διεκδικώ το αλάθητο για τις απόψεις μου. Άλλοστε εκείνος που φιλοσοφεί είναι κυνηγός και αναζητητής της σοφίας, χωρίς να σημαίνει απαραίτητα αυτό, ότι την έχει ήδη κατακτήσει. Εύχομαι οι τρεις στυλοβάτες της Ορθοδοξίας, Μ.Φώτιος, Γρηγόριος ο Παλαμάς και Μάρκος ο Ευγενικός να φωτίζουν τη σκέψη μας και να καθοδηγούν τα διαβήματά μας, χαρίζοντάς μας την γνησία αγάπη και τον ειλικρινή ζήλο για την Ορθόδοξη Πίστη και Παράδοση που πλημμύριζε την θεωμένη καρδιά τους. Αμήν.  

Γράφει ο π. Μακάριος Παλαιολόγου (Ιερομόναχος)

 ΥΠ. Μεταπτ. Δίπλ. Θεολογίας Ε.Κ.Π.Α – Ειδίκευση Δογματικής

 

Οι Άγιοι Τρείς Νέοι Ιεράχες στύλοι της Ορθοδοξίας και η αίρεση του Filioque

Οι Άγιοι Τρεις νέοι Ιεράρχες και στύλοι της Ορθοδοξίας, Φώτιος ο μέγας, Γρηγόριος ο Παλαμάς και Μάρκος ο Ευγενικός, είναι εκείνοι οι οποίοι αγωνίσθηκαν με όλες τους τις δυνάμεις για να ματαιώσουν την δογματική παραχάραξη της Ορθοδοξίας από τον παπισμό, και κατόρθωσαν να ματαιώσουν την νόσο που επιχειρούσε να φάγει το σώμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Είναι μεγάλοι αντιρρητικοί και αντιαιρετικοί θεολόγοι- Ιεράρχες επειδή ήλεγξαν σφοδρότατα και αυστηρότατα καθένας στην εποχή του την αίρεση του Παπισμού και όλες τις καινοτομίες και αιρέσεις της Δύσεως. Μακαριότατε από αυτήν την θέση εκ μέρους όλων των κληρικών και του λαού μας θα ήθελα να σας ευχαριστήσω για την εμπνευσμένη πρότασή σας και τελικά την αποδοχή εκ μέρους της ιεράς Συνόδου μας, να ανακηρύξουμε αυτούς τους τρείς μεγάλους Αγίους ως προστάτες της ιεράς Συνόδου ήδη από το 2014, γιατί η παρουσία και η προσφορά των τριών αυτών αγίων ήταν  απαραίτητη και νευραλγική, καθώς μέσα από τους αγώνες τους, αποφεύχθηκε ο εκδυτικισμός, ο εκλατινισμός, η φραγκοποίηση της Ορθοδοξίας, το να γίνουμε εμείς οι Ορθόδοξοι δηλαδή, Παπικοί, Λατίνοι, Φράγκοι.    Σκοπός αυτής της εισήγησης είναι να μας διδάξει ότι πρέπει να εμμένουμε στην γραμμή την οποία χάραξαν οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, και οι οποίοι διατύπωσαν σε δόγματα και στις Οικουμενικές Συνόδους την πίστη μας και εφόσον διαπιστώσουμε την σημασία της διδασκαλίας τους, να μας δώσουν και την ανάλογη γραμμή πλεύσεως στα ζητήματα της πίστεως. Το παράδειγμα των Αγίων Τριών νέων ιεραρχών πρέπει να συγκρατήσει μερικούς επηρεαζόμενους από την εφήμερη σκοπιμότητα, από επικίνδυνους πειραματισμούς και να μας δώσουν επαγρύπνηση, ανασύνταξη των πνευματικών μας δυνάμεων και ενδελεχή μελέτη των Ορθοδόξων Πατέρων και βαθιά κατανόηση του δογματικού πλούτου της Ορθοδοξίας. Με το πρόσχημα του οράματος να επιτευχθεί η ενότητα του χριστιανικού κόσμου, αντί να επιδιωχθεί η μόνη ασφαλής και σωτήρια μέθοδος του Χριστού, των Αποστόλων και των Αγίων να συναχθούν όλοι σε μία ποίμνη του Χριστού αποδεχόμενοι μία πίστη του Χριστού, μία σώζουσα αλήθεια, νομιμοποιούν τις αιρέσεις εξισώνοντας την αλήθεια με την πλάνη. Έτσι νομιμοποιήσαν τους Ρωμαιοκαθολικούς δίδοντάς τους την ονομασία «Εκκλησία» και όλα τα σχίσματα αυτών, στην σύνοδο του Κολυμπαρίου. Αλλά και από τον περασμένο αιώνα η ‘’Ορθόδοξη Εκκλησία’’ στεγάζεται ως «ισότιμο» μέλος με όλες τις προτεσταντικές ομάδες στο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών». Και βέβαια τους Προτεστάντες δεν τους πειράζει, γιατί πιστεύουν στην θεωρία των κλάδων και ότι όλοι μετέχουν στην αλήθεια. Οι ‘’Ορθόδοξοι’’ όμως δεν δικαιολογούνται να συμμετέχουν σε αυτό. Υπάρχουν σαφή διαχωριστικά όρια μεταξύ της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας και των Φραγκολατίνων της Δύσεως; Κάποιοι ισχυρίζονται ότι οι μεταξύ Ορθοδόξου Εκκλησίας και των Ρωμαιοκαθολικών δογματικές και κανονικές διαφορές δεν ούτε πολλές ούτε μεγάλες[1]. Σε αυτό το ερώτημα όμως θα μας απαντήσουν οι Άγιοι Τρείς νέοι Ιεράρχες.

Επέλεξα μία από τις μεγαλύτερες αιρέσεις των Φραγκολατίνων για να ασχοληθώ ιδιαίτερα, με την αίρεση του Filioque και να δούμε την σχετική διδασκαλία των Τριών Αγίων νέων Ιεραρχών για αυτήν την αίρεση η οποία εισάγει και σύγχυση και διαίρεση και πολυθεΐα στην Αγία. Τριάδα . Δεν μπορούσα να ασχοληθώ και με τις πολλές άλλες αιρέσεις των δυτικών, όπως το Πρωτείο, τα Μαριολογικά, τα άζυμα, το Καθαρτήριο πυρ[2], κλπ. γιατί η εργασία μου θα ήταν πολύ μεγάλη. Η σειρά που θα δούμε τα πράγματα είναι ανάλογη με την χρονολογία που έζησαν οι άγιοι, δηλαδή, το έργο του Ιερού Φωτίου, ακολούθως του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά και τελικά του Αγίου Μάρκου για αυτήν την αίρεση.

Ο Μέγας Φώτιος υπήρξε η μεγαλύτερη πατερική φυσιογνωμία του 9ου αιώνα, ο πιο φωτεινός φωστήρας της Εκκλησίας μας, ο θερμός εκείνος μαχητής της πίστεως, η αληθινά γιγαντώδης μορφή, που δημιούργησε μια νέα ιστορική εποχή. Σκόρπισε το φως του σε όλον τον μεσαιωνικό Ελληνισμό και επηρέασε όλα τα επίπεδα της ζωής, θρησκευτικά, θεολογικά, φιλολογικά πολιτιστικά, παιδαγωγικά, ιεραποστολικά και ότι άλλο τι που έχει σχέση με τον άνθρωπο, με την γνώση και την επιστήμη. Συνδύαζε γνώση, πίστη, επιμονή και μαχητικότητα. Ήταν ο δάσκαλος των μεγάλων φωτιστών των Σλαύων , των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου.

Ο Άγιος Φώτιος

Ο πατέρας του Φωτίου, ο σπαθάριος Σέργιος, ήταν αδελφός του άλλοτε πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ταρασίου (784-806) του ομολογητού (προέδρου της Ζ’  Οικουμενικής Συνόδου) , ενώ ο θείος του από την πλευρά της μητέρας του είχε παντρευτεί την αδελφή της αυτοκράτειρας Θεοδώρας η οποία διακρίθηκε για το ορθόδοξο φρόνημά της και αναστήλωσε τις άγιες Εικόνες. Ο Φώτιος γεννήθηκε περί το 820[3], έτυχε λαμπράς παιδείας και εκτός από τις επιστήμες τις ελληνικές, μελέτησε όσο λίγοι άλλοι την Αγία Γραφή και τους Μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας. Πολύ νέος εντάχθηκε στην αυτοκρατορική υπηρεσία της αυλής και στον κυβερνητικό τομέα ενώ ήταν καθηγητής και στο Πανεπιστήμιο της Μαγναύρας. Ανήκε στην ομάδα των εικονόφιλων,  και πιο συγκεκριμένα, των λεγομένων ‘’Πολιτικών’’ οι οποίοι είχαν μία επιεικέστερη αντίληψη για τους μετανοούντες εικονομάχους. Την εποχή του ο πατριαρχικός θρόνος της Κωνσταντινουπόλεως έμεινε κενός.Πρότειναν σε εκείνον  να δεχθεί τον θρόνο και  εκείνος τον αρνήθηκε αλλά παρά τις αντιρρήσεις του, τον αναγκάσαν να τον  αποδεχθεί[4]. Έτσι σε διάρκεια έξι ημερών χειροτονήθηκε Πατριάρχης μέχρι τις 25 Δεκεμβρίου. Ο Πάπας Νικόλαος απέστειλε δύο επιστολές προς την Κωνσταντινούπολη, στις οποίες εξέφραζε τις επιφυλάξεις του για την διαδικασία της εκλογής του Αγίου Φωτίου στον Πατριαρχικό θρόνο της Κων/πολης, διεκδικούσε το Ιλλυρικό και την Ν. Ιταλία και ουσιαστικά επενέβαινε σε υποθέσεις εσωτερικές άλλης Εκκλησίας προβάλλοντας ούτε λίγο ούτε πολύ τις αξιώσεις του περί Πρωτείου λέγοντας ότι τελικός κριτής είναι η Ρώμη. Αυτό βέβαια δεν ήταν δυνατόν  να γίνει αποδεκτό. Αλλά ωστόσο συγκλίθηκε η  Πρωτοδευτέρα σύνοδος (861) στην οποία συμμετείχαν και οι παπικοί αντιπρόσωποι, που μαζί με τα άλλα θέματα που την απασχόλησαν όπως της εικονομαχίας συζήτησαν και αυτό της αναγνωρίσεως του Αγίου Φωτίου. Η σύνοδος κατεδίκασε εκ νέου την εικονομαχία και εξέδωσε 17 κανόνες διοικητικής φύσεως[5].Οι αποφάσεις αυτής της συνόδου προκάλεσαν όπως ήταν αναμενόμενο τη δυσαρέσκεια του επισκόπου Ρώμης γιατί ήταν υπέρ της Κωνσταντινούπολης. Μεταξύ των ετών 862 και 863 ο ηγεμόνας της Μοραβίας Ροστισλάβος έστειλε αντιπροσώπους του στην Κωνσταντινούπολη και ζήτησε ιεραποστόλους από την τελευταία για να αποκτήσει Θ. Λειτουργία και λειτουργικά βιβλία στη δική του αυτόχθονα γλώσσα. Γι’ αυτό ο  Άγ. Φώτιος ανταποκρίθηκε και απέστειλε τους Αγίους Κύριλλο και Μεθόδιο (οι οποίοι ήταν με την μεριά του Ιγνατίου αλλά ήταν μετριοπαθείς). Εκεί παρέμειναν 40 περίπου μήνες και δίδαξαν την χριστιανική διδασκαλία, συναντώντας την αντίδραση των λατίνων ιεραποστόλων. Επίσης και ο ηγεμόνας της Βουλγαρίας Βόρις αποφάσισε η χώρα του να εκχριστιανισθεί από την Κωνσταντινούπολη το 869.  Λόγο των επεκτατικών διαθέσεων δηλαδή της διεκδίκησης αυτών των χωρών από τον Πάπα ο Αγ Φώτιος κατάλαβε ότι πρέπει να αντιπαρατεθεί στον Πάπα Νικόλαο που είχε αποθρασυνθεί. Έτσι το 867 συνήλθε ενδυμούσα Σύνοδος και κατεδίκασε όλα τα λατινικά έθιμα που είχαν διαδοθεί από τους λατίνους ιεραποστόλους  στην Βουλγαρία. Έτσι στην εγκύκλιο επιστολή του Φωτίου προς τους πατριάρχες Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων μέσα στα έθιμα που απαριθμεί γράφει και για την προσθήκη του Filiouque ότι είναι: η «γάγγραινα» του χριστιανισμού, που εισάγει δυαρχία στη Θεότητα. «Εἴ τις κακῶν ἐστι κορωνίς, εἰς ταύτην ἀνέδραμον»,  και διερωτάται «τίς ὅλως ἀνάσχοι τοι τῶν ἐν χριστιανοῖς τελούντων ἐπί τῆς ἁγίας Τριάδος δύο εἰσάγειν αἴτια, Υἱοῦ μέν καί Πνεύματος τόν Πατέρα, τοῦ Πνεύματος δέ πάλιν τόν Υἱόν, καί εἰς διθεΐαν τήν μοναρχίαν λύειν, καί μηδέν ἧττον τῆς ἑλληνικῆς μυθολογίας τήν τῶν Χριστιανῶν σπαράττειν θεολογίαν και της ὑπερουσίου καί μοναρχικῆς Τριᾶδος ἐξυβρίζειν τό ἀξίωμα;»[6]. Αναφέρει ο Άγ. Φώτιος ‘’δεν είναι τέλεια η εκπόρευση του Πατρός που είναι τέλειος Θεός; Αν ισχύει αυτό γιατί τότε να μην γεννάται και ο Υιός από το Άγιο Πνεύμα όπως από τον Πατέρα; Αν συμβαίνει αυτό, τότε  περισσότερες ιδιότητες αποκτά το Πνεύμα από τον Πατέρα απ’ ότι ο Υιός. Αν περισσότερες διαφορές αποκτά το Πνεύμα απ’ ότι ο Υιός, είναι πιο κοντά της πατρικής ουσίας ο Υιός απ’ ότι το Πνεύμα ( και τότε πέφτουμε στην αίρεση του Μακεδονίου). Και αν η εκπόρευση είναι και εκ του Υιού σαν κοινή σε όλους τότε και το Πνεύμα εκπορεύει τον εαυτό του και έτσι γίνεται και αίτιο και αιτιατό… «ὁρᾶς ὡς μάτην οὗτοι, μᾶλλον δ’ εἰς πρόχειρον θήραν (κυρίευση-παγίδευση) τῶν πολλῶν, τό τῶν Χριστιανῶν ἑαυτοῖς ἐπέθεσαν ὄνομα; [7] Είναι λέει αμέσως παρακάτω, αυτή η βλασφημία κατά όλης της πίστης μας. Αν από τον Πατέρα ο Υιός γεννήθηκε, το δε Πνεύμα εκ του Πατρός και του Υιού εκπορεύεται, τι καινούργιο κάνει το Πνεύμα, μήπως εκπορεύει κάτι άλλο; και όπως συνάγεται μήπως είναι τέσσερεις υποστάσεις, μάλλον δε απείρους;( τότε πέφτουμε στην Ελληνική πολυπληθία μας λέει  Άγιος.)[8].

Έτσι παραθέσαμε μερικά από τα επιχειρήματα αυτής της Εγκυκλίου η οποία καταλήγει και γράφει ότι το θέμα θέλει οικουμενική αντιμετώπιση.

Μετά από την αποκατάσταση μεταξύ Ιγνατιανών και Φωτιανών και αφού πρώτα είχε ανέβει στο θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως ο Μέγας Φώτιος εκείνος ειρήνευσε τις αντίθετες ομάδες χωρίς την αξίωση επεμβάσεως του Πάπα.  Ο Ιερός Φώτιος συγκάλεσε Πανορθόδοξη Σύνοδο, την λεγομένη 8η Οικουμενική Σύνοδο που υπήρχαν όλοι οι αντιπρόσωποι των Πατριαρχείων ακόμη και της Ρώμης, και συμμετείχαν 400 επίσκοποι και ο αυτοκράτορας Βασίλειος. Στην πρώτη συνεδρίαση έγινε η αναγνώριση του ιερού Φωτίου ως Πατριάρχου. Στην δεύτερη συνεδρίαση, όταν διάβασαν τις επιστολές του Πάπα που έκανε αναγωγές στο Παπικό Πρωτείο, δεν τις αποδέχθηκαν. Ομολογούν οι επιστολές της Ρώμης ότι ο Φώτιος αδικήθηκε. Επίσης ανατολικοί θρόνοι τονίζουν ότι δεν αποτελεί εμπόδιο η παρουσία των ιεραποστόλων της Κωνσταντινούπολης στην Βουλγαρία. Στην 2η συνεδρίαση επιμένουν οι δυτικοί ότι πρέπει να αναγνωρισθεί η Βουλγαρία ως δικαιοδοσία της Ρώμης. Κατά την 4η συνεδρίαση  όλοι οι πατριαρχικοί θρόνοι ομολογούν ότι πάντα αναγνώριζαν τον Φώτιο ως Πατριάρχη και ποτέ την παπόφιλη σύνοδο του 869-870. Πολλοί από τους παρόντες όπως , η υπογραφή της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων και πολλών Μητροπολιτών χαρακτηρίζουν αυτήν την σύνοδο Οικουμενική. Στην 5η συνεδρίαση αποδέχθηκαν άπαντες και οι δυτικοί, την 7 Οικουμενική (787) ως Οικουμενική. Στην έβδομη και τελευταία συνεδρίαση της Συνόδου, την 13η Μαρτίου 880, η Σύνοδος έκανε δεκτό το δογματικό της Όρο.

Ὁ Κύριος καί Θεός και Σωτήρ Ἰησοῦς παρέδωσε τη διδασκαλία, τήν ὁποία ἡ Ἐκκλησία, μαζί μέ «τάς ἱεράς διατάξεις καί τούς κανονικούς τύπους» τῶν μαθητῶν καί ἀποστόλων καί μαζί μέ τό «κήρυγμα  καί τούς κανονικούς θεσμούς» τῶν ἁγίων ἑπτά οἰκουμενικῶν Συνόδων, διατηρεῖ «ἀπαρατρώτους τε καί ἀκαπηλεύτους». Ἡ Σύνοδος ἀπορρίπτει ὅλους ὅσους δέν ὁμοφρονοῦσαν μέ αὐτές. Οἱ πατέρες τῆς παρούσης Συνόδου «διαπρυσίᾳ τῇ  φωνῇ» ἀποδέχονται τά παραδεδομένα «οὐδέν ἀφαιροῦντες, οὐδέν προστιθέντες, οὐδέν ἀμείβοντες, οὐδέν κιβδηλεύοντες». Ακολουθεί η παράθεση του συμβόλου της Πίστεως που πιστοποιήθηκε στις δύο πρώτες οικουμενικές Συνόδους[9] και συνεχίζουν τα πρακτικά «Οὕτω φρονοῦμεν, ἐν ταύτῃ τῇ ὁμολογίᾳ τῆς πίστεως ἐβαπτίσθημεν, δι’αὐτῆς πᾶσαν αἵρεσιν θραυομένην τε καί καταλυομένην ὁ τῆς ἀληθείας λόγος ἀπέδειξε»[10]. Επιμένει και προειδοποιεί: εἴ τις παρά τοῦτο τό ἱερόν σύμβολον τολμήσειεν ἕτερον ἀναγράψασθαι, ἤ προσθεῖναι ἤ ἀφελεῖν, καί ὅρον ὀνομάσαι ἀποθρασυνθεί, κατάκριτος καί πάσης χριστιανικῆς ὁμολογίας ἀπόβλητος».[11]Άρα η Σύνοδος επιβάλει τον αφορισμό σε όποιον επιχειρήσει την αλλοίωση του συμβόλου της πίστεως. Οι Βυζαντινοί κανονολόγοι πλήν του Θεόδωρου Βαλσαμώνα[12] δεν την ονομάζουν οικουμενική. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς δεν την συγκαταλέγει στις Οικουμενικές. Ο Νείλος Καβάσιλας (1363)[13], ο Νικόλαος ο Καβάσιλας (1391)[14] μιλούν για  Η’ Οικουμενική. Ο Συμεών Θεσσαλονίκης μιλάει για επτά αλλά τονίζει ότι και την Σύνοδο του 879-880 την θεωρούν πολλοί Οικουμενική[15]. Και ο Ιωσήφ Βρυένιος[16], και ο Άγ. Μάρκος λένε ότι είναι Οικουμενική[17], και όλες οι μεγάλες προσωπικότητες  του ΙΕ’ αιώνα ( Ιωάννης Ευγενικός, Γεννάδιος Σχολάριος) συμφωνούν. Ο Παχώμιος Ρουσάνος τον 16ο αιώνα λέει ότι κάποιοι την αριθμούν στις Οικουμενικές[18]. Αναγνώριση της Συνόδου ως Οικουμενικής κάνουν και ο Δωσίθεος Ιεροσολύμων, και ο Αγ. Αθανάσιος ο Πάριος ενώ ο Άγιος Νεκτάριος λέει ότι αυτή η Σύνοδος έχει Οικουμενικό κύρος και πρέπει να αναγνωρισθεί και στο όνομα της ως τέτοια από μια μελλοντική Σύνοδο[19]. Μετά τον θάνατο και του επόμενου πάπα Ιωάννη Η’, ο οποίος αρνήθηκε τις αποφάσεις της Συνόδου του 879-880 (882) ανέβηκε στο θρόνο ο  Μαρίνος ο οποίος λόγο της σύντομης παραμονής του στο θρόνο δεν πρόλαβε να δείξει την στάση του απέναντι στον Φώτιο. Για να πολεμήσει τις αξιώσεις του Πάπα ο Φώτιος, έγραψε και προς τον μητροπολίτη Ακυληΐας ευθύς ένα γράμμα μετά την Η’ Οικουμενική Σύνοδο και το οποίο είναι περίληψη του σπουδαίου έργου που εξέδωσε αργότερα  το οποίο έχει τον τίτλο: Περί τῆς τοῦ Πνεύματος Μυσταγωγίας[20]. Σε αυτό το έργο ο Άγ. Φώτιος αναπτύσσει κατά πρωτότυπο τρόπο το θέμα της εκπορεύσεως του αγίου Πνεύματος από μόνον τον Πατέρα, επεξηγεί τα χωρία της αγίας Γραφής που είναι δυσερμήνευτα και ερμηνεύει και τα χωρία των αγίων Αποστόλων και των αγίων Πατέρων τα οποία παραποιούν οι Δυτικοί. Σε όλο αυτό το έργο του, δείχνει τις αιρέσεις που υπάρχουν αν δεχθούμε το filioque. Επίσης ο Ιερός Φώτιος έγραψε και έναν Λίβελο «Κατά τῶν τῆς Παλαιᾶς Ρώμης, ὅτι ἐκ τοῦ Πατρός μόνον ἐκπορεύεται τό Πνεύμα τό ἅγιον ἀλλ’ οὐχί καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ» στον οποίο γράφει εκτός των άλλων ότι 1) Αν το Πνεύμα είναι απλό και εκπορεύεται από τον Πατέρα και από τον Υιό, θα θεωρηθούν οπωσδήποτε ο Πατήρ και ο Υιός  ένα πρόσωπο, και από αυτό θα προέλθει η αίρεση του Σαβέλλιου.2) Αν το Πνεύμα το Άγιο αποδοθεί σε δύο αρχές δεν θα υπάρχει η μία πολυύμνητος αρχή. Το Πνεύμα το άγιο θα είναι διπλό και σύνθετο. 3) Αν ο Υιός μετέχει με τον Πατέρα στην προαγωγή του αγίου Πνεύματος, θα γίνει κοινωνός σ’ αυτή και το άγιο Πνεύμα γιατί κατ’ αυτήν την αντίληψη όλα θα είναι κοινά. 4) Αν δεν προάγει τίποτα το Πνεύμα ενώ τα άλλα πρόσωπα της αγίας Τριάδος προάγουν, τότε το άγιο Πνεύμα θα είναι κατώτερο(παραφροσύνη Μακεδονίου) κλπ…. [21].

Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (1296-1359)

Ο πατέρας του Αγίου Γρηγορίου, Κωνσταντίνος Παλαμάς, ήταν συγκλητικός, μέλος της αυτοκρατορικής αυλής και φίλος του Αυτοκράτορα Ανδρονίκου του Β’. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, γεννήθηκε το 1296. Πολύ νωρίς πέθανε ο πατέρας του και εκείνος στην ηλικία των 7 ετών έγινε προστατευόμενος του αυτοκράτορα. Σπούδασε στο πανεπιστήμιο της Κωνσταντινουπόλεως, και ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την φιλοσοφία. Στην ηλικία κοντά των 17 άφησε τις σπουδές και μελετούσε ασκητικά έργα και επιδόθηκε στην άσκηση. Ο αυτοκράτορας τον προόριζε για ανώτατα αξιώματα, αλλά εκείνον τον ένοιαζε η νοερά προσευχή. Στα 20 έμεινε σε διάφορα μοναστήρια της Θράκης  του Αγίου Όρους και της Μακεδονίας. Κατόπιν έγινε ιερέας το 1326 στην Θεσσαλονίκη. Από τα μοναστήρια επρόκειτο να τον καλέσουν σε ευρύτερο πεδίο δράσης, η οποία με τον χρόνο τον ανέδειξε σε ηγετική μορφή της ορθοδοξίας. Μετά από μια πενταετία ήρθε στην Ελλάδα από την Ιταλία ο έλληνας μοναχός Βαρλαάμ ο Καλαβρός. Κατά την παραμονή του ο Άγιος Γρηγόριος στη Θεσσαλονίκη, πληροφορήθηκε τις  καινοφανείς δοξασίες του Βαρλαάμ, και ειδικότερα τις θέσεις του, κατά τη συζήτηση του filioque με τους παπικούς απεσταλμένους, στην Κων/πολη (το 1334). Βεβαίως ο Βαρλαάμ απέκρουσε τη λατινική προσθήκη στο σύμβολο Νικαίας-Κων/πόλεως, αλλά, όχι με τα παραδοσιακά θεολογικά επιχειρήματα της Ανατολής. Τις θέσεις του κατέγραψε ο Βαρλαάμ στις πραγματείες ‘’Κατά Λατίνων’’. Σε αυτές υποστήριζε βάση των ιδεών του για το ακατάληπτο και την αδυναμία γνώσεως του Θεού, ότι δεν ήταν δυνατή, η αυθεντική διατύπωση μιάς δογματικής διδασκαλίας για την υποστατική σχέση των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδος, και απέφευγε τον αγνωστικισμό αφού υπέβαλλαν το όλο ζήτημα στη διαδικασία των διαλεκτικών συλλογισμών (δηλ. της βοήθειας της φιλοσοφίας και όχι των Πατέρων). Ο Βαρλαάμ δηλαδή, με την θεωρητική απόρριψη κάθε γνώσεως της ουσίας του Θεού, κατέληγε έμμεσα στη σχετικοποίηση όχι μόνο του όλου περιεχομένου της δογματικής διδασκαλίας, αλλά, όπως θα δούμε και αυτής της αυθεντίας της Εκκλησίας, να διατυπώνει ορθώς, το περιεχόμενο των αληθειών της πίστεως. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς κατανόησε το μέγεθος της απειλής εναντίον της εκκλησιαστικής παραδόσεως και έγραψε ( το 1335) κατά Λατίνων δύο «Ἀποδεικτικούς Λόγους», στους οποίους αναφέρει ότι υπάρχει για τον Θεό απόδειξη, αλλά είναι διαφορετική της λογικής του ανθρώπου, και στηρίζεται στην πίστη, τον φωτισμό και την παράδοση. Και επίσης αναιρεί τις ανωτέρω επικίνδυνες δοξασίες του Βαρλαάμ, βάση της διδασκαλίας των πολεμίων κυρίως του αρειανισμού, (Μ. Αθανασίου, Μ. Βασιλείου, Γρηγορίου του Θεολόγου, Γρηγορίου Νύσσης κ. ά.).  

 Ο Άγιος Γρηγόριος στην αρχή του λόγου του κάνει αναφορά στους αιρετικούς (αρειανούς, Ευνομιανούς, Μακεδονιανούς) και γράφει γι’αυτούς ότι ήταν προσκολλημένοι στο διάβολο. Σε αυτόν τον διάβολος, είναι πειθήνιοι και οι Λατίνοι οι οποίοι εισάγουν νέους περί Θεού όρους,  και οι οποίοι φέρνουν μεγάλα κακά [22].  «Εσείς» δέχεσθαι δύο αρχές αν και δεν το ισχυρίζεσθε φανερά,  αλλά αυτό συνάγεται από τα όσα λέτε[23]. Εμείς που διδαχθήκαμε από την θεοσοφία των Πατέρων, δεν αγνοούμε τα εφευρήματα τα διαβόλου…, ποτέ δεν πρόκειται να σας δεχθούμε σαν κοινωνούς, όσο χρόνο ομολογείτε ότι το Πνεύμα προέρχεται και εκ του Υιού[24]. Προσθέτετε στην αποκαλυπτική για το άγιο Πνεύμα θεολογία του Χριστού που είναι η αυτοαλήθεια, ο Θεός ο ενανθρωπίσας,(εκείνος είπε :Το Πνεύμα της αληθείας, το οποίο εκπορεύεται από τον Πατέρα).Πώς τολμάτε να εισαγάγετε τόσον εκφυλιστικήν προσθήκην εις τον όρο της πίστεως, τον οποίο  οι έγκριτοι πατέρες παρέδωσαν πνευματοκινήτως[25];Εις το σύμβολο αυτό, δεν επιτρέπεται καθόλου να προσθέσει ή να αφαιρέσει κανείς μετά την Δεύτερη Σύνοδο των αγίων, από την οποία όποιος τολμήσει κάτι τέτοιο υποβάλλεται σε κατάρα και εκβάλλεται από την Εκκλησία[26]… . Δικαιότατον βεβαίως θα ήταν να μην σας αξιώσουμε ούτε συζητήσεως, αν δεν διακόψετε την προσθήκη στο ιερό σύμβολο. Όταν  δε η προσθήκη σας αφαιρεθεί πρώτα από εσάς, έπειτα να συζητήσωμε, εάν το άγιο Πνεύμα προέρχεται και εκ του Υιού ή όχι και εκ του Υιού και να συμφωνήσουμε με τους θεοφόρους πατέρες[27]. Ο Άγιος Γρηγόριος λέγει στην συνέχεια ότι ο Πατήρ είναι η μόνη αρχή Θεότητας, ενώ οι Λατίνοι μιλούν για μία Θεότητα αλλά με δύο πηγές αίτια. Άρα πως είναι μια αρχή και δεν είναι δύο ρωτάει ο Άγιος[28]; Αυτό είναι ανοησία.[29]Ακολούθως ο Άγιος αφού με ακριβή χωρία των αγίων αποδεικνύει την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος μόνο από τον Πατέρα και διαπιστώνει τα λάθη που προκύπτουν από το filioque στα θέματα φύσις, υπόστασης, προσώπου γράφει: Αλλά βλέπεις πως απεμακρύνθητε από την κοινωνία μας δικαίως, διότι δεν παραμένετε εις τα ιδικά μας και εις τα της ευσεβείας όρια;[30]

 Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός.

Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1400. Τα πρώτα γράμματα τα διδάχθηκε από τον πατέρα του Γεώργιο, διάκονο της μεγάλης εκκλησίας, και ακολούθως σπούδασε στους σοφούς διδασκάλους Πλήθων και Ιωσήφ Βρυέννιο. Στην ηλικία των 25 έγινε μοναχός με το όνομα Μάρκος από Μανουήλ που λεγόταν. Το 1447 χειροτονήθηκε αρχιεπίσκοπος Εφέσου, και ακολούθησε τον αυτοκράτορα  στην σύνοδο Φερράρας και μετά Φλωρεντίας στην οποία αντιπροσώπευε και τον πατριάρχη Αντιοχείας. Υπερασπιζόμενος αυστηρά την Ορθοδοξία, αποδοκίμαζε τις από πολιτικούς υπολογισμούς, ενωτικές διαπραγματεύσεις και χωρίς να περιμένει καμία έμπρακτη βοήθεια από την Δύση, εξ’  αιτίας του τουρκικού κινδύνου, έγινε ο μεγάλος σημαιοφόρος, της χωρίς συμβιβασμούς αυστηρής ορθοδόξου απόψεως ορμώμενος από την αρχή ότι «οὐδέποτε διά μεσότητος τά ἐκκλησιαστικά διωρθώθη, μέσον ἀληθείας καί ψεύδους οὐδέν ἐστι»[31]. Ιδίως αγωνίσθηκε για το ζήτημα της προσθήκης του filioque στο σύμβολο της πίστεως, επαναλαμβάνοντας τα σχετικώς αναπτυχθέντα από τους αρχαιοτέρους συγγραφείς. Αυτός μόνος μαζί με τον Γεννάδιο τον Σχολάριο και λίγους ακόμη αρνήθηκαν την υπογραφή της ενώσεως της Φλωρεντίας.

Μετά το τέλος της συνόδου έγινε ο αρχηγός της ανθενωτικής μερίδος, επιβληθείς  με το ήθος του, την μόρφωσή του, και την αγάπη του προς την εκκλησία.  Ο Άγιος έγραψε πολλές πραγματείες, εμείς όμως θα εξετάσουμε μόνο αυτές που σχετίζονται με το filioque.

 Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός έγραψε 1) την επιστολή Μάρκου Εφέσου του Ευγενικού, ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ «ΤΟΙΣ ΑΠΑΝΤΑΧΟΥ ΤΗΣ ΓΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΝΗΣΩΝ ΕΥΡΙΣΚΟΜΕΝΟΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙΣ» (1440/1),  όταν ήταν στη εξορία εξ’ αιτίας των λατινοφρόνων που είχαν απαιτήσει από τον αυτοκράτορα Ιωάννη Παλαιολόγο, την εξορία του, και στην προσπάθειά τους να παραπλανήσουν τον λαό οι λατινόφρονες Μητροφάνης Κων/πόλεως και ο διάδοχός του Γρηγόριος, όταν είδαν ότι δεν κατάφεραν να επιβάλουν την ένωση, ισχυρίζονταν ότι δεν έγινε καμία έκπτωση από την πίστη όταν υπογράψαν τον όρο της συνόδου. Έτσι ο Άγιος Μάρκος, ο πολέμιός τους, θεώρησε καθήκον του να απευθυνθεί, προς όλους τους χριστιανούς αλλά και στους κατοίκους των λατινοκρατούμενων νησιών που κινδυνεύαν, ώστε να αποκαλύψει την αλήθεια, για την ψευδή ένωση της Φλωρεντίας, και για τις δογματικές διαφορές που μας χωρίζουν.

Αρχικά απαριθμεί ως πρώτη α) και κυριότατη δογματική διαφορά αυτήν του Αγίου Πνεύματος, β) τα περί του πρωτείου και αλαθήτου του Πάπα, γ) τα άζυμα, δ) το καθαρτήριο πυρ, ε) το ράντισμα του βαπτίσματος, στ) την μακαριότητα των αγίων, ζ) διάκριση ακτίστων θείων ενεργειών και θείας ουσίας, η) διάφορα σε εκκλησιαστικά θέματα όπως της νηστείας, και θ) και περί του αγιασμού των τιμίων δώρων. Για τις ανωτέρω δογματικές διαφορές ο Άγιος Μάρκος τους χαρακτηρίζει αιρετικούς. Γράφει «Οὐκοῦν ὡς αἱρετικούς αὐτούς ἀπεστράφημεν, καί διά τοῦτο αὐτῶν ἐχωρίσθημεν. Φασί γάρ οἱ φιλευσεβεῖς νόμοι «αἱρετικός ἐστι καί τοῖς κατά τῶν αἱρετικῶν νόμοις ὑπόκειται ὁ καί μικρόν γοῦν τι παρεκκλίνων τῆς ὀρθῆς πίστεως… και ταύτα περί τήν θεολογίαν τοῦ ἁγίου Πνεύματος, … αἱρετικοί εἰσι ἄρα, καί ὡς αἱρετικούς αὐτούς ἀπεκόψαμεν»[32]. «Φεύγεται οὖν αὐτούς, ἀδελφοί καί τήν πρός αὐτῶν κοινωνίαν»[33]

  • ΤΟΥ ΑΓΙΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΕΦΕΣΟΥ, ΚΥΡ ΜΑΡΚΟΥ ΤΟΥ ΕΥΓΕΝΙΚΟΥ, ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΟΡΘΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΕΚΤΕΘΕΙΣΑ ΕΝ ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣ ΛΑΤΙΝΟΥΣ ΓΕΝΟΜΕΝΗΝ ΣΥΝΟΔΟΝ[34]

«Ἐγώ τῇ τοῦ Θεοῦ χάριτι δόγμασιν ἐντραφείς εὐσεβέσι καί τῇ ἁγίᾳ καθολικῇ Ἐκκλησίᾳ διά πάντων ἑπόμενος, πιστεύω καί ὁμολογῶ τόν Θεόν μόνον ἄναρχον καί ἀναίτιον, πηγήν δέ καί αἰτίαν τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Πνεύματος. ὅ, τε γάρ Υἱός ἐξ’ αὐτοῦ γεγέννηται καί τό Πνεύμα ἐξ’ αὐτοῦ ἐκπορεύεται, μηδέν τοῦ Υἱοῦ συμβαλλομένου πρός τήν ἐκπόρευσιν, ὥσπερ οὐδέ τοῦ Πνεύματος πρός τήν γέννησιν…, Τόν Υἱόν οὐ λέγομεν αἴτιον οὐδέ πατέρα… Τάς δέ τῶν δυτικῶν πατέρων καί διδασκάλων φωνάς, αἵ τήν αἰτίαν τοῦ Πνεύματος τῷ Υἱῷ διδόασιν, οὔτε γνωρίζω ( καί γάρ οὐδέ μετεβλήθησάν ποτέ πρός τήν ἡμετέραν γλῶτταν, οὐδ’ ὑπό τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων ἐδοκιμάσθησαν), οὔτε παραδέχομαι, τεκμαιρόμενος ὅτι διεφθαρμέναι εἰσί καί παρέγγραπτοι διά τε πολλῶν ἄλλων καί διά τοῦ χθές καί πρώην προενεχθέντος παρ’ αὐτῶν βιβλίου τῆς οἰκουμενικῆς ἑβδόμης συνόδου τόν ὅρον ἔχοντος μετά τῆς ἐν τῷ συμβόλῳ προσθήκης. ὅπερ ἀναγνωσθέν, ὁπόσην αὐτῶν αἰσχύνην κατέχεεν, ἴσασιν οἱ τότε παρόντες…, Διά τοῦτο τάς τοιάυτας ἐπικυνδύνους φωνάς περί τῆς τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐκπορεύσεως ἀθετῶ, καί συμφωνῶν τῷ ἁγίῷ Δαμασκηνῷ, ἐκ τοῦ Υιοῦ τό Πνεῦμα οὐ λέγω… ἵνα μη δεύτερος αἴτιος ἐν τῇ Τριάδι καντεῦθεν δύο αἴτιοι καί δύο ἀρχαί γνωρισθῶσιν, οὐδέ γάρ οὐσιώδες ἐνταῦθα τό αἴτιον, ἵνα κοινόν καί ἕν τοῖς τρισί προσώποις ὑπάρχῃ, καί διά τοῦτο τάς δύο ἀρχάς οὐδαμῇ οὐδαμῶς οἱ Λατίνοι φεύξονται, μέχρις ἄν τόν Υἱόν λέγωσιν ἀρχήν τοῦ Πνεύματος. ἡ δέ ἀρχή προσωπικόν ὑπάρχει καί διακρῖνον τά πρόσωπα. Κατά πάντα τοίνυν ἑπόμενος ταῖς ἁγίαις καί οἰκουμενικαῖς ἑπτά συνόδοις καί τοῖς ἐν αὐταῖς διαλάμψασι θεοσόφοις πατράσι, Πιστέω εἰς ἕνα Θεόν, Πατέρα … Τοῦτο τό ἱερόν τῆς πίστεως μάθημά τε καί σύμβολον, τό παρά μέν τῆς πρώτης καί δευτέρας τῶν συνόδων ἐκτεθέν, παρά δέ τῶν λοιπῶν κυρωθέν καί βεβαιωθέν, ὅλῃ ψυχῇ δεχόμενος καί φυλάττων, ἀποδέχομαι καί ἀσπάζομαι πρός ταῖς ἑπτά συνόδοις καί τήν μετ’ αὐτάς ἀθροισθεῖσαν ἐπί τοῦ εὐσεβοῦς Βασιλείου βασιλέως Ρωμαίων καί τοῦ ἁγιωτάτου πατριάρχου Φωτίου τήν καί οἰκουμενικήν ὀγδόην ὀνομασθεῖσαν… ἥ ( η οποία), ἀνεκήρυξεν τήν ἐβδόμην οἰκουμενικήν σύνοδον… κατέκρινε δέ καί ἀνεθεμάτισε, καθάπερ καί αἱ πρό αὐτῆς οἰκουμενικαί σύνοδοι τούς τολμῶντας προσθήκην τινά καινοτομεῖν  ἤ ὑφαίρεσιν ἤ ὅλως ἐναλλαγήν ἐπί τῷ προρρηθέντι συμβόλω. Κατά τούς ὅρους τοίνυν αὐτῆς καί τῶν πρό αὐτῆς συνόδων καί τό ἱερόν τῆς πίστεως σύμβολον ἀκίνητον δεῖν φυλάττεσθαι κρίνων, ὡς ἐξεδόθη καί οὕς ἀποδέχονται συναποδεχόμενος, καί οὕς ἀποβάλλονται συναποβαλλόμενος, οὐδέποτε εἰς κοινωνίαν προσδέξομαι… ἕως ἄν ἐμμένωσι τῇ τοιαύτη καινοτομία. «ὁ γάρ κοινωνῶν τῷ ἀκοινωνήτῳ, καί αὐτός ἀκοινώνητος ἔστω»… «Ἀλλορίῳ δε οὐ μή ἀκολουθήσωσιν, ἀλλά φεύξονται ἀπ’ αὐτοῦ, ὅτι οὐκ οἴδασι τήν φωνήν τῶν ἀλλοτρίων»… Καί ο μέγας Βασίλειος στην προς μονάζοντα επιστολή «Εἴ τινες τήν ὑγιῆ πίστιν προσποιοῦνται ὁμολογεῖν, κοινωνοῦσι δέ τοῖς ἑτερόφροσι, τούς τοιούτους εἰς μετά παραγγελίαν μή ἀποστῶσι, μή μόνον ἀκοινωνήτους ἔχειν, ἀλλά μηδέ ἀδελφούς ὀνομάζειν». Και πρό τούτων ὁ θεοφόρος ἰγνάτιος ἐν τῇ πρός τόν θεῖον Πολύκαρπον τόν Σμύρνης ἐπιστολῇ «Πᾶς ὁ λέγων» φησί «παρά τά διατεταγμένα, κἄν ἀξιόπιστος ἦ κἄν νηστεύη, κἄν παρθενεύῃ, κἄν σημεῖα ποιῇ, κἄν προφητεύῃ, λύκος σοι φαινέσθω ἐν προβάτου δορᾷ προβάτων φθοράν κατεργαζόμενος. Καί τί δεῖ πολλά λέγειν; Ἅπαντες οἱ τῆς Ἐκκλησίας διδάσκαλοι, πᾶσαι αἱ σύνοδοι καί πᾶσαι αἱ θεῖαι γραφαί φεύγειν τούς ἑτερόφρονας παραινοῦσι καί τῆς αὐτῶν κοινωνίας διΐστσθαι. Τούτων οὖν ἐγώ πάντων καταφρονήσας, ἀκολουθήσω τοῖς ἐν προσχήματι πεπλασμένης εἰρήνης ἑνωθῆναι κελεύουσι; … Τά γάρ λοιπά τῶν ἀτοπημάτων ἐῶ τό γε νῦν ἔχον, ὧν καί ἕν μόνον ἱκανόν ἦν ἡμᾶς ἐξ’ αὐτῶν διαστῆσαι. Μή πάθοιμι τοῦτο ποτέ Παράκλητε ἀγαθέ, μηδ’ οὕτως ἐμαυτοῦ καί τῶν καθηκόντων λογισμῶν ἀποπέσοιμι…

 

  • ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΕΦΕΣΟΥ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΙΝΑ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΝ ΓΕΩΡΓΙΟΝ ΤΟΥΝΟΜΑ ΕΝ ΤΗ ΜΕΘΩΝΗ ΣΤΑΛΕΙΣΑ[35]

Αφού ο άγιος Μάρκος σε αυτήν την επιστολή του κατακρίνει την ιεροτελεστία, τα άζυμα των δυτικών μιλάει για ασέβειες που κάνουν οι αυτοί αιρετικοί, όπως ότι χύνουν την θεία κοινωνία μετά την λειτουργία,  και γράφει προς στον πρεβύτερο Γεώργιο τα εξής: Γίνωσκε δέ ὅτι ὁ ὅρος τῆς ψευδοῦς συνόδου, μᾶλλον δέ ἡ ματαία καινοφωνία, καθάπερ ἦν ἄξιον, οὐδαμῶς παρ’ οὐδενός προσεδέχθη. ἀλλά καί οἱ τούτῳ συνθέμενοι καί ὑπογράψαντες ὡς ἐναγεῖς καί προδόται τῆς ἀληθείας ὑπό πάντων μισοῦνται, καί οὐδείς αὐτοῖς οὐδέπω τῶν ἐνταῦθα συνελειτούργησε. Θεός δέ ὁ πάντα δυνάμενος οἰκονομήσειε ταῦτα πρός τό συμφέρον καί διορθώσειε τήν Ἐκκλησίαν αὐτοῦ, ἥν ἐξηγοράσατο τῷ ἰδίῳ αἵματι. Φύλασσε τήν καλήν παρακαταθήκην τῆς πίστεως, τάς βεβήλους καινοφωνίας παντελῶς ἐκτρεπόμενος. Ὀ Ἐφέσου Μάρκος[36].

Άλλη επιστολή την οποία στέλνει ο Άγιος Μάρκος στον ιερομόναχο Θεοφάνη της Ευρίπου, γράφει πως πληροφορήθηκε ότι ανέβηκε στον θρόνο των Αθηνών ένας ακόμη Λατινόφρων και ο οποίος συλλειτουργεί με τους Λατίνους. Ο Άγιος σε αυτήν του την επιστολή, προτείνει  να παραινέσει ο Θεοφάνης τους ιερείς της πόλεως να μην κοινωνούν, να μην συλλειτουργούν και ούτε να  μνημονεύουν αυτόν τον λατινόφρονα, γιατί είναι λύκος και επίσης να μην λειτουργούν σε λατινικές εκκλησίες. Φεύγετε και εσείς αδελφοί την προς τούς ακοινωνήτους κοινωνίαν, και το μνημόσυνο των αμνημονεύτων. Όποιος μνημονεύει τον πάπα θα κριθεί με τους Λατίνους[37].

 

Τέλος την ημέρα που Άγιος Μάρκος μετέστει στους ουρανούς, είχαν μαζευτεί γύρω του πολλοί αρχιερείς, ιερείς μοναχοί και κοσμικοί και οι οποίοι δώσαν την εντολή να γραφεί από έναν ιερομνήμονα τα τελευταία του λόγια στα οποία είπε τα εξής κατά παράφρασην δική μου, «Για να φανώ πιστός σε αυτά που είπα από την αρχή μέχρι και το τέλος της ζωής μου, αν ο πατριάρχης στείλει δικούς του κληρικούς Αρχιερείς ή ιερείς με πρόφαση τιμής μου για να με κηδεύσουν, και να πουν ότι έχουμε κοινωνία, και για να μην η σιωπή μου συγκατάθεση φανερώσει, σας λέω πως δεν θέλω ούτε δέχομαι την μετ’ αυτούς κοινωνίαν ούτε όσο ζούσα ούτε μετά θάνατον, όπως ούτε και την ένωση ούτε και τα δόγματα των Λατίνων που δέχθηκε ο πατριάρχης και οι μετ’ αυτόν. Είμαι σίγουρος, όσο χωρίζομαι από αυτόν και τους δικούς του, τόσο ενώνομαι με την αλήθεια και τους αγίους πατέρας, και όσοι είναι με αυτούς, φεύγουν από την εκκλησία και τους μακαρίους διδασκάλους της.  Και γι’ αυτό λέγω ότι όπως σε όλη μου τη ζωή ,ήμουν χωρισμένος από αυτούς, έτσι, και στον καιρό της εξόδου μου, και ακόμη και μετά από την αποβίωσή μου αποστρέφομαι την ένωσή τους και την κοινωνία τους, και τους διατάζω κανείς από αυτούς, να μην πλησιάσει στην κηδεία μου και στα μνημόσυνά μου, αλλ’ ούτε και κανέναν άλλο από το μέρος μας, για να συλλειτουργήσουν. Πρέπει να είναι πάντοτε χωρισμένοι από εμάς μέχρι ο Θεός να δει την καλή διόρθωσή τους[38].

Αίρεση ο παπισμός

Κάποιοι ίσως ισχυρισθούν ότι όσα λέγουν οι Άγιοι Απόστολοι και οι Πατέρες για τους αιρετικούς, και τις αιρέσεις ισχύουν για τους αρχαίους αιρετικούς που καταδικάσθηκαν από οικουμενικές συνόδους και όχι για τον παπισμό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτών των θεολόγων, καθηγητών, αρχιερέων είναι η επίκληση του 15 κανόνα της πρωτοδευτέρας συνόδου, ο οποίος συντάχθηκε το 861 και άρα λένε αυτοί, πως αυτός ο κανόνας δεν αφορά τους δυτικούς γιατί μέχρι τότε δεν είχαν καταδικασθεί. Εμείς τους απαντούμε ότι ο κανόνας έχει αιώνια ισχύ και ναι, τους αφορά τους δυτικούς πρώτον προηγήθηκαν οι οικουμενικές σύνοδοι (και οι 7 Οικουμενικές) οι οποίες λέγουν ότι όποιος αλλοιώσει το σύμβολο της πίστεως έχει το ανάθεμα και τον αφορισμό, δεύτερον γιατί επακολούθησε μετά από 18 χρόνια από την Πρωτοδευτέρα Σύνοδο η οικουμενική καταδίκη τους, από την θεωρουμένη Η’ Οικουμενική και τρίτον γιατί οι βάσεις που θέτονται σε αυτόν 15ο της Πρωτοδευτέρας λέει: «Ὥστε, εἴ τις πρεσβύτερος ἤ ἐπίσκοπος ἤ μητροπολίτης τολμήσειεν ἀποστῆναι τῆς πρός τόν οἰκεῖον πατριάρχην κοινωνίας καί μή ἀναφέρει τό ὄνομα αὐτοῦ, κατά τό ὡρισμένον καί τεταγμένον ἐν τῇ θείᾳ μυσταγωγίᾳ, ἀλλά πρό ἐμφανείας συνοδικῆς καί τελείας αὐτοῦ κατακρίσεως σχίσμα ποιήσει τοῦτον ὥρισεν ἡ ἁγία σύνοδος πάσης ἱερατείας παντελῶς ἀλλότριον εἶναι, εἰ μόνον ἐλεγχθείη τοῦτο παρανομήσας… Οἱ γάρ αἵρεσιν τινα, παρά τῶν ἁγίων συνόδων ἤ Πατέρων κατεγνωσνένην, τῆς πρός τόν πρόεδρον κοινωνίας ἑαυτούς διαστέλλοντες, ἐκείνου τήν αἵρεσιν δηλονότι δημοσίᾳ κηρύττοντος, καί γυμνῇ τῇ κεφαλῇ ἐπ’ ἐκκλησίας διδάσκοντος, οἱ τοοῦτοι, οὐ μόνον τῇ κανονικῇ ἐπιτιμήσει οὐχ ὑποκείσονται, πρό συνοδικῆς διαγνώσεως ἑαυτούς τῆς πρός τόν καλούμενον ἐπίσκοπον κοινωνίαν ἀποτειχίζοντες, ἀλλά καί τῆς πρεπούσης τιμῆς τοῖς ὀρθοδόξοις ἀξιωθήσονται. Οὐ γάρ ἐπισκόπων, ἀλλά ψευδεπισκόπων καί ψευδοδιδασκάλων κατέγνωσαν, καί οὐ σχίσματι τήν ἕνωσιν τῆς ἐκκλησίας κατέτεμον, ἀλλά σχίσματα και μερισμῶν την ἐκκλησίαν ἐσπούδασαν ρύσασθαι»[39]. Άρα προκύπτει και από αυτόν τον κανόνα ότι όταν διαγνωσθεί η αίρεση από Οικουμενική, (έχουμε όλες τις Οικουμενικές), αλλά και αν έχει κατεγνωσθεί λέει ο κανόνας από πατέρες, το λεγόμενο Consensus Patrum, (την συμφωνία των Πατέρων για την αίρεση) που όπως αποδείχθηκε είναι αιρετικοί τότε ο κανόνας ισχύει για αυτούς.  Υπάρχουν για αυτούς που τα του πάπα φρονούν συνοδικές καταδίκες, ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, γράφοντας στον Ιωάννη Αντιοχείας, λέγει ότι: «οὐδενί ἐπιτρέπεται λέξιν ἀμεῖψαι τῶν ἐγκιμένων ἐκεῖσε, ἥ μίαν γοῦν παραβῆναι συλλαβήν»[40]. Η θέση της Εκκλησίας είναι σαφέστατη, οριστική και αταλάντευτη, μετά μάλιστα την σαφή και φωτισμένη ανάλυση του θέματος από τον Μ. Φώτιο. Υπάρχει λοιπόν προδρομική καταδίκη και αναθεματισμός από τις προηγούμενες συνόδους αλλά και από την Η’ Οικουμενική της αίρεσης του filioque. Υπάρχουν οι ησυχαστικές σύνοδοι του 14 αιώνα. Υπάρχουν τα δογματικά και συμβολικά κείμενα των Επιστολών των Πατριαρχείων της Ανατολής μέχρι τα τέλη του 19 αιώνος. Όσα Κολυμπάρια και αν γίνουν δεν αλλάζουν την πίστη των Αγίων Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων.

[1] Μητρ. Πατρῶν Νικοδήμου, Ἀνακαῖαι προϋποθέσεις τοῦ «Διαλόγου» τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας μετά τῆς Δυτικῆς, ἐν «Ἐκκλησία» τόμ. ΝΗ’(1981), σελ. 44

[2] Με την αίρεση του καθαρτηρίου πυρός ασχολήθηκα σε προγενέστερη εργασίας μου, η οποία φιλοξενείτε στην ιστοσελίδα ec-goc.gr, της Εκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ελλάδος, με τίτλο ‘’Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός και η αίρεση του καθαρτηρίου πυρός’’.

[3] Ἡ οἰκογένεια τοῦ Φωτίου, Ἐπιστ. Ἐπετ. Θεολ. Σχολῆς. Τμ. Ποιμ. ν.σ. 2 (1993)

[4] «Βίαν ὑπέστημεν… συνεσχέθημεν ἄκοντες. Κακούργοις ἴσα καθείρχθημεν. ἐτηρούμεθα φυλάσοντες, οδυρόμενοι, κοπτόμενοι… ἐξέπεσον (ἐγώ) εἰρηνικῆς ζωῆς … γαλήνης γλυκείας… δόξης… τῆς φίλης ἡσυχίας, τῆς καθαρᾶς ἐκείνης καί ἡδίστης μετά τῶν πλησίον συνουσίας, τῆς ἀλύπου καί ἀδόλου και ἀνεπιλήπτου συναναστροφῆς. Ἠγαπώμην τοῖς φίλοις ὑπέρ τούς συγγενεῖς…Ἡ δέ εἷλκεν εἰς … φιλίας δεσμόν», Ἀπολογητική Ἐπιστολή τοῦ Φωτίουπρος τόν Πάπαν Νικόλαον ἐν οἷς ἐμέμψατο αὐτῷ διά τήν πρός τόν θρόνον Κωνσταντινουπόλεως ἀναβίβασιν. Θ.Η.Ε. 12 τόμος, Φώτιος, σελ. 23.

[5] Ένας κανόνας αυτής της συνόδου, ο 15  της Πρωτοδευτέρας θα μας απασχολήσει στο τέλος της παρούσης εργασίας.

[6] Δοσίθεος Ἱεροσολύμων, Τόμος Χαρᾶς, Θεσσαλονίκη 1985 σσ. 229 και 238.

[7] Δωσίθεος, οπ. Παρ σσ. 229-230.

[8] Δωσίθεος, οπ. Παρ σ. 234.

[9] 1692-1769,_Mansi_JD,_Sacrorum_Conciliorum_Nova_Amplissima_Collectio_ τόμος 17 σελ. 616.

[10] 1Mansi, τομ. 17 516D σελ. 516.

[11] Mansi 17, σσ. 520E-521A.

[12] Ράλλης- Ποτλής Β’, 706.Ο

[13] Leonis Allatii, De Octava synodo photiana, Romea 1662, I, 162-163.

[14] PG 149, 679.

[15] PG 155, 97D. Leonis Allati, όπ. παρ. 164.

[16] L. Alatii, όπ. παρ.

[17] . Patrologia Orientalis (εκδ. R. Graffin- F. Nau, Paris 1907 επ.). J. Gill, Quae supersunt Actorum graecorum concilii Florentini I, Rom 1953, 90 επ.

[18] Απολογία Διαλεκτική πρός Λατίνους.

[19][19] Νεκτάριος Κεφαλᾶς, Ὀρθόδοξος Ἱερά Κατήχησις, Ἀθῆναι 1899.

[20] PG, 102, 263-399.

[21] Ε.Π.Ε. Φωτίου Πτριάρχου Κων/πόλεως τόμος 4, 2001.

[22] [22] Γρηγορίου Παλαμά, Ε.Π.Ε τόμος 1 σσ. 68-71 Θεσσαλονίκη 1981.

[23] Γρηγορίου Παλαμά, το ίδιο, σελ. 75.

[24] Το ίδιο, σελ. 75.

[25] Το ίδιο, σελ. 77.

[26] Το ίδιο, σσ. 79-81.

[27] Το ίδιο σελ. 85.

[28] Το ίδιο σελ. 105.

[29] Το ίδιο. Σελ. 107.

[30] Το ίδιο σσ. 123-125.

[31] Migne 160, 1993.

[32] Ι. Καρμίρης, Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεία τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας τόμος 1, εκδ. 2Αθήνα 1960 σελ. 425.

[33] Το ίδιο σελ. 428.

[34] Patrologia Orientalis, R. Graffin- F. Nau τόμος 17 αριθ. 2. Paris 1923.

[35] Patrologia Orientalis, το ίδιο, σ. 336.

[36] Το ίδιο σελ. 336.

[37] Το ίδιο σσ. 343-344.

[38] Το ίδιο σσ. 346-348.

[39] Ράλλη-Ποτλή , τόμος 2,  1852, σελ. 693-693.

[40] Κυρίλλου Ἀλεξανρείας, Πρός Ἰωάννην Ἀντιοχείας.

Υπό Τζιόμαλλου Αθανασίου

Μεταπτυχιακού Φοιτητή Κοινωνικής Θεολογίας Α.Π.Θ.

Πτυχ. Φιλοσοφίας Α.Π.Θ.

Η πολιτικοκοινωνική σκέψη του Μεγάλου Βασίλειου

Α. Βασικές θεωρήσεις του Μ. Βασιλείου

Θέμα της εργασίας αποτελεί η πολιτική και κοινωνική σκέψη του Μεγάλου Βασιλείου (330-379) επισκόπου Καισαρείας. Η εργασία θα διαρθρωθεί κυρίως με βάση δυο άξονες: α) ποια είναι η στάση του Βασιλείου απέναντι στη πολιτεία όσον αφορά θέματα πίστεως-δόγματος και β) την στάση του απέναντι στην πολιτεία όσον αφορά γενικά θέματα της πολιτείας, στα οποία αντιδρά π.χ. εξαιτίας υπερβολικών φόρων. Πριν περάσουμε στα κεφάλαια σχετικά με τη στάση του μεγάλου Βασιλείου απέναντι στην κοσμική εξουσία, πρέπει να δούμε κάποιες βασικές αρχές του αγίου που φαίνεται να προβάλλουν από την γενικότερη στάση του απέναντι σε αυτήν. Αρχικά θα γίνει λόγος για τις πολιτικές αρχές που αφορούν κυρίως τη θέση των αρχόντων και στη συνέχεια θα αναφερθούν κάποιες από τις κοινωνικές αρχές.

Α. 1. Πολιτικές αρχές

Κάτι που έχει σημασία να δούμε είναι η άποψη του Μ. Βασιλείου σχετικά με τον ρόλο της κοσμικής εξουσίας καθώς και τις αρμοδιότητές της. Κατά τη χριστιανική άποψη, αν και η τωρινή ζωή κρίνεται ιεραρχικά κατώτερη από την μετέπειτα ουράνια βασιλεία, δεν παύει να αποτελεί το διάστημα κατά το οποίο θα κερδηθεί η δεύτερη. Επομένως, η πορεία των πιστών κρίνεται εν μέρει από την κοινωνική συμβίωση μέσα σε μια πολιτεία και από τους φορείς της κοσμικής εξουσίας που μεριμνούν για την καλή λειτουργία του πολιτεύματος[1]. Επίσης, ο Μ. Βασίλειος αναγνωρίζει τον διαφορετικό ρόλο της εκκλησιαστικής και πολιτικής εξουσίας. Γι’ αυτό και αρνείται την εμπλοκή της πολιτείας στα εκκλησιαστικά πράγματα ή την προσπάθεια τους να εκμεταλλευτούν την εκκλησία για πολιτικές σκοπιμότητες[2]. Από την άλλη, προτρέπει τους πιστούς να υπακούν στην πολιτική εξουσία.

Σε έναν λόγο του σχετικά με την υπακοή, παραπέμποντας στη γνωστή επιστολή του αποστόλου Παύλου την Προς Ρωμαίους, σημειώνει ότι οι χριστιανοί πρέπει να υπακούν στην κοσμική εξουσία σύμφωνα με τον θείο νόμο. Στη συνέχεια συγκρίνει την υποταγή στον ασεβή άρχοντα με τον πνευματικό, λέγοντας ότι αν οφείλουν να υπακούν στον ασεβή άρχοντα, πόσο περισσότερο πρέπει να υπακούν στον πνευματικό[3]. Συγχρόνως, σπεύδει να επεξηγήσει, για να μην νομίσει κανείς ότι συμβουλεύει περισσότερη υπακοή στους ανθρώπους από ό,τι στον Θεό, υπογραμμίζοντας ότι αυτός που δέχεται αυτούς δέχεται τον ίδιο τον Χριστό[4]. Έτσι, ενώ φαινομενικά θεσμοθετεί την υπακοή στην εξουσία που διαθέτουν οι άνθρωποι, στην πραγματικότητα πρόκειται για την εναπόθεση της ελπίδας στον Θεό[5].

Σχετικά με τους φέροντας την κοσμική εξουσία εκφράζει ότι είναι ένα διακόνημα που έχει δοθεί σε αυτούς από τον Θεό «διὰ τὴν παρὰ Θεοῦ δεδομένην σοι δύναμιν»[6], «σύμπραξον κατὰ τὴν δύναμιν, ἥν ἔδωκέ σοι ὁ Χριστός»[7] και ότι με την βοήθεια του Θεού την έχουν «Δύνασαι γὰρ που, σὺν Θεῷ, τὰ τοιαῦτα καὶ δύνοιό γε έπὶ μήκιστον, οὕτω χρηστός ὤν»[8]. Οι αναφορές αυτές, που συχνά κάνει ο Βασίλειος όταν γράφει σε άρχοντες, είναι, επίσης, και μια υπενθύμιση ότι ο Θεός τα δίνει όλα και ότι από αυτόν έχουν τοποθετηθεί σε αυτήν τη θέση, για αυτό πρέπει να είναι τουλάχιστον δίκαιοι αν όχι θεοσεβείς. Στην ερμηνεία για το 32ο ψαλμό παραλληλίζει την φράση «οὐκ ἒστιν ἐξουσία εἰμὴ ὑπὸ Θεοῦ τεταγμένη» με την «οὔτε ὁ φυτεύων ἐστί τι οὔτε ὁ ποτίζων, ἀλλ᾿ ὁ αὐξάνων Θεός»[9], θέλοντας να δείξει ότι κατά τον ίδιο τρόπο που ο άρχοντας κατέχει την εξουσία με τον ίδιο τρόπο και ο γεωργός είναι αυτός που παράγει τους καρπούς, δηλαδή, και τα δυο τα δίνει ο Θεός και δεν υπάρχει κάτι που να μην έρχεται από Αυτόν[10]. Παράλληλα, σημειώνει ότι μέσα σε μια κοινωνία πρέπει να δείχνουμε την ίδια αγάπη σε όλους, ταυτόχρονα, όμως, «ἡ δὲ τιμή, κατὰ τὸ εὔλογον, ἐπὶ τῶν χρησιμωτέρων τὸ πλέον ἕξει»[11]. Σε μια άλλη επιστολή σημειώνει ότι διαφορετικά πρέπει να απευθύνεται κανείς στον άρχοντα από ό,τι σε κάποιον ιδιώτη, όπως, ακριβώς, κανείς διαφορετικά μιλάει σε κάποιον γιατρό από ό,τι σε κάποιον τυχαίο άνθρωπο[12]. Και σε αυτή την περίπτωση δεν πρόκειται για σεβασμό που απευθύνεται αποκλειστικά στον πολιτικό άρχοντα, αλλά σχετίζεται με την απόδοση τιμής στον καθένα για το λειτούργημα που υπηρετεί.

Αναφορικά με το αξίωμα των αρχόντων υπογραμμίζει, ότι έρχεται αναγκαστικά με κάποιες υποχρεώσεις. Σύμφωνα με αυτόν, υποχρέωση του άρχοντα είναι η προστασία και η εξυπηρέτηση των αναγκών των πολιτών. Παράλληλα, ο αληθινός ηγεμόνας πρέπει να είναι συμμέτοχος στις κακουχίες των συμπολιτών του και να φροντίζει να τις θεραπεύσει[13]. Δεν πρέπει να είναι σκληρός, ακόμα και με τους αντιπάλους του, και πρέπει να διαθέτει μεγαλοψυχία και συγχωρητικότητα[14]. Ενώ, το σπουδαιότερο γνώρισμα του άρχοντα, θεωρεί, ότι είναι η θεοσέβεια και η τήρηση των χριστιανικών παραδόσεων[15].

Ο Βασίλειος αναγνωρίζει και τις δυσκολίες που ενέχουν τα πολιτικά αξιώματα. Αρχικά, γιατί μπορεί να παρασυρθούν από την εξουσία και να μην υπηρετούν πλέον το αξίωμα όπως πρέπει, αλλά να ωφελούν μόνο τον εαυτό τους και τους φίλους τους. Επίσης, αναγνωρίζει και τις στεναχώριες που συχνά μπορεί να ακολουθούν και παρομοιάζει τους άρχοντες με τους γιατρούς, καθώς και οι δύο συχνά επιχειρώντας να βοηθήσουν κάποιον, εάν αποτύχουν, αυτοί θα κατηγορηθούν για τη συμφορά[16].

Α. 2. Κοινωνικές αρχές

Περνώντας στις κοινωνικές αρχές, σε αυτή την ενότητα θα δούμε κάποιες από αυτές και συγκεκριμένα τη θέση του απέναντι στη δικαιοσύνη, στην εργασία και τη δουλεία.

Ο Μ. Βασίλειος φαίνεται ότι διακατέχεται από μια κλασική άποψη της ελληνικής φιλοσοφίας για τη δικαιοσύνη· τη διάκριση σε φύσει και θέσει δικαιοσύνη. Η πρώτη έχει αιώνια αξία και σχετίζεται με τον νόμο του Θεού ενώ η δεύτερη με την δικαιοσύνη των διάφορων κρατών-κοινωνιών και υπόκειται σε εξέλιξη και αλλοίωση[17]. Σε μια ομιλία του ο Βασίλειος παρουσιάζει ακριβώς αυτήν τη διαφορετικότητα των νόμων μεταξύ των κοινωνιών αλλά και το άδικο που πολλές από αυτές έχουν θεσπίσει ως δίκαιο «Ἔνια μὲν γὰρ τῶν ἐθνῶν τὴν πατροφονίαν δικαίαν τίθενται· ἄλλα δὲ τῶν ἐθνῶν πάντα φόνον ὡς ἀνόσιον ἀποτρέπεται... Καὶ ὅλως πολλοὶ, ἀρχαίῳ ἔθει κεκρατημένοι, τὸ μυσαρὸν τῶν γινομένων οὐ διακρίνουσιν»[18]. Απέναντι σε αυτές τις διαφορετικές περιπτώσεις κοσμικής δικαιοσύνης ο Βασίλειος εκφράζει την άποψη ότι δικαιοσύνη είναι η απονομή του ίσου στον καθένα σύμφωνα με τις περιστάσεις[19] αλλά πραγματική δικαιοσύνη είναι μόνο ο Χριστός[20]. Έτσι, αφ’ ενός ο πιστός οφείλει να τηρεί και τους νόμους της πολιτείας αποδίδοντας έτσι δικαιοσύνη κατά τα κοσμικά πράγματα, αλλά, κυρίως, οφείλει να ασκήσει την αληθινή δικαιοσύνη εφαρμόζοντας πιστά τις εντολές του Χριστού· οι οποίες έχουν δοθεί πρωτίστως ως κατευθυντήριες γραμμές – που οδηγούν στην πνευματική τελείωση – και όχι ως απλούς νόμους, δηλαδή στο πλαίσιο παράβαση-τιμωρία, όπως συμβαίνει με τους ανθρώπινους νόμους[21]. Οι εντολές του θείου νόμου αποτελούν όλες ένα σύνολο οι οποίες ούτε αλλοιώνονται ούτε προσαρμόζονται στις περιστάσεις των εποχών[22]. Παρόλα αυτά, κάποιες εντολές μπορούν κατ’ οικονομία – εάν οι περιστάσεις το απαιτούν – να μην εφαρμοστούν κατά γράμμα, ενώ άλλες όχι. Σε αυτό το πλαίσιο ο Μ. Βασίλειος δεν επιδέχεται παρεκτροπή των εντολών, όταν πρόκειται για βασικά θέματα πίστεως, ενώ άλλες φορές επιδεικνύει ελαστικότητα.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η τοποθέτηση του Βασιλείου απέναντι στη εργασία – εν μέρει γιατί με βάση την ελληνική παιδεία που έλαβε θα έπρεπε να είχε διαφορετική στάση. Αν και κατά την ομηρική εποχή η σωματική εργασία τυγχάνει κάποιας εκτίμησης, φαίνεται ότι γενικότερα στον αρχαίο κόσμο συνδέθηκε με την δουλεία, πράγμα που υποδήλωνε την υποτίμησή τους. Από την άλλη, η ελευθερία θεωρούνταν ασυμβίβαστη με εργασίες τις οποίες αναλάμβαναν οι δούλοι – αρχικά μπορεί να ήταν χειρωνακτικές σταδιακά, όμως, αναλάμβαναν και άλλες όπως του γραμματικού κ.α.[23]

Ο Βασίλειος ακολουθώντας την διδασκαλία του Ιησού Χρηστού και των Αποστόλων θεωρεί την εργασία ως θείο θεσμό και ως νόμο ζωής[24]. Παράλληλα, την θεωρεί και ως μέσο αγωγής, υγείας, απόσπασης από τους πειρασμούς και καταπολέμησης της αργίας[25]. Κατά την ερμηνεία της εξαημέρου δημιουργίας δέχεται τη δημιουργία της κτίσεως από τον Θεό ως μια δυναμική πορεία «τότε ἀρξάμενον καὶ μέχρι νῦν ἐνεργοῦν»[26], συνδέοντας το δημιουργικό «πρόσταγμα» του Θεού που ενεργεί ακατάπαυστα στον κόσμο με τον άνθρωπο και την εργασία. Δηλαδή, με τον ίδιο τρόπο και ο άνθρωπος προικίστηκε με τα ανάλογα εφόδια για να εργάζεται συνέχεια – επίσης υποδηλώνει και την ανοδική πορεία του ανθρώπου – που στο τέλος θα δώσει λόγο στον Θεό για την καλή χρήση του χαρίσματος[27].

Σε μια επιστολή προς κάποιον φίλο του Γρηγόριο – που του ζητά πληροφορίες για τη πνευματική ζωή – τον προτρέπει να προσεύχεται μόλις σηκωθεί το πρωί και αφού βγει ο ήλιος να ξεκινά την εργασία του, συνοδεύοντάς την παράλληλα με προσευχή[28]. Από αυτή τη συμβουλή βλέπουμε ότι την εργασία τη θεωρεί απαραίτητη, η οποία πρέπει να συνοδεύεται με προσευχή. Αν και σε αυτήν την περίπτωση, που προτείνει την εργασία με το ξεκίνημα της ημέρας, αναφέρεται σε μοναχό, αυτό δεν έχει διαφορά και για τον άτομο που ζει μέσα στην κοινωνία. Μάλιστα, δείχνει περισσότερο την σημασία που αποδίδει στην εργασία, γιατί διαφορετικά σε μοναχό θα πρότεινε μόνο προσευχή.

Βέβαια, αν και αποδίδει μεγάλη σημασία και ωφέλεια στην εργασία πουθενά δεν γίνεται λόγος της εργασίας ως αυτοσκοπού. Πρώτον, γιατί πάντοτε προτιμά την μεσότητα (την απόδοση του πρέπον στο κάθε πράγμα). Γι’ αυτό προτείνει και την εβδομαδιαία ανάπαυση της Κυριακής – κατά το πρότυπο της Α. Γραφής – αλλά και την εναλλαγή εργασίας και προσευχής. Δεύτερον, γιατί η επιτυχία των ανθρώπινων προσπαθειών έγκειται στην ευλογία του Θεού, έτσι η εργασία λαμβάνει σχετική αξία[29]. Αποφεύγοντας έτσι τη προοπτική υπερεκτίμησης της εργασίας και εναπόθεσης της πίστης μόνο στις δυνατότητες του ανθρώπου[30]. Όταν ο άνθρωπος εναποθέτει την ελπίδα του μόνο στην εργασία, είτε του ίδιου του εαυτού είτε  κάποιου συνανθρώπου του, αποτελεί, κατά τον Βασίλειο, αποστασία από τον Θεό[31].

Πηγαίνοντας παραπέρα βλέπουμε την υγιή στάση απέναντι στην εργασία και την προσευχή που προτείνει ο ιεράρχης. Σε σχετική ερώτηση για το αν πρέπει εξαιτίας της προσευχής να αμελούν την εργασία, ο Βασίλειος απαντώντας λέει ότι θεωρεί τον ζήλο σε κάθε εργασία δεδομένο καθώς ο εργάτης θα ανταμειφθεί μέσο αυτού, είτε πρόκειται για κοσμικά είτε για θεία πράγματα[32]. Αλλά, όπως σημειώνει, δεν πρέπει να βρίσκουμε αφορμές για να αμελούμε την εργασία χάριν της προσευχής νομίζοντας ότι κάνουμε κάτι καλύτερο[33]. Γιατί, η εργασία δεν είναι απαραίτητη μόνο για τη νέκρωση του σώματος, αλλά και γιατί έτσι δείχνουμε την αγάπη προς τον συνάνθρωπό μας. Την κοινωνική πλευρά της εργασίας την τονίζει και σε άλλη περίπτωση. Επισημαίνει ότι αυτός που εργάζεται δεν πρέπει να το κάνει με σκοπό την ικανοποίηση των δικών του συμφερόντων αλλά, κυρίως, για την ανακούφιση των συνανθρώπων του και ο Θεός θα δώσει σε αυτόν που έδωσε στον συνάνθρωπό του.[34] Αλλά και αυτοί που δεν θέλουν να εργάζονται με βάση αυτό τον σκοπό, τους το επιτρέπει καθώς είναι καλύτερο να δουλεύουν για το εαυτό τους παρά να μην δουλεύουν καθόλου[35]. Τέλος, σε έναν άλλο λόγο του καταδικάζει την πρόφαση εργασίας για την αποφυγή της προσευχής[36].

Όπως είπαμε η εργασία είχε συνδεθεί έντονα με την δουλεία, η οποία αποτελεί ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα της εποχής του. Αν και ο Βασίλειος ακολουθεί πιστά το κήρυγμα του αποστόλου Παύλου, ότι πρέπει να υπακούμε στις εξουσίες – επομένως και ο δούλος στον αφέντη –, αναπτύσσει περισσότερο την σκέψη του[37]. Εκφράζει την άποψη ότι η δουλεία είναι μια μη φυσική κατάσταση και ότι κανένας δεν είναι δούλος από τη δική του φύση[38]. Εξηγεί ότι διάφοροι παράγοντες μπορεί να συνετέλεσαν στο να γίνει κάποιος δούλος (π.χ. αιχμαλωσία, φτώχια κ.α.), χωρίς να δηλώνει κάτι πραγματικό παρά μόνο μια προσωρινή κοινωνική κατάσταση και όπως λέει ο ίδιος «ὅτι παρὰ μὲν ἀνθρώποις τῇ φύσει δοῦλος οὐδείς»[39]. Κατά τον Μ. Βασίλειο πρόκειται για μια φυσική ισοτιμία που υπάρχει μεταξύ των ανθρώπων – άσχετα με το αν λέγεται ο ένας δεσπότης και ο άλλος δούλος – και ενώ μεταξύ μας είμαστε ίσοι και εκ φύσεως ελεύθεροι, ως κτίσματα του Θεού είμαστε όλοι ομόδουλοι[40].

Όσον αφορά στη θέση του δούλων, εκεί διατυπώνει την άποψη ότι πρέπει να υπακούν στους αφέντες τους. Για αυτό και συμβουλεύει, για τους δούλους που έχουν δραπετεύσει από τους αφέντες τους και κατέφυγαν στα μοναστήρια, αφού τους νουθετήσουν οι μοναχοί να τους αποπέμπουν πίσω στους αφέντες τους[41]. Ωστόσο, στην περίπτωση που ο αφέντης του δούλου δεν είναι θεοσεβής και του ζητάει να παραβεί τις εντολές του Χριστού, προτείνει είτε να καταρτήσουν τον δούλο ώστε να μπορεί να υπομένει τις αδικίες του άρχοντα είτε να τον δεχτούν στο μοναστήρι δεχόμενοι και αυτοί τις επιπτώσεις[42].

Βασικός άξονας της σκέψης του Βασιλείου είναι η κατάκτηση της βασιλείας των ουρανών, γι’ αυτό και τις περισσότερες φορές προτείνει την υποταγή του δούλου. Πρώτον, γιατί υπομένοντας την εξουσία του άρχοντα και ζώντας με τις εντολές του Χριστού θα καταστεί άξιος κληρονόμος του παραδείσου. Δεύτερον, γιατί η προσπάθεια του δούλου να ελευθερωθεί μπορεί να τον οδηγήσει σε μεγαλύτερους κινδύνους (φυσικούς και πνευματικούς)[43].

Βλέπουμε ότι ο Βασίλειος διακατέχεται πλήρως και σε βάθος από το κήρυγμα του Ιησού, συγχρόνως, αναπτύσσει περισσότερο την σκέψη προς την ίδια κατεύθυνση. Επίσης, παρατηρούμε ότι πέρα από αυτό που διατυπώνει ως σωστό και πρέπον απέναντι προς τον Θεό και στον συνάνθρωπο δίνει και την κατ’ οικονομία περίπτωση. Σε αρκετές περιπτώσεις, έχοντας ξεκάθαρη επίγνωση της κοινωνίας στην οποία ζει, δεν διατυπώνει ουτοπικές λύσεις και εντολές, αλλά πραγματικές, που μπορούν να εφαρμοστούν και από τους λιγότερο πρόθυμους.

Β. Η στάση του απέναντι στη σχέση χριστιανικής πίστης και πολιτείας

Σε αυτό το μέρος θα εξετάσουμε μερικά παραδείγματα, που αφορούν στη στάση του Μ. Βασιλείου απέναντι στην πολιτική εξουσία, τα οποία σχετίζονται με θέματα χριστιανικού δόγματος.

Ας δούμε μια περίπτωση κατά την οποία ο Βασίλειος ζητά να σταματήσει μια πρακτική της πολιτείας, επειδή αποβαίνει ζημιογόνα για τις ψυχές των χριστιανών. Ο Βασίλειος το 372 στέλνει μια επιστολή στον προϊστάμενο την φορολογικής υπηρεσίας της Καππαδοκίας με αίτημα να σταματήσει η επιβολή του όρκου στους αγρότες. Φαίνεται, ότι οι φοροεισπράκτορες είχαν συνήθεια να βάζουν τους αγρότες να ορκίζονται ότι δεν έκρυψαν κάποιο προϊόν με σκοπό να αποφύγουν επιπλέον φορολογία. Ο ιεράρχης τονίζει ότι πολλάκις έχει διαμαρτυρηθεί για αυτή την πρακτική και ότι πρέπει να σταματήσουν να επιβάλλουν με αυτόν τον τρόπο τον θάνατο στις ψυχές των ανθρώπων. Σημειώνει ότι πρέπει να σκεφτούν έναν άλλο τρόπο, έτσι, ώστε, να αφήνουν τους ανθρώπους να διατηρούν άτρωτη την ψυχή τους[44]. Αλλά και με τον όρκο δεν θα έχουν το αποτέλεσμα που επιθυμούν από τους αγρότες (δηλ. ότι θα πουν την αλήθεια), γιατί, όπως λέει, άπαξ και προσλάβουν στην ψυχή τους ένα τέτοιο κακό πλέον το σκέφτονται σαν ευκαιρία απάτης. Τέλος, κλείνει λέγοντας ότι πρέπει να σταματήσουν να παραβιάζουν τον νόμο του Θεού χωρίς λόγο[45].

Μέσα από αυτή την επιστολή ξεπροβάλλει η αντίθεση κοσμικής και χριστιανικής πολιτείας. Αφ’ ενός έχουμε την πλευρά των φοροεισπρακτόρων (συνεπώς της πολιτείας) που προσπαθεί με κάθε δυνατό τρόπο να συλλέξει τους φόρους επιστρατεύοντας σε αυτή την περίπτωση την πρακτική που όρκου και αφ’ ετέρου τον θείο νόμο που απαγορεύει την επιορκία. Ο Βασίλειος σε αυτήν την περίπτωση είναι αντίθετος και, όπως φαίνεται, συνεχώς καταβάλλει προσπάθειες για να σταματήσει αυτόν τον νόμο της πολιτείας.

Ένα άλλο παράδειγμα, που ίσως είναι το πιο γνωστό περιστατικό αντιπαράθεσης του Μ. Βασιλείου με την κοσμική εξουσία, είναι η συνάντησή του με τον ύπαρχο Μόδεστο[46]. Το περιστατικό μας το διασώζει ο αγ. Γρηγόριος ο Νανζιαζηνός (329-390) στον επικήδειό του λόγο για τον Μέγα Βασίλειο. Λίγο πολύ το γεγονός είναι γνωστό, ωστόσο, αξίζει να σταθούμε σε κάποια χωρία χαρακτηριστικά για το θέμα μας.

Στο διάλογο ο ύπαρχος ρωτά τον Βασίλειο πώς τολμάει να μην πιστεύει ό,τι και ο αυτοκράτορας, επίσης, εάν οι διαταγές του φαίνονται σαν τίποτα ή εάν θεωρεί σημαντικό το να τους έχει με το μέρος του. Ο Βασίλειος θα απαντήσει ότι αναγνωρίζει την εξουσία τους και τη σέβεται, όπως και να τους έχει φίλους το θεωρεί σημαντικό, δεν τους θεωρεί όμως σπουδαιότερους από την πίστη στο Θεό[47]. Στην συνέχεια του διαλόγου στις απειλές του Μόδεστου σχετικά με την δήμευση της περιουσίας, τα βασανηστήρια, τον θάνατο κ.α. ο Βασίλειος μένει αμετακίνητος στην πίστη του. Αφ’ ενός γιατί έτσι και αλλιώς, όπως λέει, αυτά για τους χριστιανούς έχουν μικρότερη αξία και αφ’ ετέρου γιατί δεν μπορεί να συμβιβαστεί με το ασεβές δόγμα του αυτοκράτορα[48].

Όπως και με την προηγούμενη περίπτωση, έτσι και εδώ, ο Βασίλειος όχι απλώς δεν δέχεται να συμβιβαστεί με τις προσταγές τις κοσμικής εξουσίας – μάλιστα σε θέμα που αφορά εξ άπαντος την πίστη των χριστιανών – αλλά προτίθεται να δώσει και την ζωή του για την πίστη του. Έτσι προκύπτει μια φαινομενική αντίφαση, από την μία λέει και δείχνει να περιφρονεί την εξουσία και τις εντολές τής (όσον αφορά θέματα πίστεως) και από την άλλη υποστηρίζει ότι την αναγνωρίζει και την σέβεται. Πάντως, και στις δύο περιπτώσεις, πέρα από την θεωρητική διατύπωση έχουμε και την πρακτική· για την πρώτη περίπτωση το είδαμε ήδη.

Ας δούμε και ένα παράδειγμα αρχικά για την περίπτωση την αναγνώρισης της κοσμικής εξουσίας. Το 372 στάλθηκε εντολή στο Βασίλειο προκειμένου να μεταβεί στην περιοχή της Μικράς Αρμενίας και, μαζί τον Θεόδοτο, να εκλέξουν επίσκοπο για την περιοχή. Σε αυτήν τη προσταγή της κοσμικής εξουσίας (η οποία έρχεται από ένα αιρετικό αυτοκράτορα) ο Βασίλειος φαίνεται ότι πειθαρχεί με προθυμία και πηγαίνει να πράξει αυτό που του ανέθεσαν, ακόμα και αν τελικά δεν κατάφερε να πετύχει τον σκοπό του, όπως αναφέρει[49]. Η υπακοή στην κοσμική εντολή, αρχικά φαίνεται ως αναγνώριση της εξουσίας ακόμα και σε θέματα που μπορεί να μην την αφοράν πλήρως. Ωστόσο, ο Βασίλειος δέχεται την εντολή από τους άρχοντες για διάφορους λόγους. Αρχικά, γιατί η περιοχή που του ανατέθηκαν ανήκε στη πνευματική του δικαιοδοσία ως επισκόπου Καισαρείας και επομένως δεν μπορούσε να αδιαφορήσει. Επίσης, ήλπιζε ότι με την αποδοχή της εντολής του Ουάλη ίσως να μείωνε την εχθρότητα του εναντίον των ορθοδόξων, ενώ παράλληλα απέφευγε την σύγκρουση με την αυτοκρατορική εντολή. Βασικό κριτήριο της συμπεριφοράς του είναι το γενικό συμφέρον της Εκκλησίας[50].

Για τον σεβασμό απέναντι στους άρχοντες, πέρα από το γενικότερο πνεύμα σεβασμού που προβάλει μέσα από τις επιστολές του, είναι χαρακτηριστικό και το εξής περιστατικό. Μετά την συνάντηση του Βασιλείου με τον ύπαρχο Μόδεστο φαίνεται ότι ανέπτυξαν φιλία, ωστόσο, ο Βασίλειος δίσταζε (από σεβασμό για την θέση που κατείχε ο Μόδεστος) να του γράφει επιστολές απευθείας και αρχικά είχε ζητήσει να μεσολαβήσει κάποιος φίλος του[51]. Κατόπιν ο Μόδεστος τον πληροφορεί ότι μπορεί να του γράφει χωρίς δισταγμό, πράγμα που κάνει[52].

Βλέποντας αυτά τα παραδείγματα μπορούμε να καταλήξουμε σε κάποια συμπεράσματα. Πρώτον, ότι σε θέματα πίστεως οι κοσμικοί άρχοντες οφείλουν να έχουν μικρή εμπλοκή καθώς έχουν τοποθετηθεί σε άλλο διακόνημα από τον Θεό και δεν πρέπει να κάνουν κατάχρηση της εξουσίας τους παρεμβαίνοντας σε θέματα άσχετα με την ιδιότητά τους. Επίσης, φαίνεται ότι αναγνωρίζει την εξουσία και τις αποδίδει πραγματικό σεβασμό, ακόμα και στην περίπτωση που αυτή είναι αιρετική, και δεν συγκρούεται με αυτή εάν δεν συντρέχει σοβαρός λόγος. Δεύτερον, βλέποντας το παράδειγμα με τον ύπαρχο, παρατηρούμε ότι σε θέματα δόγματος μια είναι η αλήθεια και δεν μπορεί να αλλάξει από καμία εξουσία (σε αυτή την περίπτωση κοσμική). Ακόμα, στο πρώτο παράδειγμα σχετικά με τον όρκο των χριστιανών ο ιεράρχης αν και δεν δέχεται ως σωστό τον νόμο και καταβάλει προσπάθεια για να αλλάξει, παρ’ όλα αυτά, υπάρχει κατανόηση της κατάστασης – στα πλαίσια της διαλεκτικής των θείων και κοσμικών νόμων – και δεν έχει την απόλυτη στάση που έχει στην περίπτωση με τον Μόδεστο. Τέλος, φαίνεται ακόμα και να δέχεται την κοσμική εξουσία να του ορίζει τυχόν ποιμαντικά καθήκοντα χωρίς να αντιδρά, μέχρι το σημείο, όμως, που δεν αποβαίνει (η εκάστοτε εντολή) επιζήμια για την Εκκλησία.

Γ. Στάση σε γενικά θέματα της πολιτείας

Στο τελευταίο μέρος θα εξετάσουμε σύντομα τη στάση του Βασιλείου απέναντι σε γενικά θέματα που αφορούν κυρίως την κοινωνία αλλά και την πολιτεία, δίνοντας και εξηγώντας μερικά παραδείγματα. Την στάση του Βασιλείου απέναντι στην πολιτεία για διάφορα θέματα που απασχολούν την κοινωνία (που μπορεί να μην σχετίζονται άμεσα με την ιδιότητά του) θα την χαρακτηρίζαμε ως κοινωνική δραστηριότητα. Ο ιεράρχης δεν κάνει κάτι διαφορετικό από αυτό που η χριστιανική Εκκλησία διδάσκει, στο πλαίσιο της αγάπης προς τον συνάνθρωπο και της αμοιβαίας εκτίμησης προς το κάθε πρόσωπο,[53] κινείται προς την υποταγή των ατομικών συμφερόντων έναντι της κοινωνίας και την απώθηση του άκρατου ατομισμού με την εναπόθεση της ελπίδας στο Θεό. Μάλιστα, στον Μ. Βασίλειο αυτή η διδασκαλία – η εγκατάλειψη της ατομοκεντρικής αρχής προς μια περισσότερο κοινωνική – εμφανίζεται πιο έντονη από άλλους πατέρες της Εκκλησίας[54].

Αυτή η κοινωνική δράση του έχει τις ρίζες της σε συγκεκριμένες πεποιθήσεις,[55] σχετικά με την αποστολή και την σκοπό που πρέπει να έχει ένας κληρικός, ιδιαίτερα ένας επίσκοπος. Στην κηδεία του επισκόπου Νεοκαισαρείας Μουσώνιου εκθέτει μερικές από αυτές τις αρχές. Ο επίσκοπος πρέπει να είναι καλός θεολόγος, πατέρας για του νέους και συνοδοιπόρος για τους συνομηλίκους του, ηγέτης ανάμεσα στους ηγέτες, προστάτης του λαού και βοηθός για αυτούς που το έχουν ανάγκη[56]. Επομένως, ο εκκλησιαστικός άνδρας, σχεδόν ως φυσικό επακόλουθο, καλείται να αναλάβει και άλλα καθήκοντα πέρα από τα αμιγώς εκκλησιαστικά. Έτσι, συχνά μπορεί να είναι διαμεσολαβητής ή υπερασπιστής της πόλης του ή της περιοχής του αναλαμβάνοντας μια ιδιότητα που κάποιος άλλος εξέχων πολίτης δεν θέλησε ή δεν μπόρεσε να αναλάβει[57].

Ένα από τα γεγονότα που εξώθησαν τον Βασίλειο να αναλάβει ευρεία κοινωνική δράση ήταν ο λιμός του 368/9 στην Καισάρεια. Φαίνεται ότι τον προηγούμενο χρόνο οι ακραίες καιρικές συνθήκες (έντονο ψύχος και τους επόμενους μήνες ξηρασία) οδήγησαν σε καταστροφή της αγροτικής παραγωγής στην περιοχή. Πράγμα που οδήγησε σε δυσκολία ανεύρεσης αγαθών και στην αύξηση των τιμών. Πάντως, φαίνεται ότι πρόκειται για μια κρίση η οποία εκτείνεται και κατά τα επόμενα, περίπου μέχρι το 372[58]. Στην δράση του Βασιλείου, κατά την διάρκεια του λιμού, αναφέρεται και ο αγ. Γρηγόριος στον επικήδειο του λόγου για τον Βασίλειο. Ο Ναζιανζηνός σημειώνει από τη μια την απληστία αυτών που θέλησαν να εκμεταλλευτούν την κατάσταση και να πλουτίσουν περισσότερο, κρατώντας τα τρόφιμα και διαθέτοντάς τα σε υψηλή τιμή, και από την άλλη την προσπάθεια του Βασιλείου για ανακούφιση όλων των φτωχών-πεινασμένων· διοργανώνοντας συσσίτια, παρακαλώντας τους πλουσίους να ανοίξουν τις αποθήκες και διάφορες άλλες ενέργειες[59]. Επίσης, και από τα γραπτά του Βασιλείου (διάφορες επιστολές ή ομιλίες του) εξάγουμε πληροφορίες για την δράση του, που αναφέρονται σ’ αυτήν του την προσπάθεια[60].

Μία από τις ομιλίες που εκφωνήθηκε πιθανώς το 368, η οποία σκοπό είχε από τη μια να παραμυθήσει το ποίμνιό του και από τη άλλη να ευαισθητοποιήσει τους πλούσιους, είναι η ομιλία ρηθεῖσα ἐν λιμῷ καὶ αὐχμῷ[61]. Σ’ αυτήν αναφέρεται στις ιδιαίτερες καιρικές συνθήκες (ψύχος, ανομβρία, ξηρασία κ.α.) που προκάλεσαν τον λιμό και σημειώνει ότι εξαιτίας της αμαρτίας και της αμέλειας μετανοίας ο Θεός παραχωρεί αυτά χάριν παιδαγωγίας, κατά την οποία πρέπει να φανούν δυνατοί και να μην επιτιμήσουν τον Θεό[62]. Καλεί τους πάντες να δώσουν ο καθένας ό,τι έχει στον φτωχότερο από αυτόν, προτιμώντας όχι το ατομικό αλλά το κοινωνικό καλό[63]. Μέμφεται αυτούς που αποθησαυρίζουν μόνο για τον εαυτό τους είτε πλούτο είτε αγαθά, τους οποίους θεωρεί σκληρότερους από τα άλογα ζώα[64]. Αλλά, ακόμα και για αυτούς που τους κεντρίζει η πλεονεξία και δυσκολεύονται  να δώσουν, τους προτρέπει να δώσουν μόνο ένα μέρος[65]. Μέσα από την ομιλία προβάλει η αρχή του ιεράρχη σχετικά με την κοινοκτημοσύνη, κατά παρόμοιο τρόπο με τις πρώτες χριστιανικές κοινότητες. Ακριβώς επειδή όλα δημιουργήθηκαν και όλα προέρχονται από τον Θεό η αποκλειστική κυριότητα δεν μπορεί να ανήκει σε κανέναν άνθρωπο. Οι άνθρωποι μπορούν να έχουν μόνο ως δώρα το κάθε τι από το Θεό και παράλληλα την διαχείρισή τους. Έτσι, κάθε προσπάθεια ιδιοποίησης αγαθών βρίσκεται αντίθετη με το χριστιανικό πνεύμα ενώ παράλληλα αποτελεί σφετερισμό ξένης περιουσίας (του Θεού)[66]. Όπως φαίνεται ο ιεράρχης, μέσα από την ομιλία του – αλλά και γενικά τις ομιλίες του – επιχειρεί να διδάξει στους πιστούς το πνεύμα της ανιδιοκτησίας και του κοινωνισμού των αγαθών[67]. Άλλες δυο ομιλίες του Βασιλείου έχουν ένα παρόμοιο περιεχόμενο, που προβάλει ιδιαίτερα και η κοινωνική οργάνωση, η ομιλία Καθελῶ μου τᾶς άποθήκας[68] και η ομιλία Πρὸς τούς Πλουτούντας[69].

Εκκινώντας κάτω από αυτές τις συνθήκες την κοινωνική δράση σταδιακά θα διαθέσει όλη την περιουσία του στο να βοηθήσει φτωχούς, άρρωστους, ορφανά, ταξιδιώτες κ.α. Έτσι, θα αρχίσει σταδιακά να οικοδομεί μια σειρά από κτίρια όπως πτωχοκομείο, νοσοκομείο, ορφανοτροφείο κ.α., προκειμένου να βοηθήσει τους συνανθρώπους του ιδιαίτερα αυτούς που βρίσκονται σε δύσκολη θέση, τα οποία αργότερα ως συγκρότημα θα ονομασθούν «Βασιλειάδα»[70]. Βέβαια, κάποιοι θα αντιδράσουν στις ενέργειές του αυτές, κατηγορώντας τον για παράνομη ανέγερση κτιρίων. Αν και, όπως φαίνεται, ο Βασίλειος πέρα από την υποστήριξη του λαού είχε και το ελεύθερο από τον αυτοκράτορα Ουάλη[71].

Εκτός από την κοινωνική μέριμνα που ανέπτυξε στην περιοχή του, παράλληλα δεν θα διστάσει να μεσιτεύσει και για μια σειρά από άλλα κοινωνικά και καθημερινά θέματα. Συνομιλώντας με ένα ευρύ δίκτυο αρχόντων, οι οποίοι μπορεί να είναι από τοπικοί άρχοντες μέχρι ανώτατους αξιωματούχους της αυτοκρατορίας,[72] θα προσπαθήσει να διαμεσολαβήσει για διάφορες υποθέσεις.

Έτσι, όταν κάποιοι κρατικοί υπάλληλοι κατάσχεσαν με την βία το σιτάρι του «αδελφού Δωρόθεου» το οποίο ήταν μόλις ακριβώς για την συντήρησή του, ο Βασίλειος γράφει στο έπαρχο Καππαδοκίας ζητώντας να αποκατασταθεί η αδικία με την επιστροφή του σίτου[73]. Σε άλλη του επιστολή ζητά από τον Μόδεστο να γίνει ελαφρότερη η φορολογία αυτών που δουλεύουν στα ορυχεία του Ταύρου, αφ’ ενός γιατί οι ίδιοι δυσκολεύονται πολύ και αφ’ ετέρου γιατί συμφέρει στο κράτος να έχει μακροχρόνιους φορολογούμενους παρά να τους επιβάλει υπερβολική φορολογία οδηγώντας τους στην καταστροφή[74].

Αλλά ενίοτε και σε θέματα διοικητικά αντιδρούσε, τα οποία θεωρούσε ότι και κάποιο καλύτερο σκοπό δεν εξυπηρετούσαν αλλά και σε βάρος της Εκκλησίας ήτανε. Το 371 ο αυτοκράτορας Ουάλης διαίρεσε την επαρχία της Καππαδοκίας σε δυο πλέον επαρχίες μειώνοντας έτσι την πολιτική και εκκλησιαστική δύναμη των εκάστοτε αρχόντων, ιδιαίτερα του Μ. Βασιλείου. Ο Βασίλειος στέλνει επιστολή το ίδιο έτος διαμαρτυρόμενος για αυτή την διαίρεση, η οποία προκάλεσε πολλές δυσκολίες στους κατοίκους και επιπλέον φορολογία[75]. Παράλληλα, φαίνεται ότι άλλαξε και η φορολογία για τους κληρικούς και πλέον φορολογούνταν οι πρεσβύτεροι και οι διάκονοι και εξαιρούνταν μόνο οι γεροντικής ηλικίας. Ο Βασίλειος στέλνει επιστολή προκειμένου να μην ισχύσει η νέα πρακτική και να διατηρηθεί η παλιά που άφηνε τους κληρικούς αφορολόγητους[76].

Κινώντας να ερμηνεύσουν οι ιστορικοί την τόσο επιτυχημένη κοινωνική δράση του Βασιλείου θέτουν ως θεμέλιο την προϊστορία της οικογένειας του. Ερχόμενος από μια πλούσια και αναγνωρισμένη οικογένεια της περιοχής με τις διασυνδέσεις της, βοήθησαν στο να μορφωθεί, να αναγνωριστεί και να εφαρμόσει τις αρχές μιας αριστοκρατικής οικογένειας συνδυάζοντάς την παράλληλα με την εκκλησιαστική του δράση[77]. Ωστόσο, όπως σημειώνει ο Ι. Καραγιαννόπουλος, βλέποντας την στάση και την ζωή του Βασιλείου στο σύνολό της, εν τέλει τίθεται το θέμα εάν μπορούμε να εξηγήσουμε με τέτοιους όρους την επιτυχία του, καθώς όλα αυτά τα είχε απορρίψει[78]. Η μόνη απάντηση της επιτυχημένης κοινωνικής του δράσης, την οποία δίνει, είναι ότι αυτή οφείλεται στην επιμονή του χαρακτήρα του και στην συνολική και ολοκληρωτική αποδοχή-υιοθεσία των χριστιανικών αρχών τις οποίες επεξεργάστηκε περεταίρω και κήρυσσε[79].

Δ. Επίλογος

Στο πρώτο μέρος εξετάσαμε συνοπτικά κάποιες από τις γενικές αρχές του Βασιλείου. Βασικό γνώρισμα του είναι η κατανόηση του κηρύγματος του Ιησού και των Αποστόλων και η εφαρμογή των θείων εντολών. Αυτό φαίνεται στη θέση του για την πολιτική εξουσία την οποία δέχεται ως δεδομένη από τον Θεό αλλά, όπως είδαμε, μέσα στο πλαίσιο ότι όλα πηγάζουν από τον Θεό. Ωστόσο, της αποδίδει ιδιαίτερη τιμή καθώς το λειτούργημα της είναι μεγάλο, που έχει πολλές υποχρεώσεις τις οποίες υπενθυμίζει στους άρχοντες. Και στις κοινωνικές αρχές παραμένει πιστός στις διδαχές του Ιησού και των Αποστόλων, τις οποίες αναπτύσσει προς την ίδια κατεύθυνση και προσαρμόζει στην κοινωνία του. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η τοποθέτησή του απέναντι στην δουλεία και στην εργασία, όπου και για τις δυο περιπτώσεις έρχεται σε αντιπαράθεση με την καθιερωμένη αντίληψη της εποχής του. Χωρίς ενδοιασμό διατυπώνει ότι η δουλεία είναι μια μη φυσική κατάσταση και ότι όλοι είμαστε ίσοι. Ενώ, για την εργασία δεν τις αποδίδει απλά σημαντική θέση αλλά την εντάσσει μέσα στο πλαίσιο της προσφοράς αγάπης για τον συνάνθρωπο.

Στο συνέχεια παρατέθηκαν κάποια παραδείγματα από τη δράση του όσον αφορά στη σχέση χριστιανικού δόγματος και πολιτείας. Σε θέματα πίστεως οι κοσμικοί άρχοντες οφείλουν να έχουν μικρή έως καθόλου εμπλοκή. Ο Βασίλειος αναγνωρίζει την κοσμική εξουσία και τις αποδίδει σεβασμό και δεν συγκρούεται με αυτή εάν δεν συντρέχει σοβαρός λόγος, όπως είδαμε μέσα από τα παραδείγματα. Βασικός άξονάς του είναι το γενικότερο συμφέρον της Εκκλησίας, χωρίς να παρεκκλίνει από το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα.

Στο τελευταίο μέρος είδαμε τη στάση του Βασιλείου απέναντι σε γενικά θέματα που αφορούν κυρίως την κοινωνία. Πριν ακόμα γίνει επίσκοπος της περιοχής ο Βασίλειος θα αναπτύξει κοινωνική δραστηριότητα με σκοπό την ανακούφιση των συνανθρώπων του. Έτσι, αρχίζει να οικοδομεί διάφορα κτίρια (νοσοκομεία, πτωχοκομεία κ.α.), την μετέπειτα λεγόμενη Βασιλειάδα, η οποία αποτελεί μοναδική πρωτοπορία της εποχής του και κατόπιν θα επηρεάζει το Βυζάντιο αλλά και τις περιοχές έξω από αυτό. Εκτός από αυτού του είδους κοινωνικής δράσης θα επέμβει και σε άλλα ζητήματα όπως φορολογίας αλλά και διοικητικά (τα οποία επηρεάζουν την περιοχή του). Πάντα με σκοπό την βοήθεια των συνανθρώπων του και με απώτερη βλέψη την απόκτηση της Βασιλείας των ουρανών τόσο για τον ίδιο όσο και για τους πιστούς.

[1] Γαλιγαλίδου, Κ., Δικαιοσύνη θεία και ανθρώπινη κατά τον Μέγα Βασίλειο, Διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη 2008, σ. 84.

[2] Γαλιγαρίδου, Δικαιοσύνη Θεία και Ανθρώπινη, ό.π., σ. 86.

[3] PG 31, 1401c-1404A.

[4] PG 31, 1404B-C.

[5] PG 31, 1405B «Κρίνας γὰρ ἅπαξ ὑπακούειν Θεῷ ούκ έσκόπει τί έπ’ αύτῲ οίκονομεῖ ὁ Θεός, αλλ’ ὅπως αὐτός άκριβεστάτην καὶ ἀνεπίληπτον τὴν ὑπακοήν είσενέγκηται».

[6] PG 32, 452B (επιστολή 76).

[7] PG 32, 520A (επιστ. 109).

[8] PG 32, 492A (επιστ. 96).

[9] Κορινθίους Α΄, 3:7.

[10] PG 29, 344C-345A (Ομιλία στον 32ο ψαλμό)· Πρβλ. Ρωμαίους 13:1. Επίσης βλ. Μπουγάτσου Ν. Θ., Κοινωνική Διδασκαλία των Πατέρων, Ανθολόγιο πατερικών κειμένων, τόμος Α΄, Αθήνα 19882, σ. 198.

[11] PG 31 885A (Λόγος ασκητικός).

[12] PG 32 461C-464A (επιστ. 84).

[13] Γαλιγαρίδου, Δικαιοσύνη Θεία και Ανθρώπινη, ό.π., σ. 85.

[14] Γαλιγαρίδου, Δικαιοσύνη Θεία και Ανθρώπινη, ό.π., σ. 85-86.

[15] PG 32, 492B (επιστ. 96)· PG 32, 840A-B (επιστ. 225).

[16] PG 32, 1041D-1044A (επιστ. 299).

[17] Μποζίνη, Κ., «Ἡ δικαιοσύνη κατά τον “χρυσοῦν αἰώνα” τῆς Ἐκκλησίας. Πτυχές μίας ἀρχαιοελληνικής ἀρετῆς στόν Ἰω. Χρυσόστομο καί στούς Καππαδόκες», στο: Ζουμπουλάκης, Σ., (επίμ.), Δικαιοσύνη και Δίκαιο, 5 Συναντήσεις, Αθήνα 2018 (181-217), σ. 199.

[18] PG 31, 401D (Ομιλία εις την αρχήν των Παροιμιών).

[19] PG 31, 401D-PG 32, 404A «ἔστι δὲ δικαιοσύνη, ἡ μὲν τὶς ἐν ἡμῖν στρεφομένη, ἡ τοῦ ἴσου διανομή».

[20] PG 31 404C.

[21] Γαλιγαλίδου, Δικαιοσύνη θεία και ανθρώπινη, ό.π., σσ. 76, 83.

[22] Γαλιγαρίδου, Δικαιοσύνη Θεία και Ανθρώπινη, ο.π., σ. 80.

[23] Μπρατσίωτου, Π., Η εργασία κατά τους Τρεις Ιεράρχας, Αθήνα 1958, σσ. 8-9.

[24] Μπρατσίωτου, Η εργασία, ό.π., σσ. 12-13.

[25] Μπρατσίωτου, Η εργασία, ό.π., σ. 14.

[26] PG 29, 189B (Εις την Εξαήμερο, Ομιλία Θ΄).

[27] Μπρατσίωτου, Η εργασία, ό.π., σ. 13.

[28] PG 32, 225D-228A (επιστ. 2) «Εἶτα ἡλίου καθαρῶς λάμψαντος ἐπ' ἔργα τρεπόμενον, πανταχοῦ αὐτῷ τῆς εὐχῆς συμπαρούσης, καὶ τῶν ὕμνων ὥσπερ ἅλατι παραρτύειν τὰς ἐργασίας;».

[29] Μπρατσίωτου, Η εργασία, ό.π., σσ. 16-17.

[30] Την ίδια στάση έχει και απέναντι στην ιατρική. Ο Βασίλειος θεωρεί την ιατρική  δωρεά του Θεού για την ανακούφιση των συνανθρώπων και όντας και ο ίδιος γιατρός την έχει σε μεγάλη εκτίμηση. Ωστόσο, σημειώνει ότι δεν πρέπει να εναποθέτουμε όλη μας την ελπίδα σ’ αυτή αλλά ούτε και να την απορρίπτουμε τελείως. Συμβουλεύει να εμπιστευόμαστε αυτόν που γνωρίζει την ιατρική και να προσευχόμαστε στον Θεό να μας σώσει. Βλ. Μπουγάτσου , Κοινωνική Διδασκαλία, ό.π., σσ. 236-237.

[31] PG 31, 1025C-1028A.

[32] PG 31, 1009C (Λζ΄ ερώτ.).

[33] PG 31, 1009C (Λζ΄ ερώτ.) «Οὐ γὰρ πρόφασιν ἀργίας, οὐδὲ ἀπο φυγὴν πόνου τὸν τῆς εὐσεβείας σκοπὸν ἡγεῖσθαι χρὴ, ἀλλὰ ὑπόθεσιν ἀθλήσεως, καὶ πόνων περισσοτέρων, καὶ ὑπομονῆς τῆς ἐν θλίψεσιν».

[34] Μια παρόμοια στάση διατυπώνει και στην ομιλία του σχετικά με αυτούς που διαθέτουν πλούτο. Ο πλούτος δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για τον περίτεχνο ιματισμό, καθώς και ένα απλό ρούχο είναι αρκετό, ούτε για την υπερκάλυψη της τροφής κάποιου, καθώς και το ψωμί είναι αρκετό για να χορτάσει η κοιλία. Αλλά πρέπει να τον χρησιμοποιεί για την βοήθεια των συνανθρώπων του, καθώς αυτός που τον αποθηκεύει δεν έχει, ενώ αυτός που τον μοιράζεται δεν θα τον χάσει. Με απλά λόγια προκρίνει τον κοινωνισμού του πλούτο έναντι της ιδιοποίησής του βλ. Tsitsanoudis-Mallidis, Ν., Stergioulis, Ch., «Rhetorical Texts of the 4th Century A.D. about Wealth and Its Loss», American Journal of Educational Research, 2:10, 2014 (955-962) σ. 957-958.

[35] PG 31, 1025A-B (Μβ΄ ερώτ.). Επίσης βλ. Μπουγάτσου, Κοινωνική Διδασκαλία, ό.π., σ. 234.

[36] Βλ. Μπρατσίωτου, Η εργασία, ό.π., σ. 18.

[37] Μπουγάτσου, Κοινωνική Διδασκαλία, ό.π., σ. 223.

[38] Karayannopoulos, I., «Basil’s social activity. Principles and Praxis», στο: Fedwick, P. J., & Basil, S. (επιμ.), Basil of Caesarea, Christian, humanist, ascetic: A sixteen-hundredth anniversary symposium. Τορόντο1981, (375-391), σ. 385.

[39] PG 32, 160D-161A (Κ΄ κεφάλαιο).

[40] PG 32, 161B (Κ΄ κεφάλαιο). «Ὤστε κἄν ὁ μὲν δεσπότης, ὀ δὲ οίκέτης λέγηται, ἀλλ’ οὖν πάντες καὶ κατὰ τὴν πρὸς ἀλλήλους ὁμοτιμίαν, καὶ ὡς κτήματα τοῦ πεποιηκότος ἡμᾶς, ὁμόδουλοι».

[41] PG 31, 948A (ερώτ. 11).

[42] PG 31, 948B-C (ερώτ. 11). Φαίνεται ότι πολλοί δούλοι κατέφευγαν στα μοναστήρια ζητώντας να τους δεχθούν, έχοντας αποδράσει από τους αφέντες τους, πράγμα που δημιουργούσε προβλήματα μεταξύ αρχόντων και μοναστηριών.

[43] Karayannopoulos, Basil’s social activity, σσ. 385-386.

[44] PG 32, 465A (επιστ. 85).

[45] PG 32, 465A-B (επιστ. 85).

[46] Για τις σχετικές πηγές, εκτός από την αναφορά του Γρηγορίου, βλ. Karayannopoulos, Basil’s social activity, ό.π., σ. 384.

[47] PG 36, 557C-560B (Λόγος επιτάφιος στον Μέγα Βασίλειο).

[48] PG 36, 560D-561A (Λόγος επιτάφιος στον Μέγα Βασίλειο).

[49] PG 32, 497B-D (επιστ. 99).

[50] Βάλρας, Μ., «Ο Μέγας Βασίλειος και η Κοσμική εξουσία», Λόγος που εκφωνήθηκε στις 30 Ιανουαρίου 1985 στην αίθουσα τελετών της σχολής (ανωτάτη βιομηχανική Σχολή Θεσσαλονίκης), Θεσσαλονίκη 1985, σ. 11.

[51]  PG 32, 520B (επιστ. 110) «Κατεῖχεν ἡ πρὸς τὸ ὑπερέχον αἰδώς, εὐλαβούμενον μήποτε νομισθῶ ἀμέτρως ἐμφορεῖσθαι τῆς παρρησίας».

[52] PG 32, 520B (επιστ. 110) «Νῦν δὲ ὁμοῦ μὲν καὶ τὸ λαβεῖν τὴν ἐξουσίαν τοῦ ἐπιστέλλειν παρὰ τῆς ἀπαραβλήτου σου μεγαλοφυΐας».

[53] Βλ. PG 31 885C (Λόγος ασκητικός).

[54] Στεφανίδου Δ., «Ο κοινωνισμός των Πατέρων της Εκκλησίας», Το κοινωνικό πρόβλημα και ο Χριστιανισμός. Εισηγήσεις και Πορίσματα του Χριστιανικού Κοινωνικού Κύκλου, Σειρά Πρώτη, Αθήνα 1951, (155-179), σσ. 155, 157.

[55] Πηγή αυτών των πεποιθήσεων – που προκύπτουν από την χριστιανική διδασκαλία – είναι η ανθρώπινη αλληλεγγύη, η αυταπάρνηση και η αγάπη προς τον πλησίον που, κατά τον αγ. Βασίλειο, βρίσκουν καλύτερη πραγμάτωση στην κοινοκτημοσύνη των αγαθών (πνευματικών και υλικών). Βλ. Στεφανίδης, Ο κοινωνισμός των Πατέρων της Εκκλησίας, ό.π., σ. 170.

[56] Karayannopoulos, Basil’s social activity, ό.π., σ. 376.

[57] Karayannopoulos, Basil’s social activity, ό.π., σσ. 376-377.

[58] Holman, S., The Hungry are Dying: Beggars and Bishops in Roman Cappadocia. Oxford 2001, σσ. 68-69.

[59] PG 36, 541C-544B (Επιτάφιος στον Μέγα Βασίλειο). Επίσης βλ. Holman, The Hungry are Dying, ό.π., σσ.65-66· Kōnstantelos, Basil the Great's, ό.π., σ. 85.

[60] Βλ. Holman, The Hungry are Dying, ό.π., σ. 73.

[61] Holman, The Hungry are Dying, ό.π., σσ. 76-77.

[62] PG 31, 317B-C (Ομιλία Εν λιμώ και Αυχμώ) «Ἐπὶ σαυτοῦ καὶ τῶν σῶν λογισμῶν γενοῦ, ἄνθρωπε· μὴ ποίει τὰ τῶν ἀνοήτων παίδων, οἳ, παρὰ διδασκάλου ἐπιτιμηθέντες, τὰς δέλτους ἐκείνου καταῤῥηγνύουσι· πατρὸς δὲ, δι' ὠφέλειαν τὴν τροφὴν ὑπερθεμένου, τὴν ἐσθῆτα κατασπαράττουσιν, ἢ τὸ τῆς μητρὸς πρόσωπον τοῖς ὄνυξι καταξαίνουσι».

[63] PG 31, 320C.

[64] PG 31, 325A. «Μὴ φανῶμεν οἱ λογικοὶ τῶν ἀλόγων ὠμότεροι. Ἐκεῖνα γὰρ τοῖς ἐκ τῆς γῆς φυομένοις παρὰ τῆς φύσεως ὡς κοινῇ κέχρηνται». Επίσης βλ. Μπουγάτσου, Κοινωνική Διδασκαλία, ό.π., σσ. 215-216.

[65] PG 31, 325C-D. «Εἰ μὴ θελήσῃς τὰ πάντα δοῦναι τῇ κρείττονι, μέρισον γοῦν ἐξ ἴσης τῇ τε ἀκολάστῳ παιδὶ καὶ τῇ σώφρονι».».

[66] Νικολαϊδου, Σ., «Εισήγησις: Ο Κοινωνισμός των Πατέρων», Το κοινωνικό πρόβλημα και ο Χριστιανισμός. Εισηγήσεις και Πορίσματα του Χριστιανικού Κοινωνικού Κύκλου, Σειρά Πρώτη, Αθήνα 1951, (121-154), σσ. 124-125.

[67] Η κοινοκτημοσύνη αναφέρετε τόσο σε υλικά όσο και σε πνευματικά αγαθά. Βλ. Μπουγάτσου, Κοινωνική Διδασκαλία, ό.π, σ. 224.

[68] Βλ. Holman, The Hungry are Dying, ό.π., σσ. 102-104. PG 31, 261.

[69] Βλ. Holman, The Hungry are Dying, ό.π., σσ. 104-106· Tsitsanoudis-Stergioulis, Rhetorical Texts, ό.π., σσ. 957-959. PG 31, 277.

[70] Kōnstantelos, Basil the Great's, ό.π., σ. 86· Νικολαϊδου, Ο Κοινωνισμός των Πατέρων, ό.π., σσ. 138-139.

[71] PG 32, 488A-B (επιστ. 94). Ο Βασίλειος με αυτή την επιστολή απαντάει στο διοικητή της Καππαδοκίας Ηλία, σχετικά με τις κατηγορίες εναντίον του για την υποτιθέμενη παράνομη ανέγερση οικοδομημάτων (ξενώνες, νοσοκομεία κ.α.). Επίσης, από αυτήν προκύπτει ότι είχε το ελεύθερο από τον αυτοκράτορα να πράξει κάτι τέτοιο.

[72] Karayannopoulos, Basil’s social activity, ό.π., σ. 378.

[73] PG 32, 465Α-Β (επιστ. 86).

[74] PG 32, 520B-C (επιστ. 110).

[75] PG 32, 444Β-449Α (επιστ. 74).

[76] PG 32, 509B-511B (επιστ. 104)

[77] Karayannopoulos, Basil’s social activity, ό.π., σσ. 379-380.

[78] Karayannopoulos, Basil’s social activity, ό.π., σ. 383.

[79] Karayannopoulos, Basil’s social activity, ό.π., σ. 384.

 

 

Υπό Τζιόμαλλου Αθανασίου

Μεταπτυχιακού Φοιτητή Κοινωνικής Θεολογίας Α.Π.Θ.

Πτυχ. Φιλοσοφίας Α.Π.Θ.

Η Πορεία του Αρειανισμού πριν και μετά τη Β΄ Οικουμενική Σύνοδο

 

Α. Εισαγωγή

Θέμα της εργασίας αυτής αποτελεί η πορεία του αρειανισμού πριν αλλά και μετά τη Β΄ οικουμενική σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη το 381. Κατά τα χρόνια μετά το 325 και μέχρι το 381 ο αρειανισμός θα αναπτυχθεί σε Ανατολή και Δύση με κύριο θέατρο αντιπαραθέσεων το ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας. Η Β΄ οικουμενική σύνοδος αποτελεί σημείο καμπής γιατί με αυτήν θεωρούμε το τέλος του αρειανισμού στη Ανατολή, ενώ στη Δύση η τροπή του αρειανισμού, μετά το 381, υπήρξε διαφορετική. Ο αρειανισμός, αν και καταδικάστηκε ήδη από την Α΄ οικουμενική σύνοδο της Νίκαιας το 325, ωστόσο, επανήλθε και μάλιστα κατάφερε να επικρατήσει, φτάνοντας να ανακηρυχθεί επίσημο δόγμα του κράτους.

Στο πρώτο μέρος, που αφορά στα χρόνια πριν το 381, θα εξεταστούν παράλληλα δύο βασικές πτυχές. Η πρώτη πτυχή αφορά στη πορεία του αρειανισμού τόσο σε ιστορικό επίπεδο (συμβούλια, γεγονότα, πρόσωπα κ.α.) όσο και σε επίπεδο εξέλιξης των θέσεων του Αρείου, δηλαδή τη διάσπασή του σε διαφορετικές παρατάξεις, οι οποίες άλλες ήταν πιο κοντά στις θέσεις του Αρείου ενώ άλλες όχι[1]. Η δεύτερη πτυχή σχετίζεται με τις περιστάσεις που βοήθησαν στην επικράτηση ή στην συρρίκνωση του αρειανισμού. Βασικός τέτοιος παράγοντας ήταν η αυτοκρατορική εξουσία, η οποία είτε επειδή ήθελε να επιτύχει την εσωτερική ειρήνη της αυτοκρατορίας είτε εξαιτίας των προσωπικών της πεποιθήσεων, προκάλεσε έντονες διαμάχες. Έτσι, όπως θα δούμε, η ευνοϊκή στάση απέναντι στον αρειανισμό – κυρίως στην Ανατολή – οδήγησε στην θεωρικά, τουλάχιστον, επικράτησή του.

Στο δεύτερο μέρος θα δούμε την Β΄ οικουμενική σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη (381) και την πορεία του αρειανισμού μετά από αυτήν. Η σύνοδος του 381 θα εξεταστεί μόνο από την πλευρά που αφορά τον αρειανισμό, δηλαδή κατά πόσο αυτή συγκλήθηκε για την καταδίκη του αρειανισμού και τη σημασία της για αυτόν. Μετά το 381 ο αρειανισμός δεν θα απασχολήσει την Ανατολή σε μεγάλο βαθμό και σταδιακά θα εκλείψει. Ένα άλλο μέρος θα αφορά στην επιβίωση του αρειανισμού στον δυτικό κόσμο. Διάφορα γεγονότα θα συμβάλουν σε αυτό· η είσοδος και η σταδιακή κατάκτηση του δυτικού τμήματος της αυτοκρατορίας από φυλές που είχαν ασπαστεί τον αρειανισμό νωρίτερα, ήταν ένας από τους σημαντικότερους λόγους.

Β. Ο Αρειανισμός πριν τη Β΄ Οικουμενική

i) Η Επιστροφή του Αρείου

Μετά από την σύγκληση της Α΄ οικουμενικής συνόδου στη Νίκαια το 325, όπου καταδικάστηκε η αίρεση του αρειανισμού και όσων δεν συμφώνησαν με τις θέσεις της συνόδου και τη νίκη της ορθοδοξίας, ως αποτέλεσμα θα περιμέναμε την σταδιακή υποχώρηση του αρειανισμού. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν συνέβη – μάλλον το αντίθετο αποτέλεσμα είχε – και οι έριδες μεταξύ των ορθοδόξων αναζωπυρώθηκαν.

Καίριο ρόλο έπαιξε η σύγχυση που προκλήθηκε από την αλλαγή της στάσης του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Α΄[2]. Αν και αρχικά φάνηκε ότι θα επέβαλε την καταδίκη του αρειανισμού – όπως υποδήλωνε η εξορία που επέβαλε και στους επισκόπους που φιλοξένησαν τον Άρειο και τους οπαδούς τους[3] – τελικά αυτή του η στάση κάμφθηκε γρήγορα και σταδιακά ακολούθησε μια πολιτική προς την αποκατάσταση του Αρειανισμού. Μάλλον κύριο μέλημά του ήταν η ειρήνη στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας και όχι αναγκαστικά η αποκατάσταση του Αρείου. Ρόλο στην μεταστροφή του θα πρέπει να έπαιξε τόσο η αυτοκρατορική αυλή όσο και το κοντινό συγγενικό του περιβάλλον[4]. Ένας άλλος λόγος πρέπει να ήταν η μη καταδίκη του προσώπου του Αρείου, αλλά μόνο της αιρέσεως και αυτών που την ακολουθούν, από την Α΄ οικουμενική σύνοδο. Κάτι τέτοιο δεν θεωρήθηκε αναγκαίο γιατί είχαν προηγηθεί άλλες σύνοδοι που τον είχαν καταδικάσει  (Αλεξάνδρειας και Αντιοχείας)[5].

Έτσι, λοιπόν, ο Κωνσταντίνος κάλεσε, σχετικά γρήγορα, από την εξορία τους δυο επισκόπους Ευσέβειο Νικομήδειας και Νικαίας Θέογνι και τους αποκατάστησε στις επισκοπές τους, κατά το έτος 327[6]. Επίσης, φαίνεται ότι κάλεσε τον Άρειο από την εξορία κατά το έτος 327, για να παρουσιαστεί στο δικαστήριο και αφού τον ανάγκασε σε μία απολογία πίστεως που δεν θα περιείχε τουλάχιστον τις καταδικασμένες θέσεις της Νίκαιας, αποκατέστησε την εκκλησιαστική κοινωνία του το επόμενο έτος, πράγμα που έθετε ως άμεσο ζήτημα και την πραγματική αποκατάστασή του στην εκκλησία της Αλεξάνδρειας[7].

Ακόμα, θα πρέπει να είδε ότι το εκκλησιαστικό κλίμα δεν βρήκε ειρήνη, καθώς η διαμάχη συνεχίστηκε και μάλιστα μια σειρά από επισκόπους, που πρωτοστάτησαν στη σύνοδο της Νίκαιας, εξορίστηκαν ή αντικαταστάθηκαν[8]· οι αρειανόφρονες πέτυχαν να καταδικάσουν τον Ευστάθιο Αντιοχείας με τη σύνοδο της Αντιοχείας (μάλλον το 326) που τον αντικατέστησε ο αρειανός Ευσέβιος Νικομήδειας. Επίσης, την ίδια περίοδο εκδιώχθηκε ο επίσκοπος της Γάζας Ασκληπάς (που είχε παραβρεθεί στη σύνοδο του 325), αργότερα ο Μαρκέλλος Αγκύρας και άλλοι[9]. Στο στόχαστρο βρέθηκε και ο θρόνος της Αλεξάνδρειας, θέση κλειδί για την εδραίωση των αρειανών. Μετά την άρνηση του  Αθανασίου να δεχθεί τον Άρειο σε κοινωνία, ο αυτοκράτορας τον απείλησε με εκδίωξη[10]. Τη κατάσταση επιδείνωσε η σύμπραξη σε ένα μέτωπο, κατά του Αθανασίου, των Μελετιανών, Κολλουθιανών και Αρειανών. Ιδιαίτερα μετά το 330 τόσο οι ενέργειες των αντιπάλων του (αντικανονικές χειροτονίες) όσο και οι κατηγορίες εναντίον του Αθανασίου τον ανάγκασαν να μετέβη στην Κωνσταντινούπολη το 331/2, για να απολογηθεί, όπως και δικαιώθηκε από τον αυτοκράτορα[11].

Ωστόσο, γρήγορα η στάση του Κωνσταντίνου και πάλι θα αλλάξει. Επί τη ευκαιρία του εορτασμού της τριακοστής επετείου της βασιλείας του Κωνσταντίνου και τα δέκα χρόνια από την σύνοδο της Νίκαιας, οι αρειανοί πίεσαν τον αυτοκράτορα για σύγκληση συνόδου όπου θα επιλυόταν οι διαφορές. Επίσης, μόλις είχε ολοκληρωθεί ο ναός της Αναστάσεως στο Ιεροσόλυμα και θα γινόταν τα εγκαίνια, όπου θα παραβρίσκονταν πολλοί επίσκοποι. Έτσι, συγκλήθηκε το 335 στη Τύρο σύνοδος,  στην οποία τελικά καταδικάζεται ο Αθανάσιος και εξορίζεται στα Τρέβηρα της Γαλλίας. Μετά την καταδίκη του Αθανασίου διέκοψαν το συμβούλιο στη Τύρο και το μετέφεραν στο Ιεροσόλυμα, όπου προβάλλοντας την ομολογία που είχε κάνει ο Άρειος το 327 και η οποία ήταν δεκτή από τον Κωνσταντίνο, προέβησαν στην αποκατάσταση της κοινωνίας του Αρείου με το σώμα της Εκκλησίας. Παρά ταύτα, τα σχέδιά τους ανατράπηκαν από τον αιφνίδιο θάνατο του Αρείου το 336[12]. Ακόμα, οι αρειανοί τον ίδιο χρόνο πέτυχαν να εκθρονίσουν και τον Μαρκέλλο Αγκύρας, κατηγορώντας τον για Σεβελλιανισμό. Έτσι έχοντας εκθρονίσει από τους δυο μεγάλους επισκοπικούς θρόνους (Αλεξανδρείας, Αντιοχείας) τους υποστηριχτές της Νίκαιας απέκτησαν τον έλεγχο των εκκλησιαστικών πραγμάτων[13].

Το 337 πεθαίνει ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος και το κράτος μοιράστηκε μεταξύ του Κωνσταντίνου Β΄ (337-340) που διοικεί τις περιοχές Βρετανία, Γαλατία και Ισπανία,  του Κώνστα (337-350) Παννονία, Δακία, Ιταλία, Αφρική και του Κωνστάντιου Β΄ (337-361) Θράκη, Πόντος και Ασία. Όμως, από το 340 ο Κώνστας έμεινε ο κυρίαρχος της Δύσης – νίκησε τον Κωνσταντίνο Β΄ σε μάχη –, ενώ ο Κωνστάντιος της Ανατολής[14].

ii) Διαμάχη Δύσης–Ανατολής

Μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου Α΄ οι τρείς γιοί του ανέλαβαν την εξουσία και μία από τις πρώτες ενέργειές τους ήταν η επαναφορά των εξόριστων, πράγμα που δημιούργησε διαμάχες. Μετά την επιστροφή του Αθανασίου στην Αλεξάνδρεια οι αρειανοί έστειλαν επιστολή στο επίσκοπο Ρώμης να δεχθεί τις αποφάσεις των συνόδων Τύρου και Ιεροσολύμων[15]. Το 338 έγινε σύνοδο στην Αλεξάνδρεια, όπου αποκατέστησαν τον Αθανάσιο στο θρόνο, κατήγγειλαν τις συνόδους της Τύρου και Ιεροσολύμων, συνέταξαν κείμενο και το απέστειλαν στο Πάπα Ρώμης[16]. Ωστόσο, το 339 με προτροπή των αρειανών ο Κωνστάντιος Β΄ συγκάλεσε σύνοδο στην Αντιόχεια, η οποία καταδίκασε τον Αθανάσιο, τον Μαρκέλλο και άλλους νικαϊκούς επισκόπους. Επιπλέον, εξέλεξε νέους επισκόπους στις επισκοπές· στην Κωνσταντινούπολη απομακρύνθηκε ο Παύλος και μπήκε ο Ευσέβιος Νικομηδείας, ενώ στην Αλεξάνδρεια ο Γρηγόριος Καππαδόκης[17]. Ο πάπας Ιούλιος έστειλε επιστολή προς τη σύνοδο της Αντιοχείας για σύγκληση κοινής συνόδου στη Ρώμη για επίλυση των θεμάτων, ο ίδιος δεν έβρισκε κάτι μεμπτό στο Αθανάσιο και τους άλλους επισκόπους. Έτσι – παρά την απουσία των αρειανών επισκόπων – πραγματοποιήθηκε σύνοδος στη Ρώμη το 340 η οποία αθώωσε τον Αθανάσιο και τον Μαρκέλλο Αγκύρας (υπέβαλε ορθόδοξη ομολογία στη σύνοδο), πλην, όμως, οι επίσκοποι δεν επέστρεψαν στις επισκοπές τους[18].

Στην Ανατολή οι αρειανοί, αφού έλαβαν την επιστολή του πάπα με τα σχετικά της συνόδου του 340, αποφάσισαν να κάνουν νέα σύνοδο στην Αντιόχεια το 341 – επί τη ευκαιρία των εγκαινίων της εκκλησίας που έκτισε ο Κωνστάντιος – όπου συνέταξαν νέο σύμβολο πίστεως κατά το πρότυπο της Νίκαιας[19]. Το σύμβολο της συνόδου έχει σημασία, γιατί με αυτό ο αρειανισμός αποκτά νέα δυναμική. Αυτό οφείλεται τόσο στο γεγονός ότι «μήτε τοὺς τὰ Ἀρείου φρονοῦντας, μήτε τοὺς ἑπομένους τῇ ἐν Νικαίᾳ συνόδῳ δύνασθαι τῇ συντάξει τῶν ῤημάτων ἐπισκήπτειν, ὡς ἀγνώστων ταῖς ἰεραῖς γραφαῖς[20]», αλλά και στην καθ’ εαυτή σύνταξη ομολογίας πίστεως. Επίσης, προσπαθεί να παρακάμψει το σύμβολο της Νίκαιας προβάλλοντας αυτό της Αντιόχειας ως μια νέα οικουμενική ομολογία[21].

Σε αυτό το σημείο, νομίζω, για την καλύτερη κατανόηση της σύνταξης νέων συμβόλων αλλά και της γενικότερης διαμάχης, είναι απαραίτητο να δούμε πως ο αρειανισμός εξελίχθηκε, πράγμα που έκανε προσιτή και μια άλλη θεολογία, όχι απαραίτητα ορθόδοξη ή αρειανική – τουλάχιστον όπως αυτή καταδικάστηκε στην Α΄ οικουμενική σύνοδο.

Έτσι, λοιπόν, υπήρχε η μερίδα των Ομοίων, δηλαδή, ο κύριος πυρήνας του αρειανισμού που έμενε πιστός στον πεποιθήσεις του Άρειου. Αυτοί υποστήριζαν ότι ο υιός είναι κτίσμα και γέννημα της βουλήσεως του Πατέρας και η σχέση του είναι αυτή της ομοιότητας, απέρριπταν τον όρο ουσία γιατί δεν αναφερόταν στη Αγία Γραφή. Κύριοι υποστηριχτές αυτής της τάσης ήταν ο Ευσέβιος Νικομήδειας, Ευσέβιος Καισαρείας, Ουλφίλας, Αυξέντιος Μεδιολάνων όπως και ο αυτοκράτορας Κωνστάντιος. Μετά τον θάνατο του Ευσέβιου Καισαρείας (340) την θέση ως ηγέτη πήρε ο Ακάκιος Καισαρείας. Η δεύτερη μερίδα ήταν οι Ομοιουσιανοί, οι λεγόμενοι μετριοπαθείς αρειανοί. Αυτοί αν και απέρριπταν τις ακραίες θέσεις του Αρείου, είχανε δυσκολία να δεχθούν τον όρο ομοούσιο, γιατί δεν αναφερόταν στις Γραφές και υποστήριζαν ότι ο Υιός έχει τα πάντα όμοια με τον Πατέρα. Κύριος εκφραστής τους, μετά το 341, αναδείχθηκε ο Βασίλειος Αγκύρας[22]. Αυτές οι δύο ομάδες κατάφεραν να βρούνε κοινή βάση στο συμβούλιο της Αντιόχειας του 341, συντάσσοντας ένα σύμβολο που θα ικανοποιούσε και τις δυο πλευρές.

Το 341 ο θάνατος του Ευσεβίου Νικομηδείας – φαίνεται ότι συνένωνε τους αρειανούς σε ένα κοινό μέτωπο – άνοιξε τις προοπτικές για μια συμφιλίωση ανάμεσα σε ανατολή και δύση. Επιπλέον, οι επίσκοποι της Δύσης είχαν δεχθεί σε κοινωνία του καταδικασμένους νικαϊκούς επισκόπους της Ανατολής[23] και πίεζαν τον Κώνστα για μια κοινή σύνοδο μεταξύ των αυτοκρατόρων. Κατόπιν συνεννοήσεως των αυτοκρατόρων, αποφασίστηκε η σύγκληση κοινής συνόδου στη Σαρδική (όριο μεταξύ των τμημάτων διοικήσεώς τους) το 343, για την επίτευξη της ειρήνης[24].

Στη σύνοδο οι αρειανόφρονες πρόβαλαν, ως αίτημα για την συμμετοχή τους, την αναγνώριση των προηγούμενων αρειανικών συνόδων, επομένως και την αναγνώριση της καταδίκης των επισκόπων (Μ. Αθανάσιος, Μαρκέλλος Α., Ασκληπάς Γ. κ.α.)[25]. Η άρνηση των υπολοίπων, για μια εκ των προτέρων αποδοχή των αποφάσεων των αρειανικών συνόδων, οδήγησε τους αρειανόφρονες να αποχωρίσουν και να συγκαλέσουν μόνοι τους σύνοδο στη Φιλιππούπολη. Εκεί επιβεβαίωσαν την καταδίκη των επισκόπων, επιπλέον καταδίκασαν και αυτούς που τους δέχτηκαν σε κοινωνία (Ιούλιο, Κορδούη και άλλους)[26].

Από την άλλη οι δυτικοί πατέρες συνέχισαν τη σύνοδο. Σε αυτήν συνέταξαν κανόνες, επικύρωσαν το σύμβολο της Νίκαιας. Η σύνοδος και οι αποφάσεις της έγιναν δεκτές από το δυτικό τμήμα[27]. Εν τέλει η σύνοδος της Σαρδικής δεν πραγματοποίησε τον σκοπό της σύγκλησή της, αλλά μάλλον διεύρυνε το χάσμα Ανατολής και Δύσης[28].

Μετά την αποτυχημένη κοινή σύνοδο του 343 υπάρχουν μερικά γεγονότα που δείχνουν ότι τελικά μπορούσε να βρεθεί μια λύση και να υπάρξει ειρήνευση στη εκκλησία. Το ένα από αυτά είναι η σύνοδος της Αντιόχειας του 344. Στο Ανατολικό τμήμα η αρειανοί συγκάλεσαν σύνοδο το 344 στη Αντιόχεια η οποία, καθαίρεσε τον Αντιοχείας Στέφανο και έβαλε τον Λεόντιο και συνέταξε κείμενο το λεγόμενο «μακρόστιχος έκθεση». Αυτή περιλάμβανε το τέταρτο σύμβολο της Αντιόχειας του 341, τους αναθεματισμούς της Νίκαιας του 325 και την καταδίκη της διδασκαλίας του Μαρκέλλου Αγκύρας και του μαθητή του Φωτεινού,  και τον σεβελλιανών γενικά[29]. Φαίνεται, προς στιγμής, μια μερίδα των αρειανών να μην επιμένουν τόσο στις ακραίες αρειανικές θέσεις τους.

Ένα άλλο γεγονός είναι η αποκατάσταση του Αθανασίου στον επισκοπικό του θρόνο. Φαίνεται ότι η κατάσταση μεταξύ των αυτοκρατόρων, μετά την αποτυχία την κοινής συνόδου στη Σαρδική, ήταν ιδιαίτερα τεταμένη, ώστε να γράφει ο Κώνστας στο Κωνστάντιο «ἤ δέχεσθαι τοὺς περὶ Παῦλον καὶ Ἀθανάσιον ἐν τῇ οίκείᾳ τάξει, καὶ ἀποδιδόναι αὐτοῖς τάς ἐκκλησίας, ἤ μὴ ποιοῦντα τοῦτο ὲχθρόν τὲ εἶναι καὶ προσδέχεσθαι πόλεμον[30]». Με τον θάνατο του αρειανού Γρηγορίου Αλεξάνδρειας το 345, ο Κωνστάντιος γράφει στον Αθανάσιο να επιστέψει στο θρόνο του. Ο Αθανάσιος επέστεψε στην Αλεξάνδρεια περίπου το 346/47, αφού πρώτα επισκέφτηκε τον Κωνστάντιο στη Αντιόχεια, και γίνεται δεκτός με ενθουσιασμό από τον λαό. Επιπλέον, οι αρειανοί δεν αντέδρασαν στη επιστροφή του, μάλιστα σε σύνοδο του 346 στα Ιεροσόλυμα επιβεβαίωσαν την αποκατάστασή του στον θρόνο[31]. Τέλος, σε μία σύνοδο που έγινε το 347 στο Μιλάνο, δυο δυτικοί αρειανοί επίσκοποι καταδίκασαν τον Φωτεινό για σεβελλιανισμό, συνέταξαν αντιαρειανική ομολογία πίστεως και την απέστειλαν στον πάπα Ίουλο, αναγνωρίζοντας παράλληλα την δικαιοδοσία του στη Δύση[32].

iii) Η Επικράτηση του Αρειανισμού

Περί το 350 στη δύση εμφανίστηκε, ως σφετεριστής του θρόνου, ο ικανότατος στρατιωτικός Μαγνέντιος Αυγουστίνος. Κατάφερε να νικήσει το 350 τον Κώνστα, αφήνοντας μονοκράτορα τον Κωνστάντιο Β΄. Ο Κωνστάντιος έπειτα από τρία χρόνια κατάφερε να νικήσει τον Μαγνέντιο. Ωστόσο, η μονοκρατορία του σημαίνει πλέον ότι μπορεί να επιβάλλει τις απόψεις του σε ανατολή και δύση· πράγμα που θα οδηγήσει σε έντονη διαμάχη ή μάλλον σε μια επικράτηση του αρειανισμού[33].

Πέρα από την αυτοκρατορική εξουσία, ένας άλλος παράγοντας που βοήθησε στη ανάπτυξη του, ήταν η πολυδιάσπαση της αρειανικής πτέρυγας σε παρατάξεις και η ανάδυση, από το 350 κ.ε., μιας νέας ακραίας αρειανικής θεολογίας (ανόμοιοι). Αυτοί υποστήριζαν ότι ο Υιός είναι ανόμοιος με τον Πατέρα. Κύριοι ηγέτες της ήταν ο Αέτιος και ο μαθητής του Ευνόμιος[34]. Ο χωρισμός των αρειανών σε διάφορες ομάδες, άλλες με ακραίες θέσεις και άλλες με λιγότερο ακραίες, δημιουργούσε πρόβλημα στην αντιμετώπισή τους, ως ένα ενιαίο μέτωπο[35].

Το 351 έγινε σύνοδος στο Σίρμιο – εκεί βρισκόταν ο αυτοκράτορας πολεμώντας το Μαγνέντιο –, η οποία καταδίκασε τον Φωτεινό και τον αντικατέστησε με τον Γερμίνιο. Σημαντικό υπήρξε το γεγονός ότι συνέταξαν νέο σύμβολο πίστεως, προσπαθώντας να παρακάμψουν αυτό της Νίκαιας. Καταδίκασαν τις ακραίες θέσεις του αρειανισμού, στη σύνοδο κυριάρχησαν οι ημιαρειανοί (Βασίλειος Αγκύρας), και συνέταξαν κείμενο με βάση το τέταρτο σύμβολο της Αντιόχειας (341), αλλά και αυτό της Αντιοχείας του 344. Η σύνοδος αυτή σηματοδοτεί την αρχή της προσπάθειας του Κωνστάντιου να επιβάλει τις απόψεις του στη δύση μέσα από μια σειρά συμβουλίων – όπως ήταν η σύνοδος στην Αλεράτη (353) και του Μιλάνου (355)[36] – το οποίο και τελικά κατορθώνει[37].

Ο Κωνστάντιος το 357 συγκάλεσε σύνοδο στο Σίρμιο, στην οποία κυριάρχησαν οι Όμοιοι. Εξέδωσαν σύμβολο στο οποίο, τόνιζαν την υποταγή του υιού στον πατέρα και την απαγόρευση των όρων ὁμοούσιος και ὁμοιούσιος «συνεχώρησε μήτε ὁμοούσιον μήτε ὁμοιούσιον λέγειν· ὡς μηδέ ταῖς ἰεραῖς γραφαῖς ἐγνωσμένω[38]». Εκεί κατάφερε ο Κωνστάντιος, ύστερα από πιέσεις, να αποσπάσει την συγκατάθεση τόσο του πάπα Λιβέριου όσο και του Οσίου Κορδούη για την καταδίκη του Αθανασίου[39].

Η σύνοδος αυτή απέκλειε τις θέσεις των ομοιουσιανών, οι οποίοι με αρχηγό τον Βασίλειο Αγκύρας κατάφεραν να συγκαλέσουν μια σύνοδο το Πάσχα του 358 στην Άγκυρα. Σε αυτή εξέδωσαν εγκύκλιο με 19 αναθεματισμούς, στοχοποιώντας τους Ανόμοιους-Ομοίους όπως και τον όρο ὁμοούσιος, την οποία έστειλαν στο Κωνστάντιο και συμφώνησε μαζί τους. Έτσι, συγκλήθηκε σύνοδο στο Σίρμιο το ίδιο έτος, στο οποίο πρωτοστάτησε ο Βασίλειος. Συνέταξαν το 3ο σύμβολο του Σιρμίου, επί τη βάσει του 1ου συμβόλου του Σιρμίου (351). Το επόμενο έτος έγινε και πάλι σύνοδος η οποία υπήρξε μια προσπάθεια συγκερασμού των ομοιουσιανών και των ομοίων στο Σίρμιο· όπου από κοινού συνέταξαν το 4ο σύμβολο του Σιρμίου[40].

Το 359 οι δυτικοί συνήλθαν σε σύνοδο στο Αρίμινο (περ. 400 επίσκοποι) – στο πλαίσιο της θέλησης του Κωνστάντιου για σύγκληση μιας διπλής οικουμενικής συνόδου. Οι αρειανοί τους πίεσαν να δεχθούν το 4ο σύμβολο του Σιρμίου, όμως η πλειοψηφία δήλωσε πιστή στη Νίκαια και καθαίρεσε τους ηγέτες των αρειανών. Τις αποφάσεις της έστειλαν με αντιπροσωπία στο αυτοκράτορα, η οποία, όμως, κάτω από πιέσεις αναγκάστηκε να δεχθεί το αρειανικό σύμβολο της Νίκης (πόλη της Θράκης), στην βάση του 4ου συμβόλου του Σιρμίου[41].

Η σύνοδος στην ανατολή έγινε στη Σελεύκεια του ίδιου έτους (160 επίσκοποι). Αν και η ομάδα των Ομοίων ήταν μειοψηφία κατάφεραν να επιβληθούν στη σύνοδο και τελικά και αυτοί να υπογράψουν το σύμβολο της Νίκης, που είχαν αναγκάσει την αντιπροσωπία του δυτικού συμβουλίου. Στην συνέχεια έγινε σύνοδος στην Κωνσταντινούπολη, όπου συμμετείχαν μέλη και από της δύο συνόδους. Σε αυτή κυριάρχησε ο Ακάκιος Καισαρείας, υπέγραψαν το σύμβολο της Νίκης και δεν δέχθηκαν του όρους οὐσία και ὑπόστασις «κατά τὶ ὅμοιον τῷ Πατρί τὸν Υἰόν ὡμολόγησαν· τῶν δὲ, κατὰ βούλησιν μόνον, οὐ μὴν κατ’ οὐσίαν εἰπόντων[42]». Στην συνέχεια ακολούθησαν εξορίες αυτών που δεν υπέγραψαν[43].

Το τέλος της βασιλείας του Κωνστάντιο λήγει τελικά με τη βεβιασμένη νίκη του αρειανισμού, θεωρικά αναγνωρισμένη από όλους. Το 359 ανήγαγε τον αρειανισμό σε επίσημο δόγμα του κράτους, βέβαια όχι με ξεκάθαρους όρους, αλλά με αόριστες διατυπώσεις, σε μια προσπάθεια για ικανοποίηση όλων των πλευρών. Ο Κωνστάντιος πεθαίνει το 361 (αφού αρρώστησε) πριν προλάβει να συγκρουστεί με τον σφετεριστή του θρόνου Ιουλιανό (361-363)[44].

iv) Η θρησκευτική πολιτική του Κωνστάντιου Β΄ και του Ουάλη

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι στα χρόνια μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου, φαίνεται να μπαίνουν τα θεμέλια του διαχωρισμού της αυτοκρατορίας σε Ανατολικό και Δυτικό μέρος· αυτό οφείλεται και εξαιτίας των διαφορετικών θρησκευτικών πεποιθήσεων των διαδόχων. Έτσι, ο Κωνστάντιος Β΄ που κυβερνάει στην Ανατολή θα ταχθεί με τους αρειανούς και θα πολεμήσει τους υποστηριχτές της συνόδου της Νίκαιας, ενώ ο Κώνστας στο δυτικό τμήμα – το ίδιο και ο Κωνσταντίνος Β΄– είναι υπερασπιστές του δόγματος της Νίκαιας, πράγμα που δημιούργει μια ένταση και αιτία διαχωρισμού. Η ίδια ακριβώς διαίρεση στα θρησκευτικά ζητήματα συνεχίστηκε και από τους αδελφούς Βαλεντιανό Α΄(364-375) και Ουάλη-Βάλη (364-378), όπου ο πρώτος κυβέρνησε το δυτικό τμήμα και ήταν υπέρ της Νίκαιας, ενώ ο Ουάλης διοίκησε το ανατολικό και ήταν αρειανός[45].

Μία από την σημαντικότερες ενέργειες του Κωνστάντιου, όσο αφορά την θρησκευτική πολιτική, είναι κυρίως ο εκχριστιανισμός των Γότθων αλλά και των Περσών. Οι λαοί αυτοί θα εκχριστιανισθούν με βάση την τοποθέτηση του Κωνστάντιου, δηλαδή θα ασπασθούν το δόγμα του αρειανισμού. Αυτό θα έχει τεράστιες συνέπειες αφ’ ενός για τις σχέσεις του Βυζαντίου με τις γερμανικές φυλές – θα οικειοποιηθεί από αυτές ως αίτιο διαχωρισμού[46]– και αφ’ ετέρου για την διάσπαση της Εκκλησίας[47].

Οι Γότθοι, στα Βόρεια του Δούναβη, μπλέκονται ενεργά με το ρωμαϊκό κράτος το 320 στο εμφύλιο πόλεμο μεταξύ Κωνσταντίνου Α΄ και Λικίνιου, υπερ του δεύτερου. Μετά την ήττα τους ακολούθησε συνθήκη ειρήνης[48].

Ο Κωνστάντιος Β΄ διευρύνοντας την πολιτική του πατέρα του[49] θα εγκαινιάσει επίσημα τον εκχριστιανισμό των Γότθων. Με την προώθησή του Κωνστάντιου ο Ουλφίλας «ἐπίσκοπος αὐτῶν (των Γότθων) πρῶτος καταστάς[50]» το 340/1 με σκοπό τον εκχριστιανισμό τους. Ήταν ένας άνθρωπος που είχε ζήσει στη Γοτθία – οι γονείς του είχαν πιαστεί αιχμάλωτοι των Γότθων – και γνώριζε τη γλώσσα τους και τις συνήθειες τους. Εκεί δημιούργησε ένα γοτθικό αλφάβητο με βάση τα ελληνικά γράμματα και μετέφρασε στα γοτθικά την Καινή και την Παλαιά Διαθήκη (εκτός από το κεφάλαιο των Βασιλειών)[51]. Ωστόσο, οι Γότθοι φαίνεται ότι αντιστάθηκαν στον εκχριστιανισμό και γύρο στα 348 υπήρξε διωγμός εναντίων των χριστιανών, πράγμα που ανάγκασε τον Ουλφίλα μαζί με τους ακόλουθούς του να εγκαταλείψει τη χώρα. Ο Κωνστάντιος τους εγκατέστησε στην περιοχή της Μοισίας, όπου συνέχισε το έργο του[52].

Ωστόσο, ο μαζικός εκχριστιανισμός τους συνέβη κατά την βασιλεία του Βάλη. Όταν, εξαιτίας ενός εμφύλιου πολέμου, ο Φριταγίνης ζήτησε βοήθεια από τον αυτοκράτορα για την αντιμετώπισή του αντιπάλου του (376). Μετά τη νίκη ο ίδιος και ο λαός του ασπάσθηκαν τον χριστιανισμό – σύμφωνα πάντα με τον χριστιανισμό του βυζαντινού αυτοκράτορα –  και τους εγκατέστησε εντός των ορίων της αυτοκρατορία[53]. Όμως, πιεζόμενοι από τους Ούνους, όλο και περισσότεροι περνούσαν τον Δούναβη και δημιουργούνταν προστριβές με τους βυζαντινούς, ενώ άλλοτε λεηλατούσαν. Ο Βάλης αποφάσισε να τους αντιμετωπίσει, χάνοντας τελικά την μάχη και την ζωή του (378)[54].

Στα χρόνια του Θεοδοσίου Α΄, αν και ορθόδοξος, επετράπη στα διάφορα φύλα των Γότθων να διατηρήσουν το διαφορετικό δόγμα τους. Μετά την απώθηση τους από τον Θεοδόσιο σύναψε μαζί τους συνθήκη ειρήνης ως φοιδεράτοι (foederati) το 382. Εκτός των άλλων συνεπειών που είχε για την αυτοκρατορία (π.χ. δημιουργία πρώτων βαρβαρικών κρατών εντός των ορίων της αυτοκρατορίας), από θρησκευτικής πλευράς τους επέτρεπε να διατηρούν την θρησκεία τους, πράγμα που σήμαινε ότι μπορούσαν να διατηρήσουν τον χριστιανισμό (αρειανισμό) όπως τον είχαν μάθει[55].

Όπως αναφέρθηκε ο Κωνστάντιος, εκτός από τον εκχριστιανισμό των Γότθων, έστειλε πρεσβεία και στη νότια Αραβία στη χώρα των Ομηριτών. Ένας από τους κυριότερους λόγους για την αποστολή πρέπει να ήταν η κατανόηση, από τον Κωνστάντιο, της οικονομική σημασίας των εμπορικών δικτύων από τον χώρο της ανατολικής αυτοκρατορίας προς την Αραβία και την Ινδία. Έτσι, στα μέσα του 4ου αι. απέστειλε πρεσβεία με αρχηγό τον αρειανό επίσκοπο Θεόφιλο με σκοπό να διαδώσει τον χριστιανισμό στις περιοχές εκείνες. Ο Θεόφιλος, όπως και ο Ουλφίλας, είχε ζήσει στη χώρα τους, βέβαια ο Θεόφιλος ως αιχμάλωτος. Η αποστολή πέτυχε να βαπτίσει των αρχηγό τους, όπως και να χτίσει τρείς εκκλησίες[56]. Η επιλογή των θέσεων για τις εκκλησίες δεν ήταν τυχαία και σχετίζονται με τα σημαντικά εμπορικά δίκτυα του ρωμαϊκού κόσμου. Η μία ήταν στην Τάφαρο (πρωτεύουσα της Αιθιοπίας), η άλλη στην Αδάνη (λιμάνι της Ερυθράς Θάλασσας) και η τρίτη στην είσοδο του Περσικού κόλπου. Ο Θεόφιλος ταξίδεψέ σε όλες αυτές τις περιοχές και κήρυττε των χριστιανισμό με τις αρειανικές τοποθετήσεις. Μάλιστα, σε μερικές περιοχές βρήκε ήδη κάποιες κοινότητες χριστιανών ή Εβραίων[57].

v) Ο Δρόμος προς τη Β΄ οικουμενική σύνοδο

Μετά τον θάνατο του Κωνστάντιου Β΄ ξεκινάει μια νέα περίοδος η οποία χαρακτηρίζεται από σταδιακή αποδυνάμωση του αρειανισμού. Ένας από τους παράγοντες είναι ο θάνατος του Κωνστάντιου, ο οποίος υπήρξε υποστηρικτής και προστάτης του αρειανισμού. Αυτό το γεγονός συνδέεται άμεσα με έναν άλλο παράγοντα· την ανάρρηση στο αυτοκρατορικό θρόνο του Ιουλιανού, ο οποίος πολέμησε τον χριστιανισμό, ιδιαίτερα δε των ευνοούμενων του Κωνστάντιου. Επίσης, η απόφαση του Ιουλιανού να επιτρέψει την επιστροφή όλων των εξόριστων, συνέβαλλε στην συσπείρωση των ορθοδόξων σε ένα ενιαίο μέτωπο με αποτέλεσμα την αποτελεσματική καταπολέμηση της αιρέσεως. Τέλος, η συμβολή των Καππαδόκων πατέρων τόσο στην διασαφήνιση των όρων οὐσία και ὑπόστασις όσο και στη ουσιαστικότερη προσέγγιση ορθοδόξων και ομοιουσιανών, υπήρξε καθοριστική[58].

Στην Αλεξάνδρεια ο Αθανάσιος το 362 συγκάλεσε σύνοδο της οποίας το κύρος υπήρξε μεγάλο και συνέταξαν τον τόμον προς Άντιοχείς. Φαίνεται ως μία διαλλακτικότερη στάση του Αθανασίου, αλλά στη ουσία μπαίνουν οι βάσεις για την διάκριση των όρων οὐσία και ὑπόστασις[59]. Το επόμενο έτος ο αυτοκράτορας Ιοβιανός ζήτησε ομολογία πίστεως από όλους[60]. Έτσι, συγκλήθηκε μια σύνοδο στην Αλεξάνδρεια το 363 (Αίγυπτος, Θηβαΐδα, Λιβύη), κατά την οποία οι επίσκοποι δήλωσαν πίστη στο σύμβολο της Νίκαιας. Το ίδιο έτος συγκλήθηκε σύνοδος στην Αντιόχεια, η οποίο απέστειλε κείμενο στο Ιοβιανό δηλώνοντας πίστη στη σύνοδο της Νίκαιας. Χαρακτηριστικό είναι ότι μεταξύ αυτών που υπέγραψαν βρισκόταν και ο ηγέτης των ομοιουσιανών Ακάκιος Καισαρείας[61].

Ωστόσο, με τον θάνατο του αυτοκράτορα Ιοβιανού (364) τα πράγματα αλλάζουν και πάλι. Αυτοκράτορας ανακηρύσσεται, από τα στρατεύματα, στη Δύση ο Βαλλεντιανός και στην Ανατολή τοποθετεί τον αδελφό του Ουάλη-Βάλη. Στη δύση ο Βαλλεντιανός ήταν υπέρ της Νίκαιας, αλλά και το γενικότερο κλίμα ήταν ταγμένο με το σύμβολο του 325, όπως είχε φανεί και από την σύνοδο των Παρισίων το 362 όπου οι εκδιωχθέντες επίσκοποι από τον Κωνστάντιο συγκάλεσαν σύνοδο και δήλωσαν πίστη στο σύμβολο της Νίκαιας[62]. Το 371 ο πάπας Δάμασος συγκάλεσε σύνοδο στη Ρώμη, όπου δήλωσε την πίστη του στο σύμβολο της Νίκαιας και καταδίκασε τον Αυξέντιο Μεδιολάνων· έναν σημαντικό υποστηρικτή του αρειανισμού στη δύση[63]. Το 374 ο Αυξέντιος Μεδιολάνων πεθαίνει και στη θέση μπαίνει ο Αμβρόσιος Μεδιολάνων (πρώην διοικητής της περιοχής), ο οποίος θα παίξει σημαντικό ρόλο στην δύση υπέρ του συμβόλου της Νίκαιας[64].

Στην ανατολή ο Βάλης όταν δεν ασχολείται με εξωτερικούς εχθρούς διώκει τους νικαϊκούς. Το 370 κάποιοι ιερείς δυσαρεστήθηκαν με την απόφασή του να επαναφέρει από την εξορία να τοποθετήσει  επίσκοπο Κωνσταντινούπολης τον Δημόφιλο (αρειανός), τους οποίους και θανάτωσε με ύπουλο τρόπο, λέγοντάς τους ότι θα τους στείλει στην εξορία[65]. Το 371 ανάγκαζε τους επισκόπους να υπογράψουν το σύμβολο των ομοίων, ειδάλλως εξορίζονταν. Μετά τον θάνατο του Αθανασίου (373) επίσκοπος εξελέγη ο Πέτρος, όμως εκδιώχθηκε από το Βάλη[66].

 Το 364 ο Βασίλειος Αγκύρας μαζί με άλλους επισκόπους έκαναν σύνοδο στη Λάμψακο και καταδίκασαν τις αποφάσεις στο Ρίμινι, δέχτηκαν, όμως, τη χρήση της λέξης ὄμοιος. Κατόπιν διαφωνίας με τον Ευδόξιο Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος επέμενε στη θρησκευτική πολιτική του Κωνστάντιου, οι επίσκοποι εξορίστηκαν. Το 365 ο Βάλης εγόρισε όσου είχαν εξοριστεί από τον Κωνστάντιο Β΄. Όμως, εξαιτίας προβλημάτων το 365/6 (εξέγερση Προκοπίου), επέτρεψε σ’ αυτούς να επιστρέψουν[67].

Αγκάθι ανάμεσα στους ορθοδόξους υπήρξε ο θρόνος της Αντιόχειας. Το 360/1 στο θρόνο ανέβηκε ο Μελέτιος, που αν και δέχθηκε το αρειανό σύμβολο του 359, στην συνέχεια ανέπτυξε ορθόδοξη θεολογία, ιδιαίτερα μετά τη σύνοδο της Αλεξάνδρειας το 362. Τον υποστήριξε ο Μέγας Βασίλειος, ενώ ο πάπας και ο Αθανάσιος επέμεναν στην εκλογή του Παυλίνου[68].

Ο θάνατος του Αθανασίου Αλεξανδρείας (373), που μέχρι τότε είχε αναδειχθεί ως ο υπέρμαχος της ορθοδοξίας, άφησε ένα κενό. Τη θέση στην Ανατολή θα πάρει ο Βασίλειος Καισαρείας, ιδιαίτερα μετά τον θάνατο του Μαρκέλλου Αγκύρας (374). Ο Βασίλειος – όπως και οι λοιποί Καππαδόκες πατέρες – θα προχωρήσουν στη διάκριση οὐσίας και ὑποστάσεως, καταπολεμώντας αποτελεσματικά τον Ευνόμιο και τους πνευματομάχους[69]. Το 376 έγινε μικρή σύνοδος στο Ικόνιο, για την καταπολέμηση των πνευματομάχων, για αυτό το σκοπό είχαν ζητήσει βοήθεια από τον Βασίλειο· στην επιστολή της συνόδου που σώζεται φαίνονται τα κύρια σημεία της θεολογίας του[70].

Ο αυτοκράτορας Βάλης πεθαίνει το 378, πολεμώντας τους Γότθους. Στη δύση ο αδελφός του Βαλεντιανός είχε πεθάνει από το 375 και είχε αναλάβει ο γιός του Γρατιανός. Στη ανατολή αποφάσισε να ανακηρύξει αύγουστο τον Θεοδόσιο, ικανό στρατηγό και υποστηρικτή της Νίκαιας[71]. Έτσι, για πρώτη φορά μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου Α΄ υπάρχει κοινή θρησκευτική πεποίθηση σε ανατολή και δύση. Ο Γρατιανός το 379 με νόμο κήρυξε νόμιμους τους οπαδούς του συμβόλου της Νίκαιας. Επίσης, ο Θεοδόσιος με νόμο το 380 καθόριζε τον όρο ορθοδοξία – όσοι ασπάζονταν την ομολογία του Δάμασου και του Αθανασίου[72].

Σημαντική υπήρξε, για την εναρμόνιση της θέσης Ανατολής-Δύσης, η σύνοδος στην Αντιόχεια το 379, υπό την πρωτοβουλία του Μελετίου Αντιοχείας, ο οποίος μετά τον θάνατο του Μ. Βασιλείου (378), ανέλαβε το ρόλο του ηγέτη των ορθοδόξων. Σε αυτή 150 επίσκοποι δέχθηκαν την ομολογία πίστεως του Δάμασου, δηλώντας πίστη στο σύμβολο της Νίκαιας[73].

Γ. Ο Αρειανισμός μετά τη Β΄ Οικουμενική Σύνοδο

i) Η Β΄ Οικουμενική Σύνοδος και το τέλος του αρειανισμού στην Ανατολή

Ο Θεοδόσιος είχε καταστήσει σαφές ότι επρόκειτο να υποστηρίξει το σύμβολο της Νίκαιας, ιδιαίτερα μετά την απομάκρυνση του Δημόφιλου (επισκόπου Κων/πόλεως) το 380, όταν αυτός αρνήθηκε να δεχθεί το σύμβολο της Νίκαιας. Ωστόσο, πλην του αρειανισμού, είχαν ανακύψει και άλλες αιρετικές δοξασίες (Πνευματομάχοι-Μακεδονιανοί), όπως και η πλήρωση του θρόνου της Κωνσταντινούπολης.

Έτσι, το 381 ο Θεοδόσιος Α΄ συγκάλεσε σύνοδο στη Κωνσταντινούπολη. Όπως φαίνεται, όμως, η σύνοδος αυτή δεν έγινε αποκλειστικά για την καταπολέμηση της διδασκαλίας του αρειανισμού· ήδη αυτός είχε καταδικαστεί από διάφορες συνόδους της Ανατολής και Δύσης. Ένας από τους κύριους σκοπούς της σύγκλησης, κατά τον κ. Φειδά, ήταν η διαδοχή στον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως[74]. Πάντως, με βάση το περιεχόμενο των αποφάσεων, δεν μπορούμε να παρά να θεωρήσουμε εξίσου σημαντικά, ως θέματα για την σύγκληση της συνόδου, και την καταπολέμηση της πνευματομαχικής αίρεσης αλλά και άλλων μικρότερων αιρέσεων[75].

Στη σύνοδο παρευρέθηκαν 150 επίσκοποι από το ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας υπό την προεδρία του Μελέτιου Αντιοχείας, όμως ο θάνατός του, ανάγκασε τους επισκόπους να διακόψουν τις διαδικασίες. Πρόεδρος στη συνέχεια ορίστηκε ο Γρηγόριος, που από την πρώτη συνεδρία είχε προταθεί ως επίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως. Φτάνοντας στην Κωνσταντινούπολη οι επίσκοποι από την Αίγυπτο διαμαρτυρήθηκαν για την αντικανονική τοποθέτηση του Γρηγορίου στο θρόνο, αυτός παραιτήθηκε και έφυγε από την σύνοδο· την προεδρία στην συνέχεια ανέλαβε ο Νεκτάριος[76].

Όσον αφορά τις εργασίες τις συνόδου, πρακτικά δεν κρατήθηκαν και γνωρίζουμε για αυτή από ιστορικούς συγγραφείς (Σωκράτης Σχολαστικός, Σωζομενός και Θεοδώρητος). Το σύμβολο του διασώθηκε το βρίσκουμε στα πρακτικά της Δ΄ οικουμενικής συνόδου (451). Η σύνοδος καταδίκασε τους ἀνομοίους (Ευνόμιος), τους ημιαρειανούς πνευματομάχους, τους οπαδούς του Μαρκέλλου Αγκύρας, τους σεβελλιανούς και επικύρωση το σύμβολο της Νίκαιας[77]. Επιπλέον, προέβη σε μία προέκταση του συμβόλου της Νίκαιας ή μάλλον σε μία διευκρίνηση των όρων ως προς τη βάση των αιρετικών διδασκαλιών που είχαν ανακύψει. Όπως, σημειώνει ο κ. Φειδάς, δεν πρόκειται για προσθήκη στο σύμβολο της Νίκαιας, άλλωστε αυτό είχανε προβάλει και υπερασπίσει μισό και πλέον αιώνα και υπό αυτό το πνεύμα δεν θα μπορούσαν να το αναιρέσουν δημιουργώντας ένα άλλο. Επομένως, αυτό που συνέβη είναι, επί τη βάση του συμβόλου της Νίκαιας, να συντάξουν μια ορθόδοξη ομολογία πίστεως (Λίβελλος), όπου θα ανταποκρινόταν αποτελεσματικά στις αναφανείσες αιρετικές δοξασίες, χωρίς να είναι ένα επίσημο σύμβολο πίστεως του κύρους της Νικαίας[78].

Η σύνοδος της Κωνσταντινούπολης 381/2, άσχετα με τον λόγο σύγκλησης της, σηματοδοτεί το τέλος του αρειανισμού στη Ανατολή. Αν και διάφοροι αρειανόφρονες συνέχισαν να δρουν, μπαίνει ένα τέλος, πρώτον γιατί όλες οι σημαντικές επισκοπές της Ανατολής κατέχονται από ορθόδοξους επισκόπους και επιπλέον αυτοί έχουν πλέον στα χέρια ένα αποτελεσματικό Σύμβολο για την καταπολέμηση της αιρέσεως. Τέλος, ο ίδιος ο αυτοκράτορας θα προωθήσει την ορθοδοξία, ιδιαίτερα με την απόφασή του να την κάνει επίσημο δόγμα της αυτοκρατορίας.

ii) Ο Αρειανισμός στη Δύση

Από την άλλη, τα πράγματα στη Δύση εξελίχθηκαν διαφορετικά. Ο Αμβρόσιος Μεδιολάνων κάλεσε μια μικρή σύνοδος στην Ακυληία (Ιλλυρικό) το 381, στην οποία καταδίκασε τον αρειανισμό και δύο αρειανούς επισκόπους. Ακόμα, διαμαρτυρήθηκε στους ανατολικούς τόσο για την άνοδο στο θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως του Νεκτάριου, όσο και για την επιλογή στο θρόνο της Αντιόχεια του Φλαβιανού αντί του Παυλίνου[79]. Το 382 στη Δύση αποφασίστηκε να γίνει οικουμενική σύνοδος στη Ρώμη. Σε αυτή κάλεσαν και ανατολικούς επισκόπους, οι οποίοι δεν παρέστησαν εξαιτίας της αποστάσεως, στέλνοντας πρεσβεία και τη συνοδική επιστολή των αποφάσεων της συνόδου της Κων/πόλεως. Σε αυτή καταδίκασαν τον Απολιναρισμό, αναγνώρισαν το Παυλίνο κανονικό επίσκοπο Αντιοχείας και αφόρισαν τον Φλαβιανό – το “σχίσμα” Ανατολής-Δύσης για τον θρόνο της Αντιόχειας λήγει το 388 με τον θάνατο του Παυλίνου[80].

Παρά την νίκη της ορθοδοξία, στη Δύση ο αρειανισμός θα συνεχίσει να υπάρχει, μάλιστα σε κάποιες περιοχές με έντονη παρουσία. Αρχικά, όσο ζούσε η φιλοαρειανή αυτοκράτειρα Ιουστίνα, οι αρειανοί μπορούσαν να βρίσκουν κάποιο στήριγμα. Επίσης, ο Βαλεντιανός Β΄ στη δύση έδωσε ελευθερία λατρείας σε όσους κρατούσαν την πίστη του συμβόλου της συνόδου στο Ρίμινι, με αποτέλεσμα έντονη διαμάχη κατά τα έτη 385\6 στα Μεδιόλανα, όπου ο Αμβρόσιος προσπαθούσε να επιβληθεί. Αν και γενικά ο αρειανισμός σταδιακά εξαφανίστηκε από την δημόσια ζωή, πολλοί διατηρούσαν τις πεποιθήσεις τους[81].

Ένας άλλος παράγοντας ήταν η κυριαρχία των διάφορων νέων φυλών, κυρίως των Γότθων (Βησιγότθοι, Οστρογότθοι, Βάνδαλοι κ.α.), οι οποίες είχαν ασπασθεί ή πρόκειται να ασπασθούν την αίρεση του αρειανισμού. Οι Βησιγότθοι στα επόμενα χρόνια θα λεηλατήσουν τον ελλαδικό χώρο, φτάνοντας μέχρι την Κωνσταντινούπολη. Περί τον 410 με τον αρχηγό τους τον Αλάριχο θα καταλάβουν τη Ρώμη, στην συνέχεια ο διάδοχός τους εγκαταλείπει την Ιταλία και εγκαθίσταται στην Τουλούζη. Το κράτος του το 416 περιλαμβάνει την Ιβηρική χερσόνησο και την Ακουιτανία. Το κράτος αυτό ζει μέσα στο Ρωμαϊκό κράτος, όπου συνυπάρχουν η θεωρητική εξουσία του Ρωμαίου αυτοκράτορα και η στρατιωτική-ουσιαστική του βάρβαρου βασιλιά. Επίσης, άλλα φύλα που εισέρχονται στην αυτοκρατορία την περίοδο αυτή ασπάζονται τον αρειανισμό, μάλλον υπό την επίδραση γοτθικών φύλων, παρασυρόμενα από την δυναμική τους[82].

Περί το 489 ο Θεοδόριχος Α΄ ισχυροποίησε το κράτος των Οστρογότθων και κατάφερε να εκθρονίσει τον Οδόακρο στην Ιταλία το 493, έτσι κατάφερε να γίνει κυρίαρχος της Ιταλίας. Αν και αρχικά υπήρξε ανεκτικός προς τους ορθόδοξους, κατόπιν έντονων προστριβών αρειανών και ορθοδόξων μέσα στο βασίλειό του, θα εξελιχθεί σε ιδιαίτερα πολέμιος της ορθοδοξίας στο κράτος του[83].

Το τέλος των πρώιμων αρειανικών βασιλείων στην ευρωπαϊκή λατινική Δύση θα σημειωθεί με δύο γεγονότα. Το ένα είναι, η άνοδος ενός φραγκικού βασιλείου στα τέλη του 5ου αι., υπό την αρχηγία του Κλόβις Α΄. Σταδιακά ο Κλόβις θα επεκτείνει την εξουσία σε όλη την Γαλατία και στις περιοχές Ανατολικά και Δυτικά του Ρήνου. Ο Κλόβις, μαζί και ο λαός του, θα ασπασθεί τον ορθόδοξο χριστιανισμό και θα βαπτισθεί, επεκτείνοντας περισσότερο τις σχέσεις τους με το Βυζάντιο. Μετά τον θάνατό του (511), το κράτος του θα διαιρεθεί. Το δεύτερο γεγονός είναι η διάσπαση του κράτους του Θεοδόριχου Α΄ το 526, το οποίο θα εκμεταλλευτεί ο Ιουστινιανός Α΄ για να ανακαταλάβει μέρος της Ιταλίας[84].

Ένα άλλο σημαντικό φύλο ήταν οι Βάνδαλοι, οι οποίοι είχαν ασπαστεί τον αρειανισμό. Αυτοί περνούν το Ρήνο ποταμό το 406 και κατόπιν εγκαθίστανται στην Ισπανία. Ωστόσο, το 418 ηττούνται από τους Βησιγότθους, όπου τελικά το 429 περνούν στην Αφρική. Από εκεί καταφέρνουν να κατακτήσουν την Καρχηδόνα το 439 και ιδρύουν το κράτος τους[85].  Με την κατάκτησή της από τους Βανδάλους εξορίζεται ο επίσκοπος της Καρχηδόνας μαζί με αρκετούς άλλους ορθόδοξους. Με το κενό της εκκλησιαστικής δομής (επίσκοποι αλλά και ιερείς) και χωρίς κεντρική πολιτεία, πολλές εκκλησίες αναγκάζονται να αναπτύξουν αυτόνομη δράση[86]. Επίσης, οι εξορίες αυτές βοήθησαν στο να αναπτύξει ιδιαίτερα η Καρχηδόνα (ουσιαστικά το κράτος των Βανδάλων) σχέσεις με σημαντικές πόλεις της Δυτικής Μεσογείου, αλληλοεπιδρώντας με αυτές τόσο σε οικονομικό όσο και σε πολιτισμικό-θρησκευτικό επίπεδο[87].

Όπως και στα άλλα αρειανικά βαρβαρικά κράτη που ιδρύθηκαν αυτή την περίοδο, η θρησκευτική διαμάχη εντός των βασιλείων τους ήταν έντονη κυρίως μεταξύ αρειανών και ορθοδόξων, αλλά υπήρχαν και άλλες ομάδες – στην συγκεκριμένη περίπτωση στο βασίλειο των Βανδάλων υπήρχαν οι Δονατιστές και οι Μανιχαίοι. Αν και γενικά το βασίλειο τον Βανδάλων και η κεντρική εξουσία δεν μπορεί να επιβάλει τη θέση της σε αυτά τα θέματα, ωστόσο, κατά τον τελευταίο μισό αιώνα υπάρχει μια προσπαθεί να γεφυρωθεί το χάσμα προβάλλοντας μια κοινή κοσμική κουλτούρα[88].

Προς το τέλος της ζωής του βασιλείου τους υπάρχει μια θρησκευτική “αναγέννηση”, με χαρακτηριστική την περίπτωση του Φλουγκέντιου επισκόπου Ρουσπών. Το 525 ο επίσκοπος Καρχηδόνας, αφού πρόσφατα είχε αποκατασταθεί, καλεί σύνοδο όπου παρίστανται περίπου 60 επίσκοποι. Στόχος της συνόδου ήταν αφ’ ενός η επαναπροσέγγιση της δικαιοδοσίας του στην Αφρική και αφ’ ετέρου να λυθούν πρακτικά προβλήματα[89]. Η σύνοδος αυτή δήλωσε πίστη στο σύμβολο της Νίκαιας – είναι χαρακτηριστικό ότι δεν επιλέγουν κάποιο άλλο όπως της Χαλκηδόνας του 451 – καθώς, επίσης, και μια σειρά από κανόνες πρακτικής εκκλησιαστικής τάξης[90]. Το 533 ο Βελισάριος αποβιβάζεται στη Β. Αφρική και συντρίβει το κράτος των Βανδάλων, αν και εστίες αντίστασης συνεχίζουν να υπάρχουν[91].

Ένα θεωρικό τέλος στο αρειανισμό θα μπορούσαμε να βάλουμε το 589 στη σύνοδο του Τολέδου. Η σύνοδος σηματοδοτεί την ένταξη των Βησιγότθων στο χώρο της ορθόδοξης Εκκλησίας και την απομάκρυνση από τον αρειανισμό. Αν και γενικά η σύνοδος θεωρείται ως αρχή του Filioque – και μάλλον σωστά – δεν φαίνεται ότι κάτι τέτοιο ήταν στην πρόθεσή τους, καθώς δήλωσαν πίστη στις πρώτες οικουμενικές συνόδους, και γνώριζαν ότι ήταν λάθος να προσθέσουν κάτι σε αυτά. Ωστόσο, ο βασιλιάς των Βησιγότθων φαίνεται ότι διατύπωσε την θέση ότι Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται και εκ του Υιού, χωρίς να προκαλέσει αντίδραση από κάποιον, μάλλον γιατί θεώρησαν ότι δεν ήταν κάτι που να έρχεται σε σύγκρουση με τα δόγματα των οικουμενικών συνόδων, εξαιτίας άγνοιας[92].

Τέλος, η συζήτηση στη Δύση μεταξύ αρειανών και ορθοδόξων υπήρξε έντονη, ιδιαίτερα αν σκεφτούμε ότι στις περισσότερες περιπτώσεις η πολιτική εξουσία ασκούνταν από αρειανούς βασιλείς και μπορούσαν να επιβάλλουν δια της βίας τη θέση τους. Μέσα από γνωστές προσωπικότητες της εποχής, που γνωρίζουμε τα έργα και την ζωή τους, βλέπουμε αυτόν τον διάλογο που σίγουρα συνεχιζόταν και στους δρόμους των πόλεων[93].

Εάν δεχθούμε τα παραπάνω βλέπουμε ότι ο αρειανισμός πήρε νέες μορφές και παραμόρφωσε ορθόδοξα δόγματα έπειτα από μια αλληλεπίδραση αιώνων.  Παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχουν έπειτα οπαδοί, που να ονομάζονται αρειανοί ή να εμμένουν σε θέσεις του Αρείου, παρ’ όλα αυτά φαίνεται ότι έδωσε τις βάσεις για νέες αιρέσεις[94].

Δ. Επίλογος

Μετά την καταδίκη του αρειανισμού το 325 τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν ομαλά ούτε για την ενότητα της εκκλησίας ούτε για την ενότητα της αυτοκρατορίας. Η αστάθεια πολιτικής που επέδειξε ο Κωνσταντίνος Α΄ απέναντι στα εκκλησιαστικά γεγονότα επιδείνωσαν την κατάσταση. Από το 340 περίπου, στη διαμάχη αρχίζει να εμπλέκεται και η Δύση η οποία είναι ορθόδοξη και βλέπει τους επισκόπους της Ανατολής να εξορίζονται. Κατά την περίοδο αυτή χαρακτηριστικό είναι η σύγκληση συνόδων μέσω των οποίων προσπαθούν να επιβληθούν οι αρειανοί. Μάλιστα σε αυτό το κλίμα οι οπαδοί του Αρείου προσπαθούν να παρακάμψουν το Σύμβολο της Νίκαιας συντάσσοντας νέα Σύμβολα. Κατά την βασιλεία του Κωνστάντιου Β΄ ο αρειανισμός σταδιακά θα εδραιωθεί. Ο συναυτοκράτορας στη Δύση είναι υπερασπιστής της Νίκαιας, ωστόσο, με τον θάνατό του Κώνστα (350), ο Κωνστάντιος μένει μονοκράτορας και κατορθώνει να επιβάλει τον αρειανισμό σε όλη την αυτοκρατορία. Ο Κωνστάντιος Β΄ δεν αρκέστηκε στο να εδραιώσει τον αρειανισμό μόνο στη αυτοκρατορία, αλλά απέστειλε πρεσβείες-ιεραποστολές για των εκχριστιανισμό και άλλων πληθυσμών εκτός της αυτοκρατορίας (Γότθων, Περσών). Αυτή η ενέργεια θα έχει τεράστιες επιπτώσεις για την μετέπειτα πορεία τόσο της αυτοκρατορία όσο και για την ορθοδοξία.

Με την άνοδο του Ιουλιανού διακόπτεται η περεταίρω εδραίωση του αρειανισμού. Σημαντικά υπήρξαν τα γεγονότα στη σύνοδο της Αλεξάνδρειας του 362, για τη διάκριση των όρων οὐσία και ὑπόστασις που άνοιγε τον δρόμο για μια προσέγγιση ορθοδόξων και ομοιουσιανών. Από το 364, αν και ο αυτοκράτορας Ουάλης υποστήριζε τον αρειανισμό στο ανατολικό τμήμα, ο αρειανισμός φαίνεται σταδιακά να υποχωρεί, τουλάχιστον στις καίριες επισκοπές. Με την άνοδο του Θεοδοσίου Α΄ στο αυτοκρατορικό θρόνο υπάρχει εναρμόνιση των θρησκευτικών πεποιθήσεων σε ανατολή και δύση, πράγμα που οδηγεί στην οριστική εδραίωση της ορθοδοξίας στην αυτοκρατορία.

Όπως είδαμε, ο αρειανισμός θα επιβιώσει στο δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας. Παράγοντας που οδήγησαν σε αυτό σίγουρα ήταν η κατάρρευση του δυτικού τμήματος της αυτοκρατορίας κάτω από την πίεση των μετακινήσεων των πληθυσμών ιδιαίτερα κατά τον 4ο και 5ο αιώνα. Η κατάρρευση από μόνη της δεν επαρκούσε για ένα τέτοιο γεγονός. Οι παράγοντες πρέπει να αναζητηθούν στο εκχριστιανισμό, υπό την μορφή του αρειανισμού, των φυλών αυτών (κυρίως των Γότθων) και στο γλωσσολογικό χάσμα των δύο τμημάτων και έτσι της αδυναμίας όσων δεν γνώριζαν ελληνικά να αντιληφθούν για το τι μάχονταν οι πατέρες της ανατολής. Τέλος, ο αρειανισμός διατηρήθηκε από αυτές τις φυλές προκειμένου από τη μια να μην αφομοιωθούν από το ισχυρά πολιτισμικά Βυζάντιο και από την άλλη στην προσπάθεια τους δημιουργίας δικών τους βασιλείων.

Βιβλίογραφια

Πηγές

Σωζομενός, Εκκλησιαστική Ιστορία. Ερμείου Σωζομενού Εκκλησιαστική Ιστορία, εκδ. Hussey, R., Sozomeni Ecclesiastica historia, Oxonii 1860.

Φιλοστόργιος, Εκκλησιαστική Ιστορία. Φιλοστοργίου Εκκλησιαστική Ιστορία, εκδ. Bidez, J., Philostorgius Kirchengeschichte Mit Dem Leben Des Lucian Von Antiochien Und Den Fragmenten Eines Arianischen Historiographen, Leipzig 1913.

Σωκράτης, Εκκλησιαστική Ιστορία. Σωκράτους Σχολαστικού Εκκλησιαστική Ιστορία, εκδ. Hussey, R., Socratis scholastici Ecclesiastica historia, Oxonii 1853.

 

Εγχειρίδια

Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία. Αναστασίου, Ι., Ε., Εκκλησιαστική Ιστορία Α΄: Από την Εμφάνιση του Χριστιανισμού έως την εποχή του Μ. Κωνσταντίνου, Θεσσαλονίκη 1982.

Andrade, The Journey of Christianity. Andrade, N., J., The Journey of Christianity to India in Late Antiquity: Networks and the Movement of Culture, New York, 2018.

Ayres, Nicaea and its legacy. Ayres, L., Nicaea and its legacy: an approach to fourth-century Trinitarian Theology, Oxford 2004.

Berstein-Milza, Ιστορία της Ευρώπης. Berstein, S. and Milza, P., Ιστορία της Ευρώπης A΄. Από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στα Ευρωπαϊκά Κράτη 5ος -18ος αιώνας, (μτφρ.) Δημητρακόπουλος Α.Κ., Αθήνα 1997.

Βολάκης, Οι Θεολογικές έριδες. Βολάκης, Π., Ν., Οι Θεολογικές έριδες κατά την περίοδο του 4ου-6ου αιώνος μέσα από τα αγιολογικά κείμενα για τους Αγίους της Πρωτοβυζαντινής περιόδου, Δ.Δ., Θεσσαλονίκη 2017.

Davis, Seven Ecumenical Councils. Davis, L., D., The First Seven Ecumenical Councils (325-787): Their History and Theology, Wilmington DE 1990.

Heather-Matthews, The Goths. Heather, P., J. and Matthews, J., The Goths in the Fourth Century, Liverpool 1991.

Hess, Council of Serdica. Hess, H. The Early Development of Canon Law and the Council of Serdica, Oxford 2002.

Καραγιαννόπουλος, Βυζαντινό Κράτος. Καραγιαννόπουλος, Ι., Το Βυζαντινό Κράτος, Θεσσαλονίκη 20014.

Λιάλιου, Ερμηνεία Συμβολικών Κειμένων Α΄. Λιάλιου, Δ., Ερμηνεία των Δογματικών και Συμβολικών Κειμένων της Ορθοδόξου Εκκλησίας Α΄: Ερμηνεία των Οικουμενικών Συμβόλων και των συναφών Ιερών Κανόνων (Θεολογική ανάλυση με αναφορές στις πηγές), Θεσσαλονίκη 2016.

Odahl, Constantine. Odahl, C., M., Constantine and the Christian Empire, New York 2004.

Οstrogorsky, Βυζαντινό Κράτος. Οstrogorsky, G., Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους Α΄, (μτφρ.) Παναγώπουλος Ι., Αθήνα 1997.

Παπαδόπουλος, Πατρολογία. Παπαδόπουλος, Σ., Γ., Πατρολογία  Β΄: Ο τέταρτος αιώνας (Ανατολή και Δύση), Αθήνα 1990.

Runciman, Η Βυζαντινή Θεοκρατία. Runciman, S., Η Βυζαντινή Θεοκρατία, (μτφρ.) Ροηλίδης Ι., Αθήνα 20052.

Σκουτέρη, Ιστορία Δογμάτων. Σκουτέρη, Κ., Β., Ιστορία Δογμάτων Β΄. Η ορθόδοξη δογματική διδασκαλία και οι νοθεύσεις της από τις αρχές του τετάρτου αιώνα μέχρι και την Τρίτη Οικουμενική Σύνοδος, Αθήνα 2004.

Siecienski, The Filioque. Siecienski, A., E., The Filioque: History of a Doctrinal Controversy, Oxford 2010.

Smith, The Idea of Nicaea. Smith M.S., The Idea of Nicaea in the Early Church Councils, AD 431-451, Oxford 2018.

Stephens, Canons of Antioch and Serdica. Stephens, C., W., B., Canon law and episcopal authority the canons of Antioch and Serdica, Oxford 2015.

Vasiliev, Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Vasiliev, A., A., Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας 324-1453 Α΄, (μτφρ.) Σαβράμη, Δ., Θεσσαλονίκη 1995.

Wiles, Archetypal Heresy. Wiles, M., Archetypal Heresy: Arianism Through the Centuries, Oxford New York 1996.

Williams, Ambrose of Milan. Williams, D.H., Ambrose of Milan and the End of the Arian-Nicene Conflicts, Oxford 1995.

Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία. Φειδάς, Β., Εκκλησιαστική Ιστορία Α΄, Αθήνα 19942.

Άρθρα

Αθανασιάδη, Ο Μέγας Αιών. Αθανασιάδη, Π., «Ο Μέγας Αιών», στο: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους Ζ΄, Αθήνα 1978, 32-91.

Barnes, The Exile. Barnes, T., «The Exile and Recalls of Arius», The Journal of Theological Studies 60:1 (2009), 109–129.

Berndt-Steinacher, Arianism in Ostrogothic. Berndt, G., M., and Steinacher, R., «The ecclesia legis Gothorum and the Role of ‘Arianism’ in Ostrogothic Italy», στο: Berndt, G., M., and Steinacher, R., Arianism: Roman Heresy and Barbarian Creed, London 2014, 219-229.

Brennecke, Germanic Arianism. Brennecke, H., C., «Deconstruction of the So-called Germanic Arianism», στο: Berndt, G., M., and Steinacher, R., Arianism: Roman Heresy and Barbarian Creed, London 2014, 117-130.

Eisenberg, The Council of Carthage. Eisenberg, M., «The Council of Carthage of 525 and the Making of Post-Imperial Episcopal Authority», Journal of Late Antiquity 13:2 (2020), 258-284.

Ignat, The Spread Out of Arianism. Ignat, A., «The Spread Out of Arianism. A Critical Analysis of the Arian Heresy», International Journal of Orthodox Theology 3:3 (2012), 105-128.

Κονιδάρης, Η Β΄ οικουμενική σύνοδος. Κονιδάρης, Γ., «Η Β΄ οικουμενική σύνοδος (381), Θρίαμβος της οικουμενικής εκκλησιαστικής πολιτικής του μεγάλου Βασιλείου», Θεολογία 55:1 (1983), 55-81.

Mathisen, Bardarian ‘Arian’ Clergy. Mathisen R., W., «Bardarian ‘Arian’ Clergy, Church Organization, and Church Practises», στο: Berndt, G., M., and Steinacher, R., Arianism: Roman Heresy and Barbarian Creed, London 2014, 145-192.

Πατούρα, Η διάδοση του Χριστιανισμού. Πατούρα, Σ., «Η διάδοση του Χριστιανισμού στα πλαίσια της εξωτερικής πολιτικής του Βυζαντινού κράτους (4ος - 5ος αι.)», Σύμμεικτα 7 (1987), 215-236.

Tizzoni, Vandal Era. Tizzoni, M. L., «Locating Carthage in the Vandal Era», στο: M., J., Kelly and M., Burrows, Urban Interactions: Communication and Competition in Late Antiquity and the Early Middle Ages, New York 2020, 343-372.

Φειδάς, H Β΄ οικουμενική. Φειδάς, Β., «Το σύμβολο της πίστεως, η Β΄ οικουμενική και ο άγιος Επιφάνιος», Θεολογία 85:1 (2014), 141-157.

Παράρτημα

Πίνακας γεγονότων από την Α΄ οικουμενική μέχρι τη Β΄ οικ. Σύνοδο

Χρονολογία

Γεγονός

325

Α΄ Οικουμενική Σύνοδος (εξορία του Αρείου στην Ιλλυρία)

327

Ανάκληση Αρείου από την εξορία και σύνταξη ομολογίας πίστεως

328

Ο Αθανάσιος γίνεται επίσκοπος της Αλεξάνδρειας

330

Εξορία Ευσταθίου Αντιοχείας (τοποθέτηση αρειανού επισκόπου)

335

Σύνοδος της Τύρου, πρώτη εξορία του Αθανασίου στα Τρέβηρα της Γαλλίας

336

Θάνατος Αρείου στην Κωνσταντινούπολη

337

Θάνατος Κωνσταντίνου Α΄, διαχωρισμός της αυτοκρατορίας, επιστροφή του Αθανασίου και άλλων επισκόπων από την εξορία

338

Σύνοδος της Αλεξάνδρειας (αποκατάσταση Αθανασίου)

338/9

Σύνοδος της Αντιόχειας (καταδίκη-εξορία Αθανασίου, Μαρκέλλου Αγκύρας, Παύλου Κων/πόλεως και άλλων)

340

Σύνοδο Ρώμης, αποκατάσταση Αθανασίου και Μαρκέλλου (χωρίς επιστροφή στις επισκοπές τους)· Θάνατος Κωνσταντίνου Β΄ (πλέον ο Κώνστας κυρίαρχος της Δύσης)

340/1

Ο Ουλφίλας γίνεται επίσκοπος Γότθων (αρχή του εκχριστιανισμού)

341

Σύνοδος Αντιόχειας (σύνταξη νέου Συμβόλου πίστεως, παράκαμψη Νίκαιας, προσπάθεια προσέγγισης ομοίων και ομοιουσιανών)· Θάνατος Ευσεβίου Νικομηδείας

343

Σύνοδοι της Σαρδικής (επιβεβαίωση του Συμβόλου της Νίκαιας) και της Φιλιππούπολης (επιβεβαίωση των ήδη καταδικασμένων επισκόπων όπως και αυτών που τους δέχονταν)

344

Σύνοδος Αντιόχειας (σύνταξη της «μακρόστιχης έκθεσης»)

345

Σύνοδος του Μιλάνου (καταδίκη Φωτεινού)· Θάνατος του αρειανού Γρηγορίου Αλεξάνδρειας

346/47

Επιστροφή Αθανασίου από την εξορία

346

Σύνοδος Ιεροσολύμων (επιβεβαίωση αποκατάστασης Αθανασίου)

347

Σύνοδος Μιλάνου (αρειανοί επίσκοποι καταδίκασαν τον Φωτεινό και συνέταξαν αντιαρειανική ομολογία)

348

Εκδίωξη του Ουλφίλα και των οπαδών του από τους Γότθους

350

Θάνατος Κώνστα, μονοκράτορας ο Κωνστάντιος Β΄

351

Σύνοδος Σιρμίου (καταδίκη Φωτεινού, σύνταξη νέου Συμβόλου πίστεως, κυριαρχία ημιαρειανών Βασίλειος Αγκύρας)

352

Ο Λιβέριος διαδέχεται  τον Ιούλιο στη Ρώμη

353

Σύνοδος στην Αλεράτη

355

Σύνοδος Μιλάνου

357

Σύνοδος Σιρμίου  (κυριαρχία ομοίων, σύνταξη Συμβόλου, καταδίκη Αθανασίου)

358

Σύνοδος Άγκυρας (στρεφόταν κατά ανόμοιων-ομοίων)· Σύνοδος Σιρμίου (συνέταξαν το 3ο Σύμβολο του Σιρμίου)

359

Σύνοδος Σιρμίου (συγκερασμός θέσεων ομοιουσιανών και ομοίων, συνέταξαν νέο Σύμβολο)· Σύνοδος στο Αρίμινι (δήλωσαν πίστη στη Νίκαια)· Σύνοδος Σελεύκειας (κυριαρχία ομοίων, υπογραφή του Συμβόλου της Νίκης)· Σύνοδος Κωνσταντινούπολης (συμμετοχή αντιπροσώπων από τις δυο προηγούμενες, υπογραφή Συμβόλου της Νίκης)· Ο Κωνστάντιος κάνει τον αρειανισμό επίσημο δόγμα του κράτους

361

Θάνατος Κωνστάντιου Β΄, άνοδος στον Θρόνο του Ιουλιανού· Επιστροφή όλων των εξόριστων (Αθανάσιος κ.α.)· Άνοδος Μελετίου στο θρόνο της Αντιοχείας

362

Σύνοδος Αλεξάνδρειας (διάκριση των όρων οὐσία και ὑπόστασις)· Σύνοδος Παρισίων (δήλωσαν πίστη στο Σύμβολο της Νίκαιας)· Εξορία Αθανασίου

363

Θάνατος Ιουλιανού (άνοδος Ιοβιανού, επιστροφή Αθανασίου)· Σύνοδοι Αλεξάνδρειας και Αντιόχειας (δήλωσαν πίστη στο Σύμβολο της Νίκαιας)

364

Θάνατος Ιοβιανού, στη Δύση ο Βαλλεντιανός και στην Ανατολή ο Ουάλης· Εξορία Αθανασίου· Σύνοδος στη Λάμψακο

366

Τελική επιστροφή Αθανασίου από την εξορία

371

Σύνοδος Ρώμης (δηλώνουν την πίστη της Νίκαιας)

370

Ο Βασίλειος γίνεται επίσκοπος Καισαρείας 

373

Θάνατος του Αθανασίου, τοποθέτηση του Πέτρου

374

Θάνατος Μαρκέλλου Αγκύρας

375

Θάνατος Βελεντιανού, άνοδος Γρατιανού

376

Σύνοδος Ικονίου (καταδίκη πνευματομάχων)

378

Θάνατος Ουάλη (μάχη Ανδριανούπολης)

379

Θάνατος του Βασιλείου Καισαρείας· Σύνοδος Αντιόχειας (δέχθηκαν την ομολογία πίστεως του Δάμασου και δήλωσαν πίστη στη Νίκαια)

380

Ο Θεοδόσιος καθορίζει με νόμο τον όρο ορθοδοξία· Απομάκρυνση του αρειανού Δημόφιλου από τον θρόνο Κων/πόλεως

381

Σύνοδος της Κωνσταντινούπολης (διασαφήνιση όρων του Συμβόλου της Νίκαιας)· Σύνοδοι Ακηλυίας και Μιλάνου (αίτημα για οικουμενική σύνοδο στη δύση, αντίδραση στις χειροτονίες της συνόδου της Κων/πόλεως)

382

Σύνοδος της Κωνσταντινούπολης (διάφορες αποφάσεις, αποστολή επιστολής στη δύση εξηγώντας τα σχετικά με τις χειροτονίες)· Σύνοδος Ρώμης (καταδίκη Απολλιναρισμού και αφορισμός του Φλαβιανού)

[1] Το βασικό σημείο εκκίνησης του Αρείου ήταν η υπερβατικότητα του Θεού Πατέρα, τον οποίο αναγνώριζε ως τον μόνο Θεό. Από αυτό προκύπτουν οι βασικές θέσεις του Αρείου: ο Θεός δεν ήταν πάντοτε Πατέρας, ο Λόγος του Θεού δεν υπήρχε πάντοτε και είναι γενητός, ο Λόγος είναι ένα από τα κτίσματα του Θεού επομένως είναι τρεπτός και αλλοιωτός όπως και ξένος προς την  ουσία του Θεού την οποία δεν γνωρίζει. Ο Υιός είναι μεσολαβητής για τη δημιουργία των γενητών και είναι κατά χάριν Υιός του Θεού, την ίδια θέση με τον Υιό (ως κτίσμα) έχει και το Α. Πνεύμα. Αυτές φαίνεται να είναι οι πολύ βασικές και αρχικές θέσεις του Αρείου τις οποίες αργότερα διάφοροι θα αλλάξουν ή θα προσαρμόσουν στα δεδομένα τους. Βλ. Λιάλιου, Ερμηνεία Συμβολικών Κειμένων Α΄, σσ. 79-86.

[2] Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 262.

[3] Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 472. «Διόπερ ἡ σύνοδος, Ἄρειον μὲν καὶ τοὺς όμοδόξους αὐτοῦ ἀναθεμάτισεν ἅπαντας…βασιλέως δὲ πρόσταγμα, καὶ αὐτόν καὶ τοὺς περὶ Εὐσέβιον καὶ Θέογνιν, εἰς ἐξορίαν ἀπέστειλεν.» Σωκράτης, Εκκλησιαστική Ιστορία Ι, 8, 33.

[4] Βολάκης, Οι Θεολογικές έριδες, σ. 215· Vasiliev, Βυζαντινή Αυτοκρατορία, σ. 83· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 472. Ιδιαίτερο ρόλο φαίνεται να έπαιξαν οι Ευσέβιος Καισαρείας και Ευσέβιος Νικομήδειας, όπως και η αδελφή του Κωνσταντία, η οποία του ζήτησε ως χάρη, πριν τον θάνατό της, την επάνοδο του Αρείου.

[5] Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 471-472.

[6] Σωκράτης, Εκκλησιαστική Ιστορία Ι, 14, 1.

[7] Ayres, Nicaea and its legacy, σ. 100· Barnes, The Exile, σσ. 109, 126-127· Βολάκης, Οι Θεολογικές έριδες, σ. 215· Hess, Council of Serdica, σ. 97· Odahl, Constantine, σσ. 196-197· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 472-473. Ο αυτοκράτορας πρέπει να παρασύρθηκε από την απολογία του Αρείου, νομίζοντάς την ως ορθόδοξη, επειδή δεν περιείχε της καταδικασμένες θέσεις από την σύνοδο της Νίκαιας, και θεώρησε ότι θα πετύχαινε τελικά την εκκλησιαστική ενότητα.

[8] «Ὥδε μὲν τοῖς ἀπὸ τὴς ἐναντίας αἱρέσεως τὰ βεβουλεύμενα κατώρθωτο, καθῃρημένων τὼν σπουδῇ προϊσταμένων ἀνὰ τὴν ἔω τοὺ ἐν Νικαίᾳ βεβαιωθέντος δόγματος.» Σωζομενός, Εκκλησιαστική Ιστορία, ΙΙΙ, 7, 1.

[9] Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 262-263· Hess, Council of Serdica, σ. 97· Παπαδοπούλου, Πατρολογία, σ. 107· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 475-476.

[10] Barnes, The Exile, σ. 120.

[11] Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 263-264· Odahl, Constantine, σσ. 224-226· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 476-478.

[12] Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 264-265· Hess, Council of Serdica, σ. 98· Ignat, The Spread Out of Arianism, σσ. 115, 119· Odahl, Constantine, σσ. 229-232· Παπαδοπούλου, Πατρολογία, σσ. 119-120· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 478-479.

[13] Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 266· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 480-482.

[14] Αθανασιάδη, Ο Μέγας Αιών, σ. 43· Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 267· Καραγιαννόπουλος, Βυζαντινό Κράτος, σ. 75.

[15] Εδώ φαίνεται να υπάρχει μια στροφή στη στάση των επισκόπων της Ανατολής, που κατά την διάρκεια της βασιλείας του Κωνσταντίνου Α΄, δεν φαινόταν αναγκαία· δηλαδή η αναγνώριση των αποφάσεών τους και από την δύση και συγκεκριμένα από τον επίσκοπο της Ρώμης. Σίγουρα ένας λόγος αυτής της στάσης είναι η διοίκηση του δυτικού τμήματος της αυτοκρατορίας από τον Κώνστα, ο οποίος μάλιστα είναι υπέρμαχος των δογμάτων της Νίκαιας βλ. Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 489.

[16] Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 267· Ayres, Nicaea and its legacy, σ. 108· Παπαδοπούλου, Πατρολογία, σσ. 120-121· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 488.

[17] Βολάκης, Οι θεολογικές έριδες, σ. 223· Stephens, Canons of Antioch and Serdica, σσ. 47-48· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 489. Ο Stephens υποστηρίζει ότι το συμβούλιο αυτό της Αντιόχειας αποτέλεσε τη βάση για την σύνταξη των κανόνων και των συμβόλων πίστεως της μετέπειτα συνόδου της Αντιόχειας το 341, βλ. Stephens, Canons of Antioch and Serdica, σσ. 82, 89.

[18] Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 268-269· Ayres, Nicaea and its legacy, σ. 109· Παπαδόπουλος, Πατρολογία, σ. 141· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 489-490.

[19] Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 269· Stephens, Canons of Antioch and Serdica, σσ. 86-88· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 491-492.

[20] Σωζομενός, Εκκλησιαστική Ιστορία, ΙΙΙ, 5, 6-7. Φαίνεται ότι αποφεύγουν να χρησιμοποιήσουν αρειανικούς ή νικαϊκούς όρους (ομοούσιος), διεκδικώντας μια νομιμότητα ανώτερη της συνόδου της Νίκαιας, προσφεύγοντας στο γράμμα της Γραφής.

[21] Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 269· Ayres, Nicaea and its legacy, σσ. 117, 119-121· Παπαδόπουλος, Πατρολογία, σ. 139· Smith, The Idea of Nicaea, σ. 14· Stephens, Canons of Antioch and Serdica, σσ. 97-100· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 491-492. Για μία παρουσίαση της βιβλιογραφίας σχετικά με την αντίθεση των συμβόλων της Αντιόχειας προς της Νίκαιας και το κατά πόσο μπορούν να θεωρηθούν ορθόδοξα βλ. Stephens, Canons of Antioch and Serdica, σσ. 100-103.

[22] Βολάκης, Οι Θεολογικές έριδες, σ. 240· Heather-Matthews, The Goths, σ. 128· Κονιδάρης, Η Β΄ Οικουμενική σύνοδος, σ. 58· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 486, 497-498. Εκτεταμένα για τους Όμοιους βλ. Σκουτέρη, Ιστορία Δογμάτων, σσ. 129-140, ενώ για τους Ομοιουσιανούς βλ. στον ίδιο σσ. 141-153.

[23] « Πάλιν γράψαντος τοῦ βασιλέως, ὥστε ἀποδοθῆναι Παύλῳ καῖ Ἀθανασίῳ τοῦς οἰκείους τόπους, ούδέν πλεόν ήνύετο… σύνοδον ἄλλην παρακαλοῦσι γενέσθαι οἱ περὶ Παῦλον καὶ Ἀθανάσιον, ὥστε καὶ τὰ κατ’ αὐτούς καὶ τὰ τῆς πίστεως ἐπί οἰκουμενικῆς συνόδου πέρας λαβεῖν, ἐπὶ καταλύσει τῆς πίστεως τάς καθαιρέσεις γίνεσθαι.» Σωκράτης, Εκκλησιαστική Ιστορία, ΙΙ, 20, 2-3. Κύρια πρόσωπα της πρότασης υπήρξαν ο πάπας Ίουλος, ο Όσιος Κορδούης και Τρεβήρων Μαξιμίνο βλ. Σωζομενός, Εκκλησιαστική Ιστορία, ΙΙΙ, 11· Σωκράτης, Εκκλησιαστική Ιστορία, ΙΙ, 20.

[24]Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 269-270· Hess, Council of Serdica, σ. 99 · Παπαδόπουλος, Πατρολογία, σ. 148· Runciman, Η Βυζαντινή Θεοκρατία, σ. 34· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 493. Περισσότερα σχετικά με τη σύνοδο της Σαρδικής και την σημασία της βλ. Stephens, Canons of Antioch and Serdica, σσ. 131 κ.ε. και Hess, Council of Serdica, σσ. 93 κ.ε.

[25] Σωζομενός, Εκκλησιαστική Ιστορία, ΙΙΙ, 11, 4· Σωκράτης, Εκκλησιαστική Ιστορία, ΙΙ, 20, 9.

[26] Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 270· Ayres, Nicaea and its legacy, σσ. 122-124· Hess, Council of Serdica, σσ. 100-103, 107-108· Παπαδόπουλος, Πατρολογία, σσ. 148-149· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 494.

[27] Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 270-271· Ayres, Nicaea and its legacy, σσ. 124-126· Hess, Council of Serdica, σσ. 106-107· Παπαδόπουλος, Πατρολογία, σσ. 149-150· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 495

[28] Καραγιαννόπουλος, Το Βυζαντινό Κράτος, σ. 76· Οstrogorsky, Βυζαντινό Κράτος, σ. 106.

[29] Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 271· Ayres, Nicaea and its legacy, σσ. 127-130· Παπαδόπουλος, Πατρολογία, σσ. 151-152· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 495.

[30] Σωκράτης, Εκκλησιαστική Ιστορία ΙΙ, 22, 4-5. Επίσης βλ. Αθανασιάδη, Ο Μέγας Αιών, σ. 48· Ayres, Nicaea and its legacy, σσ. 126-127.

[31] Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 271-272· Ayres, Nicaea and its legacy, σ. 127· Παπαδόπουλος, Πατρολογία, σ. 163· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 495-496. 

[32] Παπαδόπουλος, Πατρολογία, σ. 164· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 496.

[33] Αθανασιάδη, Ο Μέγας Αιών, σ. 49-50· Ayres, Nicaea and its legacy, σ. 133· Καραγιαννόπουλος, Το Βυζαντινό Κράτος, σ. 77· Οstrogorsky, Βυζαντινό Κράτος, σ. 108.

[34] Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 275-276· Ayres, Nicaea and its legacy, σσ. 144-149· Heather-Matthews, The Goths, σ. 128· Κονιδάρης, Η Β΄ οικουμενική σύνοδος, σ. 58· Σκουτέρη, Ιστορία Δογμάτων, σσ. 154-162· Wiles, Archetypal Heresy, σσ. 28-30· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 486, 499.

[35] Wiles, Archetypal Heresy, σσ. 27-28.

[36] Για τις δυο αυτές συνόδους βλ.  Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 273· Ayres, Nicaea and its legacy, σσ. 135-136· Williams, Ambrose of Milan, σσ. 52-58.

[37] Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 272· Ayres, Nicaea and its legacy, σσ. 134-135· Παπαδόπουλος, Πατρολογία, σσ. 176-177· Smith, The Idea of Nicaea, σσ. 15-16· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 500.

[38] Σωζομενός, Εκκλησιαστική Ιστορία, IV, 12, 6.

[39] Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 275 · Ayres, Nicaea and its legacy, σσ. 137-140· Παπαδόπουλος, Πατρολογία, σσ. 191-192, 194· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 501-502.

[40] Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 277-278· Ayres, Nicaea and its legacy, σ. 158· Λιάλιου, Ερμηνεία Συμβολικών Κειμένων Α΄, σσ. 99-100· Παπαδόπουλος, Πατρολογία, σσ. 199-200· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 502-503.

[41] Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 277-278 · Ayres, Nicaea and its legacy, σσ. 160-161· Παπαδόπουλος, Πατρολογία, σ. 201· Σωζομενός, Εκκλησιαστική Ιστορία, IV, 17· Williams, Ambrose of Milan, σσ. 22-25· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 503-504.

[42] Σωζομενός, Εκκλησιαστική Ιστορία, IV, 22, 21.

[43] Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 278-279· Ayres, Nicaea and its legacy, σσ. 158-160, 164-166· Παπαδόπουλος, Πατρολογία, σσ. 201-203· Σωζομενός, Εκκλησιαστική Ιστορία, IV, 22· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 505-506.

[44] Αθανασιάδη, Ο Μέγας Αιών, σ. 58· Καραγιαννόπουλος, Το Βυζαντινό Κράτος, σσ. 77, 79· Οstrogorsky, Βυζαντινό Κράτος, σ. 109.

[45] Οstrogorsky, Βυζαντινό Κράτος, σ. 112· Vasiliev, Βυζαντινή Αυτοκρατορία, σσ. 96, 109-110.

[46] Wiles, Archetypal Heresy, σ. 47.

[47] Καραγιαννόπουλος, Το Βυζαντινό Κράτος, σ. 77.

[48] Heather-Matthews, The Goths, σ. 17. Βέβαια, οι Γότθοι έρχονται πρώτη φορά σε επαφή με τον χριστιανισμό μέσω των αιχμαλώτων που πήραν από τα εδάφη της αυτοκρατορίας, όπως μας λέει ο Φιλοστόργιος «μοῖρα Σκυθῶν βαρεῖα τῶν πέραν τοῦ Ἴστρου διέβησαν εἰς τὴν Ῥωμαίων, καὶ πολλὴν μὲν κατέδραμον τῆς Εὐρώπης· διαβάντες δὲ καὶ εἰς τὴν Ἀσίαν, τήν τε Γαλατίαν καὶ τὴν Καππαδοκίαν ἐπῆλθον, καὶ πολλοὺς ἔλαβον αἰχμαλώτους ἄλλους τε καὶ τῶν κατειλεγμένων τῷ κλήρῳ, καὶ μετὰ πολλῆς λείας ἀπεκομίσθησαν οἴκαδε. δὲ αἰχμάλωτος καὶ εὐσεβὴς ὅμιλος, συναναστραφέντες τοῖς βαρβάροις, οὐκ ὀλίγους τε αὐτῶν εἰς τὸ εὐσεβὲς μετεποίησαν καὶ τὰ Χριστιανῶν φρονεῖν ἀντὶ τῆς Ἑλληνίδος δόξης παρεσκεύασαν» βλ. Φιλοστόργιος, Εκκλησιαστική Ιστορία, ΙΙ, σ. 17, στ. 7-15.

[49] Ο Κωνσταντίνος είχε στείλει αποστολή στη χώρα των Ιβήρων, κατόπιν αιτήματός τους, για τον εκχριστιανισμό τους. Βλ. Πατούρα, Η διάδοση του Χριστιανισμού, σ. 214.

[50] Φιλοστόργιος, Εκκλησιαστική Ιστορία, ΙΙ, σ. 17, στ. 18-19.

[51] Φιλοστόργιος, Εκκλησιαστική Ιστορία, ΙΙ, σ. 17-18.

[52] Πατούρα, Η διάδοση του Χριστιανισμού, σσ. 217-218· Heather-Matthews, The Goths, σσ. 124-125, 145-148· Arianism: Roman Heresy and Barbarian Creed, σσ. 120-121· Wiles, Archetypal Heresy, σσ. 41-42.

[53] Πατούρα, Η διάδοση του Χριστιανισμού, σ. 119· Mathisen, Bardarian ‘Arian’ Clergy, σ. 122· Wiles, Archetypal Heresy, σσ. 42-43.

[54] Αθανασιάδη, Ο Μέγας Αιών, σσ. 77-78· Καραγιαννόπουλος, Βυζαντινό Κράτος, σ. 83· Vasiliev, Βυζαντινή Αυτοκρατορία, σσ. 118-120.

[55] Αθανασιάδη, Ο Μέγας Αιών, σσ. 79-80· Καραγιαννόπουλος, Το Βυζαντινό Κράτος, σσ. 85-86· Mathisen, Bardarian ‘Arian’ Clergy, σ. 122· Vasiliev, Βυζαντινή Αυτοκρατορία, σσ. 120-121.

[56] Andrade, The Journey of Christianity, σσ. 69, 75-76· Πατούρα, Η διάδοση του Χριστιανισμού, σ. 218. Φιλοστόργιος, Εκκλησιαστική Ιστορία, ΙΙ, σ. 18, στ. 15-20 και ΙΙΙ, σσ. 32-34.

[57] Andrade, The Journey of Christianity, σσ. 76-79· Πατούρα, Η διάδοση του Χριστιανισμού, σσ. 218-219. Φιλοστόργιος, Εκκλησιαστική Ιστορία, ΙΙΙ, σσ. 34-36.

[58] Ayres, Nicaea and its legacy, σσ. 166-168· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 507-508.

[59] Βολάκης, Οι Θεολογικές έριδες, σσ. 241-242· Smith, The Idea of Nicaea, σσ. 22-24· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 513.

[60] Είναι χαρακτηριστικά τα λόγια του Ιοβιανού μέσα από το κείμενο του Σωκράτη Σχολαστικού «μόνον δὲ τοῦτο ἐφθέγξατο· «Ἐγὼ,» ἔφη, «φιλονεικίαν μισῶ, τοὺς δὲ τῇ ὁμονοίᾳ προστρέχοντας ἀγαπῶ καὶ τιμῶ.» Ταῦτα εἰς τὰς ἀκοὰς τῶν ἄλλων διαδοθέντα τὸν τόνον τῶν φιλονεικεῖν αἱρουμένων ἐχαύνωσε». Σωκράτης, Εκκλησιαστική Ιστορία, ΙΙΙ, 5-6.

[61] Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 280-281·Ayres, Nicaea and its legacy, σσ. 173-175· Παπαδόπουλος, Πατρολογία, σ. 222-223· Smith, The Idea of Nicaea, σσ. 22-24· Σωζομενός, Εκκλησιαστική Ιστορία, VI, 4, 6-11· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 510. «Συνελθόντες γὰρ ἐν Ἀντιοχείᾳ τῆς Συρίας εἰς λόγους ἔρχονται Μελιτίῳ, ὃς μικρὸν ἔμπροσθεν αὐτῶν χωρισθεὶς τῷ ὁμοουσίῳ προσέθετο. Τοῦτο δὲ ἐποίησαν, ἐπειδὴ τιμώμενον ὑπὸ τοῦ βασιλέως ἑώρων ἐκεῖ τότε διάγοντος. Κοινῇ οὖν γνώμῃ βιβλίον συντάξαντες καθομολογοῦσι τὸ «ὁμοούσιον,» καὶ τὴν ἐν Νικαίᾳ πίστιν κυρώσαντες τῷ βασιλεῖ προσκομίζουσιν» Σωκράτης, Εκκλησιαστική Ιστορία, ΙΙΙ, 7-10. Βλέπουμε ότι η μη ακραίοι αρειανοί ήταν σε θέση να δεχθούν το ὁμοούσιον, με την πίεση βέβαια του αυτοκράτορα, σε αντίθεση με τους ανόμοιους. Γι’ αυτό και η συμβολή των Καππαδόκων πατέρων είναι σημαντική, γιατί γεφύρωσαν αυτό το χάσμα προβαίνοντας σε διευκρινήσεις των όρων, χωρίς να αλλάζουν κάτι στο ήδη υπάρχον σύμβολο της Νίκαιας. Βλ. Λιάλιου, Ερμηνεία Συμβολικών Κειμένων Α΄, σσ. 102-103.

[62] Παπαδόπουλος, Πατρολογία, σ. 203· Williams, Ambrose of Milan, σ. 30.

[63] Παπαδόπουλος, Πατρολογία, σσ. 260-261· Williams, Ambrose of Milan, σσ. 77-78, 80-81.

[64] Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 284· Ayres, Nicaea and its legacy, σσ. 260-264· Williams, Ambrose of Milan, σσ. 112-116.

[65] «Περιοργὴς γενόμενος βασιλεὺς τοσοῦτον ἐπέκρυψε τῆς ὀργῆς, ὅσον λαθραίως Μοδέστῳ τῷ ἐπάρχῳ κελεῦσαι συλλαβεῖν καὶ θανάτῳ ζημιῶσαι τοὺς ἄνδρας… ∆εδιὼς ὁ ὕπαρχος, μὴ στάσιν ὑπὸ τοῦ πλήθους ἄλογον ὑπομείνῃ ἐν τῷ φανερῷ φονεύων αὐτοὺς, πλάττεται εἰς ἐξορίαν πέμπειν τοὺς ἄνδρας. Τῶν δὲ εὐγενῶς καταδεξαμένων, ὁ ὕπαρχος κελεύει πλοίῳ ἐμβληθέντας ὡς ἐπὶ τὴν ἐξορίαν δῆθεν ἀπάγεσθαι· ἐντειλάμενος τοῖς ναύταις, ἐπειδὰν κατὰ μέσου γένωνται τοῦ πελάγους, ὑφάψαι τὸ πλοῖον» Σωκράτης, Εκκλησιαστική Ιστορία, IV, 16, 1-4.

[66] Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 281-283· Davis, Seven Ecumenical Councils, σσ. 112-113.

[67] Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 281-282· Ayres, Nicaea and its legacy, σσ. 169-170

[68] Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 283· Κονιδάρης, Η Β΄ οικουμενική σύνοδος, σσ. 58-59· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 516.

[69] Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 513-515. Ο Ευνόμιος υποστήριζε ότι μόνο ο Πατήρ είναι άτρεπτος, ενώ τα άλλα πρόσωπα υπόκεινται σε φθορά. Επίσης, ταύτιζε την ουσία με την υπόσταση, λέγοντας ότι αφού έχουμε τρία πρόσωπα θα έχουμε και τρείς ουσίες.

[70] Παπαδόπουλος, Πατρολογία, σσ. 353-354.

[71] Αθανασιάδη, Ο Μέγας Αιών, σσ. 77-78· Καραγιαννόπουλος, Βυζαντινό Κράτος, σσ. 83-85.

[72] Αθανασιάδη, Ο Μέγας Αιών, σ. 80· Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 286-287· Ayres, Nicaea and its legacy, σσ. 251-252.

[73]Davis, Seven Ecumenical Councils, σ. 119· Κονιδάρης, Η Β΄ οικουμενική σύνοδος, σ. 60· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 518.

[74] Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 520-525.

[75] Λιάλιου, Ερμηνεία Συμβολικών Κειμένων Α΄, σ. 104.

[76] Ayres, Nicaea and its legacy, σσ. 256-25· Davis, Seven Ecumenical Councils, σσ. 121-122· Λιάλιου, Ερμηνεία Συμβολικών Κειμένων Α΄, σσ. 104-105· Παπαδόπουλος, Πατρολογία, σ. 449.

[77] Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 289· Davis, Seven Ecumenical Councils, σσ. 123-124· Παπαδόπουλος, Πατρολογία, σ. 450.

[78] Davis, Seven Ecumenical Councils, σ. 125· Λιάλιου, Ερμηνεία Συμβολικών Κειμένων Α΄, σσ. 105-106· Παπαδόπουλος, Πατρολογία, σσ. 450-453· Φειδάς, H Β΄ Οικουμενική, σσ. 146-149· Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 532-542.

[79] Ayres, Nicaea and its legacy, σσ. 265-266· Davis, Seven Ecumenical Councils, σ. 129· Παπαδόπουλος, Πατρολογία, σσ. 454, 456-457.

[80] Αναστασίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 291-292· Davis, Seven Ecumenical Councils, σσ. 129-130· Παπαδόπουλος, Πατρολογία, σσ. 457-458. Η σύνοδος της Ρώμης έχει γενικότερη σημασία, γιατί ίσως για πρώτη φορά να γίνεται λόγος για τα πρωτεία της Ρώμης, αν θεωρηθούν γνήσια τα κείμενα.

[81] Ayres, Nicaea and its legacy, σσ. 266-267· Wiles, Archetypal Heresy, σσ. 37-38.

[82] Berstein-Milza, Ιστορία της Ευρώπης, σσ. 33-37. Για τον αρειανικό κλήρο στο Βησιγοτθικό βασίλειο βλ. Mathisen, Bardarian ‘Arian’ Clergy, σσ. 159-164.

[83] Berndt-Steinacher, Arianism in Ostrogothic, σσ. 219, 221-222· Berstein-Milza, Ιστορία της Ευρώπης, σσ. 39-40. Για τον αρειανικό κλήρο στο Οστρογοτθικό βασίλειο βλ. Mathisen, Bardarian ‘Arian’ Clergy, σσ. 167-169.

[84] Berstein-Milza, Ιστορία της Ευρώπης, σσ. 40-41. Επίσης η νεότερη έρευνα υποστηρίζει ότι το Λογγοβαρδικό βασίλειο δεν ήταν αρειανικό, αν και σίγουρα υπήρχαν αρειανοί, αυτό δεν τους προώθησε. Βλ. σχετικά στο άρθρο Majocchy, P., «Arrianorum abolevit heresem: The Lombards and the Ghost of Arianism», στο: Berndt, G., M., and Steinacher, R., Arianism: Roman Heresy and Barbarian Creed, London 2014, 231-238.

[85] Berstein-Milza, Ιστορία της Ευρώπης, σ. 37.

[86] Eisenberg, The Council of Carthage, σσ. 261-263. Για τον αρειανικό κλήρο στο Βανδαλικό βασίλειο βλ. Mathisen, Bardarian ‘Arian’ Clergy, σσ. 164-166.

[87] Tizzoni, Vandal Era, σσ. 355-357.

[88] Tizzoni, Vandal Era, σ. 360.

[89] Eisenberg, The Council of Carthage, σσ. 263-264, 277-278· Tizzoni, Vandal Era, σσ. 358-359.

[90] Eisenberg, The Council of Carthage, σσ. 266-268.

[91] Οstrogorsky, Βυζαντινό Κράτος, σσ. 134-135.

[92] Siecienski, The Filioque, σσ. 68-69· Ignat, The Spread Out of Arianism, σ. 125.

[93] Mathisen, Bardarian ‘Arian’ Clergy, σσ. 172-177.

[94] Για την αναβίωση του αρειανισμού στον νεότερο ευρωπαϊκό κόσμο βλ. Wiles, Archetypal Heresy, σ. 52 κ.ε.

 


 ΤΟ ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟ ΠΥΡ ΚΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ Ο ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ

 

 

Υπό του Οσιολογιωτάτου ιερομ. Μακαρίου Παλαιολόγου

Μεταπτυχιακού Φοιτητή Κοινωνικής Θεολογίας του ΕΚΠΑ

πτυχιούχου Αν. Εκκλησιατικής Ακαδ. Αθηνών 

 

 

Εισαγωγή

Η Εσχατολογία αποτελεί ένα από τα  κεντρικά, μεγάλα θέματα της Δογματικής, καθώς αφορά πολλά τμήματα της, (Χριστολογία, Σωτηριολογία και ανθρωπολογία). Η σπουδαιότητα της βρίσκεται στο ότι έχει πρακτική σημασία καθώς αναφέρεται σε αλήθειες όπως η ζωής μετά τον θάνατο, η εν Χριστώ απολύτρωση, το πραγματευόμενο για την πέρα του τάφου κατάσταση των ψυχών και περί της μετά την καθολική ανάσταση και κρίση αυτών οριστικής καταστάσεως και της τελειώσεως, της απολύτρωσης και σωτηρίας δηλαδή. Είναι επιβεβλημένη η ανάγκη να προχωρήσουμε πέρα από το  πέπλο, που χωρίζει την παρούσα ζωή από την μέλλουσα καθώς όλες γενικά οι θρησκείες έχουν μέσα τους την ελπίδα και την προσδοκία των εσχάτων, ενώ η σπουδαιότητα για την πίστη μας έγκειται στην έσχατη θεία επαγγελία. Θα προσδιορίσουμε που μεταβαίνουν οι ψυχές όταν αφήνουν τον παρόντα κόσμο και ποια θέση καταλαμβάνει η κάθε ψυχή (ποια είναι η μέση κατάσταση των ψυχών), πού δηλαδή παραμένουν μέχρι την οριστική κρίση. Πώς ορίζεται η σχέση των ψυχών με την θριαμβεύουσα Εκκλησία και ποιο είναι το νόημα των μνημοσύνων και των ευχών για τους κεκοιμημένους στη θ. Ευχαριστία. Αφού προβάλουμε την διδασκαλία της Εκκλησίας, θα απαντήσουμε στις αιρετικές απόψεις των δυτικών για το ‘’καθαρτήριο πυρ’’ μέσα από τα επιχειρήματα των αγίων και από τους λόγους του αγίου Μάρκου του Ευγενικού οι οποίοι έχουν ιδιαίτερη αξία γιατί προέρχονται από τον τελευταίο από τους Βυζαντινούς Πατέρες, πριν δηλαδή την σύγχρονη εποχή με όλες τις συγκεχυμένες θεολογικές απόψεις που την χαρακτηρίζουν και μας καθοδηγούν ως προς τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να προσεγγίζουμε και να κατανοούμε τις πηγές. Τέλος θα εντοπίσουμε γιατί οι δυτικοί οδηγήθηκαν στην αιρετική αυτή διδασκαλία.

Ο Παράδεισος για τους σεσωσμένους και η κόλαση για τους αμαρτωλούς.

 

Η ψυχή ζει και μετά θάνατον και διατηρεί πλήρη την συνείδηση, όπως φαίνεται και από την παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου και από την Αποκάλυψη που παρουσιάζονται οι ψυχές των αδίκως σφαγιασθέντων μαρτύρων να φωνάζουν για την επίσπευση της κρίσης αλλά και στους δώδεκα πρεσβυτέρους που αποδίδουν προσκύνηση στο Θεό  και τέλος στην Μεταμόρφωση του Χριστού, ο Μωϋσής μιλάει με τον Χριστό. Ο φυσικός θάνατος, ο χωρισμός δηλαδή της ψυχής από το σώμα,  είναι ποινή και ακολουθία του πνευματικού θανάτου,  της αμαρτίας και είναι φαινόμενο καθολικό. Η ψυχή όμως εξακολουθεί να ζει με αυτοσυνειδησία και τοποθετείτε ως ένα πρόοιμο στάδιο ανάλογα με το πόσο ιδιοποιήθηκε το έργο της σωτηρίας του Χριστού, στους σεσωσμένους, είτε αν απέκρουσε την δοσμένη χάρη, στους αμαρτωλούς . Παρόλο που η τύχη των αποθνησκόντων κρίνεται οριστικά, εν τούτοις δε απολαμβάνουν  ολοκληρωμένα το μέτρο της αμοιβής ή της οδύνης μέχρι της καθολικής κρίσεως, όταν μαζί με τα αναστημένα σώματά τους θα τύχουν πλήρους μακαριώτητος ή τιμωρίας. Τελειώνει η ηθική παρασκευή του ανθρώπου και ξεκινάει η ανταπόδοση, αποκλειομένης κάθε μετάνοιας ή βελτίωσης του ανθρώπου μετά τον χωρισμό εις τα εξ’  ων συνετέθει. Κατά την πίστη δηλαδή της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ο άνθρωπος πεθαίνοντας κρίνεται από τον Θεό, δηλαδή τελειώνει η περαιτέρω πρόοδος του ανθρώπου στο αγαθό ή στο κακό και σύμφωνα με την όλη ηθική αυτού κατάσταση στην στιγμή του θανάτου αποφασίζεται η οριστική τύχη του στην αιωνιότητα. Έτσι χωρίζονται οι αποθνήσκοντες σε δικαίους και σεσωμένους και στους αμαρτωλούς και κατάκριτους.

     Οι Απόστολοι και οι πρώτοι Χριστιανοί, επειδή πίστευαν ότι ο Κύριος θα έρθει γρήγορα, παραθεωρούσαν την μέση κατάσταση. Όμως, όπως όλα τα δόγματα, έτσι και αυτό της μερικής κρίσεως στηρίζεται στην Αγ. Γραφή και την Παράδοση. Η Αγ. Γραφή διακρίνει δύο καταστάσεις της ψυχής, αυτήν την μετά τον θάνατο και την μετά την καθολική κρίση, όπου ανιστάμενοι οι νεκροί θα ανακαινισθεί ο κόσμος και θα αμειφθούν ή κολασθούν τελείως οι άνθρωποι. Έτσι γράφει η Αγ. Γραφή «τούς γάρ πάντας ἡμᾶς φανερωθῆναι δεῖ ἔμπροσθεν τοῦ βήματος τοῦ Χριστού, ἵνα κομίσηται ἕκαστος τά διά τοῦ σώματος πρός ἅ ἔπραξεν, εἴτε ἀγαθόν εἴτε φαῦλον»[1] .

Αυτή η διάκριση υπάρχει και στην διδασκαλία των πατέρων. Ο Ι. Χρυσόστομος λέει «κάν μένῃ ἡ ψυχή, κάν μυριάκις ἀθάνατος ᾖ ὥσπερ οὖν καί ἔστι τῆς σαρκός χωρίς, οὐκ ἀπολήψεται τά ἀπόρρητα ἀγαθά ἐκεῖνα, ὥσπερ οὖν οὐδέ κολασθήσεται… Εἰ γάρ οὐκ ἀνίσταται τό σῶμα, ἀστεφάνωτος ἡ ψυχή μένει ἔξω τῆς μακαριότητος ἐκείνης τῆς ἐν οὐρανοῖς»[2]. Πάλι λέει, «οὔπω ( οι δίκαιοι της Π.Δ.) ἀπέλαβον τά ἀγαθά τῆς αἰωνίου ζωῆς, ἀλλ’ ἔτι μένουσιν…. Ἐννοήσατε καί ὑμεῖς τί ἐστι καί ὅσον ἐστι τόν Ἀβραάμ καθῆσθαι καί τόν ἀπόστολον Παῦλον περιμένοντας πότε σύ τελειωθῆς, ἵνα δυνηθῶσι τότε λαβεῖν τόν μισθόν»[3].

Ο Άγ. Κύριλλος Αλεξανδρείας τονίζει ότι «τήν κρίσιν ἔσεσθαι μετά τήν ἀνάστασιν τῶν νεκρῶν ἡ θεία πανταχοῦ λέγει Γραφή» και εφόσον «ὁ Χριστός κατεφοίτησεν ἐξ’ οὐρανῶν, οὔτε ἀνάστασις γέγονεν» άρα λοιπόν «οὔτε πράξεων ἀνταπόδοσις ἠκολούθησέ τισι»[4].

Οι πατέρες έβλεπαν πρώτιστα στην μονιμότητα της καταστάσεως και το αμετάβλητο  αυτής στην οποία περιέρχεται κάθε ψυχή φεύγοντας από το σώμα, και επειδή έχουν υπόψη το σύντομο χρονικό διάστημα μεταξύ της εξόδου από τον τωρινό βίο και της καθολικής κρίσεως σε σχέση με το ατελείωτο και το αιώνιο μετά την ανάσταση και μετά τόνιζαν το χρονικό αυτό πλαίσιο και δεν το συγχέαν με την καθολική κρίση. Στο πνεύμα αυτό ο Κλήμης Ρώμης γράφει για τον Πέτρο ότι «μαρτυρήσας ἐπορεύθη εἰς τόν ὀφειλόμενον τόπον τῆς δόξης»[5], ενώ για τον Παύλο ότι «μαρτυρήσας ἐπί τῶν ἠγουμένων οὕτως ἀπηλλάγη τοῦ κόσμου καί εἰς τόν ἅγιον τόπον ἐπορεύθη»[6].

Το ίδιο και στο μαρτύριο του Αγ. Πολυκάρπου επ. Σμύρνης γράφεται ότι «διά τῆς ὑπομονῆς καταγωνισάμενος τόν ἄδικον ἄρχοντα, τόν τῆς ἀφθαρσίας στέφανον ἀπέλαβε σύν τοῖς Ἀποστόλοις καί πάσι Δικαίοις ἀγαλλιώμενος»[7].

Περί μερικής κρίσεως διακρινομένης από την καθολική, ομιλεί και ο Πέτρος Μογίλας στην Δογματική του ‘’Ορθόδοξη Ομολογία (1638/42) που επικυρώθηκε από τους Πατριάρχες της Ανατολής από τη Σύνοδο του Ιασίου αφού διορθώσαν κάποιες αποκρίσεις και γράφει «… ὕστερα ἀπό τόν θάνατον καθένας θέλει γνωρίζει τήν ἀμοιβήν τῶν ἔργων του. Διατί ἐπειδή καί τά ἔργα του θέλουσιν εἶναι φανερά, λοιπόν καί ἡ ἀπόφασις τοῦ Θεοῦ εἶναι φανερή εἰς αὐτόν… Ὁμοίως πρέπει νά λογιάζωμεν καί διά τάς ψυχάς τῶν ἀμαρτωλῶν… πῶς καί αὐταί γροικοῦσι καί ἠξεύρουσι τήν κόλασιν ὁποῦ ταῖς ἀναμένει· καί καλά νά μήν ἔχουσι μήτε οἱ δίκαιοι, μήτε οἱ ἀμαρτωλοί τελείαν τήν ἀμοιβήν τῶν ἔργων των, πρίν τῆς τελευταίας κρίσεως, διατί μέ ὅλον τοῦτο δέν εἶναι ὅλαις εἰς μίαν καί τήν αὐτήν κατάστασιν, μήτε εἰς τόν αὐτόν τόπον πέμπονται· ἀπό τοῦτο γίνεται φανερόν, πῶς τό τοιοῦτο νά μή γίνεται πρίν τῆς τελευταίας κρίσεως χωρίς νά ζητᾷ λογαριασμόν τῆς ζωῆς μας ὁ Θεός ἀπό ἐμᾶς, τοῦτο νοεῖται πῶς δέν ἀποδίδοται ὁ λογαριασμός τοῦτος κατά τόν ἐδικό μας τρόπον»[8].

Την ίδια διδασκαλία γράφει και ο Δοσίθεος Ιεροσολύμων

 Οι  δίκαιες ψυχές μετά την έξοδο τους χαίρονται για τον χωρισμό γιατί απελευθερώνεται από τον παρόντα κόσμο κατά τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο[9], βρίσκονται στα χέρια του Θεού κατά τον Άγιο Κύριλλο[10] και η επικοινωνία τους με τον Θεό θα είναι αμεσότερη και στενότερη απ’ ότι στην παρούσα ζωή κατά τον Αγ.  Ειρηναίο[11].

Εδώ θα πρέπει να αναφέρουμε ότι στα μέσα του τρίτου αιώνα πολεμήθηκε από την Εκκλησία η αίρεση των Θνητοψυχιτών, οι οποία δίδασκε ότι η ψυχή μετά από τον χωρισμό αυτής με το σώμα πέφτει σε ύπνο- θάνατο για να συναναστηθεί με αυτό στην έσχατη ημέρα. Πάρομοια αίρεση ήταν αυτή της ψυχοπαννυχίας, του Μεσαίωνα (1240).

Η Πρσβεία των Αγίων

 

Στην Π.Δ. παρουσιάζεται ο Θεός στον Αβιμέλεχ, βασιλιά Γεράρων, ο οποίος είναι χτυπημένος από ασθένεια εξαιτίας της απαγωγής της Σάρρας, για να δώσει πίσω αυτήν στον Αβραάμ. Μόλις ο Προφήτης Αβραάμ πάρει πίσω την Σάρρα θα προσευχηθεί για εκείνον και θα ζήσει. Πράγμα που έγινε[12]. Ο Σαμουήλ παρακαλείται από τους Ισραηλίτες να μην σταματήσει την προσευχή και να «βοᾷ πρός Κύριον καί σώσει αὐτούς ἀπό χειρῶν ἀλλοφύλων». Πράγματι ο Κύριος «ἐπήκουσεν»[13]. Στην Κ.Δ.  βλέπουμε τον Απόστολο Παύλο να ζητάει τις ευχές των Χριστιανών και τις δεήσεις τους προς τον Κύριο, γράφοντας προς τους Θεσσαλονικείς «ἀδελφοί, προσεύχεσθε περί ὑμῶν»[14], ή στην προς Εφεσίους, όταν τους παρακαλεί να προσεύχονται γι’ αυτόν γιατί ήταν φυλακισμένος καθώς και στην προς Κορινθίους[15]. Οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς συμφωνούν όλοι και λένε ότι αν ο λόγος του Θεού μας ζητά να προσεγγίζουμε  τις δεήσεις των αγίων στην ζωή, πολύ περισσότερο όταν οι άγιοι βρίσκονται στον ουρανό, εκεί που υπάρχει ενότητα με τον Χριστό και είναι δοξασμένοι. Πώς μπορούν οι άγιοι; Το επιτρέπει ο Θεός. Τους δίνει χάρισμα ο Θεός. Πόσα οράματα είδαν οι Προφήτες; Ο Παύλος; Ο οποίος μέχρι τρίτου ουρανού ανέβει. Ο Απ. Ιωάννης; (Αποκάλυψη)[16] .

Στην ιερά παράδοση έχουμε πολλούς λόγους αγίων που αναφέρονται στην αξία της πρεσβείας των Αγίων. Ο Ευσέβιος αναφέρεται στην μάρτυρα Ποταμιαίνη, η οποία υποσχέθηκε στον ειδωλολάτρη στρατιώτη Βασιλείδη που την συνόδευε, ότι θα ζητήσει από τον «παρά ἑαυτῆς Κύριον» όταν θα έφευγε από τον κόσμο να βοηθήσει τον στρατιώτη. Πράγματι ο Βασιλείδης μαρτύρησε και αυτός και τον στεφάνωσε η Αγία[17] .

Στην θεία Ευχαριστία μετά τον καθαγιασμό των τιμίων δώρων «μνημονεύομεν καί τῶν προκεκοιμημένων πρῶτον πατριαρχῶν, προφητῶν, ἀποστόλων, μαρτύρων, ὅπως ὁ Θεός ταῖς εὐχαῖς αὐτῶν καί πρεσβείαις, προσδέξηται ἡμῶν τήν δέησιν».

Ο Άγ. Αμβρόσιος γράφει για τους μάρτυρες ότι δύνανται υπέρ των δικών μας αμαρτημάτων να δέονται αυτοί, οι οποίοι τα ίδια αυτών αμαρτήματα, εάν τυχόν είχαν αυτά, τα απέπλυναν διά του αίματος. Αυτοί είναι προστάτες, ερευνητές της ζωής και των πράξεών μας, τους οποίους δεν ντρεπόμαστε να προβάλλουμε ως μεσίτες της ασθενείας μας[18].

Ο Μ. Βασίλειος στην ομολογία του προς τον Ιουλιανό διακηρύτει: «δέχομαι δέ καί τούς ἁγίους ἀποστόλους, προφήτας καί μάρτυρας καί εἰς πρός Θεόν ἱκεσίαν τούτους ἐπικαλοῦμαι, τοῦ δι’ αὐτῶν, ἤγουν διά τῆς μεσιτείας αὐτῶν ἵλεών μοι γενέσθαι τόν φιλάνθρωπον Θεόν καί λύτρον μοι τῶν πταισμάτων γενέσθαι καί δοθῆναι»[19]. Στην δε ομιλία του προς τους τεσσαράκοντα μάρτυρες λέει «Πόσα ἔκαμες, ἵνα ἕνα που εὕρῃς ὑπέρ σοῦ δυσωποῦντα τόν Κύριον; Τεσσαράκοντα εἰσι, σύμφωνον ἀναπέμποντες προσευχήν. Ὅπου δύο ἤ τρεῖς συνηγμένοι ἐπί τῷ ὀνόματί τοῦ Κυρίου, ἐκεῖ ἐστιν ἐν μέσῳ αὐτῶν…. κοινούς φύλακας τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων, πρεσβευτάς δυνατωτάτους, δεήσεως συνεργούς»[20].

Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης στην ομιλία του στον Άγ. μάρτυρα Θεόδωρο, καλεί να πάει «πρός τούς τιμῶντας αὐτόν ἀόρατος φίλος» και να «πρεσβεύσῃ ὑπέρ τῆς πατρίδος πρός τόν κοινόν βασιλέα»[21].

Ο θείος Χρυσόστομος προτρέπει να «καταφεύγωμεν ἐπί τάς τῶν ἁγίων πρεσβείας καί παρακαλῶμεν, ὥστε ὑπέρ ἡμῶν δεηθῆναι», γιατί έχουν παρρησία προς τον Θεό. «Οὐκ ἐσφάγησαν, -παρατηρεί ὑπέρ ἡμῶν οἱ μάρτυρες. Καί όμως συντρέχομεν εἰς τήν ἐκείνων τιμήν. Εἰ δέ ἡμεῖς ὑπέρ ὧν οὐκ ἐσφάγησαν, συντρέχομεν ὁ Χριστός, ὑπέρ οὗ τάς κεφαλάς ἀπέθεντο, τί οὐ ποιήσει;» Σε άλλο χωρίο που γράφει για την ευλογία που αντλούμε από τα άγια λείψανα των αγίων παρατηρεί: «καθάπερ στρατιῶται τραύματα ἐπιδείξαντες, ἅπερ ἐκ τῶν πολεμίων ἔλαβον μετά παρρησίας τῷ βασιλεῖ διαλέγονται, οὔτω καί οὖτοι τάς κεφαλάς, ἅς ἀπετμήθησαν ἐπί τῷν χειρῶν βαστάζοντες καί εἰς μέσον παράγοντες, εὐλόγως ἅπαντες, ὅσα ἄν θέλωσι παρά τῷ βασιλεῖ τῶν οὐρανῶν ἀνύειν δύνανται»[22].

Η Σχέση της Στατευομένης Εκκλησίας με τους τεθνεώτας

 

 

Με την προσφορά της θείας Ευχαριστίας, προσφέρεται ωφέλεια μεγάλη στις ψυχές των τεθνεώτων. Όμως αλλαγή από την κατάσταση της πονηρίας και αθλιότητας στην κατάσταση της αγιότητας και της μακαριότητας καθώς και ελπίδα για επανόρθωση από τα αμαρτήματα αποκλείεται. Όμως οι αγαθοεργίες των ανθρώπων και οι ελεημοσύνες, οι ευχές της θείας Λειτουργίας για τους κεκοιμημένους είναι ωφέλεια και ανακούφιση για τους αμαρτωλούς, που δεν επανόρθωσαν και θεράπευσαν τις αμαρτίες με την μετάνοια και μαρτυρείται από τους Πατέρες. Για την ωφέλεια των προαναφερθέντων μιλούν οι άγιοι.

Ο Άγ. Κύριλλος γράφει: «μεγίστην ὄνησιν πιστεύομεν ἔσεσθαι ταῖς ψυχαῖς, ὑπέρ ὧν ἡ δέησις ἀναφέρεται τῆς ἁγίας καί φρικωδεστάτης προκειμένης θυσίας». Απαντά επιπλέον με ένα παράδειγμα στην ένσταση πολλών που λένε «τί ὠφελεῖται ψυχή μετά ἁμαρτημάτων ἀπαλλασσομένη τοῦδε τοῦ κόσμου ἤ οὐ μεθ’ ἁμαρτημάτων ἑάν ἐπί τῆς προσευχῆς μνημονεύηται;» [23] Φαντάζεται έναν βασιλιά που εξόρισε τους υπηκόους του, στον οποίο παρεμβαίνουν οι ενδιαφερόμενοι γι’ αυτούς που θα τιμωρηθούν και προσφέρουν ένα στεφάνι στον βασιλιά για τις τιμωρίες. Άρα ρωτά ο Άγ. Δεν θα μαλακώσει ο βασιλιάς για να δώσει «αὐτοῖς ἄνεσιν τῶν κολάσεων; ». Και οδηγείτε στο συμπέρασμα «Τόν αὐτόν τρόπον καί ἡμεῖς ὑπέρ τῶν κεκοιμημένων δεήσεις τῷ Θεῷ προσφέροντες κἄν ἁμαρτωλοί ὦσιν, οὐ στέφανον πλέκομεν, ἀλλά Χριστόν ἐσφαγιασμένον ὑπέρ τῶν ἡμετέρων ἁμαρτημάτων προσφέρομεν, ἐξιλεούμενοι ὑπέρ αὐτῶν καί ἡμῶν τόν φιλάνθρωπον».

Ο Άγ. Χρυσόστομος βεβαιώνει ότι «τό ἐπί τῶν φρικτῶν μυστηρίων μνήμην γίνεσθαι τῶν ἀπελθόντων» «ἐνομοθετήθη ὑπό τῶν ἀποστόλων». Γιατί «πολύ κέρδος γινόμενον, πολλήν τήν ὠφέλειαν». Και «ὅταν ἑστήκῃ λαός ὁλόκληρος χεῖρας ἀνατείνοντες, πλήρωμα ἱερατικόν καί προσκέηται ἡ φρικτή θυσία, πῶς οὐ δυσωπήσωμεν ὑπέρ τούτων τόν Θεόν παρακαλοῦντες;» Τονίζει όμως στην ίδια ομιλία οτι δεν έχουν ελπίδα «μετά ἁμαρτημάτων ἀπελθεῖν, ἔνθα οὐκ ἔστιν ἁμαρτημάτων ἀποδύσασθαι» αυτοί που είναι έξω από την βασιλεία αλλά «βοήθειαν τινα, μικράν μέν, βοηθεῖν δέ ὅμως δυναμένην, αὐτοί τε εὐχόμενοι καί ἑτέρους παρακαλοῦντες εὐχάς ὑπέρ αὐτῶν ποιεῖσθαι, πένησιν Ὑπέρ αὐτῶν διδόντες συνεχῶς». Και αλλού μιλάει για την δυνατότητα «ἐάν θέλωμεν, κούφην γενέσθαι τήν κόλασιν» των δικών μας προσώπων, αρκεί να «ποιῶμεν  ὑπέρ αὐτοῦ εὐχάς συνεχεῖς, ἄν ἐλεημοσύνην διδῶμεν. Κἄν ἐκεῖνος ἀνάξιος ᾖ, ἡμᾶς ὁ Θεός δυσωπηθήσεται. Εἰ διά Παῦλον ἑτέρους διέσωσε καί δι’ ἄλλους ἄλλων φείδεται, πῶς οὐχί καί δι’ ἡμᾶς τό αὐτό τοῦτο ἐργάσεται;[24]

Είναι σαφές ότι οι Πατέρες μιλάν για ανακούφιση και βοήθεια όχι όμως απαλλαγή από τον Άδη.

Οι παλαιότεροι πατέρες δεν καθορίζουν ακριβώς την όνησιν και βοήθεια, ενώ αποκλείουν την υπέρ των απίστων και ασεβών αναφορά της θείας Ευχαριστίας. Υπάρχουν επίσης κάποιες διηγήσεις συναξαρίων αμφίβολες όπως της ειδωλολάτρισσας Φαλκονίλλα η οποία κατά την διήγηση σώθηκε. Και άλλη διήγηση με τον Βασιλιά Τραϊανό που και αυτός γράφει έτυχε σωτηρίας. Αυτές όμως οι περιπτώσεις αν γίνουν δεκτές καταλύουν την αλήθεια της πίστεως, (κάποιοι μάλιστα ειδωλολάτρες οδήγησαν σε θάνατο πολλούς χριστιανούς,) και μεταβιβάζονται στους κόλπους του Αβραάμ, παρά την σίγουρη βεβαίωση  της παραβολής του πλουσίου και του Λαζάρου ότι υπάρχει ‘’χάσμα μέγα’’. Εκείνοι δε οι οποίοι έζησαν με συνειδητή απιστία  και περιφρόνησαν το ευαγγέλιο δεν θα τους συμβεί κάτι θετικό για την αιωνιότητα.

Το καθαρτήριο πυρ

 

Το δόγμα των ρωμαιοκαθολικών διδάσκει ότι οι ψυχές οι μη τελείως κεκαθαρμένες, και βεβαρημένες από μικρά αμαρτήματα και από ποινές οφειλόμενες σε συγχωρημένες αμαρτίες που δεν ‘’πληρώθηκαν’’ σε αυτήν την ζωή, μεταβαίνουν στον τόπο του καθαρτηρίου πυρός ή καθαρίζονται με προσωρινές ποινές. Το δόγμα αυτό καταπολεμήθηκε και στη Δύση και φυσικά δεν έγινε δεκτό στην Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία. Μία σημαντική προέκταση αυτού του θέματος είναι ότι αυτές οι πρόσκαιρες ποινές είναι από τον Θεό επιβαλλόμενες ή  επιβάλλονται  από την Εκκλησία γιατί το σωτήριο έργο του Θεού(η σταύρωση-το πάθος) δεν προσλαμβάνεται από τον πεπερασμένο άνθρωπο, και ότι ο θάνατος του Κυρίου μόνο τις προ του βαπτίσματος σβήνει ενοχές από τις αμαρτίες. Εδώ ακριβώς οι Δυτικοί στηρίζουν την υπερπερισσεύουσα αξιομισθία των αγίων[25], όπου  δεν θα αναλυθεί στο παρόν. Οι δυτικοί υποστηρίζουν ότι για το καθαρτήριο πυρ αναφέρει η αγ. Γραφή και μίλησαν οι άγιοι Πατέρες και γι’ αυτό το υποστήριξαν (οι δυτικοί) στη σύνοδο της Φλωρεντίας και ακολούθως στην εν Τριδέντω σύνοδο. Επίσης υπάρχουν πολλές παρεμβληθείσες εκφράσεις όπως στη σύνοδο της Λυών, αλλά και του Πατριάρχου Ιωάννη Βέκκου που δεν θεωρούνται αυθεντικές. Αυτό όμως όπως θα δούμε και στον Άγιο Μάρκο τον Ευγενικό που πολεμάει αυτή την αίρεση δεν ισχύει, το επιχείρημα είναι ψευδές, γιατί όπου γίνεται λόγος στους αγίους Πατέρες αφορά το πυρ της μελλούσης κρίσεως, ή αλλιώς τους παρερμηνεύουν. Θα δούμε όμως ποια είναι τα επιχειρήματα των δυτικών σύμφωνα με τις πηγές στο επόμενο κεφάλαιο. Σε τρία υπομνήματα ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός απέκρουσε το καθαρτήριο πυρ. Είναι πολύ σημαντικό να δουν οι ενδιαφερόμενοι την σχετική αντιλατινική γραμματεία σχετικά με το καθαρτήριο πυρ, πχ. του Πέτρου Μογίλα, του Κριτόπουλο που είναι πολέμιος των αιρέσεων των δυτικών, του Δοσιθέου Ιεοροσολύμων κλπ. Εμείς θα αναφέρουμε μέρος της εγκυκλίου της Συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως του 1722 προς τους Ορθοδόξους Αντιοχείς για το καθαρτήριο πυρ που έχει μεγάλη αξία και σπουδαιότητα.

Σύνοδος Φερράρας-Φλωρεντίας

Στην Σύνοδο Φερράρας- Φλωρεντίας 1438-1439), ( θα παρακολουθήσουμε από τα ελληνικά πρακτικά και τις πληροφορίες του Συρόπουλου τις συζητήσεις) που έγινε για να επιτευχθεί η ένωση των Εκκλησιών, το πρώτο από τα θέματα που συζητήθηκαν ήταν το δόγμα του καθαρτηρίου πυρός. Κύριος  πρωταγωνιστής και εκφραστής της αληθείας υπήρξε ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός (και άλλοι φυσικά όπως ο Άγιος Γεννάδιος ο Σχολάριος).

Ο Άγιος Μάρκος ζήτησε να μάθει από που οι Λατίνοι παρέλαβαν αυτές τις παραδόσεις, από πότε τις πιστεύουν και ποια συγκεκριμένα είναι η άποψή τους γι’  αυτό το θέμα[26]. Στις 4 Ιουνίου άρχισε η εξέταση αυτού του θέματος. Την άποψη των Λατίνων εξέθεσε ο Καρδινάλιος Ιουλιανός λέγοντας «ὅτι ἐστι πῦρ καθαρτήριον ἤγουν ἐν τῷ νῦν αἰῶνι, καθαρίζονται τῶν ἁμαρτωλῶν αἱ ψυχαί διά τοῦ πυρός, τῶν ἐχόντων ἁμαρτήματα συγγνωστά, συνεργούσης καί τῆς ἐκκλησίας διά δεήσεως τῶν ἱερέων, ἔτι δέ καί διά τῶν λειτουργιῶν καί ἐλεημοσυνῶν λυτροῦνται τῶν κολάσεων».

Υπάρχουν είπε «τρεις διαφορετικοί τόποι». Ο ένας των αγίων, των οποίων οι ψυχές μετά τον θάνατο βρίσκονται στον ουρανό στην Αγία Τριάδα και βρίσκονται στην μακαριότητα, άλλος των αμαρτωλών όπου βρίσκονται στον Άδη και κολάζονται όπως ο Ιούδας, και ο τρίτος (μέσος) τόπος στον οποίο είναι οι ψυχές που είχαν συγγνωστά αμαρτήματα και τα εξομολογήθηκαν και κοινώνησαν το τίμιο σώμα  αλλά χρεωστούν κανόνα, αυτών οι ψυχές καθαρίζονται από το πυρ»[27].

Σύμφωνα δε με τα απομνημονεύματα του Συρόπουλου ο καρδινάλιος είπε ότι μετά την έλευση των αμαρτωλών από το πουργατόριο οι πρώην αμαρτωλοί «ἀπέρχονται εἰς τήν απόλαυσιν»[28].

Οι Λατίνοι χρησιμοποίησαν χωρία από την Αγ. Γραφή και από τους πατέρες. Από την Αγ. Γραφή είπαν το χωρίο του Αποστόλου Παύλου «καί ἑκάστου τό ἔργον ὁποῖον ἐστι τό πῦρ δοκιμάσει. εἴ τινος τό ἔργον κατακαήσεται, ζημιωθήσεται, αὐτός δέ σωθήσεται, οὕτως δέ ὡς διά πυρός»[29].Διάβασαν επίσης και διάφορα πατερικά χωρία όπως μας γράφουν τα πρακτικά[30]. Ξεχώριζαν δηλαδή αυτό το καθαρτήριο πυρ ως «ενεστώτι» από το αιώνιο πυρ που ακολουθεί μετά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, και ότι καθαρίζονται οι ψυχές δι’ αυτού[31].

Αφού δόθηκαν εγγράφως οι απόψεις των Λατίνων στην επόμενη συνεδρίαση δόθηκε απάντηση από τον Βησσαρίων Νικαίας και κυρίως τα επιχειρήματα από τον Άγιο Μάρκο. Μάλιστα τα απομνημονεύματα του Συρόπουλου γράφουν «Ἡμεῖς δ’ ἐθαυμάζομεν πῶς ὁ Ἐφέσου εὐθύς ἐδίδου τάς λύσεις μετά παραστάσεων γραφικῶν, μή προειδώς ἅ προέθετο προτείνειν ὁ Ἰωάννης»[32] (ο Καρδινάλιος).

Ο Βησσαρίων μετά από εντολή του αυτοκράτορα απάντησε στους Λατίνους αναλύοντας το αποστολικό χωρίο του αποστόλου Παύλου που είχαν αναφέρει ως επιχείρημα λέγοντας ότι τα έργα τα οποία πρόκειται να κατακαούν είναι οι πράξεις και ο βίος των ανθρώπων που έζησαν στον κόσμο αυτό. Άρα μιλάει ο Απ. για τον «μέλλοντα αιώνα» και το ρήμα σωθήσεται δεν δηλώνει την σωτηρία, αλλά το «οὐκ ἀφανισθήσεται».  Ο αμαρτωλός εξ’ αιτίας δηλαδή των πονηρών έργων το θα βασανίζεται αιωνίως[33].

Οι Ιταλοί ομολογούν και πυρ σε αυτόν τον αιώνα και αιώνιο. Το μεν πρόσκαιρο ανάλογα με τα αμαρτήματά του καθενός είτε θα είναι επί πολύ για να καθαρθεί η ψυχή  είτε λιγότερο και βοηθά και η εκκλησία και ότι από αυτό θα περάσουν όλοι.[34]

Υποστήριζαν επίσης ότι το ρήμα σωτηρία σημαίνει βοήθεια λύτρωση από τα κακά και αναψυχή και ότι χρησιμοποιείτε για καλό, όπως ο λόγος του Αγ. Δαβίδ «σῶσον τόν δοῦλον σου ὁ Θεός μου τόν ἐλπίζοντα ἐπί σέ» όπως και άλλα χωρία αγιογραφικά. Από την μεριά όμως των Ορθοδόξων στις συζητήσεις δεν φανέρωναν όλη τη διδασκαλία γιατί περιμέναν και τους πρέσβεις από του ρηγάδες της Βενετία για την αποστολή βοήθειας στην Κωνσταντινούπολη[35]. Οι ορθόδοξοι την 16 του μηνός Ιουλίου συναχθήκαν στο σπίτι του πατριάρχου για να συζητήσουν αν οι άγιοι έλαβαν πλήρως τα αγαθά ή όχι. Μετά από ανταλλαγή απόψεων κατέληξαν στο «ὄτι ἀπέλαβον καί οὐκ ἀπέλαβον. ἀπέλαβον μέν τελείως αἱ ψυχαί καθό ψυχαί, μέλλουσι δέ ἀπολαβεῖν καί τελεώτερον ἐν τῇ ἀναστάσει μετά τῶν σωμάτων τῶν ἰδίων, καί τότε λάμψουσιν ὡς ὁ ἥλιος, ἤ καί ὡς τό φῶς ὅπερ ἔλαμψεν ὁ κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός ἐν τῷ ὄρει Θαβωρίῳ»[36].

Η σύνοδος μεταφέρθηκε στην Φλωρεντία για διαφόρους λόγους. Κατ’ αυτήν την περίοδο συζητήθηκε το filioque τα άζυμα, η αρχή του πάπα, η επίκληση των ρημάτων του Κυρίου κλπ.  αλλά εμείς εξετάζουμε μόνο την συζήτηση για το καθαρτήριο πυρ.  Κατέληξαν με μια πρόταση η οποία αποτελεί συμβιβασμό, ότι «αἱ ψυχαί τῶν δικαίων τέλειον ἀπέλαβον τόν στέφανον ἐν οὐρανοῖς, καθόσον εἰσί ψυχαί. καί τῶν ἁμαρττωλῶν, τήν τελείαν κόλασιν. αἱ δέ μέσαι ὑπάρχουσι μέν ἐν βασανιστηρίῳ, καί εἴτε πῦρ ἐστιν, εἴτε ζόφος καί θύελλα, εἴτε τι ἔτερον, οὐ διαφερόμεθα»[37].

Όμως σε αυτό όλο επανέρχονταν και παρέδωσαν ένα κείμενο  για να το υπογράψουν οι Ορθόδοξοι και μετά να γίνει η ένωση. Στο κείμενο αυτό αναφέρονται και στο πυρ το οποίο πηγαίνουν οι μετανοήσαντες ως τρίτη κατηγορία περιλαμβανομένων των άλλων δύο, των αγίων και αυτή των αμαρτωλών. Εδώ ακριβώς βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες διαφορές μας με τους Λατίνους. Οι μεν άγιοι βλέπουν αμέσως την ουσία του Θεού, οι αμαρτωλοί θα κολασθούν ενώ όσοι θα περάσουν από το καθαρτήριο πυρ εξομολογημένοι  θα αξιωθούν μετά και αυτοί της οράσεως της ουσίας του Θεού[38].

Ισχυρίζονται οι Φραγκολατίνοι ότι οι άγιοι βλέπουν την ουσία του Θεού, ενώ στην Ορθόδοξη Παράδοση υπάρχει διάκριση μεταξύ ουσίας και ενεργειών του Θεού και ότι οι άνθρωποι μετέχουν στην άκτιστη ενέργεια του Θεού και όχι της ουσίας Του. Κατά τους Λατίνους το καθαρτήριο πυρ είναι μια κτιστή πραγματικότητα που σε οδηγεί στην μέθεξη της ουσίας του Θεού. Όμως στην Ορθόδοξη διδασκαλία ξέρουμε καλά ότι η κάθαρση είναι αποτέλεσμα της καθαρτικής ακτίστου ενεργείας του Θεού, ενώ ο φωτισμός και η θέωση είναι μέθεξη της φωτιστικής και θεοποιού ενεργείας του Θεού και όχι της ουσίας Του. Γι’ αυτό στην σύνοδο της Φεράρας ζητούν οι δυτικοί να απολογηθούν οι Ορθόδοξοι για την Θεία ουσία και θεία ενέργεια. Βλέπουμε ότι η διδασκαλία του καθαρτηρίου πυρός σχετίζεται και με την αιρετική ταύτιση ουσίας και ενεργείας του Θεού, που αποτελεί ένα από τα κεντρικότερα ατοπήματα των Λατίνων.  Οι Ορθόδοξοι δεν έδωσαν λόγο για αυτό το θέμα. Στον όρο της Συνόδου έγινε δεκτή και η άποψη της «κάθαρσης μετά θάνατον».

Τον όρο φυσικά δεν τον υπέγραψε ο Άγιος Μάρκος Εφέσου ο Ευγενικός καθώς και όσοι συμφωνούσαν μαζί του. Οι ορθόδοξοι αντέδρασαν και δεν έγινε αποδεκτό και το καθαρτήριο πυρ.

Είναι χαρακτηριστική η εγκύκλιος  της εν Κωνσταντινουπόλη Συνόδου του 1722 προς τους ορθοδόξους Αντιοχείς μεταξύ των άλλων αναφέρεται και στο θέμα του καθαρτηρίου πυρός. Ενώ οι Λατίνοι ισχυρίζονται ότι υπάρχουν τρεις τόποι όπου πηγαίνουν οι ψυχές των αποθανόντων, «ἡμεῖς οἱ εὐσεβεῖς, ἀκολουθοῦντες τήν ἀλήθειαν καί τάς τοιαύτας καινοτομίας ἀποστρεφόμενοι, δύο μέν τόπους διά τάς ψυχάς τῶν ἀποθαμένων, παράδεισον καί κόλασιν, διά τούς δικαίους καί ἁμαρτωλούς, καθώς ἡ θεία Γραφή μᾶς διδάσκει, ὁμολογοῦμεν καί ἀποδεχόμεθα. Τρίτον δέ τόπον καί πουργατόριον οὐδόλως στέργομεν, ἐπειδή καί οὕτε ἡ Γραφή οὕτε οἱ θεῖοι Πατέρες τοιοῦτον τι μᾶς ἐδίδαξαν. Πιστεύομεν ὅμως, ὅτι οἰ δύο αὐτοί τόποι ἔχουσι πολλάς καί διαφόρους μονάς… Καί οὐδείς τῶν διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας παρέδωκεν ἤ ἐδίδαξε τό τοιοῦτον πουργατόριον, ἀλλά ὅλοι ἔνα καί μόνον τόπον τιμωρητικόν λέγουσι, τόν ἅδην, καθώς καί ἔνα φωτεινόν καί λαμπρόν διδάσκουσι, τόν παράδεισον. Ἔχουσιν ὅμως καί οἱ δύο τόποι μονάς διαφόρους ὡς εἴπομεν. καί ἐπειδή αἱ μέν τῶν ἁγίων καί τῶν δικαίων ψυχαί πηγαίνουσιν ἀναμφιβόλως εἰς τόν παράδεισον, αἱ δέ τῶν ἁμαρτωλῶν εἰς τήν κόλασιν, ἀπό τούς ὁποίους ἁμαρτωλούς οἱ μέν ἀσεβεῖς καί ἀσύγγνωστα ἁμαρτήσαντες κολάζονται αἰωνίως, οἱ δέ συγγνωστά καί μέτρια πταίσαντες ἐλπίζουσι τυχεῖν ἐλευθερίας κατά τήν ἄφατον εὐσπλαχίαν τοῦ Θεοῦ, διά τοῦτο ὑπέρ τῶν τοιούτων, τῶν μέτρια δηλαδή καί συγγνωστά ἁμαρτησάντων, γίνονται παρά τῆς Ἐκκλησίας αἰ προσευχαί καί δεήσεις, λειτουργίαι τε καί μνημόσυνα καί ἐλεημοσύναι, διά νά λάβωσιν αἱ ψυχαί ἐκεῖναι ὠφέλειαν καί ἄνεσιν. Ὄθεν καί ὅταν ἡ Ἐκκλησία προσεύχεται διά τάς ψυχάς τῶν κεκοιμημένων, ἐλπίζομεν μέν νά γίνεται ἄφεσις παρά Θεοῦ εἰς τούς τοιούτους, ὅμως ὄχι διά πυρός καί πουργατορίου, ἀλλά διά τῆς θείας φιλανθρωπίας, καθ’ ὅν τρόπον οἷδεν ἡ ἄπειρος τοῦ Θεοῦ ἀγαθότης»[39] .

Διδασκαλία του Αγίου Μάρκου του Ευγενικού κατά του ‘’καθαρτηρίου πυρός’’

 

Ο Άγιος Μάρκος Ο Ευγενικός, εκφραστής της Ορθοδόξου πατερικής διδασκαλίας έγραψε δύο ομιλίες που σώζονται και που τις κατέθεσε σε συζητήσεις κατά την σύνοδο Φερράρας καθώς και κάποια κεφάλαια που αποτελούν περίληψη της διδασκαλίας του κατά του καθαρτηρίου πυρός. Η πρώτη ομιλία έχει τίτλο : «Τοῦ πανιερωτάτου Μητροπολίτου Ἐφέσου κυρ Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ ἀντίρρησις τῶν Λατινικῶν κεφαλαίων, ἅπερ αὐτοί προέτεινον, περί τοῦ περκατορίου πυρός»[40]. Η δεύτερη ομιλία με τίτλο: «τοῦ σοφωτάτου καί λογιωτάτου Ἐφέσου κυρ Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ, ἀπολογία πρός τούς Λατίνους Δευτέρα, ἐν ἧ ἐκτίθησι καί τῆς τῶν Γραικῶν Ἐκκλησίας τήν ἀληθῆ δόξαν»[41]. Και τα κεφάλαια έχουν τίτλο : «Συλλογισμοί δέκα δεικνῦντες ὅτι οὐκ ἔστιν πῦρ καθαρτήριον»[42].Εμείς επειδή το υλικό είναι πολύ μεγάλο και πλούσιο θα παρουσιάσουμε τις γενικές θέσεις του για το καθαρτήριο πυρ.

Ο Άγιος Μάρκος δεν δέχεται την ύπαρξη του καθαρτηρίου πυρός, και παραθέτει ως επιχείρημα την ευαγγελική περικοπή του Πλουσίου και του Λαζάρου. Μετά τον θάνατο ο Λάζαρος, πηγαίνει από τους αγγέλους στον κόλπο του Αβραάμ ενώ ο πλούσιος στον Άδη. Στην μεν πρώτη περίπτωση φανερώνεται «ἀκροτάτη κατάστασιν ἐν τῇ εὐδαίμονι λήξει τῶν τῷ Θεῷ φίλων» ενώ με τον άδη την «αἰωνίαν δίκην και κατάκρισιν τῶν ἁμαρτωλῶν». Άρα γράφει ο Άγιος Μάρκος ότι δεν υπάρχει μεταξύ αυτών των δύο τόπων μέση κατάσταση που βασανίζονται πρόσκαιρα[43].

Η ψυχή του ανθρώπου μόλις απαλλαγεί από το σώμα και θα είναι άϋλη «οὐκ ἔστιν εἰκός ὑπό σωματικοῦ πυρός κολάζεσθαι» αφού το σώμα της διεφθάρη. Μετά λοιπόν την ανάσταση μόλις θα λάβει πάλι το σώμα τότε, θα γευθεί της αιωνίου κολάσεως και όχι μόνο αυτός αλλά και οι δαίμονες που έχουν κάποια ύλη και παχύτητα κατά τον Μέγα Βασίλειο.[44] Γιατί οι πατέρες που σχολίασαν την παραβολή αυτή δεν μίλησαν για το λεγόμενο καθαρτήριο πυρ;[45] Στη συνέχεια ο Άγιος παραθέτει την αιρετική διδασκαλία του Ωριγένη για την αποκατάσταση των πάντων και η οποία αναθεματίσθηκε από την πέμπτη Οικουμενική Σύνοδο, γιατί «κάνει τους ράθυμους ραθυμοτέρους,  οι οποίοι περιμένουν την λύτρωση κατά την αποκατάσταση». «Διά τά αὐτά τοίνυν καί τό προκείμενον δόγμα τοῦ καθαρσίου πυρός ἀποβλητέον ἄν εἴη τῆς ἐκκλησίας, ὡς ῥᾳθυμίαν ἐμποιοῦν τοῖς σπουδαίοις καί πεῖθον αὐτούς μή πᾶσι τρόποις ἀγωνίζεσθαι κατά τόν παρόντα βίον ἑαυτούς ἐκκαθαίρειν, ὡς προσδοκωμένης ἑτέρας καθάρσεως»[46]. Ούτε τον ίδιο τόπο και την μακαρία εκείνη κατάσταση λαμβάνουν ολοκληρωτικά οι δίκαιοι, ούτε οι αμαρτωλοί στην αιώνια κόλαση οδηγούνται στην οποία θα βασανισθούν αιωνίως, αλλά αυτά μετά την ανάσταση αναγκαία θα γίνουν. Ο καθένας βρίσκεται στον προσήκοντα τόπο, οι μεν στον ουρανό άνετοι και ελεύθεροι, με τους αγγέλους και τον Θεό, όπως ο ληστής, οι άγιοι οι οποίοι επακούουν τις δεήσεις των ανθρώπων και πρεσβεύουν στο Θεό, γι’ αυτό και τα λείψανα θαυματουργούν, και είναι ανώτερη η ζωή από την παρούσα,  ενώ οι αμαρτωλοί στον Άδη, δεμένοι και σκοτεινοί, με απαραμύθητη λύπη, και στεναχώρια, προβλέποντας τα βάσανα που τους αναμένουν»[47].Βλέπουμε και τον Άγιο Μάρκο να πιστεύει στην μέση κατάσταση των πιστών, ότι προγεύονται τα αγαθά του Θεού και ότι είναι πιο κοντά από την πρόσκαιρη ζωή γι’ αυτό και παραθέτει διάφορα χωρία μεταξύ των οποίων, του Ματθαίου «Δεύτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου κληρονομήσατε τήν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν». Άλλωστε ποια είναι η ανάγκη της ανάστασης των σωμάτων και η Δευτέρα του Κυρίου Παρουσία;[48] Και ο απόστολος Παύλος γράφει : «Πάντας ἡμᾶς φανερωθῆναι δεῖ ἔμπροσθεν τοῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ, ἵνα κομίσηται ἕκαστος τά διά τοῦ σώματος, πρός ὅ ἔπραξεν, εἴτε ἀγαθόν, εἴτε κακόν»[49]. «Βλέπεις ὅτι πρό τοῦ βήματος ἐκεῖνου καί πρό τοῦ φανερωθῆναι πάντας ἡμᾶς ὁμοῦ συνηγμένους καί χωρίς σώματος οὐδείς ἀπολαμβάνει πρός ὅ διά τοῦ σώματος ἔπραξεν;»[50] Το ίδιο λέει και ο Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας[51]. Συμπερασματικά ο Άγιος γράφει ότι ούτε οι άγιοι απολαμβάνουν τέλεια τα αγαθά και την μακαριότητα, ούτε οι αμαρτωλοί την κόλαση γιατί είναι ελλιπείς χωρίς το σώμα ενώ μετά θα λάβουν τους επαίνους των άθλων τους[52].

Ο Κύριος στο ευαγγέλιο αυτός που αποκαλεί τον αδελφό του μωρόν  τον παραπέμπει στη γέενα όχι στο ‘’καθαρτήριο πυρ’’. Κατακρίνει ο Θεός τον αργό λόγο και δεν μιλάει για καθαρτήριο πυρ γράφει ο Άγιος[53]. Επικαλούμενος το χωρίο των μακαρισμών, «μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται» γράφει ότι το να δεις τον Θεό είναι έπαθλο και αυτό διαφέρει σε αναλογία στον κάθε άνθρωπο. Άρα δεν είναι ανάγκη να υπάρχει το καθαρτήριο πυρ[54]. Δεν εναρμονίζεται αυτή η καινοφανής  διδασκαλία των Λατίνων με την Αγ. Γραφή.

Στην πρώτη ομιλία του συμπεραίνει ότι το λίγο αγαθό απλώς θα μειώνει το πάρα πολύ κακό του. Το αντίθετο γίνεται όταν ο άνθρωπος είναι αγαθός δηλαδή δεν μετράει πολύ το ελάχιστο κακό. Υπάρχει γράφει διαφορά της Θεοπτίας. Ο Άγιος Γρηγόριο ο Θεολόγος λέει ρητά ότι δεν υπάρχει κάθαρση μετά από αυτή τη ζωή, γιατί τότε μόνο κολαζόμαστε. Αυτό δείχνει και η παραβολή του Λαζάρου. Όλοι οι πατέρες που ήταν ισάγγελοι δεν ομιλούν για καθαρτήριο πυρ. Το δόγμα του καθαρτηρίου πρέπει να αποβληθεί όπως έγινε και με αυτό της αποκαταστάσεως, Τα ίδια επιχειρήματα φέρνει ο άγιος στους συλλογισμούς του[55].

Το κυριότερο χωρίο είναι στην Α’ προς Κορινθίους επιστολή γ’, 10-15, που απόστολος Παύλος γράφει : «ἔκαστος δέ βλεπέτω πῶς ἐποικοδομεῖ. θεμέλιον γάρ ἄλλον οὐδείς δύναται θεῖναι παρά τόν κείμενον, ὅς ἐστιν Ἰησοῦς Χριστός. εἰ δέ τις ἐποικοδομεῖ ἐπί τόν θεμέλιον τοῦτον χρυσόν, ἄργυρον, λίθους τιμίους, ξύλα χόρτον, καλάμην, ἑκάστου τό ἔργον φανερόν γενήσεται. και ἑκάστου τό ἔργον μενεῖ ὅ ἐπῳκοδόμησε, μισθόν λήψεται. εἴ τινος τό ἔργον κατακαήσεται, ζημιωθήσεται, αὐτός δέ σωθήσεται, οὕτως δέ ὡς διά πυρός». Ο Άγ. Μάρκος λέει ότι το χωρίο αυτό αναιρεί το καθαρτήριο πυρ. Γιατί πρώτον είναι δοκιμαστικόν και όχι καθαρτήριον. Δεύτερον ότι όλα τα έργα περνάν από αυτό και τα καλά άρα δεν είναι ανάγκη να καθαρισθούν. Τρίτον οι Λατίνοι λένε ότι θα κερδίσουν από αυτό αλλά το χωρίο λέει ότι θα ζημιωθούν από τα έργα των πονηρών. Τέταρτον ότι το πυρ αφορά την στιγμή μετά την κρίση γι’ αυτό λέει το ευαγγέλιο «ἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον οἱ δέ δίκαιοι εἰς ζωήν αἰώνιον»(Ματθ. κε, 46.)

Το χωρίο του Αποστόλου Παύλου: «εἴ τινος τό ἔργον κατακαήσεται, ζημιωθήσεται. αὐτός δέ σωθήσεται, οὕτως δέ ὡς διά πυρός». Ο Άγ. Μάρκος λέει ότι το πυρ θα κατακαύσει το έργο και την πονηρά ενέργεια, το «ζημιωθήσεται» αφορά τα πονηρά φορτία των αμαρτωλών, και το «σωθήσεται» στην φύλαξή τους. Αυτή την ερμηνεία γράφει ο Άγ. Μάρκος την δίνει ο Άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Θα μείνει κολασμένος δηλαδή, «σωθήσεται γάρ ὁ ἁμαρτωλός ὡς διά πυρός» στην φωτιά[56].

Επειδή οι δυτικοί αποκόπηκαν από την νηπτική Θεολογία, βλέποντας την ύπαρξη του πυρός της θείας ενεργείας το εξέλαβαν ως υλικό. Το να ταυτίζουν ουσία  και ενέργειες του Θεού, και να την εκλαμβάνουν ως κτιστή την ενέργεια, τους οδήγησε σε υιοθέτηση του καθαρτηρίου πυρός, και παρέκκλιση από την σωτηρία του ανθρώπου. Επίσης βλέπουν το θάνατο ως ποινή του Θεού και όχι ως συνέπεια της αμαρτίας(σχολαστική θεολογία).

Σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν για την μέση κατάσταση, εμβαθύναμε στην Ορθόδοξη Εσχατολογία μέσα από την ερμηνεία των Πατέρων, στην σχέση στρατευομένης Εκκλησίας με τους κεκοιμημένους, στην αξία των μνημοσύνων, στην πρεσβεία των Αγίων, και στους λόγους τους Αγίου Μάρκου του Ευγενικού για το καθαρτήριο πυρ.

[1] Κορ. 5, 10. Πρβλ. Ματθ. 16, 27. 25,37.

[2] Χρυσ. εις την Α’ προς Κορ. Ομιλ. 39 παρ 3, PG 61, σσ.335-336.

[3] Του ιδίου, εις την προς Εβρ. Ομιλ. 28 παρ. 1, PG 63 σ. 192

[4] Κυρίλ. Αλεξ. Εις το Λουκ. ιστ’ PG. 72, σσ. 821-824

[5] Κλήμ. Ρώμ. Α’ προς Κορ.κεφ.5 στιχοι 10-12, Β.Ε.Π.Ε.Σ. 1.

[6] Το ίδιο, στίχοι 16-18, Β.Ε.Π.Ε.Σ. 1.

[7] Μαρτύρ. Πολυκάρπ. Β.Ε.Π.Ε.Σ. 3 26.

[8] Ι. Καρμίρη, Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία, τόμος 2 σσ. 700-701.

[9]«πᾶσα ψυχή καλή τε καί θεοφιλής, λυθεῖσα τοῦ σώματος εὐθύς ἐν συναισθήσει καί θεωρίᾳ τοῦ μένοντος αὐτήν καλοῦ γενομένη θαυμασίαν τινά ἠδονήν ἥδεται καί ἀγάλλεται καί ἵλεως χωρεῖ πρός τόν ἑαυτῆς δεσπότην, ὥσπερ τι δεσμωτήριον χαλεπόν τόν ἐνταῦθα βίον ἀποφυγοῦσα». Λόγος 7 εἰς Καισάριον ἐπιτάφιος παρ. 21, PG 35, σελ. 781.

[10] Εἰς τό Ἰωάν. ιθ’ 30 PG 74, σ. 669.

[11] «ἄν τε ἐνταῦθα, ἄν τε ἐκεῖ μετά τοῦ βασιλέως εἰσί, κακεῖ μᾶλλον ἐγγύτερον». Εἰρ. Ἔλεγχος V  31, 2, PG 7, 1209.

[12] Γεν. κ’ 7, 17.

[13] Α’ Βας. ζ΄8, 9.

[14] Α’ Θεσσα. ε’25.

[15] Εφες. στ’19. Β’ Κορ. α’ 11.

[16] Πολλά περιστατικά διασώζει ο Κριτόπουλος για το πως λαμβάνουν γνώση οι Άγιοι. Βρίσκονται στο Βιβλίο του καθ. Ιωάννη Καρμίρη.

[17] Εἐσεβ. Ἐκκλης. Ἱστ. ΙV, 5, 3 και εξής, Μ. 20, 553.

[18]Ἀμβροσίου, De viduis  C 9. Παραγρ. 55 PL. 16, 264.

[19] Μ. Βασ. ἐπιστ. 360, PG 32, 1100.

[20] Του ιδίου, Ὁμιλία εἰς τούς Τεσσαράκοντα μάρτυρας παρ. 8, PG 32, 521, 524.

[21] Γρηγ. Νύσσης εἰς τόν μάρτυρα Θεόδωρον PG. 46, 745-748.

[22] Χρυσοστ. Εἰς τήν Γένες. ὁμιλ. 44 παρ. 2 PG 54, 408. Του αυτού Ἐγκωμ. Εἰς τόν μάρτυρα Ἰουλιανόν παρ. 1 PG 50. 667. Του αυτού ἐγκωμιαστική εἰς Ἰουβεντῖνον καί Μαξιμῖνον παρ. 3 PG 50, 576.

[23] Κυρίλ. Ἱερος. Κατηχ. Μυσταγ. 5 παρ παρ. 9, 10, PG 33 , 1116-1117.

[24] Εἰς τήν πρός Φιλιπ. ὁμιλ. 3 παρ. 4, PG 62, 204, Εἰς τάς Πράξεις ὁμιλ. 21, παρ. 4 PG. 60, 169.

[25] Καθ.. Χρ. Ανδρούτσος, Δοκίμιον Συμβολικής εξ’ απόψεως Ορθοδόξου, Αθήνα 1901 σελ. 182 και εξής.

[26] Sylvestre Syropoulos: Les «Memoires» du Grand Ecclesiarque de L’ Eglise de Constantinople, sur le concile de Florence, Editions du Centre National de la Recherche Scientifique, Paris VIIe 1971, σελ. 272.

[27] I. D. Mansi: Sacrorum Consiliorum Nova Et Amplissima Collectio, Vol. 31A, Akademische Druck- U. Verlagnastalt, Graz Austria, 1961, σ. 486.

[28] S. Syropoylos: Les «Memoires»… όπου παρ. σελ. 280.

[29] Α’ Κορ. γ’13-15.

[30] I. D. Mansi: Sacrorum Concilioorum… όπου παρ. σ. 486.

[31]Το ίδιο όπου παρ. σ.486.

[32] S. Syropoylos: Les «Memoires»… όπου παρ. σσ. 286-288 .

[33] I. D. Mansi: Sacrorum Concilioοrum… όπου παρ. σσ. 486-487.

[34] Το ίδιο σ. 487.

[35] Το ίδιο σ. 490.

[36] Το ίδιο σ. 491.

[37] Το ίδιο σ. 1004.

[38] [38] Το ίδιο σσ. 1005-1008.

[39] Πρωτ. Ἰω. Ρωμανίδου: Κείμενα Δογματικῆς καί Συμβολικῆς Θεολογίας, εκδ. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη 1972, σσ. 574-576.

[40] Patrologia Orientalis, (PO), Paris 1903, τόμ. 15, σσ. 39-60.

[41] Το ίδιο, σσ. 108-151.

[42] Το ίδιο, τόμος 17, σσ. 284-287.

[43] Όπου παραπ. Τομ. 15, ομιλία 1 σελ. 58.

[44] Το ίδιο σσ. 58-60.

[45] Το ίδιο σσ. 59-60.

[46] Το ίδιο, σελ. 60.

[47] Όπου παραπ. Ομιλία ΙΙ, σσ.109-110.

[48] Το ίδιο σελ. 112.

[49] Β΄ Κορ. ε’, 10.

[50] Όπου παρ. Ομιλία ΙΙ σελ. 113.

[51] Το ίδιο σελ. 111.

[52] Το ίδιο σελ. 114.

[53] Το ίδιο σελ. 150

[54] Το ίδιο σσ.  144-145.

[55] Όπου παρ, τόμος 17 σελ. 284-287.

[56] Όπου παρ. τόμ. 15 ομιλία Ι σσ.45-47.