Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος συνεκλήθη από τον αυτοκράτορα Μ. Κωνσταντίνο στη Νίκαια της Βιθυνίας, το έτος 325 μ.Χ. και διήρκεσε περίπου 3 μήνες. Κύρια αιτία της σύγκλησης ήταν η αντιμετώπιση της αιρέσεως του Αρείου, που προκαλούσε μεγάλη αναταραχή στην Εκκλησία. Στη Σύνοδο συμμετείχαν άνω των 300 θεοφόροι Πατέρες. Μεταξύ των Πατέρων, και κατά του Αρείου, διακρίθηκαν: Ο διάκονος (ακόμη τότε) Μ. Αθανάσιος, ο Μύρων Νικόλαος, ο Σπυρίδων Τριμυθούντος, ο Μάρκελλος Αγκύρας, ο Αντιοχείας Ευστάθιος, ο όσιος Παφνούτιος κ.α. Υπέρ του Αρείου συνηγόρησαν 17 επίσκοποι, αλλά και φιλόσοφοι και ρήτορες και ο σοφιστής Αστέριος.

Ως γνωστόν, ο εν Αλεξανδρεία πρεσβύτερος Άρειος ηρνήθη, από το έτος 318 κ.ε., την εκκλησιαστική πίστη περί της Θεότητος του Ιησού Χριστού και ότι είναι το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος. Ο Άρειος υπήρξε μαθητής του Λουκιανού, ιδρυτού της Αντιοχειανής Σχολής, ο οποίος Λουκιανός δίδασκε ότι ο Υιός και Λόγος του Θεού ήταν «κτίσμα», όχι «αγέννητος» και δημιούργημα του Θεού. Πάντως τον θεωρούσε «πλήρη Θεό» και όμοιο με τον Πατέρα. Ο Άρειος, φτάνοντας στα άκρα την παραπάνω αιρετική άποψη, αρνήθηκε πλήρως την θεότητα του Θεού Λόγου και δίδασκε ότι ο Υιός του Θεού όχι μόνο δεν είναι Θεός, αλλά δημιουργήθηκε «εν χρόνω» και άρα πριν από ένα συγκεκριμένο χρονικό σημείο –που ήταν και η αρχή Του- δεν υπήρξε. Μάλιστα διέδιδε ότι μέσω του πρώτου αυτού «ποιήματος» ο Θεός έφερε στην ύπαρξη τον κόσμο, το σύμπαν. Κατ’ ακολουθίαν θεωρούσε τον Χριστό όχι ως Θεό εκ φύσεως, αλλά ως κατά μετοχήν Θεό. Οι Πατέρες της Εκκλησίας συνέταξαν, με βάση τα αρχαία βαπτιστήρια σύμβολα, το λεγόμενο πρώτο Ορθόδοξο Οικουμενικό Σύμβολο, σε αντίκρουση του αρειανικού Συμβόλου που είχε ήδη υποβληθεί στη Σύνοδο. Η αγία αυτή πρώτη Οικουμενική Σύνοδος αγωνίστηκε, και απέδειξε θεολογικά, ότι ο Χριστός είναι ο αληθής Λόγος του Πατρός, Θεός αληθινός εκ Θεού αληθινού, και ότι γεννήθηκε προ πάντων των αιώνων, ήτοι εκτός χρόνου, από τον Πατέρα, όπως καταγράφεται στο τελικό Σύμβολο Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως.

Τον Δ΄ αιώνα μετά το τέλος των Διωγμών εμφανίστηκε η πρώτη μεγάλη δογματική απειλή για την επίσημη χριστιανική θρησκεία. Ήταν η διδασκαλία του Αρείου[1]. Το πρόβλημα που βασάνιζε τον Άρειο ήταν η αΐδια - αιώνια γέννηση του Θείου Λόγου. Δίδασκε, λοιπόν, ότι ο Υιος δεν είναι κατά φύση και κατ ουσίαν αληθινός Θεός[2]. Δημιουργήθηκε από το Θεό - Πατέρα κάποια συγκεκριμένη χρονική στιγμή «εν χρόνω»[3]. Για το λόγο αυτό δεν μπορούσε να χαρακτηρισθεί αγέννητος, ούτε μέρος αγεννήτου. Ήταν επομένως, ένα απλό κτίσμα του Θεού[4]. Ως κτίσμα, λοιπόν, ο Υιος και ο Λόγος του Θεού δεν είναι συνάναρχος και συναΐδιος προς τον Πατέρα[5], αλλά δημιουργήθηκε αμέσως «θελήσει» του Πατρός[6], ενώ τα άλλα κτίσματα δημιουργήθηκαν από το Θεό δια μέσου του Υιού. Χαρακτηριστική φράση που συνόψιζε την αρειανική διδασκαλία για τον Υιό ήταν «ην ποτε ότε ουκ ην»[7].

Ὁ μήνας Μάϊος μᾶς καλεῖ καί φέτος σ’ ἕνα θρηνητικό ἑορτασμό μέ ἀφορμή τήν ἐπέτειο τῆς Ἁλώσεως τῆς Πόλεως πού ὑπῆρξε ἡ Ζωή καί τό Φῶς τῆς Οἰκουμένης!

Αὐτός ὁ θρῆνος, ἄν ἦταν θρῆνος ἐπιγνώσεως καί μετανοίας, ὅ­πως ὁ Ἀδαμιαῖος, θά μεταστοιχειωνόταν σέ ἀλλαγή σκέψεως καί ἀλ­λαγή πλεύσεως. Θά δρομολογοῦσε καθοριστικές ἐξελίξεις γιά τήν πο­­ρεία τοῦ Ἔθνους μας καί, κυρίως καί πρωταρχικά, θά ἀνέτρεπε ἐκ βάθρων τήν Βαυαρική Προτεσταντική παράδοση, πού ἔχει γί­νει φι­λο­σοφία, θεολογία καί ζωή τῶν Νεοελλήνων ἀπό τότε πού θεμελιώθηκε μέ τή βία ἀπό τόν Βαυαρό ἀντιβασιλέα Maürer καί τόν θλιβερό κληρικό συμπαίκτη του Θεόκλητον Φαρμακίδη, τό 1833.

Ἡ Βαυαροπροτεσταντική σκέψη καί κοσµοθεωρία

ἔγινε καί συνείδηση τοῦ λαοῦ µας!

Ἡ Βαυαροπροτεσταντική σκέψη καί κοσμοθεωρία ἔγινε σταδιακά καί συνείδηση τοῦ λαοῦ μας, ἀφοῦ οἱ Πατέρες μας ἐκδίωξαν μέν τήν Βαυαρική κατοχή, ἡ ὁποία μέ πρόσχημα τήν ἡλικιακή ἀνεπάρκεια τοῦ Ὄθωνα ἐπέβαλε στήν Ὀρθόδοξη Πατρίδα μας τήν Θρησκευτική Πολιτική τοῦ Λουθήρου, δέν ἐφρόντισαν, ὅμως, νά ξεριζώσουν αὐτήν καθ’ ἑαυτήν τήν Προτεσταντική Πολιτική πρακτική, μέ ἀποτέλεσμα νά παραπαίη τό Ἔθνος μας ἐπί δύο αἰῶνες, προσπαθῶντας νά ἐπα­νεύρη τήν αὐτοσυνειδησία του καί «οὐκ ἔχει τόν βοηθοῦντα»!

Σήμερα, φαίνεται πιά καθαρά ὅτι ὁ Ἐκκλησιαστικός Καταστατικός Χάρτης τοῦ 1833 σημάδεψε ἀποφασιστικά τήν πορεία τοῦ Γένους μας, ἀφοῦ πρόκειται γιά κείμενο μέ αὐθεντική Προτεσταντική σφρα­γί­δα, πού θά μποροῦσε νά συνταχθῆ μόνο “πάνω ἀπ’ τό πτῶμα” τοῦ μαρτυρικοῦ Καποδίστρια, αὐτοῦ τοῦ ἀνεπανάληπτου φορέως τῆς ἁγιοπατερικῆς Παραδόσεώς μας. Ἕνα ἐπαίσχυντο κείμενο, τό ὁποῖο ὅριζε ὅτι «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἀνατολική Ἐκκλησία τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος κεφαλήν γνωρίζουσα τόν Ἰησοῦν Χριστόν, κατά τό διοι­κη­τι­κόν αὐτῆς µέρος ἔχει ἀρχηγόν τόν Βασιλέα τῆς Ἑλλάδος»!1

Ἔτσι θεμελιώθηκε ἡ ἄκρατη πολιτειοκρατία καί ἐπεβλήθη ἡ κυ­ρι­αρχία τῆς Πολιτείας ἐπί τῆς Ἐκκλησίας μας, σέ τέτοιον μάλιστα βαθμό, ὥστε στίς μέρες μας νά καταργεῖται σταδιακά τό Ἅγιο Εὐαγ­γέλιο καί νά ἀπειλοῦνται οἱ κληρικοί ἀκόμη καί μέ φυλάκιση ὅταν διδάσκουν ὅτι συμπεριφορές σάν τήν ὁμοφυλοφιλία, εἶναι διαστροφή τῆς κατά Θεόν λειτουργίας τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως!

(Απόσπασμα από την ανάρτηση Το Έδικτο των Μεδιολάνων του ιστολογίου Βυζαντινή Ιστορία)
 

Μετά την καθιέρωση των νέων συνθηκών, στις αρχές του 4ου αιώνα, η Εκκλησία έζησε μια περίοδο εντατικής δημιουργικής δράσης, η οποία εκδηλώθηκε κυρίως στο δογματικό τομέα. Τον 4ο αιώνα τα δογματικά ζητήματα δεν απασχολούσαν μόνον τα άτομα, όπως συνέβηκε στον 3ο αιώνα με τον Τερτυλλιανό ή τον Ωριγένη, αλλά ολόκληρες ομάδες ανθρώπων που αποτελούνταν από καλά οργανωμένα άτομα.

Τον 4ο αιώνα οι Σύνοδοι έγιναν ένα κοινό μέσο, το οποίο θεωρείτο ως το μόνο κατάλληλο για την αντιμετώπιση των προβλημάτων εκείνων που ήταν συζητήσιμα.

Με την προσπάθεια αυτή, όμως, παρουσιάζεται ένας νέος παράγοντας στις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας, ένας παράγοντας σημαντικός για τη μετέπειτα ιστορία της εξέλιξης των σχέσεων μεταξύ των πνευματικών και υλικών δυνάμεων. Ήδη από την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου το κράτος έπαιρνε μέρος στις θρησκευτικές φιλονικίες, διευθύνοντάς τις κατάλληλα. Φυσικά, πολλές φορές, τα συμφέροντα του κράτους δεν συνέπιπταν με τα συμφέροντα της Εκκλησίας.

Joomla SEF URLs by Artio