ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ’ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

Η παραβολή του αχαρίστου δούλου.

  

     Ο Άγιος Πέτρος ερωτά τον Ιησού ‘’ πόσες φορές εάν αμαρτήσει σε εμένα ο αδελφός μου, εγώ πρέπει να τον συγχωρήσω? Έως επτά? 

     Στην εβραϊκή παράδοση της εποχής του Ιησού μας είναι γνωστό από ραβινικά κείμενα.

     Ότι ορισμένοι δάσκαλοι περιόριζαν σε τρείς η τέσσερεις τις περιπτώσεις όπου ήταν επιτρεπτή η προς τον αδελφό συγχωρητικότητα.

     Ο Κύριος απαντά σύμφωνα με το πνεύμα της διδασκαλίας του

‘’ εβδομηκοντάκοις επτά ‘’  δηλαδή απεριόριστα.

    Αμέσως μετά από την απάντηση του ο Ιησούς λέει την σημερινή παραβολή.

    Αυτή μας διασαφηνίζει την συμπάθεια και συγχωρητικότητα που πρέπει να έχουμε προς τους άλλους.

    Σαν συνέπια της ευσπλαχνίας και του ελέους του Θεού προς εμάς.

    Είναι η εμπειρία των ανθρώπων που γνώρισαν την άφεση των αμαρτιών τους και βίωσαν την αγάπη του Θεού.

    Το βίωμα της λυτρώσεως μας πρέπει να έχει σαν αποτέλεσμα την ανάλογη συμπεριφορά επιείκειας και συγχωρητικότητας απέναντι στους αδελφούς μας.

    Η παραβολή παρουσιάζει την εικόνα του Βασιλέα που καλεί σε λογοδοσία τους ανθρώπούς του.

   Αρχίζει την λογοδοσία από ένα οφειλέτη ‘’ μυρίων ταλάντων ‘’.

   Ποσό αστρονομικό και αδιανόητο ίσο με 60.000.000 χρυσές δραχμές η 100.000.000 τάλαντα.

   Γιατί όμως η οφειλή έφθασε σε τέτοια αδιανόητα ύψη και μάλιστα στα χέρια ενός δούλου?

   Ο Κύριος παρομοιάζει την Βασιλεία των Ουρανών με την Βασιλεία όπου γίνεται η λογοδοσία.

   Όποιος έχει την ευλογία και συναριθμείται με τους δούλος του Θεού και κληρονομεί την αθανασία εντελώς δωρεάν.

   Οφείλει στον ζωοδότη Δημιουργό ποσό αμύθητο και αμέτρητο.

   Τι θα ωφελήσει τον άνθρωπο εάν κερδίσει όλο τον κόσμο και χάσει την ψυχή του ?

   Βέβαια όλος ο κόσμος έχει μεγαλύτερη αξία από τα μύρια τάλαντα.

   Άρα η αξία της σωτηρίας της ψυχής είναι αμέτρητη και πάνω από τα μύρια τάλαντα.

   Αυτό το αδιανόητο ποσό και όχι μόνο οφείλουμε όλοι οι δούλοι του Βασιλέως για την αθανασία και την δυνατότητα που μας δώρισε να μετέχουμε της Βασιλείας του.

    Ο Βασιλεύς δείχνει ευσπλαχνία στην αδυναμία του ανθρώπου που δεν έχει να αποδώσει το ωφελούμενο ποσό και τον απαλλάσσει από την υποχρέωση της οφειλής.

    Ο δούλος που απαλλάχθηκε από την αμύθητη οφειλή, στη συνέχεια δείχνει την αγνωμοσύνη, την διαστροφή και το μίσος του.

    Ενώ έπρεπε να είναι εβδομηκοντάκοις επτά χαρούμενος και ευτυχισμένος για την ευλογία και το έλεος του Δεσπότη του.

    Μόλις συναντά ένα συνδούλο του που του οφείλει το ασήμαντο ποσό των 100 δηναρίων απαιτεί από αυτόν αμέσως και επί τόπου το ωφειλούμενο ποσό.

    Ο συνδούλος του τον παρακαλεί θερμά με τα ίδια λόγια που και αυτός παρακάλεσε τον Βασιλιά του.

    ‘’ Μακροθύμησε και θα σε αποδώσω όλα τα χρωστούμενα ‘’.

    Ο αχάριστος δούλος αποκρίνεται με την σκληρή και την απάνθρωπη απόφαση της φυλακίσεως του συνδούλου του μέχρις ότου πάρει πίσω το ποσό της οφειλής.

    Εις την του ‘’ δεσπότου φιλανθρωπία αντιτίθεται η του δούλου απανθρωπία ‘’ παρατηρεί ο Ζιγαβινός.

    Αυτή η σκληροκαρδία που δεν μπορεί να συγκινηθεί από την ανάγκη και τον πόνο του άλλου.

    Να δείξει ευαισθησία και αγάπη γιατρεύεται μόνο με την χάρη του Θεού μέσα στην Εκκλησία.

    Η Εκκλησία είναι έργο της συγχωρούσης αγάπης του Θεού.

    Οι εντός αυτής ζώντες χριστιανοί πρέπει με περίσσια προσοχή να μαθαίνουμε την αγάπη του Θεού και την οικονομία του για την σωτηρία μας.

    Να μαθαίνουμε πώς τα αδέλφια μας οι πατέρες βίωσαν την αγάπη και το έλεος και πως αντίστοιχα το έδειξαν με παραδείγματα ταπείνωσης και θυσίας στα άλλα αδέλφια τους που είχαν ανάγκη και σε όλη την δημιουργία.

    Να μάθουμε ότι χωρίς το φώς του Χριστού να φωτίσει τις καρδιές μας και χωρίς γνώση της αξίας της όντος ζωής.

    Δεν θα υπάρξει ποτέ η ανταπόκριση και η ευαισθησία στις ανάγκες των αδελφών μας.

    Χωρίς την χάρη του Χριστού τα πάντα είναι αγοραία και προϊόντα υπολογισμών και συμφέροντος.

    Για να κατανοήσουμε τις παραπάνω αλήθειες φέρνουμε ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα από τον κόσμο που ζούμε.

    Όπως γνωρίζουμε έχουν γραφτεί τόμοι ολόκληροι για την μόλυνση του περιβάλλοντος και τις καταστρεπτικές συνέπειες σε εμάς τους ανθρώπους.

     Διεθνείς οργανισμοί δαπανούν τεράστια ποσά για τον λόγο αυτό.

     Κυβερνήτες κρατών συσκέπτονται και συζητάνε το πρόβλημα για να βρεθεί κάποια λύση.

     Όμως για την μόλυνση των ηθών και των συνειδήσεων που μαστίζει τον κόσμο μας και που αυτή είναι και η αιτία της μόλυνσης του περιβάλλοντος και όλων των συμφορών δεν γράφεται τίποτε.

     Δεν υπάρχει φροντίδα και ενδιαφέρον από κανένα μεγάλο γιατί από την αγοραπωλησία των ηθών και των ηδονών κερδίζουν και εμπορεύονται τα συμφέροντά τους.

     Οι σύνδουλοι του αγνώμονα δούλου που ήταν παρόντες και στην απαλλαγή του από τον Δεσπότη.

    Μπροστά στην απαίσια συμπεριφορά του λυπούνται βαθύτατα και ενημερώνουν σχετικά τον Κύριο τους.

    Ο Δεσπότης καλεί τον αγνώμονα τον ονομάζει ‘’ πονηρό ‘’.

    Του εξηγεί ότι έπρεπε να φερθεί με την ίδια επιείκεια όπως και Εκείνος του φέρθηκε.

    Στη συνέχεια εκδηλώνει την οργή του και τον παραδίδει στους βασανιστές.

    Η παραβολή τελειώνει με την προειδοποίηση του Ιησού.

    Ότι κατά τον ίδιο τρόπο θα φερθεί και ο ουράνιος Πατήρ σε όσους δεν συγχωρούν ‘’ από την καρδιά τους ‘’ τα παραπτώματα των αδελφών.

    Τα λόγια του μας θυμίζουν παρόμοια υποθήκη της επί του όρους ομιλίας.

    ‘’ Εάν αφήτε τα παραπτώματα των ανθρώπων θα αφήσει και τα δικά σας ο Πατήρ ο ουράνιος.

     Εάν όμως δεν θα αφήσετε τα παραπτώματα των αδελφών σας ούτε και ο Πατήρ δεν θα αφήσει τα δικά σας παραπτώματα’’.

      Της Κυριακής προσευχής ‘’ και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών……’’.

      Αλλά και του Αγίου Ιακώβου ότι η κρίσης θα είναι ανέλεος σ΄ αυτόν που δεν ελεεί.

     Η άφεση των αμαρτιών είναι δικαιοδοσία του Θεού και αυτού μόνου.

     Όμως με τα λόγια του Κυρίου δίνεται στον άνθρωπο η δυνατότητα της άφεσης των αμαρτιών.

     Αποκτά δηλαδή την δυνατότητα να συγχωρηθούν οι αμαρτίες του συγχωρώντας τα πταίσματα των αδελφών.

    Κατάσταση που είναι διπλό θεϊκό χάρισμα ένα να συγχωρεί τους άλλους και το άλλο να λαμβάνει αμοιβή την άφεση των αμαρτιών του.

    Από την άλλη πλευρά όποιος δεν συγχωρεί τους αδελφούς του μοιάζει με τον διάβολο, τον οποίο θα έχει και πατέρα.

    Ο διάβολος είναι ον μίσους, οργής, απ΄ αρχής ανθρωποκτόνος, δεν συγχωρεί ποτέ και δεν μετανοεί ποτέ.

   Ρίχνει τον κακό σπόρο στους ανθρώπους και ψάχνει για φορέα που μπορεί να γίνει διάβολος να έχει τα δικά του ένστικτα.

    Βρίσκει τους αγνώμονες τους μνησίκακους και τους κακόβουλους τους κάνει διαβόλους τους μπολιάζει την κόλαση που ζεί  και ζούν και αυτοί και κοιμούνται με την κόλαση.

    Χρειάζεται μεγάλη προσοχή αδέλφια μας διότι ο Κύριος μας ενημερώνει με την παραβολή που είναι ο θάνατος και που είναι η ζωή.

    Έχοντας υπ΄ όψη μας και την αστοχία του Αδάμ που ενώ ήξερε τον θάνατο τον διάλεξε έχασε τον Παράδεισο.

    Να έχουμε τα μάτια μας ανοικτά ώστε να μην πέσουμε και εμείς όπως εκείνος από τα ψέματα και τους μετασχηματισμούς του δαίμονα. 

   

    

                            Αθανάσιος Κατσίκης αρχιτέκτων

    Αμέσως μετά από τον χορτασμό των πέντε χιλιάδων ανδρών ο Ιησούς

‘’ ανάγκασε ‘’  τους μαθητές του να επιβιβασθούν στο πλοιάριο που τους έφερε στον τόπο εκείνο.

   Έπρεπε να μεταβούν στην απέναντι όχθη της λίμνης προς την Βηθσαϊδά

 ( = τόπος αλιείας ).

    Εκείνος θα διέλυε τα πλήθη των Ιουδαίων και θα πήγαινε στο δίπλα όρος για να προσευχηθεί.

    Το θαύμα που διηγείται η Ευαγγελική περικοπή μας συνδέεται με την προηγούμενη όχι μόνο χρονικά αλλά και θεολογικά.

   Ο Ιησούς με τον χορτασμό των πεντακισχιλίων ανδρών αποδεικνύεται  ότι αυτός δίνει τον άρτο της ζωής.

   Με την εξουσία του επί των στοιχείων της φύσεως αποδεικνύεται και νικητής του θανάτου.

   Πρέπει να γνωρίζουμε ότι στην εποχή του Χριστού στον ειδωλολατρικό κόσμο όπου θα κυκλοφορούσε το Ευαγγέλιο.

   Όλοι πίστευαν ότι πίσω από τα στοιχεία της φύσεως κρύβονταν δυνάμεις καταστροφής και θανάτου και ιδίως επί της θαλάσσης σύμβολο του θανάτου και των δαιμονικών δυνάμεων.

    Ποσειδώνας, νηιρίδες, στοιχεία της θάλασσας.

   Ο Ευαγγελιστής με την διήγηση του και όταν το Ευαγγέλιο του θα διδάσκετο στον ειδωλολατρικό τότε κόσμο παρουσιάζει τον Ιησού.

   Αρχηγό της ζωής που τρέφει τους ανθρώπους, αλλά και ως ελευθερωτή που απαλλάσσει τους ανθρώπους από την απειλή της φθοράς και του θανάτου.

   Το ‘’ ανάγκασε ‘’ εξηγείτε έχοντας υπ΄ όψη την πληροφορία που μας δίνει ο Άγιος Ιωάννης ( 6, 14-15 ) περί ενθουσιώδεις εκδηλώσεις του όχλου.

    Με τον χορτασμό πείστηκαν ότι ο Ιησούς είναι ο Μεσσίας αλλά με την έννοια του πολιτικού ηγέτη κατά τις παχυλές αντιλήψεις των Ιουδαίων.

    Θα δίνει τροφή στον πεινασμένο λαό και θα τον απαλλάξει από τον ζυγό των Ρωμαίων αποκαθιστώντας την Βασιλεία του Δαβίδ.

    Έτσι μετά το θαύμα :

    α) Υποχρεώνει τους μαθητές να φύγουν με το πλοιάριο διότι πιθανόν διέγνωσε ότι και εκείνοι συμμερίζονταν τέτοιες αντιλήψεις για το πρόσωπο του.

    β) Διαλύει τα πλήθη .

    γ) Ανεβαίνει στο όρος για να προσευχηθεί.

   Πολλές φορές από τους Ευαγγελιστές ο Ιησούς παρουσιάζεται να αποσύρεται κατ΄ ιδίαν για να προσευχηθεί ιδίως στις σημαντικές στιγμές της ζωής του.

   Αφήνει σ΄ εμάς τύπο και υπογραμμό πόσο ωφέλιμη και αναγκαία είναι για εμάς τους ανθρώπους η κατά μόνας προσευχή.

   Είναι η δυνατότητα να επικοινωνούμε με τον Πατέρα μας, να κοινωνούμε την αγάπη και την υιοθεσία του. 

   Η απομόνωση και η προσευχή βοηθούν πάντα εμάς τους χριστιανούς να απαλλαγούμε από την όποια επιρροή του κόσμου.

   Από τις ‘’ χάρες ‘’ και τις ‘’ ενθουσιώδεις ‘’ δήθεν εκδηλώσεις του και να δούμε με μεγαλύτερη διαύγεια το θέλημα του Θεού και το έργο της σωτηρίας του για εμάς προσωπικά.

   Ενώ ο Ιησούς βρίσκεται μόνος του στο όρος και προσεύχεται, το πλοιάριο των μαθητών στο μέσον της λίμνης συναντά δυσμενείς καιρικές συνθήκες και παλεύει με τα κύματα.

   Στους μαθητές που πιθανώς είναι απογοητευμένοι γιατί ο δάσκαλος τους έδιωξε και δεν ανταποκρίθηκε στις ενθουσιώδεις εκδηλώσεις του κόσμου, προστίθεται και ο φόβος από τον κίνδυνο που αντιμετωπίζουν από τα στοιχεία της φύσεως.

   Όμως ο κυβερνήτης των πάντων και Πατέρας δεν αφήνει επί μακρό χρόνο μόνους τους μαθητές χωρίς βοήθεια.

    Ο πανταχού παρόν Θεός παρουσιάζεται εις αυτούς να περπατά πάνω στα κύματα της θαλάσσης κατά την Τετάρτη φυλακή της νύκτας, από 3 έως 6 ώρα τα χαράματα.

    Το φόβο των μαθητών και την ταραχή τους ότι βλέπουν ‘’φαντάσματα ‘’ διαλύει αμέσως ο δάσκαλος λέγοντας προς αυτούς.

    ‘’ έχετε θάρρος εγώ ειμί μη φοβίστε.

   Η ενθαρρυντική αυτή προσφώνηση του Ιησού δεν απευθύνεται μόνο στους μαθητές αλλά αποτελεί κατάθεση για την Εκκλησία Του.

   Δίνει υπόσχεση ότι θα βρίσκεται συνεχώς δίπλα από το σκάφος της Εκκλησίας Του η οποία δεν πρέπει να φοβάται και να χάνει το θάρρος της όταν τα κύματα και οι τρικυμίες του κόσμου την ταράζουν και την κλονίζουν.

   Η πίστη είναι το πλέον απαραίτητο εφόδιο για εμάς που είμαστε μέσα στο σκάφος της Εκκλησίας και μας περιβάλλουν τρικυμίες.

   Κάποιοι σαν άνθρωποι προς στιγμή μπορεί να φοβηθούν από τους ισχυρούς ανέμους των δυνάμεων της φθοράς του κόσμου τούτου ότι ίσως κινδυνέψει να καταποντιστεί .

   Πρέπει να είμαστε βέβαιοι ότι στην προσευχη ‘’ Κύριε σώσε με ‘’ ο αρχηγός της Εκκλησίας θα σπεύσει αμέσως σαν βοηθός και σωτήρας και νικητής των αντιθέων δυνάμεων.

  Οι τρικυμίες του βίου, των διωγμών και των θλίψεων καλύπτονται από την άψευστη υπόσχεσή Του ‘’ Εγώ θα είμαι μαζί σας όλες τις ημέρες της ζωής σας και μέχρι την συντέλεια του παρόντος αιώνος ‘’

   Ο προπετής και αυθόρμητος Πέτρος ζητά να του επιτρέψει ο Ιησούς να περπατήσει πάνω στα τρικυμισμένα νερά της λίμνης ώστε να πειστεί για την πραγματική παρουσία Του.

   Με την προσταγή του Ιησού ‘’ ελθέ ‘’ ο Πέτρος κατέρχεται από το πλοιάριο και περπατά επάνω στα κύματα .

   Όμως εξ αιτίας του ισχυρού ανέμου και της θαλασσοταραχής φοβήθηκε και τότε άρχισε να βυθίζεται.

   Στη δεινή θέση του φωνάζει προς τον Ιησού ‘’ Κύριε σώσε με ‘’.

   Όσο χρόνο έβλεπε με εμπιστοσύνη τον Κύριο μπορούσε να βαδίσει πάνω στα κύματα.

   Όταν όμως φοβήθηκε εξ αιτίας της κοσμοχαλασιάς και στο ενδεχόμενο του κινδύνου, (λογικά άλλωστε και πολύ δικαιολογημένα ) άρχισε να βυθίζεται.

   Ο Κύριος τον χαρακτηρίζει ‘’ ολιγόπιστο ‘’ αλλά του δίνει αμέσως χείρα βοηθείας.

  Μόλις και οι δύο μπήκαν στο πλοιάριο κατέπαυσε ο άνεμος και ο κυματισμός.

  Αμέσως οι μαθητές εντυπωσιασμένοι από την δύναμη του Ιησού έπεσαν και τον προσκύνησαν λέγοντας ‘’ αληθινά είναι γιος Θεού ‘’.

  Η έλλειψη του άρθρου Ο ‘’ ο υιός του Θεού ‘’ δεν πρέπει όπως ισχυρίζεται ο Άρειος και οι χιλιαστές να συμπεράνουμε ότι οι μαθητές τον αναγνώρισαν σαν ‘’ θείο άνδρα ‘’.

  ΔΙΟΤΙ :

  1. Τον προσκύνησαν.

     Προσκύνηση οι Εβραίοι αποδίδουν αυστηρά και μόνο στο Γιαχβέ. Ποτέ σε άνθρωπο όσο υψηλό πρόσωπο και εάν είναι.

  1. Απέδειξε την Θεότητά του με τον θαυμαστό χορτασμό των πεντακισχιλίων.
  2. Με την θαυμαστή παρουσία του δίπλα στο πλοιάριο, όταν Εκείνος

  ήταν μακριά στο όρος και οι μαθητές στο μέσο της λίμνης.

  1. Με το ότι περπατούσε πάνω στα κύματα σαν σε ξηρά. Να θυμηθούμε τον Ιώβ ( 9,8 ) που αναφέρει για τον Θεό ‘’ ο περιπατών ως επ΄ εδάφους επί θαλάσσης.

Και τον Ησαία ‘’ Ούτω λέγει Κύριος, όστις έκαμεν οδόν εις την θάλασσαν και τρίβον εις τα ισχυρά ύδατα·’’.

  1. Με την υπερθαύμαστη κατάπαυση του ανέμου και της τρικυμίας.

Από προηγούμενη διήγηση του Μάρκου ( 4 ,35-41) ο Ιησούς ‘’καθεύδει  ‘’ στην πρύμνη του πλοιαρίου, εδώ έρχεται περπατώντας.

      Εκεί προστάζει τον άνεμο ‘’σιώπα, πεφύμωσο ‘’, εδώ δεν χρειάζεται καν να μιλήσει και μεταμορφώνονται οι άγριες καιρικές συνθήκες.

  1. Με την χαρακτηριστική φράση ‘’ εγώ ειμί ‘’ διότι είναι η ίδια φράση που χρησιμοποιεί ο Γιαγβέ όταν αποκαλύπτεται στην Παλαιά Διαθήκη.

      Η εμπιστοσύνη μας στον Δημιουργό ότι το σκάφος της Εκκλησίας ούτε οι πύλες του Άδη δεν θα μπορέσουν να την πειράξουν, είναι παρακαταθήκη και λόγος ζωής.

      Πρέπει να μας γεμίζουν αισιοδοξία και δύναμη για τον αγώνα μας για την σωτηρία.

  

  

                                                   Αθανάσιος Κατσίκης

                                                       αρχιτέκτων

       

Το θαύμα του πολλαπλασιασμού των άρτων και των ιχθύων και με τον τρόπο αυτό του χορτασμού πέντε χιλιάδων ανδρών αναφέρεται από όλους τους Ευαγγελιστές ( Ματθ. 15, 14-22  Μαρκ 6, 31-44  Λουκ. 9, 10-17  Ιωαν. 6

1-15 )

       Ο λόγος είναι ότι αυτό είναι πολύ σημαντικό για την πίστη της Εκκλησίας και την Θεολογία.

      Η διήγηση του Ευαγγελιστού  Ματθαίου τοποθετείτε μετά την απόρριψη του Ιησού από των συμπατριωτών του ( 13, 53-58 ) και την θανάτωση του Αγίου Προδρόμου από τον Ηρώδη Αντίπα ( 14, 1-12 ).

     Μόλις ο Ιησούς πληροφορήθηκε την θανάτωση του Ιωάννου φεύγει με πλοιάριο σε τόπο έρημο που δεν προσδιορίζετε από τον Ευαγγελιστή.

     Την πορεία του Ιησού με το σκάφος ακολουθούσε μεγάλο πλήθος ‘’ από των πόλεων ‘’ με τα πόδια παραλιακός.

     Όταν ο Ιησούς βγήκε στη στεριά από τα πλοιάριο βρέθηκε μπροστά στο συγκεντρωμένο πλήθος.

     ‘’ ἐσπλαχνίσθη ἐπ’ αὐτοίς καί ἐθεράπευσε τούς ἀρρώστους  αὐτῶν ‘’

    Πρέπει να σημειωθεί ότι το ρήμα ‘’ σπλαχνίζομαι ‘’ που το χρησιμοποιούν και σε άλλες παρόμοιες περιπτώσεις οι Ευαγγελιστές.

    Δεν πρέπει να μας οδηγήσει εσφαλμένα στο συμπέρασμα ότι τα θαύματα του Ιησού γίνονται απλά από συμπόνια προς τους ανθρώπους που με οποιονδήποτε τρόπο καταδυναστεύονται από τον Σατανά.

    Αλλά είναι έκφραση και απόδειξη της μεσσιανικής δύναμης και εξουσίας  της Θεϊκής του υπόστασης. 

    Ταυτόχρονα ότι στη Βασιλεία του όλα αυτά δεν είναι ανεκτά και δεν θα υπάρχουν.

    Όλα θα καταργηθούν μαζί με τον θάνατο.

    Με τις θεραπείες που επιτελεί ο Κύριος και την διδασκαλία του, πέρασε ο χρόνος της ημέρας και έφθασε η ‘’ οψία ‘’.

    Δηλαδή το τμήμα της ημέρας μετά την δύση του ηλίου.

    Οι μαθητές βλέποντες την ερημιά του τόπου που ήσαν συγκεντρωμένοι και το προχωρημένο της ώρας προτείνουν στον Δάσκαλο να απολύσει τα πλήθη.

   Ήταν τόσες ώρες χωρίς τροφή, πεινασμένοι, έπρεπε να πάνε στα γύρο χωριά και να αγοράσουν κάτι φαγώσιμο.

   Εάν φυσικά υπήρχε τέτοια δυνατότητα να τραφεί τόσο μεγάλο πλήθος ανθρώπων, όσο μια μεγάλη κωμόπολη από τα γύρο χωριά.

   Πέντε χιλιάδες άνδρες εκτός από το μεγαλύτερο ίσως πλήθος των γυναικών και των παιδιών.

    Ήταν πληθυσμός που μόνο μεγάλες κωμοπόλεις είχαν την εποχή εκείνη στη χώρα του Ισραήλ.

    Ο Ιησούς κατά ένα παράδοξο τρόπο δεν δείχνει καμία ανησυχία, ούτε συμμερίζεται τον φόβο των μαθητών του.

   Απευθύνεται προς αυτούς μετά την υπόδειξη τους για την μέριμνα του πλήθους και τους προτρέπει.

  ‘’ Δώσετε εσείς σ’ αυτούς να φάνε ‘’. 

  Πώς είναι δυνατόν Κύριε να δώσουν  τροφή σε τέτοιο τεράστιο πλήθος ανθρώπων  τα πενιχρά και φτωχά ταγάρια των μαθητών ?

  Εκ πρώτης όψεως η εντολή είναι ανεφάρμοστος. Δεν συμβαδίζει με την ανθρώπινη λογική και σκέψη.

   Αυτό φυσικά θέλει να διδάξει ο Κύριος ότι δηλαδή η παρουσία του δεν ερμηνεύεται με την κρατούσαν λογική σειρά.

  Ήλθε υπέρ λόγο στη γή και έγινε άνθρωπος σαν εμάς για να καταργήσει την φθορά και το παράλογο του θανάτου.

  Που με την επιλογή του Αδάμ να πιστέψει και να επιλέξει την αυτονομία και την αυτοθέωση εισήλθε στη δημιουργία.

  Η παρουσία του καταργεί το παράλογο και φέρνει στον κόσμο το υπέρλογο.

  Την πίστη, την κληρονομιά, την παλιγγενεσία, την θέωση.

  Στην αιφνιδιαστική πρόταση του διδασκάλου τους οι μαθητές απαντούν ότι δεν έχουν παρά μόνο πέντε ψωμιά και δύο ψάρια.

  Παστά κατά πάσα πιθανότητα τα οποία και αποτελούσαν την βασική και συνηθισμένη τροφή των κατοίκων της Παλαιστίνης.

  Ο ατάραχος Κύριος δίνει την εντολή να καθίσουν τα πλήθη επάνω στο έδαφος –φρέσκο χορτάρι—κατά ομάδες των εκατό και πενήντα ατόμων κατά την παράλληλη διήγηση του Μάρκου.

  Μετά την τακτοποίηση του κόσμου ο Κύριος ενεργεί.

  Τα ρήματα που χρησιμοποιεί στη συνέχεια της διήγησης ο Ευαγγελιστής

  ---- λαβών, αναβλέψας εις τον ουρανόν, ευλογήσας και κλάσας έδωκε ----

   Μας θυμίζουν με σιγουριά την διήγηση περί του Μυστικού Δείπνου και μας οδηγούν με σαφήνεια στην ευχαριστιακή ερμηνεία του θαύματος.

   Είναι άξιο υπογραμμίσεως ότι σε αυτό το τεράστιο και μοναδικό θαύμα παίρνουν ενεργό μέρος οι μαθητές.

   Αυτοί φέρνουν στον Δάσκαλο τα υπάρχοντα τρόφιμα, αυτοί διανέμουν στον κόσμο τις τροφές, αυτοί μαζεύουν τα περισσεύματα. 

   Η όλη ενεργός συμμετοχή τους σχετίζετε με την ευχαριστιακή ερμηνεία της περικοπής.

   Δίνετε μάλιστα η εντύπωση ότι το θαύμα γίνεται για τους μαθητές.

  Ο Ευαγγελιστής σε καμία αποστροφή της διήγησης δεν μνημονεύει τον θαυμασμό και την δοξολογία του κόσμου για ένα τόσο μεγάλο και απίστευτα εντυπωσιακό θαύμα, όπως συμβαίνει σε άλλες διηγήσεις θαυμάτων.

   Είναι πολύ σαφής η σημείωση του Ευαγγελιστή ότι όλος εκείνος ο μεγάλος αριθμός των ανθρώπων έφαγε και όχι μόνο αλλά ‘’ εχορτάστηκαν ‘’.

    Ακόμη περισσότερο συγκεντρώθηκαν από τα περισσεύματα των τροφών από τους δώδεκα μαθητές δώδεκα ‘’ κόφινοι ‘’ καλάθια δηλαδή γεμάτα από τα περισσεύματα.

Ο αριθμός των καλαθιών δώδεκα μας αποκαλύπτει ότι και ο Ιούδας ο παραδιδούς τον Ιησού είχε την τιμή να μετέχει στη διανομή των τροφών.

    Αλλά και στη συγκέντρωση των περισσευμάτων εισπράττοντας τον έπαινο και τον θαυμασμό των συμπατριωτών του για τον ίδιο ως υπέρ λίαν μαθητή.

    Ακόμη με τον αριθμό ο Ευαγγελιστής υπαινήσεται τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ.

   Ο Ιησούς τροφοδοτεί τον λαό του Θεού πλουσιοπάροχα  στην ανάγκη του.

    Ο έρημος τόπος στον οποίο συμβαίνει το θαύμα θυμίζει την έρημο στην οποία έζησε ο Ισραήλ επί σαράντα χρόνια.

   Τα ψωμιά που πολλαπλασιάζει θαυματουργικά ο Ιησούς παραλληλίζονται με το μάνα που με επίσης με θαυματουργικό τρόπο έδινε ο Χριστός στον λαό.

    Τα ψάρια με την ορτυγόμητρα που με τον ίδιο θαυμαστό τρόπο χορηγούσε Εκείνος.

    Ακόμη η οργάνωση του πλήθους σε ομάδες των εκατό και πενήντα ανθρώπων, θυμίζει την οργάνωση και σύνταξη που με υπόδειξή Του είχε ο λαός στην έρημο και όταν βάδιζε και όταν στρατοπέδευε.

   Είναι ένα μικρό δείγμα του Μεγάλου ελέους, της σταυρικής θυσίες του Σωτήρος Χριστού προς τα δημιουργήματα του.

    Τα λογικά πρόβατα εμάς τους ανθρώπους.

   Είναι χαρακτηριστική η πληροφορία που μας δίνει με την παράλληλη διήγηση του ο Μάρκος (6,34).

    Ο Ιησούς είδε τον πολύ όχλο και τους ευσπλαχνίστηκε ‘’ ότι ήσαν ως πρόβατα μη έχοντα ποιμένα ‘’.

    Ο λαός όμως δεν μπορεί να κάνει τον παραλληλισμό του χορτασμού.

    Θεωρεί τον Ιησού ως επίγειου Βασιλιά, πολιτικού ηγέτη που ήλθε να χορτάσει τον πεινασμένο λαό και να αναστήσει την πεσμένη σκηνή του Δαβίδ.

   Μάλιστα στη διήγηση του Ιωάννη ( 6, 14-15) μετά το θαύμα ο λαός ήθελε με βία να αρπάξει τον Ιησού και να τον ανακηρύξει Βασιλιά.

   Η αλήθεια είναι ότι ο Ιησούς προτυπώνει και προανακρούει την κατ’ εξοχή τροφή των ανθρώπων που δίνεται από την Εκκλησία, την Θεία Ευχαριστία.

  Ο Χριστός είναι ο άρτος της ζωής, όχι της πρόσκαιρου αλλά της αιωνίου.

  Τροφοδοτεί τον νέο λαό Του μέσα από την Εκκλησία το σπίτι του, το σπίτι της Μητέρας του και των φίλων του με αυτή την αιώνια βρώση.

  Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης αμέσως μετά την διήγηση του θαύματος του πολλαπλασιασμού των άρτων, μας παραθέτει και μακρά ομιλία του Ιησού για την Θεία Ευχαριστία (6,22-71).

  Αυτό δείχνει ότι περί τα τέλη ακόμη του 1ου αιώνα που γράφετε το Ευαγγέλιο του Ιωάννη επικρατούσε σαφέστατα η ευχαριστιακή ερμηνεία του θαύματος.

   Η θέση ενισχύετε και από την όλη ευχαριστιακή ορολογία της περικοπής (λαβών, αναβλέψας, ευλόγησε, κλάσας, έδωκεν ).

   Ακόμη αξιοσημείωτος είναι και η προσταγή του Ιησού προς τους μαθητές

 ‘’ δότε αυτοίς υμείς φαγείν ‘’, δώστε εσείς σ’ αυτούς να φάνε.

   Αυτό θεμελιώνει την ηγετική θέση των μαθητών, των διαδόχων επισκόπων και Ιερέων εντός της Εκκλησίας κατά την τέλεση του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας.

  Αλλά και στην ορθόδοξη ζωγραφική επικρατούσε η ευχαριστιακή ερμηνεία του θαύματος, συν τοις άλλοις και με την παρουσία ιχθύων στις συμβολικές παραστάσεις της Θείας Ευχαριστίας στις κατακόμβες.

   Στη συνέχεια ο Ιησούς στέλνει βιαστικά τους μαθητές στην απέναντι όχθη της λίμνης με το πλοιάριο που τον έφερε και τον περίμενε.

   Εωσότου ο ίδιος απολύσει τα πλήθη διότι ήθελε να προλάβει και να αποφύγει την όποια εκδήλωση του πλήθους που θα δημιουργούσε παρανόηση της πραγματικής αποστολής του Ιησού.

    Απομακρύνει και τους μαθητές που ίσως συμμερίζονταν και αυτοί παρόμοιες προσδοκίες.

   Μένει μόνος και ανεβαίνει στο βουνό για να προσευχηθεί.

   Το βουνό είναι τόπος γειτνιάσεις με τον Θεό. Εξ άλλου πολλά σημαντικά γεγονότα της οικονομίας του Λόγου λαμβάνουν χώρα σε βουνό.

   Νομοδοσία στο Σινά—Επί του όρους ομιλία--- Εκλογή δώδεκα μαθητών---

   Μεταμόρφωση. Κ.α

 

  

    

           Αθανάσιος Κατσίκης

                                                       αρχιτέκτων

  

Μετά από την κάθοδο από το όρος των μακαρισμών ο Ιησούς πηγαίνει στην Καπερναούμ, το κέντρο της δράσης του στην περιοχή της Γαλιλαίας.

   Εκεί ήλθε να τον συναντήσει ένας εκατόνταρχος από την ρωμαϊκής φρουρά της πολίχνης.

   Η Καπερναούμ είχε τελωνείο και στρατιωτική φρουρά.

   Ο εκατόνταρχος ( βαθμός ανάλογος του σημερινού λοχαγού ) ήταν μεγάλο αξίωμα στην ρωμαϊκή ιεραρχία.

   Όπως αναφέρει ο Λουκάς αγαπούσε τους εντόπιους και μάλιστα φρόντισε αυτός για την ανοικοδόμηση της Συναγωγής της μικρής πολίχνης.

   Οι Ιουδαίοι πρόκριτοι της Καπερναούμ μεσολαβούν γι΄ αυτόν στον Ιησού, λέγοντας ότι είναι άξιος κάθε βοήθειας.

Ο εκατόνταρχος αναφέροντας το αίτημα του στον Ιησού αποδεικνύει την αγάπη του προς τους συνανθρώπους του.

Ο δούλος του ήταν κατάκοιτος από παράλυση, αλλά ταυτόχρονα είχε και άλλες παρενέργειες από την αρρώστια που τον βασάνιζαν σε μεγάλο βαθμό.

Οι δούλοι εκείνη την εποχή και μάλιστα για τους ρωμαίους ήταν ένα τίποτα.

Ο εκατόνταρχος θα μπορούσε να τον πετάξει στον δρόμο και να αγοράσει άλλον.

Η αγάπη του όμως για τον άνθρωπο, τον πλησίον του, οδηγεί αυτό τον έγκριτο ρωμαίο να ζητήσει βοήθεια όχι για τον γιό του, όχι για την οικογένειά του αλλά για ένα δούλο.

Ο Κύριος αναγνωρίζοντας την ποιότητα του ρωμαίου και θέλοντας να αποκαλύψει την πίστη και την ταπείνωση του δηλώνει την επιθυμία του να πάει αυτοπροσώπως στο σπίτι του και να θεραπεύσει τον παράλυτο.

‘’ Ἐγώ ἐλθῶν θεραπεύσω αύτόν ‘’

Ρητή φανέρωση της δυνάμεως του, της θεότητας του.

Δεν είπε θα προσευχηθούμε στο Θεό να τον θεραπεύσει, αλλά             ΕΓΩ.

Ποιος άραγε μπορεί να πεί ΕΓΩ.

Χωρίς να τον λοιδορήσουν η έστω να τον θεωρήσουν λογά και υπερήφανο που θα μείνει στα λόγια όταν βρεθεί μπροστά στον παράλυτο.

Ο λόγος του είναι σημείο της θεότητας Του, δείγμα της εξουσίας που έχει επάνω στη φθορά και τον θάνατο.

Ο Κύριος που με μόνο τον λόγο του υποτάσσει τις δυνάμεις που βασανίζουν τον άνθρωπο, ανοίγει ένα παράθυρο για να καταλάβουμε και να δούμε πως θα είναι η κτίση στον μέλλοντα αιώνα.

   Τότε που θα απουσιάζει η αρρώστια και όλα τα δεινά και προβλήματα που μας βασανίζουν σήμερα.

   Την ζωή μας στη χώρα της επαγγελίας, της κληρονομιάς, της Βασιλείας του Πατέρα μας.

   Στη συνέχεια φανερώνεται η μεγάλη ταπείνωση του εκατόνταρχου.

   Θεωρεί τον εαυτό του ανάξιο να δεχθεί τον Ιησού στο σπίτι του.

   Αισθάνεται λόγο της αγαθής προαίρεσης του, ότι ο Ιησούς είναι κάτι το ανώτερο, το εξαιρετικό, το υψηλό.

Έχει προσωπική πείρα τόσο της υπακοής στις διαταγές των ανωτέρων, όσον και της δυνατότητος να δίνει διαταγές σε υφισταμένους και δούλους.

ΟΜΩΣ αποδίδει στον Ιησού την ίδια δυνατότητα επί των δυνάμεων της φθοράς και της αρρώστιας.

Αναγνωρίζει ότι ο Ιησούς είναι ο μόνος που μπορεί με μόνο τον λόγο του να νικήσει την ασθένεια και την φθορά.

Αρκείτε μόνο στο λόγο του Ιησού διότι έχει απόλυτη εμπιστοσύνη στη δύναμη του.

Τα λόγια του εκατόνταρχου εντυπωσιάζουν σε μεγάλο βαθμό τον Ιησού, χαρακτηρίζει την πίστη του ‘’ τοσαύτη ‘’ και θαυμάζει γι΄ αυτή.

Τα Ευαγγέλια αναφέρουν μόνο δύο περιπτώσεις κατά τις οποίες ο Κύριος

‘’ εθαύμασε ‘’ .

Η μία ήταν με αφορμή την απιστία των Ναζαρινών ( Μαρκ 6,6) και η δεύτερη με αφορμή την πίστη του εκατόνταρχου.

Στη συνέχεια υπενθυμίζει τις προφητείες της Π. Διαθήκης που αναφέρονται στη συναγωγή των εθνών στην Ιερουσαλήμ για την προσκύνηση του μόνου Θεού κατά το τέλος του κόσμου.

Φυσικά αντίθετα προς τις παχυλές εθνικές προσδοκίες των Ιουδαίων.

Ο Κύριος δεν αναφέρεται σε κάποια υποταγή των εθνών, αλλά για την συμμετοχή τους στην εσχατολογική Βασιλεία.

Αυτή παρουσιάζεται με την συνηθισμένη εικόνα του Δείπνου.

Εκεί θα παρακαθίσουν μαζί με τους γενάρχες των Ιουδαίων, τους τρείς Πατριάρχες.

   Η σωτηρία είναι παγκόσμια, αφορά όλα τα δημιουργήματα του Κυρίου.

   Δεν λαμβάνονται υπ΄ όψη διακρίσεις ανθρώπινες, εθνικές η φυλετικές.

   Ο άνθρωπος σώζεται από τον δημιουργό τότε και μόνο εάν θέλουν την σωτηρία τους και τον αναγνωρίζουν ως τον μόνο αληθινό Θεό και Σωτήρα.

Το ‘’ ανακλιθήσονται ‘’ συμφωνεί με την συνήθεια των ανθρώπων της εποχής να τρώνε ξαπλωμένοι στο ένα χέερι.

Τα παιδιά της Βασιλείας, ο περιούσιος λαός, αυτοί που δέχθηκαν την κλίση και την απέρριψαν.

Αυτοί που καυχόνται ότι είναι παιδιά του Αβραάμ, αλλά και σήμερα αυτοί που καυχόνται ότι είναι παιδιά της Εκκλησίας, αλλά έχουν την ‘’πίστη ηρνημένη ‘’.

   Οι αιρετικοί, οι οικουμενισται ‘’ ἐκβληθήσονται ‘’ .

Όχι ότι θα τους διώξουν όταν μπουν στο χώρο του Δείπνου, αλλά ότι δεν θα τους επιτραπεί να εισέλθουν.

Το ‘’ εξώτερο ‘’

Μακριά από την φωτισμένη γη του Δείπνου υπάρχει σκοτάδι.

Η μακριά του Θεού ζωή είναι μια ζωή στο σκοτάδι, στην αγνωσία των πραγμάτων, στο ψέμα, στα ψυχοφάρμακα, στον ψυχικό πόνο.

Πράγματα που τα βλέπουμε στην καθημερινότητα μας.

Ο ‘’ κλαυθμός ‘’ είναι η λύπη και η στεναχώρια.

Ο ‘’ τριγμός των οδόντων ‘’ δείχνει την απελπισία γιατί χάθηκε οριστικά η δυνατότητα να μπουν στο νυμφώνα.

                                                                                               Αθανάσιος Κατσίκης

                                                                αρχιτέκτων

     Ο Ιησούς βρίσκεται στις όχθες της λίμνης της Γαλιλαίας κοντά στην Καπερναούμ που είναι το κέντρο της δράσεως του.

     Όταν πληροφορήθηκε ότι ο Άγιος Πρόδρομος φυλακίστηκε από τον βασιλιά Αντύπα αναχώρησε στη Γαλιλαία.

     Ενώ περπατά στην όχθη βλέπει τους υιούς Ιωνά να ρίχνουν στη λίμνη

‘’ ἀμφίβληστρον ‘’ δηλαδή μικρό κυκλικό δίκτυ μέσα από την ψαρόβαρκα τους.

   Η αναφορά του Ευαγγελιστού ‘’ ἤσαν γάρ ἁλιεῖς ‘’ δεν είναι τυχαία, ούτε γίνεται για να δοθεί η πληροφορία περί του επαγγέλματος των δύο αδελφών.

   Θέλει να υπογραμμίσει ότι ο Ιησούς δεν επιλέγει τους μαθητές του μεταξύ των ισχυρών η των ‘’ διαβασμένων ‘’ της εποχής του.

   Τους επιλέγει μεταξύ των περιφρονημένων από τους Φαρισαίους και άρχοντες του Ισραήλ, όπως ήταν οι ψαράδες της Γαλιλαίας.

   Τα δύο αδέλφια ήταν ο Σίμων ‘’ ὁ λεγόμενος Πέτρος ‘’ και ο αδελφός του Ανδρέας.

   Οι δύο αδελφοί είχαν ο μέν όνομα ελληνικό ο δε εξελληνισμένο ( Σίμων αντί Συμεών ).

   Τα λόγια που τους απευθύνει είναι απλά και απέριττα ‘’ δεῦτε ὀπίσω μου, καί ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων ‘’.

   Είναι όμως λόγια αυθεντίας, ‘’ελάτε και θα σας κάνω’’.

     Τήρησε βέβαια τον λόγο του και μετά την κάθοδο του Παναγίου Πνεύματος κατά την Πεντηκοστή οι ψαράδες έγιναν Θεολόγοι και Ευαγγελιστές της αιώνιας ζωής και σωτηρίας.

     Οι λόγοι του προς τους μαθητές περιέχουν δύο καίρια σημεία. Μία προσταγή και μία επαγγελία.

     Η προσταγή γίνετε για να τον ακολουθήσουν οι μαθητές και μάλιστα αμέσως και χωρίς καμία καθυστέρηση. ‘’ δεῦτε ‘’.

     Η επαγγελία αναφέρεται στην επιτυχία της ιεραποστολής που θα αναλάβουν να διακονήσουν οι μαθητές.

   Αλλά και κάθε απλού μαθητή κατά την αναλογία της πίστεως.

   Διότι η διάδοση του χριστιανισμού στα πέρατα της οικουμένης κατά τους πρώτους αιώνες ήταν έργο απλών μελών της Εκκλησίας σε πολλές περιπτώσεις και όχι κατ΄ αποκλειστικότητα των Αποστολών.

   Ξέρουμε ότι οι Εκκλησίες της Αντιοχείας, της Εφέσου, και της Ρώμης ιδρύθηκαν από αφανείς αγνώστους χριστιανούς.

   Οι δύο ψαράδες αφήσαν αμέσως και ασηζητητή τα δίχτυα τους και ακολούθησαν τον Κύριο.

Σημειώνει ο ιερός Χρυσόστομος ‘’ βλέπε την πίστη και την υπακοή τους,

παρ΄ όλο όπου ήσαν στη μέση της εργασίας τους, μόλις τον άκουσαν να τους καλεί δεν ανέβαλαν τον χρόνο.

   Δεν είπαν να τελειώσουμε το ψάρεμα, να τακτοποιήσουμε τα εργαλεία μας και να το συζητήσουμε από κοντά, αλλά άφησαν τα πάντα αυτοστιγμή και τον ακολούθησαν.

   Η υπακοή των δύο μαθητών στην κλίση του Θεού είχε και αυτή δύο χαρακτηριστικά σημεία.

   Πρώτον είναι άμεση και δεύτερο ολοκληρωτική.

   Οπωσδήποτε οι δύο αδελφοί αισθάνονται στο πρόσωπο του καλούντος τον Ζωοδότη Κύριο για να έχουν αυτή την συμπεριφορά.

   Όπως ο ληστής στο σταυρό και η πόρνη που άλειψε με μύρο τον Κύριο.

   Κανείς δεν ακολουθεί ολοκληρωτικά τον Ιησού και δεν κάνει σπίτι του την Εκκλησία αν δεν αισθανθεί ότι το κάλεσμα που του γίνετε είναι από τον Δημιουργό του κόσμου, τον Θεό και Πατέρα μας.

   Όπως το μικρό παιδί δίνει το χέρι του με τυφλή εμπιστοσύνη και χωρίς ενδοιασμούς στον πατέρα του για να το περάσει τον δρόμο που τον διασχίζουν αυτοκίνητα.

   Έτσι και οι μαθητές δεν αναβάλλουν την απόφαση τους, ούτε έχουν κάποιες επιφυλάξεις, δεν αφήνουν δεσμούς με το παρελθόν.

   Αποτάσσουν χωρίς ενδοιασμούς το σύνολο αυτών που τους ενώνει με το παρελθόν, για να ακολουθήσουν με αφοσίωση τον Χριστό.

   Αυτή η ‘’ αποταγή ‘’ υπενθυμίζεται πάντοτε και ζητείται από τον βαπτιζόμενο στην ακολουθία του βαπτίσματος.

   Ο Κύριος συνεχίζει την αλιεία ψυχών και απευθύνεται στα παιδιά του Ζεβεδαίου.

Αυτοί ευρίσκοντο πάνω στο πλοιάριο μαζί με τον πατέρα τους επισκευάζοντας τα δίκτυα.

Με την κλήση των τεσσάρων μαθητών που τον ακολουθούν αρχίζει την δράση του στην Γαλιλαία περιδιαβαίνοντας τις κώμες διδάσκοντας στις κατά τόπους Συναγωγές.

Η επιλογή των συναγωγών γίνεται αφ’ ενός διότι εκεί συγκεντρώνονταν ο λαός για να λατρεύσουν τον θεό, αλλά και αφ’ ετέρου για να δειχθεί η συνέχεια των δύο Διαθηκών.

Ο Χριστός διδάσκει το ευαγγέλιο της Βασιλείας του Θεού και επιτελεί θεραπείες και ιάσεις.

Με τον τρόπο αυτό επικυρώνει διά σημείων το ευαγγέλιο Του, δίνοντας δείγματα της αυγής του νέου αιώνα.

Η έννοια της βασιλείας του Θεού ήταν γνωστή στους Ιουδαίους και αποτελούσε αντικείμενο των προσδοκιών τους.

Πραγματικότητα που ήταν διατυπωμένη στα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης.

   Ακόμη οι δύσκολες και δυσβάστακτες περιπέτειες του λαού έκαναν πιο έντονη την αναμονή της βασιλείας του Θεού.

Όμως από την άλλη συνέδεσαν την αναμενόμενη βασιλεία με την εθνική αποκατάσταση και με ένα Μεσσία πολιτικό.

Αυτός θα υπέταζε τα άλλα έθνη για να αποκτήσει ο λαός ειρήνη και ευημερία.

Ο Ιησούς φανέρωσε το πραγματικό χαρακτήρα της Βασιλείας του Θεού και τόνιζε ότι αυτή δεν είναι τοπικά η χρονικά καθορισμένο βασίλειο, αλλά ένας καινούριος κόσμος.

Αυτός δεν θα υπακούει σε χρονικούς η άλλους περιορισμούς του σχήματος του κόσμου τούτου που θα αλλάξει.

Ότι ανοίγει μία νέα ποιότητα ζωής, μία νέα κατάσταση πραγμάτων που δεν έχει να κάνει με ανθρώπινες προσπάθειες αλλά με την επέμβαση του Δημιουργού για την πραγμάτωση της.

Η βασιλεία του Ιησού φέρνει την αγάπη αντί του μίσους, την πίστη αντί της αμφιβολίας, την ελπίδα αντί της απόγνωσης.

Την νέα σχέση με τον Θεό Πατέρα και συνάνθρωπο αδελφό.

Είναι παρούσα και μελλοντική.

Είναι ήδη πραγματικότητα αλλά απαιτεί από τον άνθρωπο εγρήγορση για τον αιφνίδιο ερχομό της.

Τα έσχατα έγιναν πραγματικότητα που ζεί ο άνθρωπος μέσα στον νέο παράδεισο που έκτισε με το τίμιο Αίμα Του, την Εκκλησία.

 

 

                                                                      Αθανάσιος Κατσίκης

                                                                             Αρχιτέκτων

                                                                                                      

                                                                                                          

     Η οικονομία του Θεού και η προσωπική του φροντίδα για την σωτηρία μας, από τότε που μας δημιούργησε και πέσαμε τρέχει από πίσω μας για να μας σώσει.

     Πρώτα στην Παλαιά Διαθήκη, μέχρι να γεννηθεί η Μητέρα Του και Μητέρα μας αλλά ιδιαίτερα με την ενανθρώπησή Του, το κήρυγμα του Ευαγγελίου, το Πάθος, η Ταφή, η Ανάσταση Του και η ένδοξη Ανάληψη και το πλήρωμα της επαγγελίας του την κάθοδος του Παναγίου Πνεύματος.

     Το πλήρωμα αυτής της οικονομίας που έγινε γι’ εμάς και την σωτηρία μας είναι αυτό που εορτάζουμε σήμερα, η εορτή των Αγίων Πάντων η των Μαρτύρων πάντων όπως λεγόταν η εορτή την αρχαία εποχή.

     Η περικοπή αναφέρεται στην ανταπόκριση μας, στο κάλεσμα που γίνεται από τον Θεό σε κάθε άνθρωπο ερχόμενο στον κόσμο.

     Στην αυταπάρνηση που πρέπει να δείξει ο πιστός αλλά και την ανταπόκριση του Θεού και την τιμή που τον περιμένει κατά την ημέρα της κρίσεως.

     Η αυταπάρνηση αυτή είναι μαρτύριο για τον άνθρωπο και του φέρνει εξωτερική και εσωτερική πίεση για να προσπεράσει την Αλήθεια.

     Να περιθωριοποιήσει τον Ιησού Χριστό και την Εκκλησία προκειμένου να μην διακινδυνεύσει την βόλεψη του και την άνεση του μέσα στον κόσμο.

   ‘’ πυρί δοκιμασθέντες τῶν πειρασμῶν καί τρυφαῖς μή θελχθέντες ‘’, οι Άγιοι Πάντες, τα φωτεινά παραδείγματα μας.

   ‘’ Το να ομολογεί τινάς τον Χριστόν και να κάνει το θέλημά του, αγκαλά φαίνονται πως είναι δύο, όμως είναι ένα και το αυτό, και δεν είναι δύο’’

     λέει ο Άγιος Συμεών ο νέος θεολόγος και συνεχίζει  

   ‘’ εκείνος όπου δεν κάμνει τας εντολάς του Χριστού, ας μη νομίζει πως δεν αρνήται τον Χριστόν, διατί εις κάθε παράβαση της εντολής του Χριστού, τον Χριστόν αρνήται.

   Καθώς και εκείνος που κάμνει τας εντολάς του Χριστού τον Χριστό ομολογεί.’’

   Δηλαδή ομολογεί κανείς την αλήθεια του Χριστού, όταν είναι πρόθυμος να θυσιάσει κάθε βολική τακτοποίηση, οικονομική, συναισθηματική, επαγγελματική και θρησκευτική χάρη αυτής της αλήθειας.

   Η ομολογία η η άρνηση συνδέονται πάντα με το πρόσωπο του Χριστού και όχι με γενικές αντιλήψεις η ιδέες λέει η περικοπή μας.

   Αυτή είναι πολύ σημαντική αλήθεια διότι ξεκαθαρίζει πως ο Ιησούς δεν εξαγιάζει τον μαρτυρικό θάνατο καθ΄ εαυτό ( π.χ θάνατος για πεποιθήσεις η ιδεολογίες ).

   Αλλά όταν αυτός ο θάνατος αναφέρεται στο χριστιανικό μαρτύριο και μόνο.

   Πρέπει να υπογραμμίσουμε το γεγονός ότι στο Ευαγγελικό ανάγνωσμα δεν ονομάζει αυτούς που πιέζουν τους πιστούς στο μαρτύριο και την άρνηση του Χριστού Διοκλητιανό η Δέκιο αλλά ‘’ οἰκίους ‘’ ‘’ αγρούς ‘’, ‘’ἀδελφούς ‘’, ‘’πατέρας ‘’ και ‘’μητέρας ‘’.

   Επομένως ο χριστιανός καλείται από τα πράγματα να διαλέξει μεταξύ αυτών και του Χριστού.

     Ο Κύριος βέβαια δεν αντιπαραθέτει εις την προς τους συγγενείς στοργή και αγάπη με την προς τον Θεό και τον εαυτό Του αγάπη.

     Αλλά ζητά την ιεράρχηση και την αξιολόγηση από τον πιστό για την αγάπη που δείχνει.

     Πρέπει να προσέξουμε πάρα πολύ την προτροπή του Κυρίου για την αγάπη μας προς αυτόν.

     Εδώ μιλά ο Θεός και αυτά που λέει είναι η αλήθεια και το συμφέρον μας.

   Τα λόγια του είναι λόγια Κυρίου, ίσως να φαίνονται λίγο βαριά, λίγο απόλυτα, λίγο κοφτά και σκληρά.

   Έτσι φαίνονται για τα ανθρώπινα μάτια αλλά δεν είναι έτσι.

   Εδώ μιλά ο Θεός, δεν είναι λόγια κανενός που πέφτει έξω στα λόγια του, που δεν ξέρει τι γίνεται και γιατί γίνεται έτσι.

   Ο Κύριος, αυτός που μας ζητά την απόλυτη αγάπη μας για εκείνον είναι ο ίδιος που οικονομεί την σωτηρία των δικών μας ανθρώπων.

   Αυτός που μας εντέλλεται να τιμούμε τον πατέρα μας και την μητέρα μας, κανείς δεν αδικείται από το αίτημα Του.

   Για την απόδειξη ότι τα λόγια του Κυρίου είναι εφικτά η Εκκλησία φέρνει μπροστά μας τα παραδείγματα ανθρώπων σαν εμάς που με την δύναμη Του εφάρμοσαν στη ζωή τους τους λόγους Του.

   Γι΄ αυτό τιμάμε, γιορτάζουμε και πανηγυρίζουμε την μνήμη των αγίων.

Διότι ο εορτασμός και η τιμή των αγίων μας αποδεικνύει την πλάνη ότι δήθεν ο άνθρωπος μπορεί να βρεί την ολοκλήρωση του και την παρηγοριά του στους άλλους ανθρώπους, στα ανθρώπινα επιτεύγματα και την δύναμη των κοσμικών πραγμάτων.

   Οι Άγιοι δείχνουν την υπαρξιακή γύμνια μας, τις σκοτεινές πλευρές μας, το ατελέσφορο της κατά μόνας και με εργαλείο την ανθρώπινη δύναμη προσπάθειας να την σκεπάσει.

   Τιμάμε τους Αγίους και εορτάζουμε την μνήμη τους γιατί μαρτυρούν με ζωντανό τρόπο την καίρια αλήθεια ότι στο Θεό και στη Χάρη του θα βρούμε την ολοκλήρωση μας και μόνο ο χιτώνας της δικής του προσφοράς θα ντύσει την γύμνια μας.

   Τιμάμε τους Αγίους μας για να αποδείξουμε ψεύτη το Διάβολο, ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν συνταχθεί μαζί του και κάνουν τα έργα του.

   Να φιμώσουμε τον ψιθυρισμό του σε κάθε άνθρωπο ‘’ θέλεις λοιπόν να γίνεις ο μόνος τίμιος άνθρωπος επί της γής ‘’ .

   Η Εκκλησία για να καταπολεμήσει αυτή την σατανική μέθοδο θα έπρεπε να φανερώσει όλους όσους σήμερα πράγματι ζουν την αγιασμένη ζωή της με κίνδυνο να τους παραδώσει στα νύχια της κενοδοξίας, στο στόμα του φιδιού.

   Έτσι προβάλλει αυτούς που είναι στην θριαμβέβουσα τάξη της και οι οποίοι είναι απρόσβλητοι από τις μηχανές του.

Τιμάμε τους Αγίους για να δείξουμε την αντίθεσή μας σε αυτούς που λένε ότι η τιμή και η εορτή των αγίων είναι μία βάρβαρη πράξη δεισιδαιμονίας και σχεδιασμός των παπάδων για να εμπορεύονται τις εορτές.

Τιμάμε τους αγίους γιατί αυτοί σε στιγμές αγωνίας, απελπισίας, μοναξιάς και εγκαταλείψεως στέκονται δίπλα μας πρόθυμοι να ακούσουν τον πόνο μας, την ανάγκη μας χωρίς να ζητούν τίποτε και χωρίς να προδίδουν την εμπιστοσύνη μας, όπως αιώνες τώρα στάθηκαν δίπλα στην Ρωμιοσύνη και στις δύσκολες στιγμές της.

Στην απάντηση του Πέτρου ότι οι απόστολοι εκπλήρωσαν τους δύο ζητούμενους όρους, δηλαδή την αποταγή και την ακολουθία.

   Ο Κύριος με επίσημο διαβεβαίωση ‘’ ἀμήν λέγω ὕμῖν ‘’τονίζει την σοβαρότητα και την βεβαιότητα της επαγγελίας και υπόσχετε στους αποστόλους αμοιβή όχι όμως στον παρόντα κόσμο αλλά κατά την

‘’παλιγγενεσία ‘’ .

   Ο όρος αυτός από τα χείλη του Θεού σημαίνει ότι η δημιουργία θα ανακτηθεί, θα αναπλασθεί και φυσικά και ο βασιλιάς της δημιουργίας μέσα σε ένα καινούριο κόσμο.

   Ο ερχομός ξανά του Κυρίου θα φέρει και την θεμελιώδη αλλαγή του κόσμου, ενός κόσμου απαλλαγμένου από τον θάνατο και την φθορά.

   Αποδεικνύοντας τις χιλιαστικές αντιλήψεις πλανεμένες και αντίθετες με τον λόγο του Κυρίου.

    

                                                                                                     

Αθανάσιος Κατσίκης

αρχιτέκτων

                                                                             

   Την Κυριακή της Πεντηκοστής η Εκκλησία διαβάζει την περικοπή από το Ευαγγέλιο του Αγ. Ιωάννη ( 7, 37—8, 12).

   Τρείς ήταν οι μεγάλες γιορτές του Ισραήλ.

α) Το ‘’ Πάσχα ‘’ η ‘’ εορτή των αζύμων ‘’ σε ανάμνηση της εξόδου του λαού από την Αίγυπτο.

β) Η ‘’ Πεντηκοστή ‘’ η ‘’ εορτή των εβδομάδων ‘’ επτά εβδομάδες μετά το Πάσχα ( 7χ7=49 σχεδόν 50 ημέρες ) σαν εορτή ευχαριστήρια προς τον Θεό για την έναρξη του θερισμού.

γ) Η ‘’ σκηνοπηγία ‘’ η ‘’ εορτή των σκηνών ‘’ σε ανάμνηση της ζωής που έζησαν οι Ιουδαίοι μέσα σε σκηνές στην έρημο.

   Αυτοί ήταν οι ‘’ τρείς καιροί τοῦ ἐνιαυτοῦ ‘’ που με εντολή του νόμου συγκεντρώνονταν όλοι οι Ισραηλίτες ‘’ ὀφθήσεται πᾶν ἀρσενικόν τοῦ Ἰσραήλ ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ αὐτοῦ ‘’.

   Η εορτή της σκηνοπηγίας διαρκούσε επτά ημέρες κατ΄ αυτές έστηναν σκηνές η καλύβες με κλωνάρια από δένδρα στις ταράτσες η τις αυλές των σπιτιών τους, στους δρόμους και τις πλατίες.

   Στην αυλή του Ναού υπήρχαν σε κοινή θέα δύο πολύ μεγάλες λυχνίες αναμμένες νύκτα και ημέρα σε ανάμνηση της νεφέλης που οδηγούσε τον λαό στην έρημο.

   Ταυτόχρονα γινόταν μεγάλη σπονδή νερού σε ανάμνηση του βράχου που ανέβλυζε νερό και έπινε ο λαός στην έρημο, ο οποίος με θαυμαστό τρόπο ακολουθούσε τον λαό στις μετακινήσεις του.

   Η ‘’ νεφέλη και η ‘’ ἀκολουθούσα πέτρα ‘’ κατά τον Παύλο ήταν ο Χριστός.

   Κατά την όγδοη και τελευταία ημέρα της εορτής έβγαιναν όλοι από τις σκηνές και έρχονταν στον Ναό σε ανάμνηση της εισόδου εις την γή της επαγγελίας.

   Αυτή την ημέρα στην ώρα της αιχμής της συγκέντρωσης και της μεγάλης σπονδής του νερού στάθηκε ο Ιησούς και φώναξε.

   ‘’ Ἐάν τις διψᾶ, ἐρχέσθω προς με καί πινέτω ‘’.

   Εδώ ο Ιησούς ερμηνεύει ότι αυτός είναι η ακολουθούσα πέτρα από την οποία έπιναν οι πατέρες του Ισραήλ.

   Όποιος πεινά υπάρχει ο αιώνιος χορτασμός, η βρώσης της σαρκός Του .

   Πιστεύουμε στον λόγο του ότι όποιος τρώγει την σάρκα του και πίνει το αίμα του έχει ζωή αιώνιο.

   Χορτασμό αιώνιο διότι η τροφή μας στην βασιλεία του θα είναι ΜΟΝΟΝ η μετάληψη των θείων δώρων του και καμία άλλη τροφή.

   Επειδή και ταύτη ( την κοιλία ) και ταύτα ( τα βρώματα ) κατά τον Παύλο καταργήσει.

Έτσι και εδώ ο αιώνιος δροσισμός του ανθρώπου είναι ο Ιησούς και μόνον αυτός.

Όλα όμως αυτά ο χορτασμός και το ‘’ πίνειν ‘’ το ζωντανό νερό του Χριστού,

Έχουν να κάνουν με το ‘’πιστεύειν ‘’ στον Ιησού.

   ‘’ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ ‘’, αυτός όχι μόνο θα ξεδιψάσει αλλά θα γίνει ο ίδιος πηγή νερού ζωντανού, σαν εκείνου που έδωσε στην Σαμαρίτειδα και έγινε Ιεραπόστολος .

   Το ζωντανό νερό είναι το Πνεύμα το Άγιο, όπως εξηγεί και ο Ευαγγελιστής.

   ‘’ κοιλία ‘’ είναι βέβαια ο έσω άνθρωπος και όχι το στομάχι.

   Ο Ιησούς προλέγει το γεγονός ότι όσοι πιστεύσουν σ΄ αυτόν θα γίνουν φορείς του Αγίου Πνεύματος για να το μεταλαμπαδεύσουν και σε άλλους ανθρώπους που το διψούν.

   ‘’ οὕπω ἤν Πνεῦμα Ἅγιον, ὅτι ὁ Ἰησούς οὐδέπω ἐδοξάσθει ‘’. Το ‘’οὕπω ἥν ‘’ δεν σημαίνει βέβαια δεν υπήρχε, αλλά δεν ήταν γνωστό, δεν είχε αποκαλυφθεί, δεν υπήρχε στις καρδιές των ανθρώπων.

   Η δυνατή φωνή του Ιησού έφερε ταραχή αλλά και διχασμό στα πλήθη.

   Πολλοί έλεγαν ‘’ αυτός είναι αληθινά ο προφήτης ‘’ αόριστος αναφορά του αναμενομένου προφήτη.

Άλλοι έλεγαν ‘’ αυτός είναι ο Χριστός ‘’, ποιο συγκεκριμένη ομολογία.

Οι άπιστοι έφεραν θεληματικά την γνωστή ‘’ απόδειξη ‘’.

‘’ Μή γάρ ἐκ τῆς Γαληλαίας ὁ Χριστός ἔρχεται ‘’? και με τον τρόπο αυτό κοίμιζαν τις συνειδήσεις τους και δικαιολογούσαν την απιστία τους.

Τότε ορισμένοι άνθρωποι των φαρισαίων, τραμπούκοι, ετοιμάζονταν να συλλάβουν τον ενοχλητικό ιεροκύρηκα που βεβήλωνε την πιο ιερή στιγμή της μεγάλης Εορτής.

Φυσικά κανείς τους δεν τόλμησε να τον συλλάβει παρά τις διαταγές που είχαν.

Αυτοί ‘’ οι υπηρέτες ‘’ με άδεια χέρια ήρθαν προς τους Αρχιερείς και τους Φαρισαίους.

Ακολουθούσαν κατά πόδα τον Ιησού για να βρούν την κατάλληλη ευκαιρία.

Έτσι άκουγαν κατ΄ ανάγκη τους λόγους του και σιγά, σιγά τον πίστεψαν.

   Οι Φαρισαίοι ζητούν εξηγήσεις για την απραξία και το ατελέσφορο της αποστολής τους.

Οι υπηρέτες απαντούν ‘’ σαν τα λόγια που λέει αυτός ο άνθρωπος δεν ακούστηκαν ποτέ από ανθρώπινα χείλη’’.

Η απάντιση των υπηρετών αποδεικνύει με τον πιο καθαρό τρόπο την αλήθεια και την δύναμη των λόγων του Ιησού.

Ο Κύριος κατάφερε να φέρει το κήρυγμα του μέσα στο συνέδριο των θρησκευτικών ηγετών μια και εκείνοι δεν ήθελαν να ακούσουν τον

‘’ λαοπλάνο ‘’.

Ο χαρακτηρισμός του Ιησού ως ‘’ άνθρωπος ‘’ από τους υπηρέτες φυσικά δεν σημαίνει ότι δεν είναι και Θεός.

Τα αφεντικά των υπηρετών απαντούν εξοργισμένοι και προσβεβλημένοι από τα λεγόμενα τους.

‘’ Μήπως και εσείς πλανηθήκατε από τον λαοπλάνο ?

Είδατε κανένα από τους άρχοντες και τους ‘’ μορφωμένους ‘’να πιστέψουν σ΄ αυτόν η κάποιο Φαρισαίο.

Ο λαουτζίκος που δεν γνωρίζει τις Γραφές, αυτοί οι καταραμένοι.

Λόγια ανθρώπων που έχουν χάσει την ψυχραιμία τους και αισθάνονται αδυναμία να υπερασπίσουν την γνώμη τους.

Σας θυμίζουν τίποτε από την σημερινή μετά από 2000 χρόνια τακτική των μισθωτών και κρατούντων?

Είναι η πάγια θέση των αιρετικών οικουμενιστών σε όσους ζητούν εξηγήσεις για τους Παλαιοημερολογίτες και ψελλίζουν ερωτηματικά για την αίρεση και τα συμβάντα.

   Ποια είναι η γνωστή απάντηση.

Μήπως κανείς Πατριάρχης η επίσκοπος η ηγούμενος η καθηγητής η μεγάλος θεολόγος η αφρόκρεμα της ορθοδοξίας πίστεψε και έγινε παλαιοημερολογίτης ?

Μόνο κάτι γραΐδια κάποιοι αμόρφωτοι φανατικοί που δεν γνωρίζουν τίποτε από τα θεολογικά, οι εκτός Εκκλησίας, οι αδιάδοχοι των Αποστόλων δηλαδή οι καταραμένοι, οι αφορισμένοι.

Τι απόλυτη σύμπτωση φρασεολογικής δικαιολογίας και τότε και σήμερα για το θάψιμο της αλήθειας.

Αφού οι μεγάλοι δεν γίνονται παλαιοημερολογίτες και ο λαός δεν πρέπει να γίνει, είναι το αιώνιο επιχείρημα τους.

Στη σύνοδο των Αρχιερέων και των Φαρισαίων ακούγεται μια φωνή αντίρρησης του Νικοδήμου, μέλος του μεγάλου Συνεδρίου, γνώστης των Γραφών και γνήσιος ‘’ δάσκαλος του Ισραήλ ‘’ .

‘’ Ο Νόμος μας δεν κρίνει κανένα άνθρωπο εάν πρώτα δεν ακούσει από αυτόν την γνώμη του και το πιστεύω του.

Απάντηση συνετή όχι μόνο από πλευράς Ιησού αλλά και από φαρισαϊκής.

Δεν υποστηρίζει τον Ιησού, αλλά ελέγχει την παράνομη κρίση χωρίς απολογία του ‘’ ενόχου ‘’.

Στοιχειώδης κανόνας κάθε δικαίου πόσο μάλλον του Μωσαϊκού Νόμου.

Όμως για τους Φαρισαίους εάν κάποιος δεν ήταν εναντίον του Ιησού θεωρήτω ότι τον παραδεχόταν.

Στο πρόσωπο του Ιησού δεν χωρούσε ουδετερότητα και ορθός η είσαι μαζί του η όχι.

Ο Κύριος είναι πάντα ‘’ σημείο αντιλεγόμενο ‘’.

Έξω φρενών οι Φαρισαίοι τον ψέγουν. ‘’ Μήπως είσαι Γαλιλαίος και θέλεις να δικαιολογίσης την καταγωγή σου?

Ψάξε καλά τις Γραφές και θα δείς ότι από την Γαλιλαία προφήτης δεν θα γεννηθεί ‘’.

Οι Ιουδαίοι δεν θεωρούσαν τους Γαλιλαίους καθαρόαιμους Ισραηλίτες.

Κυριολεκτικά οι αρχιερείς και οι φαρισαίοι δεν κατάλαβαν γιορτή εκείνη την ημέρα και αυτό φυσικά ήταν και το θέλημα του Ιησού.

Τον κατηγορούσαν ότι είχε δαιμόνιο. Τώρα αποδεικνύεται ποιος είχε και ποιος έκανε σαν δαιμονισμένος και εκτός πραγματικότητας.

‘’ Ἐγώ είμαι το φώς του κόσμου ‘’ ξαναδιδάσκει ο Κύριος ‘’ όποιος με ακολουθήσει δεν θα περπατήσει στο σκοτάδι, στην αγνωσία, στο αβέβαιο, αλλά θα έχει εμένα μαζί του πάντα, το φώς της ζωής, την Αλήθεια.

Τα λόγια του Ιησού ‘’ Εγώ είμαι το φώς του κόσμου, Εγώ είμαι η αλήθεια, Εγώ είμαι η ζωή δεν μπορούν να ειπωθούν από άνθρωπο.

Όποιος τολμήσει να τα πει η τρελός θα είναι η Θεός θα είναι. Ποτέ στην παγκόσμια γραμματεία δεν υπάρχει αναφορά να υπόθηκαν αυτοί οι χαρακτηρισμοί για άνθρωπο.

Εκείνη η νεφέλη στην έρημο ήταν το φώς του Ισραήλ. Ο Ιησούς όμως είναι το φώς του κόσμου, όλων των ανθρώπων, της κτίσης.

Αυτό το φώς του Θαβώρ θα δίνει ζωή στη δημιουργία επειδή το φώς των άστρων δεν θα υπάρχει.

Μετά την διάβαση της Ερυθράς, ο λαός βρέθηκε στην έρημο σαν σε βάρκα μέσα στον ωκεανό.

Δεν υπήρχαν βέβαια τεχνικά μέσα η αλμανάκ για να βρίσκουν τον προσανατολισμό τους, ήταν χαμένει.

Η νεφέλη ήταν ο οδηγός, όταν κινούσε τότε συντεταγμένα σε σχήμα Σταυρού ακολουθούσε ο λαός.

Όταν σταματούσε στρατοπέδευαν.

Εάν ήταν ανάγκη να βαδίσουν νύκτα τους έφεγγε.

Για να μην τους καίει ο ήλιος στην πεζοπορία την ημέρα σαν νέφος έκοβε τον ήλιο και έδινε σκιά.

Εκείνη την νεφέλη ακολουθούσε ο Ισραήλ και οδηγήθηκε στη γή της επαγγελίας.

Τον Ιησού σήμερα καλείται να ακολουθήσει κάθε άνθρωπος για να βρεί την Εκκλησία και από εκεί την αιώνια χώρα.

Σε άλλη περίπτωση το πνευματικό σκοτάδι, η αγνωσία του Πατέρα Θεού και του θελήματός του θα τον οδηγήσει στα χέρια των θηρίων που καραδοκούν να σκοτώσουν.

‘’ ὁ ἀκολουθῶν ἐμοί ἕξει τό φῶς της ζωής ‘’, από τούτη την ζωή το παιδί που μένει με τον Πατέρα θα απολαμβάνει το φώς το της γνώσεως, της αγάπης, της όντος ζωής.

   Θα μπορεί να γιορτάζει και να χαίρεται το γεγονός της Εκκλησίας μαζί με τους αδελφούς του, σε μία εποχή έντονα αντιεκκλησιαστική.

Εποχή ατομικότητας και ανταγωνισμού, εποχή που κυριαρχεί ο υπεράνθρωπος, το αγοραίο και η προδοσία.

Ο Χριστός να είμαστε βέβαιοι, θα τηρήσει την υπόσχεσή του για το φώς της ζωής προς εμάς την Εκκλησία του, όπως τήρησε την υπόσχεση του προς τους μαθητές και έστειλε το Πανάγιο Πνεύμα.

                                           Αθανάσιος Κατσίκης

                                               αρχιτέκτων

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ

     Η περικοπή που κάθε χρόνο αυτή την Κυριακή ακούμε από το Ευαγγέλιο του Αγίου Ιωάννου, είναι το τελευταίο μέρος του μεγάλου Ευαγγελίου που διαβάζεται ως πρώτο την Μεγάλη Πέμπτη το λεγόμενο Ευαγγέλιο της Διαθήκης.

     Ο Κύριος και οι μαθητές είναι στο υπερώο όπου έγινε πρίν λίγο ο Μυστικός Δείπνος.

     Το μισό της διαθήκης το είπε ο Κύριος κατά την διάρκεια του δείπνου και το άλλο μισό μετά το τέλος του δείπνου.

     Εκεί καθώς ήταν όλοι έτοιμοι προς έξοδο και ο Κύριος τους μιλούσε, σηκώνεται όρθιος, υψώνει τα μάτια του στον ουρανό και απευθύνει προς τον Πατέρα την προσευχή της διαθήκης την λεγομένη ‘’Αρχιερατική ‘’.

     Οι πρώτες λέξεις που λέει στην προσευχή είναι : ‘’ Πάτερ ἐλήλυθεν ἡ ὤρα δόξασόν σου τόν υἱόν, ἵνα καί ὁ υἱός σου δοξάξη σε ‘’

   Αυτή την ώρα που ήλθε ο Κύριος την γνώριζε από καταβολής κόσμου.

   Όταν ήλθε στη γή την περίμενε, την ανήγγειλε στους μαθητές, πορευόταν και ετοιμαζόταν γι΄ αυτήν.

   Είναι η ώρα του σταυρικού θανάτου και της εκ νεκρών αναστάσεως, η ώρα που θα καταστραφεί το έργο του Διαβόλου, θα θανατωθεί ο θάνατος, η αμαρτία και οι συνέπειες της.

   Θα τακτοποιηθεί το θέμα που δημιουργήθηκε με την πτώση του ανθρώπου, θα ανοίξει ο Παράδεισος, θα σκυλευθεί ο Άδης.

   Αυτή την ώρα παρακαλεί τον Πατέρα να τον δοξάσει.

   Δόξα του Ιησού είναι μεν η σταυρική θυσία του, αλλά κυρίως η Ανάστασή του.

   Ο Πατήρ έδωσε εξουσία στον Υιόν, δηλαδή διά της γεννήσεως ο Πατήρ έδωσε την φύση του και όλα τα της φύσεως του στον Υιόν και επομένως την εξουσία και δύναμη που υπάρχει στην Θεότητα.

Διά της γεννήσεως του Υιού από τον Πατέρα έχει άμα την εξουσία της ζωής και του θανάτου την εξουσία της αιώνιας ζωής.

Αυτή την αιώνια ζωή ήλθε να δώσει στον μισοπεθαμένο από τα κτυπήματα του διαβόλου άνθρωπο με τον τρόπο που σχεδίασε η σοφία του.

Δηλαδή να σαρκωθεί, να θανατωθεί, και να αναστηθεί συμπαρασύροντας στην ανάσταση όλο το ανθρώπινο γένος χωρίς εξαίρεση αφού έγινε άνθρωπος.

Αυτή είναι η δόξα που ζητά από τον Πατέρα, η ανάσταση για να κάνει τον άνθρωπο μέτοχο της αιώνιας ζωής.

Ταυτόχρονα δίνει και τον ορισμό της αιώνιας ζωής χωρίς στοχασμούς και περιγραφή αφηρημένων εννοιών.

‘’ Η αιώνια ζωή είναι να γνωρίζουν εσένα τον μόνο αληθινό Θεό και αυτόν που έστειλες Ιησού Χριστό ‘’

Το ‘’ γνωρίζει ‘’ βέβαια περιέχει και τις έννοιες του παραδέχεσθε, του πιστεύειν και του αγαπάν.

Αφορά γνωριμία καρδιάς, γνωριμία αποκαλύψεως, σχέση, βιωματική εμπειρία.

Φυσικά η γνώση που σώζει και δίνει την αιώνια ζωή αφορά και τον ίδιο τον Ιησού.

   Δεν υπάρχει περίπτωση να συνδεθεί κανείς με τον Πατέρα χωρίς προηγουμένως να συνδεθεί με τον Χριστό, δεν νοούνται οι δύο χωριστά.

Η επίγνωση του Θεού δεν υπάρχει άνευ της επίγνωσης και του Χριστού αφού έχουν μία ουσία, είναι μία Θεότης.

Ζητεί την δόξα την οποία είχε προ καταβολής κόσμου, δηλαδή την απόδειξη και φανέρωση της κρυμμένης Θεότητας του.

Ως έλεος και αγάπη στο Σταυρό και τον Θάνατο του και ως δύναμη και εξουσία με την Ανάστασή του.

Εάν ο Πατήρ δοξάσει τον Υιόν, ο κόσμος θα δοξάσει τον Υιόν και ασφαλώς και τον Πατέρα.

Κατά την τριετή δράση, παρουσία του Υιού επί της γής ο Πατήρ έδωσε σημεία και απέδειξε την γνησιότητα της Θεότητας του Υιού του Αγαπητού.

Ο κόσμος όμως δεν τον κατάλαβε, τώρα λοιπόν είναι η ώρα να γίνει η φανέρωση της κρυμμένης θεότητας του Υιού.    

Ο Ιησούς λέγει ότι δόξασε τον Πατέρα με την ολοκλήρωση του έργου του επί της γής, φανέρωσε, αποκάλυψε τον Πατέρα στους ανθρώπους.

Αυτό συμβαίνει διότι όποιος γνωρίσει τον Θεό αμέσως θα τον θαυμάσει, θα τον αγαπήσει, θα τον δοξάσει.

Αυτή την φανέρωση όμως δεν την έκανε σε όλους αλλά σε αυτούς που ήταν άνθρωποι του Θεού.

Αυτούς που είχαν την επιθυμία να γνωρίσουν τον άγνωστο Πατέρα τους, που ένιωθαν ορφανοί στον κόσμο τούτο.

Αυτοί ήταν του Θεού όμως δεν μπορούσαν να τον γνωρίσουν, υπήρχε το μεσότοιχο της αγνωσίας και εξ αιτίας αυτής της αδυναμίας ήταν αμέτοχοι της αιώνιας ζωής.

   Ο Ιησούς με την κατάθεση της μαρτυρίας του για το πρόσωπο του Πατέρα κατήργησε το μεσότοιχο και άνοιξε τον δρόμο προς την αιώνια ζωή, την υιοθεσία.

   Οι άνθρωποι αυτοί δόθηκαν από τον Πατέρα στον Υιό και από τον Υιό έμαθαν αυθεντικά για τον Πατέρα, τον δημιουργό, την ζωή των πάντων.

   Με την παρουσία του Υιού, από τα χαρακτηριστηκά του, τα λόγια του έμαθαν πώς είναι ο Πατήρ. ‘’ ὁ ἐωρακός ἐμέ ἐώρακε τον Πατέρα ‘’.

   Η διδασκαλία του Ιησού οδήγησε τους ανθρώπους του Θεού να καταλάβουν ότι τα λόγια του, τα ρήματά του ήταν λόγια του Πατέρα.

Με τον τρόπο αυτό πίστεψαν ότι ο Ιησούς είναι ο απεσταλμένος του Πατέρα, ο μεγάλης βουλής Άγγελος.

‘’ Οὐ περί τοῦ κόσμου ἐρωτῶ. ‘’ προσφέρεται θυσία για όλο το ανθρώπινο γένος, αλλά δεν την δέχονται όλοι.

Η δέχεσαι την θυσία του η όχι, η δέχεσαι όλη την συγχωρητικότητα του, όλη την χάρη που δίνει την σωτηρία η την απορρίπτεις.

Πρεσβεύει και παρακαλεί ο Παράκλητος μας σεβόμενος απόλυτα την ελευθερία των δημιουργημάτων του.

Μόνων αυτών που τον δέχονται, που τον πιστεύουν, που τον αγαπούν που θέλουν την προστασία του, τις πρεσβείες του.

   Εάν ο άνθρωπος δεν ζητά και δεν ενδιαφέρεται για την αιώνια ζωή ο Ιησούς δεν μεσιτεύει.

Περιμένει πρώτα την πίστη και το ενδιαφέρον εκ μέρους των ανθρώπων, εάν αυτό υπάρξει αμέσως προσφέρει τα πάντα ακόμη και την ζωή του.

‘’ και τά ἐμά πάντα σά ἐστί καί τά σά ἐμά ‘’. Σαφέστατη ομολογία της θεότητας του, της ισοθείας του με τον Πατέρα.

Εάν δεν ήταν ο Υιός τόσο μεγάλος και άπειρος όπως ο Πατήρ πώς θα χωρούσε πάντα τα του Πατρός.

Ο Πατήρ χωρεί πάντα τα του Υιού διότι είναι Θεός. Άρα για να χωρεί ο Υιός πάντα τα του Πατρός έχουμε ισοθεία Πατρός και Υιού.

‘’ καί οὐκέτι εἰμί ἐν τῶ κόσμω, καί οὕτοι ἐν τῶ κόσμω εἰσί, καί ἐγώ πρός σέ ἔρχομαι. ‘’

   Ο Ιησούς ήδη ετοιμάζεται να πάει στον Πατέρα. Οι μαθητές όμως θα παρέμειναν μέσα στον κόσμο, είναι άπειροι και χρειάζονται φροντίδα.

   Γι΄ αυτό παρακαλεί τον Πατέρα να τους τηρήσει, να τους κρατήσει να μην χαθούν, να είναι όλοι μαζί ένα.

   Να φυλαχθούν ενωμένοι με την βοήθεια του Πατρός.

   Όσο ήταν μαζί τους, τους προστάτευε για να μην υπάρχουν απώλειες, με εξαίρεση τον Ιούδα ο οποίος απολάμβανε όλα τα ελέη της παρουσίας του Ιησού και μετείχε σε όλες τις χάρες των δωρεών του προς τους μαθητές.

   Ιάσεις, ιδιαίτερης διδασκαλίας, συνεχής κοινωνία με τον Θεό κ.τ.λ.

   Με απόλυτη ελευθερία και με προσωπική επιλογή γύρισε την πλάτη του στον Δάσκαλο και ακολούθησε τον αρχιδολοφόνο Διάβολο.

   Ο Κύριος γνωρίζει την φοβερή δοκιμασία που έρχεται και θέλει οι μαθητές να μείνουν γεμάτοι με την χαρά που απέπνεε η δική του παρουσία για να αντέξουν την πρόκληση.

   Πρέπει να καταλάβουμε σε τι δεινή θέση θα βρεθούν οι μαθητές μετά τον θάνατο του δασκάλου από ανθρώπινης πλευράς.

Γνώρισαν ένα εξαιρετικό δάσκαλο, που κηρύττει μία νέα βασιλεία, αφοσιώθηκαν σ’ αυτόν, εγκατέλειψαν τα πάντα, δουλειές και οικογένειες και όλη την κατά κόσμο ζωή τους.

Σε λίγο θα τον δούν να φονεύεται με συνέπεια να διαψεύδεται όλη η διδασκαλία του, να θρυμματίζονται τα περί της βασιλείας.

Αυτοί να μένουν κατεστραμμένοι κοσμικώς και απαντημένοι πνευματικά.

Η γνωριμία τους με τον Ιησού με την τραγική κατάληξη που θα έχει θα τους απογοητεύσει σαν μια τρέλα της ζωής ανεπανόρθωτη.

   Από την άλλη θα θεωρήσουν τον δάσκαλο σαν ένα απατεώνα που τους ξελόγιασε.

   Την Ανάσταση όχι μόνο δεν την πίστευαν αλλά αδυνατούσαν ακόμα και να την συλλάβουν.

   Υπήρχε πάντα ο κίνδυνος να πέσουν σε απογοήτευση και θανάσιμη απελπισία.

   Η στήριξη από τον Πατέρα θα φυλάξει την χαρά τους πεπληρωμένη και αναστάσιμη.

                                                                                                                                                                                                         Αθανάσιος Κατσίκης

                                                                                          αρχιτέκτων

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Η΄   ΛΟΥΚΑ

Η παραβολή τοῦ καλού Σαμαρείτη

Εἴπαν ὅτι ἐάν ὅλα τά Εὐαγγέλια εἴχαν χαθεί καί σώζονταν οἵ δύο παραβολές που ἀναφέρονται μόνον στό Εὐαγγέλιο του Λουκά, --τοῦ καλοῦ Σαμαρείτη καί τοῦ ἀσώτου υἱοῦ -- νά σημειώσουμε ὅτι τό κατά Λουκάν Εὐαγγέλίο εἶναι τό κατά Παῦλο Εὐαγγέλιο -- τά δύο αὐτά πολύεδρα διαμάντια, θά γινόταν φανερό ὅτι ὅ Θεός εἶναι Πατέρας μας, εἶναι Ἀγάπη, ἠ φύσις τοῦ εἶναι Ἀγάπη καί ὅτι ὅ πατέρας μας ἀπό τό ξεχείλισμα τῆς ἀγάπης τοῦ ἔγινε ἄνθρωπος καί ἧρθε νά σώσῃ τά παιδιά τοῦ καί νά ἀποδώσῃ τήν κληρονομιά πού τούς πρέπει.

Κατά τήν παραβολή ἕνας νομικός πού τήν ἐποχή ἐκείνη οἱ νομικοί εἶχαν τήν βεβαιώτητα τής ὑπεροχῆς τούς ἀπέναντι στούς φτωχούς και ἀγράμματους συμπατριώτες τους. Αὐτός λοιπόν ὁ νομικός ἀπευθύνει ἐρώτηση στόν Κύριο ‘’ εκπειράζων αὐτόν καί λέγων ‘’ διδάσκαλε τί ποιήσας ζωήν αἰώνιον κληρονομήσω? Τό ἐρώτημα τού ὅμως εἶναι ἐπίκαιρο σέ ὅλους τούς αἰῶνες.

Ὁ ἄνθρωπος δέν ἐξαντλεῖται μόνο μέ τήν παρουσία του πάνω στή γῆ ἀλλά ἔχει συνέχεια. Εἴναι γιός τοῦ Θεοῦ, Αὐτός εἶναι ὁ Πατέρας μας, ὁ δημιουργός μας καί εἶναι ἀδύνατο νά δεχθοῦμε ὅτι ὁ Δημιουργός κάνει δημιουργήματα ποῦ πεθαίνουν, πού χάνονται, πού ἔχουν χρόνο λήξεως. Ὁ Χριστός κατέβηκε ἐπί τῆς γῆς γιά νά ἀνεβοῦμαι ἐμείς, πτώχευσε για νά πλουτίσουμε, μπῆκε στό χωροχρόνο γιά νά γίνουμε αἰώνιοι . Αὐτή την αἰωνιότητα πρέπει μέ ἀγωνία νά ἀναζητοῦμαι καί ὄχι νομικά.

Ὁ Ἰησοῦς παίρνει τήν εύκαιρία ἀπό τό ἐρώτημα του νομικού καί διδάσκει τήν ὡραιότατη τῶν παραβολῶν Του. Ὁ νομικός νομίζει πώς θά παγιδεύσῃ τόν Κύριο, θά τόνπαρασύρῃ, νά πῃ πράγματα ποῦ θά ἧταν ἐνάντια στόν νόμο, γιά αὐτό κάνει τήν ἐρώτηση.

Ὁ Δεσπότης γνωρίζει τήν πονηρία τοῦ νομικού καί τόν ὑποχρεώνει νά δώσῃ ὁ ἵδιος τήν ἀπάντηση καί τόν ἐλέγχει ὅτι δέν τήν ἐφαρμόζει ἄν καί εἴναι ὑποχρέωση τοῦ νόμου.

Ἡ ἀπάντηση εἶναι ἡ ἀναφορά δύο βασικῶν ἐντολῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ποῦ ἀναφέρονται στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί τοῦ πλησίον, τό γνωστό ‘’ ἄκουε Ἰσραήλ’’ .Μιά προσευχή πού ἀπήγγειλε καθημερινά ὁ Ἱουδαῖος δύο φορές τήν ἡμέρα, τό πρωί καί τό ἀπόγευμα.

Ὁ νομικός προσβεβλημένος θέλει νά δικαιωθῃ γιά τήν ὑποβολή μιας τέτοιας κοινότατης ἐρώτησης τήν ἀπάντηση τῆς ὁποίας ὅλοι γνωρίζαν ἀφοῦ εἶναι θέμα καθημερινής τούς προσευχῆς. Ἔτσι ρωτά ‘’ καί τίς ἐστί μού πλησίον’’. Τήν ἐποχή ἐκείνη ὑπήρχαν πολλές ἀπόψεις γιά τό ποιός εἵναι ὁ πλησίον.

Οἱ νομικοί θεωρούσαν ὡς πλησίον μόνο τους ὁμοίους τούς στην μόρφωση καί τήν ἀρετή.

Οἱ φαρισαίοι δέν θεωροῦσαν πλησίον τόν φτωχό καί ἀγράμματο λαό, παρά μόνον τοῦς ἀνθρώπους τῆς τάξεώς τους. Οι Ἔσσαῖοι θεωροῦσαν ἀδελφούς καί πλησίον μόνον αύτούς πού ἦταν ἐντός τῆς κοινότητός τους καί κήρυτταν τό μίσος ἐναντίον κάθε ἄλλου ἀνθρώπου.  

Κατά τήν διήγηση τῆς παραβολῆς κάποιος ταξίδευε ἀπό τήν Ἰερουσαλήμ πρός τήν Ἰεριχώ, στό δρόμο ἔπεσε θύμα ληστῶν οἱ ὁποῖοι ἀφοῦ τόν κακοποίησαν ἀλύπητα καί τόν ἄφησαν μισοπεθαμένο.

Κατά συγκυρία ἕνας Ἱερέας διερχόμενος ἀπό τόν ἴδιο δρόμο τόν εἶδε καί τόν προσπέρασε. Μετά ἀπό λίγο ἕνας Λευίτης πού περνοῦσε καί αὐτός ἀπό ἐκεί ἦλθε τόν εἶδε καί τόν προσπέρασε και αὐτός.

Βέβαια γεννάται τό ἐρώτημα γιατί ὁ Ἰησοῦς παρουσιάζει τούς Ἰερείς καί τούς Λευίτες τόσο ἀδιάφορους καί σχεδόν ἄσπλαχνους μπροστά σέ ἕνα καταπληγωμένο καί μισοπεθαμένο ἄνθρωπο. Ἀπό τήν διήγηση δέν δίνεται κάποια ἐξήγηση.

Μήπως φοβήθηκαν ἐνδεχομένως ὅτι μποροῦσαν καί αὐτοί νά πάθουν τά ἴδια ἀπό τούς ἐλλοχεύοντες ληστές? Μήπως ἡ ἐρημιά τοῦ χώρου δέν ἦταν ὁ κατάλληλος τόπος γιά ἔνα θρησκευτικό ἡγέτη τῶν ἑβραίων νά ἐλεήσῃ ἀφοῦ κανείς δέν θά ἔβλεπε τήν πράξη του καί νά τόν θαυμάσῃ.

Το τρίτο πρόσωπο πού ἔρχεται στή σκηνή τῆς διήγησης δέν ἦταν Ἰουδαῖος, ἀλλά ἦταν Σαμαρείτης. Φυσικά στό άκουσμα καί μόνο Σαμαρείτης οἱ ἀκροατές τού ὡς Ἐβραῖοι θα είχαν ἀγανακτήσῃ καθῶς γνωρίζουμε ὅτι ‘’ δέν συγχρῶντε Ἰουδαῖοι Σαμαρεῖτες’’. Αὐτός πλησιάζει τόν μισοπεθαμένο καί δυστυχισμένο ἄνθρωπο καί μόλις τόν βλέπει τόν ‘’εὐσπλαχνίστηκε’’.

Εἶναι ἕνα ρῆμα πού χρησιμοποιοῦν οἱ Εὐαγγελιστές γιά νά περιγράψουν τά αἰσθήματα τοῦ Ἰησοῦ ἐνώπιον τῶν διαφόρων ἀσθενῶν τούς ὁποίους ἐπρόκειτο στή συνέχεια νά θεραπεύσῃ.

Ὁ Σαμαρείτης περιποιείται τά τραύματα τοῦ ἀνθρώπου ἐπί τόπου ‘’ἐπιχέων ἔλαιον καί οἶνον ‘’ Τό λάδι καί τό κρασί ἦταν ἀπαραίτητα ἐφόδια καί φάρμακα κάθε ὁδοιπόρου σέ περίπτωση τραυματισμοῦ του κατά την διάρκεια τοῦ ταξιδιοῦ του. Τό κάνει αὐτό χωρίς νά λογαριάζῃ τόν κίνδυνο πού διέτρεχε ἀπό τούς ληστές πού μπορεί νά καραδοκοῦσαν κρυμμένοι.

Βάζει τόν πληγωμένο στό ὑποζύγιό του καί τον μεταφέρει μέ πολλή προσοχή σέ ἕνα πανδοχεῖο ένῶ αὐτός πεζοπορεί. Ἐκεί προσωπικά φροντίζει τόν μισοπεθαμένο καί τήν ἐπόμενη μέρα δίνει χρήματα στόν πανδοχέα γιά νά φροντίσῃ ὅτι τό   περισσότερο χρειαστεί ὁ τραυματίας.

Μετά ἀκουλουθεί το ἐρώτημα τοῦ Ἰησοῦ πρός τόν νομικό. Ποιός ἀπό αὐτούς τούς τρείς θεωρείς ἐσύ ὅτι ἔγινε πλησίον σέ αὐτόν πού ἔπεσε στούς ληστές. Ὁ Κύριος ἀλλάζει τό ἐρώτημα ρωτᾶ ποιος ἀπό τούς τρείς ἐνήργησε ως πλαισίον.

Ἐνώ ὁ νομικός ρωτούσε ποιος εἶναι ὁ πλησίον ἀπάντηση στό ἐρώτημά του δέν πῆρε, ἀναγκάστηκε ὅμως νά ὁμολογήσῃ κατόπιν τῆς ἐρωτήσεως τοῦ Ἰησοῦ ὅτι ὁ πραγματικός πλησίον εἶναι ‘’ ὁ ποιήσας τό ἔλαιος μετ’ αὐτού ‘’ ἀποφεύγοντας νά ἀναφέρῃ τό ὅνομα Σαμαρείτης πού ἦταν γιά τούς Ἰουδαίους βδελικτό. Ο Ἰησοῦς τοῦ κάνει καί τίς ἀποστομωτικές ὑποδείξεις.

‘’ πορεύου καί σύ ποίει ὁμοίως’’ ,’’ τούτο ποίει καί ζήσει’’.

Ὁ Κύριος ἐδῶ θέλει νά μας διδάξῃ ὅτι ὁ πλησίον πάντα εἶναι πρόσωπο πού ἔρχετε μπροστά μας. Ὅχι γιά τήν ἀνθρωπότητα γενικά καί ἀόρηστα, διότι ἡ ἀγάπη σέ συγκεκριμένο πρόσωπο ἔχει κόστος καί θυσία .

Ὅ Σαμαρείτης ἐπιμελήθηκε αύτοπροσώπως τόν δυστυχισμένο δέν τόν ἀναθέτει σέ κάποιο φιλόπτωχο σωματεῖο ή σέ μία ὁργανωμένη πρόνοια. Τόν φροντίζει σάν πρόσωπο καί συνάνθρωπο. Αὐτό ἔχει συνέπεια, ὅτι καθυστέρησε μία ή δύο ἡμέρες τό ταξίδι του, ὅτι διαθέτει τό δικό τού μεταφορικό μέσο για τόν τραυματισμένο βαδίζοντας αὐτός μέ τά πόδια ἀλλά καί ἀργά διότι γίνεται μεταφορά πολυτραυματία.

Ἀλλά καί στό πανδοχείο προσωπικά τόν περιποιεῖται τόν ἀλλάζει, τόν φροντίζει, τον καθαρίζει. Ἡ ἀγάπη πού δείχνει εἶναι ἱσχυρότερη καί τοῦ θανάτου, ὁ Σαμαρείτης ἀψιφᾶ μέ τήν ἀγάπη του τόν φόβου τοῦ θανάτου ἐξαιτίας τοὺ κινδύνου πού διατρέχει καί ὁ ἵδιος ἀπό τούς ληστές ἀλλά καί τοῦ θανάτου που μπορούσε νά συμβῃ στό δυστυχισμένο καί μισοπεθαμένο ἄνθρωπο.

Οἱ Πατέρες ὅμως δίνουν καί τήν ἀλληγορική ἐρμηνεία τῆς παραβολής. Ὁ ἄνθρωπος, ἡ ἀνθρώπινη φύση μετά τήν πτώση του Ἀδάμ κατέβαινε τά σκαλοπάτια τῆς ἐμπάθειας καί τῆς κτηνώδους ζωῆς χωρίς Θεό στον ὀπτικό τοῦ ὁρίζοντα ἔπεσε στά χέρια τῶν ληστῶν δαιμόνων.

Στά χέρια τούς ὁ ἄνθρωπος κακοπάθησε φρικτά ἀπό τα θανατηφόρα κτυπήματα τῆς ἁμαρτίας καί ἔγινε ὅλος ἔνα τραύμα. Τόν ξεγύμνωσαν ἀπό τά πάντα καί θεωρώντας σίγουρο τόν ἐπερχόμενο θάνατό του τόν ἄφησαν ἔρημο ἀπό βοήθεια καί ἀρωγή. Μέσα στήν δυστυχία του καί τήν ἀνημποριά του ὁ ἄνθρωπος θά πέθαινε. Ὁ Κύριος ἒδωσε τόν νόμο καί τους προφήτες τόν Ἱερέα καί τόν Λευίτη οἱ ὁποῖοι ἥθελαν νά βοηθήσουν τόν ἄνθρωπο ἀλλά δέν εὔχανε δύναμη σωτηρίας.

Οἱ πληγές ἥταν ἀνίατες και ἀνίκητες γιά τήν ἄνθρώπινη δύναμη. Ὁ Ἀπόστολος το διευκρινίζει λέγοντας. ‘’ Τό αἵμα τῶν ταύρων καί τράγων δεν μποροῦσε νά συγχωρέσῃ ἁμαρτίες ‘’ Ὁ σοφός Δημιουργός, ὁ Κύριος τῆς δόξης πού οἱ Ἰουδαῖοι κοροϊδευτικά τόν ἔλεγαν Σαμαρείτη ἦλθε ὁ Ἰδιος δέν    ἔστειλε οὖτε ἄγγελο οὖτε ἀρχάγγελο γιά νά σώσῃ τόν μισοπεθαμένο. Ἦλθε ὁ Ἱσχυρός καί πῆρε στά χέρια του τήν σωτηρία μας.

Πῆρε ἐπάνω τού τήν φύση μας γιά νά μήν μπορεί πλέον ὁ ἐχθρός ὁ παμπόνηρος νά τήν πειράξῃ. Μέ τό λάδι τῆς εὐσπλαχνίας του καί τό κρασί τῆς συνχωρητικότητας ἔδεσε τά τραύματά καί ζωντάνεψε τόν ἄνθρωπο. Τόν μεταφέρει μέ ἀσφάλεια στό πανδοχεῖο πού εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Στά πανδοχεῖα πήγαιναν οἱ ἄνθρωποι μέ τά ζώα τους, στήν Ἐκκλησία ἔρχονται οἱ ἄνθρωποι μέ τά πάθη τους καί ἐκεί θεραπεύονται καί ἀποκτούν τήν υἱοθεσία.

Ἐκεί μεταλαμβάνουν τό σῶμα καί το αἵμα Του. Ἐκεί ἀπολαμβάνουν τήν εὐσπλαχνία καί τήν ἀγάπη Του. Αὐτός ἔπηξε τήν Ἐκκλησία, Αὐτός ἐπιμελεῖτε προσωπικά ὅλα τά τραύματά μας. Τά πῆρε στό σῶμα Του, τραυματίστηκε ὁ ἵδιος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ σταυρού και παραμένει ἐπί του σταυρού μέ ἀνοικτά τά χέρια του περιμένοντας κάθε πονεμένο, τραυματισμένο, δυστυχισμένο.

ΠΡΟΣΟΧΗ διότι ‘’ ἐν τῶ ἐπανέρχεσθέ με’’ ΘΑ ΞΑΝΑΡΘΗ.

Ἀθανάσιος Κατσίκης ἀρχιτέκτων

ὑπό τοῦ Θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου Κυκλάδων κ. Σάββα

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

      Όταν η χριστιανική πίστη εξήλθε από τις υπόγειες κατακόμβες, όταν οι χριστιανοί απόλαυσαν το δικαίωμα να λατρεύουν ακωλύτως τον αληθινό Τριαδικό Θεό, ήρθε η ώρα να οικοδομήσουν έργα ανάλογα της πίστεως και ευλαβείας των, στα οποία θα δοξαζόταν ο Αληθινός Θεός. Σε περικαλέστατους ναούς, κάθε λειτουργική τέχνη (έστω και σε σπαργανώδη μορφή), κλήθηκε να συνεισφέρει στην διαμόρφωση της ορθόδοξης λειτουργικής ζωής. Μέσα από την ζεστή απλότητα του πρωτοχριστιανικού μεγαλείου, οι ιεροί ναοί φάνταζαν ουρανομήκης και τα ιερά τους απηχούσαν το πόθο και την κατάνυξη της μαρτυρικής ιερατικής καρδίας των πρώτων ποιμένων. Στους πρωτοχριστιανικούς ναούς ενεφανίσθησαν και τα πρώτα σύνθρονα, σαν μικρά αρχαία θέατρα με σκηνή την αγία τράπεζα και δρώμενο το Θείο Δράμα του εσφαγμένου αρνίου. Στις βαθμίδες αυτών, οι Πατέρες μας τοποθέτησαν περίοπτα τον επισκοπικό θρόνο, επιχειρώντας να προσδώσουν συμβολιστικά και πραγματιστικά τον ρόλο που έμελλε ο επίσκοπος να επωμιστεί στην Εκκλησία.

Περισσότερα...

Κυριακή Σταυροπροσκυνήσεως

Το χάλκινο φίδι επι Μωϋσέως τύπος του Εσταυρωμένου Χριστού

Υπο του Θεοφιλεστάτου Πέτρας κ. Δαβίδ

Σήμερα συμπληρώνεται η Τρίτη εβδομάδα της Μ.Τεσσαρακοστής. Η Κυριακή της προσκυνήσεως του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, ο οποίος ως άλλη πνευματική όασις, παρέχει άνεση και αναψυχή εις τους πιστούς από τον κόπο της νηστείας και τους ενδυναμώνει για να φθάσουν αισίως και εις τα πάθη του Σωτήρος Χριστού.

Ο Σταυρός του Χριστού όμως, δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο της εποχής της χάριτος. Ήδη στην Παλαιά Διαθήκη εκτός από τις ρήσεις των προφητών, υπάρχουν πολλά γεγονότα τα οποία προτυπώνουν το μυστήριο του Σταυρού. Η δύναμις του Σταυρού ενεργούσε και στα προφητικά χρόνια, πολύ πριν από την Σταύρωση του Κυρίου. Στο παρόν άρθρο θα μας απασχολήσει μια ιστορία από το βιβλίο των Αριθμών, η οποία περιέχεται παράλληλα και στο κατά Ιωάννην ευαγγέλιο. Εκεί ο Κύριος μας, λέγει την εξής φράσιν εις τον μυστικόν του μαθητήν Νικόδημον «Καθώς Μωϋσῆς ὕψωσε τόν ὄφιν ἐν τᾖ ἐρήμῳ οὕτως ὑψωθῆναι δεῖ τόν Υἱόν τοῦ ἀνθρώπου, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀπόληται, ἀλλ΄ἔχῃ ζωήν αἰώνιον» (Ιω.γ΄,14-15).

Διανύουμε το τελευταίο και τεσσαρακοστό έτος της περιπλανήσεως των εβραίων εις την έρημον του Σινά. Ό Μωϋσής μέσα σε διάστημα τεσσάρων μηνών, έχει χάσει πρώτα την αδελφή του Μαριάμ και ύστερα τον αδελφό του Ααρών που ήταν ο αρχιερέας του λαού. Ενώ οι εβραίοι έχουνε φθάσει έξω από την χώρα των Ιδουμαίων αναγκάζονται να ακολουθήσουν μεγάλη κυκλική πορεία, διότι οι τελευταίοι τους έχουν απαγορεύσει τη διέλευση μέσα από την χώρα τους.

Και τότε, γεμάτοι πικρία και απογοήτευση οι Ισραηλίτες λυγίζουν. Χάνουν το θάρρος και την εμπιστοσύνη τους εις τον Θεόν. Και κακολογούν τον Μωϋσή. «Γιατί το έκανες αυτό;-του λένε; Γιατί μας έβγαλες από την Αίγυπτο; Γιατί να πεθάνουμε εις την έρημο;». Τά λόγια τους πικρά και σκληρά, θλίβουν κατάβαθα τον Μωϋσή. Αναλαμβάνει όμως να την υπερασπιστεί και να απαντήσει ο ίδιος ο Θεός. Και είναι η πρώτη φορά που ο Θεός δεν απαντά στην πάνδημη αχαριστία με ευεργεσίες, αλλά με τιμωρία και μάλιστα πολύ σκληρή.

Αποστέλει στον καταυλισμό αμέτρητα πλήθη από δηλητηριώδη και θανατηφόρα φίδια, οι Ισραηλίτες άρχισαν να πέφτουν νεκροί από τα τσιμπήματά τους σαν τα στάχυα. Όταν λοιπόν διαπίστωσαν το μέγεθος του κινδύνου που τους απειλούσε, συγκλονίστηκαν μονομιάς και μετενόησαν. Ζήτησαν από τον Μωϋσή να προσευχηθεί εις τον Θεόν για να απαλλαγούν από τα φίδια. Ο Μωϋσής πράγματι ανταποκρίθηκε στην έκκληση για βοήθεια των συμπατριωτών του. Ύστερα από παραγγελία του Θεού κατασκεύασε ένα χάλκινο φίδι, το οποίο κρέμασε σε έναν μεγάλο πάσσαλο, σε τόπο υψηλό, ώστε να φαίνεται σε όλη την κατασκήνωση.

Όσους από τους Εβραίους, δάγκωναν τα φίδια, αρκούσε να ατενίσουν μόνον, το χάλκινο φίδι και αμέσως εθεραπεύοντο. Το φίδι αυτό το διεφύλαξαν οι Ισραηλίτες εις τον ναόν του Σολομώντα ως ιερόν κειμήλιον που τους υπενθύμιζε την ευεργεσία του Θεού. Δυστυχώς όμως με το πέρασμα των χρόνων, θεοποίησαν το φίδι και του απέδωσαν τιμές και λατρεία. Γι’ αυτό και ο βασιλιάς Εζεκίας όταν ανέβηκε στον θρόνο, το κατέστρεψε και το ονόμασε ΄΄Νεεσθάν΄΄. Δηλαδή ένα κομμάτι συνηθισμένο χαλκού και τίποτα περισσότερο. Από το Νεεθάν προήλθε η ονομασία Νάας με την οποίαν ονόμασαν τους οφίτας (Ναασηνούς), μία αίρεσις σατανική και δυσεβεστάτη.

Πάντως το γεγονός της θεραπείας των Ισραηλιτών από το χάλκινο φίδι έχει αρκετούς συμβολισμούς. Ο Κύριος στα Ευαγγέλια, αρκετές φορές χαρακτηρίζει τους Ιουδαίους όφεις και γεννήματα εχιδνών. Και αυτό γιατί οι Εβραίοι έφεραν μέσα τους τα νοητά φίδια των παθών τους δαίμονες, που ήσαν οι υπηρέτες του αρχεκάκου εχθρού, του παλαιού δράκοντος Εωσφόρου, ο οποίος είχε ρίξει τους πρωτοπλάστες εις την αμαρτίαν.

Όσοι λοιπόν από τους Εβραίους έβλεπαν τον χάλκινον όφιν, ουσιαστικά έδειχναν την μετάνοιά τους, εξέφραζαν την πίστη τους, ζητούσαν συγνώμη από τον Θεόν και γι’αυτό κιόλας εθεραπεύοντο. Όχι γιατί το φίδι είχε μαγικές ιδιότητες, αλλά διότι ο Θεός τους γιάτρευε με την χάριν του. Αυτό γινόταν διότι το χάλκινο φίδι ήταν προφητικός τύπος του Εσταυρωμένου κι έτσι ενεργούσε σε αυτό η άκτιστος θεία χάρη και θεία ενέργεια του Τιμίου Σταυρού.

Το χάλκινο φίδι ήταν ομοίωμα φιδιού, τουτέστιν φίδι χωρίς δηλητήριο. Ο Χριστός από την άλλη είχε ως σώμα αθρώπινο, χωρίς όμως το δηλητήριο της αμαρτίας. Ήταν Αναμάρτητος. Όσους δάγκωσαν τα φίδια εσώζοντο, εφόσον ατένιζαν το χάλκινο φίδι. Παρομοίως όσοι προσβάλλονται από την αμαρτία και δαγκώνονται από τον δαίμονα, εφ’όσον πιστεύουν ακράδαντα στο πάθος του Σωτήρος θεραπεύονται από τα χτυπήματα του Σατανά και απολαμβάνουν την αιώνιον ζωήν.

Όπως ο χαλκός είναι σκληρός και αδιεπέραστος στο δηλητήριο που είναι αδύνατον να τον διαποτίσει, έτσι αδύνατον ήταν να εισβάλει η αμαρτία στην ανθρώπινη φύση του Χριστού. Ο Χριστός εμφανίστηκε ΄΄εν ομοιώματι σαρκός αμαρτίας΄΄. (Ρωμ.η,3). Τουτέστιν με την σάρκα την ανθρωπίνην, την σάρκα ημών των αμαρτωλών ανθρώπων. Όσοι άνθρωποι πέθαναν πρίν από τον Χριστόν, πέθαναν εξ’αιτίας της αμαρτίας τους και άρα δικαίως, διότι ήσαν αμαρτωλοί. Τότε όχι δικαίως αλλά αδίκως πήρε η αμαρτία τη ζωή του Χριστού και γι’αυτό κατεκρίθη. Επιστρέφοντας στήν Παλαιά Διαθήκη το φίδι που δεν φταίει σε τίποτα (το χάλκινο), γιατί δεν είχε βλάψει κανένα, προσηλώνεται στο ξύλο, υψώνεται επί του πασσάλου, εξαιτίας των θανατηφόρων φιδιών.

Το ίδιο και ο Κύριος πάσχει και υποφέρει επι του Σταυρού για όλους του άλλους που πέφτουνε εις την αμαρτία, και με τον θάνατό του, καταργεί το κράτος του θανάτου και της αμαρτίας, επουλώνει τα ψυχικά τραύματα των ανθρώπων και τους χαρίζει αθανασία, λυτρώνοτας τους από την απώλεια. Επιπροσθέτως όπως το χάλκινο φίδι ήταν νεκρό και όμως ωφέλησε τους Ισραηλίτας, έτσι και ο Χριστός νενεκρωμένος, με την νεκρή του σάρκα επι του Σταυρού ζωογονεί όλους τους δηλητηριασμένους από τον αρχέκακον όφιν. Είναι όμως δυνατόν να προκαλεί κατάπληξη, να ξενίζει ή ακόμη και να σκανδαλίζει το γεγονός ότι ο Χριστός παρομοιάζεται με φίδι. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος που είναι μια από τις ευαίσθητες υπάρξεις της Εκκλησίας, δεν επιτρέπει εις τον εαυτό του να θεωρήσει τον Κύριον ως φίδι, έστω και κατά τον τύπο. Σύμφωνα με τον Άγιο, το χάλκινο φίδι προτυπώνει όχι τον Χριστό αλλά τον Σατανά.(Γρηγορίου Θεολόγου 45,22 PG 36,653BC ΕΠΕ 5,20)

Δηλαδή όπως ο Μωϋσής ύψωσε το άψυχο και ακίνδυνο φίδι, ομοίως και ο Κύριος επρόκειτο να θριαμβεύσει και να διαπομπεύσει τον νικημένο Σατανά. Έμμελε να τον υψώσει ως νικητής και να τον επιδείξει ανίσχυρο σ’εκείνους που μέχρι τότε τυραννούσε. Παρά τα λεγόμενα όμως υπό του Αγίου Γρηγορίου, η αλήθεια είναι πως εάν αυτό το χάλκινο κατασκεύασμα δεν ήτο προτύπωσις του Χριστού και δεν έσωζε όσους έβλεπαν προς αυτό, δεν υπήρχε κανένας λόγος να κατασκευασθεί.

Βεβαίως ο Θεός δίδει την εξής εντολή : «Οὐ ποιήσεις γλυπτόν οὐδέ χωνευτόν» (Δευτ. κζ’15), αλλά όπως λέει ο Σεβηριανός Γαβάλων με την κατασκευή του χάλκινου όφεως, ανοίγει ο δρόμος της Θεολογίας για το υψηλό δόγμα της σταυρικής Θυσίας.( Σεβηριανός Γαβάλων Λόγος περί τού κατά Μωϋσέως όφεος 2 PG 56,502) Πάντως στην εποχή του Χριστού όπως και σήμερα ο Θάνατος που από βία και όχι από φυσικά αίτια, εθεωρείτο επονείδιστος και υβριστικός. Κακός θάνατος. Ιδιαιτέρως αυτό ἰσχυε για τον σταυρικό θάνατο. Ο Μωσαϊκός νόμος τονίζει ότι « Κεκατηραμένος ὑπό Θεοῦ πᾶς κρεμάμενος ἐπί τοῦ ξύλου»(Δευτ.κα΄23).Καταραμένος όποιος σταυρώνεται.

Το ξύλο του Σταυρού ήταν όργανο ατιμωτικού θανάτου και γι’αυτό συμβόλιζε την κατάρα. Ο Θεάνθρωπος λοιπόν Ιησούς ταπεινώθηκε τόσο πολύ, ώστε καταδέχτηκε να σταυρωθεί και να υποστεί πάθη ατιμωτικά και απαίσια. Φαντάζει πολύ αποκρουστικό και εξευτελιστικό, ίσως δε και βλάσφημο το γεγονός ότι ο άκακος Νυμφίος παριστάνεται ως ένα παγερό φίδι, του οποίου η θέα και μόνον προκαλεί αηδία.Πολύ όμως βαρύτερο ήταν το ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος.

Ο αναμάρτητος Θεός έλαβε την μορφή του ανθρώπου, του τόσο αμαρτωλού και ενόχου και σταυρώθηκε σαν να ήταν ο μεγαλήτερος αμαρτωλός. «Οὔτως ὑψωθῆναι δεῖ τόν Υἱόν τοῦ ἀνθρώπου» (Ιω.γ΄,14).Υψώθηκε, δηλαδή σταυρώθηκε σε μέρος επίσημο και υψηλό, ώστε να τον βλέπουν πολλά πλήθη ανθρώπων.Με την σταυρική του θυσία εξύψωσε την ανθρώπινη φύση στο ύψος της θεώσεως.

Το « ὑψωθῆναι» όμως κυρίως σημαίνει «δοξασθῆναι». Ο Σταυρός έγινε ύψος και δόξα του Χριστού. Δοξάσθηκε καθώς οι απόστολοί του, κήρυξαν την σταύρωση και την ανάστασή του σε όλη την οικουμένη. Για να κερδίσει λοιπόν ο πιστός την βασιλεία των ουρανών, δεν αρκεί να λέει ότι πιστεύει στον Εσταυρωμένο. Πρέπει να το αποδεικνύει εμπράκτως μετέχοντας κατά την δύναμίν του και βιώνοντας τα Πάθη του Χριστού.

Ο μεγάλος Εσταυρωμένος θέλει να έχει επι της γής μικρούς εσταυρωμένους και δια τούτο, όπως αποφαίνεται ο Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης, για να προσβλέπει κάποιος στο Σταυρό, πρέπει να είναι εσταυρωμένος και νεκρός για τον κόσμο,(Γρηγορίου Νύσσης περί του βίου Μωσέως PG44,413D ΕΠΕ 9,308) « ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀπόληται, ἀλλ’ἔχῃ ζωήν αἰώνιον» (Ιω.γ’,15)και ατελεύτητον. Γένοιτο . Αμήν.

Ὑπό τοῦ Θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου Πέτρας κ. Δαβίδ

    Ἰδοῦ λοιπὸν ποὺ φθάσαμεν εἰς τὴν σημερινὴν κατάστασιν. Ἡ δύστυχη καὶ ταλαίπωρη πατρίδα μας, εὐρίσκεται πρὸ οἰκονομικοῦ καὶ κοινωνικοῦ ἀδιεξόδου πρωτοφανοὺς ἐντάσεως καὶ κλίμακας. Οἱ Εὐρωπαίοι ἐταίροι μας, περισφίγγουν ὀλοένα καὶ πιο πολύ τὴ θηλιά γύρω ἀπὸ τὸν τράχηλό μας. Μὲ μαθηματικὴ ἀκρίβεια ὀδηγούν τὰ πράγματα εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἐξόντωσιν τοῦ λαοῦ μας.
    Εἶναι ὅμως μόνο οἰκονομικός ὁ πόλεμος ποὺ ἔχουν κηρύξει οἱ δανεισταί κατὰ τῆς πατρίδος μας; Ὁπωσδήποτε ἕνας τρόπος διὰ νὰ ἐξοντώσεις ἢ τουλάχιστον νὰ καταπιέσεις ἕναν λαόν καὶ νὰ τὸν κάνεις νὰ φθάσει στὰ ὄριά του, εἶναι νὰ τοῦ ἐπιβάλλεις δυσβάστακτα καὶ ἐπαχθὴ οἰκονομικὰ μέτρα.
Προκαλεῖ τουλάχιστον τὴν ἀπορία στὸν νηφάλιο καὶ ἀμερόληπτο παρατηρητή, τὸ γεγονός ὅτι ἐνόσω οἱ Ἕλληνες καλούνται νὰ κάνουν αἱματηρές θυσίες, νὰ ἐπιδίδουν βαρύτατην φορολογίαν (μόνον τὸν ἀέρα ποὺ ἀναπνέομεν δὲν ἔχουν φορολογήσει ἀκόμη) καὶ νὰ «πληρώνουν τὰ σπασμένα» τοῦ συνεχούς ὑπὸ τῶν πολιτικῶν τῆς χώρας μας δανεισμοῦ, τὴν ἴδια στιγμή ἀρκετοί ἀλλοδαποί ποὺ ζουν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀπολαμβάνουν φορολογικές ἐλαφρύνσεις καὶ ἄλλα εὐεργετήματα ποὺ κάνουν τὴν διαβίωσή τους εἰς τὴν πατρίδα μας ἄνετη καὶ ἐπιθυμητή. Γιὰ τὸν ἑλληνικό λαό ἡ ζωή στὴν Ἑλλάδα, ἔχει μετραπεῖ σὲ μία καθημερινή κόλαση, ἐνῶ οἱ ξένοι ποὺ ἀρκετοί πολιτικοί μας, θέλουν νὰ τοὺς θεωροὺν ἰσότιμους μὲ τοὺς Ἕλληνες πολίτες, φαίνεται νὰ ἔχουν μόνο δικαιώματα καὶ διεκδικήσεις, χωρὶς τις ἀντίστοιχες ὑποχρεώσεις τοῦ Ἕλληνος πολίτη.
Ὁρισμένοι συμπατριώτες μας ἐκφράζουν τὸν φόβο, ὅτι στὸ τέλος οἱ Ἕλληνες δὲν θὰ ἀντέξουν καὶ θὰ ἀρχίσουν νὰ ἐγκαταλείπουν μαζικά τὴν πατρίδα τους (ὅσοι ἀπὸ αὐτοὺς μποροῦν), βάζοντας πλώρη γιὰ μια καλύτερη ζωή στὸ ἐξωτερικό. Καθώς καὶ ὅτι τὴν θέση τους θὰ λάβουν ἐπιτήδειοι ἀλλοεθνείς, ποὺ θὰ ἀγοράζουν σὲ τιμή εὐκαιρίας τὰ σπίτια καὶ τις περιουσίες τῶν Ἑλλήνων.

Περισσότερα...

Ὑπό τοῦ Θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου Πέτρας κ. Δαβίδ

῾Η εὐπρεπὴς καὶ κόσμια περιβολὴ καὶ ἐνδυμασία εἶναι κάτι ποὺ θὰ πρέπει πάντοτε νὰ χαρακτηρίζῃ τοὺς χριστιανούς· πολλῷ δὲ μᾶλλον ὅταν πρόκειται νὰ εἰσέλθουν ἐντὸς τοῦ ἱεροῦ ναοῦ διὰ νὰ προσευχηθοῦν. Στὴ σημερινὴ ἐποχή, ὅμως, ἰδιαίτερα γιὰ τὶς γυναῖκες, εἶναι κάτι τὸ ζητούμενον. Οἱ ἐπιταγές τῆς μόδας, ἀλλὰ καὶ ἡ ταυτόχρονη ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸν Θεόν, ἔχουν ἐπιβάλλει ἄλλα ἤθη στὸν τρόπο ἔνδυσης τῶν γυναικῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀνδρῶν, ἤθη ξένα πρὸς τὴν ᾿Ορθοδοξίαν καὶ τὴ διδασκαλία της. Βλέπουμε πολλὲς φορὲς οἱ ἄνθρωποι τῆς ἐποχῆς μας νὰ ἐνδύονται κατὰ τέτοιον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ξεχωρίζουν οἱ ἄνδρες ἀπὸ τὶς γυναῖκες. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἔξω ἀπὸ πολλοὺς ναοὺς ὑπάρχει ἐπιγραφὴ μὲ τὴν προτροπὴ νὰ εἰσέρχονται οἱ χριστιανοὶ ἐντὸς αὐτῶν εὐπρεπῶς ἐνδεδυμένοι.

Εἰς τὸ παρὸν ἄρθρον ἐπιλέξαμε νὰ ἀσχοληθοῦμε μὲ κάτι ποὺ στὶς ἡμέρες ἔχει γενικότερα σχεδὸν ξεχασθεῖ καὶ τείνει νὰ ἐκλείψῃ. Δὲν ἐννοοῦμε ἄλλο τι ἀπὸ τὸ ἐπιβεβλημένο εἰς τὴν Χριστιανὴ γυναῖκα κάλυμμα τῆς κεφαλῆς ὅταν προσεύχεται, ἢ ἄλλως, τὴν λεγομένην μανδήλαν.

Τὸ ἄρθρον τοῦτο, πιθανῶς, ἐὰν ἔπεφτε στὰ χέρια ὁρισμένων «διανοουμένων» καὶ ἀνθρώπων ποὺ ἐμφοροῦνται ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ προοδευτισμοῦ, θὰ μὲ χαρακτήριζαν ἀναχρονιστὴν καὶ ὀπισθοδρομικόν. Τὰ δὲ φεμινιστικὰ κινήματα τῆς ἐποχῆς θὰ διεμαρτύροντο ἐντόνως διὰ τὶς «παλαιωμένες» ἰδέες μου, οἱ ὁποῖες «ὑποβαθμίζουν» τὸν ρόλον καὶ τὴν θέσιν τῆς γυναικὸς στὴν κοινωνία μας.

᾿Εμεῖς ὅμως, παρὰ τὶς ὅποιες ἀντιδράσεις, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀκολουθοῦμε πάντοτε τὸν νόμον τοῦ Εὐαγγελίου, καὶ αὐτὸν νὰ κηρύττουμε καὶ νὰ διδάσκουμε. Εἶναι ὡστόσον θλιβερὸν νὰ ἀκοῦς ἀντιρρήσεις καὶ ἐνστάσεις γιὰ τὴν χρήση τῆς μανδήλας, ἀκόμα καὶ ἀπὸ χείλη κληρικῶν. ᾿Ακοῦμε πολλὲς φορές, κυρίως ἀπὸ κληρικοὺς τῆς κρατούσης ἐκκλησίας, νὰ ἰσχυρίζονται ὅτι ἡ μανδήλα ἦταν κάτι ποὺ ἴσχυε μόνον εἰς τοὺς χρόνους τοῦ ᾿Αποστόλου Παύλου. ῾Ο ᾿Απόστολος, λένε, εἶχε κατὰ νοῦν τὶς γυναῖκες τῆς ἐποχῆς του καὶ δὲν ἀναφερόταν στὶς ἑπόμενες γενεές. Λησμονοῦν ὅμως οἱ τοιοῦτοι, πὼς ὅ,τι λέγουν οἱ ᾿Απόστολοι, ὁ,τιδήποτε θεσπίζεται ὡς νόμος τῆς ᾿Εκκλησίας, ἔχει παντοτινὴ ἰσχὺν καὶ διαχρονικὸν κῦρος.

Προσφάτως, εἷς ἐκ τῶν ἐν λόγῳ κληρικῶν, ἀναφερόμενος στὴν καθολικὴν χρήση τῆς μανδήλας ὑπὸ τῶν Ρωσσίδων Χριστιανῶν, δικαιολόγησε τὸ γεγονός λέγων ὅτι αὐτὸ εἶναι κάτι ποὺ ἀνεπτύχθη καὶ ἐπικράτησε ἐντὸς τῶν κόλπων τῆς ἐκκλησίας τῆς Ρωσσίας, ὡς ἰδιαίτερο στοιχεῖο ποὺ ταιριάζει στὴν κουλτούρα καὶ τὴν φιλοσοφία τῶν Ρώσσων, ἀποκρύπτων τὴν ἀλήθειαν, ὅτι δηλαδὴ ἡ χρήση τῆς μανδήλας εἶναι γενικὸ παράγγελμα πρὸς ὅλες τὶς Χριστιανές, ὅλων τῶν ἐθνῶν καὶ ὅλων τῶν ἐποχῶν. ῎Ηθελε, προφανῶς, νὰ δικαιολογήσῃ τὰ ἀδικαιολόγητα, τὸ διατὶ —ἐνῶ ἕνα ὁλόκληρο ἔθνος ἐγνώρισε τὴν πίστην τοῦ Χριστοῦ ἐπὸ ἐμᾶς τοὺς ῞Ελληνες—ἐφαρμόζει τὸ παράγγελμα τοῦτο, καθ᾿ ἧν στιγμὴν ἡ κρατοῦσα ἐκκλησία ἀφήνει ἀκατήχητον τὸν ἑλληνικὸν λαὸν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅπως καὶ ἐπὶ πολλῶν ἄλλων θεμάτων. ῾Η χρήση, ὅμως, τοῦ καλύμματος τῆς κεφαλῆς, τουλάχιστον ἐντὸς τοῦ χώρου λατρείας, δὲν εἶναι κάτι ποὺ ἀνεφάνη ἔξαφνα στὴν ᾿Εκκλησία, ἀλλ᾿ ἔχει τὶς ρίζες του στὴν ἀρχαιότητα.

Τὸ ζήτημα τῆς περιβολῆς στὴν λατρεία εἰς ὁλόκληρον τὸν ἀρχαῖον κόσμον, δὲν ἦτο ἁπλὸ ζήτημα στολισμοῦ, ἀλλ᾿ ἀνταποκρινόταν στὸ βαθὺ θρησκευτικὸ συναίσθημα τῶν διαφόρων λαῶν. ῾Ο ῞Ελλην προσηύχετο μὲ ἀκάλυπτον τὴν κεφαλή. Τουναντίον, ὁ Ρωμαῖος καὶ ὁ ᾿Ιουδαῖος εἶχαν καλυμμένη τὴν κεφαλήν. Στὶς χῶρες τῆς ᾿Ανατολῆς, τὸ νὰ ἔχει κανεὶς καλυμμένη τὴν κεφαλήν, ἐθεωρεῖτο ὡς δεῖγμα αἰδοῦς ἢ ὑποταγῆς. Μάλιστα, ἐν γένει στὴν ἀρχαιότητα, ἀκόμη ἴσως καὶ στὰ χρόνια τοῦ ᾿Αποστόλου Παύλου, συμφώνως πρὸς τὸ ἔθιμο ποὺ ἐπεκράτει τότε, οἱ γυναῖκες ἔπρεπε πάντοτε νὰ φοροῦν πέπλο ἢ κάλυμμα τῆς κεφαλῆς ὅταν εὑρίσκοντο σὲ δημόσιο χῶρο. Μόνον οἱ γυναῖκες «χαλαρῶν» ἠθῶν κυκλοφοροῦσαν χωρὶς πέπλο καὶ ἀκάλυπτες.

᾿Αξιοσημείωτον εἶναι ὅτι ἀπὸ τὰ πρωτοχριστιανικὰ ἀκόμη χρόνια, οἱ παραστάσεις στὶς κατακόμβες παρουσίαζαν τοὺς μὲν ἄνδρας ἄνευ κόμης μὲ κοντά μαλλιά, τὶς δὲ γυναῖκες προσευχόμενες μὲ καλύπτρας. Στὴν ῾Αγία Γραφή, μὲ τὸ ζήτημα τοῦ καλύμματος τῆς κεφαλῆς τῶν γυναικῶν ἀσχολεῖται ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος στὴν Α´ πρὸς Κορινθίους ᾿Επιστολήν του. ῾Ως γνωστόν, ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος ἐδίδασκεν ὅτι· «οὐκ ἔνι ἄρσεν και θῆλυ... δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος...» (Γαλ. γ´, 28). Οἱ Κορίνθιοι, ὅμως, μὲ τὸ πνεῦμα τῆς ἐλευθερίας ποὺ ἐπεκράτει ἀνάμεσά τους, εὐκόλως θὰ μποροῦσαν νὰ καταλήξουν στὸ συμπέρασμα ὅτι· ἀφοῦ ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος τονίζει ὅτι δὲν διαφέρει σὲ τίποτα ὁ ἄνδρας ἀπὸ τὴν γυναῖκα, ἆρα δὲν ὑπάρχει καὶ στὴν λατρεία διαφορά, ὡς πρὸς τὴν περιβολή, μεταξὺ ἀνδρὸς καὶ γυναικός. ῾Οπότε, πιθανῶς, κάπως ἔτσι νὰ προῆλθεν τὸ ζήτημα μὲ τὸ ὁποῖον ἠσχολήθη ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος. Λέγει, λοιπόν, στὸ 11ο κεφάλαιον τῆς Α´ Πρὸς Κορινθίους ᾿Επιστολῆς· «πᾶσα δὲ γυνὴ προσευχομένη ἢ προφητεύουσα ἀκατακαλύπτῳ τῇ κεφαλῇ καταισχύνει τὴν κεφαλὴν ἑαυτῆς» (Α´ Κορ. ια´, 5). Κάθε γυναῖκα ἡ ὁποία προσεύχεται ἢ προφητεύει χωρὶς κάλυμμα στὴν κεφαλή, κατεντροπιάζει τὴν ἰδίαν της τὴν κεφαλήν. Εἶναι, δηλαδή, ντροπιαστικὸ γιὰ μία γυναῖκα νὰ προσεύχεται μὲ ἀκάλυπτη τὴν κεφαλή της. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὄχι μόνον στὴν ᾿Εκκλησία, ἀλλὰ καὶ ὁπουδήποτε ἢ ὁποτεδήποτε προσεύχεται, θὰ πρέπει νὰ τὸ κάνει μὲ κάλυμμα στὴν κεφαλή.

Γιατί ὅμως θὰ πρέπει ἡ γυναῖκα νὰ σκεπάζει τὴν κεφαλή της; Γιατί θὰ πρέπει νὰ φορᾷ μανδήλα τουλάχιστον ὅταν προσεύχεται;

Διότι, ὅπως λέγει ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος καὶ ἑρμηνεύουν οἱ πατέρες, μὲ τὸν τρόπον αὐτὸ δείχνει τὴν ὑποταγήν της στὸν Θεόν, ἀλλὰ καὶ στὸν ἄνδρα της. ῞Οπως κεφαλὴ τῆς ᾿Εκκλησίας εἶναι ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος ἄρχει τοῦ σώματος τῶν πιστῶν μελῶν της —καὶ εἶναι μάλιστα ὁ Χριστός, ὅπως τονίζει ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος, κεφαλὴ τοῦ ἀνδρός— ἔτσι, κεφαλὴ τῆς οἰκογενείας —κεφαλὴ τοῦ ζεύγους— εἶναι ὁ ἄνδρας, γιὰ νὰ μὴν εἶναι ἀκέφαλο καὶ ἄναρχο καὶ κάνει ὁ καθένας ὅ,τι θέλει. ῾Ο ἄνδρας ἄρχει τῆς οἰκογενείας καὶ τῆς γυναικός, εἶναι κεφαλὴ τῆς γυναικός, δίχως νὰ καταργῇται ἡ ἰσότητα τῶν δύο φύλων, ποὺ ἀπορρέει ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι καὶ οἱ δύο, ὁ ἄνδρας καὶ ἡ γυναῖκα, εἶναι πλάσματα τοῦ ἰδίου Πλάστου καὶ Δημιουργοῦ· μετέχουν τῆς αὐτῆς φύσεως. ῾Η δὲ γυναῖκα ἐπλάσθη ἀπὸ τὴν πλευρὰν τοῦ ᾿Αδάμ διὰ νὰ δηλωθῇ αὐτὴ ἡ ἰσότητα· δὲν ἐπλάσθη οὔτε ἀπὸ τὸ κεφάλι του, διὰ νὰ εἶναι ἀνωτέρα αὐτοῦ, οὔτε ἀπὸ τὰ πόδια του, διὰ νὰ εἶναι κατωτέρα αὐτοῦ. ῾Ο ἄνδρας, ὅμως, ὁ σύζυγος παρομοιάζεται μὲ τὸν Χριστόν, ὁπότε εἶναι ἡ κεφαλή. Εἶναι ὅμως κεφαλὴ κατὰ τρόπον ὅμοιον μὲ τὸν Χριστόν. ῎Εχει δηλαδὴ ἐξουσία, ἡ ὁποία ὅμως ἀγαπᾷ, διακονεῖ καὶ ὑπηρετεῖ τὴν γυναῖκα, διότι καὶ ὁ Κύριός μας ἦλθε ὡς διάκονος καὶ ὑπηρέτης, νὰ διακονήσῃ καὶ ὄχι νὰ διακονηθῇ. Μὲ τὴν ἐξουσία, λοιπόν, ποὺ ἔχει ὁ ἄνδρας δὲν τυραννᾷ τὴν γυναῖκα, οὔτε κυριαρχεῖ και ἐπιβάλλει τὴν δύναμή του κατὰ τρόπον αὐταρχικόν. ῾Ο ἄνδρας ὡς κεφαλὴ τῆς γυναικὸς ὀφείλει νὰ αὐτοπροσφέρεται καὶ νὰ ἐγκαταλείπῃ κάθε δικό του θέλημα. Τὸ ἀντίθετο, δηλαδή, τῆς φαλλοκρατίας.

Τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ γυναῖκα ὀφείλει νὰ ὑποτάσσεται στὸν ἄνδρα εἶναι ἐντολὴ ποὺ δίδεται ἀπὸ τὸν Θεὸν στὸ βιβλίο τῆς Γενέσεως, πρὸς τὴν Εὔα, λίγο πρὶν ἀπὸ τὴν ἔξωση τῶν πρωτοπλάστων ἀπὸ τὸν παράδεισο· «... ἐν λύπαις τέξῃ τέκνα· καὶ πρὸς τὸν ἄνδρα σου ἡ ἀποστροφή σου, καὶ αὐτός σου κυριεύσει» (Γεν. γ´, 16). «Σὲ ἔκαμα ὁμότιμον μὲ τὸν ἄνδρα διὰ νὰ ἀπολαμβάνῃς τὴν ἰδίαν τιμὴν μὲ αὐτόν, εἶπεν ὁ Θεὸς εἰς τὴν Εὔαν, ἀλλὰ σὺ παρεσύρθης ἀπὸ τὸν διάβολον, παρέσυρες δὲ καὶ τὸν ἄνδρα σου· διὰ τοῦτο ἀπὸ τώρα θὰ ὑποτάσσεσε καὶ θὰ ἐξαρτᾶσαι ἀπὸ τὸ σύζυγό σου· αὐτὸς θὰ εἶναι ὁ Κύριος καὶ ἐξουσιαστής σου· ὄχι ὁ καταπιεστής σου, ὄχι ὁ δυνάστης καὶ τύραννός σου, ἀλλὰ ὁ κηδεμόνας, ἡ καταφυγή, ἡ προστασία καὶ ἡ ἀσφάλειά σου εἰς τὰ βάσανα, ποὺ θὰ σὲ συναντοῦν». Μεταξύ, λοιπόν, ἀνδρὸς καὶ γυναικὸς σχηματίζεται δεσμὸς κοινῆς ζωῆς, ἐντὸς τῆς ὁποίας ὁ ἄνδρας εἶναι τὸ ἰσχυρὸν καὶ διευθύνον στοιχεῖον, ἡ δὲ γυναῖκα τὸ στοιχεῖον τὸ ἐξαρτώμενον καὶ δεχόμενον.

Μέσα εἰς αὐτὴν τὴν κοινὴν ζωήν, ὅπως εἶναι θέλημα Θεοῦ ἡ γυναῖκα νὰ γνωρίζῃ τὴν θέση της, ἔτσι εἶναι θέλημα Θεοῦ καὶ ὁ ἄνδρας νὰ μὴν καταχρᾶται τὴν ἐξουσία του ἐπὶ τῆς γυναικός. Αὐτὴ ἡ ἐξουσία τοῦ ἀνδρὸς ἐπὶ τῆς γυναικὸς καὶ ἡ ὑποταγὴ τῆς γυναικὸς πρὸς τὸν ἄνδρα, δὲν πρέπει νὰ εἶναι μεγαλυτέρα ἀπὸ αὐτὴν ποὺ πρέπει σὲ δύο ἄτομα, τὰ ὁποῖα διατελοῦν σὲ τόσο στενὴ σχέση καὶ σὲ ἀδιάσπαστην ἕνωση μετ᾿ ἀλλήλων. ῾Ο ἄνδρας ἄλλωστε δὲν ἐξουσιάζει τὴν γυναῖκα στὸν αὐτὸ βαθμό, στὸν ὁποῖο ὁ Χριστὸς κατεξουσιάζει πάντων· οὔτε ἔχει ἐπὶ τῆς γυναικὸς τὰ δικαιώματα ποὺ ἔχει ὁ Χριστὸς ἐπὶ πάντων. (Οὔτε δημιουργὸς τῆς γυναικὸς εἶναι ὁ ἄνδρας, οὔτε κατέχει αὐτὴν ὡς ἰδικόν του κτῆμα, ὅπως ὁ Χριστὸς τὴν ᾿Εκκλησίαν, τὴν ὁποίαν ὁ Κύριός μας ἐξηγόρασε διὰ τοῦ Τιμίου Αὐτοῦ Αἵματος). ῾Απλῶς καὶ μόνον πρωτεῖα ὑπεροχῆς καὶ ἀρχηγίας καὶ πρεσβεῖα τιμῆς ἔχει ὁ ἄνδρας στὸν οἶκον του καὶ τὴν οἰκογένειά του.

Διατί, ὅμως, ὑπερέχει ὁ ἄνδρας τῆς γυναικός; ῾Ο λόγος καὶ πάλι καταγράφεται ἀπὸ τὸν ᾿Απόστολο τῶν ᾿Εθνῶν· «οὐ γάρ ἐστιν ἀνὴρ ἐκ γυναικός, ἀλλὰ γυνὴ ἐξ ἀνδρός· καὶ γὰρ οὐκ ἐκτίσθη ἀνὴρ διὰ τὴν γυναῖκα, ἀλλὰ γυνὴ διὰ τὸν ἄνδρα» (Α´ Κορ. ια´, 8-9). Τὰ αἴτια, λοιπόν, γιὰ τὰ ὁποῖα ὑπερέχει ὁ ἄνδρας ἀπὸ τὴν γυναῖκα εἶναι· α) ὅτι ἡ γυναῖκα ἐκτίσθη ἀπὸ τὴν πλευρὰν τοῦ ἀνδρὸς καὶ ὄχι ὁ ἄνδρας ἀπὸ τὴν πλευρὰν τῆς γυναικός. ῾Ο ἄνδρας ἐδημιουργήθη πρῶτος καὶ ἐγένετο κεφαλὴ τῆς ὑλικῆς δημιουργίας, πρὶν δημιουργηθεῖ ἡ γυναῖκα. ῎Ενεκα τούτου ὁ ἄνδρας ὑπάρχει εἰκὼν τῆς θείας κυριαρχίας καὶ ἡγεμονίας στὴν κτίση. ῞Οταν δημιουργήθηκε ἡ γυναῖκα, βρῆκε αὐτὸν ἡγεμονεύοντα. ᾿Εκ τοῦ ἀνδρός, λοιπόν, ἀπορρέει ἡ δόξα καὶ ἡ τιμὴ τῆς γυναικός. Μετὰ τοὺς πρωτοπλάστους βεβαίως, οὔτε ἄνδρας γεννᾶται χωρὶς γυναικός, δίχως μητέρα δηλαδή, οὔτε γυναῖκα χωρὶς ἀνδρός, δίχως πατέρα· καὶ β) ὅτι δὲν ἐκτίσθη ὁ ἄνδρας γιὰ τὴν γυναῖκα, ἀλλὰ ἡ γυναῖκα ἐκτίσθη γιὰ τὸν ἄνδρα. «Οὐ καλὸν εἶναι τὸν ἄνθρωπον μόνον· ποιήσωμεν αὐτῷ βοηθὸν κατ᾿ αὐτόν» (Γεν. β´, 18). «Δὲν εἶναι καλὸν νὰ ἀφήσουμε τὸν ᾿Αδάμ μόνο του· ἂς κάνουμε ἄνθρωπον, ὅμοιον μὲ τὸν ᾿Αδάμ, ποὺ θὰ τὸν βοηθᾷ καὶ θὰ τὸν συντροφεύῃ».

Συμφώνως, λοιπόν, πρὸς τὰ ἀνωτέρω· ὁ ἄνδρας πρέπει νὰ προσεύχεται ἀσκέπαστος, ἐνῶ ἡ γυναῖκα μὲ καλυμμένη τὴν κεφαλή. Διότι ὅταν κάποιος ἔχει σκεπασμένη τὴν κεφαλήν, αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἀναγνωρίζει πὼς εἶναι ὑποτεταγμένος σὲ κάποιον ἄλλον· ὅτι αὐτὸς ὁ ἄλλος ἔχει ἐξουσία πάνω του. Τὸ σκέπασμα τῆς κεφαλῆς σημαίνει τὴν ὑποταγή. Πῶς, λοιπόν, ὁ ἄνδρας θὰ σκεπάσῃ τὸ κεφάλι του, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἔχει τεθεῖ ἄρχων καὶ κεφαλὴ τῆς γυναικός; Τὸ λέγει, ἄλλωστε, καθαρὰ ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος· «πᾶς ἀνὴρ προσευχόμενος ἢ προφητεύων κατὰ κεφαλῆς ἔχων, καταισχύνει τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ» (Α´ Κορ. ια´, 4). Κάθε ἄνδρας ποὺ προσεύχεται ἢ προφητεύει μὲ κάλυμμα στὴν κεφαλήν, ντροπιάζει τὴν κεφαλή του· δείχνει δηλαδὴ ἔλλειψη σεβασμοῦ στὸν ᾿Ιησοῦν Χριστόν ποὺ εἶναι ἡ κεφαλή του. Διότι ἔρχεται νὰ λατρεύσῃ ἢ νὰ ὑπηρετήσῃ τὸν Χριστόν, ἀρνούμενος —μὲ τὸ κάλυμμα τῆς ὑποτελείας ποὺ φορᾷ— τὸ ἀξίωμα καὶ τὴν κυριαρχίαν, τὴν ὁποίαν τοὺ ἔδωκε ὁ Χριστός. ῞Οπως ὁ ἄρχοντας ποὺ πλησιάζει τὸν βασιλέα, ἔχοντας ξυλώσει τὸ παράσημο τῆς ἀρχῆς ποὺ τοῦ ἔχει δωθεῖ, κατ᾿ οὐσίαν ὑβρίζει τὸν βασιλέα, ἔτσι καὶ ὁ ἄνδρας ποὺ προσεύχεται μὲ καλυμμένη τὴν κεφαλήν, ὑβρίζει τὸν Βασιλέα Χριστόν. ᾿Απὸ τὴν ἄλλην πῶς ἡ γυναῖκα θὰ μείνῃ μὲ ἀκάλυπτον τὴν κεφαλὴν καὶ δὲν θὰ θεωρηθῇ ἀντάρτισσα, ἀτίθαση καὶ ἀνυπότακτη, ὅταν δὲν ὑπακούει στὸ θεῖο πρόσταγμα καὶ δὲν δείχνει τὴν ὑποταγή της στὸν ἄνδρα, ἀπαιτώντας τὴν ἀπόλυτη χειραφέτηση καὶ ἀνεξαρτησία της ἀπὸ αὐτόν, λησμονώντας ὅτι εἶναι σᾶρξ ἐκ τῆς σαρκός του καὶ ὀστοῦν ἐκ τῶν ὀστέων του; Διὰ τοῦτο ἡ γυναῖκα ποὺ ἔχει ἀκάλυπτον τὴν κεφαλή, ὑβρίζει καὶ κατεντροπιάζει τὴν κεφαλή της, δηλαδὴ τὸν ἄνδρα της, ἐπειδὴ ἁρπάζει τὸ ἀξίωμά του καὶ διεκδικεῖ ἀπὸ αὐτὸν τὴν ὑπεροχήν. Τοῦτο, ἀκόμη καὶ ἂν δὲν τὸ ἀντιλαμβάνονται πολλὲς γυναῖκες, βγάζει τὴν γυναῖκα ἀπὸ τὴν οἰκείαν της θέση καὶ τάξη, καὶ (ἔστω ἂν φανεῖ ὑπερβολικό τὸ γραφόμενον) εἶναι ὡς νὰ διακηρύττει δημοσίως καὶ ἐπισήμως (ἡ γυναῖκα), ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ μεταλλάξῃ τὸ φύλον της. Γι᾿ αὐτὸ λοιπόν, ἑκάτερον τῶν φύλων πρέπει νὰ μένῃ στὴν θέση τὴν ὁποία ὥρισεν εἰς αὐτὸ ὁ Δημιουργός.

Σύμφωνα μὲ τὸν ᾿Απόστολο Παῦλο, ἡ γυναῖκα ποὺ εἶναι ἀσκέπαστος, ἀκάλυπτος στὴν κεφαλή, εἶναι τὸ ἴδιο καὶ τὸ αὐτὸ μὲ τὴν «ἐξυρισμένη». Διότι παρουσιάζει τὴν αὐτὴν ἀκοσμίαν, ἀκαλαισθησίαν καὶ ἀνυποταξίαν τὴν ὁποίαν καὶ ἐκείνη ποὺ ξύρισε τὸ κεφάλι της. ῞Οπως δὲν εἶναι κόσμιον νὰ ξυρίσῃ μία γυναῖκα τὸ κεφάλι της, ἔτσι δὲν εἶναι κόσμιον καὶ νὰ μὴν φορᾷ μανδήλα. ῞Οπως δὲν εἶναι ὡραῖο, συμπληρώνει ὁ ῞Αγιος Νικόδημος ὁ ῾Αγιορείτης, νὰ βλέπῃς μία γυναῖκα νὰ ἔχῃ ξυρίσει τὰ μαλλιά της ποὺ εἶναι τὸ φυσικό της σκέπασμα καὶ νὰ μὴν ἔχῃ τρίχα στὸ κεφάλι της, ἔτσι δὲν εἶναι ὡραῖο καὶ τὸ νὰ βλέπῃς μία γυναῖκα χωρὶς κάλυμμα στὴν κεφαλή. Ξυρισμένα κεφάλια στὴν ἀρχαιότητα εἶχαν οἱ δοῦλες καὶ ὅσες συλλαμβάνοντο νὰ πορνεύουν ἢ νὰ μοιχεύουν.

Στὴν Κόρινθο τῆς ἐποχῆς τοῦ ᾿Αποστόλου Παύλου, ὑπῆρχαν ἱέρειες στοὺς εἰδωλολατρικοὺς ναούς, ποὺ ἐπιδίδοντο σὲ κάθε λογῆς ὄργια. Γιὰ νὰ ἀναγνωρίζονται οἱ ἱέρειες αὐτές, εἶχαν τὸ κεφάλι τους ξυρισμένο. ῞Οταν, λοιπόν, ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος ὁμιλεῖ στοὺς Κορινθίους γιὰ τὶς ξυρισμένες γυναῖκες, μὲ ἔμμεσο τρόπο τοὺς ὑπενθυμίζει τὶς ἱέρειες αὐτές· καὶ εἶναι σὰν νὰ τοὺς λέγει, ὅτι οἱ γυναῖκες δίχως μανδήλα ὁμοιάζουν καὶ εἶναι τὸ ἴδιο καὶ τὸ αὐτὸ μὲ τὶς πόρνες αὐτὲς τῶν εἰδωλολατρικῶν ναῶν. «Εἰ γὰρ οὐ κατακαλύπτεται γυνή, καὶ κειράσθω· εἰ δὲ αἰσχρὸν γυναικὶ τὸ κείρασθαι ἢ ξυρᾶσθαι, κατακαλυπτέσθω» (Α´ Κορ. ια´, 6). «Διότι ἐὰν δὲν εἶναι σεμνὰ καλυμμένη μία γυναῖκα, συνεχίζει ὁ ᾿Απόστολος, ἂς κουρεύει λοιπὸν τὰ μαλλιά της, ὅπως τὰ κουρεύει ὁ ἄνδρας. ᾿Εὰν δέ εἶναι ἄσχημον καὶ ἀπρεπὲς στὴν γυναῖκα τὸ νὰ κουρεύῃ ἢ νὰ ξυρίζῃ τὰ μαλλιά της, ἂς καλύπτεται καλά. Καὶ ἂς μὴ θέλει νὰ ἀνδροφέρνῃ· νὰ μιμεῖται δηλαδὴ τὸν ἄνδρα». ᾿Εάν, δηλαδή, ἐσεῖς οἱ γυναῖκες ἔχετε τὴν ἀναίδεια νὰ κάμετε τὸ πρῶτο βῆμα, ἐμφανιζόμενες ἀκάλυπτες στὶς συναθροίσεις ὡς οἱ ἄνδρες, κάμετε λοιπόν καὶ τὸ δεύτερον, κειρόμεναι ὡς ἐκεῖνοι. Κουρευθεῖτε ὅπως οἱ ἄνδρες! «Εἰ τὸ ἀπὸ τοῦ νόμου τοῦ θεοῦ κάλυμμα τεθέν ρίπτεις, καὶ τὸ ἀπὸ τῆς φύσεως ρίψον», ὅπως τονίζει καὶ ὁ ῾Ιερὸς Χρυσόστομος. Τὸ «ἀπὸ τοῦ νόμου τοῦ θεοῦ κάλυμμα» εἶναι ἡ μανδήλα· τὸ «ἀπὸ τῆς φύσεως» εἶναι τὰ μακριὰ μαλλιά.

῾Ο Θεὸς ἔδωσε τὰ μακριὰ μαλλιὰ καὶ τὴν πλούσια κόμη στὶς γυναῖκες, ἐνῶ στοὺς ἄνδρες ἔδωσε λιγότερα μαλλιὰ καὶ πολλὲς φορὲς καὶ φαλάκρα. Γι᾿ αὐτὸ ἐνῶ στοὺς ἄνδρες εἶναι συνηθισμένο τὸ φαινόμενο τῆς φαλάκρας, δὲν εἶναι καθόλου ὡραῖο νὰ βλέπῃς μία γυναῖκα μὲ φαλάκρα. Αὐτὴ ἡ φύση, ἡ ὁποία δίδει στὴν γυναῖκα μακριὰ μαλλιὰ καὶ περισσότερα μαλλιά, μᾶς διδάσκει ὅτι ὁ ἄνδρας ἐὰν τρέφει μαλλιὰ σὰν τὴ γυναῖκα, εἶναι τοῦτο ἐντροπὴ δι᾿ αὐτόν, διότι γυναικοφέρνει («...οὐδὲ αὐτὴ ἡ φύσις διδάσκει ἡμᾶς ὅτι ἀνὴρ μὲν ἐὰν κομᾷ, ἀτιμία αὐτῷ ἐστί;» [Κορ. ια´, 14]). ᾿Ενῶ ἡ γυναῖκα ἐὰν τρέφει μαλλιά, εἶναι τοῦτο εἰς αὐτὴν στολισμός («γυνὴ δὲ ἐὰν κομᾷ, δόξα αὐτῇ ἐστιν· ὅτι ἡ κόμη ἀντὶ περιβολαίου δέδοται αὐτῇ» [Κορ. ια´, 15]), διότι τὰ μακριὰ μαλλιά ἔχουν δοθεῖ στὴν γυναῖκα σὰν ἕνα φυσικὸ πέπλο. Τὸ (ἐπὶ πλέον) κάλυμμα ποὺ ζητᾷ ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν γυναῖκα, εἶναι γιὰ νὰ ὑπάρχῃ περιβόλαιον ἐπὶ τῆς κεφαλῆς της, ὄχι μόνον ἀπὸ τὴν φύση, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν προαίρεση τῆς γυναικός. ῾Ο Θεὸς εἶναι Θεὸς προαιρέσεως, Θεὸς τῆς καρδιᾶς καὶ θέλει κάτι νὰ τὸ κάνουμε, ὄχι στανικῶς, ἀλλὰ συνειδητὰ καὶ μὲ τὴν καρδιά μας. Τὰ μακριὰ μαλλιὰ στὴν γυναῖκα ἀποτελοῦν ἀπόδειξη καὶ συνεχὴ ὑπενθύμηση ἀπὸ τὸν Θεὸ ὅτι αὐτὴ ὑπόκειται ἐκ φύσεως στὸν ἄνδρα. Θέλει, ὅμως, ὁ Θεὸς νὰ ὁμολογῇ ἡ γυναῖκα τὴν ὑποταγήν της καὶ νὰ τὴν ἐπισφραγίζῃ μὲ τὴν προαίρεσή της.

Στὴ σημερινὴ ἐποχή, ὅμως, βλέπουμε ἄνδρες μὲ μακριὰ μαλλιὰ καὶ γυναῖκες κοντοκουρεμένες σὰν τοὺς ἄνδρες. ῾Η ἐνδυμασία, ἡ κόμμωση καὶ τὰ πάντα ἔχουν διαστραφεῖ καὶ ἀλλάξει, ἔτσι ὥστε νὰ μὴν ξεχωρίζῃ πλέον ὁ ἄνδρας ἀπὸ τὴν γυναῖκα. Σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ τί γίνεται σήμερα, στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἔχουμε πλεῖστα ὅσα παραδείγματα γυναικῶν, οἱ ὁποῖες ὅταν ἔβγαιναν ἀπὸ τὸ σπίτι τους εἶχαν σκεπασμένην ὄχι μόνον τὴν κεφαλήν, ἀλλὰ καὶ τὸ πρόσωπό τους ἀκόμα. ῾Η Θάμαρ, ἡ νύμφη τοῦ ᾿Ιούδα, ἑνὸς ἐκ τῶν δώδεκα υἱῶν τοῦ Πατριάρχου ᾿Ιακώβ, ἐμφανίσθηκε στὸν πεθερό της μὲ σκεπασμένο τὸ πρόσωπο.

Τὸ πρῶτο κάλυμμα κεφαλῆς, τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται στὴν ῾Αγία Γραφή, εἶναι ἡ μανδήλα ποὺ φόρεσε ἡ Ρεββέκα ὅταν συνάντησε τὸν ᾿Ισαάκ. ῞Οταν ἡ Ρεββέκα ἄκουσε ἀπὸ τὸν ᾿Ελιέζερ, τὸν πιστὸν δοῦλον τοῦ ᾿Αβραάμ, ὅτι ὁ νέος ποὺ ἔβλεπε μπροστά της γιὰ πρώτη φορὰ ἦταν ὁ κύριός του (δηλαδὴ ὁ ᾿Ισαάκ), τότε ἀμέσως «λαβοῦσα τὸ θέριστρον περιεβάλλετο» (Γεν. κδ´, 65). ῎Ελαβε τὸ κάλυμμα καὶ ἐσκέπασε τὸ πρόσωπό της καὶ τὴν κεφαλήν της. Τοῦτο ἦταν ἔνδειξη τιμῆς, σεβασμοῦ καὶ ὑπακοῆς πρὸς τὸν μέλλοντα σύζυγό της. ῞Εως τὴν ὥραν ἐκείνην ἦταν «ξέσκεπη». Τώρα ὅμως ἡ φρονιμάδα τῆς ἔλεγεν ὅτι ἔπρεπε νὰ σκεπάσῃ τὴν κεφαλήν της, ἐνώπιον τοῦ μελλοντικοῦ συζύγου της, γιὰ νὰ τοῦ δείξῃ τὴν ὑποταγή της καὶ γιὰ νὰ εἶναι σεμνὴ καὶ κόσμια ἀπέναντί του. Ποῦ σήμερα ἡ τιμὴ καὶ ὁ σεβασμὸς τῆς συζύγου πρὸς τὸν ἄνδρα της, ἀλλὰ καὶ τὸ ἀντίστροφο; Τὰ πάντα ἰσοπεδώθηκαν ἀπὸ τὸν ὁδοστρωτῆρα τῆς ἀποστασία καὶ τῆς νέας ἐποχῆς. Καὶ μετὰ ἀποροῦμε γιατὶ δὲν στεριώνουν οἱ οἰκογένειες στὴν ἐποχή μας καὶ διαλύονται ἡ μία μετὰ τὴν ἄλλη, σὰν πύργος ἀπὸ τραπουλόχαρτα, ὀλίγον καιρὸν μετὰ τὴν σύστασή τους.

῎Αλλο παράδειγμα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἶναι ἡ δικαία Σωσάννα. ῾Η Σωσάννα, ποὺ ὅσον ὡραία ἦταν στὴν ψυχή, ἄλλο τόσον ὡραία ἦταν καὶ στὸ σῶμα, συκοφαντήθη ἐπὶ μοιχείᾳ —τὴν διέβαλλαν ὅτι ἐμοίχευσεν μὲ κάποιον νεαρόν— ἀπὸ κάποιους ἐρωτολάγνους ἡλικιωμένους δικαστές, ἐπειδὴ δὲν δέχθηκε νὰ τελέσῃ τὴν ἁμαρτία μαζί τους. ῞Οταν τὴν ἔφεραν, λοιπόν, στὸ δικαστήριον, οἱ παράνομοι καὶ ἀχρεῖοι δικαστὲς διέταξαν νὰ ἀφαιρεθῇ τὸ πέπλο της καὶ ἡ καλύπτρα τῆς κεφαλῆς μὲ τὴν ὁποίαν ἦτο σκεπασμένη, διὰ νὰ χορτάσουν βλέποντες ἐμπαθῶς τὸ ἐξαίρετον κάλλος της. ᾿Αναμφίβολα οἱ προφήτισσες τῆς ἀρχαιότητος, ὅπως ἡ Δεββώρα (Κρ. δ´, 4) καὶ ἡ ῎Αννα (Λκ β´, 36-38) χρησιμοποιούσαν τέτοιο κάλυμμα τῆς κεφαλῆς ὅταν προφήτευαν. ῾Η Σαμαρείτιδα, μετέπειτα ῾Αγία Φωτεινή, ἐπίσης φοροῦσε μανδήλα ὅταν διελέγετο μὲ τὸν Χριστόν στὸ φρέαρ τοῦ ᾿Ιακώβ· καὶ αὐτό, ἂν καὶ ἡ ἰδία ἦτο ἀρχικῶς γυναίκα χαλαρῶν ἠθῶν.

Ὡσαύτως, ἱστορεῖται στὸν βίο τῆς Ὁσίας Μελάνης τῆς Ρωμαίας, ὅτι κάποτε τὴν ἐκάλεσε ἡ Βασίλισσα, παρακαλώντας την νὰ τὴν ἐπισκεφθῇ στὸ παλάτι. Ὑπῆρχε ὅμως νόμος ἐκεῖνον τὸν καιρὸν νὰ μὴν τολμήσῃ καμία γυναίκα νὰ εἰσέλθῃ στὰ ἀνάκτορα ἔχουσα τὴν κεφαλὴν σκεπασμένην. Ἡ Ὁσία Μελάνη ὅμως προτίμησε νὰ καταφρονήσῃ τὸν αὐτοκρατορικὸν νόμον καὶ νὰ διαφυλάξῃ τὴν ἐντολὴν τοῦ μακαρίου Παύλου, καὶ ἔτσι πῆγε στὸ παλάτι μὲ καλυμμένη τὴν κεφαλήν, ἀλλὰ καὶ μὲ εὐτελὴ καὶ πενιχρὴ ἐνδυμασία. Καὶ αὐτὸ τὸ ἔπραξε ἡ Ὁσία, διότι ἐλάμβανε πολὺ σοβαρὰ τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ, ποὺ θέλει τὴν γυναίκα μετρημένη καὶ συνεσταλμένη στὴ συμπεριφορά, διαγωγή, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐνδυμασία της. Αὐτὸ εἶχε σὰν ἀποτέλεσμα νὰ εὐλαβηθῇ ἀκόμη περισσότερον ἡ Βασίλισσα τὴν Ὁσία καὶ νὰ τὴν ἐπαινέσῃ γιὰ τὴν κατὰ Θεὸν στάση της.

Δεῖτε ἐπίσης τὸ παράδειγμα τῶν Μουσουλμάνων γυναικῶν, ποὺ μὲ τὸν «φερετζέ» καλύπτουν ὄχι μόνον τὸ κεφάλι, ἀλλὰ καὶ ὅλον τους τὸ πρόσωπον· συνήθεια ποὺ ἔλαβαν ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς καὶ τὴν ῾Αγία Γραφή. Καὶ ἐπειδὴ πολλοὶ ἔχουν συνδέσει-συνδυάσει τὴν μανδήλα μὲ τὶς Μουσουλμάνες καὶ νομίζουν ὅτι ἡ χρήση της εἶναι στοιχεῖο καὶ ἀποκλειστικὴ διδασκαλία τοῦ ᾿Ισλαμισμοῦ, τονίζουμε στὸ σημεῖο αὐτό, ὅτι ὁ Μωαμεθανισμὸς ἐξ ἀρχῆς τῆς δημιουργίας του προσέλαβε πολλὰ στοιχεῖα ἀπὸ τὴν διδασκαλία τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ τοῦ ᾿Ιουδαϊσμοῦ. ῞Ενα ἀπὸ τὰ στοιχεῖα αὐτὰ εἶναι καὶ ἡ χρήση τῆς μανδήλας. Τὸ ᾿Ισλάμ, δηλαδή, δὲν ἐπενόησε τὸ κάλυμμα τῆς κεφαλῆς, ἀλλ᾿ ὅμως τὸ ἐπιδοκίμασε καὶ τὸ οἰκειοποιήθηκε-ἀσπάσθηκε. ᾿Επειδὴ οἱ Μουσουλμάνοι εἶναι πολὺ αὐστηροὶ τηρηταὶ τῶν ὅσων γράφει τὸ Κοράνι, τὸ «ἱερό» τους βιβλίο, καθὼς καὶ πολλῶν ὅσων γράφει ἡ Παλαιὰ Διαθήκη, τὴν ὁποίαν ἀποδέχονται ὡς νόμο τοῦ Θεοῦ, διὰ τοῦτο τηροῦν ἀπαρεγκλίτως τὸ κάλυμμα στὴν γυναίκα μὲ ἕναν τρόπον ποὺ φαντάζει ὑπερβολικὸς διὰ τὸν σύγχρονον δυτικὸν ἄνθρωπον τῆς τεχνολογικῆς προόδου, τῆς ὑλικῆς εὐδαιμονίας καὶ τῆς ἐλευθερίας εἰς τὰ ἤθη. ᾿Ακόμη καὶ στὸ ποδόσφαιρο πλέον, οἱ Μουσουλμάνες παίχτριες φοροῦν μανδήλα.

Ἡ FIFA, ἡ Παγκόσμιος Ποδοσφαιρικὴ ῾Ομοσπονδία, ἔδωσε τὴν σχετικὴν ἄδεια σὲ ὅσες γυναῖκες ποδοσφαιρίστριες τὸ ἐπιθυμοῦν, νὰ φοροῦν μανδήλα ἡ ὁποία θὰ εἶναι ταιριαστὴ μὲ τὴν φανέλα τῆς ὁμάδος τους.

Σὲ μουσουλμανικὲς χῶρες, ὅπως στὴ Σαουδικὴ ᾿Αραβία, ὅπου τὰ πράγματα εἶναι πολὺ αὐστηρά, ἀκόμη καὶ οἱ παρουσιάστριες τῆς τηλεοράσεως ἐμφανίζονται μπροστὰ ἀπὸ τὶς κάμερες πάντοτε μὲ μανδήλα. Σάλος ξέσπασε ὅταν γιὰ πρώτη φορά, παρουσιάστρια ποὺ ἀνῆκε σὲ τηλεοπτικὸ κανάλι τῆς ἐν λόγῳ χώρας ἐμφανίσθηκε χωρὶς μανδήλα, μὲ ἀκάλυπτη τὴν κεφαλή, παρουσιάζοντας δελτίο εἰδήσεων ἀπὸ τὰ στούντιο τοῦ καναλιοῦ εἰς τὸ Λονδῖνο.

Καὶ ἐν ὅσῳ ἔχουμε τόσα παραδείγματα ἀπὸ τὴν ῾Αγία Γραφή, καὶ ἐν ὅσῳ οἱ Μουσουλμάνες γυναῖκες περιπατοῦν ὅπου καὶ ἐὰν εὑρίσκονται μὲ σκεπασμένο τὸ πρόσωπο καὶ τὴν κεφαλή, διὰ νὰ μὴ τύχῃ νὰ σκανδαλίσουν κανέναν μὲ τὸ κάλλος τους, παρατηρεῖται δυστυχῶς τὸ φαινόμενον οἱ γυναῖκες —καὶ δὴ τῶν ᾿Ορθοδόξων Χριστιανῶν— ὄχι τὸ πρόσωπό τους, ἀλλ᾿ οὔτε καὶ τὴν κεφαλή τους νὰ μὴν σκεπάζουν. Αὐτὸ συμβαίνει, ὄχι μόνο σὲ κάθε ἄλλο χῶρο, ἀλλὰ καὶ στὸν ἱερὸ χῶρο τῆς λατρείας τοῦ Θεοῦ, μέσα δηλαδὴ στὴν ᾿Εκκλησίαν.

Τὸ πλέον θλιβερὸ ἀπ᾿ ὅλα εἶναι ὅτι ἡ κατάσταση ποὺ περιγράφεται, δυστυχῶς διαπιστώνεται ὄχι μόνο στοὺς κόλπους τῆς κρατούσης «ἐκκλησίας» τοῦ νέου ἡμερολογίου, ἡ ὁποία ἔχει ἐν πολλοῖς ἐκμοντερνιστεῖ καὶ δὲν θὰ περίμενε κανεὶς κάτι καλύτερον, ἀλλὰ καὶ στὴν συντηρητικὴ μερίδα τῶν χριστιανῶν, στοὺς παραδοσιακοὺς —ὑποτίθεται— «παλαιοημερολογίτας». ῞Οταν αὐτὸς ὁ ἐκμοντερνισμὸς ἔχει εἰσχωρήσει στοὺς χώρους λατρείας, ὅπου βλέπουμε —κυρίως στὸ νέον ἡμερολόγιον— γυναῖκες μὲ ξώπλατα, μίνι καὶ παντελόνια, καταλαβαίνει καὶ βλέπει κανεὶς τί γίνεται καθημερινὰ στὶς πλατεῖες καὶ τὶς ἀγορές, ὅπου ἡ ἀδιαντροπία καὶ ἡ ἀναισχυντία «δίνει καὶ παίρνει».

᾿Εὰν δὲν διορθώσουμε τὰ κακῶς κείμενα, ἔχουν νὰ μᾶς κρίνουν καὶ νὰ μᾶς κατακρίνουν τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως, οἱ μουσουλμάνες αὐτές, οἱ ὁποῖες θὰ μᾶς ποῦν ὅτι· «᾿Εμεῖς ποὺ δὲν γνωρίσαμε τὸν ἀληθινὸν Θεόν, ποὺ δὲν μάθαμε γιὰ τὴν ὁδὸ τῆς μετανοίας καὶ τῆς σωτηρίας καὶ εὑρισκόμασταν στὴν ἁμαρτία, τὴν πλάνη καὶ τὸ πνευματικὸ σκοτάδι, εἴμασταν παντοῦ καὶ πάντοτε κόσμια καὶ σεμνὰ ντυμένες καὶ μὲ καλυμμένη τὴν κεφαλή· καὶ ἐσεῖς ποὺ πιστεύατε στὸν Χριστόν, γνωρίσατε τὴν ἀλήθεια καὶ εἴχατε τὴν διδασκαλία καὶ ἐντολὴ τῆς ᾿Εκκλησίας ποὺ σᾶς τὸ ζητοῦσε, δὲν καλύπτατε τὴν κεφαλή σας, οὔτε μέσα στὸν οἶκο τοῦ Θεοῦ. Τόσο δύσκολο σᾶς ἐρχόταν νὰ κάνετε αὐτὸ τὸ πολὺ ἁπλὸ πρᾶγμα; Τόσο βαρὺ σᾶς ἦταν;».

᾿Επίσης, ὑπάρχουν μαρτυρίες ἀπὸ ἀρχαίους συγγραφεῖς, ὅτι ἀκόμη καὶ οἱ γυναῖκες τῶν εἰδωλολατρῶν ἑλλήνων εἶχαν σκεπασμένη τὴν κεφαλήν τους, καθὼς βεβαίως καὶ οἱ γυναῖκες τῶν παλαιῶν Χριστιανῶν. ῾Ο δὲ Κλήμης, πατὴρ τῆς ᾿Εκκλησίας, δι᾿ ἐπιταγῆς τοῦ ᾿Αποστόλου Πέτρου, ἐδίδαξε στὴν Ρώμη νὰ μὴν εἰσέρχεται καμία γυναίκα ἀσκεπὴς στὴν ἐκκλησίαν.

᾿Αλλὰ διὰ τί νὰ κουραζώμεθα, ἀδελφοί μου, ψάχνοντας παραδείγματα. Αὐτὴ ἡ ῾Υπεραγία Θεοτόκος, ἡ ὁποία εἶναι —ἢ ὀφείλει νὰ γίνῃ— τὸ πρότυπο κάθε γυναικός, ἀποδεικνύουσα τὸ σεμνὸν καὶ συνεσταλμένον τοῦ χαρακτῆρος της, δὲν φοροῦσε πάντοτε μανδήλα στὴν κεφαλή της; Γιὰ νὰ τὸ ἔκανε αὐτὸ ἡ Παναγία, κάτι περισσότερον ἀπὸ ἐμᾶς θὰ ἐγνώριζε.

Μπορεῖτε νὰ φαντασθῇτε τὴν Παναγία χωρὶς κάλυμμα στὴν κεφαλήν; ῎Εχετε δεῖ ποτὲ εἰκόνα της, ὅπου νὰ μὴν φορᾷ μανδήλα; Δὲν θὰ ἀποτελοῦσε κάτι τέτοιο ἀνευλάβεια καὶ ἀσέβεια τοῦ ἁγιογράφου πρὸς τὸ Θεομητορικὸν πρόσωπον τῆς Παναγίας μας; Δὲν θὰ ἄγγιζε κάτι τέτοιο τὰ ὅρια τῆς βλασφημίας;

᾿Εμεῖς, λοιπόν, δὲν θέλουμε νὰ μοιάσουμε στὴν Παρθένον Θεοτόκον; Θέλουμε νὰ κάνουμε ἐκεῖνα ποὺ ἡ ἴδια θεωροῦσε ἀπρεπῆ καὶ ἀνάρμοστα;

῞Ομως, ὄχι μόνον ἡ Παναγία, ἀλλὰ καὶ ὅλες οἱ ἁγίες τῆς ᾿Εκκλησίας μας, διαπιστώνουμε ὅτι εἰκονίζονται πάντοτε μὲ κάλυμμα στὴ κεφαλή. ᾿Επὶ πλέον, ἂς παραδειγματισθοῦμε ἀπὸ τὶς γιαγιάδες ἐκεῖνες, οἱ ὁποῖες φοροῦν πάντοτε μανδήλα καὶ δὲν τὴν ἀποχωρίζονται ποτέ. Καὶ ἐὰν δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε τὴν μανδήλα μόνιμη σύντροφό μας, τουλάχιστον ἂς τὴν φοροῦμε ὅταν πηγαίνομε στὴν ᾿Εκκλησία. Οἱ ἡλικιωμένες γυναῖκες, μάλιστα, πρέπει νὰ δίνουν τὸ παράδειγμα καὶ στὶς νεότερες· καὶ ὄχι νὰ βλέπουμε νέες γυναῖκες νὰ φοροῦν μανδήλα καὶ οἱ γηραιότερες νὰ εἶναι ἀμανδήλωτες. Αὐτὸ δὲν εἶναι ὡραῖο σὰν εἰκόνα.

Θὰ ἔχετε ἴσως προσέξει, κυρίως ὅσοι ταξιδέψατε στὸ ἐξωτερικό, ἢ ἔστω ἀπὸ τὴν τηλεόραση, γυναῖκες νὰ περιπατοῦν στὸν δρόμο, ἢ νὰ ὁδηγοῦν τὸ αὐτοκίνητό τους, ἔχοντας κάλυμμα στὴν κεφαλή, ἐπειδὴ ἔτσι τὸ ὑπαγορεύει ἡ μόδα. Εἶναι λοιπὸν δυνατόν νὰ φοροῦν μανδήλα στὸν περίπατό τους οἱ γυναῖκες, ἐπειδὴ τοὺς τὸ ἐπιβάλλει ἡ μόδα, καὶ σ᾿ ἐμᾶς ποὺ τὸ λέγει ὁ Θεός, νὰ δυσανασχετοῦμε καὶ νὰ μὴν τὸ πράττουμε, οὔτε στὸν οἶκο τοῦ Θεοῦ; Εἶναι ἀνεκτὸ νὰ μὴν κάνουμε ὑπακοὴ στὸν Θεό, ἴση τουλάχιστον μὲ τὴν ὑπακοὴ ποὺ ἄλλοι κάνουν στὴ μόδα; Καὶ ἐὰν δὲν ἀρκοῦν αὐτά, ἔχουμε καὶ ἕτερον παράδειγμα, πάλι ἀπὸ τὸ ἐξωτερικό. Παρατηρεῖται στὶς κηδεῖες τὸ φαινόμενο, κάποιες κυρίες νὰ καλύπτουν τὸ πρόσωπό τους μὲ σκοῦρο πέπλο, στὸ ὁποῖο καταλήγει τὸ καπέλο ποὺ φοροῦν. Εἶναι τὸ λεγόμενο «βέλο». Αὐτό, βεβαίως, εἶναι κατ᾿ ἐπίδρασιν τῆς χριστιανικῆς θρησκείας καὶ τῶν ὅσων λέγει ἡ ῾Αγία Γραφή. Τὸ σκεπτικὸν εἶναι ὅτι εὑρίσκονται σὲ κηδεία, πενθοῦν καὶ δὲν θέλουν νὰ σκανδαλίσουν κανέναν μὲ τὴν θέα τοῦ προσώπου τους, τὸ ὁποῖον καλύπτουν μὲ τὸ βέλο. Βεβαίως, μπορεῖ πολὺ περισσότερο νὰ τὸ κάνουν αὐτὸ οἱ ἐν λόγῳ κυρίες, γιατὶ καὶ πάλι τὸ ἐπιτάσσει ἡ μόδα καὶ νὰ φοροῦν τὸ καπέλο μὲ τὸ βέλο ὡς ἀπαραίτητο «ἀξεσουάρ» στὴν κηδεία καὶ τὴν ᾿Εκκλησία γενικότερα· καὶ διότι μπορεῖ νὰ πιστεύουν ὅτι τὸ καπέλο αὐτὸ τοὺς δίδει «στύλ», ἢ καὶ ἀποκρύπτει τὸ πένθος καὶ τὰ δακρύοντα μάτια τους. Σημασία ὅμως ἔχει, ὅτι ἔστω καὶ ἔτσι τὸ πράττουν οἱ ξένες, οἱ ὁποῖες μάλιστα δὲν εἶναι κἂν ᾿Ορθόδοξες.

᾿Εὰν ὅμως αὐτὰ τὰ παραδείγματα δὲν στάθηκαν ἱκανὰ διὰ νὰ πείσουν τὸν ἀναγνώστη —καὶ δὴ τὴν ἀναγνώστρια— ἀκοῦστε καὶ τὴν κατωτέρῳ ἱστορία ἀπὸ τὸ «Γεροντικό». Κάποτε μία ἁγία γυναίκα θέλησε νὰ μονάσῃ. ᾿Επειδὴ ὅμως ἦταν πολὺ ὡραία στὴν ὄψη καὶ προέβλεπε ὅτι ἐξ αἰτίας τῆς ὀμορφιᾶς της θὰ εἶχε πολλὲς ἐνοχλήσεις ἀπὸ τὸν πειρασμὸ καὶ τὰ ὄργανά του, διὰ τοῦτο ἔκρινε συμφερότερο νὰ καταφύγει σὲ ἀνδρικὸ μοναστήρι. Πῆγε λοιπὸν ἐκεῖ ποὺ τὴν φώτισε ὁ Θεός, μεταμφιεσμένη σὲ ἄνδρα, καὶ ἔγινε σὲ σύντομο χρονικὸ διάστημα πρότυπο ἀρετῆς καὶ ἀσκήσεως γιὰ τοὺς ὑπολοίπους μοναχούς. ῞Οταν κάποια στιγμή ὕστερα ἀπὸ χρόνια, ἦλθε ἡ ὥρα νὰ ἀναχωρήσῃ ἀπὸ τὸν μάταιο τοῦτο κόσμο, ἐκάλεσε τὸν πνευματικὸ τῆς μονῆς καὶ τοῦ ἐξομολογήθηκε τὰ πάντα. Τότε ἐκεῖνος τὴν κοίταξε μὲ αὐστηρὸ ὗφος καὶ τῆς εἶπε τὸν ἑξῆς λόγον· «Καλά βρέ ἀθεόφοβη καὶ ὅταν ἐρχόταν ἡ ὥρα νὰ μεταλάβῃς, πῶς κοινωνοῦσες, οὗσα γυναίκα, μὲ ἀκάλυπτον τὴν κεφαλή;». (Διότι οἱ μοναχοὶ κοινωνοῦν πάντοτε ἀσκεπεῖς σὲ ἀντίθεση μὲ τὶς μοναχές). ῾Η ἀπάντηση τῆς ἁγίας ἦταν ὅτι· «Πάντοτε ἐφρόντιζα καὶ προφασιζόμουν ἀσθένεια, ὅταν ἦταν νὰ κοινωνήσω καὶ ἔτσι ἐκάλυπτα τὴν κεφαλή μου τὴν στιγμὴν τῆς θείας Μεταλήψεως».

Αὐτὴ ἡ ἱστορία, ὡς ἠθικὸ δίδαγμα, μᾶς τονίζει τὸ πόσο σημαντικὸ εἶναι γιὰ τὴν γυναίκα νὰ μὴν ἔχει ἀκάλυπτον τὴν κεφαλὴ ὅταν ἀσχολεῖται μὲ τὰ ἅγια, καὶ ἰδιαιτέρως ὅταν πρόκειται νὰ μεταλάβῃ τῶν ᾿Αχράντων Μυστηρίων. ᾿Εὰν ὅμως οἱ χριστιανὲς δὲν φοροῦν τὴν μανδήλα καθ᾿ ὅλην τὴν διάρκεια τῆς θείας Λειτουργίας καὶ τῆς ὅποιας προσευχῆς κάνουν, καὶ τὴν φοροῦν μόνον —στανικῶς— ὅταν εἶναι νὰ μεταλάβουν, αὐτὸ στὰ μάτια τοῦ Χριστοῦ δὲν ἔχει καμία ἀξία, διότι ἀποδεικνύουν μὲ τὴν στάση τους αὐτή, ὅτι δὲν ἐπιθυμοῦν νὰ τὴν φοροῦν καθόλου καὶ ὅτι ἂν ἐξαρτᾶτο ἀπὸ αὐτές, οὔτε κατὰ τὴν διάρκεια τῆς θείας Μεταλήψεως θὰ τὴν φοροῦσαν. ᾿Εξ ἄλλου, ὅλη ἡ θεία Λειτουργία εἶναι μία ὀργανικὴ ἑνότητα καὶ ἡ στιγμὴ τῆς θείας Μεταλήψεως δὲν εἶναι ἀποκομμένη ἀπὸ τὴν ὑπόλοιπη θεία Λειτουργία, ἀλλ᾿ εἶναι μέρος αὐτῆς. Σὲ ὅλη τὴ θεία Λειτουργία προετοιμαζόμασθε γιὰ τὴν στιγμὴ τῆς θείας Μεταλήψεως. Πρέπει καθ᾿ ὅλη τὴ διάρκεια της προετοιμασίας μας καὶ ἡ καρδιά μας νὰ εἶναι δοσμένη στὸν Θεό, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐξωτερική μας στάση, τὸ ἐξωτερικὸ σχῆμα νὰ εἶναι ἁρμόζον. Εὑρισκόμεθα ἐντὸς τῆς ᾿Εκκλησίας, παραστεκόμεθα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ πρέπει ἀκόμα καὶ οἱ κινήσεις μας, ἡ στάση μας, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐνδυμασία μας νὰ εἶναι κατάλληλη καὶ νὰ ἀποπνέῃ σεμνότητα καὶ εὐλάβεια. ῍Ας μὴν λησμονοῦμε, ἄλλωστε, πὼς ὅ,τι ἔχουμε μέσα μας, αὐτὸ θὰ βγάλουμε καὶ πρὸς τὰ ἔξω. Γιὰ τὴν ὁποιαδήποτε κίνησή μας, γιὰ τὸ πῶς θὰ σταθοῦμε ἢ πῶς θὰ εἴμεθα ἐνδεδυμένοι ἐντὸς τοῦ ναοῦ, θὰ συμβουλευθοῦμε τὴν σκέψη μας· ὅλη αὐτὴ ἡ συμπεριφορά μας θὰ εἶναι ἀπαύγασμα τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς μας. ῞Ο,τι μᾶς ὑπαγορεύει ἡ καρδιά μας, ἐκεῖνο καὶ θὰ πράξουμε. Πόσο πιὸ ὡραῖο θέαμα, ποὺ ἀναπαύει τὸν Θεό, εἶναι νὰ βλέπῃς τουλάχιστον στὴν ᾿Εκκλησία μία γυναίκα μὲ μανδήλα, συνεσταλμένη, μετρημένη, κόσμια, νὰ νεύῃ κάτω τὴν κεφαλὴν καὶ τὰ μάτια, ἀπὸ τὸ νὰ βλέπῃς μία ἄλλην, χωρὶς μανδήλα, ντυμένη ἀπρόσεκτα, νὰ κοιτᾷ δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ καὶ νὰ μὴν προσέχῃ στὴν προσευχή!

Ποία εἶναι ἡ εὐθύνη τῆς γυναικὸς, ἐὰν διὰ τῆς ἀσέμνου περιβολῆς της, καθίσταται σκάνδαλο στοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ πλησίον της ἐντὸς τοῦ ἱεροῦ χώρου τῆς ᾿Εκκλησίας; Παρίσταται ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ! Καὶ ἀντὶ ἡ περιβολή της νὰ εἶναι εὐπρεπὴς ἐνώπιον ᾿Εκείνου, ὁ ῾Οποῖος δεσπόζει τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς (καὶ νὰ βοηθήσῃ ἔτσι μὲ τὴν σεμνότητα καὶ τὴν εὐκοσμία τοῦ ἤθους της καὶ τὸν πλησίον της, νὰ ἀναχθῇ πρὸς τὸν οὐρανὸν καὶ νὰ ἑνωθῇ μὲ τὸν Θέον), ἐκεῖνη ἀντ᾿ αὐτοῦ μεταβάλλει τὴν περιβολὴν καὶ τὴν ἐμφάνισή της εἰς ἄγκιστρον καὶ δέλεαρ, διὰ τῶν ὁποίων ὁ Σατανᾶς ἀποσπᾷ εἰς ἑαυτὸν τὰ πρόβατα τοῦ Χριστοῦ, ἐκ μέσου αὐτῆς τῆς ἰδίας τῆς μάνδρας Του. Καὶ ἐάν, ἐπὶ τέλους, ὅπως λέγει ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος, δὲν ἐντρέπεται τοὺς ἀνθρώπους, ἂς ντραπῇ τουλάχιστον τοὺς ἀγγέλους, ποὺ παρίστανται ἀοράτως στὴν ᾿Εκκλησίαν.

Τὸ ἐρώτημα, ὅμως, ποὺ ἐγείρεται ἐδῶ εἶναι· πῶς θὰ ντραπῇ τοὺς ἀγγέλους ποὺ δὲν βλέπει, ὅταν δὲν ντρέπεται τοὺς ἀνθρώπους ποὺ βλέπει; ᾿Εὰν ὅμως ἡ γυναίκα ποὺ προσεύχεται καλύπτει τὴν κεφαλήν της καὶ ἔχει σεμνὴ περιβολήν, τότε ὁμοιάζει μὲ τοὺς ἀγγέλους. Διότι ὅπως οἱ ἄγγελοι κατακαλύπτουν τὸ πρόσωπό τους μὲ τὶς πτέρυγές τους, ὅταν πρόκειται νὰ ἀτενίσουν μὲ δέος καὶ φόβο πρὸς τὸν θρόνον τῆς Τρισηλίου Θεότητος, ἔτσι καὶ ἡ γυναίκα ποὺ ἔχει φόβον Θεοῦ, παρίσταται ἐνώπιόν Του μὲ καλυμμένη τὴν κεφαλή.

Σ᾿ ἐκείνους, λοιπόν, ποὺ ἔχουν ἀντιρρήσεις γιὰ τὴν χρήση τῆς μανδήλας, θεωρώντας αὐτὴν ἀπαρχαιωμένη καὶ ἀναχρονιστική, φθάνοντας στὸ σημεῖο νὰ ὑποστηρίζουν ὅτι ἀκόμα καὶ οἱ Μοναχὲς θὰ πρέπει νὰ παύσουν νὰ φοροῦν μανδήλα, ἀπαντᾷ ὁ ᾿Απόστολος τῶν ἐθνῶν Παῦλος ὡς ἑξῆς· «Εἰ δέ τις δοκεῖ φιλόνεικος εἶναι, ἡμεῖς τοιαύτην συνήθειαν οὐκ ἔχομεν, οὐδὲ αἱ ἐκκλησίαι τοῦ Θεοῦ» (Α´ Κορ. ια´, 16). ᾿Εὰν ὅμως, λέγει ὁ ᾿Απόστολος, ὕστερα ἀπὸ ὅσα εἴπαμε, ὑπάρχουν καὶ κάποιοι ποὺ θέλουν νὰ δημιουργοῦν ζητήματα, ἐπειδὴ εἶναι φιλόνεικοι καὶ συνεχίζουν νὰ ἐνίστανται, ἂς γνωρίζουν οἱ τοιοῦτοι ὅτι ἐμεῖς δὲν ἔχομεν τέτοια συνήθεια, νὰ εἶναι δηλαδὴ κατὰ τὴν ὥραν τῆς λατρείας δίχως κάλυμμα ἡ γυναίκα.

᾿Αλλ᾿ οὔτε καὶ οἱ ᾿Εκκλησίες τοῦ Θεοῦ ἔχουν τέτοια συνήθεια. Διότι τὸ κάλυμμα τῆς γυναικὸς εἶναι παλαιοτάτη ἀποστολικὴ παράδοση καὶ ἐπικρατεῖ εἰς πάσας τὰς ἐκκλησίας, μαρτυρουμένη παλαιόθεν καὶ ἐξ ἀρχῆς ὑπὸ τῆς καθολικῆς πράξεως αὐτῶν· ὡς ἐκ τούτου εἶναι ἀπολύτως σεβαστὴ καὶ οἱ πάντες ἀναντιρρήτως ὀφείλουν νὰ συμμορφώνονται πρὸς αὐτήν.

Τελειώνοντας, καὶ ὕστερα ἀπὸ ὅσα παραθέσαμε, θὰ ἤθελα νὰ ἀπευθύνω στὴν ἀγάπη σας, τοὺς λόγους τοῦ ᾿Αποστόλου Παύλου πρὸς τοὺς Κορινθίους· «᾿Εν ὑμῖν αὐτοῖς κρίνατε· πρέπον ἐστὶ γυναῖκαι ἀκατακάλυπτον τῷ Θεῷ προσεύχεσθαι;». Δηλαδή· «κάνω κριτὰς τοῦ ζητήματος ἐσᾶς τοὺς ἰδίους καὶ σᾶς καθιστῶ ὑπευθύνους. ῍Ας κάμῃ μόνος του καθένας ἀπὸ σᾶς ὀρθὴν καὶ δικαίαν κρίσιν. Εἶναι πρέπον καὶ ἁρμόζον ἡ γυναίκα νὰ προσεύχεται εἰς τὸν Θεὸν μὲ ἀκάλυπτον τὴν κεφαλήν;».

᾿Αμήν.

 

Οἱ Προφῆται ὡς εἶδον, οἱ Ἀπόστολοι ὡς ἐδίδαξαν, ἡ Ἐκκλησία ὡς παρέλαβεν, οἱ Διδάσκαλοι ὡς ἐδογμάτισαν, ἡ Οἰκουμένη ὡς συμπεφώνηκεν, ἡ χάρις ὡς ἔλαμψεν, ἡ ἀλήθεια ὡς ἀποδέδεικται, τὸ ψεῦδος ὡς ἀπελήλαται, ἡ σοφία ὡς ἐπαρρησιάσατο, ὁ Χριστὸς ὡς ἑβράβευσεν, οὕτω φρονοῦμεν, οὕτω λαλοῦμεν, οὕτω κηρύσσομεν Χριστόν τὸν ἀληθινὸν Θεὸν ἡμῶν,Αὕτη ἡ πίστις τῶν Ἀποστόλων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Πατέρων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Ὀρθοδόξων, αὕτη ἡ πίστις τὴν Οἰκουμένην ἐστήριξεν.

Joomla SEF URLs by Artio