Οἱ παραδοσιακοὶ τοῦ νέου ἡμερολογίου καὶ ἡ διακοπὴ τοῦ Μνημοσύνου

(Ὁμιλία ἐκφωνηθεῖσα ὑπὸ τοῦ Θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου Πέτρας κ. Δαβίδ, τὴν Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, 20 Φεβρουαρίου 2017 (π.ἡμ.), ἐπὶ τῇ συνοδικῇ ἐκδηλώσει τῆς Ἐκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ἑλλάδος)

᾿Ιδοὺ καὶ πάλιν ἔφθασε ἡ ἡμέρα, ἡ μεγάλη καὶ ἁγία! ῾Η Κυριακή, ὅπου ἑορτάζει σύμπασα ἡ ᾿Ορθοδοξία τοὺς διαχρονικοὺς θριάμβους καὶ τὶς λαμπρὲς νίκες, ποὺ κατήγαγε ἐνάντια στὴν πλάνη καὶ τὸ ψεῦδος ἡ ᾿Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ, αὐτὴ ἡ φωτοπάροχος κιβωτὸς τῆς ἀθανάτου ᾿Αληθείας. ῾Η συγκυρία αὐτὴ συμπίπτει χρονικὰ μὲ τὴν κρίσιμη καμπὴ στὴν ὁποία ἔχουν περιέλθει τὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα, κυρίως ὅσον ἀφορᾷ τὴν κρατοῦσα «᾿Εκκλησία». Οἱ ἐξελίξεις τρέχουν. ᾿Εξελίξεις ποὺ ὅμως δὲν ἀφήνουν ἐντελῶς ἀνέπαφο καὶ ἀνεπηρέαστο καὶ τὸν δικό μας χῶρο.

Πολὺς λόγος συνεχίζει νὰ γίνεται γιὰ τὴν περιλάλητον σύνοδο τῆς Κρήτης. ῾Η σύνοδος αὐτὴ χώρισε τοὺς νεοημερολογίτες σὲ δύο ἀντιμαχόμενα στρατόπεδα. Σ᾿ αὐτοὺς τῶν οἰκουμενιστικῶν φρονημάτων ποὺ ἀποδέχονται ἀνεπιφύλακτα τὶς ἀποφάσεις της καὶ σ᾿ ἐκείνους ποὺ δὲν τὶς ἀσπάζονται καὶ τὶς πολεμοῦν. Οἱ μὲν πρῶτοι εἶναι πρόδηλα οἰκουμενιστές, ἐνῶ οἱ δεύτεροι ἐμφανίζονται ὡς οἱ παραδοσιακοὶ καὶ συντηρητικοὶ τοῦ νέου ἡμερολογίου.

᾿Ασφαλῶς ὁ πόλεμος αὐτὸς δὲν ξέσπασε τώρα. ῾Υφίστατο ὡς πραγματικότητα καὶ τὶς προηγούμενες δεκαετίες, ἀλλὰ τώρα φαίνεται νὰ λαμβάνῃ σοβαρότερη τροπή. Οἱ λεγόμενοι «παραδοσιακοὶ» ὁμιλοῦν πλέον, ἀκόμη καὶ γιὰ διακοπὴ μνημοσύνου τῶν Οἰκουμενιστῶν ἐπισκόπων.

᾿Εμεῖς ἐδῶ δὲν θὰ ἀσχοληθοῦμε μὲ τοὺς «προοδευτικοὺς» καὶ «ἐκσυγχρονιστὲς» τῆς ᾿Εκκλησίας, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀποκρύπτουν τὰ οἰκουμενιστικά τους φρονήματα καὶ εἶναι λίαν ἐκδηλωτικοὶ καὶ δραστήριοι. ῾Ως ἐκ τούτου, γνωρίζουμε τί νὰ περιμένουμε ἀπὸ αὐτούς. ᾿Εκεῖ ποὺ τὰ πράγματα περιπλέκονται καὶ παρουσιάζονται περισσότερον ὀμιχλώδη καὶ συνεσκιασμένα, εἶναι στὴν περίπτωση τῶν «παραδοσιακῶν».

Στὴν παροῦσα ὁμιλία θὰ ἀσχοληθοῦμε μὲ τοὺς τελευταίους· ὄχι μόνον τοὺς πιὸ πρόσφατους, ἀλλὰ καὶ τοὺς παλαιότερους, ἀπὸ τὰ χρόνια τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νέου ἑορτολογίου. Θὰ δοῦμε τὴν στάση ποὺ τήρησαν καὶ τηροῦν διαχρονικά, ἀπέναντι στὰ αἱρετίζοντα ἀνοίγματα τῶν πνευματικῶν τους ἀδελφῶν, καθὼς καὶ τὴν στάση τους ἔναντι τοῦ πατρίου ἑορτολογίου. Γιὰ νὰ διαπιστώσουμε τοιουτοτρόπως, τὰ στοιχεῖα ποὺ ἀπαρτίζουν τὴν εἰκόνα τους καὶ κατὰ πόσον αὐτὰ ἀνταποκρίνονται στὴ φήμη τους ὡς παραδοσιακῶν.

Εἰσαγωγικῶς, καὶ γιὰ νὰ ἀρχίσουμε νὰ μπαίνουμε στὸ κλίμα, νὰ ἐγκλιματισθοῦμε, θὰ κάνουμε μία σύντομη ἀναφορὰ σὲ δύο-τρεῖς ἀπὸ αὐτούς·

῾Ο π. Χαράλαμπος Βασιλόπουλος, ἱδρυτὴς τῆς ἐφημερίδος «᾿Ορθόδοξος Τύπος», ὁ ὁποῖος συνέγραψε τὸ περίφημο σύγγραμμα «῾Ο Οἰκουμενισμὸς χωρὶς μάσκα», ἀγωνίσθηκε μὲ ἰδιαίτερο σθένος κατὰ τῶν ἀντικανονικῶν ἀνοιγμάτων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου πρὸς τοὺς αἱρετικούς. Καὶ ἐνῶ ἔδιδε τὴν ἐντύπωση ὅτι ἦταν ἕτοιμος γιὰ τὸ μεγάλο βῆμα, ὅταν ἤρθησαν τὰ ἀναθέματα ἀπὸ ᾿Αθηναγόρα καὶ Πάπα, περιορίσθηκε μόνο σὲ φραστικὲς καταγγελίες, δίχως νὰ κάνῃ τίποτε περισσότερον καὶ πιὸ δραστικό. ῞Οπως γράφει σὲ διαφωτιστικό του ἄρθρο ὁ δικηγόρος ᾿Αθανάσιος Σακαρέλλος, ὁ παπα-Χαράλαμπος συμφωνοῦσε ἀπόλυτα μαζί του, ὅτι οἱ παπικοὶ ἐνεργοῦν σὲ βάρος τῆς ᾿Ορθοδοξίας καὶ ὅτι οἱ διάφορες δηλώσεις καὶ ἐνέργειες τοῦ ᾿Αθηναγόρα ἦταν ἀπαράδεκτες.

«Τὸν ρώτησα —γράφει ὁ Σακαρέλλος— τί ἔπρεπε νὰ γίνει. Μοῦ ἀπάντησε: -῞Ενα βῆμα νὰ κάνουν ἀκόμα, καὶ θὰ δεῖς τί ἔχει νὰ γίνει! ᾿Εγὼ τὸ πίστεψα καὶ ἠρέμησα. Περίμενα ἕνα βῆμα νὰ κάνει ἀκόμα ὁ ᾿Αθηναγόρας. ῎Ημουνα βέβαιος ὅτι θὰ χάλαγε ὁ κόσμος ἀπὸ τὶς ἀντιδράσεις μας. Σὲ λίγο γινότανε τὸ ἑπόμενο “ἕνα βῆμα’’, χωρὶς παραδόξως νὰ γίνει τίποτε! ῎Ετρεχα πάλι στὸν παπα-Χαράλαμπο καὶ τοῦ ἔλεγα τὰ νέα κατορθώματα τοῦ ᾿Αθηναγόρα. ῾Ο παπα-Χαράλαμπος μοῦ ἔδινε πάλι τὴν ἴδια ἀπάντηση. ᾿Εγὼ ἠρεμοῦσα καὶ περίμενα τὸ ἑπόμενο βῆμα! Καὶ πάλι ἡ ἴδια ἱστορία, ἡ ἴδια ἀπάντηση! ῞Ωσπου ἀπελπίστηκα καὶ ἔπαψα νὰ περιμένω... Τὸ 1990 ἐπειδὴ δὲν ἔβλεπα νὰ γίνεται κανένα βῆμα ἀπ᾿ ὅσα ὑπόσχονταν τότε ὅλοι οἱ γεροντάδες, ἀναγκάστηκα νὰ τὸ κάνω ἐγώ. ᾿Αποτειχίσθηκα ἀπὸ τὴν “᾿Εκκλησία τῶν πονηρευομένων”. ᾿Αποτειχισμένος ἔμεινα ὀκτὼ χρόνια, ὁπότε ἀπέκτησα “κοινωνία” μὲ τὴν ᾿Εκκλησία τοῦ παλαιοῦ ἡμερολογίου. Σὲ κάποια συζήτηση, ποὺ εἶχα μὲ τὸν μακαριστὸ παπα-Χαράλαμπο, τὸν ρώτησα γιὰ τοὺς παλαιοημερολογίτες. Μοῦ εἶπε: -Καλοὶ εἶναι! Αὐτοὶ ἔχουν δίκιο. ῎Οχι ἐμεῖς! Τὸν ξαναρώτησα: -Τότε, πάτερ μου, γιατί δὲν εἶσαι μὲ τοὺς παλαιοημερολογίτες; Μοῦ ἀπάντησε, ἀμήχανα: -Δὲν μπορῶ, δὲν μπορῶ!...»[1].

Στὸ ἴδιο μῆκος κύματος ἐκινήθη καὶ ὁ γνωστὸς σὲ ὅλους μας Αὐγουστῖνος Καντιώτης, ὁ ὁποῖος, ὅταν ἦταν ἱεροκήρυκας ἐν ᾿Αθήναις, καλοῦσε τοὺς ἀρχιερεῖς τῶν Νέων Χωρῶν (στὴ Βόρειο ῾Ελλάδα) νὰ διακόψουν τὸ μνημόσυνο τοῦ Πατριάρχη ᾿Αθηναγόρα. ῾Ωστόσον, ἀργότερα, ὅταν ἔγινε ὁ ἴδιος ἐπίσκοπος τῶν Νέων Χωρῶν, στὴν Μητρόπολη Φλωρίνης, ἔκανε ὅ,τι καὶ οἱ ἄλλοι, τοὐτέστιν μνημόνευε κανονικὰ τὸν Πατριάρχη.

Σὲ αὐτοὺς ποὺ τὸν ρώτησαν, γιατί δὲν διακόπτει τὸ μνημόσυνο τοῦ Πατριάρχη τώρα ποὺ ἔγινε μητροπολίτης στὴ Βόρειο ῾Ελλάδα, ἀπαντοῦσε: «᾿Εξακολουθῶ νὰ πιστεύω ὅ,τι πίστευα καὶ τότε. Δὲν ἐφαρμόζω ὅμως τὸν κανόνα αὐτόν, ὄχι διότι φοβοῦμαι. Διακινδύνευσα ἤδη τὸν θρόνον μου κατ᾿ ἐπανάληψιν γιὰ τὴν ἐφαρμογὴ ἱερῶν κανόνων. ᾿Αλλ᾿ ἐνῶ ἔχω τὴν ἀπόφαση νὰ τὸν ἐφαρμόσω, τρέμω καὶ ἰλλιγγιῶ, ἐμπρὸς στὴν εὐθύνη ἀπέναντι στὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους, γιὰ μία ἐνέργεια ποὺ θὰ ἔχῃ χαρακτήρα δονήσεως μέσα στὴν ᾿Ορθόδοξη ᾿Εκκλησία. ᾿Ερευνῶ λοιπὸν καὶ βασανίζω τὸ πρᾶγμα βαθύτερα καὶ περιμένω πληροφορία τῆς συνειδήσεώς μου, ἡ ὁποία ἰσχυρῶς νὰ μὲ πείθῃ ὅτι ἤγγικεν ἡ ὥρα. Παρακολουθῶ μὲ προσοχὴ καὶ ἀγωνία τὴν ἐξέλιξη τῆς καταστάσεως. Βλέπω ὅτι καὶ ἄλλοι ἀρχιερεῖς ἀνησυχοῦν καὶ διερωτῶνται ποῦ πᾶμε. Κάτι φοβερὸ ἐγκυμονοῦν οἱ καιροί μας. Συνεχῶς προετοιμάζω τὴν ψυχή μου καὶ τὸ ποίμνιό μου γιὰ τὴν κρίσιμη ὥρα τῆς ᾿Ορθοδοξίας. Εἴθε ὁ Κύριος νὰ ἀποτρέψῃ ἀπὸ ἐμᾶς τὸ πικρὸ ποτήριο... ᾿Εν πάσῃ περιπτώσει, τὸ πότε καὶ πῶς θὰ ἐφαρμόσω τὸν ἀνωτέρω κανόνα, δὲν θὰ μοῦ τὸ ὑποδείξουν ἀνεύθυνα πρόσωπα, ἀλλὰ ἡ συνείδησή μου, ἀκούγοντας καὶ τὴ φωνὴ τοῦ λαοῦ ἐκείνου, ποὺ ἀγωνίσθηκε μαζί μου σὲ ἡμέρες σκληρῆς δοκιμασίας... ῾Η κατάσταση ἐκτραχύνεται. Τὸ σκάνδαλο παίρνει διαστάσεις. Τὸ γόητρο τοῦ πατριαρχείου πέφτει. Πλησιάζει κάποια τρομακτικὴ διάσπασις τῆς ἑνότητος τοῦ ᾿Ορθοδόξου κόσμου. Θὰ ἐπακολουθήσῃ πνευματικὸς ὄλεθρος... ῾Ο διάλογος εἶναι πονηρὴ παγίδα τοῦ Παπισμοῦ γιὰ νὰ διαλύσῃ τὴν ᾿Ορθοδοξία... ῎Ισως ὁ πατριάρχης πρὸ τοῦ κινδύνου καταδίκης του νὰ ἀνανήψῃ»[2].

῾Η καταδίκη αὐτὴ βεβαίως, στὴν ὁποία ἀναφέρεται ὁ μητροπολίτης Αὐγουστῖνος Καντιώτης δὲν ἦλθε ποτέ. Καὶ πῶς νὰ ἔλθῃ ἄλλωστε, ἀπὸ ἀρχιερεῖς ποὺ ἐνῶ διεπίστωναν ὅτι οἱ καιροὶ ἐγκυμονοῦν φοβερὸ πνευματικὸ ὄλεθρο, μὲ τὸ σκάνδαλο νὰ παίρνῃ τροπακτικὲς διαστάσεις καὶ τὴν κατάσταση νὰ ἐκτραχύνεται, παρόλα αὐτά, δὲν ἐδέχοντο ἀπὸ τὴν συνείδησή τους πληροφορία (γιατί ἄραγε;), ποὺ νὰ τοὺς πείθῃ ἰσχυρῶς ὅτι θὰ ἔπρεπε ἐπιτέλους νὰ ἐξέλθουν ἀπὸ τὰ χαλάσματα τῆς κατεστραμμένης οἰκίας-«ἐκκλησίας» τοῦ νέου ἡμερολογίου. Καὶ ἐνῶ ἐπικαλοῦνταν τὴ συναίσθηση τῆς εὐθύνης τους ἀπέναντι στὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους, τὴν ἴδια στιγμὴ κατεδίκαζαν τὸ ποίμνιό τους νὰ παραμένῃ ἐσαεὶ μέσα στὶς διαλυτικὲς γιὰ τὴν ᾿Ορθοδοξία παγίδες τῶν Οἰκουμενιστῶν καὶ τοῦ Πάπα.

Τὸ τί κατάφεραν οἱ τοιοῦτοι, τὸ ἐπισημαίνει πολὺ εὔστοχα σχετικό ἄρθρο ποὺ δημοσιεύεται στὸ περιοδικὸ τῆς ᾿Εκκλησίας μας «᾿Ορθόδοξον Πατερικὸν Σάλπισμα»: «Ποῦ εἶναι σήμερα οἱ ᾿Επιφάνιοι Θεοδωρόπουλοι, οἱ Βασιλόπουλοι, οἱ Καντιώτηδες καὶ λοιποὶ ταγοὶ τοῦ νεοημερολογιτισμοῦ; Πέθαναν καὶ θάφτηκαν μέσα στὴν αἵρεση τὴν ὁποία πολεμοῦσαν. Δεκαετίες ὁλόκληρες ἀναλώθηκαν σὲ μιὰ “ὁμολογιακὴ” ἐκστρατεία ποὺ τοὺς ἔφερνε σὲ ἀδιέξοδο: ἔχασαν τὰ χρόνια καὶ τὴν ἐνεργητικότητά τους μέσα στὶς ἀναθυμιάσεις τῶν οἰκουμενιστικῶν αἱρέσεων»[3].

῞Ενας ἄλλος —σύγχρονος αὐτὴ τὴ φορά— «παραδοσιακὸς» τοῦ νέου ἡμερολογίου, ὁ ὁποῖος μάλιστα πρωτοστατεῖ στὸν ἀντιοικουμενιστικὸ ἀγῶνα, εἶναι ὁ π. Θεόδωρος Ζήσης, ὁμότιμος πλέον καθηγητὴς τοῦ Α.Π.Θ. . ῾Ο π. Θεόδωρος διετέλεσε καὶ δικός μου καθηγητής. Τὸν σέβομαι καὶ τὸν τιμῶ ὡς καθηγητή μου· τὸν ὑπολήπτομαι, διότι μὲ τὴ σοβαρὴ παρουσία του καὶ τὸν πατερικό, παραδοσιακό του λόγο, μοῦ ἔμαθε πολλὰ καὶ ἀποτελοῦσε ἕναν ἀπὸ τοὺς λόγους γιὰ τοὺς ὁποίους χαιρόμουν νὰ εὑρίσκομαι στὸ πανεπιστήμιο.

῾Ωστόσο ὁ σεβασμὸς καὶ ἡ τιμὴ πρὸς τὸ πρόσωπό του δὲν εἶναι τέτοια, ὥστε νὰ μὲ κάνουν νὰ ἀποσιωπήσω ἐκεῖνα ποὺ θεωρῶ πὼς δὲν ἔπρεπε νὰ πράξῃ ὡς κληρικός, ὁ ὁποῖος ἀνάλωσε τὸν βίο του στὴν μελέτη τῶν Πατέρων. ῾Ο π. Θεόδωρος, μετὰ τὸν ἐρχομὸ τοῦ Πάπα, πρωτοστάτησε στὴ διοργάνωση συνεδρίων καὶ ἡμερίδων ὅπου κατήγγειλε τὸν τότε ἀρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο, γιατὶ δέχθηκε τὸν Πάπα στὴν ῾Ελλάδα. ᾿Αργότερα ὡστόσο ἔκανε στροφὴ 180 μοῖρες· ἔβαλε μετάνοια καὶ ζήτησε συγγνώμη ἀπὸ τὸν Χριστόδουλο. Προσωπικά, ἤμουν παρὼν σὲ κάποια ἀπὸ αὐτὲς τὶς συνάξεις, στὸ τέλος καθεμιᾶς ἀπὸ τὶς ὁποῖες τὸ καταληκτικὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖο ἔγινε σύνθημά τους ἦταν ἕνα καὶ μοναδικό: (Τὸ ἀνεγίνωσκε ὁ π. Θεόδωρος) Θὰ ἀγωνισθοῦμε παραμένοντας ἐντὸς τῆς ἐκκλησίας. Δὲν θὰ σχίσουμε τὴν ἐκκλησία ὅπως ἔκαναν οἱ παλαιοημερολογίτες.

Αὐτὸ νομίζουμε, ὅτι ἀπὸ μόνο του κάτι δείχνει. Τόσα καὶ τόσα συνέδρια γιὰ τὸν Πάπα· φωνές, ἐκδηλώσεις διαμαρτυρίας, χαλασμὸς Κυρίου, γιὰ νὰ καταλήξουμε ἐν τέλει στὸ ἐπιμύθιο, ὅτι οἱ παλαιοημερολογίτες εἶναι σχισματικοί. Αὐτὸ ἦταν τὸ καταστάλαγμα τῶν ἀντιπαπικῶν συνάξεων. Τὴν ἀπάντηση σὲ αὐτό τὴν δίδει ὁ ἴδιος ὁ π. Θεόδωρος, ὁ ὁποῖος σὲ πρόσφατο κείμενό του γράφει τὰ ἑξῆς χαρακτηριστικά: «Θὰ ἀφήσουμε λοιπὸν τοὺς αἱρετικοὺς οἰκουμενιστὰς νὰ μᾶς τρομοκρατοῦν μὲ τὸν δῆθεν κίνδυνο σχίσματος καὶ μένοντας ἑνωμένοι μαζί τους θὰ εἴμαστε μέσα στὴν ᾿Εκκλησία; Τότε καὶ μὲ τοὺς Παπικούς, τοὺς Προτεστάντες καὶ τοὺς Μονοφυσίτες, ἑνωμένοι εἴμασθε μέσα στὴν ᾿Εκκλησία»[4].

Αὐτὸ ὅμως δὲν ἔκαναν οἱ πιστοὶ τοῦ πατρίου ἑορτολογίου, τοὺς ὁποίους οἱ «παραδοσιακοὶ» τοῦ νέου ἡμερολογίου στιγματίζουν ὡς σχισματικούς; Δὲν ἀποτειχίσθηκαν ἀπὸ τοὺς Οἰκουμενιστὲς πατριάρχες καὶ ἐπισκόπους καὶ μέσῳ αὐτῶν ἀπὸ τοὺς πάσης φύσεως αἱρετικούς; Γιατί αὐτὸ ποὺ δὲν ἀποδέχονται γιὰ τὸ ἑαυτό τους —τὸν χαρακτηρισμὸ τοῦ σχισματικοῦ— τὸν προσάπτουν στοὺς Γνησίους ᾿Ορθοδόξους; Μέχρι πότε θὰ συνεχίσουν (οἱ παραδοσιακοὶ τοῦ νέου ἡμερολογίου) νὰ διαμαρτύρονται «ἐντὸς» —ὅπως λένε— «τῆς ᾿Εκκλησίας»; Αὐτὴ ἡ «᾿Εκκλησία» πιά, μετὰ ἀπὸ παρέλευση τόσων ἐτῶν κοινωνίας μὲ τὴν αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, δὲν ἔπαυσε πλέον νὰ εἶναι ᾿Εκκλησία; Διότι, ὡς γνωστόν, ὅταν ἡ ᾿Εκκλησία δὲν κατέχει τὴν ἀλήθεια, ἀλλὰ εἶναι σὲ κοινωνία μὲ τὸ ψέμα καὶ τὴν αἵρεση, παύει νὰ εἶναι ᾿Εκκλησία. ῎Αλλωστε, καὶ πάλι, ὁ π. Θεόδωρος Ζήσης τονίζει σὲ ἀνοικτὴ ἐπιστολή του πρὸς τὸν νεοημερολογίτη μητροπολίτη Θεσσαλονίκης ῎Ανθιμο, ὅτι ἡ διακοπὴ τοῦ μνημοσύνου αἱρετικοῦ ἐπισκόπου, «μόνο ἀπὸ τοὺς ἀδιάβαστους καὶ ἀμελέτητους, ἢ σκοπίμως καὶ ψευδῶς χαρακτηρίζεται ὡς σχίσμα»[5].

Πρέπει δὲ νὰ σημειώσουμε, ὅτι στὴν περί οὗ ὁ λόγος ἀντιπαπικὴ σύναξη, εἶχε ὁμιλήσει καὶ ὁ π. Θεόφιλος Ζησόπουλος —ποὺ δὲν ζεῖ πιὰ— γέροντας τῆς ἀδελφότητος τῆς «Λυδίας», ὁ ὁποῖος εἶπε τὰ ἑξῆς ἀποκαλυπτικά: ᾿Επικοινωνοῦν μαζί μας σκανδαλισμένοι πιστοὶ ἀπὸ τὰ Βαλκάνια καὶ ὁλόκληρο τὸν κόσμο καὶ μᾶς λένε ὅτι αἰσθάνονται προδομένοι, ὅτι δὲν μποροῦν νὰ καθησυχάσουν τὴ συνείδησή τους. Μᾶς ρωτᾶνε τί νὰ πράξουν. Καταβάλλουμε μεγάλη προσπάθεια προκειμένου νὰ τοὺς συγκρατήσουμε, διότι πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς εἶναι ἕνα βῆμα πρὶν ἀπὸ τὴν προσχώρησή τους στὸν χῶρο τοῦ παλαιοῦ ἡμερολογίου.

Μπορεῖ λοιπὸν εὔκολα νὰ ἀντιληφθῇ κανείς, γιατί ἦταν ἀναγκαῖο, στὸ τέλος τῆς σύναξης, τὸ σύνθημα ὅτι «οἱ παλαιοημερολογίτες εἶναι σχισματικοί». Διότι ἐὰν δὲν ὑπῆρχαν οἱ «παραδοσιακοὶ» γιὰ νὰ συγκρατήσουν τοὺς ἀνησυχοῦντες πιστούς, πολλοὶ ἀπὸ αὐτούς, ἐὰν ὄχι ὅλοι, θὰ ἐπέστρεφαν ἐνδεχομένως στὴν ἀληθῆ καὶ ἀκαινοτόμητον ᾿Εκκλησία τοῦ πατρίου ἑορτολογίου. ῾Επομένως ἐφώναζαν κατὰ τοῦ ἐρχομοῦ τοῦ Πάπα, ὄχι γιὰ κανένα ἄλλο λόγο, ἀλλὰ γιὰ νὰ μὴν γίνουν παλαιοημερολογίτες οἱ προβληματισμένοι πιστοί τους.

῞Ενας ἀκόμη παράγοντας τῆς κρατούσης «᾿Εκκλησίας», ποὺ ἔχει τὴν φήμη μεγάλου καὶ θαρραλέου ἀγωνιστοῦ, εἶναι ὁ μητροπολίτης Πειραιῶς Σεραφείμ. ῎Εχει ἐπιτεθεῖ κατὰ καιροὺς μὲ θαυμαστὴ παρρησία κατὰ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, τὴν ἴδια στιγμὴ ποὺ ὁ ραδιοφωνικὸς σταθμὸς τῆς μητροπόλεώς του φιλοξενεῖ ἐκπομπές, οἱ ὁποῖες ἐγκωμιάζουν τὸν πατριάρχη ἀπὸ «πρωΐας μέχρι νυκτός». Καὶ ἐνῶ τὸ 2014 ἀπέστειλε καταγγελτικὴ ἐπιστολὴ-καταπέλτη 72 σελίδων κατὰ τοῦ κ. Βαρθολομαίου, στὴν ὁποία τοῦ καταμαρτυροῦσε μύριες ὅσες κατηγορίες γιὰ τὰ οἰκουμενιστικά του ἀνοίγματα, μὴ φειδόμενος χαρακτηρισμῶν μειωτικῶν γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ πατριάρχη, ὀλίγον χρόνον μετὰ λησμονώντας τὰ πάντα, ὡσὰν νὰ ἐπρόκειτο γιὰ ἄλλο πρόσωπο, ἐκθείασε ὑπερβαλλόντως μέχρι τρίτου οὐρανοῦ τὸν κ. Βαρθολομαῖο στὴν πανήγυρη τῆς ἱερᾶς μονῆς Φιλοθέου τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους, τὴν ἡμέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ μὲ τὸ πάτριον ἑορτολόγιον.

Εἶναι ἀλήθεια ὅτι στὶς τάξεις ἡμῶν τῶν Γνησίων ᾿Ορθοδόξων, κυκλοφορεῖ εὐρέως ἡ ἄποψη ὅτι οἱ «παραδοσιακοὶ» καὶ «συντηρητικοὶ» νεοημερολογίτες μᾶς προέκυψαν ὄχι γιὰ κανέναν ἄλλο λόγο, ἀλλὰ γιὰ νὰ κρατοῦν ἐγκλωβισμένους ὅσους ἀπὸ τοὺς πιστούς τους προβληματίζονται γιὰ τὸ ποῦ βαδίζουν οἱ ταγοί τους, ὅσους ἀφυπνίζονται καὶ ἀρχίζουν σταδιακὰ νὰ βλέπουν τὴν ἀλήθεια γιὰ τὸ ποῦ τοὺς ὁδηγοῦν οἱ ἐπίσκοποί τους. Εἶναι αὐτοὶ ποὺ ἀπορροφοῦν τοὺς κραδασμοὺς ἀπὸ τὶς ἀντιδράσεις τοῦ ποιμνίου καὶ προλαμβάνουν τὶς διαρροὲς πρὸς τὸν χῶρο τοῦ πατρίου ἑορτολογίου, τὴν ἀληθῆ ᾿Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ.

᾿Απὸ τὴν ἄλλη θὰ μποροῦσαν ἴσως νὰ ἰσχυρισθοῦν ὁρισμένοι, ὅτι γιὰ κάποιο λόγο ἐπιτρέπει ὁ Θεὸς νὰ ὑπάρχουν καὶ αὐτὲς οἰ φωνές· κάτι καλὸ μπορεῖ νὰ ἐξάγῃ καὶ ἀπὸ αὐτές. Γιὰ ἐμᾶς ὅμως τοὺς Γνησίους ᾿Ορθοδόξους ποὺ δυνάμεθα, σὺν Θεῷ, νὰ ἔχουμε μιὰ πιὸ ὁλοκληρωμένη εἰκόνα γιὰ τὴ δράση καὶ τὰ κίνητρά τους, τὸ νὰ φωνάζουν καὶ νὰ παραμένουν ἐν τέλει στὸν χῶρο τοῦ νέου ἡμερολογίου, τὸ ὁποῖο γεννήθηκε στὴ μήτρα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, αὐτὸ δὲν εἶναι ἀρκετό. ῾Ο ἀγώνας τους παραμένει ἡμιτελής. Στὴ θεωρία γνωρίζουν τὴν ᾿Ορθοδοξία πολὺ καλά. ῾Ωστόσο «χάσμα μέγα ἐστήρικται» μεταξὺ θεωρία καὶ πράξεως. «῎Εχοντες μόρφωσιν εὐσεβείας, τὴν δὲ δύναμιν αὐτῆς ἠρνημένοι»[6], λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος γιὰ ἐκείνους ποὺ εἶναι μορφωμένοι θεολογικά, ἔχουν τὸ ἐξωτερικὸ σχῆμα τῆς εὐσεβείας, ἀρνοῦνται ὅμως στὴν πράξη τὴν ἐσωτερική της δύναμη καὶ χάρη.

Οἱ παραδοσιακοὶ τοῦ νέου θὰ μποροῦσαν πάντως ὑπὸ προϋποθέσεις νὰ ἀποτελέσουν τὸ προγύμνασμα, τὸ πρῶτο στάδιο καὶ τὴν πρώτη βαθμίδα, γιὰ ἐκείνους ποὺ δὲν γνωρίζουν σχεδὸν τίποτα· καὶ ἐρευνώντας, ἀκούγοντας, μαθαίνουν ἀπὸ αυτούς ἀρκετὲς ἀλήθειες περὶ Οἰκουμενισμοῦ· μὲ τὴν προοπτικὴ ὅμως οἱ τοιοῦτοι νὰ καταλήξουν ἐν τέλει στὸ πάτριο ἑορτολόγιο καὶ νὰ μὴν παραμείνουν ἐσαεὶ στὸν νεοημερολογιτισμό, προκειμένου νὰ μάθουν ὅλη τὴν ἀλήθεια.

᾿Εκ προοιμίου ἐπισημαίνουμε πὼς γνωρίζουμε καλῶς ὅτι ὁρισμένα ἀπὸ τὰ πρόσωπα, ποὺ θὰ φέρουμε εἰς τὸ μέσον, ἀποτελοῦν ἀξίες καὶ σημεῖα ἀναφορᾶς, καθὼς καὶ μεγάλα κεφάλαια τῆς ἱστορίας τοῦ νέου ἡμερολογίου, καταξιωμένες προσωπικότητες ποὺ τυγχάνουν τοῦ σεβασμοῦ ἀκόμη καὶ εἰς τὸν δικό μας χῶρο. ῾Η ἐπίδραση τῶν παραδοσιακῶν τοῦ νέου ἡμερολογίου, σὲ ὁρισμένες τῶν περιπτώσεων, ἐξαπλώνεται καὶ σὲ μερίδα τῶν μελῶν τῆς ᾿Εκκλησίας μας. Πρέπει ὅμως νὰ ἐξετάσουμε —ἀπροκαταλήπτως κατὰ τὸ δυνατόν— χωρὶς νὰ ἐξαντλήσουμε τὸ θέμα, τὴν ὀρθότητα ἢ μὴ τῆς συντηρητικῆς στάσεως τῶν ὡς ἄνω παραγόντων, ἢ ἔστω νὰ λάβωμε μία γεύση, μία ἰδέα αὐτῆς.

῎Εχω ὑπόψιν μου, ὅτι πολλοὶ ἀδελφοί μας δὲν εἶναι ἀνυποψίαστοι. Γνωρίζουν πολλὰ καὶ διὰ τοῦτο τὸ πιθανότερο εἶναι ὅτι γι᾿ αὐτοὺς θὰ «κομίσω γλαῦκας εἰς ᾿Αθήνας». ῾Ωστόσο, ὑπάρχουν καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἐπηρεάζονται λιγότερο ἢ περισσότερο καὶ δὲν ἔχουν ἴσως ἀναπτύξει τὴν ἱκανότητα νὰ διακρίνουν πράγματα, ποὺ οὕτως ἢ ἄλλως εἶναι πολλὲς φορὲς δυσδιάκριτα καὶ νεφελώδη. ᾿Επιδίωξή μας εἶναι νὰ βοηθήσουμε αὐτοὺς τοὺς ἀδελφοὺς νὰ πᾶνε λίγο παραπέρα στὸν τρόπο θέασης τῶν προσώπων καὶ τῶν πραγμάτων.

῾Ο π. Θεόδωρος ἐδήλωσε προσφάτως, πὼς ἔχει μάθει νὰ λειτουργῇ μὲ μαθηματικὸ τρόπο καὶ ὅ,τι λέγει νὰ στηρίζεται σὲ κείμενα καὶ ὄχι σὲ λόγια τοῦ ἀέρος. Θέλοντας νὰ ἀκολουθήσω τὴν μέθοδο τοῦ πολυπείρου καθηγητοῦ μου, θὰ βασισθῶ διὰ τὴν παρούσα μου ὁμιλία, κατὰ παρόμοιον τρόπον, σὲ κείμενα καὶ ὁμιλίες, γραφόμενα καὶ λεγόμενα τρίτων. ῾Απλῶς ὅπου μπορῶ καὶ ὅπου χρειάζεται θὰ προσθέτω τὰ δικά μου σχόλια. Θὰ δώσω τὸν λόγο κυρίως στοὺς παραδοσιακοὺς τοῦ νέου. ῍Ας ἀκουσθοῦν αὐτοί. Θὰ βασισθοῦμε κυρίως σὲ δικά τους λόγια. Γιὰ νὰ δῇτε ὅτι λένε, ἀλλὰ δὲν πράττουν. Γιὰ νὰ διαπιστώσετε τὴν ἀσυνέπεια ἀνάμεσα στὰ λόγια καὶ τὰ ἔργα τους. Τὶς ἀντιφάσεις στὶς ὁποῖες περιπίπτουν, λέγοντες καὶ ἀναιροῦντες ἢ ἀνακαλοῦντες.

«᾿Εκ τοῦ στόματός σου κρινῶ σε»[7], λέγει ὁ Κύριος. «᾿Εκ γὰρ τῶν λόγων σου δικαιωθήσῃ καὶ ἐκ τῶν λόγων σου καταδικασθήσῃ»[8]. ῍Ας ἀκουσθῇ ἰδιαιτέρως ὁ π. Θεόδωρος Ζήσης, ὁ ὁποῖος ἔχοντας ἀναλάβει ἡγετικὸ ρόλο στὴν ἀντιοικουμενιστικὴ μερίδα τῶν νεοημερολογιτῶν, θὰ ἔχῃ σήμερα ἐδῶ τὴν «τιμητική» του. ῞Ενας ἐπιπρόσθετος λόγος γιὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἐπικαλούμασθε πολλάκις τὰ λεγόμενα καὶ γραφόμενα ὑπὸ τῶν ἀντιοικουμενιστῶν τῆς κρατούσης «Έκκλησίας», εἶναι διότι ὅταν οἱ ἴδιοι στιγματίζουν μὲ τὰ μελανότερα χρώματα τὴν πνευματικὴ κατάπτωση καὶ ἀποστασία τῆς νεοημερολογιτικῆς παρασυναγωγῆς, «τί ἔτι χρείαν ἔχομεν μαρτύρων;»[9]. ῎Εχει ἰδιαιτέρα ἀξία τοῦτο, διότι δὲν τὰ λέμε ἐμεῖς οἱ «φανατικοί» —κατ᾿ αὐτούς—  «παλαιοημερολογίται», ἀλλὰ τὰ πιὸ ἐπίσημα καὶ προβεβλημένα στελέχη τους.

Ξεκινῶντας μὲ τὴν ἀναφορά μας στὴν σύνοδο τῆς Κρήτης, λέγεται ὅτι αὐτὴ προκάλεσε σεισμό, διὰ τοῦ ὁποίου διεδονήθησαν τὰ θεμέλια τῆς οἰκουμενιστικῆς ἐν ῾Ελλάδι ᾿Ορθοδοξωνύμου «᾿Εκκλησίας», ἢ —τουλάχιστον— αὐτὸ ἀφήνουν νὰ ἐννοηθῇ, οἱ συντηρητικοί της κύκλοι. Ξαφνικὰ ἄρχισαν νὰ συζητοῦν τὸ ἐνδεχόμενο τῆς διακοπῆς μνημοσύνου. Πολὺ νωρὶς τὸ θυμήθηκαν! ᾿Εὰν ἀντιδροῦσαν δυναμικὰ ὅλα τὰ προηγούμενα χρόνια, δὲν θὰ εἴχαμε κἂν φθάσει στὴν σύνοδο τῆς Κρήτης. Τώρα βοᾷ τὸ διαδίκτυο γιὰ τὴν περίφημη διακοπὴ μνημοσύνου.

Φέρουν δὲ εἰς τὸ μέσον τὸν ΙΕ´ κανόνα τῆς Α´Β´ (Πρωτοδευτέρας) Συνόδου, ποὺ διαλαμβάνει τὰ περὶ τῆς διακοπῆς μνημοσύνου, καὶ τὸν ἑρμηνεύει ὁ καθένας κατὰ τὸ δοκοῦν. ῾Ορισμένοι μάλιστα συγχέουν τὸν κανόνα αὐτόν, μὲ τοὺς δύο προηγουμένους τῆς ἰδίας Συνόδου καὶ ἐξάγουν τὸ συμπέρασμα, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ διακοπὴ μνημοσύνου τοῦ αἱρετικοῦ ἐπισκόπου πρὶν ἀπὸ τὴ συνοδική του καταδίκη. Οἱ κανόνες ὅμως εἶναι σαφεῖς. ῾Ο ΙΓ´ καὶ ὁ ΙΔ´ κανόνας τῆς Α´Β´ Συνόδου, μαζὶ μὲ τὴν πρώτη παράγραφο τοῦ ΙΕ´ κανόνος, ὁμιλοῦν γιὰ ἠθικὰ καὶ ἄλλα προσωπικὰ ἁμαρτήματα τοῦ ἐπισκόπου. Οὐδεὶς κληρικὸς ἐπιτρέπεται πρὶν ἀπὸ συνοδικὴ ἀπόφαση-καταδίκη νὰ διακόψῃ τὸ μνημόσυνο τοῦ ἐπισκόπου του γιὰ ἐγκλήματα ὅπως ἡ πορνεία, ἡ ἱεροσυλία, ἡ σιμωνία κ.ἄ., ἔστω καὶ ἂν αὐτὰ εἶναι ἀληθῆ, διότι στὴν περίπτωση αὐτὴ προκαλεῖ σχίσμα στὴν ᾿Εκκλησία. ᾿Εξαίρεση ἀποτελεῖ ἡ κατεγνωσμένη αἵρεση ποὺ κηρύττουν οἱ ψευδεπίσκοποι. ῞Οταν ὁ ἐπίσκοπος «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ», τοὐτέστιν παρρησίᾳ, δημοσίως καὶ ἀναισχύντως κηρύττει ἐπ᾿ ἐκκλησίας αἵρεσιν, ἡ ὁποία ἔχει καταδικασθεῖ ἀπὸ Συνόδους καὶ Πατέρες τῆς ᾿Εκκλησίας. ῾Η διακοπὴ μνημοσύνου τότε, δὲν δημιουργεῖ σχίσμα στὴν ᾿Εκκλησία. ᾿Αντιθέτως ἐλευθερώνει τὴν ᾿Εκκλησία ἀπὸ τὰ σχίσματα καὶ τὴν αἵρεση τοῦ ψευδεπισκόπου.

῾Η παρ. 2 τοῦ ΙΕ´ κανόνος τῆς Α´Β´ Συνόδου μᾶς λέγει ρητῶς, ὅτι δὲν ὀφείλουμε ὑπακοὴ στοὺς κακοδόξους ἐπισκόπους· ἀντιθέτως ἔχουμε δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ ἀπομακρυνόμεθα τῆς κοινωνίας αὐτῶν καὶ νὰ τοὺς ἀποκηρύσσουμε, ἐὰν θέλουμε νὰ εἴμασθε ᾿Ορθόδοξοι Χριστιανοὶ καὶ ὄχι αἱρετικοί, ὡς «αἰρετικὸν περιποιούμενοι», κατὰ τὸν Δοσίθεον ῾Ιεροσολύμων. ᾿Εκεῖνοι ποὺ ἀποκόπτονται ἀπὸ τὸν αἱρετικὸ ἐπίσκοπο, ὄχι μόνο δὲν πρέπει νὰ τιμωροῦνται, «οὐχ ὑπόκεινται τῇ κανονικῇ ἐπιτιμήσει», ἀλλὰ «καὶ τῆς πρεπούσης τιμῆς τοῖς ὀρθοδόξοις ἀξιωθήσονται». Θὰ πρέπει νὰ τιμῶνται καὶ νὰ ἐπαινοῦνται ὡς γνήσιοι ἀγωνιστὲς τῆς ᾿Ορθοδοξίας. Καὶ δικαιολογεῖ ὁ κανόνας γιατὶ πρέπει νὰ συμβαίνῃ τοῦτο: «Οὐ γὰρ ἐπισκόπων, ἀλλὰ ψευδεπισκόπων καὶ ψευδοδιδασκάλων κατέγνωσαν»· διότι δὲν κατεδίκασαν ἐπισκόπους ἀληθινούς, καθὼς ἐκεῖνος ποὺ κηρύσσει αἵρεση δὲν εἶναι ἐπίσκοπος, ἀλλὰ ψευδεπίσκοπος καὶ ψευδοδιδάσκαλος. «... Καὶ οὐ σχίσματι τὴν ἕνωσιν τῆς ᾿Εκκλησίας κατέτεμον, ἀλλὰ σχισμάτων καὶ μερισμῶν, τὴν ᾿Εκκλησίαν ἐσπούδασαν ρύσασθαι»· δὲν ἔκαναν σχίσμα, ἀλλὰ φρόντισαν νὰ γλιτώσουν τὴν ᾿Εκκλησία ἀπὸ τὰ σχίσματα, τὰ ὁποῖα προκαλοῦν ἐκεῖνοι ποὺ κηρύσσουν αἵρεση, καθὼς ἡ ἀποτείχιση, εἶναι ἀποτείχιση ἀπὸ τὴν αἵρεση καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν ᾿Εκκλησία, ἀπὸ τοὺς ψευδεπισκόπους καὶ ὄχι ἀπὸ τοὺς ἀληθινοὺς ἐπισκόπους. Γι᾿ αὐτὸ καὶ οἱ γνήσιοι ᾿Ορθόδοξοι, ὅταν ἀποτειχίσθηκαν ἀπὸ τοὺς Οἰκουμενιστὲς ἐπισκόπους τὸ 1924, φρόντισαν νὰ καλύψουν τὸ κενὸ ποὺ ἄφησε ἡ ἐκπεσοῦσα ἱεραρχία τοῦ νέου ἡμερολογίου, χειροτονώντας δικούς τους ἐπισκόπους.

῎Ετσι ἑρμηνεύουν  τὸν κανόνα ὅλοι οἱ ἅγιοι καὶ οἱ μεγάλοι κανονολόγοι τῆς ᾿Εκκλησίας (Ζωναρᾶς, Βαλσαμών, ᾿Αριστηνός), καθὼς καὶ ὁ ἅγιος Νικόδημος. ῾Ο ΙΕ´ κανόνας τῆς Α´Β´ Συνόδου εἶναι κατὰ πάντα σύμφωνος μὲ τὴν πρὸ αὐτοῦ ᾿Αποστολικὴ καὶ Πατερικὴ παράδοση, ποὺ ἐφαρμοζόταν ἄνευ κανόνος μέχρι τὸ ἔτος 861μ.Χ., ὅταν συνεκλήθη ἡ Α´Β´ Σύνοδος ἐπὶ Μεγάλου Φωτίου. Βεβαίως, πρὸ αὐτῆς τῆς Συνόδου ὑπῆρχε ὁ ΛΑ´ ᾿Αποστολικὸς κανόνας, ποὺ ἔχει παραπλήσιο περιεχόμενο. Σὲ αὐτὸν ὅμως θὰ ἀναφερθοῦμε κατωτέρω.

Στὸ σημεῖο αὐτὸ πρέπει νὰ ἐπισημάνουμε ὅτι ὑπάρχουν καὶ οἱ παρερμηνεῖες τοῦ ΙΕ´ κανόνος, οἱ ὁποῖες προτείνονται —ὅπως εὐκόλως ἀντιλαμβάνεται κανεὶς— ἀπὸ τοὺς ὑπηρέτες τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, εἴτε φανερούς, εἴτε κρυπτοοικουμενιστές, ἐργαζομένους γιὰ τὴν διάδοση τῆς συγκρητιστικῆς πανθρησκείας τοῦ ᾿Αντιχρίστου. Σύμφωνα μὲ τὴν πρώτη παρερμηνεία, ἀπαγορεύεται ἡ ἀποτείχιση ἀπὸ τὸν κηρύσσοντα αἵρεση κατεγνωσμένη ἐπίσκοπο, πρὸ Συνοδικῆς καταδίκης του, κάτι ποὺ βεβαίως ἔρχεται σὲ εὐθεία ἀντίθεση καὶ σύγκρουση μὲ τὸν ἐπίμαχο κανόνα, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει σὲ κλῆρο καὶ λαὸ τὴν ἀποτείχιση τῆς κοινωνίας «πρὸς τὸν καλούμενον ἐπίσκοπον» —πρὸς αὐτὸν ποὺ καλεῖται, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐν τοῖς πράγμασι ἐπίσκοπος— «πρὸ συνοδικῆς διαγνώσεως».

῾Η δεύτερη —πιὸ ὕπουλη ἀπὸ τὴν πρώτη— εἶναι ἡ λεγομένη δυνητικὴ ἑρμηνεία. Κατ᾿ αὐτὴν ὁ ἱερὸς κανόνας εἶναι δυνητικὸς καὶ οὐχὶ ὑποχρεωτικός. Δὲν ἀπαιτεῖ δηλαδὴ ἀπαραιτήτως ἀπὸ τοὺς κληρικοὺς νὰ παύσουν τὸ μνημόσυνο τοῦ αἱρετικοῦ ἐπισκόπου πρὸ τῆς καταδίκης αὐτοῦ, ἀλλ᾿ ἁπλῶς παρέχει σὲ αὐτοὺς τὴν δυνατότητα. ῞Οποιος θέλει ὅμως, μπορεῖ πρὸ συνοδικῆς διαγνώσεως νὰ διακόψῃ τὸ μνημόσυνο. Αὐτὸς ὄχι μόνο δὲν παρανομεῖ, ἀλλὰ μᾶλλον εἶναι καὶ ἄξιος ἐπαίνου. ῍Αν ὅμως ἕτερος κληρικός, χωρὶς νὰ ἀσπάζεται τὶς αἱρετικὲς διδασκαλίες τοῦ ἐπισκόπου του, συνεχίζει τὸ μνημόσυνο αὐτοῦ, ἀναμένοντας Συνοδικὴ διάγνωση, οὐδαμῶς κατακρίνεται ὑπὸ τοῦ κανόνος.

Δεινὸς ὑπέρμαχος τῆς δυνητικῆς ἑρμηνείας τοῦ κανόνος ἦταν ὁ π. ᾿Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος, ὁ ὁποῖος μὲ σφοδρότητα ὑπεραμύνετο —τοὐλάχιστον ἀρχικῶς— τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ μνημοσύνου τοῦ ᾿Αθηναγόρα· καὶ παρὰ τὴν δυνητικότητα τῆς ἑρμηνείας του, ἦταν εὐεπίφορος σὲ ὀργὴ πρὸς τοὺς πάσης φύσεως ἀντιφρονοῦντες. Τόσοι ἅγιοι καὶ σοφοὶ κανονολόγοι ἔζησαν μετὰ τὴν θέσπιση τοῦ κανόνος, τὸ 861μ.Χ., καὶ κανεὶς δὲν φαντάσθηκε, οὔτε καὶ υἱοθέτησε ποτὲ μία τέτοια ἑρμηνεία. ῍Αν ὑπῆρχε ἔστω καὶ μία πατερικὴ μαρτυρία, οἱ Οἰκουμενιστὲς θὰ τὴν εἶχαν κάνει λάβαρο καὶ σημαία τους.

῾Ο π. Αὐγουστῖνος ῾Αγιοβασιλειάτης, λογιώτατος  ῾Αγιορείτης μοναχός, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐκπονήσει ἐξαιρετικὰ συγγράμματα, ἐπισημαίνει πολὺ ὀρθῶς ὅτι  ἡ δυνητικὴ ἑρμηνεία τοῦ π. ᾿Επιφανίου καὶ τῶν ὁμοίων του εἶναι ἀγενεαλόγητος, διότι ὅταν τὴν ἐπικαλοῦνται δὲν ἀναφέρουν —ὡς ὀφείλουν νὰ πράξουν— τὸν πατέρα αὐτῆς. Γιατί; Τὴν ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα δίδει ὁ π. Αὐγουστῖνος μὲ τὰ ἑξῆς χαρακτηριστικά: «῾Ο π. ᾿Επιφάνιος ἐγνώριζεν ὅτι εἰς τὴν ἀναζήτησιν τοῦ πατρός της, θὰ συναντοῦσε ἢ ἕναν λατινίσαντα  Βέκκον, ἢ ἄλλον ἐξωμότην, πνευματικὸν ἐκείνου υἱὸν Βησσαρίωνα, ἢ τέλος, κανέναν ἐπίσημον καρδινάλιον... καὶ τὸ σκευώρημα θὰ ἀνετρέπετο!...»[10].

Πάντες οἱ ῞Αγιοι τῆς ᾿Εκκλησίας μας θεωροῦν ὅτι τὸ μνημόσυνο τοῦ αἱρετικοῦ ἐπισκόπου ἀποτελεῖ μόλυνση τῆς πίστεως. Καὶ ὅπως ὑπογραμμίζει ὁ ῞Αγιος Θεόδωρος ὀ Στουδίτης: «῎Αλλοι ἔγιναν αἱρετικοὶ καὶ χάθηκαν, ἄλλοι παρέμειναν ᾿Ορθόδοξοι, ἀλλὰ χάθηκαν, γιατὶ εἶχαν ἐκκλησιαστικὴ ἐπικοινωνία μὲ αἱρετικούς»[11].

Πολὺ ὡραῖα τοποθετεῖται στὸ θέμα καὶ ὁ σεβαστὸς παπα-Σάββας ἀπὸ τὸν Βόλο, ὁ ὁποῖος σὲ ὅ,τι ἀφορᾷ τοὺς συγχρόνους γέροντες ποὺ νουθετοῦν ἀντίθετα ἀπὸ τὶς ἐπιταγὲς τῶν ἱερῶν κανόνων, φέρει εἰς τὸ μέσον τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο, ὁ ὁποῖος λέγει τὰ ἑξῆς: «῞Οταν ὁμιλοῦν τὰ ἱερὰ κείμενα διαβάζουμε βασιλικὰ γράμματα. Καὶ ὅταν διαβαζουμε βασιλικὰ γράμματα, τοὺς παρακατιανοὺς δὲν τοὺς ἔχουμε ἀνάγκη». Μάλιστα, ὁ π. Σάββας ὑπογραμμίζει τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ Σύνοδοι καὶ οἱ Πατέρες ἦταν ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ καταδικαστικοὶ γιὰ τὶς αἱρέσεις καὶ διερωτᾶται γιατί νὰ ὑπάρξῃ ἕνας τέτοιος κανόνας, ἐὰν ἔχει δυνητικὸ χαρακτήρα. ῞Οπως λέγει πολὺ σωστά, «εἶναι ἀδιανόητο νὰ ἔχῃς ἕναν ψευδεπίσκοπο καὶ ψευδοδιδάσκαλο στὴν ᾿Εκκλησία καὶ νὰ μὴν ἀπορρέει ἀπὸ τοὺς χαρακτηρισμοὺς αὐτοὺς ἡ ὑποχρέωση τῆς διακοπῆς μνημοσύνου καὶ ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας πρὸς τὸν ἐπίσκοπο αὐτόν»[12].

Μὲ φωτισμένο τρόπο ἑρμηνεύει τὸν κανόνα ὁ ῾Αγιορείτης μοναχὸς π. Καλλίνικος ὁ ῾Ησυχαστής, ὀλίγον μετὰ ἀπὸ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ νέου ἑορτολογίου. ᾿Επειδὴ ἔρχονταν πολλοὶ σὲ αὐτὸν καὶ τοῦ ἔλεγαν ὅτι ὁ κανόνας δὲν προβλέπει τιμωρίες γιὰ ἐκείνους ποὺ συνεχίζουν τὸ μνημόσυνο τοῦ αἱρετικοῦ ἐπισκόπου πρὸ Συνοδικῆς καταδίκης, ὁ γέρων Καλλίνικος τοὺς ἀπεκρίνατο τὰ ἑξῆς: «Εἶναι ἀπάτη δαιμονικὴ ἡ τοιαύτη ἐπινόησις, διότι ὁ Κύριος ἡμῶν ᾿Ιησοῦς Χριστός, ὅταν λέγει “Μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοὶ  ὅτι αὐτοὶ υἱοὶ Θεοῦ κληθήσονται” (Μτθ. ε´, 9), ἀποσιωπᾷ τοὺς ταραχοποιούς, οὐχὶ ὅτι αὐτοὶ εἶναι ἐκτὸς εὐθύνης, ἄπαγε! ᾿Αλλ᾿ ὅτι μόνον περὶ εἰρηνοποιῶν εἶναι ὁ λόγος ἐδῶ. ῞Οταν δέ, εἰς ἄλλο χωρίον ὁ αὐτὸς Κύριος, ὁμιλήσει διὰ τοὺς ταραχοποιοὺς καὶ ταραξίας, τότε ἐκφωνεῖ τὸ οὐαὶ καὶ τὰς φρικώδεις ἀρὰς καὶ ἐπιτιμίας καὶ καταποντισμοὺς εἰς τὸ πέλαγος. Κατὰ παρόμοιον τρόπον καὶ οἱ ῞Αγιοι Πατέρες εἰς τὸν κανόνα τοῦτο, μόνο διὰ τοὺς ἀποκόπτοντας τὸ μνημόσυνον ὁμιλοῦσιν. ῞Οταν εἰς ἄλλον κανόνα οἱ αὐτοὶ ῞Αγιοι Πατέρες ὁμιλοῦσιν διὰ τοὺς μὴ ἀποκόπτοντας τελείως τὸ μνημόσυνον καὶ τὴν ἐπικοινωνίαν τοῦ “γυμνῇ τῇ κεφαλῇ” κηρύσσοντος τὴν αἵρεσιν, τότε ἐκφωνοῦσιν ἀρὰς καὶ φρικώδεις ἐπιτιμίας καὶ καθαιρέσεις»[13].

Αὐτὰ ἔλεγε ὁ ζηλωτὴς π. Καλλίνικος ὁ ῾Ησυχαστής, ἀλλὰ καὶ τὰ πάμπολλὰ παραδείγματα, ποὺ ἔχουμε διαθέσιμα ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία, δὲν δίδουν χώρα εἰς οἱανδήποτε παρερμηνεία. Τί νὰ πρωτοθυμηθοῦμε; Τὸν ῞Αγιο Μάξιμο τὸν ῾Ομολογητή, ποὺ μόνος σχεδὸν κράτησε τὴν ᾿Ορθοδοξία ὅταν καὶ τὰ πέντε Πατριαρχεῖα εἶχαν κατακρημνισθεῖ στὴν αἵρεση τοῦ Μονοθελητισμοῦ! Καὶ μάλιστα τότε ἀκόμη, ὅταν ὁ ῞Αγιος καταφερόταν κατὰ τοῦ Μονοθελητισμοῦ, δὲν ἦταν «κατεγνωσμένη» ἀπὸ Σύνοδο, καταδικασμένη δηλαδὴ αἵρεση. ῏Ηταν ὅμως κατεγνωσμένη στὴ συνείδηση τοῦ ῾Αγίου. Νὰ θυμηθοῦμε ἐπίσης τοὺς ἁγίους πατέρες τὴν μακρὰν περίοδο τῆς Εἰκονομαχίας, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχαν καμία ἐπικοινωνία μὲ τοὺς Εἰκονομάχους ἐπισκόπους. Τὸν ῞Αγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ, ὁ ὁποῖος ἔπαυσε τὸ μνημόσυνο τοῦ Βαρλααμίτου πατριάρχου ᾿Ιωάννου Καλέκα πρὸ Συνοδικῆς ἀποφάσεως καὶ ὑποστήριζε ὅτι, παρόλο ποὺ ὁ πατριάρχης ᾿Ιωάννης Καλέκας δὲν εἶχε καταδικασθεῖ ἐπίσημα ἀπὸ Σύνοδο, ἦταν ἤδη χωρισμένος ἀπὸ τὴν ᾿Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ[14]. Τὸν κλῆρο καὶ τὸν λαὸ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ποὺ ἐξῆλθε ἐκ τοῦ ναοῦ ἐπειδὴ ὁ Νεστόριος ἐσιώπησε στὶς φοβερὲς βλασφημίες κατὰ τῆς Θεοτόκου τοῦ ἀσεβοῦς Δωροθέου καὶ συλλειτούργησε μετ᾿ αὐτοῦ! Δὲν ἀνέμεναν νὰ συνέλθῃ Σύνοδος καὶ νὰ καταδικάσῃ τὸν Νεστόριο, διότι τότε ἴσως νὰ ἦταν πολὺ ἀργά. ᾿Επίσης, τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Θεολόγο, ποὺ μόνος ἀπέναντι στὸ διοικητικῶς ὀργανωμένο καὶ πανίσχυρο πατριαρχικὸ συγκρότημα τῶν ᾿Αρειανῶν, εἶχε στὴ διάθεσή του μόνο ἕνα μικρὸ ἐκκλησάκι.

Μήπως ὅλοι αὐτοὶ οἱ ῞Αγιοι ἦταν ἐκτὸς ᾿Εκκλησίας, λόγῳ τῆς ἀπείθειάς τους στὴν ἑκάστοτε διοικοῦσα «᾿Εκκλησία»;

Γιὰ τοὺς ὑποστηρίζοντας δὲ τὴν δυνητικὴ ἐφαρμογὴ τοῦ ΙΕ´ κανόνος τῆς Α´Β´ Συνόδου, δὲν ὑπάρχει καλύτερος ἑρμηνευτὴς τοῦ κανόνος ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν πρόεδρο τῆς Συνόδου ποὺ τὸν ἐξέδωσε. Λέγει λοιπὸν ὁ Μέγας Φώτιος: «Αἱρετικὸς εἶναι ποιμήν; Τότε εἶναι λῦκος. Νὰ φεύγετε ἀπὸ αὐτὸν ἀστραπιαία, ἀκόμα κι ἂν σᾶς φαίνεται πρᾶος. Νὰ μὴν ἔχετε κοινωνία μαζί του, ὅπως ἀποφεύγετε τὸ δηλητήριο τοῦ φιδιοῦ... ᾿Ορθόδοξος εἶναι ὁ ποιμένας καὶ δὲν ἀκολουθεῖ τὴν αἱρετικὴ φατρία; ῾Υποταχθεῖτε σὲ αὐτὸν σὰν νὰ κάθεται στὴ θέση τοῦ Χριστοῦ»[15].

᾿Απὸ τὰ παραπάνω διαπιστώνουμε τὴν ἐπιταγὴ τοῦ ἁγίου νὰ φεύγουμε ἀστραπιαία ἀπὸ τὸν αἱρετικὸ λυκοποιμένα. Δὲν μᾶς δίδει τὸ περιθώριο, ἐὰν θέλουμε νὰ φύγουμε, οὔτε νὰ περιμένουμε Σύνοδο νὰ ἀποφασίσῃ. ᾿Εξάλλου ἐὰν εἶναι δυνητικὸς ὁ χαρακτήρας τοῦ ὡς ἄνω κανόνος, τότε γιατὶ νὰ θυσιάσουν τὴ ζωή τους οἱ ἐπὶ Βέκκου μαρτυρήσαντες ῾Αγιορεῖτες Πατέρες, προκειμένου νὰ μὴν ἔχουν οὐδεμία κοινωνία πρὸς τὸν λατινόφρονα πατριάρχη; Καὶ γιατὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη νὰ ὑπάρχουν οἱ τυμπανιαῖοι ἱερομόναχοι τῆς Μεγίστης Λαύρας (φρικτὴ θεοσημία), οἱ ὁποῖοι συνέχισαν νὰ μνημονεύουν τὸν αἱρετικὸ ᾿Ιωάννη Βέκκο;

Καὶ ἐπειδὴ οἱ θεολόγοι τοῦ νέου ἡμερολογίου ὁμιλοῦν γιὰ οἰκονομία «ἄχρι καιροῦ», δηλαδὴ παντοτεινὴ καὶ ἀόριστον, θὰ πρέπει νὰ ἀκούσουν ἀπὸ τὰ χείλη τῶν ἁγίων (βλ. ἅγιος ᾿Ιωάννης Χρυσόστομος, ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ἅγιος Νικόδημος ῾Αγιορείτης, Θεοφύλακτος Βουλγαρίας κ.λπ.), ὅτι ἡ οἰκονομία δὲν εἶναι ἄπειρη χρονικά. Σὲ κάθε περίπτωση ἔχει μέτρα καὶ ὅρια, μία χρονικὴ διάρκεια καὶ προθεσμία. Κανένας σοβαρὸς κανονολόγος δὲν ὁμιλεῖ γιὰ οἰκονομία ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμογὴ τοῦ ΙΕ´ κανόνος τῆς Α´Β´ Συνόδου. ᾿Αντιθέτως οἱ πάντες ὁμιλοῦν γιὰ ὑποχρεωτικὴ τήρησή του. ῎Αλλωστε τὰ τόσα χρόνια ποὺ πέρασαν ἐντὸς τῆς οἰκουμενιστικῆς παναιρέσεως, δὲν ἀπεκάλυψαν ὅτι τὸ κακὸ εἶναι ἀθεράπευτο καὶ δὲν ἐπιδέχεται ἄκαιρες καὶ ἐπιζήμιες «οἰκονομίες»;

῍Ας ἀκούσουν τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Θεολόγο, ὁ ὁποῖος ὁρίζει κατηγορηματικά, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ φθείρουμε διὰ τῆς «οἰκονομίας» τὴν πίστη μας, προσλαμβάνοντας τὴν κακοδοξία τῶν ἄλλων, διότι αὐτὸ εἶναι ἴδιον κακῶν οἰκονόμων. Τὸ λέγει στὸ ἐγκώμιόν του πρὸς τὸν Μέγαν ᾿Αθανάσιον, ὡς ἑξῆς: «῾Ικανῶς γὰρ ᾠκονομήσωμεν, μήτε τὸ ἀλλότριον προσλαμβάνοντες, καὶ τὸ ἡμέτερον φθείροντες, ὃ κακὸν ὄντως ἐστὶν οἰκονόμων»[16]. ῍Ας λάβουν δὲ ὑπόψιν τους (οἱ θεολόγοι τοῦ νέου), ὅτι οἱ ῞Αγιοι Πατέρες ἔδιδαν μικρᾶς διαρκείας προθεσμία στοὺς ἑκάστοτε αἱρεσιάρχες καὶ αἱρετικούς, προκειμένου νὰ μετανοήσουν. ᾿Ολίγες ἡμέρες μόνο ἢ ἑβδομάδες τὸ πλεῖστον καὶ ὄχι χρόνους ἀτελείωτους καὶ ὅταν διέβλεπαν τὴν ἀμετανοησία τους, τοὺς ἀπέκοπταν τελείως ἀπὸ τὸ Σῶμα τῆς ᾿Εκκλησίας. Αὐτὰ ὅμως εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς δυνητικῆς ἑρμηνείας.

᾿Επιπλέον! Στὸ «ἐν πρώτοις μνήσθητι», ὅπου μνημονεύεται ὁ ὀρθοτομῶν ἐπίσκοπος (ὁ ἐπίσκοπος δηλαδὴ ποὺ καθοδηγεῖ σωστά, ποὺ διδάσκει καὶ ἑρμηνεύει σωστὰ τὰ ᾿Ορθόδοξα δόγματα), μποροῦν νὰ ψεύδονται ἐνώπιον τῆς ῾Αγίας Τραπέζης οἱ ὑπέρμαχοι τῆς δυνητικῆς ἑρμηνείας, ὅτι ὁ αἱρετικὸς ἐπίσκοπος ὀρθοτομεῖ τὸν λόγον τῆς ἀληθείας; ῾Ο π. ᾿Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος εἶχε καὶ ἐπ᾿ αὐτοῦ ἕτοιμη τὴν ἀπάντηση. Μὲ τὸ «ἐν πρώτοις μνήσθητι» —λέγει— δὲν χορηγοῦμε βεβαιώσεις γιὰ τὴν ὀρθοδοξία του ἐπισκόπου, ἀλλ᾿ ἁπλῶς εὐχόμεθα νὰ ὀρθοτομῇ. «῝Ον χάρισαι ὀρθοτομοῦντα», λέμε. Εὐχόμεθα νὰ τὸν φωτίσῃ ὁ Θεὸς καὶ νὰ ὀρθοτομήσῃ κάποια στιγμή. («᾿Εν πρώτοις μνήσθητι, Κύριε, τοῦ ᾿Αρχιεπισκόπου ἡμῶν [τάδε], ὃν χάρισαι ταῖς ἁγίαις σου ᾿Εκκλησίαις ἐν εἰρήνῃ, σῶον, ἔντιμον, ὑγιᾶ, μακροημερεύοντα καὶ ὀρθοτομοῦντα τὸν λόγον τῆς σῆς ἀληθείας»).

Δὲν μᾶς λέγει ὡστόσο ὁ π. ᾿Επιφάνιος τὸ ἑξῆς. ῍Αν εὐχόμεθα ἁπλὰ γιὰ τὸν αἱρετικὸ ἐπίσκοπο, προκειμένου νὰ τὸν φωτίσῃ ὁ Χριστὸς καὶ δὲν παρέχουμε διαβεβαιώσεις καὶ πιστοποιητικὰ ὀρθοδοξίας, τότε τί μᾶς ἐμποδίζει νὰ κάνουμε τὸ ἴδιο καὶ γιὰ τὸν Πάπα; Αἱρετικὸς ὁ ἕνας, αἱρετικὸς καὶ ὁ ἄλλος. ῍Ας εὐχόμεθα καὶ γιὰ τὸν Πάπα νὰ τὸν φωτίσῃ ὁ Χριστὸς νὰ γίνῃ ᾿Ορθόδοξος καὶ νὰ ὀρθοτομῇ τὸν λόγον τῆς ἀληθείας. ῎Επειτα εἶναι καὶ τὸ ἄλλο. Στὸ «ἐν πρώτοις μνήσθητι» λέμε «τοῦ πατρὸς καὶ ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν [τάδε]». Εἶναι δυνατὸν νὰ δεχόμεθα ὡς ἀρχιεπίσκοπό μας, τοὐτέστιν ὡς κεφαλὴ τῆς τοπικῆς ᾿Εκκλησίας, τὸν ψευδεπίσκοπο καὶ ψευδοδιδάσκαλο καὶ νὰ ἀποκαλοῦμε πατέρα μας τὸν αἱρετικὸ λῦκο μὲ δορὰ προβάτου, τὸν λυμεῶνα τῆς ὀρθῆς πίστεως καὶ τῆς ὑγιαινούσης διδασκαλίας, ποὺ κατεργάζεται τὴν φθορὰ καὶ τὸν ὄλεθρο τῶν λογικῶν προβάτων τοῦ Χριστοῦ;

῎Αλλωστε δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶμε ὅτι ὅταν οἱ ἐπίσκοποι ἐκφωνοῦν τὸ «ἐν πρώτοις μνήσθητι, Κύριε, τῆς ἱερᾶς ἡμῶν Συνόδου, τῆς ὀρθοτομούσης τὸν λόγον τῆς σῆς ἀληθείας», δὲν εὔχονται, ἀλλὰ θεωροῦν δεδομένη καὶ βεβαία τὴν ὀρθοδοξία τῶν ἱεραρχῶν ποὺ συναποτελοῦν τὴν μνημονευθεῖσα Σύνοδο. (Οὔτε βεβαίως μποροῦν οἱ ἐπίσκοποι, στὴν Μεγάλη Εἴσοδο, νὰ εὔχονται τὴν Οὐράνια Βασιλεία γιὰ ἕναν πατριάρχη ἢ ἀρχιεπίσκοπο, ποὺ δὲν ὀρθοτομεῖ τὸν λόγο τῆς ἀληθείας. «Τοῦ ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν [τάδε] μνησθείῃ Κύριος, ὁ Θεός, ἐν τῇ βασιλείᾳ αὐτοῦ πάντοτε, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων»). Καὶ δὲν εἶναι «ψιλὴ εὐχή», ἄνευ σημασίας ἡ μνημόνευση τοῦ ἐπισκόπου στὸ «ἐν πρώτοις μνήσθητι», ὅπως θέλουν νὰ μᾶς πείσουν οἱ τοῦ νέου ἡμερολογίου.

Διότι ὡς γράφουν οἱ ῾Αγιορεῖτες Πατέρες, οἱ ἐπὶ Βέκκου μαρτυρήσαντες, στὴν πεφωτισμένη καὶ δογματικωτάτη ἐπιστολή τους πρὸς τὸν αὐτοκράτορα Μιχαὴλ τὸν Παλαιολόγον: «ἐὰν ἁπλῶς τὸ νὰ χαιρετίσῃς τὸν αἱρετικὸν ἐπίσκοπον σὲ καθιστᾷ κοινωνὸ τῶν πονηρῶν του ἔργων, πόσο μᾶλλον ἡ ἐπ᾿ ἐκκλησίας μνημόνευση τοῦ ὀνόματός του καὶ τοῦτο ἐνώπιον τοῦ φρικτοῦ θυσιαστηρίου, προκειμένων ἐπ᾿ αὐτοῦ, τῶν ἀχράντων καὶ ἐπουρανίων τοῦ Χριστοῦ μυστηρίων»[17]. ῾Ο ἴδιος ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁ ὁποῖος συνέταξε τὴν λειτουργικὴ αὐτὴ εὐχή, δὲν δεχόταν εἰς κοινωνία καὶ μνημόνευση οὐδένα ἀρχιερέα ποὺ δὲν παρεῖχε διαβεβαίωση ὀρθοδόξου πίστεως. ῎Αρα λοιπὸν ἡ ὀρθὴ ἑρμηνεία τοῦ «ἐν πρώτοις μνήσθητι» μᾶς ὑποχρεώνει νὰ δεχθοῦμε, ὅτι εὐχόμεθα γιὰ ὀρθόδοξο καὶ μόνον ἐπίσκοπο νὰ συνεχίσῃ νὰ ὀρθοτομῇ τὸν λόγον τῆς ἀληθείας.

Γιὰ νὰ ἐπανέλθουμε στὶς δηλώσεις τῶν παραδοσιακῶν. ῾Ο π. Θεόδωρος Ζήσης εἶχε πεῖ πὼς ἂν ἡ ἱεραρχία τῆς «᾿Εκκλησίας» τους δὲν ἀπορρίψει τουλάχιστον τὸ ἐπίμαχο κείμενο τῆς συνόδου τῆς Κρήτης, ὅπου οἱ αἱρέσεις ἀποκαλοῦνται «ἐκκλησίες», τότε θὰ ἔχουμε μεγάλο, σοβαρό, δογματικὸ πρόβλημα. Οἱ ἐπίσκοποί τους ἐπικύρωσαν τὰ κείμενα τῆς συνόδου τῆς Κρήτης, ὡς ἔχουν. ῾Οπότε καὶ ἡ «᾿Εκκλησία» ἐν ῾Ελλάδι τοῦ νέου ἡμερολογίου, ἀνεγνώρισε ἐκκλησιαστικότητα στὶς ποικιλώνυμες αἱρέσεις.

Σ᾿ ἐκείνους ποὺ τοῦ γράφουν ὅτι: «ἐμεῖς δὲν ἀποτειχιζόμασθε, δίνουμε τὸν ἀγῶνα μέσα στὴν ᾿Εκκλησία», ἀπαντᾷ ὡς ἑξῆς: «Αὐτὸ ὅμως δὲν κάνουμε τόσα χρόνια ἀναβάλλοντας τὴν κατασκευὴ τοῦ τείχους;...». ᾿Εδῶ βεβαίως θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ ἀπαντήσῃ, ὅτι ἐὰν περιμέναμε ἀπὸ τοὺς νεοημερολογίτες τὴν κατασκευὴ τοῦ τείχους, μέχρι τώρα ὁ ἐχθρὸς θὰ εἶχε ἁλώσῃ χίλιες φορὲς τὴν πόλη, δηλαδὴ τὴν ᾿Ορθοδοξία. Καὶ συνεχίζει ὁ π. Θεόδωρος: «Καὶ δὲν πρέπει τώρα βλέποντας ὅτι ὁ ἐχθρὸς κατέλαβε ἀκόμη καὶ τὸ τελευταῖο θεσμικὸ προπύργιο ποὺ διαθέτουμε, τὸ συνοδικό μας σύστημα, μὲ τὴν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης, νὰ βελτιώσουμε τὴν στρατηγική μας, νὰ προσαρμόσουμε τὰ ἐπιτελικά μας σχέδια, νὰ χρησιμοποιήσουμε τὸν ὁπλισμὸ ποὺ μᾶς προμήθευσαν μὲ ῾Αγιοπνευματικὲς ἀποφάσεις οἱ ῞Αγιοι Πατέρες;»[18]. ᾿Εδῶ ὁ π. Θεόδωρος παραδέχεται ὅτι μέχρι τώρα δὲν χρησιμοποίησαν ὅπως πρέπει τὸν ἁγιοπνευματικὸ ὁπλισμὸ τῶν πατέρων.

῍Ας κάνουμε ὅμως μία σύντομη ἀναδρομὴ στὸ παρελθόν· τότε ποὺ οἰκουμενικὸς πατριάρχης ἦταν ὁ πολὺς στὶς βλασφημίες καὶ μεγάλος στὴν προδοσία τῆς πίστεως, ἀλλὰ παραδοσιακὸς στὶς τρίχες τῆς κεφαλῆς καὶ τοῦ πώγωνος, ᾿Αθηναγόρας. Τότε λοιπὸν ἦρε τὰ ἀναθέματα κατὰ τῶν Παπικῶν, τοὺς κοινωνοῦσε, συμπροσευχόταν μαζί τους, ἔκανε βλάσφημες δηλώσεις, μνημόνευε τὸ ὄνομα τοῦ Πάπα στὴ θεία Λειτουργία καὶ προέτρεπε τοὺς νεοημερολογίτες κληρικοὺς τοῦ ἐξωτερικοῦ νὰ κοινωνοῦν τοὺς αἱρετικούς. ῞Ολες οἱ μονὲς τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους ἀνάστατες διέκοψαν τὸ μνημόσυνο τοῦ ᾿Αθηναγόρα. ᾿Αντιθέτως, σήμερα, ὅλες ἐκτὸς ἀπὸ μία, παρὰ τὶς ὅποιες κατὰ καιροὺς ἀντιδράσεις τους, μνημονεύουν κανονικὰ τὸν πολὺ χειρότερο τοῦ ᾿Αθηναγόρα, πατριάρχη Βαρθολομαῖο.

῍Ας δοῦμε ὅμως μὲ ποιὸν τρόπο ἔπαυσαν τὸ μνημόσυνο τοῦ ᾿Αθηναγόρα οἱ μονὲς τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους. ῾Ο ῾Αγιορείτης π. Χαρίτων εἶναι διαφωτιστικὸς ἐπ᾿ αὐτοῦ: «᾿Επὶ ᾿Αθηναγόρου, ἱερομόναχοι ἀπὸ τὶς μονὲς Μεγίστης Λαύρας καὶ Σταυρονικήτα, ἐνῶ μνημόνευαν τυπικά, εὐγενικὰ στὸ Καθολικό, οἱ ἴδιοι ἱερομόναχοι στὰ παρεκκλήσια δὲν μνημόνευαν»[19]. (῾Η κοροϊδία καὶ ἡ θεομπαιξία σὲ ὅλο τους τὸ μεγαλεῖο). Μνημόνευαν στὸ Καθολικό, δὲν μνημόνευαν στὰ παρεκκλήσια. «῾Η διακοπὴ μνημοσύνου γινόταν κατὰ μίμηση τῶν παλαιῶν ἁγιορειτῶν πατέρων ἐπὶ ἐποχῆς τοῦ φιλοπαπικοῦ, ἑνωτικοῦ πατριάρχη ᾿Ιωάννη Βέκκου, ὡς ἔντονη καὶ ἱεροκανονικὴ διαμαρτυρία μὲ βάση τὸν ΛΑ´ ᾿Αποστολικὸ κανόνα καὶ τὸν ΙΕ´ τῆς Α´Β´ Συνόδου»[20].

᾿Εδῶ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀπαντήσῃ κανεὶς εἰς τὸν π. Χαρίτωνα, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ῾Αγιορεῖτες πατέρες —οἱ ἐπὶ Βέκκου— ὑπέφεραν τὰ πάνδεινα, ἔδωσαν μέχρι καὶ τὴν ζωή τους, μαρτύρησαν διὰ πελέκεως, ξίφους, ἀγχόνης, πυρὸς καὶ μυρίων ἄλλων βασάνων, ἐνῶ οἱ ῾Αγιορεῖτες τοῦ 20οῦ αἰῶνος  ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς, —μὲ τὴν δίβουλη καὶ ὑποκριτική στάση τους— ἐξορίζουν τὸν πατριάρχη διὰ τῆς κεντρικῆς θύρας καὶ τὸν ἐπαναφέρουν διὰ τῆς πλαγίας (διὰ νὰ μὴ εἴπω καὶ τὸ ἀντίστροφον). Καὶ συνεχίζει ὁ γέρων Χαρίτων: «Διέκοψαν λοιπὸν τώρα τὸ μνημόσυνον τοῦ πατριάρχη, ἀλλὰ χωρὶς ἵδρυση σχισματικῆς παρατάξεως ἢ προσχώρηση σὲ προϋπάρχουσες ζηλωτικὲς παρατάξεις-ἐκκλησίες»[21]. Προφανῶς ἐννοεῖ ὁ π. Χαρίτων, ὅτι διέκοψαν τὸ μνημόσυνο τοῦ πατριάρχη, ἀλλὰ συνέχισαν νὰ ἔχουν κοινωνία μὲ τὴν διοικοῦσα «᾿Εκκλησία» τοῦ νέου ἡμερολογίου —παρέμειναν ἐντὸς τῶν κόλπων της— ἡ ὁποία δὲν ἔπαψε ἐν συνόλῳ νὰ συνδέεται ἐκκλησιαστικῶς καὶ νὰ μνημονεύῃ τὸν πατριάρχη.

Καὶ πάνω ποὺ θὰ ἔλεγε κανεὶς ὅτι ὁ π. Χαρίτων λησμόνησε τοὺς ᾿Εσφιγμενίτες, λέγει παρακάτω: «῾Η μονὴ ᾿Εσφιγμένου εἶναι ἡ μόνη ποὺ σήμερα δὲν μνημονεύει, ἀλλὰ δυστυχῶς ἔχει προσχωρήσει στοὺς σχισματικοὺς Ζηλωτές»[22]. Τὴν ἀπάντηση ἐπ᾿ αὐτοῦ στὸν π. Χαρίτωνα δὲν θὰ τὴν δώσουμε ἐμεῖς· ἂς ἀκούσει καλύτερα μὲ προσοχὴ τὸν ῞Αγιο Μάξιμο τὸν ῾Ομολογητὴ νὰ τοῦ ἀπαντᾷ ὡς ἑξῆς: «῍Αν αὐτὸς ποὺ λέγει (αὐτὸς ποὺ ἀκολουθεῖ) ὅσα διδάσκουν ἡ ῾Αγία Γραφὴ καὶ οἱ πατέρες, σχίζει τὴν ᾿Εκκλησία, τί θὰ ἀποδειχθῇ ὅτι διαπράττει εἰς βάρος τῆς ᾿Εκκλησίας, αὐτὸς ποὺ ἀναιρεῖ τὰ δόγματα τῶν ῾Αγίων, ἄνευ τῶν ὁποίων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἡ ἴδια ἡ ᾿Εκκλησία;»[23]. ᾿Εὰν ἐμεῖς, οἱ «Ζηλωτές» —ὅπως μᾶς ὀνομάζουν— ποὺ ἀκολουθοῦμε κατὰ πόδας τὴν Γραφὴ καὶ τοὺς Πατέρες, εἴμασθε σχισματικοί, τότε τί μπορεῖ νὰ πῇ κανεὶς γιὰ τοὺς νεοημερολογίτες, ποὺ ἀναιροῦν τὰ δόγματα καὶ τοὺς κανόνες τῶν ῾Αγίων καὶ καταργοῦν τὴν ᾿Εκκλησία μὲ τὴν αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ;

᾿Αλλὰ δυστυχῶς, ἀγαπητοί μου, τὸ σύγχρονο ῞Αγιον ῎Ορος δὲν θυμίζει σὲ τίποτε τὸ ἀρχαῖον του κάλλος καὶ τὴν προπτωτικὴ —πρὸ τῆς πτώσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ— κατάστασή του. Τὰ πρῶτα παρῆλθαν ἀνεπιστρεπτί. Θεωρεῖται φᾶρος ᾿Ορθοδοξίας, προπύργιο παραδοσιακότητας καὶ τηρητὴς τῶν παραδόσεων, ἀλλὰ δὲν εἶμαι καθόλου σίγουρος γιὰ τὸ ἐὰν εἶναι ὄντως ἔτσι. ῍Ας μὴ μᾶς ξεγελᾷ τὸ γεγονὸς ὅτι κράτησε τὸ πάτριο ἑορτολόγιο. Δὲν εἶναι δικό του κατόρθωμα. Καὶ ἀκοῦσθε τὸ γιατί:

Μετὰ τὴν ἀλλαγὴ τοῦ ἑορτολογίου, εἰσῆλθε ἐν ῾Αγίῳ ῎Ορει ὁ πατριαρχικὸς ἔξαρχος Μαρωνείας ῎Ανθιμος προκειμένου νὰ πείσῃ τοὺς ῾Αγιορεῖτες νὰ δεχθοῦν τὸ νέο ἡμερολόγιο καὶ νὰ συνεχίσουν τὸ μνημόσυνο τοῦ πατριάρχη. Στὴν ἀπόρρητη ἔκθεσή του πρὸς τὸ πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως, ἔγραφε τὰ ἑξῆς: «Μὴ θεωρεῖται ἀναγκαία ἡ ἐπιβολὴ τῆς μεταρρυθμίσεως καὶ ἐν ῾Αγίῳ ῎Ορει, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἐκκλησιαστικὴ ὄασις καὶ μουσεῖον, ἐν ὧ διατηροῦνται ἀνέπαφα τὰ πάτρια καὶ ἀρχαΐζοντα»[24]. ῍Ας ἀφήσουμε τὸ ῞Αγιον ῎Ορος —λέγει ὁ Μαρωνείας ῎Ανθιμος— νὰ κρατήσῃ τὸ πάτριον ἑορτολόγιον· δὲν μᾶς πειράζει. ῍Ας εἶναι ἕνα μουσεῖο στὸ ὁποῖον διατηροῦνται ἀνέπαφα τὰ πάτρια καὶ ἀρχαΐζοντα. Γιὰ ὅσους θεωροῦν ὅτι τὸ ῞Αγιον ῎Ορος εἶναι μία ὄαση πνευματικὴ καὶ ἐκκλησιαστική, ἰδοὺ ἡ ἀπάντηση. ᾿Απὸ τότε —τὸ 1924 κ.ἑξ.— ὑπῆρχε τὸ σχέδιο νὰ διατηρηθῇ ὡς μία μουσειακὴ ὄαση. Στὸ μουσεῖο βλέπεις καὶ θαυμάζεις τὰ ἀρχαῖα ἐκθέματα, ὡς μνημεῖα καὶ ἐνθύμια τοῦ παρελθόντος· αὐτὰ ὅμως δὲν ἀποτελοῦν πλέον μέρος τῆς ζωῆς σου. Δὲν διατηρεῖς ζώσα σύνδεση μὲ αὐτά, οὔτε καὶ ἔχουν θέση καὶ χῶρο στὴν πραγματικότητά σου. Τὸ ῞Αγιον ῎Ορος εἶναι φᾶρος τῆς ᾿Ορθοδοξίας μόνον στὸν τύπο καὶ τὸ σχῆμα. Θυμίζει ἴσως κάτι ἀπὸ τὸ ἔνδοξο παρελθόν του, κατ᾿ οὐσίαν ὅμως ἔχει ἀπομείνει σκιὰ τοῦ ἑαυτοῦ του.

Οἱ ῾Αγιορεῖτες πατέρες στὴν πλειονότητά τους ἔχουν ἀπωλέσει τὴν οὐσία, ποὺ εἶναι ἡ καθαρότητα τῆς πίστεως καὶ ἡ ἀκεραιότητα τοῦ ᾿Ορθοδόξου φρονήματος. Φαίνονται, ἀλλὰ δὲν εἶναι πατερικοί. Μοιάζουν, ἀλλὰ δὲν εἶναι παραδοσιακοί. ῎Εχουν τὸ σχῆμα τοῦ ᾿Ορθοδόξου, ἀλλὰ τὸ καταργοῦν οἱ ἴδιοι μὲ τὴν στάση τους. ᾿Ασκητεύουν, προσεύχονται, ἀγωνίζονται, ἀλλὰ ὀρθοπραξία χωρὶς ᾿Ορθοδοξία δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ. ῞Οταν φθείρεται ἡ πίστη, τότε ἀλλοιώνεται καὶ τὸ ἦθος, ὁ τρόπος ζωῆς τοῦ Χριστιανοῦ. ᾿Ακοῦσθε τί λέγει γιὰ τοὺς μνημονευτὲς ῾Αγιορεῖτες ὁ προαναφερθεὶς π. Αὐγουστῖνος, καὶ αὐτὸς ῾Αγιορείτης μοναχός: «Οἱ λῦκοι ἐφόρεσαν τὸν κόθορνον τῆς ὑποκρισίας. ῞Οπως οἱ ὑποκριταὶ τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς τραγωδίας εἶχον ἓν ὑπόδημα προσαρμοζόμενον κατ᾿ ἄμφῳ καὶ εἰς τοὺς δύο πόδας. Τὸ αὐτὸ δὲ καὶ οἱ δι᾿ αὐτῶν ἀπατηθέντες εἰς τὸ μνημόσυνον. Προσαρμόζονται καὶ μὲ τοὺς νεοημερολογίτας καὶ μὲ τοὺς παλαιοημερολογίτας!...»[25]. Οἱ ὑποκριτὲς, οἱ ἠθοποιοὶ στὶς ἀρχαῖες ἑλληνικὲς τραγωδίες, φοροῦσαν ἕνα ὑπόδημα, τὸν κόθορνο, ποὺ ταίριαζε τόσο στὸ ἀριστερὸ ὅσο καὶ στὸ δεξὶ πόδι. Τὸ ἴδιο καὶ οἱ μνημονευτές, ποὺ προσαρμόζονται καὶ μὲ τοὺς νεοημερολογίτες καὶ μὲ τοὺς παλαιοημερολογίτες. Γιὰ τοὺς μνημονευτὲς ῾Αγιορεῖτες τὸ πάτριο ἑορτολόγιο δὲν ἔχει ἰδιαίτερη σημασία στὴν ζωή τους, ἀφοῦ στὴν πράξη ἑορτάζουν τὶς ἑορτὲς καὶ τὶς μνῆμες τῶν ἁγίων τόσο μὲ τὸ πάτριο ὅσο καὶ μὲ τὸ νέο, καὶ μὲ τὰ δύο ἑορτολόγια, ὄντες σὲ πλήρη κοινωνία πρὸς τὴν κρατοῦσα «᾿Εκκλησία».

Τὸ συμπέρασμα ἀπὸ τὰ παραπάνω εἶναι, ὅτι τὸ ἑορτολόγιο ἀπὸ μόνο του δὲν ἐξασφαλίζει τὴν παραδοσιακότητα καὶ τὴν ᾿Ορθοδοξία. Καὶ ἀπόδειξη τούτου εἶναι οἱ «ἐπίσημες ᾿Εκκλησίες», ποὺ δὲν δέχθηκαν τὸ νέο ἡμερολόγιο καὶ κράτησαν τὸ πάτριο. Οἱ μόνες ποὺ προέβησαν στὴν μεταρρύθμιση ἀρχικά, μὲ πρῶτο καὶ καλύτερο τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ἦταν οἱ ᾿Εκκλησίες τῆς ῾Ελλάδος, τῆς Κύπρου καὶ τῆς Ρουμανίας. ῞Ολες μαζί, δεχθεῖσαι καὶ μὴ δεχθεῖσαι τὴν καινοτομία, μὲ τὴν ἔνοχη σιωπή τους συγκατατέθηκαν στὴν εἰσαγωγὴ τοῦ νέου στὶς προαναφερθεῖσες τοπικὲς ἐκκλησίες καὶ δὲν ἀπαλλάσσονται τῆς εὐθύνης τῶν ἀνόμων, διότι ἀντήλλαξαν τοὺς ἱεροὺς κανόνες μὲ τὴν βλάσφημη καὶ αἱρετικὴ ἐγκύκλιο ποὺ ἐξέδωκε τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο τὸ 1920, τῆς ὁποίας τὰ ἕνδεκα σημεῖα —τὰ ἕνδεκα βήματα πρὸς τὴν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ— τὰ ἔκαμαν καταστατικό τους χάρτη. Καὶ μπορεῖ μὲν οἱ ᾿Εκκλησίες ποὺ δὲν δέχθηκαν τὴν καινοτομία νὰ διαμαρτυρήθηκαν φραστικὰ κατὰ τῆς πραξικοπηματικῆς ἐνέργειας, μὲ τὴν ὁποία ἔγινε ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ νέου ἡμερολογίου στὶς ὡς ἄνω ἐκκλησίες, συνέχισαν ὅμως νὰ ἔχουν πλήρη ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μετ᾿ αὐτῶν.

῍Ας παύσουν λοιπὸν νὰ πιστεύουν ὁρισμένοι ἀπὸ τοὺς πιστούς μας, ὅτι ἐπειδὴ σὲ κάποιες χῶρες οἱ ἐκκλησίες διατήρησαν τὸ παλαιό, πὼς αὐτο σημαίνει ὅτι βαδίζουν σωστά. ῞Ολες μαζὶ ἀπὸ τὸ 1920 κ.ἑξ. ὑποστηρίζουν τὴν ἀδογμάτιστη ἕνωση μὲ τὶς αἱρέσεις, τὶς ὁποῖες θεωροῦν «συγκληρονόμους καὶ συσσώμους τῆς ἐπαγγελίας τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ», σύμφωνα μὲ τὴν πατριαρχικὴ ἐγκύκλιο. ᾿Αμνηστεύουν τοὺς αἱρετικοὺς καὶ τοὺς ἀντιμετωπίζουν οὐχὶ ὡς ξένους καὶ ἀλλοτρίους ἐν τῇ πίστει, ἀλλὰ ὡς συγγενεῖς καὶ οἰκείους ἐν Χριστῷ. Καὶ τὸ πατριαρχεῖο τῶν ῾Ιεροσολύμων καὶ οἱ ἐκκλησίες τῆς Ρωσίας καὶ τῆς Σερβίας καὶ ὅπου ἀλλοῦ ὑπάρχει «ἐπίσημη ᾿Εκκλησία» μὲ τὸ παλαιό, εἶναι βουτηγμένες μέχρι τὸ μεδοῦλι, μέχρι μυελοῦ ὀστέων, στὴν αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ δὲν διαφέρουν σὲ τίποτε ἀπὸ αὐτὲς τοῦ νέου ἡμερολογίου.

᾿Αλλὰ πρὶν περάσουμε στὴν παρουσίαση κάποιων παλαιοτέρων καὶ νεωτέρων «παραδοσιακῶν», ἂς ἐξετάσουμε τὶς δηλώσεις τοῦ Φιλολόγου καὶ ῾Ιστορικοῦ κ. ᾿Αδαμαντίου Τσακίρογλου, ἀπὸ τὸ ἄρθρο του  «Περὶ τῶν κακοδόξων δηλώσεων ὅτι κατὰ τὴν ἁγιοπατερικὴ διδασκαλία οἱ ἀποτειχισμένοι εἶναι ἐκτὸς ᾿Εκκλησίας». Τὰ γραφόμενά του εἶναι ἀντιπροσωπευτικὰ καὶ ἐκφράζουν γενικότερα τὴν στάση πολλῶν νεοημερολογιτῶν σχετικὰ μὲ τὴν διακοπὴ ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας πρὸς τοὺς Οἰκουμενιστὲς ἐπισκόπους, ἐμμέσως πλὴν σαφῶς ἀφοροῦν καὶ ἐμᾶς τοὺς γνησίους ᾿Ορθοδόξους Χριστιανούς. Στὸ ἀπόσπασμα ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει λέγει τὰ ἑξῆς: «...῞Οσο αὐξάνεται ἡ ἁγιοπατερικὴ ὕστατη καὶ μαρτυρικὴ ἀντίδραση τοῦ ποιμνίου τῆς ᾿Εκκλησίας, δηλαδὴ ἡ διακοπὴ ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μὲ τοὺς αἱρετίζοντες Οἰκουμενιστές, τόσο αὐξάνεται καὶ ἡ ὀργή τους, μὴ ὄντες ἱκανοὶ νὰ ἀποδεχθοῦν, ὅτι ὑπάρχουν ἀκόμα —παρόλη τὴν προεργασία καὶ τὴν πλύση ἐγκεφάλου ποὺ ἔκαναν— ὀρθόδοξα ἀντανακλαστικὰ στὸ ποίμνιο. Τὸ τελευταῖο ἐπιχείρημα ποὺ ἔχουν ἀνακαλύψει, ἀφοῦ ἡ προσπάθειά τους νὰ ἀνακηρύξουν τὸν 15ο κανόνα δυνητικὸ ἀπέτυχε, εἶναι ὅτι τάχα οἱ ἀποτειχιζόμενοι βρίσκονται ἐκτὸς ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ ὅτι τάχα ἀνακηρύττουν ἔτσι τὸν ἑαυτόν τους ἐκκλησία... Γιατὶ οἱ κανόνες μᾶς προστάζουν, καὶ ὅτι ὁ κοινωνῶν ἀκοινωνήτῳ ἀκοινώνητος ἔστω, καὶ ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἕνας πιστὸς νὰ διακόψει τὸ μνημόσυνο τοῦ δικοῦ του ἐπισκόπου καὶ νὰ πάει σὲ ἄλλον»[26].

Τὸ πρῶτο λάθος ποὺ κάνει ἐδῶ ὁ κ. Τσακίρογλου εἶναι, ὅτι λέγει πὼς ὁ «κοινωνῶν ἀκοινωνήτῳ ἀκοινώνητος ἔστω». Δὲν εἶναι «ἔστω» προστακτική· δὲν μᾶς προτρέπουν ἁπλῶς οἱ κανόνες νὰ τὸν καταστήσουμε ἀκοινώνητον, δὲν λέγουν «ἂς εἶναι ἀκοινώνητος», ἀφήνοντας σ᾿ ἐμᾶς τὸ περιθώριο, ἐὰν θέλουμε νὰ τὸν κοινωνήσουμε, ἀλλὰ εἶναι «ἔσται», «θὰ εἶναι ἀκοινώνητος», οὕτως ἢ ἄλλως, ὅποια στάση καὶ ἂν τηρήσουμε ἐμεῖς ἀπέναντί του —εἴτε κοινωνήσουμε μὲ αὐτόν, εἴτε ὄχι— αὐτὸς θὰ εἶναι ἀκοινώνητος γιὰ τὸν Θεό.

᾿Εν συνεχείᾳ λέγει, ὅτι ὅσοι ἀποτειχίζονται δὲν ἀνακηρύττουν κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπον τὸν ἑαυτόν τους ᾿Εκκλησία. Καὶ ἐρωτῶ: ῞Οσοι ὅμως ἀποτειχίζονται ἀπὸ αἱρετικοὺς ἐπισκόπους, γιατί τὸ πράττουν; Δὲν τὸ πράττουν γιατὶ θέλουν νὰ συνεχίζουν νὰ εὑρίσκονται ἐντὸς τῆς ᾿Εκκλησίας; Νὰ συνεχίσουν νὰ εἶναι ᾿Εκκλησία; Καὶ ποιὸς κανόνας ἀπαγορεύει στοὺς παύοντες τὸ μνημόσυνο τῶν αἱρετικῶν ψευδεπισκόπων νὰ μνημονεύουν καὶ νὰ ἔχουν κοινωνία μὲ ἄλλους ἐπισκόπους, γνησίους καὶ ἀληθινούς, ὀρθόδοξα φρονοῦντες; Διότι, ὅπως ἀκούσατε, θεωρεῖ ὅτι «δὲν ἐπιτρέπεται ἕνας πιστὸς νὰ διακόψει τὸ μνημόσυνο τοῦ δικοῦ του (σ.σ. αἱρετικοῦ ἐννοεῖται) ἐπισκόπου καὶ νὰ πάει σὲ ἄλλον».

῞Οσοι ὅμως ἀφίστανται τῆς κοινωνίας τῶν αἱρετικῶν ἐπισκόπων, δὲν ἀποτελοῦν μία ἁπλὴ κοινότητα ἐνισταμένων, ἀλλὰ ἔχουν πλήρη συνείδηση καὶ ἐπίγνωση ὅτι ἀποτελοῦν τὴν γνησία καὶ ἀληθινὴ ᾿Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Θὰ ἐπιμείνουμε λίγο σ᾿ αὐτὸ τὸ σημεῖο, διότι ὑπάρχουν ἀρκετοὶ νεοημερολογίτες ποὺ συμμερίζονται τὴν ἄποψη τοῦ κ. Τσακίρογλου καὶ τὴν χρησιμοποιοῦν ὡς ἐπιχείρημα ἐνεναντίον ἡμῶν τῶν γνησίων ᾿Ορθοδόξων. Μᾶς λέγουν ὅτι: «ἐντάξει, ἀποτειχισθήκατε, ἀλλὰ μέχρις ἐδῶ· μὴν χειροτονεῖτε δικούς σας ἐπισκόπους· μὴν ἔχετε ἄλλους ἐπισκόπους». Καὶ  πάλιν ἐρωτῶ: Πῶς ὅμως θὰ γίνει ἀνεκτό, ὁ αἱρετικὸς ψευδεπίσκοπος νὰ ἀφεθῇ μόνος του, ὡς ἀποκλειστικὸς καὶ ἀδιαμφισβήτητος κυρίαρχος μιᾶς ἐπαρχίας καὶ ἐπισκοπῆς; Τὸ ὀρθόδοξο ποίμνιο, ποὺ ἀποτειχίζεται ἀπὸ τὸν αἱρετικὸ ἐπίσκοπο, δὲν θὰ πρέπει νὰ ἔχῃ τὸν δικό του πνευματικὸ καὶ ἐκκλησιαστικὸ ἡγέτη; Θὰ πρέπει νὰ μείνῃ ἀνεπίσκοπο καὶ ἀπροστάτευτο, ἕρμαιο στὶς διαθέσεις τοῦ λυκοποιμένα, τοῦ ληστῆ καὶ τοῦ κλέπτη κατὰ τὸ Κυριακὸ λόγιο; Θὰ ἀφήσουμε λοιπὸν τὸν λῦκο νὰ φυλάῃ τὰ πρόβατα;

῾Η θεωρία ὅμως τοῦ κ. Τσακίρογλου καὶ τῶν ὁμοίων του προέρχεται ἀπὸ παρερμηνεία —ἠθελημένη ἢ ὄχι— τοῦ ΛΑ´ ᾿Αποστολικοῦ κανόνος. ᾿Εκεῖ γράφει ὅτι: «Εἴ τις πρεσβύτερος, καταφρονήσας τοῦ ἰδίου ἐπισκόπου... καὶ θυσιαστήριον ἕτερον πήξει... καθαιρείσθω ὡς φίλαρχος». ῾Ο ἱερεὺς ποὺ θὰ καταφρονήσῃ τὸν ἐπίσκοπό του καὶ θὰ κτίσῃ ἄλλην ἐκκλησίαν, ἕτερον θυσιαστήριον, ὅπου θὰ συνάζῃ τοὺς χριστιανοὺς καὶ θὰ λειτουργῇ χωρὶς τὴν ἄδεια τοῦ ἐπισκόπου του, αὐτὸς νὰ καθαιρεῖται ὡς φίλαρχος, φίλος τῆς ἀρχῆς καὶ τῆς ἐξουσίας. Πότε ὅμως νὰ καθαιρεῖται; ῞Οταν πράττει τὰ παραπάνω, «μηδὲν κατεγνωκὼς τοῦ ἐπισκόπου ἐν εὐσεβείᾳ καὶ δικαισύνῃ». ῞Οταν δηλαδὴ χωρίζεται ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπό του χωρὶς νὰ μπορῇ νὰ τὸν κατηγορήσῃ σὲ θέματα πίστεως ἢ δικαιοσύνης. Οἱ γνήσιοι ᾿Ορθόδοξοι ὅμως, ἐὰν κτίζουν ἕτερο θυσιαστήριο —ἕτερο καὶ ξεχωριστὸ ἀπὸ τοὺς νεοημερολογίτες— δὲν τὸ κάνουν γιὰ λόγους φιλαρχίας, ἀλλὰ γιὰ λόγους εὐσεβείας καὶ ᾿Ορθοδοξίας. ῎Αλλωστε κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας ἀποδεικνύεται ὅτι οἱ ᾿Ορθόδοξοι καταφρονοῦσαν τὴν παρουσία αἱρετικοῦ ἐπισκόπου καὶ ἐκεῖ, ποὺ αὐτὸς ὑπῆρχε, χειροτονοῦσαν δικό τους ἐπίσκοπο, ὅταν βεβαίως οἱ συνθῆκες τὸ ἐπέτρεπαν.

῍Ας ἀναφέρουμε δύο-τρία παραδείγματα γιὰ νὰ διαπιστώσετε τοῦ λόγου τὸ ἀληθές:

Κατὰ τὸ δεύτερο μισὸ τοῦ τετάρτου αἰώνα, τὰ χρόνια τῆς κυριαρχίας τῶν ᾿Αρειανῶν, μετὰ τὴν πατριαρχεία τοῦ δικοῦ τους Εὐδοξίου, χειροτονήθηκε νέος πατριάρχης ὁ ᾿Αρειανὸς Δημόφιλος. Οἱ ᾿Ορθόδοξοι χωρὶς νὰ ὑπολογίσουν ὅτι στὸν θρόνο ὑπῆρχε ἄλλος πατριάρχης —ποὺ ἦταν ὅμως αἱρετικὸς— χειροτόνησαν δικό τους ᾿Ορθόδοξο, τὸν Εὐάγριο. Τὴν χειροτονία ἐποίησε ἐν κρυπτῷ ὁ μέχρι τότε ἐξόριστος ἐπίσκοπος ᾿Αντιοχείας Εὐστάθιος, διερχόμενος ἐκ Κωνσταντινουπόλεως. Μπορεῖ κάποιοι, ἀκούγοντας αὐτό, νὰ θεωρήσουν ὑπερόρια τὴν χειροτονία (᾿Επίσκοπος ἀπὸ ἄλλη ἐπαρχία —τὴν ᾿Αντιοχεια— χειροτόνησε τὸν Κωνσταντινουπόλεως), ἀλλὰ μία τέτοια ἐνέργεια, ὡς λύση ἀνάγκης, εἶναι κατὰ πάντα νόμιμος, ὅταν ἡ ᾿Εκκλησία τελεῖ ἐν διωγμῷ καὶ εἶναι ἐμπερίστατος. ῞Οπως καθ᾿ ὅλα νόμιμες ἦταν καὶ οἱ χειροτονίες τῶν γνησίων ᾿Ορθοδόξων ἀπὸ τοὺς Ρώσους τῆς Διασπορᾶς, ἂν καὶ ὑπερόριες, διὰ τὸν ἴδιο ἀκριβῶς λόγο.

῞Ενα δεύτερο παράδειγμα εἶναι αὐτὸ τοῦ πατριαρχείου τῆς Νικαίας, ποὺ ἐσυστάθη μετὰ τὴν ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπὸ τοὺς Φράγκους, στὴν αὐτοκρατορία τῆς Νικαίας, ποὺ ἦταν ἡ διάδοχος κατάσταση τῆς Ρωμανίας (Βυζαντίου). Μετὰ τὴν ἐνθρόνιση στὴν Κωνσταντινούπολη Λατίνου ψευδοπατριάρχου καὶ τὴν φυγὴ τοῦ ᾿Ορθοδόξου, οἱ ᾿Ορθόδοξοι συνέχισαν τὴν κανονινὴ χειροτονία πατριαρχῶν Κωνσταντινουπόλεως στὴν Νίκαια. ῾Ο πατριάρχης Νικαίας δηλαδὴ ἦταν ταυτοχρόνως καὶ Κωνσταντινουπόλεως. ῍Αν περίμεναν τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Πόλεως, προκειμένου νὰ χειροτονήσουν ᾿Ορθόδοξο πατριάρχη, δὲν θὰ ὑπῆρχε σήμερα ᾿Ορθοδοξία.

Τὸ συμπέρασμα ἀπὸ τὴ θεωρία αὐτὴ τῶν νεοημερολογιτῶν (Τσακίρογλου, Τρικαμηνᾶ κ.ἄ.), ὅτι οἱ ἀποτειχισμένοι ἀπὸ αἱρετικὸ ἐπίσκοπο δὲν μποροῦν νὰ χειροτονοῦν καὶ νὰ ἔχουν ᾿Ορθόδοξο ἐπίσκοπο, εἶναι ὅτι οἱ χαρακτηριζόμενοι καὶ ὑπ᾿ αὐτῶν ἀκόμη (τῶν παραδοσιακῶν τοῦ νέου) ὡς ψευδεπίσκοποι καὶ ψευδοδιδάσκαλοι, ἐκλαμβάνονται ὡς νόμιμοι διεκδικητὲς τῶν ᾿Ορθοδόξων, νόμιμοι διεκδικητὲς τοῦ ᾿Ορθοδόξου ποιμνίου, ἄρα ὡς ἰσόνομοι καὶ ἰσότιμοι τῶν ᾿Ορθοδόξων ἐπισκόπων. Δηλαδή, μόνο στὰ λόγια τοὺς ὀνομάζουν ψευδεπισκόπους.

῍Ας διαβάσουν ὡστόσο τί ἔγραφε ὁ δικός τους ἀρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, ὁ ὁποῖος μεταξὺ τῶν ἄλλων ἦταν ἐκκλησιαστικὸς ἱστορικός. ᾿Αναφερόμενος στὴν κατάκτηση τῆς ᾿Αθήνας ὑπὸ τῶν Λατίνων καὶ τὴν ἐγκατάσταση δικοῦ τους ἐπισκόπου, θεωρεῖ πὼς τὸ ᾿Ορθόδοξο ποίμνιο τῆς πόλης ἦταν ἀποίμαντο, ὅτι δὲν εἶχε ποιμένα καὶ ἐπίσκοπο. (Μέχρι καὶ ὁ καινοτόμος Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, ποὺ εἰσήγαγε τὸ νέο ἡμερολόγιο στὴν ἐκκλησία, ἀγνόησε τὸν αἱρετικὸ Λατῖνο ψευδεπίσκοπο τῶν ᾿Αθηνῶν). Καὶ μιᾶς καὶ ἔγινε ἀναφορὰ στοὺς Λατίνους, θὰ θέλαμε νὰ τονίσουμε ὅτι στὰ ἐδάφη ποὺ κατακτοῦσαν αὐτοί, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς λατινοκρατίας-φραγκοκρατίας, οὐδέποτε ἐλάμβαναν ὑπόψη τους ἐὰν ὑπῆρχε ᾿Ορθόδοξος ἐπίσκοπος, ἀλλά —τελείως συνεπεῖς στὴν ἐκκλησιολογία τους— ἐγκαθιστοῦσαν δικοῦς τους ἐπισκόπους, σὰν νὰ ἐπρόκειτο γιὰ παρθένα ἱεραποστολικῶς ἐδάφη.

῍Ας κοιτάξουν δέ, οἱ παραδοσιακοὶ τοῦ νέου, τὴν κατάσταση ποὺ ἐπικρατεῖ σὲ ᾿Αμερικὴ καὶ Εὐρώπη, ὅπου ἡ κάθε ἐθνότητα ἔχει τὸν δικό της ἐπίσκοπο. ῎Αλλον τὸ πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως, ἕτερον τὸ πατριαρχεῖο Σερβίας, Ρουμανίας, Βουλγαρίας, ᾿Αντιοχείας κ.ο.κ. Στὴν ἴδια πόλη, στὴν ἴδια ἐκκλησιαστικὴ περιφέρεια, ὑπάρχουν περισσότεροι τοῦ ἑνὸς «᾿Ορθόδοξοι» ἐπίσκοποι, οἱ ὁποῖοι ἀνήκουν καὶ ὑπάγονται εἰς διάφορον ἐκκλησιαστικὴν δικαιοδοσίαν· εἶναι ὅμως κοινωνικοὶ πρὸς ἀλλήλους. Στὴν ἴδια πόλη ὑπάρχει καὶ ῞Ελληνας καὶ Ρῶσος καὶ Βούλγαρος καὶ Ρουμᾶνος ἐπίσκοπος κ.λπ.· καὶ ὅλοι αὐτοὶ ἔχουν κοινωνία μεταξύ τους σὰν νὰ πρόκειται γιὰ ἐπισκόπους ποὺ ὁ καθένας ἔχει διάφορον ἐκκλησιαστικὴν ἐπαρχίαν. Εἶναι λοιπὸν νόμιμο ἱεροκανονικῶς καὶ ἐκκλησιολογικῶς —γιὰ λόγους ἐθνοφυλετικούς— νὰ ἑδρεύουν σὲ μία ἐπισκοπὴ περισσότεροι τοῦ ἑνὸς ᾿Ορθόδοξοι ἐπίσκοποι, καὶ ἀποτελεῖ παράβαση τῶν ἱερῶν κανόνων, νὰ χειροτονεῖται καὶ νὰ ὑπάρχῃ ᾿Ορθόδοξος ἐπίσκοπος ἐκεῖ ὅπου τὸν θρόνο κατέχει αἱρετικὸς λυκοποιμένας;

᾿Επειδὴ ὅμως, ἀγαπητοί μου, σᾶς ὑποσχέθηκα ὅτι θὰ ἀνατρέξουμε ἀκόμη καὶ στὰ πρῶτα χρόνια μετὰ τὴν ἀλλαγὴ τοῦ ἑορτολογίου, ἰδοὺ φέρουμε εἰς τὸ μέσον ἕναν ὀνομαστὸ καὶ περίφημο γέροντα, ὁ ὁποῖος ἔζησε τὰ χρόνια ἐκεῖνα καὶ προβάλλεται ὑπὸ τῶν «παραδοσιακῶν» τοῦ νέου ὡς ὁμολογητὴς καὶ ἀγωνιστὴς τῆς ᾿Ορθοδοξίας, τυγχάνει δὲ ἐκτιμήσεως καὶ σεβασμοῦ καὶ στὸν δικό μας χῶρον. Αὐτὸς δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸν γέροντα Φιλόθεο Ζερβᾶκο. ῾Ως ὁδηγό μας θὰ ἔχουμε τὸ σχετικὸ βιβλίο-ἀφιέρωμα στὸν γέροντα Φιλόθεο τοῦ π. Θεοδώρου Ζήση.

Γράφει λοιπὸν ὁ π. Θεόδωρος: «῾Ο Γέροντας Φιλόθεος ἐπὶ πολλὰ ἔτη καὶ παρὰ τὶς πιέσεις ποὺ τοῦ ἀσκοῦσε ὁ ἐπιχώριος μητροπολίτης ἐξακολουθοῦσε στὴν Μονὴ τῆς Λογγοβάρδας στὴν Πᾶρο νὰ τηρεῖ τὸ παλαιὸ ἡμερολόγιο, ὅπως ἔπρατταν καὶ πράττουν μέχρι σήμερα τὸ ῞Αγιον ῎Ορος καὶ πολλὲς αὐτοκέφαλες ᾿Ορθόδοξες ᾿Εκκλησίες. ᾿Αγωνιζόταν καὶ ἔγραφε νὰ ἀντιμετωπισθεῖ γρήγορα τὸ θέμα, γιὰ νὰ ἀποφευχθεῖ τὸ σχίσμα. ῞Οταν διεπίστωσε ὅτι δὲν ὑπῆρχε πλέον προοπτικὴ διορθώσεως, ἀλλὰ παγιωνόταν ἡ χρήση τοῦ νέου ἡμερολογίου... ἄλλαξε στάση, δέχθηκε κατ᾿ οἰκονομίαν τὸ νέο ἡμερολόγιο... ἐξακολούθησε ὅμως νὰ πιστεύει καὶ νὰ γράφει ὅτι αὐτὴ ἡ κατ᾿ οἰκονομίαν ἀποδοχὴ τοῦ νέου ἡμερολογίου δὲν πρέπει νὰ παρατείνεται, ἀλλὰ ὀφείλει ἡ ᾿Εκκλησία νὰ ἐπανέλθει στὴν ἀκρίβεια μὲ τὴν ἐπαναφορὰ τοῦ παραδοσιακοῦ ἐκκλησιαστικοῦ παλαιοῦ ἡμερολογίου»[27].

Τί παρατηροῦμε ἐδῶ, ἀγαπητοί μου; ῞Οτι τὴ στιγμὴ ποὺ διεπίστωσε ὅτι παγιωνόταν ἡ χρήση τοῦ νέου ἡμερολογίου καὶ δὲν ὑπῆρχε προοπτικὴ διορθώσεως, θὰ ἦταν εὔλογο καὶ λογικὸ νὰ ἐντείνῃ καὶ νὰ κλιμακώσῃ τὸν ἀγῶνα τοῦ καὶ ὄχι μόνο νὰ διατηρήσῃ τὸ πάτριο ἑορτολόγιο, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀποκόψῃ τὸ μνημόσυνο καὶ τὴν κοινωνία πρὸς τὸν ἐπιχώριο μητροπολίτη. ᾿Αντιθέτως, ἐκείνη ἀκριβῶς τὴ στιγμή, ἐδέχθη «κατ᾿ οἰκονομίαν» τὸ νέο ἡμερολόγιο πού, ὅπως ὁ ἴδιος ἔλεγε, ἀποτελοῦσε «ἀπρομελέτητον, ἄσκοπον, ἄκαιρον καὶ διαβολικὴν καινοτομίαν» καὶ εἰσήχθη «ἀντικανονικῶς, αὐθαιρέτως καὶ παρανόμως»[28]. ῎Εκανε δηλαδὴ ὁ γέροντας Φιλόθεος ἰσόβια «οἰκονομία» στὴν ἀντικανονικότητα, τὴν αὐθαιρεσία καὶ τὴν παρανομία.

῾Ο π. Φιλόθεος ἀρχικῶς ἀκολουθοῦσε τὸ πάτριο ἑορτολόγιο, ἀλλὰ μνημόνευε τὸν νεοημερολογίτη ἐπίσκοπο. Καὶ ἐνῶ πολλοὶ γνήσιοι ἀγωνιστὲς ἐδιώκοντο, διότι δὲν ἐπιθυμοῦσαν νὰ ἔχουν καμμία κοινωνία μὲ τοὺς νεοημερολογίτες ἱεράρχες, αὐτὸς μετὰ ἀπὸ παράκλησή του στὸν οἰκεῖο μητροπολίτη ἔλαβε τὴν ἄδεια καὶ ἀπήλαυσε τῆς ἀνέσεως νὰ ἑορτάζῃ μὲ τὸ πάτριο. Αὐτὸ φέρει στὴν σκέψη μας ἕνα πρόσφατο παράδειγμα ποὺ ἀφορᾷ τοὺς ναοὺς ποὺ ἔχουν οἰκοδομηθεῖ τὰ τελευταῖα χρόνια καὶ στοὺς ὁποίους οἱ ἱερεῖς τους ἑορτάζουν μὲ τὸ παλαιό, ἀλλὰ τὴν ἴδια στιγμὴ μνημονεύουν τοὺς ἐπισκόπους τῆς «κρατούσης ᾿Εκκλησίας», τοὺς νεοημερολογίτες δηλαδὴ ἐπισκόπους. ῾Η ἀπάτη αὐτὴ βεβαίως οὐδένα ἄλλο σκοπὸ ἔχει ἀπὸ τὸ νὰ ἐξαπατήσῃ καὶ νὰ ἀγρεύσῃ πολλοὺς ἀπὸ τοὺς ἀνυποψίαστους πιστοὺς ποὺ ἀκολουθοῦν τὸ πάτριο ἑορτολόγιο.

῾Ο π. Θεόδωρος γράφει ὅτι ὁ γέροντας Φιλόθεος θεωροῦσε πὼς ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ νέου ἡμερολογίου «ἔσχισε καὶ διήρεσε τὴν ἐκκλησία καὶ ἀγωνίζεται γιὰ τὴν ἐπαναφορὰ τοῦ παλαιοῦ, ἀκόμη καὶ ὅταν κατ᾿ οἰκονομίαν ἀποφάσισε καὶ αὐτὸς γιὰ τὸ πνευματικὸ καλὸ τῶν χριστιανῶν καὶ τῶν πνευματικῶν τοῦ τέκνων, πρὸς ἀποτροπὴν μείζονος κακοῦ, δηλαδὴ τοῦ σχίσματος, νὰ ἀκολουθήσει τὸ νέο»[29]. Δεῖτε παροιμιώδεις ἀντιφάσεις! Θαυμᾶστε σκεπτικὸ πανεπιστημιακῶν διδασκάλων καὶ γερόντων «ὁμολογητῶν» τοῦ νέου. ᾿Απὸ τὴ μία λέγει, ὅτι τὸ νέο ἡμερολόγιο διήρεσε καὶ ἔσχισε τὴν ᾿Εκκλησία καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη, ὅτι γιὰ νὰ ἀποτρέψῃ τὸ μεῖζον κακό, δηλαδὴ τὸ σχίσμα, ἀκολούθησε τὸ νέο. Τελικά, ἂς ἀποφασίσουν. Ποιοῖ ἔσχισαν τὴν ᾿Εκκλησία; Οἱ εἰσάγοντες καὶ ἀκολουθοῦντες τὸ νέο ἡμερολόγιο, ἢ οἱ ἐμμένοντες εἰς τὸ πάτριο; Δὲν μποροῦν ἀνάλογα μὲ τὸ τί τους βολεύει κάθε φορὰ νὰ ὑποστηρίζουν πότε τὸ ἕνα καὶ πότε τὸ ἄλλο. ᾿Αλλὰ αὐτὴ θαρρῶ εἶναι λίγο-πολὺ ἡ τακτικὴ ὅλων τῶν «παραδοσιακῶν» τοῦ νέου ἡμερολογίου. Στρεψόδικη καὶ μεσοβέζικη, θεωρητική —διότι μένει μόνο στὴ θεωρία— καὶ γλυκανάλατη, χωρὶς δυναμισμὸ καὶ ἀποφασιστικότητα.

Σὲ ἐπιστολή του πρὸς τὸν μητροπολίτη Αὐγουστῖνο Καντιώτη ὁ π. Φιλόθεος ἔγραφε τὰ ἑξῆς: «᾿Επειδὴ τὸ νέον εἶναι καινοτομία παπικῆς καὶ μασονικῆς προελεύσεως, ὅσοι καταφρονοῦν τὸ παλαιὸν ἑορτολόγιον καὶ ἀκολουθοῦν τὸ νέον εἶναι ὑποκείμενοι τῷ ἀναθέματι. Κάθε πρόφασις καὶ δικαιολογία εἶναι ἀδικαιολόγητος καὶ “πρόφασις ἐν ἁμαρτίαις”. Μὴ νομίζομεν ὡς μηδαμινόν, τὸ ὅτι ἀκολουθοῦμεν τὸ παπικὸν ἑορτολόγιον. Εἶναι παράδοσις καὶ ὡς παράδοσιν ὀφείλομεν νὰ τὴν φυλάξωμεν, διότι ὑποκείμεθα εἰς ἀνάθεμα. “Εἴ τις πᾶσαν παράδοσιν ἔγγραφον ἢ ἄγραφον ἀθετεῖ, ἀνάθεμα”, ὁρίζει ἡ Ζ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος... Λοιπὸν δὲν εἶναι καιρὸς νὰ σιωπᾶτε πλέον... μὴν ἀναβάλλετε, σπεύσατε»[30].

᾿Αργότερα ὅμως ὅλα ἄλλαξαν. ᾿Εφύσηξε ἄνεμος σαρωτικὸς —ἄγνωστο πόθεν κινηθείς— καὶ ἀνέτρεψε τὰ πάντα. Σὲ πνευματικά του τέκνα ποὺ σκανδαλίσθηκαν καὶ θεώρησαν ὅτι ἀπὸ ἀνθρωπαρέσκεια καὶ ἀνθρωποφοβία δέχθηκε τὸ νέο ἑορτολόγιο, ἀπαντᾷ ὁ ἴδιος μὲ «ἀδικαιολόγητες δικαιολογίες» καὶ «προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις»: «᾿Αφοῦ ἐμελέτησα ἀπὸ ὅλας τὰς πλευρὰς τὸ ζήτημα καὶ ἠρεύνησα εἰς τὰ βιβλία τῆς ᾿Εκκλησίας, τὸ ἱερὸν εὐαγγέλιον, εἰς τὰς ἐπιστολὰς τῶν ῾Αγίων ᾿Αποστόλων, τῶν Διδασκάλων καὶ ῾Αγίων Πατέρων μας, δὲν εὗρον νὰ γράφουν ὅτι θὰ μᾶς σώσουν τὰ ἡμερολόγια, οὔτε ὅτι ἡ ᾿Ορθοδοξία εἶναι τὸ παλαιὸν ἡμερολόγιον, ὡς διατείνονται οἱ φανατικοὶ παλαιοημερολογῖται, οἱ ὁποῖοι ἀπερισκέπτως καὶ ἀνοήτως λέγουν· ἤλλαξε τὸ ἑορτολόγιον, ἐχάθη ἡ ᾿Ορθοδοξία»[31].

Τὰ σχόλια, νομίζω, πὼς εἶναι περιττά. ᾿Ενῶ ἀρχικῶς ἀναθεμάτιζε εὐκαίρως-ἀκαίρως τὸ νέο ἡμερολόγιο, ἐν συνεχείᾳ ὑποτίμησε τὸ θέμα, κηρύττοντας ὅτι δὲν χάθηκε καὶ ὁ κόσμος ποὺ ἄλλαξε τὸ ἑορτολόγιο. Γνώριζε δὲ πολὺ καλὰ ὅτι ἐμεῖς δὲν ὑποστηρίζουμε πὼς ἡ ᾿Ορθοδοξία εἶναι μόνο τὸ πάτριο ἑορτολόγιο, ἀλλὰ ἐπειδὴ δὲν μποροῦσε νὰ δικαιολογήσῃ καὶ νὰ κατοχυρώσῃ ἁγιοπνευματικὰ τὴν αἰφνίδια μεταστροφή του, διὰ τοῦτο καὶ ρίπτει τὶς εὐθῦνες ἀλλοῦ.

᾿Αλλά, γιὰ νὰ ὁλοκληρωθῇ ἡ εἰκόνα τοῦ «παραδοσιακοῦ» κατὰ τὰ ἄλλα π. Φιλοθέου Ζερβάκου, ἀκοῦστε καὶ κάτι τελευταῖο. Σὲ ἐπιστολή του πρὸς κάποιον κ. Χαραλάμπην ἔγραφε τὸν χειμῶνα τοῦ 1931 τὰ ἑξῆς: «Μοῦ γράφεις ἀγαπητέ μου, διὰ νὰ ἑνωθῶμεν μὲ τοὺς ζηλωτὰς καὶ νὰ ἐργασθῶμεν ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν τῆς ᾿Εκκλησίας. Αὐτοὶ ἀγαπητέ μου, ἐκτὸς ὀλίγων, οἱ πλεῖστοι εἶναι ἀνισόρροποι, φανατικοί, συκοφάνται, ὑβρισταί, ἀδιάκριτοι. Δικαίως εἷς ἐνάρετος πνευματικὸς τοὺς ὀνομάζει ζουρλωτάς, διότι δὲν γνωρίζουν τί κάμουν... ᾿Απὸ τοὺς παλαιοημερολίτας πρόσεχε, περισσότερον ἐμπιστοσύνην νὰ ἔχεις εἰς τοὺς ἐργάτας τῆς “Ζωῆς”, καθ᾿ ὅτι περὶ μερικῶν ἐκ τῶν παλαιοημερολογιτῶν ἠκούσθησαν πολλὰ ἔκτροπα»[32].

Βλέπετε, ἀγαπητοί μου, τί ὡραῖα μᾶς τὰ λέει ὁ γέροντας Φιλόθεος Ζερβᾶκος! ᾿Αποκαλύπτεται βαθμηδόν! Συμβουλεύει τὸ πνευματικό του τέκνο νὰ μὴν ἔχῃ ἐμπιστοσύνη στοὺς παλαιοημερολογίτες, ἀλλὰ νὰ ἐμπιστεύεται τοὺς ἐργάτες τῆς προτεσταντικῆς ἐμπνεύσεως καὶ ἐπινοήσεως ἀδελφότητος τῆς «Ζωῆς», οἱ ὁποῖοι —σύμφωνα μὲ τὴν γνώμη ἐκείνων ποὺ γνωρίζουν— συνετέλεσαν τὰ προηγούμενα χρόνια στὴν καταστροφὴ τῆς διοικούσας «᾿Εκκλησίας» μὲ τὴν εὐσεβιστική τους στάση, τὴν ἀκατάσχετη ἠθικολογία καὶ τὴ μέθοδο τῆς «ἔξωθεν καλῆς μαρτυρίας», ἡ ὁποία ἐφαρμόσθηκε μὲ δόλιο τρόπο γιὰ τὴν σπίλωση καὶ ἠθικὴ ἐξόντωση ἐντίμων καὶ ἱκανῶν κληρικῶν καὶ ἱεραρχῶν ποὺ δὲν ἀνῆκαν στὴ «Ζωή», καθὼς καὶ τὴν ἀνάδειξη τῶν «καθαρῶν» «ἡμετέρων» τῆς ἀδελφότητος. Καὶ ὅλοι αὐτοὶ οἱ «Ζωϊκοί» ἱεράρχες, κληρικοὶ καὶ θεολόγοι, μαζὶ μὲ ἐκείνους τοὺς ἐργάτες τῆς ἀδελφότητος ποὺ κατέληξαν μοναχοὶ στὸ ῞Αγιον ῎Ορος, ἀκολουθοῦν μέχρι σήμερα μία συνεπὴ φιλοπατριαρχικὴ συμπεριφορά, μὲ πρῶτο καὶ καλύτερο τὸν ἀρχιεπίσκοπο ῾Ιερώνυμο Κοτσώνη, ὁ ὁποῖος τὸ 1972 εἶχε χαρακτηρίσει τὸν πατριάρχη ᾿Αθηναγόρα «προφηταπόστολο»[33]!

Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἡ —κατὰ πολλοὺς— σημαντικότερη ἴσως μορφὴ τοῦ ῾Αγιορειτικοῦ μοναχισμοῦ ἦταν ὁ π. Θεόκλητος Διονυσιάτης. Τὰ συγγράμματά του εἶναι πράγματι περισπούδαστα. Εἰδικά, τὸ περίφημο βιβλίο του «Μεταξὺ Οὐρανοῦ καὶ γῆς», ἔγινε αἰτία πολλοὶ νέοι νὰ ἐγκαταλείψουν τὸν κόσμο καὶ νὰ στραφοῦν πρὸς τὴν μοναχικὴ ζωή.

῍Ας ἀκούσουμε ὅμως τὸν κ. ᾿Αθανάσιο Σακαρέλλο, ποὺ τὸν γνώρισε προσωπικῶς, νὰ μᾶς διηγῇται τὰ περὶ τοῦ προσώπου του: «῎Αλλος ὅμως ἦταν ὁ π. Θεόκλητος τὰ πρῶτα χρόνια τῆς γνωριμίας μας καὶ ἄλλος, δυστυχῶς, ὁ μετέπειτα. Τὰ πρῶτα χρόνια τῆς γνωριμίας μας ὁ π. Θεόκλητος ἐξέφραζε ἀρκετὰ τὴν Πατερικὴ Παράδοση. ῏Ηταν ἕνας ἀντι-παπικὸς καὶ ἀνθενωτικὸς μοναχός. Τὰ πρῶτα αὐτὰ χρόνια τῆς γνωριμίας μας ὁ π. Θεόκλητος ἀσκοῦσε ὀξυτάτη κριτικὴ στὸν ᾿Αθηναγόρα. Τὸν θεωροῦσε αἱρετικό. Τὸν ἀποκαλοῦσε “στόμα τοῦ ῞ᾼδη”! Δὲν ἦταν εὐχαριστημένος ἀπὸ τοὺς (παλαιοὺς) ἁγιορεῖτες μοναχούς, οὔτε μὲ τὸν γέροντά του, τὸν π. Γαβριὴλ... ἦταν εὐχαριστημένος... ᾿Εν τῷ μεταξὺ ὁ π. Θεόκλητος ἄρχισε ὁ ἴδιος νὰ μεταλλάσσεται. ῎Αρχισε νὰ συμφιλιώνεται μὲ τὸ Πατριαρχεῖο. ῎Εφτασε στὸ σημεῖο νὰ γίνει ὁ ἔμπιστός του στὸ ῞Αγιον ῎Ορος. ῾Ο ἴδιος δέ, ἀποκήρυξε τὰ πρῶτα ἄρθρα του, μὲ τὰ ὁποῖα στρέφονταν ἐναντίον τοῦ ᾿Αθηναγόρα. Τὰ θεωροῦσε πλέον ὡς προϊόντα νεανικοῦ ἐνθουσιασμοῦ, ποὺ ἔπαυσαν πλέον νὰ τὸν ἐκφράζουν. ᾿Ακόμα καὶ τὶς κακόδοξες δηλώσεις τοῦ ᾿Αθηναγόρα, τὶς θεωροῦσε ὡς ἁπλὲς ἐκφράσεις, ποὺ εἰπωθηκαν ἀπὸ τὸν Πατριάρχη στὰ πλαίσια τῶν κοινωνικῶν του σχέσεων! ῎Επαυσε πλέον νὰ ὀσφραίνεται κανένα κίνδυνο γιὰ τὴν ᾿Ορθοδοξία. ῾Ο π. Θεόκλητος δὲν εἶχε ἐκτίμηση καὶ σὲ ὁρισμένους καταξιωμένους ἁγιορεῖτες γεροντάδες, τοὺς ὁποίους ἄκουσα νὰ ἀποκαλεῖ ψευτοαγίους. Μεταξὺ αὐτῶν συγκατέλεγε καὶ τὸν π. Παΐσιο. Σχημάτισα τὴ γνώμη ὅτι αὐτὰ τὰ ἔλεγε μᾶλλον ἀπὸ κάποια ζηλοτυπία. Καλύτερη γνώμη εἶχε ἀρχικὰ γιὰ τοὺς “Ζηλωτὲς” τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους, δηλαδὴ τοὺς Παλαιοημερολογίτες. Γρήγορα ὅμως ἄρχισε νὰ καταφέρεται καὶ κατ᾿ αὐτῶν...»[34].

᾿Εδῶ τελειώνει ἡ ἀναφορά μας στὸν π. Θεόκλητο τὸν Διουνυσιάτη, τὸν ὁποῖον θὰ συναντήσουμε καὶ κατωτέρω. Παρατηροῦμε πάντως καὶ ἐδῶ, ὅτι οἱ λεγόμενοι «παραδοσιακοὶ» δὲν διακρίνονται γιὰ συνεπῆ καὶ ἀξιόπιστη πορεία. ᾿Ενῶ ἀρχικὰ ἀποκαλοῦσε τὸν ᾿Αθηναγόρα «στόμα τοῦ ͺͺ῞Αδη», ἔξαφνα ἄλλαξε τελείως πλεύση καὶ θεώρησε ὅτι οἱ βλάσφημες δηλώσεις του εἰπώθηκαν στὰ πλαίσια τῆς ἀσκήσεως διπλωματίας ἀπὸ μέρους του, ἐνῶ γνώριζε πολὺ καλά, ὅτα στὰ τῆς πίστεως δὲν χωρεῖ διπλωματία. Πῶς λοιπὸν νὰ ἐμπιστευθῇ κανεὶς γέροντες ὡσὰν τὸν π. Θεόκλητο, οἱ ὁποῖοι «ἄλλα λέγουν τὸ πρωῒ καὶ ἄλλα τὸ βράδυ» καὶ ἀλλάζουν τὰ πιστεύω τους πιὸ γρήγορα ἀπὸ ὅτι ἀλλάζουν τὰ ἐνδύματά τους;

῞Ενας ἄλλος ξακουστὸς «παραδοσιακὸς» γέροντας τοῦ νέου ἡμερολογίου ποὺ ἀναφέραμε ἀνωτέρω, σφοδρὸς πολέμιος τῶν παλαιοημερολογιτῶν, ἦταν ὁ πολὺς π. ᾿Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος. Αὐτὸς εἶναι, μεταξὺ τῶν ἄλλων, γνωστὸς γιὰ τὸ περιβόητο σύγγραμμά του «Τὰ δύο ἄκρα: Οἰκουμενισμὸς καὶ Ζηλωτισμός», τὸ ὁποῖο οἱ νεοημερολογίτες ἔχουν κάνει σημαία τους. ῾Ο π. ᾿Επιφάνιος βεβαίως πολέμησε τὸν Ζηλωτισμὸ καὶ προτίμησε τὸ ἄλλο «ἄκρο», τὸν Οἰκουμενισμό, κάνοντας λάβαρό του τὴν ὑπὲρ τοῦ δέοντος χρήση οἰκονομίας σὲ θέματα πίστεως, στὰ ὁποῖα δὲν χωρεῖ οἰκονομία. Στὴν παρουσίαση τῶν πεπραγμένων του θὰ ἔχουμε καὶ πάλι ὡς ὁδηγὸ τὸν κ. ᾿Αθανάσιο Σακαρέλλο, ποὺ γνώρισε τὰ πράγματα καὶ τὰ πρόσωπα ἀπὸ κοντά.

Γράφει λοιπὸν ὁ κ. Σακαρέλλος: «Γιὰ τὸ θέμα τοῦ παπισμοῦ, ποὺ ἐγὼ τότε ἐνδιαφερόμουνα ἰδιαίτερα, ὁ π. ᾿Επιφάνιος δὲν ἀνησυχοῦσε, ὅπως ὅλοι οἱ πνευματικοὶ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη. (σ.σ.: ῾Η ταυτόχρονη ἔνοχη σιωπὴ τῶν πνευματικῶν). Πίστευε, ὅτι ἦταν “νεφύδριο”, ὅπως ἔλεγε ὁ Μέγας ᾿Αθανάσιος γιὰ τὸν “ἀρειανισμό”. Νόμιζε ὅτι τὰ πράγματα θὰ ἄλλαζαν γρήγορα, ὅταν θὰ πέθαινε ὁ ᾿Αθηναγόρας!... Παρὰ ταῦτα... ἔγραφε ἐναντίον τοῦ παπισμοῦ, τοῦ οἰκουμενισμοῦ, τοῦ ᾿Αθηναγόρα καὶ ὅλων τῶν φιλενωτικῶν! Καὶ σ᾿ αὐτὸ διέφερε ἀπὸ τοὺς ἄλλους πνευματικοὺς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. ᾿Αργότερα ἄρχισε νὰ πιστεύει, ὅτι ὁ ᾿Αθηναγόρας καὶ ὁρισμένοι ἐπίσκοποι τοῦ Φαναρίου ὑπερέβησαν τὰ ὅρια ἀσφαλείας ἀπὸ ἕνα ᾿Ορθόδοξο. Γι᾿ αὐτό, τὸ 1970, ὑποστήριξε τὴ διακοπὴ τοῦ μνημοσύνου τοῦ ὀνόματος τοῦ ᾿Αθηναγόρα. Δὲν συμφωνοῦσε ὅμως καὶ μὲ τὴ παύση τῆς “κοινωνίας”, μὲ ὅσους μνημόνευαν τὸν ᾿Αθηναγόρα, γιατὶ νόμιζε ὅτι ἔτσι θὰ ἀποκόπτονταν κάποιος ἀπὸ τὴν ᾿Εκκλησία»[35].

Τώρα πῶς μπορεῖ νὰ εὐσταθῇ θεολογικῶς καὶ ἐκκλησιολογικῶς ἡ ἄποψη, ὅτι ἀποκόπτεται ἀπὸ τὴν ᾿Εκκλησία ἐκεῖνος ποὺ παύει νὰ ἔχῃ κοινωνία μὲ τοὺς μνημονεύοντες αἱρετικὸ ἐπίσκοπο, αὐτὸ μόνον ὁ π. ᾿Επιφάνιος καὶ οἱ ὁμόφρονές του μποροῦν νὰ μᾶς τὸ ἐξηγήσουν. Παύουμε δηλαδὴ τὸ μνημόσυνο τοῦ ψευδεπισκόπου, ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ δὲν πράττουμε ἐμεῖς τὸ πράττουν οἱ ἄλλοι γιὰ ἐμᾶς —οἱ πνευματικοί μας ἀδελφοί— (ἐμεῖς δὲν μνημονεύουμε, αὐτοὶ μνημονεύουν) καὶ ἔτσι ἡ αἵρεση καὶ ὁ μολυσμὸς τῆς πίστεως συνεχίζουν νὰ παραμένουν ἐντὸς τῶν τειχῶν.

Σχετικῶς μὲ τὴν διακοπὴ μνημοσύνου αἱρετικοῦ ἐπισκόπου ὁ π. ᾿Επιφάνιος λέγει στὸ βιβλίο του «Τὰ δύο ἄκρα», μεταξὺ τῶν ἄλλων, τὰ ἑξῆς: «Τοῦτο ὅμως (σ.σ.: ἡ διακοπὴ μνημοσύνου) εἶναι τὸ ἔσχατο βῆμα, εἰς ὃ δύναται νὰ προχωρήσῃ, ἂν θέλῃ νὰ μὴ εὑρεθῇ εἰς σχίσματα καὶ εἰς ἀνταρσίας. Παύων δηλαδὴ τὸ μνημόσυνον, δὲν θὰ μνημονεύῃ ἑτέρου ᾿Επισκόπου (σ.σ.: αὐτὸ εἶναι ποὺ τοὺς καίει) ...ἀλλὰ θὰ ἀναμένῃ... μετ᾿ ἠρέμου συνειδήσεως τὴν κρίσιν Συνόδου»[36]. Καὶ πάλι τὸ «πρὸ συνοδικῆς διαγνώσεως» τοῦ ΙΕ´ κανόνος τῆς Α´Β´ Συνόδου δὲν λαμβάνεται ὑπόψιν.

Παρακάτω ὁ κ. Σακαρέλλος γράφει, ὅτι ὁ π. ᾿Επιφάνιος ἦταν ἐκεῖνος ποὺ ἐξώθησε τὸν μητροπολίτη ᾿Ελευθερουπόλεως ᾿Αμβρόσιο νὰ σταματήσῃ τὸ μνημόσυνο τοῦ ᾿Αθηναγόρα. Τὸ παράδειγμα τοῦ ᾿Αμβροσίου ἀκολούθησαν λίγο ἀργότερα ὁ Φλωρίνης Αὐγουστῖνος Καντιώτης καὶ ὁ Παραμυθίας Παῦλος Καρβέλης. «Διατήρησαν ὅμως “κοινωνία” μὲ ὅσους ἐξακολουθοῦσαν νὰ μνημονεύουν τὸν ᾿Αθηναγόρα. ῎Ετσι, ἡ διακοπὴ αὐτὴ τοῦ μνημοσύνου ἦταν “κολοβὴ” καὶ φαιδρή, γιατὶ σὲ μιὰ γιορτὴ ποὺ μπορεῖ νὰ συλλειτουργοῦσε ἕνας ἀπ᾿ τοὺς τρεῖς αὐτοὺς Μητροπολίτες, μὲ κάποιον ἄλλο Μητροπολίτη τῶν Νέων χωρῶν, ὁ μὲν ἕνας δὲν μνημόνευε τὸν ᾿Αθηναγόρα, τὸν μνημόνευε ὅμως ὁ ἄλλος στὴν ἴδια λειτουργία! ῾Οπότε μιὰ τέτεια διακοπὴ μνημοσύνου, ποὺ τὴν εἰσηγήθηκε ὁ π. ᾿Επιφάνιος, δὲν ἦταν ἰδιαίτερα ὀδυνηρὴ γιὰ τὸν ᾿Αθηναγόρα. Μᾶλλον, οἱ πονηροὶ φαναριῶτες θὰ γελοῦσαν σὲ βάρος μας!... Τὸ πρόβλημα μὲ τὸν π. ᾿Επιφάνιο ἦταν, ἀφενὸς μέν, ἡ θεολογία τὴν ὁποία ἐξέφραζε, καὶ κυρίως ἡ “ἐκκλησιολογία” του, καὶ ἀφετέρου, ὁ λεγόμενος “ἀντι-παλαιοημερολογιτισμός” του... κατέστη ὁ περισσότερο γνωστὸς  ἀντι-παλαιοημερολογίτης. Σ᾿ αὐτὸ τὸν βοήθησαν ὄχι μόνο οἱ πολλὲς γνώσεις του, ἀλλὰ καὶ οἱ πολλές του ἱκανότητες, ὥστε μὲ λογικὰ ἐπιχειρήματα νὰ μπορεῖ νὰ ἐπιβάλει τὴ γνώμη του καὶ ἐκεῖ ἀκόμα ποὺ τυχὸν δὲν εἶχε δίκιο»[37].

᾿Εξαιτίας αὐτῆς του τῆς θεολογίας, ἔρχόταν σὲ ἀντιπαράθεση ἀκόμη κὰι μὲ ἐξέχουσες θεολογικὲς προσωπικότητες, ὅπως τὸν π. ᾿Ιωάννη Ρωμανίδη, τοῦ ὁποίου ἡ θεολογία ἦταν καθαρὰ πατερική. Σὲ μία κατ᾿ οἶκον συνάντηση στὴν ᾿Αθήνα, προκλήθηκε σφοδρὴ σύγκρουση μεταξὺ τοῦ π. ᾿Ιωάννη Ρωμανίδη καὶ τοῦ π. ᾿Επιφανίου. ᾿Ακοῦμε τὸν ἴδιο τὸν κ. Σακαρέλλο νὰ ἐξιστορῇ τὸ περιστατικό: «Στὴ συνάντηση αὐτὴ συζητήθηκε τὸ θέμα τοῦ Παλαιοῦ ῾Ημερολογίου. ῾Ο π. ᾿Επιφάνιος ὑποστήριζε, ὅπως πάντα, ὅτι οἱ Παλαιοημερολογίτες εἶναι σχισματικοὶ καὶ ἐκτὸς ᾿Εκκλησίας! ᾿Αντίθετη γνώμη εἶχε ὁ π. ᾿Ιωάννης Ρωμανίδης. Τὴν τεκμηρίωνε μὲ ἀδιάσειστα πατερικὰ θεολογικὰ ἐπιχειρήματα. ῾Ο π. ᾿Ιωάννης Ρωμανίδης ὑποστήριζε, ὅπως πάντα, τοὺς Παλαιοημερολογίτες. Πίστευε ὅτι εἶχαν κι ἔχουν δίκιο. Τὸ “ἡμερολογιακὸ” ἔλεγε εἶναι “Κανονικοδογματικὸ ζήτημα”!... ὁ π. ᾿Ιωάννης Ρωμανίδης... “ἔξω φρενῶν” μοῦ εἶπε τὴν ἑπομένη μέρα γιὰ τὸν π. ᾿Επιφάνιο: —Τί εἶναι αὐτὰ ποὺ λέει αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος! Αὐτὸς εἶναι ὁ ᾿Επιφάνιος, ποὺ μοῦ ἐπαινεῖς; Καὶ μοῦ ἐξιστόρησε ὅλη τὴ συζήτησή του, ἐκφράζοντας τὴν ἀπόλυτη ἀντίθεσή του μὲ τὶς θεολογικὲς ἀπόψεις του»[38]. ῾Ο π. ᾿Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος λοιπόν, ὅπως τονίζει ὁ κ. Σακαρέλλος, «θεωροῦσε τοὺς Παλαιοημερολογίτες σχισματικούς, ἀκόμα καὶ αἱρετικούς! Θεωροῦσε τὴν παύση τῆς “κοινωνίας” μὲ τοὺς κακοδόξους ἐπισκόπους, μόνο ὡς δικαίωμα τῶν πιστῶν, καὶ ὄχι ὡς ὑποχρέωσή τους. (σ.σ.: ὑπέρμαχος τῆς δυνητικῆς ἑρμηνείας). Δὲν ἤθελε νὰ ἀκούσει γιὰ παύση “κοινωνίας” μὲ ὅσους “κοινωνοῦν” μὲ αἱρετικούς!»[39].

Σὲ ἀπαντητική του ἐπιστολὴ σὲ ῾Αγιορεῖτες μοναχοὺς καὶ πνευματικά του τέκνα, ποὺ τὸν ἐρωτοῦν σχετικῶς, δέχεται μὲν τὴν παύση τοῦ μνημοσύνου τοῦ ᾿Αθηναγόρα, ἀρνεῖται ὅμως τὴν προσχώρηση στοὺς «Ζηλωτὲς» μὲ ἰσχυρισμοὺς καὶ ἐπιχειρήματα, ποὺ εἶναι ἀνιστόρητα καὶ ἀθεολόγητα, κατὰ τὸν κ. Σακαρέλλο. ῾Η ἐπιστολὴ αὐτή, ἂν καὶ ἀνερμάτιστη θεολογικά, διαφημίστηκε τόσο πολύ, ὥστε ἔγινε τὸ ἐντρύφημα κάθε νεοημερολογίτη. Εἶναι πάντως γεγονὸς ὅτι οἱ ἀπόψεις τοῦ π. ᾿Επιφανίου, ἀπαράδεκτες ἀπὸ πλευρᾶς Πατερικῆς παραδόσεως, λόγῳ τῆς φήμης καὶ τοῦ κύρους τοῦ ἀνδρός, ἐπηρέασαν καὶ ἐπηρεάζουν πολὺ κόσμο· θεολόγους, κληρικούς, ἱεράρχες καὶ μοναχούς.

Καὶ συνεχίζει ὁ κ. Σακαρέλλος: «῞Οταν σὲ κάποια συζήτησή μας ἔκρουσα τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου τῆς ᾿Ορθοδοξίας ἀπὸ τοὺς Λατινόφρονες Πατριάρχες, μοῦ εἶπε: —῎Αχ, νὰ μὴν ὑπῆρχαν αὐτοὶ οἱ Παλαιοημερολογίτες καὶ θὰ ἔβλεπες, τί θὰ ἔκανα! ῎Εκπληκτος, τοῦ ἀπάντησα: —Πάτερ μου, ὑπόθεσε, πὼς δὲν ὑπάρχουν οἱ Παλαιοημερολογίτες. Γιατί δὲν κάνεις αὐτὸ ποὺ προστάζουν οἱ Κανόνες κι οἱ Πατέρες; Καὶ ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ πολεμᾷς ὅσους ἔκαμαν αὐτό, ποὺ λένε οἱ Πατέρες; Μετὰ ἀπὸ αὐτά, δὲν δόθηκε ἄλλη συνέχεια στὴ συζήτησή μας.

» Μιὰ ἄλλη δὲ φορά, ὁ “᾿Ορθόδοξος Τύπος” εἶχε δημοσιεύσει ἕνα ἄρθρο μὲ φοβερὰ στοιχεῖα γιὰ τὴ διάβρωση τῆς ᾿Ορθοδοξίας ἀπὸ τὸν Οἰκουμενισμό. ῾Ο π. ᾿Επιφάνιος ἔτυχε νὰ λάβει γνώση τοῦ φύλλου τῆς ἐφημερίδας αὐτῆς μιὰ μέρα πρὸ τῆς κυκλοφορίας της. ᾿Ανησύχησε πολὺ ἀπὸ τὸ δημοσίευμα αὐτό. Φοβήθηκε, μήπως τὸ ἐκμεταλλευτοῦν οἱ Παλαιοημερολογίτες. ῎Επεισε τοὺς ὑπευθύνους τῆς ἐφημερίδας αὐτῆς νὰ πολτοποιήσουν τὸ τεῦχος αὐτὸ καὶ ἀνέλαβε τὰ ἔξοδα γιὰ τὴν ἐκτύπωση νέου, χωρὶς τὸ ἐπίμαχο δημοσίευμα!

» ᾿Απὸ τὴν ἄλλη μεριά, ὁ π. ᾿Επιφάνιος ἐκμεταλλεύονταν ὁρισμένες ἄστοχες ἐνέργειες Παλαιοημερολογιτῶν γιὰ νὰ πλήξει τὴν ᾿Εκκλησία τους. Εἶχαν ὅμως καὶ κάποια δικαιολογία οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, γιατὶ βρίσκονταν σὲ διωγμὸ ἀπὸ τοὺς ἐπισκόπους τῆς κρατικῆς ᾿Εκκλησίας. ᾿Ακόμα, πρέπει νὰ ληφθεῖ ὑπόψη ὅτι οἱ Παλαιοημερολογίτες, πολλὲς φορές, δὲν εἶχαν καὶ τὴν καλύτερη ἐκπροσώπηση. Αὐτὸ ἔδωσε πολλὲς φορὲς εὐκαιρίες στὸν π. ᾿Επιφάνιο γιὰ ὀξεία κριτικὴ σὲ βάρος τους. ᾿Εγώ, ὅμως ἂν καὶ δὲν ἤμουνα τὴν ἐποχὴ ἐκείνη Παλαιοημερολογίτης, τοὺς βοηθοῦσα, ὅσο μποροῦσα. Αὐτο ἐνοχλοῦσε τὸν π. ᾿Επιφάνιο. Γι᾿ αὐτὸ σὲ μιὰ συζήτηση μοῦ εἶπε: — Θὰ πᾶς στὴ κόλαση, γιατὶ γίνεσαι αἰτία, ἡ μισὴ ῾Ελλάδα νὰ εἶναι μὲ τὸ Παληὸ! Τοῦ ἀπάντησα: —Εὐτυχῶς, πάτερ μου, γιατὶ ἡ ἄλλη μισὴ ῾Ελλάδα, ἐξ αἰτίας σου, εἶναι μὲ τὸν... Πάπα!»[40].

᾿Απὸ τὰ παραπάνω μπορεῖ κανεὶς εὔκολα νὰ διαπιστώσῃ τὸ μένος τοῦ π. ᾿Επιφανίου κατὰ τῶν παλαιοημερολογιτῶν, ἕνα μένος ἀδικαιολόγητο καὶ ἐντελῶς ἀτεκμηρίωτο. Δὲν τὸν ἐνδιέφερε τόσο τὸ νὰ κατηχήσῃ τὸν λαὸ στὶς ἀλήθειες περὶ Οἰκουμενισμοῦ καὶ νὰ τὸν προστατεύσῃ ἀπὸ τὴν ψυχόλεθρον ἐπίδραση τῆς συγκρητιστικῆς πλάνης, ὅσο τὸ νὰ πολεμήσῃ μὲ κάθε μέσο —θεμιτὸ καὶ ἀθέμιτο— καὶ μὲ κάθε εὐκαιρία ποὺ τοῦ παρουσιαζόταν, τοὺς παλαιοημερολογίτες· καὶ νὰ ἐμποδίσῃ μὲ ὅλες του τὶς δυνάμεις τὴν πρόοδο καὶ τὴν προαγωγὴ τοῦ ἔργου τῆς ᾿Εκκλησίας τῶν γνησίων ᾿Ορθοδόξων, ἔστω καὶ ἂν αὐτή του ἡ στάση ἐρχόταν σὲ πλῆρη ἀντίθεση μὲ τὴν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Κάτι ποὺ ὁ ἴδιος τὸ γνώριζε πολὺ καλά. Μάλιστα, ἀπολύτως συνειδητὰ δὲν ἔπραττε ὅ,τι ἐπιτάσσουν οἱ ἱεροὶ κανόνες, προκειμένου, ὅπως ὁ ἴδιος ἔλεγε, νὰ μὴν ἐπωφεληθοῦν οἱ παλαιοημερολογίτες.

Στὸ σημεῖο αὐτό, ὀλοκληρώνοντας τὴν ἀναφορά μας στὸν π. ᾿Επιφάνιο Θεοδωρόπουλο, δὲν θὰ μπορούσαμε νὰ λησμονήσουμε μία σύγχρονη ῾Αγιορειτικὴ μορφή, ποὺ δὲν εἶναι πλέον ἐν ζωῇ καὶ ποὺ πολλοὶ τὴν κατατάσσουν μεταξὺ τῶν ἁγίων. Αὐτὴ ἡ μορφὴ δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὸν π. Παΐσιο τὸν ῾Αγιορείτη. ῾Ο π. Παΐσιος ἐθεωρεῖτο κατὰ γενικὴ ὁμολογία ἕνας ἐνάρετος μοναχός, ποὺ ἔδιδε σοφὲς καὶ εὐφυεῖς συμβουλές. ᾿Επὶ πατριαρχείας ᾿Αθηναγόρα ἔγραφε στὸν π. Χαράλαμπο Βασιλόπουλο, γιὰ τὰ πρωτοφανῆ τότε ἀνοίγματα τοῦ πατριάρχη πρὸς τὸν Πάπα, τὰ ἑξῆς: «Τὰ γραφόμενά μου δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἕνας βαθύς μου πόνος γιὰ τὴν γραμμὴν καὶ τὴν κοσμικὴν ἀγάπην, δυστυχῶς, τοῦ πατέρα μας κ. ᾿Αθηναγόρα. ῞Οπως φαίνεται, ἀγάπησε μίαν ἄλλην γυναίκα μοντέρνα, ποὺ λέγεται Παπικὴ ᾿Εκκλησία, διότι ἡ ᾿Ορθόδοξος Μητέρα μας δὲν τοῦ κάμνει καμμίαν ἐντύπωσι, ἐπειδὴ εἶναι πολὺ σεμνή... ᾿Ενῶ θὰ ἔπρεπε νὰ δείξῃ ἀγάπη πρῶτα σὲ μᾶς τὰ παιδιά του καὶ στὴ Μητέρα μας ᾿Εκκλησία, αὐτός, δυστυχῶς, ἔστειλε τὴν ἀγάπη του πολὺ μακριά. Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν νὰ ἀναπαύσῃ μὲν ὅλα τὰ κοσμικὰ παιδιά, ποὺ ἀγαποῦν τὸν κόσμον καὶ ἔχουν τὴν κοσμικὴν αὐτὴν ἀγάπην, νὰ κατασκανδαλίσῃ ὅμως ὅλους ἐμᾶς, τὰ τέκνα τῆς ᾿Ορθοδοξίας, μικρὰ καὶ μεγάλα, ποὺ ἔχουν φόβο Θεοῦ.

» Μετὰ λύπης μου, ἀπὸ ὅσους φιλενωτικοὺς ποὺ ἔχω γνωρίσει, δὲν εἶδα οὔτε ψίχα πνευματικὴ οὔτε φλοιό. Ξέρουν, ὅμως, νὰ ὁμιλοῦν γιὰ ἀγάπη καὶ ἑνότητα, ἐνῶ οἱ ἴδιοι δὲν εἶναι ἑνωμένοι μὲ τὸν Θεόν, διότι δὲν Τὸν ἔχουν ἀγαπήσει... ᾿Επίσης, ἂς γνωρίσωμεν καλὰ ὅτι ἡ ᾿Ορθόδοξος ᾿Εκκλησία μας δὲν ἔχει καμμίαν ἔλλειψιν. (Σ.σ.: Τὸ λέγει τοῦτο, διότι ὁ Πάπας θεωρεῖ πὼς μόνο ἂν ἀναγνωρίσουμε τὸ Πρωτεῖο του, θὰ εἴμασθε πλήρεις ὡς ᾿Ορθόδοξοι καὶ θὰ πάψουμε νὰ εἴμασθε ἐλλειπεῖς. Καὶ συνεχίζει ὁ π. Παΐσιος:) ῾Η μόνη ἔλλειψις, ποὺ παρουσιάζεται, εἶναι ἡ ἔλλειψις σοβαρῶν ῾Ιεραρχῶν καὶ Ποιμένων μὲ πατερικὲς ἀρχές»[41]. Αὐτὰ ἔγραφε τότε γιὰ τὸν ᾿Αθηναγόρα ὁ π. Παΐσιος.

Ποία ἦταν ὡστόσο ἡ γνώμη του γιὰ τὸν σημερινὸ Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη Βαρθολομαῖο, ποὺ ἀπὸ πολλοὺς θεωρεῖται πολὺ χειρότερος τοῦ ᾿Αθηναγόρα; ῞Οταν ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος ἐπισκέφθηκε τὸ ῞Αγιον ῎Ορος τὸ 1992, ὁ π. Παΐσιος τοῦ ἔβαλε μετάνοια, φωτογραφήθηκε μαζί του καὶ δήλωσε τὰ ἑξῆς: «῾Ο Θεὸς αὐτὰ τὰ δύσκολα χρόνια, οἰκονόμησε τὸν καλύτερο Πατριάρχη»[42]. (Σ.σ.: Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ κ. Βαρθολομαῖoς, γιὰ νὰ τὸν ἀνταμείψῃ, προχώρησε προσφάτως στὴν ἁγιοποίησή του).

Ποιὸς εἶναι ὅμως ὁ «καλύτερος Πατριάρχης» τοῦ π. Παϊσίου; ῍Ας δοῦμε κάποια σημεῖα τῆς διδασκαλίας του. Εἶναι ἐκεῖνος ποὺ κηρύττει ὅι καὶ οι Μουσουλμάνοι θὰ πᾶνε στὸν παράδεισο καὶ χαρακτηρίζει τὸ πολεμοχαρὲς κοράνιο «῞Αγιο»[43]! Εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ὑποστηρίζει ὅτι καὶ οἱ ἄλλες θρησκείες σώζουν τὸν ἄνθρωπο! ᾿Εκεῖνος ποὺ ἀμνηστεύει τοὺς ἀμετανοήτους σταυρωτὲς τοῦ Χριστοῦ, μὲ τὴν ἀνεκδιήγητον βλασφημία, ὅτι ὁ θεομάχος ᾿Ιουδαϊσμὸς εἶναι εὐλογημένος[44]! (Γι᾿ αὐτὸ καὶ εἶναι τιμώμενο πρόσωπο στὶς συναγωγὲς τῶν ῾Εβραίων). ᾿Εκεῖνος ποὺ θεωρεῖ ὅτι καὶ οἱ λεσβίες παπαδίνες, καθὼς καὶ οἱ ὁμοφυλόφιλοι ἱερεῖς τῶν αἱρετικῶν ᾿Αγγλικανῶν ἐνεργοῦν τὰ μυστήρια[45]!

Εἶναι ἐκεῖνος ποὺ τόλμησε νὰ ξεστομίσῃ τὴν κορυφαία ἀσέβεια, ὅτοι οἱ προπάτορές μας, δηλαδὴ οἱ Πατέρες τῆς ᾿Εκκλησίας μας, «ὑπῆρξαν ἀτυχῆ θύματα τοῦ ἀρχεκάκου ὄφεως» (τοῦ διαβόλου), διότι, ὅπως λέγει, «κληροδότησαν» σὲ ἐμᾶς τὴν «διάσπαση» καὶ τὸν χωρισμὸ ἐπειδὴ πολέμησαν μέχρι τελικῆς πτώσεως τοὺς αἱρετικοὺς καὶ δὲν τοὺς ἐπέτρεψαν νὰ σκορπίσουν τὸν ὄλεθρο καὶ τὴν καταστροφὴ στὸ σῶμα τῆς ᾿Εκκλησίας. Σύμφωνα μὲ τὸν κ. Βαρθολομαῖο τὸ γεγονός, ὅτι οἱ ῞Αγιοι Πατέρες ἐξοβέλισαν τὸν Πάπα καὶ τοὺς λοιποὺς αἱρετικοὺς ἀπὸ τὴν ᾿Εκκλησία, ἀποτελεῖ ἀσυγχώρητο ἔγκλημα γιὰ τὸ ὁποῖο θὰ δώσουν λόγο ἐν ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως ἐνώπιον τοῦ Δικαιοκρίτου Θεοῦ! (Ποιὸν θεὸ ἐννοεῖ ἄραγε; Διότι ἐὰν ἐννοεῖ τὸν Χριστό, θὰ εὑρεθῇ πρὸ μεγάλης καὶ ὀδυνηρᾶς ἐκπλήξεως ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ. Πιὸ ὀδυνηρᾶς δὲν γίνεται!!!). Μάλιστα μὲ ἀπαράμιλλο θράσος αἰτεῖται τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ ὑπὲρ τῶν Πατέρων τῆς ᾿Εκκλησίας, «παρακαλεῖ» τὸν Θεὸ νὰ λυπηθῇ τὴν ψυχή τους καὶ ἐπιλέγει ὅτι «ὀφείλομεν ἐνώπιον Αὐτοῦ, ὅπως ἐπανορθώσομεν τὰ σφάλματα ἐκείνων»[46].

Αὐτὸς εἶναι ὁ κ. Βαρθολομαῖος, ὁ «καλύτερος Πατριάρχης» τοῦ π. Παϊσίου, ὁ ὁποῖος θὰ «ἐπανορθώσῃ τὰ σφάλματα» τῶν ῾Αγίων προμάχων τῆς Παναχράντου καὶ Παναμώμου ᾿Ορθοδοξίας μας, τὴν ὁποία ἔχει, ὡς μοναδικὸ σκοπὸ τῆς ζωῆς του, νὰ μολύνῃ καὶ νὰ δηλητηριάσῃ μὲ τὸν μολυσμὸ καὶ τὸ δηλητήριο τοῦ συγκρητιστικοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τῆς ἰσοπεδωτικῆς πανθρησκείας τοῦ ᾿Αντιχρίστου, ἀκολουθώντας πορεία ἀντίθετη ἀπὸ αὐτὴ τῶν θείων Πατέρων. ᾿Αλλὰ γιὰ νὰ μὴ θεωρηθῇ ὅτι ἐκφέρουμε προσωπικές μας κρίσεις, ἂς ἀκούσουμε τί γνώμη ἔχει γιὰ τὸν σημερινὸ πατριάρχη ὁ π. Θεόδωρος Ζήσης. ῎Εχει βαρύνουσα σημασία ἡ γνώμη του, διότι, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, ὁ π. Θεόδωρος χειροτονήθηκε πρεσβύτερος ἀπὸ τὸν κ. Βαρθολομαῖο. ῾Επομένως δὲν ἔχει κανένα λόγο νὰ εἶναι προκατειλημμένος, ἢ νὰ ἔχῃ ἀρνητικὴ προδιάθεση ἀπέναντι στὸ πρόσωπο τοῦ πατριάρχη. Λέγει λοιπὸν ὁ π. Θεόδωρος: «᾿Αναλογικὰ θὰ ἔπρεπε σήμερα νὰ ἔχουμε κόψει τὸ μνημόσυνο τοῦ πατριάρχη χίλιες φορές, διότι αὐτὰ ποὺ κάνει σήμερα ὁ Βαρθολομαῖος εἶναι πολὺ χειρότερα καὶ πολὺ πιὸ τολμηρὰ ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ διέπραξε τότε ὁ ᾿Αθηναγόρας. ᾿Αλλὰ ποιὸς γνωρίζει; Ποιὸς  ἐνημερώνεται γιὰ ὅλα αὐτά; Καὶ πῶς ἐμεῖς σήμερα ἐξακολουθοῦμε νὰ μὴν ἔχουμε τὴν εὐαισθησία ποὺ εἶχαν αὐτοί; Οἱ ῾Αγιορεῖτες τότε ἔκοψαν τὸ μνημόσυνο τοῦ ᾿Αθηναγόρα μὲ μικρότερα ἐκκλησιαστικὰ ἀνοίγματα καὶ παραπτώματα»[47].

῾Ο π. Θεόδωρος κάνει ἐπίσης ἀναφορὰ στὸν ᾿Ελευθερουπόλεως ᾿Αμβρόσιο, ὁ ὁποῖος ἀνακοίνωσε τὴ διακοπὴ μνημοσύνου τοῦ κ. ᾿Αθηναγόρα, λέγοντας μεταξὺ τῶν ἄλλων ὡς ἑξῆς: «Τὸ Φανάρι πλήττει θανασίμως τὴν ᾿Ορθοδοξία. ᾿Εξαντλήθηκε ἡ ὑπομονή μου καὶ σταματῶ πλέον τὸ μνημόσυνο τοῦ πατριάρχου»[48]. Αὐτὰ ἐγίνοντο τότε ἐπὶ ᾿Αθηναγόρα. Τώρα ὅμως μὲ τὸν πολὺ χειρότερο κ. Βαρθολομαῖο, ὄχι μόνο δὲν ἐξαντλεῖται ἡ ὑπομονὴ ἱεραρχῶν, κληρικῶν καὶ μοναχῶν, ἀλλὰ χαρακτηρίζεται ὡς ὁ «καλύτερος Πατριάρχης» ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ ἔχουν τὴν φήμη μεγάλων ἁγίων τῆς ἐποχῆς μας.

Κάποιοι ἴσως νὰ σπεύσουν νὰ προβάλλουν τὴν ἔνσταση, ὅτι ὅταν ἔκαμε τὴν ἐπίμαχη δήλωση ὁ π. Παΐσιος, δὲν εἶχε ἀκόμη πράξει ὁ κ. Βαρθολομαῖος ὅλα ὅσα ἔπραξε στὴ συνέχεια. Τί καλὸ ὅμως πρόλαβε νὰ διαπιστώσῃ ὁ ῾Αγιορείτης ἀσκητὴς στὸν κ. Βαρθολομαῖο, ὥστε νὰ τὸν χαρακτηρίσῃ ὡς τὸν «καλύτερο Πατριάρχη» τῆς ἐποχῆς μας; ῞Ενας χαρακτηρισμὸς ποὺ ἐκφεύγει ἀπὸ τὰ ὅρια μιᾶς μετρημένης καὶ συγκρατημένης θετικῆς ἔστω δήλωσης. ᾿Εὰν ὑποθέσουμε ὅτι δὲν εἶχε προλάβει νὰ δῇ κάτι ἀρνητικό, οὔτε ὅμως καὶ κάτι θετικὸ εἶδε, ὥστε νὰ δικαιολογῇται αὐτὴ ἡ ὑπερβολικὴ ἐξύμνηση τοῦ πατριάρχη.

᾿Αντιθέτως ὁ κ. Βαρθολομαῖος ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ κατέθεσε τὰ διαπιστευτήριά του δηλώνοντας κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς ἐνθρονίσεώς του, ὅτι θὰ πορευθῇ μὲ συνέπεια πάνω στὴ γραμμὴ ποὺ χάραξαν οἱ προκάτοχοί του, ἀκολουθώντας τὰ βήματά τους καὶ ἐπαγγελόμενος τὴν ὑλοποίηση τῶν ὁραμάτων τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. ῎Επειτα ὁ «προφητικώτατος» καὶ «χαρισματικὸς» π. Παΐσιος δὲν μποροῦσε νὰ προβλέψῃ τὴ μελλοντικὴ πορεία τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων; ῾Ως «ἅγιος» δὲν κατάφερε νὰ διαγνώσῃ τὴν ἐξέλιξη καὶ τὶς προθέσεις ποὺ θὰ ἐκδήλωνε ὁ «καλύτερος Πατριάρχης»;

῞Ολοι οἱ ῞Αγιοι ἦταν φοβεροὶ διῶκτες καὶ ἀμείλικτοι πολέμιοι τῶν αἱρέσεων. ᾿Αγαποῦσαν τοὺς αἱρετικοὺς ὡς τὰ πλανηθέντα πρόβατα, ἀλλὰ ἀποστρέφονταν τὶς αἱρέσεις καὶ τὶς πολεμοῦσαν μέχρις ἐσχάτων. Δυστυχῶς ὁ κ. Βαρθολομαῖος ὄχι μόνο δὲν εἶναι ὁ καλύτερος πατριάρχης τῆς ἐποχῆς μας, ἀλλὰ δίχως  ἀμφιβολία εἶναι ὁ χειρότερος πατριάρχης ὅλων τῶν ἐποχῶν. Αὐτὸ ὁ π. Παΐσιος, ὡς «ἅγιος», θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ γνωρίζῃ καὶ ὄχι μόνο νὰ μὴν τὸν μνημονεύῃ, ἀλλὰ οὔτε καὶ νὰ ἔχῃ «κοινωνία» πρὸς ἐκείνους ποὺ τὸν μνημονεύουν.

᾿Αλλὰ καὶ στὸ θέμα τοῦ ἑορτολογίου ὁ π. Παΐσιος τήρησε μὲ συνέπεια τὴ στάση ὅλων τῶν μνημονευτῶν πατέρων τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους. Συμβούλευε τοὺς παλαιοημερολογίτες νὰ ἐπιστρέψουν στὸ νέο ἡμερολόγιο γιὰ τὸ «καλὸ» τῆς οἰκογένειάς τους (βάζοντας τὴν ἀγάπη γιὰ τοὺς συγγενεῖς, πάνω ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ) καὶ κατόρθωσε ὥστε μερικὲς ἐνορίες τῶν γνησίων ᾿Ορθοδόξων στὴν ᾿Αθήνα καὶ τὴν Θεσσαλονίκη νὰ ἑνωθοῦν καθ᾿ ὑπόδειξή του μὲ τὴν κρατοῦσα «᾿Εκκλησία», κρατώντας τὸ παλαιὸ ἡμερολόγιο. ῎Ελεγε μεταξὺ τῶν ἄλλων: «“Καλὸ ἦταν νὰ μὴν ὑπῆρχε αὐτὴ ἡ ἑορτολογικὴ διαφορά, ἀλλὰ δὲν εἶναι θέμα πίστεως”. Στὶς ἐνστάσεις, ὅτι τὸ νέο ἡμερολόγιο τὸ ἔκανε ὁ Πάπας, ἀπαντοῦσε: “Τὸ νέο ἡμερολόγιο τὸ ἔκανε ὁ Πάπας καὶ τὸ παλιὸ εἰδωλολάτρης”, ἐννοώντας τὸν ᾿Ιούλιο Καίσαρα»[49].

Βεβαίως, ἐδῶ διαφεύγει ἀπὸ τὸν π. Παΐσιο, ὅτι τὸ ἡμερολόγιο τοῦ εἰδωλολάτρη ᾿Ιουλίου Καίσαρα ἀποτέλεσε γιὰ τοὺς Πατέρες τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τὴν βάση ἐπὶ τῆς ὁποίας καθιέρωσαν τὸ ἑορτολόγιο τῆς ᾿Εκκλησίας καὶ καθόρισαν τὸν ἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα. Γιὰ τὸν π. Παΐσιο ἐντὸς ᾿Εκκλησίας εἶναι μόνο οἱ παλαιοημερολογίτες ποὺ ἔχουν κοινωνία μὲ τὰ πατριαρχεῖα καὶ τὶς «ἐπίσημες ᾿Εκκλησίες»· οἱ ὑπόλοιποι εἶναι κατ᾿ αὐτὸν «ξεκομμένοι» ἀπὸ  τὴν ῎Αμπελο τοῦ Κυρίου, ἂν καὶ θεωροῦσε πὼς οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς «Ζηλωτὲς» καὶ «εὐλάβεια ἔχουν καὶ ἀκρίβεια καὶ ἀγωνιστικότητα καὶ ζῆλο Θεοῦ». Μόνο πού, ὅπως λέει, εἶναι «ἀδιάκριτος, οὐ κατ᾿ ἐπίγνωσιν»[50]. ᾿Εὰν ἐννοεῖ ἐδῶ ὁ. π. Παΐσιος, ὅτι ἔχουν ἀκρίβεια σὲ θέματα Πίστεως, τότε δὲν εἶναι «ξεκομμένοι» ἀπὸ τὴν ῎Αμπελο τοῦ Κυρίου οἱ γνήσιοι ᾿Ορθόδοξοι, ἀλλὰ ὁ ἴδιος καὶ οἱ ὁμόφρονές του.

Σὲ ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν γνωστὴ «καραμέλα» τῶν παραδοσιακῶν τοῦ νέου (καὶ τῶν μνημονευτῶν τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους), ὅτι οἱ παλαιοημερολογίτες ἔχουν ζῆλο χωρὶς ἐπίγνωση, ἔχουμε νὰ ἀπαντήσουμε, ὅτι «ὅσα δὲν φτάνει ἡ ἀλεποῦ τὰ κάνει κρεμαστάρια». Πολὺ θὰ ἤθελαν νὰ ἔχουν τὸν ἁγνὸ καὶ διάπυρο ζῆλο τῶν γνησίων ᾿Ορθοδόξων γιὰ τὸν Θεὸ καὶ τὴν ᾿Ορθοδοξία, ἀλλὰ δὲν μποροῦν νὰ τὸν πλησιάσουν οὔτε κατὰ διάνοια. Καὶ ὄχι μόνο νὰ τὸν πλησιάσουν, ἀλλὰ οὔτε καὶ νὰ τὸν κατανοήσουν μποροῦν· διότι οἱ ἴδιοι εἶναι χλιαροὶ καὶ «νερόβραστοι» στὰ θέματα τῆς Πίστεως.

᾿Ισχύει στὴν περίπτωσή τους ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο λέγει ὁ Κύριος στὴν ᾿Αποκάλυψη τοῦ Εὐαγγελιστοῦ ᾿Ιωάννου: «Οἶδά σου τὰ ἔργα, ὅτι οὔτε ψυχρὸς εἶ οὔτε ζεστός· ὄφελον ψυχρὸς ἦς ἢ ζεστός. Οὕτως ὅτι χλιαρὸς εἶ, καὶ οὔτε ζεστὸς οὔτε ψυχρός, μέλλω  σε ἐμέσαι ἐκ τοῦ στόματός μου»[51]. Βεβαιώνει ὁ Χριστὸς τὸν ἐπίσκοπο τῆς ᾿Εκκλησίας τῆς Λαοδικείας, ὅτι «γνωρίζω καλὰ τὰ ἔργα σου, ὅτι δηλαδὴ οὔτε ψυχρὸς εἶσαι στὴν πίστη καὶ τὸν ζῆλο, οὔτε ζεστὸς καὶ θερμός. Καλύτερα νὰ ἦσουν ἢ ψυχρὸς καὶ τελείως παγωμένος (διότι τότε θὰ ὑπῆρχε μεγαλύτερη ἐλπίδα νὰ μετανοήσῃς κάποτε καὶ νὰ περάσῃς στὸ ἄλλο ἄκρο, νὰ γίνῃς ζηλωτής) ἢ νὰ ἦσουν θερμὸς καὶ ζεστὸς μὲ διάπυρο ζῆλο. ῎Ετσι, ἐπειδὴ εἶσαι χλιαρὸς καὶ δὲν εἶσαι οὔτε ζεστός, οὔτε ψυχρός, θὰ σὲ ξεράσω ἀπὸ τὸ στόμα μου».

 Βλέπουμε λοιπόν, ὅτι στὴν προκειμένη περίπτωση θὰ πρέπει κανεὶς νὰ εἶναι τῶν ἄκρων. ῾Η μέση κατάσταση δὲν εἶναι καλή, διότι τὸ νὰ εἶναι κανεὶς χλιαρὸς σὲ θέματα Πίστεως, προκαλεῖ ἀηδία καὶ ἀναγούλα καὶ στὸν ἴδιο τὸν Κύριο καὶ ἀποδοκιμάζεται ἀπὸ τὸν Χριστό. Στὸ περιοδικὸ «῾Αγιορείτης» κατηγορεῖται ὁ π. Παΐσιος, ὅπως καὶ ὅλοι οἱ σύγχρονοι Γέροντες, γιατὶ ποτὲ δὲν συμβούλευαν τοὺς πιστοὺς «κάτι ποὺ νὰ τοὺς προστατεύῃ ἀπὸ τὰς ἀντορθοδόξους ἐνεργείας τοῦ Οἰκουμενικοῦ πατριάρχου καὶ τῶν δορυφόρων του. Οὐδέποτε! Διὰ θέματα πίστεως ἐτήρουν σιγήν, σιγὴν ἔνοχον καὶ κατάκριτον κατὰ τοὺς ἁγίους Πατέρας»[52].

Καὶ θὰ συμπληρώναμε ἐδῶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὅτι ἡ σιωπὴ γιὰ τὴν πίστη εἶναι ἀθεΐα. Διότι ἀθεΐα δὲν εἶναι μόνο τὸ νὰ ἀρνῇσαι τὸν Θεό. ᾿Εξίσου ἄθεος γίνεσαι καὶ ὅταν εἶσαι ᾿Ορθόδοξος, ἀλλὰ δὲν ἀγωνίζεσαι γιὰ τὰ ᾿Ορθόδοξα δόγματα. ῞Ο ῞Αγιος Γρηγόριος δηλαδή, ἀποκαλεῖ ἀθέους ἐκείνους ποὺ προκειμένου νὰ μὴν δυσαρεστήσουν κάποιους, ἀποσιωποῦν κάποια δόγματα περὶ Θεοῦ[53].

῞Οσον ἀφορᾷ τὰ περιβόητα χαρίσματα γιὰ τὰ ὁποῖα ἦταν φημισμένοι ὁ π. Παΐσιος καὶ ἄλλοι γέροντες, αὐτὰ δὲν ἀποτελοῦσαν —κατὰ τὸν συντάκτη τοῦ «῾Αγιορείτη»— κριτήριο ᾿Ορθοδοξίας, ἀλλὰ «εἶχον γίνει παίγνιον τοῦ Πονηροῦ, ἀφοῦ τίποτα ἀπὸ τὰ λεγόμενά τους δὲν ἐναρμονίζεται πρὸς τὸν Πατερικόν, ἀντιαιρετικὸν λόγον, γενόμενοι αἰτία νὰ παραμένουν τόσαι ψυχαὶ εἰς τὴν κοινωνίαν τῆς αἱρέσεως»[54]. Αὐτὸ συμφωνεῖ πλήρως μὲ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο γράφει ὁ ᾿Αρχιμανδρίτης Γρηγόριος, ἡγούμενος τῆς ῾Ι. Μονῆς τοῦ Δοχειαρίου ῾Αγ. ῎Ορους, στὸ βιβλίο του «Μορφὲς ποὺ γνώρισα νὰ ἀσκοῦνται στὸ σκάμμα τῆς ᾿Εκκλησίας» γιὰ τὸν π. Παΐσιο: «Περισσότερο ἠθικοπλαστικὰ βοήθησε, ἀλλὰ δογματικὰ σιώπησε μπροστὰ σὲ μικροὺς καὶ μεγάλους» (σελ. 427).

Στὸ σημεῖο αὐτό, ἀφήνοντας τὸν π. Παΐσιο, θὰ θέλαμε νὰ κάνουμε μία σύντομη ἀναφορὰ σ᾿ ἕναν κληρικό, ποὺ ἀπὸ πολλοὺς θεωρεῖται ὁ κορυφαῖος θεολόγος τοῦ εἱκοστοῦ αἰῶνος. Αὐτὸς δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸν π. ᾿Ιωάννη Ρωμανίδη, πρώην καθηγητὴ τῆς Δογματικῆς στὸ Α.Π.Θ., τὸν ὁποῖον συναντήσαμε καὶ πιὸ πάνω καὶ ποὺ ἔφυγε ἀπὸ τὴν ζωὴ τὸ 2001. Σύμφωνα μὲ τὸν κ. ᾿Αθανάσιο Σακαρέλλο, ὁ π. ᾿Ιωάννης Ρωμανίδης «κατὰ λάθος τῆς ἱστορίας γεννήθηκε στὴν ἐποχή μας. ῎Επρεπε ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς νὰ εἶχε γεννηθεῖ τὸν 4ο, ἢ 5ο αἰῶνα, τὸ “χρυσὸ αἰῶνα” τῆς ᾿Εκκλησίας. Τότε, ποὺ ἔζησαν οἱ μεγάλοι Πατέρες τῆς ᾿Εκκλησίας. ῾Υπῆρξε μαθητὴς τοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ... Θεωροῦσε τὸν π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ ὡς τὸ μεγαλύτερο ᾿Ορθόδοξο Θεολόγο. ῾Ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ πολέμησε τὸν παπισμὸ καὶ τὸν οἰκουμενισμό, κόβοντας κάθε “κοινωνία” μὲ ὅλα τὰ Πατριαρχεῖα καὶ τὶς νεοημερολογίτικες Αὐτοκέφαλες ᾿Εκκλησίες. Σύμφωνα μὲ πληροφορίες, ποὺ δὲν μπόρεσα μέχρι σήμερα νὰ ἐπαληθεύσω, ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, ὅταν πέθανε δὲν βρέθηκε παπὰς νὰ τὸν κηδεύσει, ἐπειδὴ δὲν εἶχε μὲ καμιὰ ᾿Εκκλησία “κοινωνία”!»[55].

Γιὰ ὅσους δὲν γνωρίζουν, ὁ π. ᾿Ιωάννης Ρωμανίδης εἶναι ἐκεῖνος στὸν ὁποῖον ὀφείλεται ἐν πολλοῖς ἡ ἐπιστροφὴ τῆς συγχρόνου ᾿Ορθοδόξου θεολογίας ἐν ῾Ελλάδι στὶς πηγὲς τῆς Πατερικῆς σκέψεως καὶ Παραδόσεως. ῾Ο Ρωμανίδης ἔζησε γιὰ πολλὰ χρόνια στὴν ᾿Αμερική. Πίστευε ὅτι οἱ ᾿Ορθόδοξοι στὴν ῾Ελλάδα δὲν καταλαβαίνουν καὶ πολλὰ πράγματα ὅταν τοὺς μιλάει κάποιος γιὰ τὴν ᾿Ορθοδοξία. Θεωροῦσε ὅτι ἐνθουσιάζονται πρὸς στιγμήν, ἀλλὰ μετὰ ξεχνιοῦνται καὶ βάζουν ὅλα ὅσα ἄκουσαν στὸ «ντουλάπι», γιὰ νὰ τὰ ξαναθυμηθοῦν, ὅταν θελήσουν νὰ κάνουν ἐπίδειξη τῶν γνώσεών τους σὲ τρίτους. ῏Αρα μιλοῦσε γιὰ ἐπιφανειακὴ σχέση τῶν ῾Ελλαδιτῶν μὲ τὴν ᾿Ορθοδοξία.

᾿Εὰν αὐτὴ ἡ διαπίστωση τοῦ Ρωμανίδη ἔχει πραγματικὸ ἔρεισμα, τότε ἴσως καὶ νὰ ἐξηγῇται —ἐν μέρει τοὐλάχιστον— τὸ γιατί ἡ συντριπτικὴ πλειοψηφία τῶν ῾Ελλήνων παραμένει στὸν χῶρο τοῦ νέου ἡμερολογίου. Διότι ἐὰν καταλάβαιναν τί θὰ πῇ ᾿Ορθοδοξία, δὲν θὰ συμβιβάζονταν οὔτε λεπτὸ παραπάνω μὲ τὶς ἐκπτώσεις στὰ θέματα τῆς Πίστεως, ποὺ συνεπάγεται ἡ παραμονή τους ἐντὸς τῆς Οἰκουμενιστικῆς «᾿Εκκλησίας» τῆς ῾Ελλάδος. Μάλιστα, ὅπως ἐπισημαίνει ὁ κ. Σακαρέλλος, ἀπέναντι στὰ συνταρακτικὰ γεγονότα ποὺ ἔλαβαν χώρα ἐπὶ πατριαρχείας ᾿Αθηναγόρα, ἡ μεγάλη μάζα τῶν ᾿Ορθοδόξων ῾Ελλήνων, «μᾶλλον παρέμεινε ἀδιάφορη καὶ ἀνυποψίαστη, γιατὶ δὲν ὑπῆρξε παρακίνηση τῶν τότε πνευματικῶν τους ὁδηγῶν, στοὺς ὁποίους ἔκαναν τυφλὴ ὑπακοή. Αὐτὸ ἔκανε ἀργότερα τὸν π. ᾿Ιωάννη Ρωμανίδη νὰ λέει, ὅτι ὅποιος κάνει σήμερα ὑπακοὴ σὲ τέτοιους γεροντάδες, πάει κατ᾿ εὐθείαν στὴν κόλαση!»[56].

῞Οσον ἀφορᾷ τὶς θέσεις του στὸ θέμα τοῦ ἑορτολογίου, ἀναφερθήκαμε καὶ ἀνωτέρω. Μᾶς ἀγαποῦσε πολὺ τοὺς «παλαιοημερολογίτες» καὶ θεωροῦσε πὼς τὸ δίκιο εἶναι μὲ τὸ μέρος μας καὶ ὅτι ἡ ᾿Εκκλησία μας ἔχει Χάρη καὶ Μυστήρια. Διατηροῦσε καλὲς σχέσεις μὲ ἐπισκόπους καὶ κληρικοὺς τοῦ πατρίου ἑορτολογίου καὶ αἰσθανόταν ἰδιαίτερα οἰκεῖος μαζί τους. Μάλιστα δὲν δίσταζε, ὅταν συναντοῦσε κάποιους ἀπὸ αὐτούς, νὰ τοὺς βάζει μετάνοια καὶ νὰ ἀσπάζεται τὸ χέρι τους. Βεβαίως εἶναι ἀλήθεια, ὅτι οὔτε καὶ ὁ Ρωμανίδης ἔκανε τὸ μεγάλο βῆμα. Παρὰ τὴν ἀγάπη του γιὰ τὸ πάτριο ἑορτολόγιο καὶ τοὺς πιστούς του, δὲν προσῆλθε στὶς τάξεις τῶν γνησίων ᾿Ορθοδόξων. ῎Εμεινε μέχρι τέλους τῆς ζωῆς του στὸ νέο ἡμερολόγιο καὶ ἐκοιμήθη ὅπως καὶ τόσοι ἄλλοι «παραδοσιακοὶ» σὲ κοινωνία μὲ τὴν αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.

῍Ας ἀφήσουμε ὅμως τώρα τοὺς παλαιοὺς καὶ ἂς περάσουμε νὰ δοῦμε τί στάση τηροῦν ὁρισμένοι σύγχρονοι κληρικοὶ καὶ μοναχοί, ἀνησυχοῦντες γιὰ τὶς ἀποφάσεις τῆς συνόδου τῆς Κρήτης. Σὲ ὅλα τὰ Βαλκάνια ὑπάρχουν ἐκεῖνοι ποὺ ἐξεγείρονται πρὸ τοῦ γεγονότος τῆς ἐπικυρώσεως τῆς συνόδου ἀπὸ τὶς ἐκκλησιαστικὲς ἀρχές. Στὴ Ρουμανία εἶνα ἀρκετοὶ αὐτοὶ ποὺ ὁμιλοῦν γιὰ διακοπὴ μνημοσύνου. Σὲ μία ἐπιστολὴ ποὺ ἀπεστάλη σὲ ῞Ελληνες κληρικοὺς καὶ ἱεράρχες ἀπὸ τὴν ἀδελφότητα γυναικείου μοναστηριοῦ τῆς χώρας, γίνεται ἀναφορὰ στὶς φωνὲς ἱεραρχῶν, κληρικῶν καὶ μοναχῶν τῆς Ρουμανίας, ποὺ εἶναι ἀντίθετοι μὲ τὴ σύνοδο τῆς Κρήτης καὶ στὸ πολὺ σοβαρὸ ζήτημα ποὺ ἀνέκυψε ἐντὸς τῶν κόλπων τῆς τοπικῆς ἐκκλησίας, ἔνεκα τῶν ἀποφάσεων τῆς συνόδου.

Μεταξὺ τῶν ἄλλων στὴν ἐπιστολὴ γράφονται τὰ ἑξῆς: «᾿Αλλὰ τὸ πιὸ σοβαρὸ εἶναι, ὅτι ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὲς τὶς φωνές, ἀκούγονται ἤδη καὶ οἱ φωνὲς φυγοκέντρων ὁμάδων, οἱ ὁποῖες ἐπιθυμοῦν καὶ ἀγωνίζονται γιὰ τὸ σχίσμα στὴν ἐκκλησία. Φωνὲς οἱ ὁποῖες δύνανται νὰ βροῦν πολλοὺς ἀκροατές. Εἶναι προφανὲς ὅτι ἡ ἀπόρριψη τῆς συνόδου τῆς Κρήτης εἶναι ἡ πιὸ ἀποτελεσματικὴ καὶ ξεκάθαρη θεραπεία αὐτῶν. Σᾶς παρακαλοῦμε, ἀπορρίψτε τὴ σύνοδο τῆς Κρήτης»[57].

᾿Απὸ τὰ παραπάνω διαπιστώνουμε, ἀγαπητοί μου, γιὰ μία ἀκόμη φορά, ὅτι τοὺς νεοημερολογίτες δὲν τοὺς ἐνδιαφέρει τόσο τὸ νὰ ἀντιδράσουν στὰ κακῶς κείμενα τῆς ἐκκλησίας τους, μὲ πρῶτο καὶ χειρότερο τὸν Οἰκουμενισμό, ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ πραγματικὰ τοὺς ἀνησυχεῖ, ποὺ τοὺς «καίει» θὰ ἔλεγα, εἶναι νὰ μὴν δυναμώνῃ ὁ χῶρος τοῦ πατρίου ἑορτολογίου. Νὰ μὴ βγῇ ἡ ᾿Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ κερδισμένη ἀπὸ ὅλες αὐτὲς τὶς ἀντιδράσεις. Γιατὶ ποιοὺς ἄλλους ἐννοοῦν οἱ Ρουμᾶνες μοναχές, ὅταν γράφουν γιὰ «φυγόκεντρες ὁμάδες ποὺ ἀγωνίζονται γιὰ τὸ σχίσμα στὴν ἐκκλησία», παρὰ ἐμᾶς ποὺ εἴμεθα «κάρφος εἰς τοὺς ὀφθαλμούς των»;

᾿Αλλὰ ποιὰ εἶναι ἀκριβῶς ἡ διαφορά, ὥστε οἱ μὲν νὰ εἶναι καθ᾿ ὅλα νόμιμες φωνές, ζητοῦντες τὴν διακοπὴ τοῦ μνημοσύνου, ἐνῶ οἱ δὲ ποὺ ζητοῦν ἀκριβῶς τὸ ἴδιο, νὰ προκαλοῦν «καὶ ἀγωνίζονται γιὰ τὸ σχίσμα στὴν ἐκκλησία»; Μήπως γιατὶ οἱ πρῶτες διατηροῦν τὴν «ἐκκλησιαστική τους νομιμότητα», ἐπειδὴ δὲν ἀποκόπτονται τελείως ἀπὸ τὶς «ἐπίσημες» ἐν ἑκάστῃ χώρᾳ «᾿Ορθόδοξες ᾿Εκκλησίες», ἀλλὰ συνεχίζουν νὰ κινοῦνται μὲ τρόπο ποὺ νὰ εὐνοῇ ἀνὰ πᾶσα στιγμὴ τὴν ἐπάνοδό τους εἰς τοὺς κόλπους αὐτῶν;

᾿Εν συνεχείᾳ, ἕνας ἀκόμη «παραδοσιακὸς» κληρικὸς τοῦ νέου ἡμερολογίου εἶναι ὁ π. Εὐθύμιος Τρικαμηνάς ἀπὸ τὴν Θεσσαλία. Αὐτὸ ποὺ τὸν διαφοροποιεῖ σὲ σχέση μὲ τοὺς λοιποὺς ἀντιοικουμενιστές, εἶναι ὅτι αὐτὸς ἔχει σταματήσει ἐδῶ καὶ χρόνια νὰ μνημονεύῃ τὸν ἐπιχώριο μητροπολίτη τοῦ νέου. Δὲν μνημονεύει κανέναν, ἀκολουθεῖ τὸ νέο ἡμερολόγιο καὶ δὲν εἶναι κοινωνικὸς μὲ καμία ἀπὸ τὶς συνόδους τοῦ πατρίου. ῞Οπως ἐδήλωσε σὲ συλλείτουργό του στὴ Σερβία μὲ τὸν ἐπίσκοπο Ράσκας ᾿Αρτέμιο, περιμένει νὰ συγκληθῇ ᾿Ορθόδοξος σύνοδος (ἀπὸ τὴν «᾿Εκκλησία» τοῦ νέου) καὶ νὰ ἐπιλύσῃ τὸ πρόβλημά του, καταδικάζοντας τὸν Οἰκουμενισμό[58].

῍Ας δοῦμε ὅμως τὴν ἔμμεση ἀπάντηση ποὺ τοῦ δίνει ὁ π. Θεόδωρος Ζήσης, γράφων τὸ 2014 τὰ ἑξῆς: «᾿Εγγίζουμε στὸ σημεῖο ἂν δὲν ἔχουμε ἤδη φθάσει νὰ μὴν ἐκλέγεται κανεὶς ἐπίσκοπος, ἂν δὲν ἔχει οἰκουμενιστικὴ νοοτροπία καὶ ταυτότητα. Φεύγουν οἱ παλαιοὶ παραδοσιακοὶ ἀρχιερεῖς καὶ πολὺ σύντομα ἡ σύνθεση τῆς ἱεραρχίας σὲ ὅλες τὶς τοπικὲς ἐκκλησίες, θὰ ἔχει ἀλλοιωθεῖ. ῾Υπάρχουν τοπικὲς ἐκκλησίες, ποὺ αὐτὸ σχεδὸν ἔχει ἐπιτευχθεῖ, γι᾿ αὐτὸ καὶ ἔχει σιωπήσει ἐκεῖ παντελῶς ὁ ὀρθόδοξος, προφητικὸς καὶ πατερικὸς λόγος... ᾿Αλλοῦ εἶναι τόσο αὐστηρὴ ἡ οἰκουμενιστικὴ τυραννία, ὥστε μόλις τολμήσει κανεὶς νὰ ἀντιδράσει... ἀντιμετωπίζει ἐκκλησιαστικὰ δικαστήρια καὶ μάλιστα μὲ ἐπίκληση τῶν ἱερῶν κανόνων, τοὺς ὁποίους ἀσύστολα παραβαίνουν καὶ ἐξευτελίζουν καθημερινά, αὐτοὶ ποὺ τοὺς ἐπικαλοῦνται»[59].

Ποιὸς λοιπὸν θὰ συγκαλέσῃ τὴν ᾿Ορθόδοξη σύνοδο; ῎Εμεινε καὶ κανένας ᾿Ορθόδοξος; ῍Ας ἀκούσῃ ὁ π. Εὐθύμιος Τρικαμηνὰς μὲ προσοχὴ τί βεβαιώνει ὁ Φλωρίνης Αὐγουστῖνος Καντιώτης, ἀπὸ τὴν ἐποχή του ἀκόμη: «Γιὰ νὰ γίνεις ἐπίσκοπος πρέπει... ὁ μέντοράς σου νὰ εἶνα μασόνος ἢ ἀλλιῶς οἰκουμενιστής»![60]  ᾿Ακοῦτε ἀδελφοί μου; Γιὰ νὰ γίνει κανεὶς ἐπίσκοπος στὸ νέο ἡμερολόγιο, πρέπει ᾿Ο μέντοράς του νὰ εἶναι μασόνος ἢ οἰκουμενιστής. Δὲν τὸ λέμε ἐμεῖς. Τὸ λέει ὁ μητροπολίτης Φλωρίνης Αὐγουστῖνος Καντιώτης ποὺ ἔγινε ἐπίσκοπος καὶ ὡς ἐκ τούτου κάντι παραπάνω γνώριζε. Καὶ ἐὰν αὐτὸ ἰσχύει γιὰ τοὺς μέντορες τῶν ἐπισκόπων, φαντασθεῖτε τί μπορεῖ νὰ ἰσχύῃ γιὰ τοὺς ἴδιους τοὺς ἐπισκόπους τοῦ νέου ἡμερολογίου. Περιμένει ὁ π. Εὐθύμιος νὰ συγκαλέσῃ τὴν ῾Αγιοπατερικὴ σύνοδο, ἡ οἰκουμενιστικὴ «᾿Εκκλησία» τοῦ νέου ἡμερολογίου! Δὲν θὰ περιμένει πολύ... μόνο μέχρι τὴ Δευτέρα Παρουσία!

᾿Εκτὸς ὅμως ἀπὸ τὸν π. Εὐθύμιο Τρικαμηνά, ὑπάρχει καὶ πρόσφατο παράδειγμα διακοπῆς μνημοσύνου. ῾Ο π. Νικόλαος Μανώλης, ἐφημέριος στὸν ῞Αγιο Σπυρίδωνα Τριανδρίας στὴ Θεσσαλονίκη· διέκοψε τὸ μνημόσυνο τοῦ νεοημερολογίτου μητροπολίτου Θεσσαλονίκης ᾿Ανθίμου γιὰ τὰ οἰκουμενιστικά του φρονήματα καὶ γιὰ τὸ ὅτι ἐπικύρωσε, μαζὶ μὲ τὴν πλειοψηφία τῆς ἱεραρχίας των, τὴν σύνοδο τῆς Κρήτης. ᾿Εκεῖνο ποὺ μᾶς φάνηκε περίεργο εἶναι ὅτι ἐξέφρασε τὴν πρόθεση νὰ συνεχίσῃ νὰ λειτουργῇ στὸν ῞Αγιο Σπυρίδωνα. Μάλιστα δήλωσε στὸ ἐκκλησίασμα ὅτι παύει νὰ μνημονεύῃ τὸν μητροπολίτη  ῎Ανθιμο γιὰ λόγους πίστεως, ἀλλὰ θὰ συνεχίσῃ νὰ ἱερουργῇ στὴν ἐνορία του καὶ νὰ διαμαρτύρεται ἐντὸς τῆς ἐκκλησίας καὶ μόνον ὁ στρατὸς διὰ τῆς βίας, μπορεῖ νὰ τὸν διώξῃ ἀπὸ τὸν ἅγιο Σπυρίδωνα. ῞Οπως λέει, δὲν κάνει σχίσμα στὴν ἐκκλησία. Δὲν μνημονεύει ἄλλον ἐπίσκοπο! Παραμένει κληρικὸς καὶ μέλος τῆς «ἐκκλησίας τῆς ῾Ελλάδος» καὶ δὲν ἔχει γίνει, οὔτε καὶ θὰ γίνει, ὅπως τὸν συκοφαντοῦν, φανατικὸς παλαιοημερολογίτης[61].

Προσωπικὰ μένω μὲ τὴν ἀπορία. ῎Επαυσε ἡ ἐκκλησία τοῦ ῾Αγίου Σπυρίδωνος νὰ ὑπάγεται στὴν πνευματικὴ καὶ ἐκκλησιαστικὴ δικαιοδοσία τοῦ μητροπολίτου κ. ᾿Ανθίμου; ῎Επαυσαν οἱ συνεφημέριοι  καὶ συλλειτουργοὶ τοῦ π. Νικολάου νὰ μνημονεύουν τὸν κ. ῎Ανθιμο. ΟΧΙ! ῾Επομένως ποιὸ τὸ ὄφελος, ὅταν ἔτσι ἀντιλαμβάνονται τὴ διακοπὴ μνημοσύνου; ῾Ο π. Νικόλαος μίλησε γιὰ μολυσμὸ τῆς πίστεως ποὺ ἐπιφέρει ἡ μνημόσευση τοῦ ὀνόματος τοῦ Οἰκουμενιστοῦ κ. ᾿Ανθίμου. ῾Η λειτουργία στὸ ἴδιο θυσιαστήριο, στὸ ὁποῖο λειτουργοῦν καὶ οἱ μνημονεύοντες, καὶ ἡ ὅποια συμπροσευχὴ μαζί τους, δὲν μεταδίδει τὸν μολυσμό; ῎Επειτα, εἶναι καὶ τὸ ἀντιμήνσιο. Σὲ τί ἀντιμήνσιο λειτουργεῖ; Δὲν εἶναι τοῦ κ. ᾿Ανθίμου; ᾿Αλλὰ  ἔστω ὅτι εἶναι κάποιου ἄλλου ἐπισκόπου. Αὐτὸς ὁ ἐπίσκοπος δὲν εἶναι σὲ κοινωνία μὲ τὸν κ. ῎Ανθιμο; Φαίνεται λοιπὸν πὼς οἱ νεοημερολογίτες ἱερεῖς ἀκόμη καὶ ὅταν παύουν τὴ μνημόνευση τῶν ἐπισκόπων τους, παραμένουν ἐντὸς τῶν τειχῶν τῆς διοικούσας «ἐκκλησίας». Δὲν καταφεύγουν στὴν πλήρη ἐκκλησιαστικὴ ἀκοινωνησία, ὅπως θὰ ἔπρεπε καὶ ὅπως εἶναι τὸ θεολογικῶς καὶ ἱεροκανονικῶς λογικό, διότι ἡ ἀκοινωνησία «κοστίζει».

᾿Απάντηση ὅμως γιὰ ὅλα τὰ παραπάνω ζητήματα δίδει ὁ γνωστὸς καὶ ὀνομαστὸς στὴ Θεσσαλονίκη ἰατρὸς ᾿Αλέξανδρος Καλόμοιρος, σὲ θαυμάσια ἐπιστολή του, ποὺ ἀπέστειλε σὲ δημοσιογράφο τῆς ἐφημερίδας «᾿Εκκλησιαστικὸς ᾿Αγὼν» στὴ Θεσσαλονίκη τὸ Πάσχα τοῦ 1972. ῏Ηταν ἡ ἐποχὴ ἐπὶ πατριαρχείας ᾿Αθηναγόρου, τότε ποὺ οἱ τρεῖς μητροπολίτες τῶν Νέων Χωρῶν (᾿Ελευθερουπόλεως ᾿Αμβρόσιος, Φλωρίνης Αὐγουστῖνος καὶ Παραμυθίας Παῦλος) διέκοψαν προσωρινὰ τὸ μνημόσυνο τοῦ πατριάρχου. ῾Ο π. Θεόκλητος Διονυσιάτης ὡμίλησε τότε γιὰ «ἀκραίους τύπους» καὶ ὁ συγκεκριμένος δημοσιογράφος κατεφέρθη ἐναντίον τοῦ π. Θεοκλήτου, νομίζοντας ὅτι ὡς «ἀκραίους τύπους» ἐννοοῦσε τοῦς τρεῖς μητροπολίτες ποὺ διέκοψαν τὸ μνημόσυνο τοῦ κ. ᾿Αθηναγόρα. ῾Ο κ. Καλόμοιρος ἐξηγεῖ στὸ δημοσιογράφο τί ἐννοοῦσε ὁ π. Θεόκλητος καὶ λύει τὴν παρεξήγηση. ᾿Εξ αὐτῆς τῆς ἀφορμῆς τονίζει ὅτι συνεπὴς ἐκκλησιολογικὴ στάση εἶναι κοινωνία καὶ μνημόσυνο καὶ ὄχι κοινωνία χωρὶς μνημόσυνο, διότι ἐκεῖνος ποὺ διακόπτει τὴν μνημόνευση τοῦ αἱρετικοῦ ἐπισκόπου θὰ πρέπει νὰ εἶναι ἕτοιμος γιὰ πλήρη ἐκκλησιαστικὴ ἀκοινωνησία πρὸς αὐτὸν καὶ πρὸς τοὺς κοινωνοῦντες μετ᾿ αὐτοῦ.

Παράλληλα ἀπαντᾷ στοὺς «παραδοσιακοὺς» τῆς τότε ἐποχῆς ποὺ διεχώριζαν τὸν Οἰκουμενισμὸ ἀπὸ τὸ νέον ἡμερολόγιο ὑποστηρίζοντες ὅτι εἶναι δύο διαφορετικὰ πράγματα. Κατὰ τὸν ᾿Αλέξανδρο Καλόμοιρο, ἡ ἐμμονὴ τῶν ὄψιμων κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ νεοημερολογιτῶν ἀγωνιστῶν στὸν διαχωρισμὸ τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τῆς καινοτομίας τοῦ νέου ἑορτολογίου, ὡς δύο ἐντελῶς διαφορετικῶν δῆθεν πραγμάτων, δίδει τὴν ἐντύπωση ἐσκεμμένης παραποιήσεως τῶν παραδοσιακῶν τοῦ νέου, ποὺ πολεμοῦν τὸν Οἰκουμενισμό, ἀλλὰ ἐσκεμμένα ἀγνοοῦν ὅτι τὸ νέο ἡμερολόγιο, ἐντὸς τοῦ ὁποίου εὑρίσκονται, εἶναι τὸ νεογνὸ καὶ ἡ ρίζα —ὅπως λέγει— τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἐν ῾Ελλάδι.

Γράφει λοιπὸν στὴν ἐπιστολή[62] του μεταξὺ τῶν ἄλλων: «Ποιὸς ἐμελέτησε τὴν πρόσφατον ἐκκλησιαστικὴν ἱστορίαν καὶ δὲν γνωρίζει ὅτι ἡ ἀλλαγὴ αὐτὴ (σ.σ. τοῦ ἡμερολογίου) ἦτο τὸ πρῶτον συγκεκριμμένο βῆμα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ εἰς τὸν ἑλληνικὸν χῶρον;... Αὐτὸ που ἐπεδιώκετο ἦτο ἡ ἐπίτευξις ἑορτολογικῆς ἑνότητος μεταξὺ τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας καὶ τῶν αἱρετικῶν “ἐκκλησιῶν” τῆς Δύσεως. ᾿Επεδιώκετο ἡ “ἕνωσις τῶν ἐκκλησιῶν” τουλάχιστον εἰς τὸν ἑορτολογικὸν τομέα καὶ τοῦτο ὡς πρῶτον βῆμα. ῾Η τακτικὴ τῶν Οἰκουμενιστῶν εἶναι πρόοδος διὰ βαθμίδων. ῾Η πρώτη βαθμὶς ἦτο ἡ ἑορτολογικὴ ἕνωσις τῶν ἐκκλησιῶν. Στὸ πρόγραμμα ἦτο νὰ ἐπακολουθήσουν σὺν τῷ χρόνῳ, ὅσα ἐπηκολούθησαν καὶ ὅσα θὰ ἐπακολουθήσουν... Φθάνει νὰ ἀναγνώσῃ κανεὶς τὴν ἐγκύκλιον τοῦ οἰκουμενικοῦ πατριαρχείου τοῦ 1920, διὰ νὰ πεισθῇ πλήρως. ῾Η ἐγκύκλιος αὐτὴ προτείνει ὡς πρῶτον λῖθον τοῦ οἰκουμενιστικοῦ οἰκοδομήματος τὴν φιλικὴν προσαρμογὴν τῆς ᾿Ορθοδοξίας   πρὸς τὰς “ἐκκλησίας” τῆς Δύσεως, “διὰ τῆς παραδοχῆς ἑνιαίου ἡμερολογίου”... Εἰς τὴν ἐγκύκλιον αὐτὴν παραπέμπει καὶ ὁ Θυατείρων ᾿Αθηναγόρας, γράφων προσφάτως ὅτι: “῾Η ᾿Ορθόδοξος ᾿Εκκλησία ἐξῆλθε τῶν τοιχωμάτων αὐτῆς...” (σ.σ.: ἄρα τὸ πάτριο ἑορτολόγιο ἦταν ἕνα τοίχωμα, ἕνα τεῖχος, ἀνάμεσα στὴν ᾿Ορθοδοξία καὶ τὶς αἱρέσεις) “...καὶ ἐδημιούργησε σχέσεις καὶ ἐπεδίωξε συνεργασίαν ἤδη ἀπὸ τοῦ 1920 διὰ τῆς περιφήμου ἐγκυκλίου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, συνετέλεσεν εἰς τὴν ἔναρξιν τῆς οἰκουμενικῆς κινήσεως καὶ τὴν ἵδρυσιν τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου ᾿Εκκλησιῶν...’’. ῞Οπως βλέπετε ὁ Οἰκουμενισμὸς δὲν ἐνεφανίσθη μόλις σήμερον μὲ τὸν ᾿Αθηναγόραν. ᾿Εγεννήθη εἰς τὴν ῾Ελλάδα τὸ 1924 καὶ ἀνδροῦται ἔκτοτε ἐντὸς τῶν κόλπων τῆς κρατικῆς ᾿Εκκλησίας. Δὲν ἐπιτρέπεται λοιπόν, καλῆς πίστεως ἀγωνισταί, ὡς ὑμεῖς, νὰ ἀγνοεῖτε τὴν ἀλήθειαν αὐτήν, ὅτι (τὸ πρῶτον προγεφύρωμα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ εἰς τὴν ῾Ελλάδα, ὑπῆρξε ἡ καινοτομία τοῦ ἡμερολογίου). Αὐτὸς ἦτο ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον οἱ παλαιοημερολογῖται ἀντιμετώπισαν ἐξαρχῆς τὸ θέμα ὡς δογματικόν, ἀσχέτως ἐὰν δὲν ἐχρησιμοποιεῖτο τότε εὐρύτερα ὁ ὅρος “Οἰκουμενισμός”. ῾Η συνείδησις τοῦ ὀρθοδόξου λαοῦ εἶχε ταυτίσει ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τὴν ἑορτολογικὴν μεταρρύθμισιν μὲ τὸν ἐκφραγκισμόν. ῾Ημερολογιακὸν καὶ Οἰκουμενισμὸς δὲν εἶναι λοιπὸν δύο διαφορετικὰ καὶ ἀνεξάρτητα θέματα, ἀλλὰ ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ καὶ ὁ ἀγὼν κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἐὰν εἶναι συνεπής, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιορισθῇ εἰς τὰ σύγχρονα κατορθώματα τῆς παναιρέσεως αὐτῆς, ἀλλὰ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἀνασκάψῃ τὰς ρίζας της καὶ νὰ συνθλίψῃ ἐπὶ τῆς πέτρας τὰ νεογνά της (δηλ. τὸ νέον ἡμερολόγιον). Νομίζω ὅτι παρεξηγήσατε τὸν π. Θεόκλητο, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ποίους ἐννοεῖ διὰ τῆς φράσεως “ἀκραῖοι τύποι”. Σίγουρα δὲν ἐννοεῖ τοὺς τρεῖς Μητροπολίτας, τοὺς διακόψαντας τὸ μνημόσυνον τοῦ ᾿Αθηναγόρα. Δὲν ἔχει, ὅπως λέει καὶ ὁ ἴδιος, πράγματι κανένα λόγο νὰ τὰ βάλῃ μαζί των, ἐφ᾿ ὅσον οὗτοι ἔχουν, ὡς καὶ πρότερον, πλήρη ἐκκλησιαστικὴν κοινωνίαν, μετὰ πάντων τῶν ᾿Αρχιερέων,  “ἀφοῦ πέραν τῆς διακοπῆς τοῦ μνημοσύνου, οὐδὲν μετεβλήθη εἰς τὰς σχέσεις των μεθ᾿ ὅλης τῆς ᾿Εκκλησίας”, ἐννοεῖ τῆς οἰκουμενιστικῆς ἐκκλησίας ᾿Αθηνῶν, Κωνσταντινουπόλεως, Μόσχας κ.λπ. ῾Η παρατήρησις τοῦ π. Θεοκλήτου εἶναι ὀξυδερκεστάτη καὶ εἶναι πνευματικὸ συμφέρον σας, νὰ τὴν προσέξετε. Πράγματι, ποίαν σημασίαν ἔχει ἡ διακοπὴ τοῦ μνημοσύνου, ὅταν παραμένει ἡ ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία;... ». (Διέκοψαν τὸ μνημόσυνο τοῦ πατριάρχη, ἀλλὰ μέσῳ τῶν λοιπῶν ἀρχιερέων τῆς κρατικῆς «᾿Εκκλησίας», συνέχισαν νὰ ἔχουν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τὸν πατριάρχη). «... ῞Οταν ἡ διακοπὴ τοῦ μνημοσύνου δὲν σημαίνει διακοπὴν κοινωνίας εἶναι πρᾶξις χωρὶς νόημα, εἶναι μία καθ᾿ αὐτὸ στρουθοκαμηλικὴ ἐνέργεια, ἀποσκοποῦσα εἰς τὴν καθησύχασιν τῆς ἰδίας συνειδήσεως καὶ τῆς συνειδήσεως τῶν ὀπαδῶν. Δὲν ἀποχωροῦν οἱ τρεῖς μητροπολῖται ἀπὸ τῆς φλεγομένης ὑπὸ τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ οἰκίας. Κλείνουν μόνον τοὺς ὀφθαλμούς, διὰ νὰ μὴ βλέπουν τὰς φλόγας καὶ διδάσκουν τοὺς ὀπαδούς των νὰ κάμουν τὸ ἴδιο. Διατί λοιπὸν νὰ καταφερθῇ ὁ π. Θεόκλητος ἐναντίον των; Δὲν διακηρύττουν καὶ αὐτοί, ὅπως καὶ ἐκεῖνος, ὅτι “οὐκ ἐπέστη καιρός” διὰ τὴν ἐγκατάλειψιν τοῦ καταποντιζομένου πλοίου; ῾Η διαφορὰ μεταξὺ τοῦ π. Θεοκλήτου καὶ τῶν τριῶν μητροπολιτῶν εἶναι μόνον εἰς ζητήματα τακτικῆς. Οὐδεμία διαφορὰ μεταξύ των ὑπάρχει εἰς ζητήματα οὐσίας. Κατὰ τὴ γνώμη μου ἡ τακτικὴ τοῦ π. Θεοκλήτου —κοινωνία καὶ μνημόσυνον— εἶναι συνεπής. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὅμως νὰ λεχθῇ τὸ ἴδιον καὶ διὰ τὴν τακτικὴν τῶν τριῶν μητροπολιτῶν - κοινωνία χωρὶς μνημόσυνον. ῾Ο π. Θεόκλητος ἔχει κατανοήσει τελευταίως ὅτι ἡ κριτικὴ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τῶν Οἰκουμενιστῶν μὲ παράλληλον συνέχισιν ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μετ᾿ αὐτῶν, συνεπάγεται ἀπαράδεκτον καὶ αὐτόχρημα γελοίαν ἀσυνέπειαν. Αὐτὸς νομίζω ὅτι εἶναι καὶ ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον διέκοψε τὴν κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ δημοσιογραφίαν, ἐφ᾿ ὅσον εἶχε ἀποφασίσει —διὰ λόγος ποὺ ὁ Θεὸς γνωρίζει— νὰ μὴ διακόψῃ τὴν ἐκκλησιαστικὴν κοινωνίαν μετὰ τῶν Οἰκουμενιστῶν. ῾Η συνέπεια καὶ ἡ σοβαρότης ἀπαιτεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ δύο: ἢ σιωπὴ καὶ κοινωνία μετὰ τῶν Οἰκουμενιστῶν, ἢ ἀγῶνα καὶ διακοπὴ κοινωνίας. Δὲν ὑπάρχει μέση κατάστασις, ἐὰν σεβόμεθα τοὺς ἑαυτούς μας. Μὴν κατηγορεῖτε λοιπὸν τὸν ἄνθρωπον ἀδίκως. Δὲν κατεφέρθη κατὰ τῶν τριῶν μητροπολιτῶν. ῎Αλλους εἶχεν εἰς τὸν νοῦν του. “᾿Ακραῖοι τύποι” εἴμεθα ἡμεῖς, ὁ γράφων καὶ οἱ ὅμοιοί του, ποὺ δὲν ἡρκέσθημεν εἰς διακοπὰς μνημοσύνων, ἀλλὰ προχωρήσαμεν καὶ εἰς διακοπὴν κοινωνίας καὶ ἐγίναμε παλαιοημερολογῖται».

Νομίζω, ἀγαπητοί μου, ὅτι ὁ κ. Καλόμοιρος θέτει τὸ ζήτημα στὴ σωστή του βάση καὶ συμφωνεῖ μὲ τὰ ὅσα καταθέσαμε ἀνωτέρω. Θὰ εἶχε ἴσως ἐνδιαφέρον στὸ σημεῖο αὐτὸ νὰ ἀκούσουμε τὶς δηλώσεις τῶν τριῶν, θαρρῶ, κορυφαίων στελεχῶν τῆς σύγχρονης ἀντιοικουμενιστικῆς μερῖδος τῶν νεοημερολογιτῶν· δηλώσεις ποὺ ἀφοροῦν τοὺς γνησίους ᾿Ορθοδόξους Χριστιανούς, διότι ἡ ἄποψη καὶ ἡ στάση τους ἀπέναντι στοὺς πιστοὺς τοῦ πατρίου ἑορτολογίου εἶναι καθ᾿ ἡμᾶς κριτήριο γιὰ τὸ πόσο παραδοσιακοὶ εἶναι.

Πρῶτα ὁ μητροπολίτης Πειραιῶς Σεραφείμ, ὁ ὁποῖος ἔχει δηλώσει πὼς οἱ παλαιοημερολογίτες εἶναι ἄνθρωποι πιστοί, εὐσεβεῖς, ποὺ ἀγαπᾶνε τὴν ᾿Ορθοδοξία καὶ τὸν Θεόν, ἀλλὰ ἔχουν ζῆλο χωρὶς ἐπίγνωση. Θεωρεῖ πὼς εἶναι ἐκτὸς ᾿Εκκλησίας, πολεμοῦν τὴν ᾿Εκκλησία καὶ θὰ πρέπει νὰ μετανοήσουν[63]. ᾿Επειδὴ λοιπὸν ἐδῶ κάνει λόγο περὶ μετανοίας, μὲ ὅλο τὸ σεβασμό, θὰ τοῦ ὑπενθυμίσουμε τὴν 10η Γενικὴ Συνέλευση τοῦ «Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν» (ΠΣΕ) τὸ 2013 στὸ Πουσὰν τῆς Ν. Κορέας. Τὸ τελικὸ κείμενο τῆς Συνελεύσεως ὑπέγραψαν καὶ «᾿Ορθόδοξοι» ἱεράρχες, μὲ τοὺς ὁποίους εἶναι κοινωνικὸς ὁ κ. Σεραφείμ.

Τὸ κείμενο αὐτὸ καλοῦσε τὴν ᾿Ορθόδοξη ᾿Εκκλησία νὰ μετανοήσῃ μαζὶ μὲ τοὺς αἱρετικοὺς γιὰ τὴ διάσπαση καὶ διαίρεση τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου. Θεωρώντας συνυπευθύνους τοὺς ᾿Ορθοδόξους τοὺς καλεῖ νὰ πενθήσουν καὶ νὰ μετανοήσουν, γιατὶ δὲν βλέπουν τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ στοὺς αἱρετικούς· καὶ νὰ ἐκφράσουν τὴ λύπη τους, γιατὶ κλείνονται στὶς δικές τους παραδόσεις καὶ δὲν ἐμπλουτίζονται ἀπὸ τὶς ἐμπειρίες καὶ τὶς δωρεὲς τῶν αἱρετικῶν. Κατὰ τὸν ἴδιον ἀκριβῶς τρόπο, ὁ «κοινωνῶν τοῖς ἀκοινωνήτοις» καὶ ἑνωμένος μὲ τοὺς αἱρετικοὺς Οἰκουμενιστὲς μητροπολίτης κ. Σεραφείμ, ζηλώνοντας (=ζηλεύοντας) τὸ κείμενο τοῦ Πουσᾶν, καλεῖ τοὺς ᾿Ορθοδόξους παλαιοημερολογίτες νὰ μετανοήσουν. ῍Ας μετανοήσῃ λοιπὸν διὰ τοῦτο ὁ κ. Σεραφεὶμ καὶ οἱ ὅμοιοί του, ποὺ εἶναι παραδελφοὶ ἐκείνων ποὺ ὑπογράφουν τέτοια ἐπαίσχυντα καὶ προδοτικὰ γιὰ τὴν ᾿Ορθοδοξία κείμενα καὶ ἂς ἀφήσῃ στὴν ἡσυχία τους τοὺς «παλαιοημερολογίτες». Τὰ πιστὰ μέλη τῆς ᾿Εκκλησίας, οἱ γνήσιοι ᾿Ορθόδοξοι Χριστιανοί, μετανοοῦν γιὰ τὶς ἁμαρτίες τους, κ. Σεραφείμ, ΟΧΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΤΟΥΣ!!!

῾Ο π. Θεόδωρος Ζήσης ἀπὸ τὴ μεριά του ἔκανε μία δήλωση, ἡ ὁποία θεωρεῖται εὐνοϊκὴ γιὰ ἐμᾶς καὶ εἶναι ἡ ἑξῆς: «Δημιουργήσαμε σχίσματα στὴν ᾿Εκκλησία, δημιουργήσαμε τοὺς παλαιοημερολογίτες...». (Τὸ προοίμιο, ὅπως ἀκοῦτε, δὲν προδιαθέτει γιὰ εὐνοϊκὴ δήλωση). «᾿Απὸ τότε ἀρχίζει ὁ Οἰκουμενισμός...» (ἐννοεῖ ἀπὸ τὸ 1924), «ἐγὼ θαυμάζω τὸν ζῆλο τῶν παλαιοημερολογιτῶν... ὑπάρχει κίνδυνος νὰ προκαλέσουμε καὶ ἄλλο σχίσμα... ἐξ αἰτίας τῶν κακῶν μας ἀνοιγμάτων πρὸς τὸν Πάπα καὶ πρὸς τοὺς Προτεστάντες, ὀρθῶς διαμαρτυρόμενοι καὶ ἐνιστάμενοι (σ.σ. οἱ παλαιοημερολογίτες), διεχώρισαν τὴν θέση τους ἀπὸ τὴν ἐπίσημη ἐκκλησία! Δὲν τοὺς κατακρίνουμε, τοὺς σεβόμαστε. ῾Η ἑορτολογικὴ ἑνότητα πρέπει νὰ ἐπανέλθῃ»[64].

Δὲν θὰ σχολιάσω τὴν ὡς ἄνω δήλωση τοῦ καθηγητοῦ μου, ἁπλὰ σᾶς μεταφέρω σχόλιο ἀναγνώστου τῆς δηλώσεως: «Δὲν χρειαζόμαστε τὸν σεβασμὸ τοῦ πολυομιλοῦντος π. Θεοδώρου, τοῦ οὐδέποτε διωκομένου διὰ τὴν δῆθεν ὁμολογίαν του. Νὰ σεβαστῇ πρωτίστως τὰ ὅσα λέγει, διαπιστώνει καὶ ὁμολογεῖ ὡς κληρικὸς καὶ γνώστης τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Διότι οἱ ἅγιοι ὁμολογηταὶ τῆς ᾿Εκκλησίας μας, δὲν ἐδίδαξαν σὲ ἕδρανα καὶ σὲ μικρόφωνα μὲ κάμερες... οὐδὲ καθηγηταὶ ἐκλήθησαν... ἀλλ᾿ ἐδίδαξαν ἐν φυλακαῖς, ἐν ἐξορίαις, ἐν διωγμοῖς, ὑφιστάμενοι παντοίας κακώσεις καὶ εὐτελισμούς διὰ τὰ ὅσα ἐκήρυττον. Καὶ δὴ χαίροντες ἔπασχον διὰ τὴν ᾿Ορθοδοξίαν καὶ ὄχι διὰ τὸν ἔπαινον πρὸς τοὺς ἰδίους ἢ τοῦς ἐνισταμένους καὶ τοὺς παλαιοημερολογίτας...». (Σ.σ.: ᾿Εδῶ φαίνεται ὁ σχολιαστὴς νὰ καταφέρεται καὶ κατὰ τῶν γνησίων ᾿Ορθοδόξων —ἀκολουθώντας τὴν τακτικὴ τῆς ἰσοπέδωσης καὶ τῆς ἐξομοίωσης— ἀποκαλύπτοντας τὴν πραγματική του ταυτότητα. Δὲν ἀνήκει στοὺς γνησίους ᾿Ορθοδόξους, ὅπως ἐσφαλμένα μπορεῖ νὰ νομίσῃ κανεὶς στὴν ἀρχὴ τοῦ σχολίου του. Λησμονεῖ ὅμως, ὅτι ἐμεῖς οἱ “παλαιοημερολογίτες” δὲν ἔχουμε τὰ μέσα καὶ τὴν προβολὴ ποὺ ἀπολαμβάνει ὁ π. Θεόδωρος καὶ οἱ ὅμοιοί του. Οὔτε ἕδρανα, οὔτε μικρόφωνα, οὔτε κάμερες, οὔτε τίποτα ἀπὸ ὅλα αὐτά. ᾿Εὰν ἐπιθυμούσαμε νὰ προβάλουμε τὸν ἑαυτό μας καὶ νὰ ἀποσποῦμε τὸν ἔπαινο τοῦ κόσμου, δὲν θὰ ἦταν πιὸ λογικὸ νὰ παραμέναμε στὸν χῶρο τοῦ νέου ἡμερολογίου, ὅπου καὶ ὁ κόσμος καὶ τὰ μέσα εἶναι πολὺ περισσότερα;) Συνεχίζοντας παρακάτω ὁ σχολιαστής, λέγει τὰ ἑξῆς γιὰ τὸν π. Θεόδωρο: «...᾿Εὰν πιστεύῃ τὰ ὁμολογηθέντα ἐκ τοῦ στόματός του... ἂς παύσῃ καὶ τὸ μνημόσυνον τοῦ πατριάρχου καὶ τὰ συλλείτουργα μετὰ τῶν μνημονευτῶν. Τότε ἀρχίζει ὁ ἀγὼν τῆς πίστεως, ὅσα μᾶς λέγει τὰ γνωρίζουμε. ῞Οσα ὑφιστάμεθα, δὲν ὑφισταται, συμπράττων μετὰ τῶν καταγγελμένων Οἰκουμενιστῶν. ᾿Επαναλαμβάνεται δηλαδὴ ἡ αὐτοπροβολὴ τοῦ πνευματικοῦ ἥρωος»[65].

Σήμερα μόλις πληροφορήθηκα ὅτι ὁ π. Θεόδωρος διέκοψε τὸ μνημόσυνο τοῦ μητροπολίτη του. ᾿Επειδή, ὅμως, μὲ τοὺς νεοημερολογίτες δὲν μπορεῖς νὰ εἶσαι ποτὲ σίγουρος, ἂς περιμένουμε νὰ δοῦμε ποιὰ μορφὴ θὰ λάβῃ ἡ διαμαρτυρία του αὐτὴ καὶ ἐὰν εἶναι ἕτοιμος γιὰ πλῆρη ἐκκλησιαστικὴ ἀκοινωνησία πρὸς τοὺς μνημονευτές. ῾Ο ἴδιος πάντως ζήτησε ἀπὸ τὸν μητροπολίτη του κ. ῎Ανθιμο —ἕναν ἐπίσκοπο ποὺ τὸν ἀποκαλεῖ αἱρετικὸ καὶ Οἰκουμενιστή— τὴν ἄδεια νὰ συνεχίσῃ νὰ ἱερουργῇ καὶ νὰ διδάσκῃ στὸν ναὸ τοῦ ῾Αγίου ᾿Αντωνίου. Ζητώντας ὅμως ἄδεια ἀπὸ τὸν κ. ῎Ανθιμο, δὲν δείχνει ὅτι συνεχίζει νὰ τὸν ἀναγνωρίζῃ ὡς Προϊστάμενό του καὶ ᾿Ανωτάτη ᾿Εκκλησιαστικὴ ᾿Αρχή; Καὶ μήπως οἱ ῞Αγιοι Πατέρες ὅταν διέκοπταν τὸ μνημόσυνο τοῦ Νεστορίου, τοῦ Εὐτυχοῦς, τοῦ Διοσκόρου καὶ τῶν λοιπῶν αἱρετικῶν, ζητοῦσαν ἔπειτα ἀπὸ αὐτοὺς τὴν ἄδεια γιὰ τὴν ἐπιτέλεση τῶν ἱερατικῶν τους καθηκόντων;

Στὸ σημεῖο αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ προσέξουμε καλά. ῍Ας μὴν γλυκοκοιτᾶνε οἱ πιστοί μας τοὺς νεοημερολογίτες ποὺ διακόπτουν, ἢ θὰ διακόψουν, τὸ μνημόσυνο τῶν ἐπισκόπων τους στὸ μέλλον. Διότι ὅλο αὐτὸ τὸ κίνημα τῶν ἀποτειχισμένων ἴσως καὶ νὰ κρύβῃ κάποιες παγίδες γιὰ ἐμᾶς τοὺς γνησίους ᾿Ορθοδόξους, καθὼς ἐμᾶς δὲν μᾶς ἀποδέχονται ὡς ᾿Εκκλησία (οἱ ἀποτειχισμένοι τοῦ νέου). ᾿Απορρίπτουν τοὺς ἐπισκόπους μας καὶ περιμένουν. Τώρα τί εἶναι αὐτὸ ποὺ περιμένουν, ὁ Θεὸς καὶ ἡ ψυχή τους... ῎Ισως νὰ προσδοκοῦν μεταξὺν τῶν ἄλλων τὸν προσεταιρισμὸ κάποιων ἀπὸ τοὺς δικούς μας πιστούς.

Συνεχίζοντας τὴν καταγραφὴ δηλώσεων τῶν νεοημερολογιτῶν, γιὰ τοὺς γνησίους ᾿Ορθοδόξους, δὲν θὰ μπορούσαμε ἀσφαλῶς νὰ λησμονήσουμε τὸν πρωτοπρεσβύτερο π. Γεώργιο Μεταλληνό, ποὺ ἀποτελεῖ ἐκλεκτὸ στέλεχος τῶν «παραδοσιακῶν». Λέγει λοιπὸν ὁ π. Γεώργιος σὲ ἕνα σύμπλεγμα δηλώσεών του τὰ ἑξῆς: «Ξέρετε ὅτι αὐτοὺς ποὺ κοροϊδευτικὰ ἐμεῖς οἱ ἔξυπνοι τοὺς ὀνομάζουμε παλαιοημερολογίτες, σήμερα ἀρχίζουμε νὰ κατανοοῦμε πόσο τοὺς ἀδικήσαμε; Διότι ἐμεῖς δὲν κρατήσαμε Θερμοπύλες ὅπως αὐτοί, οἱ τόσο λίγοι. ᾿Εμεῖς ὑποχωρήσαμε καὶ ὑποχωροῦμε συνέχεια. ῾Ο διάβολος μᾶς κλέβει σιγά-σιγὰ καὶ μὲ μαστοριά. ῎Εγιναν τόσο βήματα (δηλ. ἄρση ἀναθεμάτων, ἀναγνώριση μυστηρίων, ἀποδοχὴ ἀρχιερωσύνης και πρωτεῖο τιμῆς), μὲ ξεκάθαρο τὸν στόχο τῆς ἕνωσης μεταξὺ τῶν ᾿Ορθοδόξων, Παπικῶν κ.λπ.. Καὶ ὁρίστε, σήμερα ἐνώπιον τοῦ κοινοῦ ποτηρίου καὶ τοῦ παπικοῦ πρωτείου ἐξουσίας, ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ κοιμᾶται. Καὶ τὸ πιὸ λυπηρὸ εἶναι, αὐτοὶ ποὺ ἐχθρεύονται τοὺς φιλότιμους καὶ εἰλικρινεῖς παλαιοημερολογίτες, νομίζοντας ὅτι ἔτσι σαπουνίζουν τὴν σπιλωμένη καὶ προδομένη πίστη τους. ῾Ο χρόνος ὅμως θὰ νουθετήσῃ αὐτοὺς καὶ τότε μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς συντηρητικοὺς κληρικοὺς τοῦ νέου ἡμερολογίου, θὰ κατανοήσουν ὅτι ὁ ἀγώνας ὑπὲρ τῆς ᾿Ορθοδόξου Πίστεως ποὺ θὰ ξεκινήσουν τόσο ἀργά, δὲν εἶναι ἄλλος, παρὰ ὁ ἀγώνας ποὺ ἔχουν ἀρχίσει, ἐδῶ καὶ τόσα χρόνια, οἱ παλαιοημερολογίτες παπποῦδες μας...»[66].

Τὶς δηλώσεις τοῦ π. Γεωργίου μέχρι αὐτὸ τὸ σημεῖο τὶς καταγράφουμε μὲ ἐπιφύλαξη, διότι σὲ κάποια ἰστολόγια φέρεται ὁ ἴδιος νὰ τὶς ἔχει διαψεύσῃ (ἐγγράφως καὶ ὄχι μέσῳ μαγνητοφωνημένης ὁμιλίας). Πάντως παραμένει γεγονὸς ἀναμφισβήτητο, ὅτι οὐκ ὀλίγες φορὲς ἔχει μιλήσει καὶ ἔχει γράψει ὑπὲρ τοῦ πατρίου ἡμερολογίου. ᾿Επὶ παραδείγματι βλέπε τὸ βιβλίο του «Φῶτα καὶ Φῶς» (σελ. 42), καθὼς ἐπίσης καὶ στὸ ἰστολόγιο «Κρυφὸ Σχολειό», ἐπιστολὴ τοῦ ἰδίου πρὸς τὸν π. Θεοδώρητον Μαύρον, ὅπου ἐγκωμιάζει τὸν ἀγῶνα τῶν «Ζηλωτῶν» —στὸ πρόσωπο τοῦ π. Θεοδωρήτου— ὡς γνησίων προμάχων τῆς ᾿Ορθοδόξου Πίστεως[67].

Καὶ συνεχίζει ὁ π. Γεώργιος: «Φθάσαμε στὴν ψευδένωση. Ζοῦμε τὴν παρατεταμένη ψευδοσύνοδο Φεράρας-Φλωρεντίας. Εἴμασθε πλέος Οὐνίτες. ᾿Αποδεχθήκαμε τὸν θεσμὸ τῆς Οὐνίας καὶ τὴν λειτουργία του. Δὲν ἐνταχθήκαμε ἐπίσημα στὴν Οὐνία, ἀλλὰ μὲ τὴν τακτικὴ ποὺ ἀκολουθοῦμε γίναμε Οὐνίτες... Μοῦ λένε γιατί δὲν φεύγεις, γιατί δὲν πᾶς μὲ τοὺς παλαιοημερολογίτες; ᾿Αλλὰ καὶ ποῦ νᾶ πάω; Σωστὰ ξεκίνησαν, γιὰ τὴν ἐγκύκλιο τοῦ 1920, ἀπὸ ἐκεῖ εἶναι τὸ πρόβλημα, ἀλλὰ σήμερα εἶναι πολυδιασπασμένοι σὲ πολλὲς ἀρχιεπισκοπές, ποὺ ἡ μία ἔχει ἀφορίσει τὴν ἄλλη. Θὰ εἶμαι σὲ μία παράταξη καὶ θὰ εἶμαι ἀφορισμένος ἀπὸ ὅλες τὶς ἄλλες. Θὰ εἶνα σὰν νὰ μπαίνῃς στὴν Πύλη τοῦ ᾿Ανδριανοῦ καὶ πάλι βγαίνεις ἔξω... ῾Επομένως, τοὺς ἀγαπῶ, τοὺς συμπαθῶ γιὰ τὸν ἀγῶνα τους, ἔχουν τὶς ὑπερβολές τους, ὅπως μπορεῖ κάπου κι ἐγὼ νὰ ἔχω ὑπερβολές, ἀλλὰ δὲν ἀστοχοῦνε. Αὐτὰ ποὺ λένε γιὰ τὸν Οἰκουμενισμὸ εἶναι ἀπολύτως σωστά... Δὲν φεύγω, μένω ἐδῶ καὶ διαμαρτύρομαι ἐδῶ ποὺ εἶμαι. Θὰ μὲ καθαιρέσουν; Μικρὸ τὸ κακό. Θὰ εἶναι αὐτοὶ καθηρημένοι...»[68].

Προσέξτε ἀγαπητοί μου. Τὰ τόσα θετικὰ ποὺ ἀνέφερε γιὰ τὸν χῶρο τῶν γνησίων ᾿Ορθοδόξων καὶ τὰ τόσα ἀρνητικὰ ποὺ περιέγραψε μὲ μελανὰ χρώματα γιὰ τὸ νέο ἡμερολόγιο, δὲν στάθηκαν ἀρκετὰ γιὰ νὰ τὸν ὁδηγήσουν νὰ λάβῃ τὴ μεγάλη ἀπόφαση. Προτιμᾷ νὰ συνεχίσῃ νὰ μένῃ ἐντὸς τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, στὴν «οὐνιτικὴ ψευδένωση» καὶ τὴν «παρατεταμένη ψευδοσύνοδο Φεράρας-Φλωρεντίας», παρὰ νὰ ἐνταχθῇ σὲ μία ἐκ τῶν συνόδων τοῦ πατρίου ἑορτολογίου.

῾Επομένως, ὅσα λέγει πίπτουν στὸ κενό, ἀφοῦ ἐν τῇ πράξει θεωρεῖ τὸν μολυσμὸ ἀπὸ τὴν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ μικρότερο κακὸ ἀπὸ τὸν κατακερματισμὸ τοῦ πατρίου ἑορτολογίου. ῎Εχουν λοιπὸν ἄδικο ἐκεῖνοι ποὺ χαρακτηρίζουν ὡς κρυπτοοικουμενιστὲς τοὺς λεγομένους συντηρητικοὺς νεοημερολογίτες; Τὸ μόνο θετικὸ ἀπὸ τὶς ὅποιες κατὰ καιροὺς εὐνοϊκὲς δηλώσεις τους γιὰ ἐμᾶς, εἶναι ὅτι ἀποκαθιστοῦν —ἔστω καὶ ἐν μέρει— τὴν σπιλωθείσα ἀλήθεια περὶ τοῦ πατρίου ἑορτολογίου, ὅταν βεβαίως δὲν τὴν ἀναιροῦν καὶ αὐτὴ ἔργῳ τε καὶ λόγῳ.

῞Οσον ἀφορᾷ αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγει ὁ π. Γεώργιος γιὰ τὶς πολλὲς παρατάξεις στὶς ὁποῖες εἶναι κατακερματισμένος ὁ χῶρος τοῦ πατρίου ἑορτολογίου, θὰ θέλαμε νὰ τοῦ θυμίσουμε κάτι τὸ ὁποῖο ἤδη γνωρίζει καλύτερα ἀπὸ ἐμᾶς. ῾Υπῆρχαν καὶ ἄλλοτε ἐποχὲς κατὰ τὶς ὁποῖες ἡ ᾿Εκκλησία βρισκόταν σὲ παρόμοια κατάσταση. ᾿Επὶ παραδείγματι, στὰ χρόνια τοῦ Μεγάλου Βασιλείου ὑπῆρχαν διχοστασίες καὶ μερισμοί λόγῳ ἰδιορρυθμίας πολλῶν ᾿Ορθοδόξων καὶ ἡ ἑνότητά τους ἦταν σχετικὴ καὶ εὔθραυστη. Σὲ ἐπιστολή του πρὸς τὸν Εὐσέβιο ἐπίσκοπο Σαμοσάτων ὁ μεγάλος ἱεράρχης ἔγραφε τὰ ἑξῆς: «῞Οταν μὲν εἶμαι παρών, μὲ σέβονται καὶ ὑπόσχονται πάντοτε τὰ πρέποντα, ἀλλ᾿ ὅταν μὲ ἀφήνουν, τρέχουν πάλιν εἰς τὴν ἰδικήν τους γνώμην...»[69]. «῾Η ἐκκλησία δὲν ἔχει μόνον ὑπὸ τῶν αἱρετικῶν κομματιασθεῖ, ἀλλὰ διασπᾶται καὶ ἀπὸ ἐκείνους, ὅπου βεβαιώνουν, ὅτι εἶναι ὁμόφρονες... (σ.σ. τοὺς ὀρθοδόξους δηλαδή), τὸ ΝΑ ΕΝΩΣῌ ΔΕ ΑΥΤΑ ΤΑ ΜΕΡΗ καὶ νὰ συναγάγῃ πάλιν εἰς ἁρμονίαν ἑνὸς πνεύματος, ἀνήκει εἰς ἐκεῖνον μόνον, ὅπου μὲ τὴν ἀνέκφραστον δύναμίν του χαρίζει πάλιν καὶ εἰς τὰ ξερὰ ὀστὰ ἀκόμη νεῦρα καὶ σάρκα»[70].

Συμπληρωματικὰ θὰ ἀπαντούσαμε στὸν π. Γεώργιο Μεταλληνό, ὅτι ἡ διάσπαση ἀποτελεῖ σημεῖο τῶν καιρῶν. Εἶναι πολυτέλεια στὴν ἐποχὴ ποὺ ζοῦμε, ἐποχὴ παγκοσμιοποίησης καὶ ἐπικείμενης ἐλεύσεως τοῦ τελικοῦ ᾿Αντιχρίστου, νὰ θέλουμε νὰ βροῦμε τὸ τέλειο, νὰ ἀπαιτοῦμε τὴν τελειότητα, τὴν τέλεια καὶ ἀπόλυτον ἑνότητα τῶν ᾿Ορθοδόξων δυνάμεων. ῾Η ἑνότητα ἄλλωστε ὑπάρχει ὀντολογικὰ στὴν φύση τῆς ᾿Εκκλησίας. ῾Η ᾿Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ, τὸ θεανθρώπινο σῶμα τοῦ Κυρίου, οὐδόλως δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ διηρημένο καὶ διεσπασμένο, διότι ἂν τὸ ὑποστηρίξουμε αὐτό, τότε ταυτιζόμαστε μὲ τοὺς ὑπηρέτες τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ποὺ ὀμιλοῦν γιὰ διηρημένο καὶ διεσπασμένο χριστιανικὸ κόσμο.

῍Ας κάνῃ λοιπὸν ὁ π. Γεώργιος τὸ πρῶτο βῆμα καὶ ἂν ἡ καρδιά του εἶναι εἰλικρινὴς καὶ εὐθεία μετὰ τοῦ Κυρίου, θὰ τὸν φωτίσῃ ὁ Κύριος καὶ θὰ πληροφορηθῇ ποιὰ ἀπὸ τὶς Συνόδους τοῦ πατρίου ἑορτολογίου ταυτίζεται μὲ τὴν ᾿Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ. ῎Αλλωστε οἱ ἀντιοικουμενιστὲς τοῦ νέου ἐν συνόλῳ, στὸ βαθμὸ ποὺ ἐμφανίζονται ὡς παραδοσιακοὶ νὰ τὰσσονται ὑπὲρ τοῦ πατρίου ἑορτολογίου, μὲ τὴν ἀποχώρησή τους ἀπὸ τὸν Οἰκουμενισμό, δὲν θὰ ἔχουν κανένα λόγο νὰ μὴν προσέλθουν στὸν δικόν μας χῶρον.

Τί φοβοῦνται ὅμως οἱ «παραδοσιακοὶ» τοῦ νέου ἡμερολογίου καὶ δὲν κάνουν τὸ ἑπόμενο βῆμα; ᾿Επ᾿ αὐτοῦ ἔχουν ἀκουσθεῖ πολλὲς ἀπόψεις κατὰ καιρούς. Φοβοῦνται νὰ μὴν τοὺς καθαιρέσουν, νὰ μὴν χάσουν τὸ μισθό τους, μήπως παύσουν νὰ ἀπολαμβάνουν τιμὲς καὶ ἀξιώματα. ῾Ο ἐγωϊσμός, ἡ φιλοδοξία, ἡ ἀνθρωπαρέσκεια, ἡ δειλία, ὅλα αὐτὰ στέκονται ἐμπόδιο, ποὺ ὀρθώνουν ἐμπρός τους τεῖχος ποὺ γιὰ πολλοὺς φαντάζει ἀνυπέρβλητο. ᾿Επιπλέον δὲν προσέρχονται στὸν χῶρο τοῦ πατρίου ἑορτολογίου, διότι κατ᾿ αὐτοὺς οἱ «παλαιοημερολογίτες» ἐπιδεικνύουν συμπεριφορὰ ποὺ τοὺς περιθωριοποιεῖ, ἢ ἀκόμη καὶ ὅταν οἱ τελευταῖοι ἀπέχουν ἀπὸ τέτοιου εἴδους συμπεριφορὲς καὶ εἶναι σοβαροὶ καὶ ἀξιόλογοι, αὐτὸ δὲν τοὺς εἶναι ἀρκετό. Στὸν χῶρο τοῦ πατρίου οἱ παραδοσιακοὶ τοῦ νέου θὰ αἰσθάνονταν τὸ «μεγαλεῖο» τους νὰ σμικρύνεται καὶ ὁ ζωτικὸς χῶρος γι᾿ αὐτοὺς νὰ συρρικνώνεται. ῾Η δική μας ἡ ᾿Εκκλησία δὲν ἔχει τὴν «λάμψη», τὴ «δύναμη» καὶ τὴν προβολὴ ποὺ ἀπολαμβάνει ἡ κρατικὴ «᾿Εκκλησία». ῾Η ἀπόφαση δὲν εἶναι εὔκολη.

Ξέρουν ὅτι σὲ περίπτωση ἔνταξής τους στὴν ἀληθῆ ᾿Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ θὰ τεθοῦν στὸ περιθώριο. Καὶ τὸ περιθώριο τοὺς φοβίζει, ὅπως τὸν διάβολο τὸ λιβάνι. Συμπράττοντες μεθ᾿ ἡμῶν θὰ διεπίστωναν ἐμπειρικὰ τὴν μεγέθυνση τῆς περιφρόνησης καὶ τῆς χλεύης, μὲ τὴν ρετσινιὰ τοῦ «σχισματικοῦ» νὰ τοὺς ἀκολουθῇ σὲ κάθε τους βῆμα. ῎Αλλωστε δὲν θὰ τοὺς ἦταν εὔκολο νὰ ἐνταχθοῦν σὲ ἕναν χῶρο, τὸν ὁποῖον κάποιοι ἀπὸ αὐτοὺς —γιὰ νὰ μὴ ποῦμε ὅλοι— τόσο πολὺ τὸν πολέμησαν καὶ τὸν χλεύασαν.

᾿Επιπλέον θὰ δοκίμαζαν ἐνδεχομένως τὴν ἔλλειψη δημοσιότητας, κάτι ποὺ γιὰ ὁρισμένους ἐξ αὐτῶν θὰ ἦταν παρόμοιο μὲ τὴν ἔλλειψη ὀξυγόνου. ῎Εχουν μάθει νὰ τυγχάνουν καθολικῆς ἀναγνώρισης ὑπὸ πάντων καὶ νὰ ἀπολαμβάνουν τὸ σεβασμὸ τῶν πολλῶν· καὶ ὅταν αὐτὸ τὸ γευθεῖ κανεὶς δὲν εἶναι εὔκολο νὰ τὸ θυσιάσῃ καὶ νὰ τὸ στερηθῇ. Μὲ ἕνα λόγο, δὲν ἀντέχουν χωρὶς κόσμο —λαὸ καὶ κλῆρο πολύ— νὰ τοὺς ἀκολουθοῦν. «᾿Ηγάπησαν γὰρ τὴν δόξαν τῶν ἀνθρώπων μᾶλλον ἤπερ τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ»[71]. Τὸ εἶπε ὁ π. Γεώργιος Μεταλληνός, μιλώντας γιὰ 1000 καὶ 2000 κληρικοὺς ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ τοὺς ἀκολουθήσουν.

Βέβαια ὁ ἴδιος θὰ ἰσχυριζόταν ἐνδοχομένως, ὅτι σκέπτονται κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο διότι τοὺς ἐνδιαφέρει τὸ καλὸ τῆς ᾿Εκκλησίας. Γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲν ἀποφασίζουν μεμονωμένα νὰ διακόψουν τὸ μνημόσυνο καὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία. ῞Οπως λέγει «τὸν Ζήση καὶ τὸν Μεταλληνὸ μόνους τους εὔκολα θὰ μποροῦσαν οἱ Οἰκουμενιστὲς νὰ τοὺς ἀπομονώσουν καὶ νὰ τοὺς θέσουν στὸ περιθώριο. ᾿Εὰν ὅμως τοὺς ἀκολουθοῦσαν 500, 1000, 2000 κληρικοί, τὰ πράγματα δὲν θὰ ἦταν τόσο εὔκολα γιὰ τοὺς Οἰκουμενιστές»[72].

᾿Εμεῖς ἁπλὰ θὰ θυμίσουμε στὸν π. Γεώργιο, ὅτι ὁ ῞Αγιος Μάξιμος ὁ ῾Ομολογητὴς μόνος, μονότατος  διεξήγαγε τὸν ἀγώνα του ἀπέναντι στὴν πανίσχυρη πανστρατιὰ τῶν αἱρετικῶν Μονοθελητῶν ποὺ εἶχαν καταλάβει ὅλες τὶς θέσεις στὴν διοίκηση τῆς ᾿Εκκλησίας καὶ εἶχαν ὅλους τοὺς κληρικοὺς καὶ ὅλον τὸν κόσμο μὲ τὸ μέρος τους. Δὲν περίμενε νὰ τὸν ἀκολουθήσουν 1000 καὶ 2000 κληρικοί, ἀλλὰ ἔκανε τὸν ἀγώνα του καὶ στὸ τέλος νίκησε καὶ δικαιώθηκε. Προσωπικὰ δὲν γνωρίζω τί φοβοῦνται οἱ συντηρητικοὶ τοῦ νέου καὶ ἐὰν φοβοῦνται κάτι. Θὰ ἐπαναλάβω ὅμως τὸν λόγον τοῦ π. Θεοδώρου Ζήση, τὸν ὁποῖον ἀπηύθυνε στοὺς θεωρούμενος παραδοσιακοὺς τῆς ἱεραρχίας τους, ἐπειδὴ θεώρησε πὼς δὲν ἀντέδρασαν ὅπως καὶ ὅσο θὰ ἔπρεπε κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῆς συνόδου τῆς Κρήτης: «Τί φοβοῦνται ἐπιτέλους; Τὸν Θεὸν δὲν τὸν φοβοῦνται; Τοὺς ἁγίους δὲν τοὺς φοβοῦνται;»[73].

Πάντως, εἴτε φοβοῦνται κάτι, εἴτε ὄχι, ὑπάρχουν ἐκεῖνοι ποὺ προβληματίζονται γιὰ τὸν ρόλο τῶν συντηρητικῶν καὶ τὰ βαθύτερα κίνητρά τους. ῾Η ἄποψη ποὺ κερδίζει ἔδαφος ὁλοένα καὶ περισσότερο, εἶναι ὅτι οἱ ἀντιοικουμενιστὲς τοῦ νέου ὑπάρχουν γιὰ νὰ καλλιεργοῦν τὴν ψευδαίσθηση, ὅτι ἡ ἐλπίδα γιὰ κάτι καλὸ (γιὰ μία ἀνόρθωση, γιὰ μία ἀναγέννηση ἐκκλησιαστική) ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι ἐνεργὴς καὶ ζῶσα καὶ νὰ ἔχῃ πραγματικὸ ἔρεισμα στὸν χῶρο τοῦ νέου ἡμερολογίου.

Σύμφωνα μὲ αὐτὴν τὴν ἄποψη, ὁ ρόλος τους εἶναι νὰ ἀναβάλουν ἄχρι ἀπροσδιορίστου καιροῦ τὴν ἐφαρμογὴ τῆς ἀκρίβειας τῶν ῾Ιερῶν Κανόνων καὶ νὰ παρατείνουν ἐσαεὶ τὴν νεοπατερικοῦ καὶ μεταπατερικοῦ τύπου οἰκονομία ποὺ ἔχουν ἐπινοήσει, μητέρα τῆς πνευματικῆς ἀναισθησίας καὶ ἐχθρὸ τῆς ἐσωτερικῆς φυλακῆς καὶ ἐγρηγόρσεως. Διότι ὅταν δὲν σοῦ ἐπισημαίνουν ἀκριβῶς τὸ μέγεθος καὶ τὸ ποιὸν τοῦ κινδύνου, ὅταν δὲν γνωρίζεις καλὰ τοὺς ἐχθρούς σου, τοὺς ἐχθροὺς τῆς Πίστεως ἐν προκειμένῳ, δὲν μπορεῖς νὰ προφυλαχθῇς καὶ καταλαμβάνεσαι ἐξ ἀπήνης ἀπὸ τὶς ἐπιθέσεις τους. Οἱ «παραδοσιακοὶ» μὲ τὴν ὡς ἄνω διαρκῆ ἀναβλητικότητα καὶ τὴν παρατεταμένη ἀνοχή τους, συντελοῦν στὴν ἄμβλυνση τοῦ ὀρθοδόξου αἰσθητηρίου καὶ στὴν μείωση τῶν ὑγειῶν ἀνακλαστικῶν τοῦ λαοῦ καὶ ἐν τέλει στὴν ἐμπέδωση τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, μὲ τὴν χαλαρὴ καὶ νωθρὴ ἀντιμετώπισή του, ἀπὸ τοὺς ἴδιους καὶ τὰ πνευματικά τους τέκνα.

Αὐτὸ ποὺ καταφέρνουν τελικά, εἶναι νὰ κερδίζουν χρόνο γιὰ τὴν ἐξάπλωση τῆς πλάνης καὶ νὰ προσφέρουν ὑπηρεσίες σ᾿ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ὑποτίθεται ὅτι πολεμοῦν. Κατέχουν ἀκριβῶς τὴ θέση ποὺ πρέπει, προκειμένου νὰ καλύπτουν τὸ κενὸ ποὺ ὑπάρχει στὸν χῶρο τῆς ἐπισήμου «᾿Εκκλησίας», κενὸ ἀληθινῶν ὁμολογητῶν τῆς ᾿Ορθοδοξίας, ἔτσι ὥστε νὰ μὴν ἀντιληφθῇ εὔκολα κανεὶς ὅτι πρόκειται κατ᾿ οὐσίαν γιὰ μία ἀχανὴ καὶ ἀπέραντη ἔρημο, τὴν ἔρημο τοῦ νέου ἡμερολογίου, ποὺ εἶναι «σὰρξ ἐκ τῆς σαρκὸς» καὶ «ὀστοῦν ἐκ τῶν ὀστέων»[74] τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Μία ἔρημο ἄγονη και ξηρά, δίχως ἰκμάδα πνευματική, ἀπὸ τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναμένουμε οὐδεμία ἁγιοπνευματικὴ καρποφορία καὶ πάντως ὄχι ὁλοκληρωμένα καὶ ἄρτια ἀποτελέσματα. Διότι οἱ «ἐξ ἡμισείας ὀρθόδοξοι»[75] —ὅπως τοὺς ἀποκαλεῖ ὁ ῞Αγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, αὐτοὶ ποὺ εἶναι καὶ δὲν εἶναι ᾿Ορθόδοξοι καὶ εὑρίσκονται μὲ τὸ ἕνα πόδι στὸν Θεὸ καὶ μὲ τὸ ἄλλο στὸν Βάαλ, κατὰ τὸν προφήτη ᾿Ηλία— προσφέρουν ἐξ ἡμισείας λύσεις.

Διὰ τοῦτο ὁ λόγος τους φαντάζει, γιὰ τοὺς  ἔχοντας γνώση, ἀσθενικὸς καὶ ἀδύναμος ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, νηπιώδης ἄλλοτε, ἀποπροσανατολιστικὸς ἐνίοτε καὶ αὐτοαναιρούμενος σχεδὸν πάντοτε, διότι λέγουν πολὺ καλῶς, γνωρίζουν ἀκόμα καλύτερα, ἀλλὰ δὲν πράττουν. Αὐτὸ ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα νὰ μὴν ἔχῃ ὁ λόγος τους τὴν ἐπίδραση καὶ τὴν δραστικότητα ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ἕνας πατερικός, παραδοσιακὸς λόγος καὶ νὰ μὴν μπορῇ νὰ νικήσῃ καὶ νὰ μεταβάλῃ, νὰ μὴν μπορῇ νὰ μεταμορφώσῃ, τὴν ἐκκοσμίκευση καὶ ἀδιαφορία τοῦ ποιμνίου τους. Διότι δὲν ἔχει βαθιὲς ρίζες ποὺ νὰ ποτίζονται ἀπὸ τὸ ὕδωρ τῆς ἁγνῆς καὶ ἄδολης πίστεως, ἡ ὁποία ἀναπτύσσεται καὶ θάλλει σὲ ἁγνὴ καὶ ἄδολη καρδιά, ποὺ εἶναι εὐθεία καὶ εἰλικρινὴς ἀπέναντι στὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους.

᾿Αλλὰ γι᾿ αὐτὸ τὸ τελευταῖο, περισσότερον ἁρμόδιος νὰ μιλήσῃ εἶναι ἕνας γνήσιος ζηλωτὴς τῆς ᾿Ορθοδοξίας, μία προφητικὴ καὶ πατερικὴ φωνὴ ποὺ ἔζησε τὸν 19ο αἰῶνα καὶ ὑπέστη διώξεις, ἐξορίες, φυλακίσεις, βασανισμοὺς καὶ ἐν τέλει θάνατον μαρτυρικὸν ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς τῆς πίστεως καὶ τῆς πατρίδος. Εἶναι ἐκπληκτικό, πραγματικά, τὸ πόσο πολὺ ἰσχύουν γιὰ τὴν ἐποχή μας ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα γράφει ἀπὸ τότε. ῾Ο Κοσμᾶς Φλαμιᾶτος, ποὺ ἀπὸ πολλοὺς θεωρεῖται ῾Οσιομάρτυρας τῆς ᾿Εκκλησίας, ὁμιλεῖ γιὰ τὴν ἀγγλομασσωνικὴ ἐπιβουλὴ —ὅπως τὴν ὁνομάζει— γιὰ τοὺς μασσώνους, ποὺ ἔχοντας —ὅπως θεωρεῖ— ὡς βιτρίνα τὴν πολιτικὴ τῆς ᾿Αγγλίας, ἀπὸ τότε κατηύθυναν παρασκηνιακὰ καὶ ὑποχθόνια τὶς ἐξελίξεις στὴν ῾Ελλάδα καὶ τὸν κόσμο γενικότερα. ῾Η βασικὴ θέση ποὺ διατρέχει τὰ κείμενά του εἶναι πὼς τὰ ὄργανα τῆς ἐπιβουλῆς χωρίζονται κατ᾿ οὐσίαν σὲ δύο κατηγορίες: Τὰ φανερά, αὐτὰ ποὺ θὰ μποροῦσες εὔκολα νὰ καταλάβῃς τὸν ρόλο τους· καὶ τὰ ἐν τῷ κρυπτῷ δρῶντα, τοὺς ὑποκριτὲς ποὺ παριστάνουν τὸν ᾿Ορθόδοξο καὶ φιλόπατρι ἀγωνιστὴ καὶ δὲν εἶναι εὔκολο νὰ τοὺς ἀντιληφθῇς.

Τὸ ἀπόσπασμα ποὺ θὰ ἀκούσουμε ἀρχίζει μὲ ἀναφορὰ στὰ κρυφὰ ὄργανα τῆς ἐπιβουλῆς. ῾Απλὰ διευκρινίζουμε, γιὰ καλύτερη κατανόηση τῆς λέξεως, ὅτι «ἐπιβουλὴ» σημαίνει τὸ σχέδιο τῶν ἐνεργειῶν ποὺ καταστρώνεται ἔπειτα ἀπὸ μυστικὴ προετοιμασία καὶ καταφέρεται δολίως ἐναντίον κάποιου. Σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο θὰ θέλαμε νὰ τονίσουμε, γιὰ ὅσους δὲν γνωρίζουν τὸν Κοσμᾶ Φλαμιᾶτο, ὅτι θεωρεῖται τόσο σημαντικός, ὥστε καὶ ὁ π. Γεώργιος Μεταλληνὸς ἔκανε ὁμιλία στὴν Θεσσαλονίκη τὸ 2008, μὲ θέμα τὸ ἔργο καὶ τὴν προσωπικότητα τοῦ Κοσμᾶ Φλαμιάτου, στὴν ὁποία μάλιστα ἦταν παρὼν καὶ ὁ π. Θεόδωρος Ζήσης. ῾Ωσὰν τὸν ῾Αγ. Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλὸ ἦταν καὶ ὁ Φλαμιᾶτος διδάχος τοῦ Γένους.

Λέγει λοιπόν, μεταξὺ ἄλλων, ὁ Κοσμᾶς Φλαμιᾶτος (ἀκολουθοῦν τὰ λόγια του καὶ σύντομη ἐπεξήγηση): «Τινὲς ἐκ τῶν τοιούτων ὑποκρινόμενοι τὸν ὀρθόδοξον, καὶ ἐχθρόν τάχα καὶ τὸν ἀντίπαλον κατὰ τῶν ὅσων ἡ πλάνη καὶ ἡ κοινὴ προδοσία ὑπάρχουσι, συγγράφουσι φιλολογικῶς καὶ βιβλία εἰς ὑπεράσπισιν καὶ ἀπολογίαν τῆς ᾿Εκκλησίας...»[76]. Κάποιοι —λέγει— ἀπὸ τὰ κρυφὰ ὄργανα τῆς ἐπιβουλῆς, ποὺ ὑποκρίνονται τὸν ὀρθόδοξο καὶ ὅτι ἐχθρεύονται καὶ πολεμοῦν ὅσα συνιστοῦν προδοσία τῆς πίστεως καὶ τῆς πατρίδος, συγγράφουν καὶ βιβλία, στὰ ὁποῖα ὑπερασπίζονται δῆθεν τὴν ᾿Εκκλησία.

«...᾿Εκ τούτου διαθρυλλοῦνται ὡς ἄνδρες σοφοί, μεγάλοι ἐπίσημοι καὶ ζηλωταὶ καὶ ἑπομένως γίνονται ὁδηγοὶ καὶ διδάσκαλοι τῶν ἀληθείᾳ ὀρθοδόξων καὶ ζηλωτῶν καὶ ἀπαγορεύουσιν καὶ παύουσιν αὐτοῖς ὑπὸ ἄλλους ἀπατηλοὺς λόγους, ὁποιονδήποτε ἔργον ἐκ τῶν ὅσων τείνουσι εἰς ἀσφάλειαν καὶ οἰκοδομὴν τῆς ᾿Εκκλησίας...»[77]. Κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο διαφημίζονται παντοῦ ὡς ἄνδρες σοφοί, μεγάλοι, ἐπίσημοι καὶ ζηλωτὲς τῶν πατρικῶν μας παραδόσεων καὶ γίνονται αὐτοὶ οἱ πλαστοὶ καὶ ψεύτικοι ἀγωνιστὲς τῆς ᾿Ορθοδοξίας, ὁδηγοί, καθηγητὲς καὶ διδάσκαλοι τῶν ἀληθινῶν καὶ γνησίων ᾿Ορθοδόξων καὶ ζηλωτῶν. Μάλιστα δέ, μὲ τοὺς πανούργους καὶ δολίους λόγους τους καὶ μὲ τὴ δηλητηριώδη διδασκαλία τους, τῆς ὁποίας τὸ δηλητήριο εἶναι δύσκολο νὰ διακρίνῃ κανείς, ἀκυρώνουν καὶ ἐμποδίζουν ὁποιαδήποτε ἀγαθὴ δράση, ὁποιοδήποτε ἀγαθὸ ἔργο, θὰ μποροῦσε νὰ προέλθῃ ἀπὸ τοὺς γνησίους ἀγωνιστὲς πρὸς οἰκοδομὴν τῆς ᾿Εκκλησίας.

«...συνιστῶσι δὲ εἰς τὸ κοινὸν ὡς ὀρθοδόξους καὶ ζηλωτάς, πολλὰ ἄλλα κεκρυμμένα ὄργανα τῆς ξένης ἐπιβουλῆς, ἐνεργοῦντα ἐν ὑποκρίσει τὴν κατάργησιν τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, τὴν οἰκοδομὴν τῆς ἀνομίας καὶ τῆς πλάνης...»[78]. Οἱ ὑποκριτὲς αὐτοί παρουσιάζουν, προβάλλουν καὶ ὑποδεικνύουν στὸ κοινό, ὡς ὀρθοδόξους ἀγωνιστὲς καὶ ὁμολογητὲς τῆς Πίστεως, πολλὰ ἄλλα κρυφὰ ὄργανα τῆς μασσωνικῆς ἐπιβουλῆς, τὰ ὁποῖα ἐργάζονται κατ᾿ οὐσίαν γιὰ τὴν κατάργηση τῆς ᾿Ορθοδόξου Πίστεως καὶ τὴν ἐμπέδωση τῆς ἀνομίας καὶ τῆς πλάνης. ῎Εχουμε δηλαδὴ τὸ φαινόμενο τῆς ἀνακύκλησης τῶν δῆθεν ἀγωνιστῶν, καθὼς συνιστοῦν καὶ προβάλλουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο καὶ ὁ κόσμος ἀνταποκρίνεται στοὺς λόγους τους, διότι ἔχουν ἀποκτήσει τὴν ἐμπιστοσύνη του μὲ τοὺς δῆθεν ἀγῶνες τους ὑπὲρ τῆς ᾿Ορθοδοξίας ὅλα τὰ προηγούμενα χρόνια.

«...Οἱ τοιοῦτοι συγχρόνως ἐπιφέρουσι πολλὰ διαβολὰς καὶ συκοφαντίας κατὰ τῶν ὅσων εἰλικρινῶς καὶ γνησίως ἀγωνίζονται ὑπὲρ τῆς ᾿Εκκλησίας καὶ τοῦ κοινοῦ συμφέροντος, ἐπὶ σκοπῷ ἵνα μὴ εὑρίσκῃ ὁ λόγος αὐτῶν χώραν εἰς τοὺς πιστούς...»[79]. Οἱ ἴδιοι ὑποκριτὲς διαβάλλουν καὶ συκοφαντοῦν ἐκείνους, ποὺ εἰλικρινῶς καὶ γνησίως ἀγωνίζονται ὑπὲρ τῆς ᾿Εκκλησίας καὶ τῆς πατρίδος, μὲ σκοπὸ νὰ μὴν ἐπιδρᾷ στοὺς πιστοὺς ὁ λόγος τῶν ἀληθινῶν ἀγωνιστῶν, διότι οἱ πιστοὶ θὰ ἔχουν ἐπηρεασθεῖ ἀπὸ τὶς διαβολὲς καὶ τὶς συκοφαντίες τῶν ὑποκριτῶν καὶ τὴν ἀπαξίωση τῶν ἀνθρώπων τοῦ Θεοῦ ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἔχουν στὴ διάθεσή τους τὰ μέσα, μὲ τὰ ὁποῖα χειραγωγοῦν τὴν κοινὴ γνώμη καὶ τὴν ὁδηγοῦν στὴν περιφρόνηση τῶν γνησίων ἀγωνιστῶν. ῞Οταν ἐπὶ παραδείγματι οἱ νεοημερολογίτες κληρικοί, ἱεράρχες καὶ θεολόγοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν στὴ διάθεσή τους ὅλα τὰ μέσα, μᾶς διαβάλλουν καὶ μᾶς συκοφαντοῦν συνεχῶς, ἀποκαλώντας μας φανατικούς, τρελοὺς καὶ σχισματικοὺς παλαιοημερολογίτες, εἶναι λογικὸ ὁ λόγος μας νὰ μὴν εὑρίσκῃ χώραν στοὺς πιστοὺς καὶ νὰ μὴν ἔχῃ τὴν ἐπίδραση ποὺ θὰ ἔπρεπε στὸν πολὺ λαό, ποὺ δὲν γνωρίζει πολλὰ καὶ ἐπηρεάζεται μὲ εὐκολία ἀπὸ τὶς συνεχεῖς κατηγορίες καὶ τοὺς χαρακτηρισμοὺς ποὺ ἀκούει νὰ ἐκτοξεύονται ἀπὸ χείλη ἐπίσημα καὶ προβεβλημένα.

«...᾿Ενίοτε δέ, στηλιτεύουσι μικρὰ τινὰ ἔργα καὶ ἀσήμαντα τῆς ἐπιβουλῆς, ἐπὶ σκοπῷ ἵνα συσκιάζωσι καὶ ἀποκρύπτωσι τὰ μεγάλα...»[80]. Κάποιες φορὲς ἐπικρίνουν μὲ δριμύτητα ὁρισμένα μικρὰ καὶ ἀσήμαντα ἔργα τῆς ἐπιβουλῆς, μὲ σκοπὸ νὰ προκαλέσουν σύγχυση καὶ νὰ ἀποκρύψουν τὰ πιὸ μεγάλα καὶ σοβαρὰ ζητήματα.

«...῝Εν ἐλάχιστον μέρος ἐκ τοῦ ἑαυτῆς προσηλυτισμοῦ, ἡ ἐπιβουλὴ κινεῖ καὶ γίνεται φανερόν, ἔπειτα ἓν ἄλλο μέρος ἐκ τῶν ὑποκριτῶν, κινεῖ καὶ ἀντιφέρεται πλαστῶς κατ᾿ αὐτοῦ καὶ δεικνύει κατ᾿ ἀρχὰς ὅλα τὰ δείγματα τοῦ πατριωτισμοῦ καὶ τοῦ ὑπὲρ τῆς πίστεως ζήλου, δι᾿ ἔργου, διὰ λόγου καὶ γραφῆς...»[81]. Καταθέτοντας ἕνα ὑποθετικὸ παράδειγμα —μπορεῖ καὶ νὰ μὴν εἶναι ἔτσι— γιὰ νὰ καταλάβουμε λίγο καλύτερα τὸ τί λέγει ἐδῶ ὁ Κοσμᾶς Φλαμιᾶτος, εἶναι σὰν νὰ ἔχουμε τοὺς φανεροὺς Οἰκουμενιστές, ποὺ ἐργάζονται φανερὰ γιὰ τοὺς σκοποὺς τῆς συγκρητιστικῆς μασσωνίας, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη τοὺς ἀντιοικουμενιστὲς —κάποιους ἔστω ἀπὸ αὐτούς— νὰ ἀντιφέρονται πλαστῶς κατὰ τῶν πρώτων, νὰ ἀντιτάσσονται καὶ νὰ ἐναντιώνονται σκηνοθετημένα κατὰ τῶν φανερῶν Οἰκουμενιστῶν, μὲ ἔργα, μὲ λόγια καὶ μὲ τὰ συγγράμματά τους.

«...Τούτους ὑποκρίνεται ἡ ἀρχὴ ὅτι ἀποστρέφεται καὶ καταδιώκει, ὥστε ἐνίοτε ἀποστέλλει τινὰς ἐξ αὐτῶν εἰς πλαστὰς ἐξορίας...»[82]. Αὐτοὺς τοὺς κάλπικους ἀγωνιστὲς ἡ ἀρχή, δηλαδὴ ἡ μασσωνία, ὑποκρίνεται ὅτι τοὺς ἀποστρέφεται καὶ τοὺς καταδιώκει μὲ πλαστὲς ἐξορίες, πλαστὲς διώξεις, πλαστὲς καθαιρέσεις καὶ οὕτω καθεξῆς. Θυμηθεῖτε, ἀγαπητοί μου, τὶς λίστες μὲ τοὺς μασσώνους ἐπισκόπους, κληρικούς, πολιτικοὺς καὶ ἄλλους, ποὺ δημοσιοποιεῖ κατὰ καιροὺς ἡ Μασσωνία, ἀφήνοντας ὅμως ἀπ᾿ ἔξω ὅλα τὰ κρυφὰ ὄργανά της, τοὺς δῆθεν ἀγωνιστές, γιὰ νὰ πεισθῇ τὸ κοινὸ ὅτι ὄντως αὐτοὶ δὲν εἶναι μασσῶνοι. Προβαίνει σὲ ἀποκαλύψεις καὶ δημοσιοποιήσεις ἐκεῖ ποὺ δὲν ζημιώνεται ἀπὸ αὐτές, ἀλλὰ ἀντιθέτως (μὲ τὶς ἀποκαλύψεις) οἰκοδομεῖται καὶ προάγεται τὸ ἔργο της.

Καὶ ἔτσι ὁ λαὸς νομίζει, ὅπως λέγει ὁ Φλαμιᾶτος, ὅτι «ἔχει κηδεμόνας τῆς ᾿Εκκλησίας καὶ ὑπερασπιστὰς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως δι᾿ εἰλικρινοῦς ζήλου»[83], ἀλλὰ ἐν τέλει πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ὑποκριτές, τοὺς δῆθεν ἀγωνιστὲς τῆς ᾿Ορθοδοξίας, προκαλοῦν πολλὰ σκάνδαλα στὸν λαό, διότι «ἀναιροῦσι καὶ ἀνατρέπουσι ἐν ἔργῳ καὶ λόγῳ, ὅσα ἐσύστησαν κατ᾿ ἀρχὰς ὡς θεῖα καὶ ἀληθῆ»[84]. ᾿Εκεῖνα ποὺ ἀρχικὰ προέβαλλαν καὶ ὑπέδειξαν ὡς ἅγια καὶ ἀληθινά, στὴ συνέχεια τὰ ἀναιροῦν καὶ τὰ ἀνατρέπουν μὲ τὶς πράξεις καὶ μὲ τὰ λόγια τους.

Αὐτὰ εἶναι μερικὰ ἀπὸ τὰ ὅσα λέγει ὁ Κοσμᾶς ὁ Φλαμιᾶτος. Τὸ τί μπορεῖ νὰ ἰσχύῃ ἀπὸ ὅλα αὐτά, γιὰ τοὺς συγχρόνους φερομένους ἀγωνιστὲς καὶ ὁμολογητὲς τῆς ᾿Ορθοδοξίας, δὲν εἴμασθε σὲ θέση νὰ τὸ γνωρίζουμε. Αὐτὸ μόνον ὁ Θεὸς τὸ γνωρίζει, διότι ᾿Εκεῖνος εἶναι ὁ καρδιογνώστης, ὁ «ἐτάζων καρδίας καὶ νεφρούς»[85], ὁ ῾Οποῖος δὲν βλέπει κατὰ πρόσωπον (εἶναι ἀπροσωπόληπτος) καὶ δὲν κρίνει τὴν κατ᾿ ὄψιν κρίσιν. ᾿Εκεῖνο τὸ ὁποῖο μποροῦμε νὰ διαπιστώσουμε μετὰ βεβαιότητος εἶναι, ὅτι οἱ «παραδοσιακοὶ» τοῦ νέου ἡμερολογίου παρουσιάζουν διαχρονικὰ μία συνεπὴ πορεία ἀσυνεπείας, πλέουν σὲ μία σταθερὴ ρότα παλινδρομήσεως, ἀμφιταλαντεύσεως καὶ ἀντιφατικότητας.

Αὐτὸ ποὺ ξέρουν νὰ λέγουν συνεχῶς εἶναι, ὅτι θὰ συνεχίσουν νὰ ἀγωνίζονται ἐντὸς τῆς ᾿Εκκλησίας καὶ δὲν θὰ γίνουν «παλαιοημερολογίτες»· διότι οἱ παλαιοημερολογίτες κατ᾿ αὐτοὺς κινοῦνται σ᾿ ἕναν χῶρο ποὺ εὑρίσκεται ἐκτὸς τῆς ᾿Εκκλησίας. Καὶ πράγματι, ἔχουν δίκιο. Εἴμεθα ἐκτὸς ᾿Εκκλησίας! ΕΚΤΟΣ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ ΤΟΥΣ «᾿Εκκλησίας»· καὶ εἴμεθα ὑπερήφανοι, καυχώμεθα ἐν Κυρίῳ, διὰ τοῦτο· διότι ἔχουμε ὑπόψη μας τὸν ῞Αγιο ᾿Ιωάννη τὸν Χρυσόστομο ποὺ βεβαιώνει, ὅτι εἶναι «μακάριος ὁ ἀφορισθεῖς συναγωγῆς πονηρευομένων»[86]. Μακάριος ἐκεῖνος ποὺ ἀφορίζει —διαχωρίζει— τὴ θέση του, ἀποτειχίζει τὸν ἑαυτό του, ἀπὸ συναγωγὴ πονηρευομένων, ὅπως εἶναι ἡ συναγωγὴ τοῦ νέου ἡμερολογίου.

Καὶ νὰ συμπληρώσουμε τὴν ἑρμηνεία τοῦ λόγου τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου· μακάριος εἶναι ἐπιπλέον ἐκεῖνος ποὺ θὰ ἀφορισθῇ καὶ θὰ καθαιρεθῇ ἀπὸ συναγωγὴ πονηρευομένων, διότι γιὰ νὰ τὸν ἀφορίσουν οἱ πονηρευόμενοι, αὐτὸ μπορεῖ νὰ σημαίνῃ ἐνδεχομένως ὅτι ἔχει ὅλα ἐκεῖνα τὰ στοιχεῖα ποὺ τὸν διαφοροποιοῦν ἀπὸ αὐτοὺς καὶ ὅτι ἐνεργεῖ ἀντίθετα πρὸς τὰ πονηρὰ σχέδιά τους. ᾿Εὰν οἱ νεοημερολογίτες μᾶς θεωροῦν σχισματικούς, καθηρημένους ἢ ὅ,τιδήποτε ἄλλο, αὐτὸ εἶναι πρὸς τιμή μας· διότι ὅπως λέγει καὶ ὁ Κύριος: «Μακάριοί ἐστε ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς καὶ διώξωσι καὶ εἴπωσι πᾶν πονηρὸν ρῆμα καθ᾿ ὑμῶν ψευδόμενοι ἕνεκεν ἐμοῦ»[87]. Εἴμεθα μακάριοι ὅταν μᾶς ὀνειδίσουν καὶ μᾶς διώξουν χάριν τοῦ Χριστοῦ· καὶ τὸ νὰ μᾶς ἀποκαλοῦν σχισματικοὺς εἶναι καὶ αὐτὸ ἕνας ὀνειδισμός, ἕνα ψεῦδος καὶ μία δίωξη, τὰ ὁποῖα ὑφιστάμεθα χάριν τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς ᾿Εκκλησίας Του. Παραμένοντας πιστὰ τέκνα τῆς ᾿Εκκλησίας, ὑφιστάμεθα τὶς συνέπειες, διότι «οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῇν ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ διωχθήσονται»[88].

Τελειώνοντας, θὰ θέλαμε νὰ ἀναφερθοῦμε στοὺς ὁραματισμοὺς ὁρισμένων ἐκ τῶν γνησίων ᾿Ορθοδόξων, σύμφωνα μὲ τοὺς ὁποίους κάποια στιγμή, ἡ ᾿Εκκλησία τοῦ νέου θὰ γυρίσῃ μὲ τὸ παλαιὸ καὶ θὰ ἑνωθῇ μαζί μας. Αὐτοὺς τοὺς πιστούς μας ποὺ ὀνειρεύονται τὴν ἐπιστροφὴ ἐν καιρῷ εὐθέτῳ τῆς κρατούσης «᾿Εκκλησίας» στὸ πάτριο ἑορτολόγιο, τοὺς παραπέμπουμε στὴν ῾Ημερίδα διαμαρτυρίας ποὺ διοργανώθηκε ὑπὸ τῆς μητροπόλεως Πειραιῶς τοῦ νέου ἡμερολογίου, τὸν Μάρτιο τοῦ 2016 στὸ «Στάδιο Εἰρήνης καὶ Φιλίας»  Φαλήρου, κατὰ τῆς ἐπικειμένης τότε συνόδου τῆς Κρήτης.

Γιὰ νὰ μὴν τρέφουμε αὐταπάτες γιὰ τὶς διαθέσεις τῶν «παραδοσιακῶν» τοῦ νέου, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπαναφορὰ τοῦ πατρίου ἑορτολογίου καὶ τὴν διατήρηση τοῦ πασχαλίου τῶν πατέρων τῆς ᾿Εκκλησίας, σᾶς μεταφέρουμε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο μαρτύρησε ὁ π. Θεόδωρος Ζήσης, ὁ ὁποῖος μετέσχε στὴν ῾Ημερίδα καὶ δήλωσε ὅτι θέλησε νὰ καταπιασθῇ μὲ τὸ θέμα τοῦ ἑορτολογίου καὶ τοῦ πασχαλίου —αὐτὸ ἦταν τὸ θέμα τῆς ὁμιλίας του— διότι οἱ ἄλλοι σύνεδροι ἀρνήθηκαν ἀπρόθυμα νὰ ἀσχοληθοῦν μὲ τὸ ζήτημα, ἂν καὶ γνώριζαν πολὺ καλά, ὅτι διακυβεύεται ἀκόμη καὶ ὁ ἑορτασμὸς τοῦ Πάσχα, τὸ ὁποῖο ὁ κ. Βαρθολομαῖος καὶ οἱ περὶ αὐτοῦ θέλουν νὰ ἑορτάζουν μὲ τοὺς παπικούς, γιατί ὄχι καὶ μὲ τοὺς ῾Εβραίους. Κανεὶς λοιπὸν στὴν ῾Ημερίδα δὲν ἤθελε νὰ ἔχῃ ὡς θέμα τῆς εἰσηγήσεώς του τὸ ἑορτολόγιο καὶ τὸ πασχάλιο. Καὶ μιλᾶμε γιὰ ἕνα θέμα, τὸ ὁποῖο, λίγο πρὶν ἀρχίσει ἡ σύνοδος τῆς Κρήτης, ἦταν τὸ πρῶτο στὴ λίστα τῶν πρὸς συζήτηση καὶ ἐπίλυση θεμάτων τῆς συνόδου. Παρόλα ταῦτα ἀπερρίφθη, τόσο ἀπὸ τοὺς Οἰκουμενιστές, ὅσο καὶ ἀπὸ τοὺς παραδοσιακοὺς νεοημερολογίτες. Οἱ τελευταῖοι πάντως συνεχίζουν νὰ παραμένουν ἐντὸς τῶν κόλπων τῆς ἐπισήμου «᾿Εκκλησίας», μὴν λαμβάνοντας ὑπόψη τὶς τρεῖς Πανορθοδόξους Συνόδους ἐπὶ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως ῾Ιερεμίου τοῦ Τρανοῦ (1583, 1587, 1593), οἱ ὁποῖες κατεδίκασαν καὶ ἀναθεμάτισαν τὸ νέο ἡμερολόγιο. ᾿Ακόμη δὲ καὶ ὅταν μνημονεύουν τὶς Συνόδους αὐτὲς οἱ «παραδοσιακοί», δὲν φαίνεται νὰ τοὺς ἀνησυχοῦν οἱ ἀναθεματισμοὶ καὶ ἡ κατηγορηματικὴ καὶ αὐστηρὴ καταδίκη τοῦ «νέου μηνολογίου».

Δὲν γνωρίζω ἂν σὲ κάτι ὠφέλησε ἡ παροῦσα μου ὁμιλία. Στόχος της ἦταν νὰ θέσῃ ἐρωτήματα καὶ προβληματισμούς, κυρίως σὲ ἐκείνους ποὺ τρέφουν χρηστὲς ἐλπίδες, ὅτι μποροῦν νὰ περιμένουν καὶ νὰ ὁραματίζονται τὴν πραγμάτωση καὶ ἐπίτευξη σπουδαίων καὶ μεγάλων κατορθωμάτων ὑπὲρ τῆς πίστεως καὶ τῆς πατρίδος ἀπὸ τοὺς ἀντιοικουμενιστὲς τοῦ νέου ἡμερολογίου.

᾿Αντὶ ἐπιλόγου θὰ δώσουμε τὸν λόγο σὲ δύο μεγάλους πατέρες τῆς ᾿Εκκλησίας, γνησίους ἁγίους καὶ ἀληθινοὺς προμάχους καὶ ὑπερασπιστὲς τῆς ᾿Ορθοδόξου Πίστεως. ῾Ο ῞Αγιος Μάξιμος ὁ ῾Ομολογητὴς ὅταν δεχόταν πιέσεις πανταχόθεν νὰ ἔλθῃ σὲ ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τὸν αἱρετικὸ (Μονοθελήτη) πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, ὑπὸ τὴν προϋπόθεση ὅτι ὁ τελευταῖος θὰ ὑπέγραφε ὀρθόδοξη ὁμολογία πίστεως, ἀπάντησε ὅτι οὔτε τότε θὰ «κοινωνοῦσε» μαζί του, διότι αὐτὸς μνημονεύει στὰ δίπτυχα τοὺς αἱρετικοὺς προκατόχους του πατριάρχες. Διὰ τοῦτο ὁ ῞Αγιος Μάξιμος ἀποκρίθηκε σ᾿ ἐκείνους ποὺ τὸν ἐπίεζαν τὰ ἑξῆς: «᾿Ακόμη κι ἂν γίνετε ὀρθόδοξοι, δὲν κοινωνῶ μαζί σας, ἐπειδὴ ἔχετε κοινωνία μὲ τοὺς ἀκοινωνήτους»[89].

῾Επομένως, ἔστω καὶ ἂν κάποιοι σᾶς ὁρκίζονται ὅτι εἶναι ᾿Ορθόδοξοι, ἔστω καὶ ἂν ὑπογράφουν μὲ τὸ αἷμα τους ὀρθόδοξη ὁμολογία πίστεως, ἐφόσον κοινωνοῦν καὶ μνημονεύουν αἱρετικοὺς πατριάρχες καὶ ἐπισκόπους καὶ συναγελάζονται μὲ τοὺς προδότες τοῦ Χριστοῦ —ὅποια δικαιολογία καὶ ἂν προβάλλουν— μὴν τοὺς πιστεύετε! Μὴν δώσετε τὴν καρδιά σας σὲ αὐτούς. ῾Υποκρίνονται ὅτι εἶναι πρόβατα, ἀλλὰ κατὰ βάθος εἶναι λῦκοι ποὺ ἔρχονται «ἵνα θύσουν καὶ ἀπολέσουν»[90].

῾Ο ῞Αγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικὸς τὸ λέγει ρητῶς καὶ κατηγορηματικῶς, μὲ τρόπο σύντομο καὶ σαφῆ, ποὺ δὲν ἐπιδέχεται ἀμφισβήτηση: «᾿Εὰν κάποιοι προσποιοῦνται ὅτι ὁμολογοῦν τὴν ὀρθὴ πίστη, ἔχουν ὅμως ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τοὺς ἑτερόφρονας (αἱρετικούς), αὐτοί, ἐὰν μετὰ ἀπὸ παραγγελία (παραίνεση) δὲν ἀπομακρυνθοῦν (ἀπὸ τὴν κοινωνία μὲ τοὺς αἱρετικούς), ὄχι μόνον νὰ εἶναι ἀκοινώνητοι ἀπὸ ἐμᾶς, ἀλλὰ οὔτε κἂν ἀδελφοὺς νὰ μὴν τοὺς ὀνομάζουμε... ῞Ολοι οἱ διδάσκαλοι τῆς ᾿Εκκλησίας, ὅλες οἱ Σύνοδοι, ὅλες οἱ θεῖες Γραφές, μᾶς προτρέπουν νὰ φεύγουμε μακριὰ ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς καὶ νὰ χωριζόμεθα ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ αὐτούς»[91], ἔτσι ὥστε νὰ εἶναι πάντοτε μεθ᾿ ἡμῶν ὁ Πατήρ, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ ῞Αγιον Πνεῦμα, ὁ Πανάγιος Τριαδικὸς Θεός, ὧ πρέπει πᾶσα δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις, εἰς τοὺς ἀτελευτήτους αἰῶνας τῶν αἰώνων. ᾿Αμήν.

 

[1] ᾿Αθανασίου Σακαρέλλου, ῾Η ᾿Ορθόδοξη ῾Ελληνικὴ ᾿Εκκλησία καὶ οἱ σύγχρονοι γεροντάδες [῎Αρθον].

[2] Θεοδώρου Ζήση, Πρωτοπρεσβυτέρου, ῾Ομιλία Α´, Περὶ διακοπῆς μνημοσύνου, εἰς τὸν ῾Ι. Ν. ῾Αγ. ᾿Αντωνίου Θεσ/κης, 6.11.2016.

[3] ῾Ι.Β., Τὸ Βάπτισμα καὶ ὁ “τρελλὸς” παλαιοημερολογίτης παπᾶς... [῎Αρθρο],  βλ. περιοδικὸ «᾿Ορθόδοξον Πατερικὸν Σάλπισμα», τ. 109 [᾿Ιούλ.-Αὔγ. 2014], σελ. 513.

[4] Θεοδώρου Ζήση, Πρωτοπρεσβυτέρου, ᾿Αποτείχιση ἀπὸ τὴν αἵρεση καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν ᾿Εκκλησία, Κεφ. 2: «Γιατὶ θεσπίσθηκε 15ος Κανών (βλ. ᾿Ιστοσελίδα: «ΑΚΤΙΝΕΣ»).

[5] Τοῦ αὐτοῦ, ᾿Απαντητικὴ ᾿Επιστολὴ στὸν Θεσσαλονίκης ῎Ανθιμον [Θεσ/κη, 1η Φεβρ. 2017], Κεφ. 6: «῎Αλλο κανονικότητα, ἄλλο νομιμότητα. ῾Η ἀποτείχιση δὲν εἶναι σχίσμα» (βλ. ᾿Ιστοσελίδα: «ΑΚΤΙΝΕΣ»).

[6] Β´ Τιμ. γ´, 5.

[7] Λουκ. ιθ´, 22.

[8] Ματθ. ιβ´, 37.

[9] Ματθ. κς´, 65.

[10] Αὐγουστίνου Μοναχοῦ, ῾Αγιοβασιλειάτου, Περὶ ᾿Εκκλησιαστικῆς Κοινωνίας καὶ Μνημοσύνου καὶ τοῦ σχετικοῦ αὐτοῖς ΙΕ´ ῾Ιεροῦ Κανόνος τῆς Α´καὶ Β´ ῾Αγίας Συνόδου, ἔκδ. περιοδικοῦ «῞Αγιος ᾿Αγαθάγγελος ᾿Εσφιγμενίτης», ῞Αγιον ῎Ορος 1993, σελ. 48-49.

[11] ῾Αγ. Θεοδώρου Στουδίτου, P.G. τ. 99, σελ. 1164: «Οἱ μὲν τέλεον περὶ τὴν πίστιν ἐναυάγησαν· Οἱ δέ, καὶ τοῖς λογισμοῖς οὐ κατεποντίσθησαν, ὅμως τῇ κοινωνίᾳ τῆς αἱρέσεως συνόλλυνται».

[12] Βλ. ᾿Ιστολόγιο «᾿Ορθόδοξη ᾿Αντεπίθεση».

[13] Αὐγουστίνου Μοναχοῦ, ὡς ἄνω, σελ. 43.

[14] ῾Αγ. Γρηγορίου Παλαμᾶ, ᾿Αναίρεσις ἐξηγήσεως τόμου Καλέκα, 13, ῞Ελληνες Πατέρες τῆς ᾿Εκκλησίας [Ε.Π.Ε.], ἐκδ. «Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς», τ. 3, σελ. 670.

[15] Μ. Φωτίου, ῾Ομιλία ΙΕ´ «λεχθεῖσα ἐν τῷ ἄμβωνι τῆς Μεγάλης ᾿Εκκλησίας», ΕΠΕ τ.12, σελ. 400 κ.ἑξ..

[16] ῾Αγ. Γρηγορίου Θεολόγου,  Λόγος κα´, Εἰς τὸν μέγαν ᾿Αθανάσιον, Ε.Π.Ε. τ. 6, Θεσ/κη 1980, σελ. 90.

[17] Αὐγουστίνου Μοναχοῦ, ὡς ἄνω, σελ. 70. (Μτφρ. ἡμετέρα).

[18] Βλ. παραπομπὴ 4. Κεφ. 3: «Λανθασμένη θέση: “᾿Εμεῖς μένουμε στὴν ᾿Εκκλησία, δὲν φεύγουμε”. Ποιοὶ φεύγουν;»

[19] Θεοδώρου Ζήση, ῾Ομιλία Α´..., ὡς ἄνω.

[20] Αὐτόθι.

[21] Αὐτόθι.

[22] Αὐτόθι.

[23] ῾Αγ. Μαξίμου τοῦ ῾Ομολογητοῦ, ᾿Εξήγησις τῆς κινήσεως γενομένης, μεταξὺ τοῦ κυροῦ ἀββᾶ Μαξίμου καὶ τῶν σὺν αὐτῷ καὶ τῶν ἀρχόντων ἐπὶ σεκρέτου, P.G. 90, 117Ε: «Εἰ λέγων τὰ τῶν ῾Αγίων Γραφῶν καὶ τὰ τῶν ῾Αγίων Πατέρων σχίζει τὴν ᾿Εκκλησία, ὁ ἀναιρῶν τὰ τῶν ῾Αγίων δόγματα, τί δειχθήσεται τῇ ᾿Εκκλησίᾳ ποιῶν, ὧν χωρὶς οὐδὲ αὐτὸ τοῦτο, ᾿Εκκλησίαν εἶναι δυνατόν

[24] Αὐγουστίνου Μοναχοῦ, ὡς ἄνω, σελ. 48.

[25] Αὐτόθι, σελ. 43.

[26] ᾿Αδαμαντίου Τσακίρογλου, Περὶ τῶν κακοδόξων δηλώσεων, ὅτι οἱ κατὰ τὴν ἁγιοπατερικὴ διδασκαλία ἀποτειχισμένοι εἶναι ἐκτὸς ᾿Εκκλησίας [῎Αρθρο], δημοσιεύθη τὴν 3 ᾿Ιανουαρίου 2017 στὴν ᾿Ιστοσελίδα «Πενταπόσταγμα».

[27] Θεοδώρου Ζήση, ῾Ο ῞Οσιος Φιλόθεος Ζερβᾶκος, ὡς ἀγωνιστὴς καὶ ὁμολογητὴς τῆς ᾿Ορθοδοξίας. Μὲ ἀναφορὲς στὴν ἐπικαιρότητα, ἐκδ. «᾿Ορθόδοξος Κυψέλη», Θεσ/κη 2014, σελ. 81-82.

[28] Αὐτόθι, σελ. 82.

[29] Αὐτόθι, σελ. 96.

[30] Αὐτόθι, σελ. 100.

[31] Αὐτόθι, σελ. 96-97.

[32] Αὐτόθι, σελ. 258.

[33] ᾿Αθ. Σακαρέλλου, ὡς ἄνω.

[34] Αὐτόθι.

[35] Αὐτόθι.

[36] ᾿Επιφανίου ᾿Ι. Θεοδωροπούλου, ἀρχιμανδρίτου, Τὰ δύο ἄκρα [«Οἰκουμενισμὸς» καὶ «Ζηλωτισμός»], ᾿Αθῆναι 1986, σελ. 89.

[37] ᾿Αθ. Σακαρέλλου, ὡς ἄνω.

[38] Αὐτόθι.

[39] Αὐτόθι.

[40] Αὐτόθι.

[41] Νικολάσου Α. Ζουναρτζόγλου, Μαρτυρίες Προσκυνητῶν, Γέροντας Παΐσιος ὁ ῾Αγιορείτης, τόμ. Α´, ἐκδ. Γ´, σελ. 508.

[42] ᾿Εφημερίδα «Καθημερινή» [27/11/1993].

[43] Βλ. ὁμιλία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίου στὴν ἕδρα τῆς Coca Cola, Η.Π.Α. [29/10/2009].

[44] Βλ. ᾿Ιστολόγιο Νέα Φλώρινα.gr  [12 Φεβρ. 2017]: ᾿Ιωάννου Ρίζου, ᾿Απάντηση στὸν π. Σωτήριο Παρδάλη [᾿Επιστολή].

[45] Αὐτόθι.

[46] ᾿Απόσπασμα ἀπὸ τὴν προσφώνηση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίου κατὰ τὴν Θρονικὴ ῾Εορτὴ τοῦ Πατριαρχείου στὶς 30/11/1998 πρὸς τὴν παπικὴ ἀντιπροσωπεία, ἐπικεφαλῆς τῆς ὁποίας ἦταν ὁ καρδινάλιος William H. Keeler. Γιὰ ὁλόκληρο τὸ κείμενο βλ. περιοδικὸ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου «᾿Επίσκεψις» (ἀρ. τεύχους 563 τοῦ 1998).

[47] Θεοδώρου Ζήση, ῾Ομιλία Α´, ὡς ἄνω.

[48] Αὐτόθι.

[49] ῾Ιερομονάχου ᾿Ισαάκ, Βίος Γέροντος Παϊσίου τοῦ ῾Αγιορείτου, ῞Αγιον ῎Ορος 2004.

[50] Αὐτόθι.

[51] ᾿Αποκ. ᾿Ιω. γ´, 15-16.

[52] Θεοδωρήτου Μαύρου, ἱερομονάχου, ᾿Ορθοδοξία πολεμουμένη καὶ οἱ σύγχρονοι «ὁρῶντες» [῎Αρθρο], Περιοδικὸ «῾Αγιορείτης», τ.10(48) [Σεπτ.-᾿Οκτ. 1994], σελ. 2.

[53] Πρβλ. ῾Αγ. Γρηγορίου Παλαμᾶ, ᾿Επιστολὴ πρὸς τὸν εὐλαβέστατον ἐν μοναχοῖς κὺρ Διονύσιον, Ε.Π.Ε. τ.4, σελ. 410 ἑξ. (περὶ τοῦ τρίτου εἶδους ἀθεΐας).

[54] Θεοδωρήτου Μαύρου, ὡς ἄνω, σελ. 3.

[55] ᾿Αθανασίου Σακαρέλλου, ὡς ἄνω.

[56] Αὐτόθι.

[57] Θεοδώρου Ζήση, ῾Ομιλία Α´, ὡς ἄνω.

[58] Βλ. ὁμιλία κατὰ τὸ Συλλείτουργο μὲ τὸν Ράσκας ᾿Αρτέμιο στὴν Σερβία [10/03/2013], ᾿Ιστολόγιον Youtube: «Π. ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΤΡΙΚΑΜΗΝΑΣ - ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΡΤΕΜΙΟΣ - ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ - ΔΙΑΚΟΠΗ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΥ»).

[59] Θεοδώρου Ζήση, ῾Ο ῞Οσιος Φιλόθεος Ζερβᾶκος, ὡς ἄνω, σελ. 220-221.

[60] Συλλόγου «Στρατηγὸς Μακρυγιάννης», ᾿Ανοιχτὴ ἐπιστολὴ ὑποστήριξης πρὸς τὸν π. Νικόλαο Μανώλη, Πτολεμαΐδα 22 Φεβρουαρίου 2017 (ἀναρτήθηκε μεταξὺ ἄλλων καὶ εἰς «katihisis blog-Κατήχησις» [23-2-2017]).

[61] Πρωτοπρεσβυτέρου Νικολάου Μανώλη, Διακόπτω τὴν μνημόνευση τοῦ μητροπολίτου κ. ᾿Ανθίμου, Κήρυγμα εἰς τὸν ῾Ι. Ναὸν ῾Αγ. Σπυρίδωνος Τριανδρίας Θεσ/κης (19/2/2017). Βλ. σχετικὸ βίντεο εἰς «katihisis blog-Κατήχησις» (19-2-2017).

[62] ᾿Αλεξάνδρου Καλομοίρου..............., περιοδικὸν «Φωνὴ τῆς ᾿Ορθοδοξίας», τ. ... (1-5-1972), σελ. ...

[63] Βλ. ἐπὶ παραδείγματι ᾿Ορθόδοξος Τύπος, τεῦχος 1787 [12 ᾿Ιουν. 2009]: «῾Ο Πειραιῶς Σεραφεὶμ καλεῖ εἰς ἀνάνηψιν καὶ μετάνοιαν τοὺς Παλαιοημερολογίτας».

[64] ᾿Εκπομπὴ «᾿Αέναον» [30-11-2007], Εγνατία TV. (Βλ. ᾿Ιστολόγιον Youtube: «ΟΙ ΑΙΡΕΣΕΙΣ π. ΖΗΣΗΣ»).

[65] Βλ. σχόλιο στὸ ἄρθο «῾Ο π. Θεόδωρος Ζήσης γιὰ τοὺς παλαιοημερολογίτες», ᾿Ιστολόγιον: «ΕΝ ΤΟΥΤΟ ΝΙΚΑ» [27 Αὐγ. 2012].

[66] Βλ. ᾿Ιστολόγιο: «᾿Ορθοδοξία Θάνατος».

[67] Βλ. ᾿Ιστολόγιο «Κρυφὸ Σχολειό»: «Νέα ῎Εκδοση: ῾Η ἀλληλογραφία τοῦ π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ μὲ τὸν π. Θεοδώρητο Μαύρο» (Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017).

[68] Βλ. ᾿Ιστολόγιο Youtube: «῾Ο π. Γ. Μεταλληνὸς ὑπερασπίζεται τοὺς παλαιοημερολογίτες».

[69] ᾿Επιστολὴ 141η, ΕΠΕ, τ. 1, σελ. 279.

[70] ᾿Επιστολὴ 67η, ΕΠΕ, τ. 1, σελ. 369.

[71] ᾿Ιωάν. ιβ´, 43.

[72] Βλ. παραπομπὴ 68.

[73] ᾿Απὸ τὴν ὁμιλία τοῦ π. Θεοδώρου Ζήση στὸν ἱερὸ ναὸ ῾Αγίου ᾿Αντωνίου Θεσσαλονίκης, κατὰ τὴν ὁποία σχολίασε τὴ συνεδρίαση τῆς ἱεραρχίας τῆς διοικούσης ἐκκλησίας καὶ τὴν εἰσήγηση τοῦ μητροπολίτου Σερρῶν Θεολόγου γιὰ τὴν Σύνοδο τῆς Κρήτης (Νοέμβριος 2016).

[74] Γεν. β´, 23.

[75] ᾿Επιστολὴ 25, Νικηφόρῳ Πατριάρχῃ, P.G. τ.99, σελ. 988C.

[76] Κοσμᾶ Μοναχοῦ Φλαμιάτου ῞Απαντα, ἤτοι Φωνὴ ᾿Ορθόδοξος περὶ τῶν μελλόντων καθὼς καὶ ᾿Επιστολὴ πρὸς τοὺς ἐν τῷ ῾Αγίῳ ῎Ορει πατέρας, σελ. 251.

[77] Αὐτόθι.

[78] Αὐτόθι.

[79] Αὐτόθι.

[80] Αὐτόθι, σελ. 59.

[81] Αὐτόθι, σελ. 54-55.

[82] Αὐτόθι, σελ. 55

[83] Αὐτόθι.

[84] Αὐτόθι.

[85] Ψαλμ. ζ´, 10.

[86] Ἁγ. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Περὶ ζήλου καὶ εὐσεβείας, καὶ εἰς τὸν ἐκ γενετῆς τυφλόν, P.G. τ. 59, σελ. 549.

[87] Ματθ. ε´, 11.

[88] Β´ Τιμ. γ´, 12.

[89] Βλ. Δοσιθέου ῾Ιεροσολύμων, Δωδεκάβιβλος/Βιβλίο 2, σελ. 116: «καὶ ἐπειδὴ ὑμεῖς ἐκείνοις κοινωνεῖτε, εἰ καὶ ὀρθόδοξοι γένησθε, οὐ κοινωνῶ ὑμῖν, ἐπειδὴ κοινωνεῖτε τοῖς ἀκοινωνήτοις» (῾Αγ. Μαξίμου ῾Ομολογητοῦ).

[90] ᾿Ιω. ι´, 10.

[91] Βλ. Γρηγορίου Πατρ. Κων/λεως τοῦ ῾Ομολογητοῦ, ᾿Απολογία εἰς τὴν τοῦ ᾿Εφέσου  ῾Ομολογίαν, Πατρολογία Orientalis, τόμος  XV καὶ P.G. τ. 160, σελ. 101C: «Οἵ τινες τὴν ὑγιῆ πίστιν προσποιοῦνται ὁμολογεῖν, κοινωνοῦσι δὲ τοῖς ἑτερόφροσι, τοὺς τοιούτους, εἰ μετὰ παραγγελίαν μὴ ἀποστῶσι, μὴ μόνον ἀκοινωνήτους ἔχειν, ἀλὰ μηδὲ ἀδελφοὺς ὀνομάζειν... ῞Απαντες οἱ τῆς ᾿Εκκλησίας διδάσκαλοι, πᾶσαι Σύνοδοι, πᾶσαι θεῖαι Γραφαί, φεύγειν τοὺς ἑτερόφρονας παραινοῦσι καὶ τῆς αὐτῶν κοινωνίας διίστασθαι» (῾Αγ. Μάρκου Εὐγενικοῦ)


Joomla SEF URLs by Artio