baptisiΠρὸ καιροῦ μοῦ ἔστειλε κάποιος συναπτόμενα σὲ email πέντε (5) βίντεο ἀπὸ Βαπτίσεις Ὀρθοδόξων (ἐντὸς καὶ ἐκτὸς εἰσαγωγικῶν) κληρικῶν. Τὸ πρῶτο ἔδειχνε ἕνα Ρουμάνο ἱερέα ὁ ὁποῖος πῆρε μὲ τὴ χοῦφτα τοῦ ἀριστεροῦ του χεριοῦ καὶ ἔριξε λίγο νερὸ στὸ κεφαλάκι τοῦ μωροῦ. Τὸ δεύτερο, ἕνα βάπτισμα ποὺ ἔκανε κληρικὸς σὲ κεντρικὸ ναὸ τῆς Ἀθήνας, μὲ τὸ μικρὸ νὰ μπαίνει στὴ κολυμβήθρα μέχρι τοὺς ὤμους. Τὸ τρίτο (μὲ τίτλο, Γκάφα ὁ πάτερ) δείχνει νὰ φεύγει τὸ λειτουργικὸ βιβλίο ποὺ χρησιμοποιοῦσε ὁ παπᾶς ἀπὸ τὰ χέρια καὶ νὰ πέφτει μέσα στὸ νερὸ τῆς κολυμβήθρας. Τὸ βίντεο δὲν ἦταν ὁλοκληρωμένο γιὰ νὰ φανεῖ πῶς ἔγινε ἡ βάπτιση, πάντως τὸ βιβλίο βαπτίστηκε ὁλόκληρο, μὲ ὁλικὴ κατάδυση.

Τὸ ἑπόμενο βίντεο δείχνει ἕναν Ἕλληνα παπᾶ νὰ δέχεται τηλεφώνημα στὸ κινητό του τὴν ὥρα τῆς Βάπτισης, νὰ τὸ βγάζει ἀπὸ τὴ τσέπη του προφανῶς γιὰ νὰ δεῖ ποιὸς καλεῖ, νὰ πατάει ὁρισμένα πλῆκτρα καὶ νὰ τὸ τοποθετεῖ πάλι στὴ τσέπη. Καὶ ἐρχόμαστε στὸ ‘τρελὸ παπᾶ’. Ὁ τίτλος τοῦ βίντεο, “Crazy Pastor! Τρελλὸς παπᾶς τὸ βάπτισε τὸ παιδί’’. Ὁ ἀποστολέας πρόσθεσε στὸ email τὸν τίτλο ‘Βάπτισμα παλαιοημερολογίτη παπᾶ’. Στὸ βίντεο, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ὁλικὴ κατάδυση καὶ τὰ νερὰ ποὺ πετάγονται ἔξω ἀπὸ τὴν κολυμβήθρα (λόγῳ τοῦ ἐκτοπίσματος), καὶ βέβαια κάποιες γρήγορες κινήσεις καὶ τὸ μωρὸ νὰ κλαίει κάθε φορὰ ποὺ ἔβγαινε στὴν ἐπιφάνεια, ἡ Βάπτιση ἦταν αὐτὴ ποὺ ἔπρεπε νὰ εἶναι. Καὶ ἕνα ἀκόμη βίντεο μὲ ἕνα Ρῶσο παπᾶ ποὺ ἀντὶ γιὰ τὴ φούχτα του χρησιμοποίησε ἕνα... μπρίκι γιὰ νὰ ρίξει τρεῖς φορὲς στὸ κεφαλάκι τοῦ μωροῦ λίγο νερό (ἡ κολυμβήθρα χρησίμευε γιὰ νὰ μὴν πάει τὸ νερὸ στὸ πάτωμα...).

Μετὰ τὴν ἀποστολὴ τοῦ email αὐτοῦ, ποὺ κοινοποιήθηκε σὲ πολλοὺς παραλῆπτες, κάποιος ἀπάντησε, στέλνοντας δύο ἀποσπάσματα ἁγίων ποὺ κάνουν λόγο γιὰ τὸ πῶς πρέπει νὰ γίνεται ἡ ὀρθόδοξη Βάπτιση. Τὸ ἕνα χωρίο εἶναι τοῦ Μεγ. Βασιλείου: «Ἴση εἶναι ἡ ζημιὰ τὸ νὰ φύγει κανεὶς ἀπ’ τὴ ζωὴ ἀβάπτιστος, ἢ τὸ νὰ δεχτεῖ κάτι λειψὸ ἀπὸ τὴ παράδοση»[1].

Τὸ δεύτερο ἀπόσπασμα εἶναι τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ: «Νὰ ἔχετε κολυμβήθρας μεγάλας εἰς τὰς ἐκκλησίας, ἕως ὁποὺ νὰ χώνεται ὅλον τὸ παιδίον μέσα, νὰ κολυμβᾷ ὁποὺ νὰ μὴν μείνῃ ἴσα μὲ τοῦ ψύλλου τὸ μάτι ἄβρεχτο, διατὶ καὶ ἐκεῖ προχωρεῖ ὁ διάβολος καὶ διὰ τοῦτο τὰ παιδιά σας σεληνιάζονται, δαιμονίζονται, ἔχουν φόβον, γίνονται κακορρίζικα, διατὶ δὲν εἶναι καλὰ βαπτισμένα»[2].

Καὶ ὁ ἀποστολέας τοῦ email κατέληγε: «Μπράβο στὸν τρελλὸ παλαιοημερολογίτη παπᾶ»!

Τὸ ἀτελὲς βάπτισμα δίνει ἀφορμὴ στὸ σατανᾶ νὰ ἐνεργήσει. Οἱ δαίμονες πειράζουν ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ἀλλὰ καὶ τοὺς Χριστιανούς. Πειράζουν ἀπὸ πολλὲς αἰτίες καὶ ἀφορμές, ὄχι μόνο ἐξαιτίας τῆς μαγείας.

Αἰτία δαιμονικῆς ἐνέργειας εἶναι καὶ τὸ μὴ σωστὸ βάπτισμα. Τὸ ἀτελὲς βάπτισμα, τὸ ὁποῖο δὲν γίνεται ὅπως θέλουν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας. Εἶναι εὐθύνη τῶν ἱερέων φυσικά, γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ εἶναι πολὺ προσεκτικοὶ στὴν τέλεση τοῦ μυστηρίου τοῦ βαπτίσματος καὶ τοῦ χρίσματος.

Μερικοὶ ἱερεῖς νομίζουν ὅτι τὰ τελούμενα τῶν μυστηρίων εἶναι ἐντελῶς συμβολικὰ καὶ «περιττὲς» λεπτομέρειες· κάνουν λάθος. Ὅ,τι γίνεται στὰ μυστήρια εἶναι ὄχι μόνο τύπος, ἀλλὰ καὶ οὐσία. Ἔτσι, παραλείπουν τὶς εὐχές, ἰδίως τοὺς ἐξορκισμούς, στὴν κατήχηση ἢ βάζουν λίγο νερὸ στὴν κολυμβήθρα. Τὸ Βάπτισμα πρέπει νὰ γίνει, πὼς ὁρίζει ἡ Ἐκκλησία καὶ ὄχι ὅπως θέλει ἢ νομίζει ὁ καθένας.

Σήμερα παρατηρεῖται νὰ γίνεται ὄχι βάπτισμα, ἀλλὰ κυρίως, γιὰ μεγάλους ἀνθρώπους, λίγο ποδόλουτρο ἢ λίγο βρέξιμο στὰ μαλλιά! Οἱ Πατέρες δὲν εἶπαν τέτοια πράγματα.

Ἀλλὰ καὶ ὁ μέγας Συμεὼν ὁ Θεσσαλονίκης, λέγει χαρακτηριστικὰ ὅτι πολλὲς φορὲς τὰ παιδιὰ «ταράζονται στὸν ὕπνο τους ἀπὸ φαντάσματα καὶ τὸ παθαίνουν αὐτὸ ἐπειδὴ οἱ ἱερεῖς, οἱ ὁποῖοι τοὺς βάπτισαν, δὲν εἶπαν μὲ προσοχὴ τοὺς ἐξορκισμοὺς καὶ τὶς ἄλλες ἱερὲς εὐχές»[3].

Σὲ κάποια περιοχή, στὴν Ἐπαρχία, ὁ Θεὸς ἀνέδειξε ἕναν θεοφόρο καὶ διορατικὸ γέροντα, σὲ παλαιότερα χρόνια. Ἦταν ἔγγαμος. Τὸ σπίτι του ἔγινε Ἐκκλησία καὶ θεραπευτήριο γιὰ τοὺς πολλοὺς προσερχομένους Χριστιανούς. Σὲ κάποια οἰκογένεια, μετὰ τὸ βάπτισμα τοῦ μικροῦ τους κοριτσιοῦ, κατὰ τὸ μεσημέρι, στὸ πλύσιμο τοῦ μωροῦ ἄρχισαν ξαφνικὰ σπασμοί, κλάματα καὶ φωνές. Αὐτὸ ἐπαναλαμβάνετο συνεχῶς, γιὰ ἡμέρες. Ἔτσι, οἱ γονεῖς σκέφτηκαν τὸν εὐλαβῆ Ἱερέα, ποὺ ἦταν σὲ κοντινό τους χωριό. Πῆγαν τὸ μικρὸ παιδί. Ὁ διορατικὸς Ἱερέας τοὺς εἶπε ὀρθά κοφτά· τὸ βάπτισμα δὲν εἶναι σωστό· λείπουν γράμματα. (πιθανόν ἐξορκισμοί, ποιὸς ξέρει). Ἀναπλήρωσε τὶς εὐχές, διαβάζοντας τὸ παιδὶ καὶ σταμάτησε ἡ δαιμονικὴ ἐνέργεια[4].

Αὐτοὶ εἶναι οἱ δράκοντες ποὺ συνέτριψε ὁ Χριστός μας στὸν Ἰορδάνη, οἱ δαίμονες ποὺ φώλιαζαν στὴν καρδιὰ ὅλων τῶν ἀπογόνων τοῦ Ἀδάμ[5]. Γι’ αὐτὸ ἀκόμα καὶ τὸ ἄκακο νήπιο ‘ἀποτάσσεται τὸ σατανᾶ’, ἀφοῦ καὶ αὐτὸ μέτοχος καὶ κληρονόμος καὶ ἀπόγονος τῶν πεπτωκότων πρωτοπλάστων εἶναι.

Οἱ διαδεδομένες σήμερα οἰκουμενιστικὲς αἱρέσεις δὲν ἄφησαν ἀνέπαφο καὶ τὸ μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος. Τὰ πάντα τείνουν νὰ ἐξομοιωθοῦν, τὸ ὀρθόδοξο βάπτισμα γίνεται ὁλοένα ἀπομίμηση τοῦ ραντίσματος τῶν ἀβαπτίστων δυτικῶν. Σὲ συνέδρια καὶ οἰκουμενιστικὲς συγκεντρώσεις, κοινὲς δηλώσεις ἀντιπροσωπειῶν Ὀρθοδόξων καὶ Ρωμαιοκαθολικῶν καθὼς καὶ Προτεσταντῶν δηλώνουν κατηγορηματικὰ ὅτι ἀπαγορεύεται ὁ ἀναβαπτισμός, καὶ ἐννοοῦν ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ὁ Ὀρθόδοξος νὰ βαπτίζει ἕναν Προτεστάντη ἢ Ρ/Καθολικό[6]. Ἔτσι οἱ Ὀρθόδοξοι ἀναγνωρίζουν τὸ βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν ὡς γνήσιο. Ἀλλ’ οἱ αἱρετικοὶ τῆς δύσεως δὲν ἔχουν ἱερωσύνη οὔτε βάπτισμα οὔτε ἄλλα μυστήρια. Καὶ αὐτοὶ ποὺ ἀναγνωρίζουν βάπτισμα σ’ αὐτοὺς ἀλλοιώνουν τὸ δικό τους βάπτισμα· στὴν πραγματικότητα χάνουν τὸ βάπτισμά τους. Ἡ Σύνοδος τῆς Καρθαγένης, ἀναφέρει κάτι ποὺ θἄπρεπε νὰ προβληματίζει καθέναν ποὺ ἀνήκει στὶς ἐπίσημες τοπικὲς Ἐκκλησίες, καθὼς ὅλες συμμετέχουν στὴν αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ἰδοὺ τί λέει ἡ Σύνοδος: «Ἐπεὶ δύο βαπτίσματα εἶναι ἀδύνατον, ὁ συγχωρῶν τοῖς αἱρετικοῖς βάπτισμα, ἑαυτὸν τοῦ βαπτίσματος ἀποστερεῖ»[7].

Ὁ ‘τρελλὸς παλαιοημερολογίτης παπᾶς’ ἤξερε τί ἔκανε· μακάρι τὴν τρέλλα του νὰ τὴν εἶχαν ὅλοι οἱ κληρικοὶ ποὺ μὲ τὶς εὐλογίες τους τώρα ἀφήνουν τοὺς δαίμονες νὰ χορεύουν στὸ ταψὶ τοὺς ἀνθρώπους.

Ἡ ‘ἄρση’ τῶν ἀναθεμάτων (1965) ἐνέταξε ὅλες τὶς οἰκουμενιστικὲς δικαιοδοσίες (παλαιοῦ καὶ νέου) ὑπὸ τὸ ἀνάθεμα[8]. Ἡ ἀναγνώριση τοῦ Βαπτίσματος τῶν αἱρετικῶν ἐπισφραγίζει ἐκεῖνο τὸ βῆμα.

Ἐδῶ μποροῦμε νὰ προσθέσουμε κάτι γιὰ τὴν γνωστὴ καὶ πάντα ἐπίκαιρη διαφορὰ ἀνάμεσα στὸ νέο (πολιτικό) καὶ τὸ παλαιὸ (ἐκκλησιαστικό) ἡμερολόγιο. Ἢ μᾶλλον τὴ διαφορὰ ἀνάμεσα στὴν Ἐκκλησία τοῦ νέου καὶ τὴν Ἐκκλησία τοῦ παλαιοῦ ἡμερολογίου.Τὸ ἡμερολόγιο δὲν μπορεῖ νὰ ἐξεταστεῖ αὐτόνομα. Οὔτε τὸ ἐκκλησιαστικὸ (τὸ ‘παλαιό’) οὔτε τὸ νέο ἡμερολόγιο ἀποτελοῦν δόγμα. Ἂν δὲν τὸ δεῖ κανεὶς σὲ ὅλες τὶς διαστάσεις του, μὲ ὅλες τὶς διασυνδέσεις, δὲν στοχεύει σωστά. Ἀποσπώντας το ἀπὸ τὸν ἐκκλησιαστικὸ περίγυρό του εἶναι σὰν νὰ θέλεις νὰ βγάλεις τὸ σκελετὸ ἀπὸ ἕναν ἄνθρωπο ἢ τὰ νεῦρα του. Ἕνα λουλούδι ἂν τὸ ξεριζώσεις ἀπὸ τὴ γλάστρα, χωρὶς τὸ χῶμα του θὰ ξεραθεῖ. Κατὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ διδασκαλία μιὰ πράξη, μιὰ ἐνέργεια εἶναι καλὴ ἢ κακὴ ἀνάλογα μὲ τὸ σκοπὸ ποὺ ἐξυπηρετεῖ. Ὁ Προφήτης Ἠλίας ἔκανε φόνο ἀλλὰ ἦταν θεάρεστος. Ὁ Κάϊν ἔκανε φόνο ἀλλὰ σὲ κατάκριμά του. Τὰ εἰδωλόθυτα, λέει ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων, «ἐνῶ ἀπὸ τὴ φύση τους εἶναι καθαρά, ὅταν προσφερθοῦν στὰ εἴδωλα γίνονται μολυσμένα»[9].

Ὁ σκοπὸς γιὰ τὸν ὁποῖο εἰσήχθη τὸ νέο ἡμερολόγιο (εἴτε διορθωμένο Γρηγοριανὸ ἢ εἴτε σκέτο, δὲν ἔχει σημασία) εἶναι καθαρὰ διατυπωμένος στὴν ἐγκύκλιο ἡ ὁποία προηγήθηκε τῆς ἀλλαγῆς. Ἡ Ἐγκύκλιος τοῦ 1920, ποὺ θεωρεῖται Καταστατικὸς Χάρτης τοῦ νεοημερολογιτισμοῦ, διακήρυσσε δημόσια —τέσσερα χρόνια πρὶν τὴν ἀλλαγή— ὅτι ἕνα ἀπὸ τὰ πρῶτα βήματα γιὰ τὴν ἕνωση μὲ τοὺς αἱρετικοὺς (τοὺς ὁποίους ἡ αἱρετικὴ αὐτὴ ἐγκύκλιος ὀνομάζει «συγκληρονόμους καὶ σύσσωμους τῆς ἐπαγγελίας τοῦ Θεοῦ ἐν τῷ Χριστῷ»!) εἶναι ἡ ἀλλαγὴ τοῦ ἡμερολογίου.

Σήμερα οἱ καλοὶ νεοημερολογίτες ἀποφεύγουν τὸν σκόπελο αὐτὸ καὶ μιλοῦν γιὰ τὸ ἡμερολόγιο σὰν νὰ εἶναι κάτι ‘ξεκάρφωτο’. Ἀποφεύγουν νὰ τὸ συνδέσουν, ὅπως ὀφείλουν, μὲ τὴν αἵρεση. Εἶναι βέβαια κατανοητὸ αὐτό, ἀφοῦ ‘στὸ σπίτι τοῦ κρεμασμένου δὲν μιλᾶμε γιὰ σκοινί’.

Ἔτσι κάνουν πὼς δὲν διαβάζουν τὰ ἴδια τους τὰ βιβλία ὅπου ὅλα αὐτὰ εἶναι καταχωρημένα. Στὴν Ἱστορία Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐκ Πηγῶν Ἀψευδῶν, ὅπου καταγράφουν λεπτομερῶς τὰ Πρακτικὰ τῶν συνεδριάσεων τῆς Ἱεραρχίας τους, ὁ Κασσανδρείας Εἰρηναῖος, στὴ ιδ΄ συνεδρίαση τοῦ Ὀκτωβρίου 1931, μόλις λίγα χρόνια μετὰ τὴν ἀλλαγή, ἐνώπιον 66 Ἱεραρχῶν, μὲ πρόεδρο τὸν Ἀθηνῶν Χρυσόστομο Παπαδόπουλο, εἶπε: «Ὑπομιμνήσκω τὴν ἐν δυσὶ μεταγενεστέραις Συνόδοις τοῦ 1583 καὶ 1587 καταδίκην τοῦ Γρηγοριανοῦ ἡμερολογίου, αἵτινες ἐπὶ πλέον γινώσκουσαι ὅτι τὸ Γρηγοριανὸν ἡμερολόγιον ἐγένετο διὰ προσηλυτιστικοὺς σκοποὺς καὶ πρὸς ἐμπέδωσιν τῶν ἀξιώσεων τοῦ πρωτείου τοῦ Πάπα αὐστηρῶς ἀπηγόρευσαν τὴν εἰσαγωγὴν αὐτοῦ εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἀνατολικὴν Ἐκκλησίαν»[10].

Ὁ ἴδιος ὁ πρωτεργάτης τοῦ σχίσματος Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, στὶς καλές του ὧρες ὁμολογεῖ τὴν ἀλήθεια: «Ἡ λατινικὴ Ἐκκλησία χαιρεκάκως ἐχαιρέτισε τὴν ἀποτυχίαν τῶν περὶ ἑνώσεως διαπραγματεύσεων μεταξὺ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τῶν προτεσταντικῶν θεολόγων, ἐντείνουσα δὲ τὰς προσηλυτευτικὰς προσπαθείας της προέβη εἰς διαφόρους ἐνεργείας, ἰδίως ἐπὶ τοῦ Πάπα Ρώμης Γρηγορίου ιγ΄ (1572-1585). Οὗτος... τῷ 1582 προέβη εἰς τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ ἡμερολογίου, ἥτις ἐχρησιμοποιήθη ὡς προσηλυτιστικὸν μέσον. Τῷ 1583 ἀπέστειλε τοὺς πρώτους Ἰησουΐτας εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, οἵτινες ἤρξαντο δραστηρίας θρησκευτικῆς προπαγάνδας διὰ τοῦ κηρύγματος τοῦ θείου λόγου, τῆς ἱδρύσεως σχολείων, τῆς διανομῆς χρημάτων καὶ διὰ τῆς διαδόσεως βιβλίων, δι’ ὧν προήγετο ἡ ἰδέα τῆς ἑνώσεως τῶν ὀρθοδόξων μόνον διὰ τῆς ἀναγνωρίσεως τοῦ πρωτείου τοῦ Πάπα... Ἡ πονηρὰ αὕτη εἰσήγησις τῶν Ἰησουϊτῶν περὶ ἑνώσεως ὑπὸ τὸν τύπον τῆς οὐνίας εὕρισκε πολλοὺς ὀπαδούς»[11].

Σὲ ἄλλο σύγγραμμά του ὁ Χρυσόστομος Παπαδόπουλος λέει: «Ἐπὶ πλέον ὁ Πάπας Γρηγόριος προέβη εἰς τὴν γνωστὴν καινοτομίαν τοῦ Καλλενδαρίου, ἣν μετὰ δυνάμεως μὲν ἀνήρεσεν ὁ Μελέτιος Πηγᾶς, ἀπέκρουσε δὲ Σύνοδος τῶν Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς, διότι παραδοχὴ τῆς καινοτομίας ταύτης ἐχρησίμευσε ὡς τεκμήριον καὶ μέσον ὑποταγῆς εἰς τὴν Λατινικὴν Ἐκκλησίαν...»[12].

Σήμερα βέβαια οἱ Πάπες δὲν χρειάζεται ν’ ἀποστέλλουν ἱεραποστόλους γιὰ προσηλυτισμὸ τῶν Ὀρθοδόξων. Ἔχουν τοὺς ἀπὸ ’δῶ ποὺ προσφέρουν δωρεὰν ἐκδούλευση. Καὶ ὀ ὄχλος ἀκολουθεῖ. Περιμένει τὴν ‘ Ὀγδόη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο’, τὴν ὁποία ἤδη οἱ ἐπικεφαλῆς νεωτεριστὲς ὀργανώνουν καὶ ράβουν στὰ μέτρα τους, καὶ ἡ ὁποία οἰκουμενικὴ χωρὶς ἀμφιβολία θὰ ἑδραιώσει τὴν οἰκουμενιστικὴ ἀποστασία. Κάτι παρόμοιο ἔγινε τὸ 754 μὲ τὴν σύνοδο τῆς Ἱέρειας ὅπου 348(!) αἱρετικοὶ ἐπίσκοποι δικαίωσαν τὴν εἰκονομαχία[13].

Οἱ ὀρθόδοξοι ὡστόσο δὲν περίμεναν συνοδικὴ καταδίκη τῆς αἵρεσης -ὅπως ἐσφαλμένα πιστεύουν σήμερα οἱ συντηρητικοὶ τοῦ νεοημερολογιτισμοῦ. Χωρίστηκαν καὶ ἀπέκοψαν τοὺς αἱρετικοὺς ‘πρὸ συνοδικῆς διαγνώμης’.

Τὸ νέο ἡμερολόγιο δὲν εἶναι δόγμα, ἀλλὰ τὸ λεωφορεῖο ποὺ σὲ πάει μὲ ἀκρίβεια στὴ δογματικὴ ‘ἕνωση τῶν ἐκκλησιῶν’. Ἂν δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ προορισμός σου ἁπλὰ κατεβαίνεις, ὄχι γιὰ τὸ λεωφορεῖο ἀλλὰ γιὰ τὸν προορισμό. Καὶ ἀκολουθεῖς τὸ ‘παλαιὸ’ ὄχι γιὰ τὴ χρονικὴ ἀκρίβεια ἀλλὰ γιατὶ σὲ διασφαλίζει ἀπὸ τὴν αἵρεση· διαφορετικὰ εἶσε δεμένος πίσω ἀπὸ τὸ ἅρμα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Δὲν χρειάζεται νἄχει κανεὶς βαθιὰ γνώση τῶν ἐκκλησιαστικῶν γιὰ νὰ βρεῖ ‘ποιὸς εἶναι ποιός’. Ξεκαθαρίζει τὸ τοπίο καὶ μόνο μὲ τὴ χρήση... τῆς ἁπλῆς λογικῆς. Αὐτὸ ποὺ κάνουν οἱ συντηρητικοὶ καὶ εὐλαβεῖς νεοημερολογίτες δὲν ἔχει καμιὰ λογική.

Ἂν ἕνα λεωφορεῖο ἔχει πινακίδα ποὺ λέει ὅτι πάει γιὰ Καβάλα καὶ ἐσὺ πᾶς γιὰ Τρίπολη δὲν τὰ βάζεις μὲ τὸν ὁδηγὸ ἀπαιτώντας νὰ ἀλλάξει πορεία, νὰ πάει ὅπου θέλεις ἐσύ. Ὁ ὁδηγὸς πηγαίνει ὅπου τοῦ ἔχουν δώσει ἐντολές, ὅπου εἶναι προγραμματισμένο νὰ πάει. Ἁπλὰ ἐσὺ κατεβαίνεις καὶ παίρνεις τὸ λεωφορεῖο ποὺ πηγαίνει γιὰ Τρίπολη.

Μιὰ ζωὴ οἱ θεολόγοι καὶ κάποιοι συντηρητικοὶ ἐπίσκοποι τὰ βάζουν μὲ τὸν ‘ὁδηγό’. Ζῆσαν καὶ πεθάναν διαμαρτυρόμενοι, ἀπαιτώντας ἀπὸ τὸν ὁδηγὸ νὰ ἀλλάξει πορεία. Ποῦ εἶναι σήμερα οἱ Ἐπιφάνιοι Θεοδωρόπουλοι, οἱ Βασιλόπουλοι, οἱ Καντιώτηδες καὶ λοιποὶ ταγοὶ τοῦ νεοημερολογιτισμοῦ; Πέθαναν καὶ θάφτηκαν μέσα στὴν αἵρεση τὴν ὁποία πολεμοῦσαν. Δεκαετίες ὁλόκληρες ἀναλώθηκαν σὲ μιὰ “ὁμολογιακὴ” ἐκστρατεία ποὺ τοὺς ἔφερνε σὲ ἀδιέξοδο: ἔχασαν τὰ χρόνια καὶ τὴν ἐνεργητικότητά τους μέσα στὶς ἀναθυμιάσεις τῶν οἰκουμενιστικῶν αἱρέσεων. Ὅταν ἀνεβεῖς σὲ λάθος λεωφορεῖο, κύριέ μου, οἱ λίβελλοι, οἱ φωνασκίες καὶ οἱ κορῶνες εἶναι ‘φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ’. Μᾶλλον εἶναι ἡ τρανὴ διαβεβαίωση ὅτι ἐσὺ εἶσαι ὁ ‘τρελλός’. Ἂν δὲν πηγαίνεις ἐκεῖ ποὺ πηγαίνει τὸ λεωφορεῖο καὶ ἐπιμένεις νὰ διαπληκτίζεσαι μὲ τὸν ὁδηγό, τί πιὸ λογικὸ ἀπὸ τὸ ν’ ἀνοίξει αὐτὸς τὴν πόρτα καὶ νὰ σὲ ξεφορτωθεῖ (ὅπως ἔγινε μὲ τὸν κ. Σωτηρόπουλο, τὸν ὁποῖο πέταξαν ἔξω καὶ συνέχιζε νὰ φωνάζει ἀπὸ τὸ πεζοδρόμιο!).

Καὶ ὅμως αὐτὸ κάνουν ὅλοι οἱ συμπαθητικοὶ νεοημερολογίτες. Πῆραν λάθος δρόμο, καὶ ἐν τούτοις μέμφονται τοὺς παλαιοημερολογίτες ὡς ἐκτὸς Ἐκκλησίας. Σωστὰ τὸ λένε. Ἐκτὸς τῆς δικῆς τους ‘ἐκκλησίας’. Μακάριοι εἶναι γι’ αὐτό, καθὼς λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Μακάριος ὁ ἀφορισθεὶς συναγωγῆς πονηρευομένων»[14].

Μπορεῖ νὰ κατέχουν τοὺς ναούς, τὶς εἰκόνες, τὰ λείψανα, τὴ δόξα, τὶς ἐντυπώσεις καὶ τὰ πλήθη, ἀλλὰ ἡ χάρις τὰ προσπερνάει αὐτά· ὁ ἄγγελος τοῦ ναοῦ δὲν παραμένει, ἀποχωρεῖ μαζὶ μὲ τοὺς ὀρθοδόξους. Δὲν χάνουν μόνο τὸ Βάπτισμά τους στερούμενοι τὸν ἄγγελο τοῦ Βαπτίσματος· στεροῦνται καὶ τὴν προστασία τοῦ Ἀγγέλου ποὺ ἐπιστατεῖ τὸν Ναό[15].

Θυμᾶστε τί ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς ἀπαντοῦσε στοὺς ἐπισκόπους τοῦ βυζαντίου, οἱ ὁποῖοι τοῦ ἔλεγαν (ὅπως σήμερα, καλὴ ὥρα): «Σὲ ποιὰ Ἐκκλησία ἀνήκεις; Σὲ αὐτὴν τοῦ Βυζαντίου, τῆς Ρώμης, τῆς Ἀντιοχείας, τῆς Ἀλεξανδρείας ἢ τῆς Ἱερουσαλήμ; Γιατί ὅλες αὐτὲς οἱ Ἐκκλησίες, μαζὶ μὲ τὶς ἐπαρχίες ποὺ ὑπόκεινται σὲ αὐτές, εἶναι ἑνωμένες μεταξύ τους. Ἑπομένως, ἂν ἀνήκεις ἐπίσης στὴν Καθολικὴ Ἐκκλησία, ἔλα σὲ κοινωνία μαζί μας ἀμέσως, γιὰ νὰ μὴ εἰσέλθεις χωρὶς νὰ τὸ καταλάβεις σὲ κάποια νέα καὶ παράξενη ὁδό»!

Καὶ ὁ μακάριος ἔλεγε: «Ὁ Κύριός μας Χριστὸς χαρακτήρισε Καθολικὴ Ἐκκλησία ἐκείνη τὴν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία διατηρεῖ τὴν ἀληθινὴ καὶ ὁμολογιακὴ παρακαταθήκη τῆς πίστης. Γι’ αὐτὴ τὴν ὁμολογία ἀποκάλεσε τὸν Πέτρο εὐλογημένο καὶ πάνω σὲ αὐτὴ τὴν ὁμολογία δήλωσε ὅτι θὰ θεμελίωνε τὴν Ἐκκλησία Του. Ἐντούτοις, ἐπιθυμῶ νὰ ξέρω τὸ περιεχόμενο τῆς ὁμολογίας σας, βάσει τῆς ὁποίας ὅλες οἱ Ἐκκλησίες, ὅπως λέτε, ἔχουν κοινωνία. Ἂν δὲν ἀντιτάσσεται στὴν ἀλήθεια, τότε οὔτε ἐγὼ θὰ χωριστῶ ἀπὸ αὐτήν»[16].

Παρόμοια ὁμολογία ἔκανε καὶ ὁ ἅγιος Μαρτῖνος τῆς Ρώμης: «Ἀκόμη καὶ ἂν ὁλόκληρος ὁ κόσμος ἀσπαστεῖ αὐτὴ τὴ νέα διδασκαλία, ἡ ὁποία εἶναι ἀντίθετη μὲ τὴν Ὀρθοδοξία, ἐγὼ δὲν θὰ τὴ δεχθῶ καὶ δὲν θὰ ἀποστατήσω ἀπὸ τὶς διδασκαλίες τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῶν Ἀποστόλων, οὔτε ἀπὸ τὶς παραδόσεις τῶν Ἁγίων Πατέρων, ἔστω καὶ μὲ κίνδυνο τῆς ζωῆς μου»[17].

Πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ὁ προσφάτως ἀποθανὼν ἥρωας τῶν συντηρητικῶν (καὶ ἀφορισμένος ἀπὸ τοὺς ἐπισκόπους του γιὰ τὰ φρονήματά του, κ. Σωτηρόπουλος) δημοσίευσε ἄρθρο, τὸ ὁποῖο ἀναδημοσιεύθηκε μετ’ ἐπαίνων ἀπὸ τοὺς ὁμοίους του στὸ διαδίκτυο, στὸ ὁποῖο γράφει: «Ἤδη ὁ πιστὸς λαὸς ἀπορρίπτει τὸν Οἰκουμενισμὸν καὶ τοὺς οἰκουμενιστάς, καὶ εὔχεται δι’ αὐτοὺς εἰς τὸν Θεὸν νὰ μετανοήσουν, καί, ἂν δὲν μετανοοῦν, νὰ τοὺς ἀπομακρύνῃ ἀπὸ τὸν Οἶκον του ὡς δύσοσμα καὶ δηλητηριώδη ἀπορρίματα»[18].

Μὲ ποιὸν τρόπο τοὺς ἀπορρίπτει ὁ λαὸς ὅταν στρογγυλοκάθεται στὸ ἴδιο λεωφορεῖο; Καὶ δὲν εἶναι ὁ Θεὸς ποὺ θὰ τοὺς ἀπομακρύνει, ἀλλὰ ἔχει δώσει στὸ λαὸ τὴν ἐξουσία αὐτὴ καὶ τὴν ἐντολή: «Μετὰ πρώτην καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ» (Τίτ. 3:10). Διαφορετικὰ κοπιάζεις μάταια, λένε οἱ ἅγιοί μας, σπέρνεις πέτρες, δίνεις γροθιὲς στὸν ἀέρα[19]. Ἂς διαβάσουν λίγο ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία νὰ δοῦν τί κάνανε τὸν καιρὸ τῶν αἱρέσεων οἱ χριστιανοί. Δὲν τὶς ἀπέρριπταν μὲ τὸ χαρτὶ καὶ τὸ μελάνι!

Καὶ τὸ μὲν κύριο σῶμα τοῦ Κλήρου ἔχει λόγους νὰ ἀνέχεται τὶς ἐπιχρυσωμένες ἁλυσίδες του. Πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ἔχουν δύο μισθούς (κληρικοῦ καὶ ἐκπαιδευτικοῦ) τὴ στιγμὴ ποὺ συνάνθρωποί τους ψωμοζοῦν καὶ λιμοκτονοῦν ἤ, κάποτε προβαίνουν σὲ ἀποτρόπαιο διάβημα δίνοντας τέλος στὴ ζωή τους. Οἱ ὑπόλοιποι ὅμως, ὄχι μόνο δὲν βγαίνουν ἀπὸ τὸ καβούκι τῆς δειλίας τους ἀλλ’ ἐπὶ πλέον κατηγοροῦν καὶ συκοφαντοῦν τοὺς Ὀρθοδόξους ὡς ἐκτὸς Ἐκκλησίας, διότι ἀκολουθοῦν τὸ παλαιό.

Κάποιος κοσμικὸς δημοσιογράφος ἔγραφε κάτι ποὺ ἴσως ταιριάζει καὶ σ’ αὐτούς: «Ἂν δὲν φανήκαμε διατεθειμένοι νὰ πεθάνουμε ὑπὲρ κάποιας ἰδέας, συνέβη ἐπειδὴ ἤμαστε ἤδη νεκροί»[20].

Ἱ.Β.

(Ἀναδημοσίευσις ἐκ τοῦ Περιοδικοῦ «Ὀρθόδοξον Πατερικὸν Σάλπισμα», τεῦχος 109[Ἰούλ.-Αὔγ. 2014], σελ. 510-514)

 


[1] PG 32, 113A.

[2] Ἔκδ. 1971, 249.

[3] Συμεὼν Ἀρχιεπ. Θεσσαλονίκης, Τὰ ἅπαντα, ἔκδ. Β΄ Ρηγόπουλου, σελ. 84.

[4] Ἀρχιμ. Κωνσταντίνου Ραμιώτη, Ἡ μαγεία ὑπὸ τὸ φῶς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Ἀθήνα 2002, σελ. 212-214.

[5] Μακαρίου τοῦ Αἰγυπτίου, Ὁμιλ. 43:7, «ἡ καρδιὰ εἶναι ἕνα μικρὸ ὄργανο, καὶ ὑπάρχουν ἐκεῖ οἱ δράκοντες, τὰ λεοντάρια, τὰ δηλητηριώδη θηρία καὶ ὅλοι οἱ θησαυροὶ τῆς κακίας· ἀκόμη ὑπάρχουν ἐκεῖ οἱ τραχεῖς καὶ δύσβατοι δρόμοι, καθὼς καὶ τὰ φαράγγια. Ὅμοια πάλι ἐκεῖ κατοικεῖ καὶ ὁ Θεός, ἐκεῖ καὶ οἱ ἄγγελοι, ἐκεῖ ὑπάρχει ἡ ζωὴ καὶ ἡ βασιλεία, ἐκεῖ τὸ φῶς καὶ οἱ ἀπόστολοι, ἐκεῖ οἱ ἐπουράνιες πόλεις, ἐκεῖ οἱ θησαυροὶ τῆς χάριτος, ἐκεῖ βρίσκονται τὰ πάντα...».

[6] «Ἑκατέρωθεν ἀναγνωρίζεται ὅτι ὅσα ἐνεπιστεύθη ὁ Χριστὸς εἰς τὴν Ἐκκλησίαν του —ὁμολογία τῆς ἀποστολικῆς πίστεως, μετοχὴ εἰς τὰ αὐτὰ μυστήρια, κυρίως τὴν μίαν ἱερωσύνην τὴν τελοῦσαν τὴν μίαν θυσίαν τοῦ Χριστοῦ, ἀποστολικὴ διαδοχὴ τῶν ἐπισκόπων— δὲν δύνανται νὰ θεωρηθοῦν ὡς ἀποκλειστικὴ ἰδιοκτησία μιᾶς τῶν ἡμετέρων Ἐκκλησιῶν. Εἶναι σαφὲς ὅτι ἐντὸς τοῦ πλαισίου τούτου ἀποκλείεται πᾶς ἀναβαπτισμός» (Μπαλαμάντ, ἄρθρο 13).

[7] Σύνοδος ἐν Καρθαγένῃ ἐπὶ Κυπριανοῦ, Mansi1, 980.

[8] Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, PG99, 1028Β: «Εἴ τις μὴ ἀναθεματίζει εὐκαίρως κατὰ τὸ ἀναγκαῖον πάντα αἱρετικόν, εἴη τῆς αὐτῶν μερίδος».

[9] Κατήχ. 3:3.

[10] Θεοκλήτου Στράγκα, Ἱστορία Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐκ Πηγῶν Ἀψευδῶν, τόμ. Γ΄ (1971), σελ. 1852.

[11] Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, Ἡ Ὀρθόδοξος Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία, Ἀποστ. Διακονία 1954, σελ. 156,

[12] Τοῦ ἰδίου, Ἱστορικαὶ Μελέται, Ἱεροσόλυμα 1906, σελ. 212.

[13] Θεοφάνους, Χρονογραφία, PG108, 862Α (κατ’ ἄλλους 338 ἐπίσκοποι).

[14] PG 59, 549.

[15] Μεγ. Βασιλείου, ΕΠΕ 3, 221: «Ἐὰν σᾶς στενοχωρεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐξεδιώχθητε ἀπὸ τοὺς τοίχους [ἀπὸ τοὺς ναούς], ἀλλὰ θὰ κατασκηνώσετε ὑπὸ τὴ σκέπη τοῦ Θεοῦ τοῦ οὐρανοῦ, καὶ μαζί σας ἦλθε ὁ ἄγγελος ἐπόπτης τῆς Ἐκκλησίας». Παλλαδίου, Διάλογος περὶ τοῦ Βίου Ἰωάννου Χρυσ., PG 47, 35: «συνεξελθόντος αὐτῷ καὶ τοῦ ἀγγέλου, μὴ φέροντος τὴν ἐρημίαν τῆς Ἐκκλησίας, ἣν ἀρχαὶ καὶ ἐξουσίαι εἰργάσαντο, καθάπερ θεατρονόμιον ἀποδείξασαι».

[16] Ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ἔκδοσις Ἱ. Καλύβης ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, Ν. Σκήτη Ἁγίου Ὄρους, 2010, σελ. 30-31.

[17] Ὡς ἄνω, σελ. 22-23.

[18] Ὀρθόδοξος Τύπος, 21.1.2011.

[19] Ἰωάννου Χρυσοστόμου, PG62, 696 / ΕΠΕ 14, 121: «Ὅταν κάποιος εἶναι διεστραμμένος καὶ προδιατεθειμένος – νὰ μὴν ἀλλάξει καθόλου ὅ,τι καὶ ἂν γίνει – γιὰ πιὸ λόγο κουράζεσαι ἄσκοπα σπέρνοντας πάνω σὲ πέτρες, ἐνῶ ἔπρεπε νὰ διαθέτεις τὸν καλὸν αὐτὸ κόπο στοὺς δικούς σου, μιλώντας σ’ αὐτοὺς γιὰ τὴν ἐλεημοσύνη καὶ τὶς ἄλλες ἀρετές; Πῶς λοιπὸν λέγει ἀλλοῦ, ‘μήπως τοὺς δώσει κάποτε ὁ Θεὸς μετάνοια’;... Ἐκεῖ μιλάει γι’ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν κάποια ἐλπίδα γιὰ διόρθωση, καὶ γι’ αὐτοὺς ποὺ ἁπλῶς ἔχουν ἀντίθετη γνώμη. Ὅταν ὅμως εἶναι φανερὸς καὶ γνωστὸς σὲ ὅλους, γιὰ ποιὸ λόγο πυγμαχεῖς ἄδικα; γιατί χτυπᾷς τὸν ἀέρα;»

[20] Ἐλευθεροτυπία 23.04.2006.

Κυριακή της Ορθοδοξίας

Τα «αναθέματα» στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας.

Υπο του Θεοφιλεστάτου Πέτρας κ. Δαβίδ

Διανύουμε σήμερα τήν Α΄Κυριακή των νηστειών της Μ.Τεσσαρακοστής, την Κυριακήν της Ορθοδοξίας, η οποία είναι αφιερωμένη στις νίκες και την θριαμβευτική επικράτηση της Ορθοδόξου ημων Πίστεως δια μέσου των αιώνων απέναντι σε όλες τις αιρέσεις και τις πλάνες που συνήντησε εις το διάβα της.

Κατά την ημέρα αυτή αναγιγνώσκεται το Συνοδικό της Ορθοδοξίας. Αρκετοί από τους πιστούς ακούοντες τους αναθεματισμούς που εμπεριέχονται στο Συνοδικό, σκανδαλίζονται και επικρίνουν την τακτική αυτή της Εκκλησίας, να αναθεματίζει. «Που είναι -διερωτώνται- η αγάπη που πρέπει να διακατέχει την Εκκλησία; Γιατί θα πρέπει να στέλνει στο ανάθεμα κάποιους ανθρώπους;» Τα αναθέματα κατ’αυτούς είναι απάνθρωπα και φανερώνουν μισαλλοδοξία και έλειψη αγάπης.

Ας δούμε ὀμως δι’ολίγον, εάν και κατά πόσον έχουνε δίκαιο. Πρώτα απ’όλα η λέξη ανάθεμα, παράγεται από το ρήμα ανατίθημι, που σημαίνει «αναθέτω κάτι σε κάποιον.» Το ανατίθημι επίσης μπορεί να σημαίνει « βάζω, δίνω κάτι επάνω».( Ἀνω+ τίθημι. Παραδείγματος χάριν δίνω, χαρίζω κάτι στα ουράνια και από εκεί βεβαίως, επεκράτησε να σημαίνει εις τον χώρον της Εκκλησίας. Αφιερώνω κάτι εις τον Χριστόν, εις την Παναγίαν ή τους Αγίους. Εξ’ου καί το «ανάθημα» που σημαίνει το τάμα, το αφιέρωμα κάποιου πράγματος εις τα Θεία. Το ανάθημα λοιπόν που σημαίνει το τάμα είναι η ίδια λέξη με το ανάθεμα.

Είναι αυτό που ξεχωρίζουμε για να αφιερωθεί αποκλειστικώς εις τον Θεόν. Αρκετές φορές συναντάμε στην υμνογραφία της Εκκλησίας, τη λέξη ανάθημα με την οποίαν περιγράφουμε την ζωή και την ύπαρξη των Αγίων της Εκκλησίας μας, οι οποίοι ως θεία και ιερά αναθήματα προσέρχονται και αφιερώνονται εις τον Θεόν. Το ανατίθημι επίσης έχει και την έννοια του αναθέτω κάποιον εις την κρίσην του Θεου για να τον κρίνει επειδή θεωρούμε ότι αυτός είναι αθεράπευτος πνευματικά. Για να γίνει περισσότερο κατανοητό, ας εξετάσουμε μια άλλη λέξη-παρεμφερούς έννοιας το ΄΄αφορίζω΄΄. Είναι και αυτή μια σύνθετη λέξη που αποτελείται από δύο λέξεις, τις ΄΄ από + ορίζω΄΄, που σημαίνει, βγάζω από τα όρια. Η λέξη αφορισμένος δεν είχε αρχικά αρνητική σημασία.

Άλλοστε αν ρίξουμε μία ματιά στο Θεοτοκάριο, το βιβλίο που περιέχει τροπάρια και ύμνους για την Παναγία, θα διαπιστώσουμε ότι η Υπεραγία Θεοτόκος αποκαλείται ΄΄αφορισμένη΄΄, που σημαίνει ότι ο Θεός την έχει βγάλει από τα συνηθισμένα όρια, την έχει ξεχωρίσει από τα κοινά ανθρώπινα μέτρα. Αφορισμένη στην προκειμένη περίπτωση, θα πει η ξεχωρισμένη, η εκλελεγμένη εκ πασών των γενεών, η εκλεκτή αυτή που έχει εκλέξει για να γίνει η Πανάχραντος μητέρα του.

Επομένως αφορισμένος είναι ο ξεχωριστός. Με αρνητική έννοια , είναι εκείνος που έχει ξεχωρίσει από το υπόλοιπο εκκλησίασμα με την ιδιαίτερη στάση και συμπεριφορά του, εκείνος που για κάποιο σοβαρό λόγο-κυρίως για τα εσφαλμένα πιστεύω του- τον απομονώνει και τον τοποθετεί στο περιθώριο εκβάλουσα αυτόν των ορίων της λογικής ποίμνης του Χριστού. Τουτέστιν τον αφορίζει.

Γιατί όμως συμβαίνει αυτό; Υπάρχει ενίοτε ανάγκη για κάτι τέτοιο; Ναι! Διότι η Εκκλησία είναι ένα ΄΄νοσοκομείο΄΄ που εργάζεται για την θεραπεία του αρρώστου ανθρώπου. Όταν όμως ένα μέλος της νοσεί ανίατα από την νόσον της αιρέσεως, όταν σαπίσει και πάθει γάγγραινα, θα πρέπει να αποκοπεί από το σώμα της Εκκλησίας για να μην μολυνθούν και αρρωστήσουν και τα υπόλοιπα μέρη . Η αίρεση δεν είναι κάτι ασήμαντο και επουσιώδες, αλλά πολύ σοβαρό ζήτημα που καταργεί την οδό την σωτηρίας και ανακόπτει την πορεία του ανθρώπου προς την θέωση, που είναι και ο σκοπός υπάρξεως της Εκκλησίας.

Η Εκκλησία λοιπόν με παιδαγωγικό και φιλάνθρωπο χαρακτήρα απευθύνει τα αναθέματα και τους αφορισμούς . έτσι ώστε από τη μία να προστατεύσει τα υγιή μέλη της από τη λύμη της αιρέσεως και της πλάνης, υπογραμμίζουσα με αυτόν τον τρόπο , το πόσο κακό και επιζήμιο πράγμα είναι η αίρεση. Από την άλλη επιζητεί να ταρακουνήσει τους πλανηθέντας, αυτούς που υπόκεινται στο ανάθεμα, κάνοντάς τους να συναισθανθούν την πλάνην εις την οποίαν ευρίσκονται και οδηγούσα τοιουτοτρόπως εις την μετάνοια και επιστροφή. Πρέπει να γίνει κατανοητό , ότι είναι υποχρεωμένη να το κάνει αυτό η Εκκλησία για την δική της διατήρηση, αλλά και για να προφυλάξει τα τέκνα της από την καταστροφή. Ὀπως λέγει ο Άγιος Θεοφάνης ό Έγκλειστος, « εάν κάποιος φοβάται την ενέργεια του αναθέματος, δεν έχει παρά να αποφύγει τις διδασκαλίες και αντιλήψεις που είναι η αιτία αυτός να το υποστεί. Πολλοί –συνεχίζει ο Άγιος – έχουν διαφθαρεί εις τον νούν, αποκλειστικώς και μόνον λόγω αγνοίας και μιά δημόσια καταδίκη των καταστροφικών διδασκαλιών, θα τους έσωζε από την απώλεια.

Εάν κάποιος φοβάται τα αναθέματα για άλλους ας φροντίσει να τους αποκαταστήσει στην υγιή διδασκαλία. Αλλά εάν κάποιος έχει (ήδη) εγκαταλείψει την υγιή διδασκαλία, εάν ιδεολογικά έχει εγκαταλείψει την Εκκλησία και κρατεί τις αποστάσεις του, τι δουλειά έχει νά έχει να καταγίνεται με το τι συμβαίνει στην Εκκλησία;». Γιατί τον νοιάζει δηλαδή και τον απασχολεί πως δρούνε και συμπεριφέρονται εντός της Εκκλησίας, εκείνοι που δεν την έχουν εγκαταλείψει;

Γιατί σε νοιάζουν τα αναθέματα της Εκκλησίας, όταν δεν σε ενδιαφέρουν όλα τα άλλα που ζητάει και λέει η Εκκλησία; Πώς ζητάς και θέλεις να έχεις λόγο σε ένα χώρο από τον οποίον στην ουσία έχεις αποστασιοποιηθεί; Πως αδιαφορείς για όλα τα άλλα και στέκεσαι αποκλειστικά στα αναθέματα; Ένα ανάθεμα κατά τον Άγιο Θεοφάνη, είναι χωρισμός από την Εκκλησία όσων δεν πληρούν τις προυποθέσεις της ενότητος με αυτήν και αρχίζουν να σκέπτονται διαφορετικά από τον τρόπο που αυτή σκέπτεται, διαφορετικά από τον τρόπο που αυτοί οι ίδιοι υποσχέθηκαν να σκέπτονται κατά την ένταξή τους σε αυτήν.

Ας μην ξεχνάμε ότι κατά την βάπτισή μας, ΄΄αποτασσόμεθα τω Σατανά΄΄ και ΄΄συντασσόμεθα τω Χριστώ΄΄, κάνουμε, ομολογία πίστεως, απαγγέλοντες το πιστεύω και υποσχόμεθα ότι θα φυλάσουμε στην καρδιά μας ως κόρην οφθαλμού τη διδασκαλία της Εκκλησίας και θα τηρούμε εις το έπακρον τα εντάλματά της. Και μόνον από το γεγονός ότι ο αναθεματισμένος έχει συλλάβει μιά διαφορετική άποψη για τα πράγματα από εκείνη που τηρείται στην Εκκλησία, έχει ήδη διαχωρίσει τον εαυτόν του από την Εκκλησία.

Ο Άγιος Θεοφάνης είναι σαφής επί του προκειμένου « Δεν είναι η καταγραφή στους βαπτισματικούς καταλόγους που καθιστά κάποιον μέλος της Εκκλησίας, αλλά το πνεύμα και το περιεχόμενο των απόψεών του. Είτε η διδασκαλία κάποιου και το όνομά του προφέρονται με την συνοδεία του αναθέματος είτε όχι, ήδη υπόκειται σε αυτό, όταν οι απόψεις του αντιτίθενται σε εκείνες της Εκκλησίας και όταν επιμένει σε αυτές». Επομένως, ακόμη και αν δεν τον αναθέματίσουμε εμείς, αυτό δεν αλλάζει τίποτα, διότι είναι αναθεματισμένος από τον ίδιο τον Θεό. Ακόμη και αν άρουμε όλα τα αναθέματα στα οποία η Εκκλησία έχει κατά καιρούς καθυποβάλλει τους κακοδόξους (βλ.αμοιβαία άρση αναθεμάτων μεταξύ νεοημερολογιτών και παπικών επί Αθηναγόρου), οι αιρετικοί και οι διδασκαλίες τους, θα συνεχίσουν να είναι υπόδικοι εις το αιώνιο ανάθεμα, από το οποίο είθε ο Χριστός να μας λυτρώσει με τον φωτισμόν της αληθείας του, για να είμαστε την ημέρα της Κρίσεως με τους ευλογημένους του Πατρός του και να κληρονομήσουμε την ητοιμασμένην τοις εκλεκτοίς βασιλείαν Αμήν.

efraim-surosΑγαπώ το Ευαγγέλιό σου, Δέσποτα, διότι όταν πεινώ, με τρέφει. Ποθώ το λόγο σου, διότι στη δίψα γίνεται για μένα πηγή. Όσους θέ­λω, προσκαλώ στα φαγητά που παραθέτεις, και αφήνω περισσότερα από όσα βρήκα. Τρώω μαζί με πολλούς άλλους, και όμως βρίσκομαι μόνος. Πίνω μαζί με πλήθος άλλους, και όμως προσφέρεις μόνο σ' εμέ­να να πιώ από τη χάρη σου. Τι άλλο να σου προσφέρω λοιπόν σαν αντα­πόδοση, παρά τον εαυτό μου σύμφωνο σ' αυτά; Θέλω, αλλά δεν μπορώ˙ διότι ο πατέρας μου Αδάμ ζητά πίσω το χρέος της φύσης. Αγωνίζομαι, αλλά συναντώ εμπόδια, διότι δε βρίσκω λύση στην επιδίωξη μου. Στους άλλους δίνω λύση για τις δυσκολίες της φύσης, αλλά στον εαυτό μου με τα πάθη εμποδίζω την προαίρεση. Ξέρω τι σφάλματα κάνω, και γνωρί­ζω στα σφάλματα των άλλων να κατηγορώ τον εαυτό μου. Και λοιπόν; Να σωπάσω, για να μην κατηγορηθώ; Και τότε, πως θα δείξω τον πόθο μου για σένα; Λέω, και δε σταματώ να λέω· διότι θέλω να κατηγο­ρείται ο εαυτός μου· μόνο για τη δόξα σου ας γίνω υπηρέτης. Θέλω να πεθάνω, για να δοξασθείς εσύ. Ξέρω ότι διόλου δε θα κριθώ, αν αποφύγω τους ελέγχους γι' αυτούς που αμαρτάνουν όμως δε σταματώ να το κάνω, για να δείξω ότι εσύ είσαι αναμάρτητος.

Ας γνωρίσουν οι ειδωλολάτρες τη δύναμη του έρωτα˙ ας γνωρίσουν οι Ιουδαίοι τον πόθο της αγάπης˙ ότι χωρίς φωτιά και ξίφος και τα άλλα όπλα, προτιμώ το θάνατο για χάρη σου. Ίσως να πιστεύσουν από αυτή την υπόθεση ότι αντέχω για σένα και τον αισθητό θάνατο. Ίσως να το λέω, αλλά δεν το κάνω˙ διότι φοβούμαι μήπως, αν απουσιάσεις εσύ, νι­κηθώ από τη φύση. Πείσε με ότι θα με βοηθήσεις, όταν πονώ, και θα πείσω τους ειδωλολάτρες ότι αντέχω την τιμωρία. Βεβαίωσε με ότι θα με ελεήσεις, όταν υποφέρω, και θα γράψω το όνομα μου για την άθληση. Έρχομαι στον αγώνα ενάντια στους δήμιους των ειδωλολατρών. Διότι η σάλπιγγα των ειδωλολατρών προσκαλεί πια τους εθελοντές˙ σαλπίζει την επίθεση από την Ελλάδα εναντίον των Περσών2· απειλεί εναντίον μας την τιμωρία από τη δύση. Φοβούμαι, διότι μισείς αυτούς που αμαρτάνουν, αλλά χαίρομαι, διότι πέθανες για χάρη τους. Με κυριεύει φόβος, διότι αποστρέφεσαι τους εμπαθείς και σαρκικούς, αλλά έχω παρηγοριά, διότι γνώρισες την αδυναμία της ανθρώπινης φύσης. Ξέρεις ως Δημι­ουργός το δημιούργημα που έκανες. Ξέρεις ως Κριτής το δημιούργημα που καταδίκασες. Ξέρεις ως Θεός που έγινες άνθρωπος το δημιούργημα που είχες στο νου σου. Εσύ μου έδωσες τη φύση αμόλυντη, αλλά ο πα­τέρας μου Αδάμ την έκανε αδύναμη με τον πολύ μολυσμό. Έπλεξε με το μολυσμό την τέρψη της ματαιότητας, και τώρα εγώ άθελά μου τι­μωρούμαι. Ανέμειξε στη φύση τη φθορά, και να εγώ διασχίζοντας τις θάλασσες γνωρίζω τον κίνδυνο στην κακοκαιρία!

Σπλαχνίσου με, ως Δημιουργός· δείξε συμπάθεια στην αδυναμία μου. Ως Θεός που έγινες άνθρωπος για χάρη μου, μη με απομακρύνεις εξαιτίας των παθών μου, αλλά πρόσεξέ με εξαιτίας του πόθου της προ­αίρεσης. Μη με αποστραφείς εξαιτίας του μολυσμού, αλλά δες το ενδια­φέρον μου για τα έργα. Και αν ακόμη με αποστραφείς για λίγο εξαιτίας της αισχρότητας των λογισμών, όμως ρίξε το βλέμμα σου στο πένθος μου και στην καταδίκη της ηδονής. Έχω διάθεση, δεν ξέρω όμως αν έχω και δύναμη. Προσφέρω αυτό που έχω· αν θέλεις να μου δώσεις αυτό που μου χρειάζεται, θα δεις πράξη την απόφασή μου. Είμαι φτωχός, επειδή λεηλατήθηκα από τον Δράκοντα. Είμαι άρρωστος, επειδή δέθηκα με δεσμά από τη φθορά. Είμαι αδρανής, επειδή καταδιώχθηκα με βία από την αμαρτία. Έχασα το δώρο που μου έδωσες, γι' αυτό δεν έχω ορθή φρόνηση. Έχασα την επικοινωνία μαζί σου, γι' αυτό δε γνωρίζω που βα­δίζω. Τίποτε δεν έχω. Αν έχω κάτι, εσύ μου το έδωσες, με τη γέννηση σου. Είμαι φοβερά φτωχός. Αν όμως πλουτίσω, δικό σου είναι όλο το χάρισμα. Και τώρα και τον προηγούμενο καιρό, ήταν δικό σου. Μόνο ζητώ τη χάρη. Ομολογώ ότι θα σωθώ χάρη σ' εσένα, αν βέβαια σωθώ.

 

Ξέρω κάποιον πλούσιο στη Γραφή, και επειδή ήταν συνετός, όταν σε είδε, ονόμασε τον εαυτό του φτωχό. Αν ο πλούσιος καταλόγισε στον εαυ­τό του φτώχεια, όταν αντίκρυσε τη δύναμή σου, εγώ τι να πω και τι να σκεφθώ; Ξέρετε εσείς αυτό τον άνθρωπο˙ το Ευαγγέλιο διηγήθηκε σ' ε­μάς παραβολή, την οποία είπε γι' αυτόν. Ολος ο κόπος των Αγίων έχει γίνει για τον άνθρωπο. Διότι λέει το Ευαγγέλιο· Ήταν κάποιος πλού­σιος, και όταν αντιλήφθηκε ότι υπάρχει θησαυρός σε χωράφι, πούλησε όλα τα υπάρχοντα του, και αγόρασε το χωράφι3. Άλλος πάλι έκανε το ίδιο για ένα πολύτιμο μαργαριτάρι4. Γι' αυτό πρέπει στον καθένα από αυτούς να αντιληφθούμε τη διαφορά και να ερμηνεύσουμε το πνεύμα του καθενός. Οι δύο αυτοί είναι ένας. Αλλά έχει σύντομο λόγο ερμηνείας το νόημα του μαργαριταριού. Γι' αυτό πρώτα ας αναφέρουμε αυτό.

Το πολύτιμο μαργαριτάρι, που αλιεύεται από τη θάλασσα, έχει με­γάλη αξία, επειδή είναι δυσεύρετο. Δεν προσφέρει τροφή, αλλά καύχη­μα. Δεν προσφέρει απόλαυση ποτού, αλλά δόξα. Τα πολλά πράγματα δημιουργούν πίεση, το μαργαριτάρι όμως ελαφρύνει το βάρος. Αν και είναι μικρό, έχει μεγάλη δύναμη· αλλά και είναι εύκολο να το σηκώσει κανείς, και εύκολο να το βάλει στη θέση του. Εύκολα κρύβεται και δύ­σκολα ανακαλύπτεται. Το μαργαριτάρι είναι η βασιλεία των ουρανών. Το μαργαριτάρι είναι ό Θεός Λόγος, ό όποιος στη συντομία του περιέχει με σαφήνεια μεγάλη δύναμη μυστηρίων. Δεν παρατίθεται για βρώση, διότι δεν είναι πρόσκαιρος. Δεν μπορούν να τον χρησιμοποιήσουν οι φτω­χοί, αλλά η απόκτηση του ανήκει σ' εκείνους που πλουτίζουν σε γνώση. Δεν μπορεί να τον έχει κανείς από κείνους που είναι φτωχοί σε αρετή˙ αλλά απεναντίας γίνεται κτήμα των τελείων.

Υπάρχουν σ' ένα ψηλό σπίτι σκαλοπάτια, με τα οποία ανεβαίνει κανείς στην κορυφή της στέγης. Και στο Ευαγγέλιο υπάρχουν διαφορές εκείνων που πλησιάζουν τον Θεό. Είσαι φτωχός; Γίνεται για σένα ψωμί για να ανακουφίσει την πείνα σου. Είσαι άρρωστος; Σε τρέφει με χορ­ταρικά. Στον παχύσαρκο δίνει σινάπι, και στον ηπατικό και σ' εκείνον που πάσχει από κιτρινάδα προσφέρει κρασί. Σε κάποιους τοποθετείται μπροστά τους σαν ψάρι. Σε άλλους σαν σιτάρι. Σε μερικούς σαν δρεπάνι. Σε κάποιους επίσης γίνεται σαν αξίνα. Και στους πιο αμόρφωτους παρα­τίθεται σαν κριθαρένιο ψωμί. Και μάχαιρα προσφέρει για την εγχείρηση, και μαστιγώνει με μαστίγιο κατασκευασμένο από σχοινιά, και τιμωρεί με ράβδους, και καταπονεί με βακτηρίες.

Όλα αυτά τα έχει σκαλοπάτια το Ευαγγέλιο. Όλα αυτά τα έχει πει με παραβολές. Και ξέρει τους πλούσιους και τους φτωχούς στην αρετή. Ξέρει τους άρρωστους και τους υγιείς στην πίστη. Γνωρίζει τους δυνα­τούς και τους αδρανείς στην ευσέβεια. Φονεύει πολλούς με τη μάχαιρα, αποκόπτοντας τους από τα είδωλα, και απομακρύνοντας την ασέβεια από το λαό. Βλέπει τα κρυφά· γι' αυτό επιφέρει τη φωτιά, για να ξε­σκεπάσει αυτό που κρύβεται, και για να εξαφανίσει αυτό που ορθώνεται με υπερηφάνεια εναντίον της γνώσεως του Θεου5. Καίει με πυρωμένα σίδερα εκείνους που κατατρώγουν τα ευαίσθητα μέλη, και διώχνει μα­κριά από την κοινότητα της Εκκλησίας τα πάθη που την βλάπτουν. Για τους άρρωστους είναι γιατρός. Για τους αθλητές είναι βραβευτής. Για κείνους που αντιφρονούν είναι κριτής. Για τους άδικους είναι τιμωρός. Γίνεται προστάτης των φτωχών και προνοητής των χηρών. Απέναντι στους τυράννους είναι βασιλιάς, και στους ταπεινούς πλησιάζει σαν αδελ­φός. Δέχεται τους ξένους σαν οικιακούς, και τους ορφανούς σαν πατέρας, και σ' εκείνους που από άγνοια τον χλευάζουν παρουσιάζεται σαν αγράμματος. Και παρόλο που είναι ένας, γίνεται όλα αυτά˙ επειδή μπο­ρεί να κάνει αυτό που θέλει, και αποφασίζει για όλους αυτά που τους συμφέρουν. Γι' αυτό είναι πολλές οι παραβολές. Γι' αυτό είναι διαφο­ρετικά τα νοήματα τους. Διότι σε όλα, δε μεταβάλλεται ο ίδιος, αλλά σαν πολύχορδη λύρα επιχειρεί με διάφορες αρμονίες την ωφέλεια όλων. Ξέρω άνθρωπο να είναι ο ίδιος γιατρός και ξυλουργός, χαλκουργός και κτίστης, διαχειριστής και γεωργός, επιστάτης και δάσκαλος, νομισματοκόπος και κεραμέας, μάγειρας και έμπορος, και να κατέχει πολλές άλλες τέχνες· αλλά δεν έχασε τη φύση του, με το να αποκτήσει κάποια από τις τέχνες.

Πως λοιπόν ο Θεός δε θα είναι πολύ περισσότερο αμε­τάβλητος, κάνοντας πολλά και προτιμώντας διάφορα;

Αυτά τα λέω, για να μην πει κανείς ότι, όπως σε καθένα απ' αυτά, έτσι και φαινομενικά παρουσιάσθηκε άνθρωπος. Άλλο είναι η φύση, άλλο η γνώση. Άλλο είναι η φανταστική μορφή, άλλο η υπόσταση. Ο ξυ­λουργός είναι και γεωργός, ο πηλοπλάστης είναι και κυβερνήτης, ο προ­στάτης είναι και χορηγός των απαραίτητων για τη ζωή, με το να γίνεται σε όλα αυτά ένας. Δε γίνεται καθημερινά γνώστης, αλλά αφού γίνει μια φορά γνώστης, ασχολείται με καθεμιά από τις τέχνες δια μέσου της άσκη­σης τους. Όταν όμως έγινε άνθρωπος, για να δημιουργήσει πάλι τον άν­θρωπο, δεν το έκανε με την άσκηση, αλλά τον παραδίδει τέλειο ως προς τη φύση. Ο Υιός του Θεού λοιπόν δε διδάχθηκε από την άσκηση να πα­ρουσιασθεί φαινομενικά στους ανθρώπους, αλλά δέχθηκε τον άνθρωπο δια μέσου της ανθρώπινης φύσης, ώστε να γίνει αυτό που δεν ήταν, και να βρίσκεται ανάμεσα στους ανθρώπους ως αληθινός άνθρωπος.

Αυτά τα απευθύνω στον Μαρκίωνα6, που διδάσκει τέτοιες φλυαρίες στους οπαδούς του. Απαντώ στον Μάνη7, που φρονεί για την πρόσληψη της ανθρώπινης φύσης χειρότερα από τον Μαρκίωνα. Το μαργαριτάρι βρίσκεται μπροστά μας. Ας πουν οι αιρετικοί, από που είναι και πως γίνεται. Έχω μέσα στο ίδιο το μαργαριτάρι θησαυρό αποδείξεων, και θα προβάλω αντίγραφο στους χρεώστες, τους αντίδικους αυτών των απο­δείξεων. Ας πουν σ' εμάς ποια είναι η γέννηση του μαργαριταριού. Ας αποδείξουν σ' εμάς ότι έχει μόνο φανταστική μορφή και δεν έχει υπόσταση. Ξέρω τι λένε, αλλά και εγώ γνωρίζω ποια ερώτηση θα κάνω. Αυτός, λένε, που γεννήθηκε χωρίς σωματική συνεύρεση, δεν μπορεί να είναι άνθρωπος. Αν βέβαια έγινε όπως ο Αδάμ, θα είχε, λένε, την υπόσταση του άνθρωπου. Αν όμως γεννήθηκε από παρθένο, χωρίς συνεύρεση με άνδρα, έχει πάρει μόνο φανταστική μορφή.

Δεν απαντώ σ' εσάς, αιρετικοί˙ διότι έχω εκείνον που απαντά για χάρη μου. Εγώ ησυχάζω˙ διότι ομιλεί σ' εσάς το μαργαριτάρι. Πες, πως γεννήθηκες. Διηγήσου τη φύση σου, και ντρόπιασε τους αιρετικούς. Δείξε την ύπαρξή σου, και διάλυσε τις μάταιες φαντασίες. Τα κογχύλια ας δια­κηρύξουν τη γέννηση του μαργαριταριού. Ας ομολογήσουν τη σύλληψη. Τα όστρακα, που είναι στα νερά, ας γίνουν δάσκαλοι των ανθρώπων, που νομίζουν ότι ζουν στον ουρανό. Από τα άλογα ζώα, αλλά και τα άψυχα, ας συνετισθούν αυτοί που ριψοκινδυνεύουν με τις φύσεις των επουρανίων˙ από αυτά που δε χρησιμοποιούν ούτε νόμο, ούτε θεσμούς, ας νομοθετηθούν αυτοί που προσφέρουν νόμους. Δεν υποφέρω την ντροπή των αιρέσεων, διότι ζητούν λόγο για τη δύναμη του Θεου, και δείχνουν περιέργεια για τον τρόπο της θεϊκής του πράξης. Απαιτούν λογαριασμό από τον Θεό οι χρεώστες της αμαρτίας, διότι φιλονεικούν να γνωρίσουν τον αγρό της απερίγραπτης φύσης8. Κρίνουν οι κατάδικοι τον Κριτή, αν και δεν ξέρουν να απολογηθούν για τον εαυτό τους. Αν καταλάβετε το ακατάληπτο, δε θα είναι πια ακατάληπτο˙ και αν συλλάβετε με το νου σας το θείο, δε θα είναι πια θείο, αλλά κάτι συνηθισμένο. Αν γνωρίσετε τον άγνωστο Θεό9, όπως λέει ο Απόστολος, η γνώση σας θα διαλύσει τη θεία δύναμη.

Αναφέρω παράδειγμα, που μπορώ να αναλύσω τη φύση του˙ κα­ταλαβαίνω τον τρόπο με τη μεσολάβηση κάποιας ομοιότητας, όμως δεν κάνω φανερό το νόημα της πράξης. Το μαργαριτάρι είναι πέτρα, που προήλθε από σάρκες˙ διότι το μαργαριτάρι προέρχεται από τα όστρακα. Ποιος λοιπόν δε θα πιστεύσει ότι και ο Θεός έχει γίνει άνθρωπος από σώμα; Το μαργαριτάρι δεν το δημιουργεί η συνουσία των κογχυλιών, αλλά η συνένωση της αστραπής και του νερού10. Έτσι και ο Χριστός συνε­λήφθη στη μήτρα της Παρθένου χωρίς ηδονή, με το να δημιουργήσει το Άγιο Πνεύμα από τη σάρκα της την πρόσληψη11 για τον Θεό. Το μαργα­ριτάρι ούτε σαν όστρακο γεννιέται, ούτε παρουσιάζεται σαν πνεύμα με φανταστική μορφή. Και ο Χριστός λοιπόν με το να ενωθεί12 με την Θεό­τητα, ούτε μόνο άνθρωπος είναι, ούτε έχοντας13 την άμεικτη Θεότητα γεννήθηκε σαν με φανταστική πνευματική μορφή. Το μαργαριτάρι γεννιέται με πραγματική ύπαρξη, δε γεννά όμως άλλη πέτρα όμοια μ' αυτό˙ διότι δεν υπάρχει άλλος Χριστός, παρά μόνο αυτός, ο οποίος γεννήθηκε από τον Πατέρα και ετέχθη από την Μαρία. Η πέτρα που αναφέραμε δεν έχει μόνο φανταστική μορφή, αλλά έχει και ύπαρξη˙ έτσι και ο Υιός του Θεού ετέχθη με πραγματική ύπαρξη και όχι με φανταστική μορφή. Το πολύ­τιμο μαργαριτάρι συμμετέχει στις δύο φύσεις, για να δείξει ότι ο Χριστός, ενώ ήταν Λόγος του Θεού, έγινε άνθρωπος από την Μαρία. Δεν είχε τη φύση του χωρισμένη σε μέρη, διότι δε θα ήταν ούτε το ένα ούτε το άλλο μέρος υπαρκτό. Έχει τέλεια τη διπλή φύση του, για να μη χάσει και τις δύο φύσεις. Ούτε η μια, δηλαδή η θεία φύση, παρουσιάσθηκε μόνη επάνω στη γη, ούτε η άλλη, δηλαδή η ανθρώπινη φύση, ανέβηκε στον ουρανό μόνη. Είναι τέλειος Θεός από τέλειο Θεό, και τέλειος άνθρωπος από τέ­λειο άνθρωπο˙ από τον Θεό Θεός και από την Παρθένο Χριστός. Η σάρκα δε διαμοιράσθηκε στην Θεότητα, ούτε η ανθρώπινη φύση πρόσθεσε βάρος στη θεία φύση. Δεν υποβαθμίσθηκε από τη συνένωση εξαιτίας της πρόσ­ληψης, ώστε να χάσει εκείνο που είχε και να γίνει αυτό που δεν έχει. Έχει τέλειο αυτό που ήταν, και έχει τέλειο αυτό που προσέλαβε. Η συνέ­νωση δεν κατάντησε σύγχυση˙ διότι δε συνενώνονταν ένα σώμα με άλλο σώμα, αλλά ενώνονταν ο άνθρωπος με την Θεότητα. Το κρασί και το νερό, όταν αναμειχθούν, χάνουν το φυσικό τους γνώρισμα˙ το κρασί όμως και το χρυσάφι, όταν αναμειχθούν το ένα με το άλλο, διατηρούν την υπόσταση τους. Σκεπάζει ο Θεός την πρόσληψη, όπως η χρυσή στάμνα σκεπάζει το μάννα. Κρύβεται ο Θεός Λόγος στην πρόσληψη, όπως κρύ­βεται στην κιβωτό η στάμνα. Το εξωτερικό γίνεται εσωτερικό, και το εσωτερικό εξωτερικό, για να φανεί η ενότητα και η υπόσταση. Δεν είναι το μάννα η πρόσληψη, αλλά είναι ενωμένη με τη στάμνα, όχι σαν να έχει ενδυθεί την Θεότητα, αλλά έχοντας την μέσα, όπως το μαργαρι­τάρι που προέρχεται από την αστραπή και το νερό.

Κατάλαβε την τάξη της αστραπής και του νερού, και θαύμασε τις παραβολές του Χριστού. Σκέψου την υπηρεσία που πρόσφερε η ατελής σάρκα στο μαργαριτάρι, και θα πιστεύσεις ότι πραγματικά ο Χριστός γεννήθηκε από γυναίκα. Το όστρακο, που δεν αξίζει ούτε έναν όβολό, γέννησε λιθάρι πολυτιμό­τερο από χρυσάφι πολλών ταλάντων έτσι και η Μαρία γέννησε την Θεό­τητα, που δε συγκρίνεται με όλη την κτίση. Δεν πόνεσε το όστρακο, όταν συνέλαβε το μαργαριτάρι, αλλά μόνο αισθάνθηκε την προσθήκη· και η Μαρία με ευαρέστηση συνέλαβε τον Χριστό, και αντιλήφθηκε τη φύση που πλησίαζε. Δεν έπαθε καμιά φθορά το όστρακο, ούτε όταν συνέλαβε, ούτε όταν γέννησε˙ διότι γέννησε το λιθάρι τέλεια διαμορφωμένο, χωρίς να δοκιμάσει πόνους˙ και η Παρθένος συνέλαβε χωρίς φθορά, και γέννησε χωρίς πόνους. Όχι μόνο συνελήφθη το μαργαριτάρι, αλλά και έμεινε πολύ καιρό αυξάνοντας˙ επειδή μπορούσε να δείξει την υπόστασή του και έξω από το κογχύλι. Χρειάσθηκε τη σάρκα να το βοηθήσει για την υπόσταση του, και χρησιμοποίησε φύση που τρέφει για την τελειότητα της υπόστασης. Κρύφθηκε το μαργαριτάρι στην κοιλότητα του κογχυλίου, όπως στη μήτρα, και εγκεντρίσθηκε, όπως το μπόλι στη φύση, για την τελειοποίηση της ύπαρξής του. Αυξήθηκε με τη μεσολάβηση της ζωτικής φύσης, και έγινε συμμέτοχο στην ποιότητα του κογχυλίου που το συνέλαβε. Έγινε υιός αυτός που δε σπάρθηκε από σαρκικό σπέρμα, και η φύση γέννησε παιδί χωρίς να συμβάλει άνδρας στη δημιουργία παιδιού.

Ω, τα μεγάλα μυστήρια! Ω, τις επουράνιες αποφάσεις! Διότι γέν­νησε η φύση αυτό που δεν ήταν δικό της, και έγινε παιδί αυτό που δε σπάρθηκε από σπέρμα ανδρός. Η Παρθένος έγινε μητέρα και η φύση πηγή· η μήτρα τροφός και η κόρη συνεργός. Η πρόσληψη έγινε από την ποιότητα της φύσης, και η γέννηση από την πλήρωση αυτής που ήταν ορισμένη από τη φύση. Η μόνη γυναίκα που γέννησε χωρίς άνδρα˙ διότι αυτός που γεννήθηκε ήταν ξένος από τη φθορά. Η Παρθένος γέννησε χάρη σ' αυτόν που είναι πηγή της αγνότητας˙ υπηρέτησε την τεκνογονία χωρίς πείρα της ηδονής· διότι έφερε στον κόσμο αυτόν που νικά τα πάθη.

Πως λοιπόν ανέλαβε μόνο φανταστική μορφή, αυτός που έγινε συμμέτοχος και στη φύση και στην ουσία και στο χρόνο της γέννησης; Πως λοιπόν παρουσιάσθηκε άνθρωπος αυτός που έδωσε στη φύση κάθε πείρα, εκτός από τη φθορά και τους πόνους; Ούτε έπαθε η Μαρία, ως γυναίκα, ούτε πόνεσε γεννώντας, ως παρθένος. Δεν ήταν ξένη από αυτό που γέννησε˙ διότι είχε συγγένεια χάρη σ' αυτόν που έθρεψε τη φύση. Ήταν μητέρα του Υιού του Θεου14, χάρη στην προσφορά της πρόσληψης.

Μεγάλωσε μέσα στη μήτρα ο Χριστός, αν και ήταν ανενδεής, ως Θεός. Έγινε υιός γυναίκας, αν και ήταν Υιός του Θεού. Γνώρισε μητέρα την Μαρία˙ άπ' αυτή μάλιστα έλαβε η Θεότητα την ανθρώπινη φύση. Ήταν υιός αυτής, η οποία τον υπηρέτησε, διότι όχι μόνο πρόσφερε την προαίρεση της με την πίστη, αλλά και με τη φύση έγινε συμμέτοχη στην πρόσληψη.

Αν ο Λόγος πήρε μόνο φανταστική μορφή, τι χρειαζόταν η φύση; Αν παρουσιάσθηκε σαν ιδέα, τι χρειαζόταν η γυναίκα; Αν κατέβηκε στη γη περνώντας σαν μέσα από σωλήνα, γιατί είχε ανάγκη από το χρόνο και από τη σύλληψη; Για ποιο λόγο έρχεται μέσα στην Παρθένο αυτός που επρόκειτο να προχωρήσει έξω από τη φύση της; Αυτός που γεννή­θηκε έτσι, ώστε να κατέβη από τον ουρανό και να κατοικήσει μέσα στην Παρθένο, γιατί δεν εμφανίσθηκε αμέσως από τον ουρανό στη γη; Αυτός που δεν προσέλαβε την ανθρώπινη φύση, γιατί δεν έδειξε τον εαυτό του στους ανθρώπους, αμέσως από τον αέρα; Αν είχε την τελειότητα της θείας οικονομίας, τι θα μπορούσε να προσλάβει από τη φύση της Παρ­θένου; Ο Θεός ούτε περιττός είναι, ούτε απατά τους ανθρώπους˙ η Μα­ρία μάλιστα θα ήταν περιττή, αν ο Χριστός ήρθε με φανταστική μορφή. Αλλά και ο Θεός θα απατούσε τους ανθρώπους, αν τους παρουσίαζε φανταστική γέννηση στη φάτνη. Ας είναι η ανάγκη των λόγων κατήγορος για τις αιτίες. Διότι εγώ ξέρω ότι ο Χριστός είναι η αλήθεια, και τον θαυμάζω στην περίπτωση του μαργαριταριού ως Θεό ο οποίος προσέ­λαβε από την Παρθένο την ανθρώπινη φύση.

Έχω και άλλη απόδειξη για την αληθινή ύπαρξή του: την αύξησή του ως την πλήρη ενηλικίωση. Διότι, αν ο Λόγος είχε φανταστική μορφή, θα την είχε ντυθεί σαν ιμάτιο. Δείξτε μου ιμάτιο που αυξάνει. Και αν ο Χριστός ήρθε στον κόσμο με φανταστική μορφή, δείξτε μου στολή που με το πέρασμα του χρόνου μεγαλώνει και γίνεται λαμπρή και δεν παλιώνει. Και αν ο Χριστός ήρθε με φανταστική μορφή, ενώ ήταν νήπιο, θα έφθανε στην ακμή της ανδρικής ωριμότητας; Η αύξηση βεβαιώνει τη σύλληψη και η σύλληψη την αύξηση. Ούτε η αύξηση έγινε αμέσως, ούτε η σύλληψη παρέλειψε το χρόνο της φύσης. Δεν είναι οι φανταστικές μορφές γνωρίσμα­τα της υπόστασης, αλλά είναι επινοήσεις της τέχνης, όπως τα ενδύματα. Τι χρειαζόταν η φύση, αν η τέχνη υπηρετούσε τον Χριστό; Τι χρειαζό­ταν η γυναικεία σύλληψη, αν δεν προέρχονταν τα υλικά από ζωντανούς ανθρώπους, αλλά βρίσκονταν στη γη; Η Παρθένος υπηρέτησε τη φύση της Θεότητας, γι' αυτό και χάρισε σ' αυτή φύση άφθαρτη. Αν η υπη­ρεσία ήταν πράξη, θα μπορούσε να την προσφέρει και άνθρωπος. Αν η διακονία ήταν φανταστική μορφή, η τέχνη των ανθρώπων θα βοηθούσε την Θεότητα. Η μήτρα υπηρέτησε την Θεότητα, και για την πρόθυμη υπακοή έλαβε μισθό την απονία.

Πρόσφερε φύση που έπρεπε να πονέσει, και την πήρε πίσω άπονη. Πρόσφερε δώρο αδύναμο, και το πήρε δυνατό. Δώρισε μήτρα υποκείμενη στους πόνους, και την πήρε απαραβίαστη. Ήταν γιατρός αυτός που χρησιμοποίησε τη φύση της, γι' αυτό την άφησε άθικτη. Δεν ήταν άνθρωπος αυτός που ζήτησε την Παρθένο για την τε­κνογονία, αλλά Θεός. Γι' αυτό πρόσφερε στη φύση αυτό που δεν είχε αυτή, για να δείξει ότι δεν ήρθε για να παραβιάσει τη φύση, αλλά να την διαφυλάξει απαραβίαστη. Αυτός που γεννιόταν ήταν μαργαριτάρι, γι' αυτό γλύστρησε15 από τη μήτρα καθώς γεννήθηκε χωρίς ωδίνες και δυ­σκολίες. Ούτε τραχύς ήταν σαν γήινος, ούτε διαχυμένος σαν υγρός, ούτε χωρισμένος σε πολλά μέρη σαν υλικός· αλλά ήταν βρέφος που είχε τον τέλειο Θεό, ο οποίος κρυβόταν κάτω από τη φύση της απλότητας. Γι' αυτό από τη δύναμη αυτού που ήταν μέσα της, η Παρθένος, σαν κογχύλι, γέννησε με φυσικό τρόπο, και ως γυναίκα, δεν έπαθε διόλου τίποτε, κα­θώς επανήλθε η φύση στην παρθενική της κατάσταση, όπως οι πτυχές των οστράκων. Δεν καταστράφηκε η σφραγίδα της παρθενίας από την Παρθένο, όταν συνελήφθη ο Χριστός˙ γι' αυτό και ούτε, όταν γεννήθηκε, διανοίχθηκε η φύση της, για να γεννήσει, ούτε παραβιάσθηκε16, όταν γεννουσε.

Αναγκάζομαι να επιμείνω στο λόγο, ώστε λέγοντάς τα όλα να δείξω στους αιρετικούς ότι ο Χριστός γεννήθηκε άνθρωπος και δεν παρουσιάσθηκε με φανταστικό τρόπο. Εμείς οι άνθρωποι, όπως συλλαμβα­νόμαστε, έτσι και γεννιόμαστε. Φθείρεται η μητέρα, όταν συλλαμβάνει, υποφέρει, όταν γεννά, χάνει την παρθενική κατάσταση της φύσης της για να συλλάβει. Γι' αυτό και όταν γεννά, δεν διαπερνιέται μόνο, αλλά και χαλαρώνει για να ελαφρώσει η φύση, και δοκιμάζει ωδίνες προκαλώντας υπενθύμιση της φθοράς που έγινε από την αρχή˙ διότι όταν αυξηθεί ο σπόρος, η φθορά προετοιμάζει, ώστε να έχει ο θερισμός της σάρκας, που δέχθηκε τον σπόρο, ωδίνες. Ο Χριστός όμως δε γεννήθηκε έτσι. Γεννή­θηκε χωρίς ωδίνες, επειδή συνελήφθη χωρίς φθορά. Σε παρθενική σάρκα τοποθετήθηκε, όχι από σάρκα, αλλά από το Άγιο Πνεύμα γι' αυτό προ­ήλθε από Παρθένο˙ διότι το Πνεύμα διάνοιξε τη μήτρα, για να γίνει άνθρω­πος αυτός που δημιούργησε τη φύση και πρόσφερε στην Παρθένο τη δύ­ναμη για την αύξηση του. Το Πνεύμα ήταν αυτό που βοηθούσε την άλοχη λεχώνα. Γι' αυτό, ούτε το παιδί που γεννήθηκε διατάραξε τη σφραγίδα της παρθενίας, ούτε η Παρθένος υπέφερε, με το να διανοιχθεί εξαιτίας του όγκου του παιδιού που γεννήθηκε, και με το να επιστρέψει στην παρ­θενική της κατάσταση, όπως οι πτυχές των κογχυλιών όταν προβάλλουν το μαργαριτάρι και όταν πάλι επιστρέφουν στην ίδια αδιάλυτη ένωση και συνοχή.

Ξέρω πολλούς ότι έκαναν καλύτερα αυτά που δανείσθηκαν. Όταν λοιπόν εκείνοι που δανείσθηκαν, επειδή ήταν τεχνίτες, επέστρεψαν διορ­θώνοντας το, αυτό που τους δόθηκε στραβό, πόσο περισσότερο ο Θεός, που δανείσθηκε κάποιο γερό, δε θα το επέστρεφε χειρότερο, αλλά καλύ­τερο; Γι' αυτό, αφού δανείσθηκε μια παρθενική φύση, την έκανε απαθή με το να γεννηθεί δια μέσου αυτής. Οι εφευρετικοί άνθρωποι μπορούν να συγκρατούν τα νερά μέσα σε σκεύος με αντίθετο φύσημα, και ανοί­γουν και κλείνουν με πτερύγια αυτόματους πόρους που βρίσκονται στα σκεύη· άραγε ο Θεός δε θα ήταν εφευρετικότερος από τους ανθρώπους, ώστε να πλατύνει και να στενεύσει τη φύση χωρίς αυτή να διαταραχθεί καθόλου από τους όγκους που προχωρούσαν ανάμεσα της; Οι βασιλείς στις πόλεις που δοξάζονται ή γεννιώνται χαρίζουν προνόμια˙ ο Υιός του Θεού δε θα πρόσφερε την παρθενία στην Παρθένο που ήταν μητέρα του, ενώ μπορούσε να την προσφέρει; Άλλοι από εκείνους που εξουσιάζουν τόπους, και πηγές επινοούν και νερά, και βελτιώνουν τη θερμοκρασία του αέρα με σοφές εφευρέσεις˙ ο Χριστός δε θα διόρθωνε πολύ περισσότερο και αυτά ακόμη που θεωρούνται ότι ενοχλούν τη φύση, αλλά σαν ένας συνηθισμένος άνθρωπος θα άφηνε τη μητέρα που τον γέννησε να είναι μια ασήμαντη από τις πολλές; Όπως μόνος γεννήθηκε από Παρθένο ο Χριστός, έτσι έπρεπε και η Μαρία που τον γέννησε να παραμείνει παρθέ­νος, και να γίνει μητέρα χωρίς ωδίνες.

Ας μη σε τυφλώνει η ίδια σου η φύση να απιστείς στην Θεότητα. Ας μη σε αποθρασύνει το εμπαθές σώμα σου να κατηγορείς την ανθρώ­πινη φύση, διότι ο Χριστός δεν ήρθε για να γίνει δούλος στα πάθη, αλλά για να εξαφανίσει την αμαρτία. Δεν φόρεσε το σώμα για να εξαπατήσει τη φύση. Δεν απέφυγε την πρόσληψη για να τιμήσει τη φανταστική μορ­φή. Αν κάποιος νόμιζε ότι δια μέσου της φανταστικής μορφής κάνει κάτι αξιοθαύμαστο, οπωσδήποτε θα πραγματοποιούσε δια μέσου της ίδιας της φύσης κάτι πολύ περισσότερο. Αν τίμησε τη φανταστική μορφή της φύσης, ήταν ωραίο που αξιώθηκε η φύση να τιμηθεί από την θεότητα. Αν όμως ήρθε με φανταστική μορφή για την ανόρθωση της φύσης, ήταν πιο αξιοθαύμαστη η φύση από τη φανταστική μορφή, προσφέροντας πιο φανερή τη διόρθωση. Αν όμως η φανταστική μορφή δεν πρόσφερε τί­ποτε εντελώς, θα έπρεπε να ανορθώσει έξω από αυτή εκείνο που ήταν μπροστά του. Αν όμως δεν ανόρθωσε τίποτε εντελώς με τη φανταστική μορφή, θα ήταν άχρηστος αυτός που περιέφερε κάτι άχρηστο.

Προσέχετε στο μαργαριτάρι και μην πλανιέσθε˙ διότι δε θα παύσω να κάνω τον έλεγχο, ωσότου να διορθώσω τους κατήγορους. Δέστε ότι δεν υπάρχει φανταστική μορφή, αλλά ύπαρξη, και θαυμάστε τη συνέ­νωση της φύσης. Αυτό το πολύτιμο πετράδι είναι αδιαίρετο˙ διότι κανείς δε θα μπορέσει να χωρίσει από την Θεότητα το σώμα που προσέλαβε. Η αστραπή και το νερό συμφώνησαν δυο αντίθετα στοιχεία συνενώθηκαν. Πως λοιπόν αγνοείς αυτό που κρατάς, και περιεργάζεσαι αυτό που δεν κρατάς; Η αστραπή προέρχεται από τη φωτιά, και είναι φωτιά˙ γι' αυτό και φωτίζει και καίει. Τα κογχύλια προέρχονται από το νερό και αυξά­νουν δια μέσου του νερού. Πως λοιπόν η αστραπή δεν έκαψε με τη φλόγα της το σωματάκι του κογχυλίου; Πως συνενώθηκαν πραγματικά το νερό και η φωτιά, και δεν κατέστρεψε το ένα το άλλο; Δεν μπορείς να το εξη­γήσεις, αλλά αναγκάζεσαι να πιστεύεις αυτά που βλέπεις και αυτά που ψηλαφίζεις. Ας γίνει για σένα απόδειξη η φύση, την οποία δεν ξέρεις να εξηγήσεις, ότι δηλαδή ο Υιός του Θεού γεννιέται χωρίς σπέρμα, και πα­ρόλο που δύο αντίθετα συμφώνησαν πραγματικά, όμως οι υποστάσεις τους φαίνονται σε κάθε φύση χωριστά.

Προφταίνω την κατηγορία σας. Ξέρω ότι κάποιοι από σας λένε: ο Θεός είναι αγέννητος, η σάρκα ορατή˙ ο Θεός είναι απαθής, η φύση εμ­παθής. Πως έγινε συμφωνία, ώστε να αποτελέσουν μια υπόσταση τόσο πολύ αντίθετα μεταξύ τους; Έχεις στη διάθεση σου το μαργαριτάρι, που φανερώνει και εξηγεί όλα αυτά που ειπώθηκαν˙ διότι η φωτιά σημαίνει την Θεότητα, και το νερό σημαίνει την πρόσληψη. Δεν προσέλαβε το νερό την αστραπή, διότι είναι βαρύ, και δε φθάνει στο ύψος της φωτιάς. Η αστραπή, αφού έπεσε επάνω, συνενώθηκε με το νερό, και το κογχύλι, αφού ταράχθηκε, έκλεισε μέσα του την αστραπή και το νερό, που συνενώ­θηκαν. Η θερμότητα του σώματος ενώθηκε με αυτό που μπήκε μέσα, και η ασφάλεια διαφύλαξε αδιάρρευστη τη χαλαρότητα, όταν συναντήθηκαν οι πτυχές. Η φύση χάρη στην ένωση αύξησε αυτό που κλείσθηκε μέσα. Καθώς προχωρούσε ο καιρός, το νερό και η φωτιά διαμορφώθηκαν σε μαργαριτάρι. Έτσι λέει και το Ευαγγέλιο17, ότι θα έρθει επάνω στην Παρθένο το Πνεύμα του Κυρίου. Γιατί; Για να λάβει δύναμη ώστε να χωρέσει την Θεότητα. Και η δύναμη του ύψιστου Θεού θα σε σκεπάσει σαν σκιά. Η αστραπή δηλαδή θα σταθεί επάνω στη φύση σου, διότι το άγιο παιδί που θα γεννηθεί από σένα, θα ονομασθεί Υιός του Θεού. Δεν είπε, αυτό που γεννήθηκε, θα ξαναγεννηθεί, ούτε είπε, αυτό που θα γεννηθεί από τη δύναμη ή από το Άγιο Πνεύμα, αλλά από σένα· για να δείξει ότι η φύση της Παρθένου υπηρετεί την Θεότητα, και ότι η πρόσληψη συνενώνεται μέσα σ' αυτή τη φύση και άπ' αυτή τη φύση με τον Λόγο και με τον Θεό. Αν δεν έλεγε, αυτό που γεννιέται από σένα, ίσως θα νομιζόταν ότι ο Λόγος προσέλαβε φανταστική μορφή. Μερικά από τα αντίγραφα δεν περιέχουν τη φράση από σένα, κάνοντας πα­ραχώρηση στις αιρέσεις. Αν και δεν έχουν όμως τη φράση από σένα, αιρετικέ, η προσθήκη από σένα διασώζει το νόημα, που είπε με τη φράση γι' αυτό και το παιδί που θα γεννηθεί, υποδηλώνοντας τη συνέ­νωση της πρόσληψης. Η σύλληψη αποδεικνύει τη φύση και απορρίπτει τη φανταστική μορφή, και η φράση του Αρχαγγέλου δείχνει ότι η Θεό­τητα για κανένα άλλο λόγο δε σκέπασε σαν σκιά την Παρθένο, παρά για να γεννηθεί άνθρωπος. Διότι θα μπορούσε αμέσως να εμφανισθεί σε όλη τη γη, αν δεν ήθελε να έρθει στους ανθρώπους δια μέσου της αληθι­νής συνένωσης με τον άνθρωπο.

Ρίξε το βλέμμα σου στο μαργαριτάρι, και θα δεις να έχει αυτό ενω­μένες τις δύο φύσεις. Είναι ολόλαμπρο χάρη στην Θεότητα και λευκό χάρη στην πρόσληψη. Στη λευκότητα διακρίνεις τη λαμπρότητα, στην ποιότητα βλέπεις τη δύναμη που υπάρχει μέσα του. Είναι σκληρό χάρη στην ανθρώπινη φύση του, λείο χάρη στην επουράνια κατάσταση του. Είναι υδάτινο χάρη στη γήινη φύση του, πύρινο χάρη στην υπόσταση της Θεότητας. Είναι για όλους φυσικός στόχος, διότι ο καθένας, σαν μέσα σε καθρέφτη, κατανοεί την κατάσταση του. Οι καθρέφτες κατα­σκευάζονται με την τέχνη˙ γι' αυτό παρουσιάζουν κάποια παραποίηση στο καθρέφτισμα του αντικειμένου που είναι μπροστά τους. Το μαργα­ριτάρι όμως έχει φυσική τη χάρη και έμφυτη την ωφέλεια. Και άλλα πολλά, από δύο, ενώνονται και γίνονται ένα˙ αλλά δε γεννιώνται, όπως το μαργαριτάρι, ούτε προέρχονται από φωτιά και νερό.

Πρόσεχε! Μη ζητάς τα παραδείγματα σε όλα τα μαργαριτάρια˙ διότι δεν είναι όλα γνήσια, έχοντας μέσα τους τις τελειότητες που ανα­φέραμε˙ διότι τα περισσότερα από αυτά έχουν πολύ το γήινο στοιχείο. Υπάρχουν τα κογχύλια που ζουν στο βυθό˙ εκείνα όμως που ζουν στα ρηχά νερά αγαπούν τη λάσπη, και τρώγοντας διάφορες σκουριές, σπάνια κυοφορούν τα καλά μαργαριτάρια. Έχει το μαργαριτάρι και άλλο χαρακτηριστικό˙ ότι, αν δε συμπληρωθεί ο χρόνος της γέννησής του, παρουσιάζεται σαν πέτρα, επειδή βγήκε πρόωρα· γι' αυτό και τα μαργα­ριτάρια του βυθού, τα περισσότερα, είναι χωρίς αξία. Αν το μαργαριτάρι δε γεννηθεί18, δεν είναι χρήσιμο. Διότι τα περισσότερα μαργαριτάρια δεν τα βρίσκουν, αλλά τα συλλέγουν από τα ίδια τα κογχύλια. Γι' αυτό δη­λαδή λέγονται τελειότητες, επειδή με το να τελειοποιήσουν την αύξησή τους και να μεταβιβάσουν την ουσία τους στη δύναμη της φύσης, δεν αφαιρούνται αλλά γεννιώνται. Αυτά τα μαργαριτάρια αποκτούν μεγάλη αξία. Για να μάθεις όμως ότι και στη θάλασσα κάποια ζώα είναι νερό, διάβασε το Νόμο και θα ακούσεις να βεβαιώνει ο Θεός, ότι πρόσταξε στα νερά να βγάλουν μαζί με τα άλλα ζώα και τα όστρακα· αυτά δη­λαδή είναι τα ζώα που έρπουν μέσα στα νερά19.

Το μαργαριτάρι προέρχεται από ακάθαρτα ζώα20, επειδή και ο Χριστός γεννήθηκε από τη φύση που λερώθηκε και χρειάζεται κάθαρση με την επίσκεψη του Θεού. Όπως η αστραπή φωτίζει τα πάντα, έτσι φωτίζει τα πάντα και ο Θεός· και όπως εκείνη φωτίζει τα κρυμμένα, έτσι καθαρίζει ο Χριστός και τα κρυφά της φύσης. Και γι' αυτό το λόγο καθάρισε την Παρθένο, και τότε γεννήθηκε, για να δείξει ότι, όπου είναι ο Χριστός, εκεί επικρατεί κάθε καθαρότητα. Καθάρισε την Παρθένο με το Άγιο Πνεύμα, προετοιμάζοντάς την, και τότε συνέλαβε τον Χριστό η μήτρα, αφού έγινε καθαρή. Καθάρισε την Παρθένο με την αγνότητα, γι' αυτό και όταν γεννήθηκε, την άφησε παρθένο. Τα κογχύλια ας δεί­ξουν ότι η Παρθένος δε συνέλαβε δια μέσου του γυναικείου μέλους- διότι άνοιξαν διάπλατα όλο το σώμα τους με τις δύο πτυχές, και δεν πρόσφεραν τη σαρκική τους κατάσταση. Τα κογχύλια άφησαν αμέριμνα ελεύθερο το σώμα τους, και ξαφνικά γέμισαν από την αστραπή. Έτσι και η Παρθένος με όλο της το σώμα δέχθηκε τον Λόγο του Θεού, με την απλότητα της φύσης και χωρίς την πολυπραγμοσύνη της κίνησης21. Γέμισε από την Θεότητα, και κατάλαβε ότι δε δέχθηκε την πρόσληψη από την ανθρώπινη κατάσταση. Γνώριζε τη σύλληψη, αγνοούσε όμως τη συνεύρεση. Γνώρι­ζε το βάρος που κρυβόταν στα σπλάχνα της, ήταν όμως άπειρη από την επιθυμία της πολυπράγμονης φθοράς. Όλα τα μέλη του σώματος της βοηθούσαν στην αγνότητα, με το να λησμονούν τη φυσική τους ορμή. Διό­τι και με τις ακτίνες του ήλιου όλα γίνονται φωτεινά, αν ο ήλιος λάμπον­τας από έξω φωτίζει τα σύμπαντα. Τι θα κάνει όμως αν μπει ολόκληρος μέσα σ' ένα σπίτι! Αν ο Χριστός, φωτίζοντας τον Παύλο από τον ουρανό22, τον μετέβαλε προς την ευσέβεια, και έκανε τον λύκο πρόβατο, και τον διώκτη Απόστολο, και τον σκληρό εύσπλαχνο, και τον ανυπάκουο πει­θαρχικό, πόσο περισσότερο ο θειος Λόγος, όντας μέσα στην Μαρία, την αποξένωσε από κάθε φθορά και μεταβολή; Πήρε ως αρραβώνα την πίστη της κόρης23, και δεν ήταν πια η χάρη μεροληπτική, αλλά χορηγούσε σ' αυτή με δίκαιο λόγο τη δύναμη της αφθαρσίας.

Η πίστη πρόσφερε τη φύ­ση˙ και παίρνοντας την η χάρη, δεν την άφησε πια να γίνει φθαρτή, αλλά την προσάρμοσε στον εαυτό της, όπως ένας βασιλιάς κάνει δικό του το σκεύος κάποιου απλού άνθρωπου. Και έγινε η Μαρία όχι πια γυναίκα, αλλά Παρθένος, με τη μεσολάβηση της χάρης˙ όπως η τροφή των ζώων γίνεται βασιλική τροφή, χάρη στη συμμετοχή του βασιλιά. Δε λέω ότι ήταν αθάνατη, αλλά ότι δεν άλλαξε από την επιθυμία, επειδή επικαλύφθηκε από τη χάρη. Η φύση είχε τη σκουριά προσκολλημένη στο χαλκό, αλλά η χάρη τον καθάρισε, τον επικάλυψε, και γι' αυτό τον διατήρησε.

Αγαπώ το πετράδι του Ευαγγελίου, διότι έγινε τροφή της ψυχής μου. Θαυμάζω το μαργαριτάρι, διότι μου μιλά για τις διηγήσεις που αναφέρονται στον Χριστό. Πρόσεξα την παραβολή24, διότι μου πρόσφερε διπλή γνώση. Γνώρισα μέσα της τη συνένωση της φύσης και τη δύναμη της Θεότητας. Κατάλαβα τη συμφωνία των αντίθετων πραγμάτων και την ανταλλαγή της φυσικής κατάστασης. Βλέπω τον ουρανό να ενώνεται με τη γη. Παρατηρώ ότι οι δύο αιώνες25 συνενώθηκαν σε ένα σύνδεσμο. Η χάρη σφράγισε τη συμφωνία, και γι' αυτό δε βρίσκω τρόπο να χωρίσω την υπόσταση της καθεμιάς. Σκέφτομαι τη διαφορετική τους δύναμη, αλλά η επιφάνεια του μαργαριταριού απομακρύνει το νου, να μην αντι­ληφθεί πως ενώθηκαν. Το μαργαριτάρι είναι τέλειο από παντού˙ διότι ο Χριστός αφαίρεσε τις ανωμαλίες, και συνένωσε, σαν τεχνίτης, τέλεια τους δύο αιώνες, και κανείς δεν μπορεί να τους χωρίσει. Οι πτυχές των κογχυλιών χωρίζονται, αλλά οι διαστάσεις του μαργαριταριού είναι αχώριστες. Οι πτυχές δέχονται διαίρεση, το μαργαριτάρι όμως είναι αδιαίρετο˙ για να σκεφθείς τις δύο πλάκες του Νόμου, και την ευθύτητα, τη μοναδικότητα, τη σπουδαιότητα του Ευαγγελίου. Ο Νόμος περιέχει τα γήινα˙ το Ευαγγέλιο περιέχει τα ουράνια. Να, το κογχύλι και το μαργαριτάρι, που συνένωσε ο Χριστός. Ανατρέχοντας με τη βοήθεια της χάρης στη γέννηση, και ερευνώντας τη φύση του νοητού Μαργαριταριού, γνώρισα τη δύναμη, σκέφθηκα την ένωση, αντιλήφθηκα τη φύση. Θέλω να σκεφθώ πάλι την τέχνη του σοφού Δημιουργού.

Αντιλαμβάνομαι ότι ο Δημιουργός είναι γεωργός, και ξέρω καλά ότι δεν καλλιεργεί τη γη, αλλά τη συμφωνία των φύσεων. Δεν προσπα­θεί να σπέρνει και να θερίζει. Δεν τρυγά και δε ρίχνει τα σταφύλια σε με­γάλο πατητήρι. Δανείζει στη φύση των ανθρώπων τον Υιό του, και εισπράττει ως τόκο δια μέσου αυτού την εξουσία κάθε ψυχής. Με το χρέος κατακυρώνει στον εαυτό του όλη την κληρονομιά των πραγμάτων που είναι επάνω στη γη, και με ένα σύντομο συμβιβασμό γίνεται Κύριος όλων, όχι μόνο ως Δημιουργός, αλλά και ως Λυτρωτής˙ όχι μόνο ως Θεός, αλλά και ως κάποιος που αποκτά, αγοράζοντας με τους ιδρώτες του. Προσφέρει το μαργαριτάρι, για να μη χάσει ακόμη και τον ασήμαντο όβολό της φύσης. Προσφέρει τον Υιό, για να υποτάξει τον δούλο. Ω, τη μεγάλη φιλανθρωπία! Ω, τις ριψοκίνδυνες ενέργειες! Ότι δηλαδή εμπιστεύεται στο κογχύλι το μαργαριτάρι, και για έναν οβολό δείχνει περιφρόνηση για το πολύτιμο πετράδι.

Βλέπεις τον έμπορο; Προσέχεις αυτόν που πούλησε όλα, για να αγοράσει το μαργαριτάρι; Διακρίνεις τον πολυκτήμονα, πως ξεπουλά όλα, για να αγοράσει το χωράφι και το θησαυρό που υπάρχει σ' αυτό; Αυτός είναι ο Πατέρας, ο οποίος αγοράζει δια μέσου του Υιού όλα τα χρήσιμα που έχει η ανθρώπινη φύση. Πούλησε όλα τα γήινα αγαθά του, για να αγοράσει το αλέτρι της γης, που δημιούργησε ο ίδιος. Το έδωσε αυτό στον Αδάμ, αλλά αυτός το έχασε δια μέσου της επιθυμίας των μά­ταιων πραγμάτων. Αγόρασε το χωράφι, όχι για την καλλιέργεια της γης, αλλά για το θησαυρό που κρυβόταν σ' αυτό. Και ποιο είναι το χω­ράφι; Είναι το σώμα των ανθρώπων. Και η ψυχή είναι ο θησαυρός. Για την ψυχή, που ο ίδιος δημιούργησε κατ' εικόνα και καθ' ομοίωση26, πού­λησε λοιπόν όλα, και στέλνει τον Υιό να αγοράσει το κτήμα. Δε θα το πουλούσε ο Εχθρός στην Θεότητα, αν αυτή δε φορούσε την ανθρώπινη φύση. Ήξερε τη δύναμη, και φοβόταν τη μεταπώληση. Το πουλούσε σε άνθρωπο, επειδή ήξερε την αδυναμία του, και ότι, όταν θέλει, με την απατηλή βία, θα αφαιρέσει το κτήμα και το θησαυρό.

Λοιπόν στέλνει στον τύραννο τον Υιό του, και λέει σ' αυτόν Δώσε στον τύραννο τα άλλα κτήματα, για τα όποια δεν υπάρχει αντίρρηση ότι είναι δικά μου. Μόνο ο άνθρωπος, χάρη στην ελεύθερη βούληση του, κά­νει αναμφισβήτητη την κυριαρχία μου· δια μέσου της ομολογίας και της απάρνησης αποκτά θησαυρό τη μίμηση. Διότι είναι δοξολογία μου, να μη χάσω αυτό που δημιούργησα για την υπηρεσία του εαυτού μου. Δώσε στον τύραννο τα κτήνη και όλα τα άλογα ζώα, μόνο ελευθέρωσε τον άνθρωπο.

Προσφέρει λοιπόν στον τύραννο τα γουρούνια, που ήταν στη χώρα των Γεργεσηνών27, και αγοράζει το χωράφι και το θησαυρό, λυτρώνοντας τον άνθρωπο από την εξουσία του δαίμονα. Τα γουρούνια και οι όνοι και οι ταύροι και τα λιοντάρια, δεν προσφέρουν καμιά δόξα σ' εκείνον που τα έχει. Ο άνθρωπος όμως προσφέρει σπουδαία δώρα, διότι η θυσία του δεν αποτελείται από τα φθαρτά και τα φαγώσιμα, αλλά από τους ουράνιους θησαυρούς.

Αυτός είναι ο θησαυρός, αυτός είναι το χωράφι. Και ο έμπορος είναι ο Πατέρας. Ο μεσίτης είναι ο Χριστός. Παρουσιάσθηκε σαν ξένος· αγό­ρασε σαν έμπορος· απέκτησε την κυριότητα ως Δεσπότης· διότι αυτός και ο Πατέρας είναι ένα28. Με την Θεότητα απέκτησε την κυριότητα, με τη φύση της πρόσληψης έγινε μεσίτης· με την πώληση αγόρασε29, με τη δύναμη του νίκησε. Πήρε το χωράφι, αλλά ο τύραννος δεν ήξερε ότι πούλησε μαζί και το θησαυρό. Πήρε σαν δούλο τον άνθρωπο, αλλά ο Εχθρός αγνοούσε ότι πούλησε μαζί και το ποσό για την εξαγορά του. Πήρε ο Χριστός στην εξουσία του τον άνθρωπο, και συγχρόνως πήρε στον εαυτό του και όσα ήταν του δούλου. Όλα τα άλογα ζώα ήταν υπό­δουλα στον Αδάμ. Νόμιζε ο Εχθρός ότι, αν τα έπαιρνε αυτά, θα τα είχε υπάκουα στη θέση του Αδάμ· όμως αναχώρησαν μαζί με το αφεν­τικό που αγοράσθηκε, επειδή κατάλαβαν τη φυσική του εξουσία. Ο τύ­ραννος πούλησε και τον άνθρωπο και όλα τα άλογα ζώα· διότι ο άνθρω­πος τα παρουσίασε στον Θεό δια μέσου της ελεύθερης βούλησης του. Γι' αυτό όλα τα έθνη, στο τέλος, τα έκανε κτήμα του μαζί με τον Ισραήλ. Ο Χριστός αγόρασε το χωράφι επάνω στο σταυρό, δίνοντας το άγιο αίμα του, ως αντίτιμο. Κατά την ανάσταση του μπήκε να το διαφεντεύσει, αφού έβγαλε τους τυράννους και εγκατέστησε τους δικούς του. Το χωράφι ήταν όλη η γη, και ο θησαυρός ήταν οι Άγιοι που κρύβονταν σ' αυτή. Πήρε το κτήμα που φαίνεται, ώστε, όταν θελήσει, να πάρει και το πράγμα που κρύβεται. Μπήκε να διαφεντεύσει τους ζώντες, και συγχρόνως πήρε και τους νεκρούς, που δε φαίνονται. Άφησε για ένα διάστημα να μην πάρει το θησαυρό, για να τον πάρει κατά την ανάστασή του. Αναχώρησε για λίγο, αφού εγκατέστησε φύλακες για το θησαυρό και διαχειριστές για το χωράφι, ώστε, όταν προστάξει, ο θησαυρός να παρουσιασθεί δια μέσου της ανάστασης στο Βασιλιά. Ο θησαυρός τοποθετείται μέσα σε πήλινο αγγείο· το χωράφι μάλιστα του κεραμοποιου30 είναι το εργαστή­ριο. Είπε ο Θεός στον Προφήτη˙ Μπες μέσα στο χωράφι του κεραμοποι­ου31. Ποιου κεραμοποιού, παρά του Θεού; Διότι αυτός είναι που πραγμα­τοποιεί την ανάσταση από αυτό το χωράφι. Ως τη συντέλεια του κόσμου πλάθει πηλό από το χωράφι με τα σώματα των ανθρώπων μετά τη συν­τέλεια θα ψήσει τα πήλινα σκεύη˙ τα σκεύη των Αγίων δια μέσου της χά­ρης, ενώ τα σκεύη των αμαρτωλών δια μέσου της γέεννας της φωτιάς.

Ο τρόπος του μαργαριταριού πραγματοποιήθηκε πια˙ διότι δε θά­φτηκε στο χωράφι, αλλά παραλήφθηκε αμέσως από τον έμπορο. Το μαργαριτάρι είναι η απαρχή του σταυρού γι' αυτό και μόνο του αναστή­θηκε, επειδή και μόνο του αγοράσθηκε. Δεν αγόρασε το μαργαριτάρι μετά από το θάνατο, αφού δηλαδή κατατρόπωσε τον ισχυρό στο σταυρό.

Πρώτα νίκησε τον ισχυρό, και έπειτα πήρε την πανοπλία του, και έπειτα τον λαφυραγώγησε32. Γι' αυτό λέει· Έχω εξουσία να θυσιάσω τη ζωή μου, και να την πάρω πάλι33, επειδή είχε εξουσία επάνω στο θάνατο. Και προτού να πεθάνει αυτός, φάνηκε ότι εξουσιάζεται το μαργαριτάρι· όχι τόσο από τον Εχθρό, αλλά από τη φύση. Και ενώ ακόμη αυτός ήταν επάνω στη γη, έγινε η συναλλαγή. Ο μισθός του μεσίτη έγινε το μαργα­ριτάρι˙ διότι ο ανόητος Διάβολος δε γνώριζε τον Δεσπότη, που καταφρο­νούσε. Ο Χριστός πήρε το μισθό. Πήρε το χωράφι, πήρε και το αντίτιμο του χωραφιού διότι η άλογη φύση ακολούθησε τον αρχηγό, που είχε από την αρχή.

Έχει με το χωράφι την εξουσία των ζώντων. Έχει με το θησαυρό την κυριότητα των νεκρών. Έχει με το μαργαριτάρι την πρόσληψη, που διαρκεί αιώνια. Έχει τον αρραβώνα, δηλαδή τη χάρη του Άγιου Πνεύ­ματος, η οποία έχρισε το σώμα του Χριστού στην άθληση εναντίον του τυράννου. Αυτό δηλαδή ήταν εκείνο που βράβευσε ο Πατέρας και που έδωσε βραβείο στο νικητή.

Πάλι από την αρχή ας προσέξουμε σ' αυτά που ειπώθηκαν, ώστε να καταλάβουμε στα βασικά σημεία το καθένα χωριστά, όπως πρέπει. Ο λόγος ονόμασε τον Θεό Πατέρα γεωργό, τεχνίτη, έμπορο και κεραμοποιό, μεσίτη και δανειστή, βραβευτή και πρόθυμο να τιμά τους άλλους.

Μεγάλος αληθινά ο λόγος του Κυρίου, με το να συμπεριλάβει σε δυο λέξεις τόσο μεγάλο νόημα γνώσης. Επίσης το μαργαριτάρι γίνεται το Ευαγγέλιο˙ διότι μέσα σε μηδαμινό γράμμα περιλαμβάνει τόσο μεγάλο νόημα μυστηρίων, και μέσα σε τιποτένιο χαρτί περιέχεται ουράνια γνώση. Και λένε οι αιρετικοί˙ Ο Υιός του Θεού θεώρησε ανάξιο να λάβει τη φύση του άνθρωπου. Ο Θεός εμπιστεύθηκε τον ουρανό σε χαρτί, και θα θεωρούσε ανάξιο να δεχθεί ο Υιός τη φύση του ανθρώπου; Δεν τα λέω, για να δείξω την ομοιότητα, αλλά προσπαθώ να δείξω την αγα­θότητα, την ταπείνωση και την επικοινωνία του Πατέρα μ' εμάς. Ο Χριστός δε φανερώθηκε με φανταστική μορφή. Πάψε! Διότι η Θεότητα δε βάδιζε με τιποτένια φανταστική μορφή, για να συναναστρέφεται επά­νω στη γη. Ο Δεσπότης της φύσης πήρε τη φύση του δεσπότη της γης, για να δώσει στον Αδάμ αυτό που έχασε δια μέσου της απάτης. Αν ο Χριστός φανερώθηκε με φανταστική μορφή, με φανταστική μορφή θα ήταν και Υιός του Θεού.

Πρόσεξε πόσο βαθιά πέφτουν συγχρόνως οι αιρετικοί, διότι κινδυνεύ­ουν να αρνηθούν όλη την ύπαρξη του Χριστού. Σκέψου την ανοησία τους, διότι έχει μόνο γλώσσα και όχι νου˙ λέει αυτά που θέλει, και δε σκέ­φτεται αυτά που φανερώνει η συνέπεια. Θα παρουσιάσω τον δανειστή Θεό, και θα δείξω, αιρετικέ, πως καλλιέργησε σαν γεωργός μέσα στην Παρθένο το μαργαριτάρι. Ακόμη θα σου δείξω πως ο γεωργός δάνεισετην Θεότητα στη φύση. Θέλω να δείξω και τον έμπορο, πως διάλεξε συμμέτοχο τον άνθρωπο, που είχε έναν όβολό, και τον ανέδειξε πλούσιο, ώστε ό άνθρωπος και το δάνειο να επιστρέψει και να πλουτίσει και να έχει σταθερά στην εξουσία του τη βασιλεία του Θεού.

Πήρε η φτωχή φύση την Θεότητα, και αγωνίσθηκε ενάντια στον τύραννο. Ο Υιός έγινε συμμέτοχος στην απόφαση με τον Πατέρα, και έχυσε ιδρώτα, για να απομακρύνει την αμαρτία από την αγορά, προσφέ­ροντας δια μέσου της χάρης μεγαλύτερη τιμή από όση αυτή. Η αμαρτία ερέθισε με τα πάθη, αλλά αυτός πρόσφερε μεγαλύτερη τιμή από όση αυτή. Έδειξε στον τύραννο την ανθρώπινη φύση, και τον έπεισε να κάνει συντρο­φιά με αυτή. Έδειξε στον άνθρωπο τη χάρη, ανάγγειλε την πρόνοια του Πατέρα, τη λύπη των νοερών δυνάμεων, την έχθρα προς τα γήινα. Έ­πεισε τον εξιλεωτή34, μεσολάβησε για τη συμφιλίωση. Υποσχέθηκε την εξιλέωση· έδειξε τον τρόπο, ότι δηλαδή αυτή θα γίνει δια μέσου του σταυρού. Και προετοίμασε τον δούλο να προστρέξει στον Δεσπότη, και τον γιό να αναγνωρίσει τον Πατέρα. Και με το να γίνει υπερασπιστής εναν­τίον του τυράννου, έδωσε την κυριότητα στον Πατέρα, και λύτρωσε πραγματικά τον δούλο από την πικρή τυραννία.

 

Πληροφορήσου λοιπόν και την τέχνη του γεωργού· διότι σε κάθε αξίωμα υπήρχε για τον Χριστό τρόπος οικονομίας προς την ανθρωπό­τητα και πόλεμος εναντίον της αμαρτίας. Μη λοιπόν παραξενεύεσαι με την ποικιλία της εξήγησης˙ διότι ο Θεός είναι πηγή διαφόρων κατορ­θωμάτων. Ανάλογα με τη δύναμη που έχει κανείς επεκτείνεται, και όταν και όσες φορές μπορεί να αντιληφθεί, διευρύνει τη γνώση του. Έβαλε σαν μπόλι την Θεότητα μέσα στη φύση της Παρθένου, και έκρυψε καλά σαν μέσα σε κάποια ασπίδα τον Υιό του, ώστε, μετέχοντας αυτός στην ποιότητα της φύσης της, να κάνει την κοινή φύση του άνθρωπου πρόσ­ληψη. Έγινε λοιπόν η Μαρία για τον Πατέρα δένδρο, και για τον Υιό μητέρα, και για τους ανθρώπους πηγή αιώνιου πνεύματος και ανατολή αφθαρσίας. Το μπόλιασμα λοιπόν έχει τα δεσίματα του, τις μαρτυρίες δηλαδή των Προφητών. Και η ασπίδα έχει το χώρισμα της, τη συμφω­νία δηλαδή της φύσης. Και ο γεωργός έχει το δρεπάνι που καθάρισε και ξεφλούδισε ολόγυρα, την προετοιμασία δηλαδή και τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος˙ έχει και την κατασκευή του δένδρου για να δεχθεί την ανώ­τερη φύση, την πίστη δηλαδή της αγίας παρθένου γυναίκας.

Μη διστάσεις, άνθρωπε, γι' αυτά που λέγονται· διότι τα αόρατα τα βλέπουμε με την πίστη. Μην απιστήσεις στη διήγηση, διδασκόμενος από τον εαυτό σου ποια είναι η κατάσταση των αόρατων πραγμάτων. Αν δεν υπάρχει μέσα σου η ψυχή, δε βλέπουν τα μάτια, ούτε ακούνε τα αυτιά ούτε αισθάνεται ο λάρυγγας, ούτε εργάζονται τα χέρια. Λοιπόν, η ψυχή τα κάνει όλα, βοηθά όμως και το σώμα. Έτσι να σκέφτεσαι για τα κατα­πληκτικά κατορθώματα, ότι η θεία δύναμη όλα τα κατευθύνει με μυστικό τρόπο. Εγώ από τις γήινες τέχνες και τα γήινα αξιώματα, θέλω να πείσω για τη γέννηση, και γι' αυτό το λόγο την περιγράφω με διάφορους τρό­πους, όχι για να πετύχω την περιγραφή της από τα πολλά, ή έστω από ένα, αλλά για να αποδώσω τα πολλά στη σοφία του Θεού και να δείξω την πολυχειρία της Θεότητας, ότι δηλαδή σε κάθε ηλικία με κατάλληλο τρόπο αντιστέκονταν στην αμαρτία. Κατά τη γέννηση του αντιστέκονταν έτσι, και διαφορετικά μετά από τη γέννηση· κατά την ανάπτυξη με άλλο τρόπο, και κατά την ανδρική ηλικία αλλιώς. Και στη συνέχεια, πρέπει να ξέρει ο καθένας ότι προσάρμοζε τον τρόπο στον κατάλληλο καιρό.

Αλλά να πιστεύεις σ' αυτά που ειπώθηκαν και διότι ο ίδιος ο Σω­τήρας είπε, ότι Εγώ είμαι, λέει, η κληματαριά, εσείς είστε οι κλη­ματόβεργες˙ ο Πατέρας μου είναι ο αμπελουργός35. Μπορώ μάλιστα να σου δώσω εξήγηση και από την τέχνη γι' αυτά που ειπώθηκαν. Στις αμυγδαλιές μπολιάζουν κλωνάρια από καλά δένδρα˙ άλλοι όμως μπο­λιάζουν ένα μάτι˙ το ίδιο μάλιστα κάνουν και στις κληματαριές.

Ποια λοιπόν δυσκολία υπάρχει να πιστεύσει κανείς, ότι και ο Θεός μεταχειρίζεται τέτοια τέχνη για τα αόρατα; Είτε στον Λόγο, με το να μπολιάσει σ' αυτόν αυτό που προσέλαβε36, είτε σ' αυτό που προσέλαβε, με το να μπολιάσει την Θεότητα; Έκτος από το γεγονός, ότι η Παρθένος γέννησε όχι από σπέρμα που μπήκε μέσα της. Ποτέ κάτι τέτοιο! Αλλά απεναντίας δάνεισε την ύπαρξή της χωρίς σαρκική κίνηση, και η σοφία37 έκτισε την κατοικία της38 με αλάξευτες πέτρες39. Δεν ακούσθηκε ήχος σφυριού κατά το κτίσιμο40, ούτε βέβαια στην περίπτωση της Μαρίας πρόσ­φερε τις υπηρεσίες του άνδρας, αλλά μόνη η Παρθένος. Οι πέτρες ήταν φυσικές και δε λαξεύθηκαν από ανθρώπους· έτσι και στην Μαρία η πρόσ­ληψη πραγματοποιήθηκε χωρίς να μεσολαβήσει άνδρας, και εκλέχθηκε από τη φύση μας δια μέσου της σεμνής Παρθένου. Όπως από τη γη πάρ­θηκαν οι πέτρες, έτσι αυξήθηκε η πρόσληψη δια μέσου της ανθρώπινης φύσης, και η Θεότητα έμεινε αμόλυντη χάρη στην άχραντη θεία φύση. Ο ναός κτίσθηκε χωρίς να ακουσθεί σφυρί40· χωρίς φθορά και πόνο γεννήθηκε ο Χριστός. Η γη υπηρέτησε μόνη της, όπως και η Παρθένος συνέλαβε μόνη. Δεν κόπηκε από λατομείο η πέτρα, ούτε αντιλήφθηκε η γη τις πέ­τρες να κόβονται˙ και η Παρθένος δεν κινήθηκε από σαρκική κίνηση, ούτε συνέλαβε από φιληδονία. Η γη δεν πρόσφερε τις πέτρες, παίρνοντας τες από άλλου, αλλά η ίδια τις έδωσε από τον εαυτό της χωρίς πόνους και χωρίς πείρα. Έτσι στην Παρθένο δεν ήρθε από έξω η πρόσληψη41, αλλά πάρθηκε από την ίδια· διότι θα ήταν τροφός, και όχι μητέρα· θα ήταν φύλακας αυτού που της έδωσαν, και όχι πηγή της τελειότερης τε­κνογονίας. Το Ευαγγέλιο την ονόμασε μητέρα42, και δε την αποκάλεσε τροφό· αλλά και τον Ιωσήφ τον ονόμασε πατέρα43, παρόλο που δεν είχε καμιά σχέση με τη γέννηση· δεν το έκανε για τον Χριστό, αλλά για την Παρθένο, για να μη θεωρηθεί ότι έχει γεννήσει από πορνεία, όπως απο­τόλμησαν να πουν οι Ιουδαίοι˙ διότι δεν έδωσε η ονομασία τη φύση.

Και εμείς δηλαδή αποκαλούμε πατέρες τους γέροντες, οι οποίοι δε μας γέν­νησαν η φύση έδωσε την ονομασία, και η ηλικία πρόσφερε την τιμή. Στην περίπτωση όμως44 της Παρθένου και του Ιωσήφ οι αρραβώνες των μνηστήρων45 έγιναν αφορμή να πάρει αυτός αυτό το όνομα, να ονο­μασθεί δηλαδή πατέρας αυτός που δε γέννησε. Τα αρσενικά φοινικόδενδρα σκεπάζοντας με τη σκιά τους τα θηλυκά, τα κάνουν να καρπο­φορήσουν, χωρίς να έρθουν σε επαφή μ' αυτά, και χωρίς να προσφέρουν σ' αυτά κάποια ουσία. Και μερικές από τις συκιές και τις αχλαδιές δεν κάνουν καρπό, όσες δε γονιμοποιηθούν. Όπως λοιπόν αυτά, που δε γεννούν, θεωρούνται πατέρες, έτσι και ο Ιωσήφ ονομάσθηκε πατέρας, παρόλο που δεν έγινε άνδρας της Παρθένου.

Είναι μεγάλο το μυστήριο, και πρέπει να συγκαλέσουμε όλη τη δημιουργία για έρευνα. Η φύση είναι ανώτερη και από την αντίληψη, ώστε να έρθει για να καταθέσει τη μαρτυρία της. Διότι αυτό που γεννιέ­ται είναι ανώτερο από κάθε δυνατότητα να το αντιληφθούμε. Και για ποιο λόγο όλη η λογική φύση δε βοηθά με τις αποδείξεις της; Ήταν Θεός αυτό που γεννήθηκε και γι' αυτό ας παρουσιασθούν όλα, σαν δούλοι. Ήταν Θεός ο άνθρωπος που ετέχθη, και οφείλει να παρουσιασθεί όλη η φύση για να θαυμάσει τον Δημιουργό. Ας μείνουν κατάπληκτοι από το πως δημιούργησε τα πάντα. Ας πιστεύσουν ότι αυτά που είναι αδύνατα για τη φύση, είναι δυνατά γι' αυτόν. Ας σκεφθούν ότι γίνεται αυτό που θέλει και δεν έχει ανάγκη από τη φύση. Ας διδαχθούν οι Ελληνες46 ότι δημι­ούργησε τα πάντα όχι για την ύλη, αλλά διότι θέλησε να τα δημιουρ­γήσει. Ας πεισθούν ότι χωρίς να υπάρχει ύλη δημιουργήθηκε ο κόσμος και όσα υπάρχουν σ' αυτόν. Να δηλαδή, χωρίς τη φύση του ζευγαριού κατασκεύασε τον άνθρωπο47, ο οποίος έχει μέσα του την αόρατη και την ορατή ζωή.

Δεν επαρκώ μόνος για την περιγραφή. Ας μιλήσουν μαζί μ' εμένα και αυτά που ανήκουν στη φύση, και αυτά που ανήκουν στην τέχνη, και αυτά που ανήκουν στη νοητή ενέργεια. Ας μιλήσει ο ουρανός, δίνοντας μάρτυρα το αστέρι48, το οποίο δεν το πήρε μαζί με τον ήλιο και τη σε­λήνη49. Ας βεβαιώσει ο αιθέρας με την αστραπή, προσφέροντας με τα κογχύλια παράδειγμα αυτού που πρόκειται να γεννηθεί από την Παρθένο. Ας διαλαλήσει η γη το θησαυρό που κρύβεται, η θάλασσα το μαργαριτάρι που δε φαίνεται, η γεωργία, η τέχνη των οικοδόμων, η φροντίδα των εμ­πόρων, η εφευρετικότητα των ψαράδων, η απόφαση των βασιλιάδων, η παράταξη των στρατηγών, ο έπαινος των ανθρώπων, η προτίμηση των σοφών, η παρατήρηση των αστρολόγων, η ταραχή των τυράννων, η εχθρικότητα των κακόβουλων ιερέων, η ομολογία των νηπίων, η προ­φητεία των βοσκών, όλα ας έρθουν στη γέννηση του Θεού· ώστε έτσι μόλις και με δυσκολία να πιστεύσουν οι αιρετικοί ότι ο Χριστός δε φανερώ­θηκε με φανταστική μορφή, αλλά γεννήθηκε με φύση άνθρωπου από την Παρθένο.

Λένε και οι Ιουδαίοι, Δεν πιστεύουμε ότι ο Θεός διέμεινε με τους ανθρώπους σαν άνθρωπος, αλλά πιστεύουν ότι η Θεότητα ήταν κλεισμένη στην κιβωτό. Και τι είναι ανώτερο; Η κιβωτός ή ο άνθρωπος; Αν πι­στεύεις ότι ο Θεός ήταν κλεισμένος στην κιβωτό, γιατί δείχνεις απιστία ότι ο Θεός παρουσιάσθηκε επάνω στη γη ανάμεσα στους ανθρώπους;

Εμείς δεν πιστεύουμε ότι σταυρωνόταν, όντας Θεός. Και γιατί δε δεί­χνεις απιστία ότι η κιβωτός που είχε τον Θεό αιχμαλωτιζόταν από αλλό­φυλους50; Διότι, όπως εκείνη παραδιδόταν και φαινόταν ότι ατιμάζεται, έτσι και ο Θεός Λόγος, αν και ήταν απαθής, ατιμαζόταν δια μέσου της πρόσληψης με το να σταυρωθεί ο ίδιος. Και όπως στους αλλόφυλους η κιβωτός γκρέμισε και κατέστρεψε τον Δαγών51, έτσι και ο Χριστός στο σταυρό νίκησε τον Διάβολο, και τιμώρησε τους βλάσφημους, και πρόσ­φερε στους άπιστους ακούσια γνώση της θείας δύναμης του. Δεν πιστεύετε ότι ο Χριστός, αφού πέθανε, αναστήθηκε την τρίτη ημέρα52. Γιατί τότε πιστεύετε ότι ο Ιωνάς μετά από τρεις μέρες βγήκε από την κοιλιά του κήτους σώος και ολόκληρος53; Δεν πιστεύετε ότι η Παρθένος γέννησε άνθρωπο και Θεό. Γιατί τότε πιστεύετε ότι ο περίβλεπτος ναός κτίσθηκε από αλάξευτες πέτρες, και δε χρησιμοποιήθηκε σιδερένιο σφυρί σε όλο του το κτίσιμο54, και έγινε το ωραιότερο από όλα τα κτίσματα και ο ω­ραιότερος από όλους τους ναούς;

Δεν υποφέρω την ανοησία των Ιουδαίων, διότι κρατούν στα χέρια τους τις αποδείξεις, και δεν πιστεύουν. Δεν υποφέρω τη μωρία των αιρετι­κών, διότι πείθονται στους εθνικούς, και όχι στις θείες Γραφές. Αν δεν κατασκευάσθηκε το οικοδόμημα χωρίς να χρησιμοποιηθεί σιδερένιο σφυρί, και δεν κτίσθηκε ως ναός για τη λατρεία του Θεού, τότε και ο Χριστός έχει έρθει με φανταστική μορφή. Αν όμως στέκονται ως τώρα τα θεμέ­λια του, μη φέρνετε αντιρρήσεις αλλά να πιστεύετε. Διότι εγώ προτιμώ ακόμη και να πεθάνω γι' αυτή την πίστη. Ανακατώστε με με τους εθνι­κούς, κάτι που δεν το εύχομαι, και κάνετε αυτό που εύχομαι, να πεθάνω δηλαδή για τον Χριστό. Εγώ, όσο εξαρτάται από μένα, φοβούμαι το θάνατο, αλλά το θάρρος μου είναι ο Χριστός. Βασισμένος στις δυνάμεις μου δειλιάζω, βασισμένος σ' εκείνον παίρνω θάρρος. Βασισμένος στις δυνάμεις μου φεύγω, βασισμένος σ' εκείνον μένω σταθερός. Βασισμένος στις δυνάμεις μου ντρέπομαι να ομολογήσω, βασισμένος σ' εκείνον ομο­λογώ με θάρρος. Αυτός είναι το μαργαριτάρι, εγώ είμαι η λάσπη. Αυτός είναι ο θησαυρός, εγώ η στάχτη. Αυτός είναι η ζωή, εγώ ο θάνατος. Αυτός είναι η δικαιοσύνη, εγώ ο αμαρτωλός. Αυτός είναι η αλήθεια, εγώ το ψέμα, διότι εξαιτίας της φιλίας με τη ματαιότητα έχασα με τη θέληση μου την αλήθεια. Αυτός έδωσε σ' έμενα τη φύση, εγώ όμως την ερήμωσα δια μέσου των παθών. Αυτός μου χάρισε ισχυρή βούληση, εγώ όμως την εξασθένισα αναμειγνύοντας την με τις αμαρτίες. Αυτός είναι εκείνος που κατέβηκε στο βάθος της θάλασσας και με πολλές δο­κιμασίες μάζεψε από εκεί το μαργαριτάρι. Η Θεότητα ήταν μαζί του στις δοκιμασίες, και έφερε μαζί της την πρόσληψη από τη γη στους ούρα-νους. Αυτός είναι που έσκαψε πολύ στο χωράφι, και κοπίασε στο σταυ­ρό, ώστε μόλις αποκαλύψει από τον τάφο το θησαυρό των Αγίων55, να τον αποκτήσει για τον εαυτό του.

Ας κοπιάσουμε και εμείς, για να γίνουμε συμμέτοχοι στην εμπο­ρία του ίδιου του Σωτήρα μας Ιησού Χριστού. Διότι σ' αυτόν πρέπει η δόξα, η τιμή και η προσκύνηση, μαζί με τον άναρχο Πατέρα του και το πανάγιο και αγαθό και ζωοποιό Πνεύμα του, τώρα και πάντοτε, και στους απέραντους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

 

1.Πρβλ. Ματθ. 13, 46.

2. Πιθανόν αναφέρεται στην εκστρατεία του Ιουλιανού του Παραβάτη εναντίον των Περσών (363).

3. Ματθ. 13, 44. 4. Ματθ. 13, 46.

5. Πρβλ. Β'.Κορ. 10, 5.

6. Μαρκίων γνωστικός, αιρεσιάρχης του 2ου μ.Χ. αι., καταγόμενος από τη Σινώπη του Πόντου. Δίδασκε ότι ο Χριστός δεν είχε υπόσταση αλλά σχήμα ανθρώπου, δηλαδή ότι ως δια σωλήνος της Παρθένου έδραμε και παρήλθε, και εμφανίσθηκε αποτόμως κατά το δέκατο πέμπτο έτος της αυτοκρατορίας του Τιβερίου στην Ιουδαία, χωρίς να βεβαιώ­νεται η γέννηση ή η αύξησή του.

7. Μάνης· Πέρσης γνωστικός, αιρεσιάρχης του 3ου μ.Χ. αι., που γεννήθηκε στα Εκβάτανα (215). Δίδασκε διαρχία αγαθού και κακού.

8. Εννοεί τη θεία φύση. 9. Πραξ. 17, 23.

10. Το κείμενο απηχεί τις σχετικές αντιλήψεις της εποχής.

11. Με τον όρο πρόσληψη εννοεί την ανθρώπινη φύση που προσέλαβε ο Υιός και Λόγος κατά την ενανθρώπηση του. Από τους Πατέρες και τους Ιερούς Υμνογράφους χρη­σιμοποιείται και ο ταυτόσημος όρος πρόσλημμα.

12. Στον Thwaites και στον Assemanr ουκ ανακραθείς. Διορθώσαμε, ουν ανακραθείς˙ σύμφωνα με όσα ακολουθούν στη συνέχεια του κειμένου.

13. Στον Assemanr κεκραμένος. Προτιμήσαμε τον Thwaites.

14. Ο σαρκωθείς Θεός Λόγος και Υιός του Θεού Πατρός ήταν για την Θεοτόκο Μα­ρία, ως προς τη θεία φύση, αλλότριος υιός (ξένος υιός). Στη μετάφρασή μας προτιμή­σαμε να αποδοθεί το νόημα του κειμένου.

15. Στον Assemani- εξωλίσθησε. Προτιμήσαμε τον Thwaites.

16. Στον Thwaites και στον Assemani˙ ου διερράγη. Διορθώσαμε, ουδέ ερράγη.

17. Λουκ. 1, 35.

18. Στον Thwaites και στον Assemani˙ εντευχθή. Διορθώσαμε, εκτεχθή.

19. Πρβλ. Γεν. 1, 21.

20. Πρβλ. ΛευϊτΙΙ, 10.

21. κίνηση· εδώ η κίνηση της ανθρωπινής φύσεως στη διαδικασία της συνεύρεσης κα­τά τη σύλληψη.

22. Πρβλ. Πραξ. 9, 3.

23. Πρβλ. Λουκ. 1, 38. 24. Ματθ. 13, 45-46.

25. Αναφέρεται στην ανθρώπινη και τη θεία φύση.

26. Γεν. 1,26. 27. Ματθ. 8, 32.

28. Πρβλ. Ιω. 10, 30.

29. Στον Thwaites και στον Assemani˙ εν τη πράξει. Διορθώσαμε, εν τη πράσει.

30. Πρβλ. Ματθ. 27, 7. 31. Ιερ. 18, 2.

32. Πρβλ. Λουκ. 11, 22. 33. Ιω. 10, 18.

34. Στον Thwaites και στον Assemanr ιλασμόν. Διορθώσαμε, ιλαστήν.

35. Ιω. 15, 5 και 1.

36. Εννοεί την ανθρώπινη φύση.

37. Εδώ ο όσιος Εφραίμ, όπως και άλλοι Πατέρες, ταυτίζει τη σοφία με τον Χριστό (πρβλ. Ά Κορ. 1, 30).

38. Πρβλ. Παροιμ. 9, 1.

39. Πρβλ. Γ' Βασιλ. 6, Ια.

40. Πρβλ. Γ' Βασιλ. 6, 7.

41. Στον Assemanr ουκ επεισήχθη τις τη προσλήψει. Προτιμήσαμε τον Thwaites.

42. Ματθ. 1, 18· Μαρκ. 3, 31· Λουκ. 2, 34· Ιω. 2, 1 κ.α.

43. Λουκ. 2, 48.

44. Στον Assemanr Επειδή. Προτιμήσαμε τον Thwaites.

45. Πρβλ. Ματθ. 1, 18· Λουκ. 2, 5.

46. Οι Έλληνες φιλόσοφοι θεωρούσαν γενετικό στοιχείο και διαρκή ουσία των όντων μια υλική αρχή (ύδωρ, πυρ, άπειρον, αήρ).

47. Πρβλ. Γεν. 2, 7.

48. Πρβλ. Ματθ. 2, 2 και 9.

49. Εννοεί το χρόνο της δημιουργίας (Γεν. 1, 16).

50. Α' Βασιλ.4, 11.

51. Δαγών θεός των Φιλισταίων (Α' Βασιλ. 5, 3-4).

52. Πρβλ. Λουκ. 24, 7.

53. Ιωνάς 2, 1 και 11.

54. Γ' Βασιλ. 6, 7.

Joomla SEF URLs by Artio